Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
Αρχείο τευχών
19'81
~'83
01 - 09
19'84
~'86
10 - 21
19'87
~'89
22 - 33
19'90
~'92
34 - 45
19'93
~'95
46 - 57
19'96
~'98
58 - 69
19'99
~'01
70 - 81
20'02
~'04
82 - 93
20'05
~'07
94 - 105
20'08
~'10
106 - 118
20'15
~'17
119 - 125
20'18
~'20
126 - 134
Τεύχος 70, Μάρτιος 1999 No. of pages: 114
Κύριο Θέμα: Η μαγεία στην ελληνική αρχαιότητα Ιωάννης Πετρόπουλος

W. Blake, Εκάτη. Η ετυμολογία συνδέει τη «μαγεία» με την Περσία αλλά αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αν και άγνωστο πότε εμφανίστηκε στην Ελλάδα, η «μαγεία» μαρτυρείται ήδη από την αρχαϊκή εποχή. Στο περιθώριο της επίσημης λατρείας και έξω από την πόλη, με τον αντικοινωνικό χαρακτήρα της, απευθύνεται στους δαίμονες των νεκρών ή σε χθόνιους θεούς, όχι ικετεύοντας αλλά «εξαναγκάζοντάς» τους με τρόπο μηχανικό. Τους περιοδεύοντες «μάγους» συνόδευαν τα ονόματα ἀγύρτης, γόης, μάντις, και η περιφρόνηση των εκπροσώπων της ορθολογικής σκέψης. Από την ελληνιστική περίοδο και εξής, η μαγεία γίνεται πιο μυστηριακή, αντλώντας στοιχεία από ανατολικές θρησκείες και παραδόσεις της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου.

Το «τρισάθλιο θέμα» της ελληνικής μαγείας David Jordan

Γνωστικός ίασπις. Όχι μόνον οι θετικιστές αλλά και οι θιασώτες μιας εξιδανικευμένης αρχαιότητας φρίττουν μπρος στο «τρισάθλιο» αντικείμενο της μαγείας, το οποίο και απαξιούν να αναγνωρίσουν ως γνωστικό. Κατά τον αρθρογράφο, ακόμη και οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι ενοχλούνται από τα «ετερόκλιτα» στοιχεία της που αντιστέκονται στη δική τους συστημική προσέγγιση. Εξέχοντα ρόλο στην αντεπίθεση έπαιξε ο Αυστριακός Alfons Barb ήδη από το 1925. Το φυλακτήριον προς ημίκρανον που δημοσίευσε τότε, ταφικό εύρημα από τον 3ο αιώνα μ.Χ., θυμίζει έντονα την Ευχή ημικράνη που βρέθηκε σε χειρόγραφο του 16ου αιώνα από τη νότια Ιταλία. Η Άρτεμις Εφεσία και ο Ιησούς Χριστός, αντίστοιχα, καλούνται να προφυλάξουν από τον πονοκέφαλο. Αργότερα, ο ίδιος υποστήριξε ότι ορισμένες παραστάσεις της Παναγίας ανάγονται στον αρχαίο δαίμονα του πονοκεφάλου Antaura. Ο Barb ειδικεύτηκε επίσης στον «γνωστικό» σφραγιδόλιθο «Αβράξας», δημοφιλέστατο κατά την Αναγέννηση. Το άρθρο συζητεί μια κατάρα που επί δύο σχεδόν χιλιετίες συνοδεύει ξόρκια κι απειλές, «όπου σκυλί δεν αλυχτά και κόκορας δεν κράζει», καταλήγοντας στο ερώτημα αν το θέμα αυτό ανήκει στο υπόβαθρο της Ανατολής.

Η μαγεία, τα φυλαχτά και η Κίρκη Ναννώ Μαρινάτου

Αρχαϊκός χαλκιδαϊκός αμφορέας. Η αλληλεπίδραση της τελετουργίας, της ποιητικής παράδοσης και των μαγικών απεικονίσεων πάνω σε φυλαχτά που εισήχθησαν στην Ελλάδα από την Εγγύς Ανατολή, δημιούργησαν την ομηρική μάγισσα Κίρκη. Σε σφραγίδες και φυλαχτά, κυρίως από τη Συρία και την Παλαιστίνη, εμφανίζεται η Πότνια θηρών γυμνή, δέσποινα που αφεντεύει τ’ αγρίμια. Η απεικόνισή της πάνω σε όπλα έχει αποτροπαϊκή χρήση. Η δύναμή της πηγάζει από την κυριαρχία της πάνω στα θηρία και από τη μετωπική έκθεση του γυμνού της σώματος. Ξελογιάστρα για τον εχθρό που τη βλέπει, προστατεύει τον πολεμιστή που την φέρει στην ασπίδα του. Άγρια θηρία συχνάζουν και στο περιβάλλον της Κίρκης που, στα αρχαϊκά αγγεία, εμφανίζεται γυμνή με τονισμένο το τρίγωνο του εφηβαίου. Επικίνδυνη και σαγηνευτική, συνδυασμός που θυμίζει τα ανατολίτικα φυλαχτά, θα μετατραπεί σε φυλαχτό του Οδυσσέα όταν αυτός την υποτάξει. Θεά στην Οδύσσεια, τι κάνει την Κίρκη μάγισσα; Αν και τα όρια θρησκευτικών και μαγικών τελετουργιών δεν είναι πάντα σαφή, οι τελευταίες διακρίνονται για την αντικοινωνικότητά τους. Η Κίρκη προσφέρει στους συντρόφους του Οδυσσέα φαγητό που ταιριάζει σε νεκρούς. Προσθέτει στο φαγητό τους δηλητήριο. Τους χτυπά επιθετικά με ραβδί, όργανο μαγικό. Κι όμως, μόλις η σεξουαλικότητά της «εξημερωθεί» από τον Οδυσσέα, η αντικοινωνική μάγισσα μετατρέπεται σε αρωγό και συμπαραστάτη του.

Η μαγεία και οι νεκροί στην Κλασική Ελλάδα Sarah Illes Johnston

Ορφέας, Ευρυδίκη, Ερμής. Το άρθρο πραγματεύεται τη σχέση νεκρών και ζώντων. Στα μαντεία των νεκρών, το ρόλο του μεσάζοντος έπαιζαν οι γόητες (από το ρήμαγοάω, θρηνώ), επιδιώκοντας είτε να κατευνάσουν τους νεκρούς, είτε να τους δραστηριοποιήσουν ενάντια σε κάποιον ζωντανό, είτε να εξασφαλίσουν την ευμένειά τους για τον πελάτη τους. Ο Ηρόδοτος διηγείται την ιστορία του τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου και του φαντάσματος της γυναίκας του Μέλισσας. Γνωστή είναι και η ιστορία του Σπαρτιάτη Παυσανία που δολοφονήθηκε στο ναό της Αθηνάς. Θεσσαλοί γόητες ή ψυχαγωγοί κατάφεραν να κατευνάσουν το φάντασμά του. Η Κλυταιμνήστρα ζητάει από την Ηλέκτρα να κάνει σπονδές, προκειμένου να κατευναστεί το φάντασμα του Αγαμέμνονα. Σπονδές σε τρίστρατα αφιερώνονταν και στην αφέντρα των φαντασμάτων Εκάτη. Πινακίδες με κατάρες που στοχεύουν τους ανταγωνιστές τοποθετούνται σε τάφους, πηγάδια ή κάτω από ναούς θεοτήτων που σχετίζονται με τον Κάτω Κόσμο. Οι επικλήσεις των μάγων για συνεργασία στρέφονται προς κόρες και εφήβους που χάθηκαν αδόκητα, σε θύματα φόνου ή σε άταφους νεκρούς. Περίανδρος και Άτοσσα ζητούν από τους νεκρούς γνώσεις που οι ίδιοι δεν κατέχουν. Τα καθήκοντα του γόητος, επίκληση νεκρών και μύηση σε μυστήρια, συνδυάζονται στη μορφή του Ορφέα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι Έλληνες, που δεν αισθάνονται άνετα με τους γόητες, τους αποδίδουν ξένη καταγωγή.

Οι αρχαίοι ΄Ελληνες γλύπτες ως μάγοι Antonio Corso

Βακχίς, αντίγραφο έργου του Σκόπα. Γιατί, ενώ σε χριστιανικές εικόνες αποδόθηκαν ευεργετικές ιδιότητες, οι «ειδωλολατρικές» παραστάσεις θεωρήθηκαν πηγή δυνάμεων του διαβόλου; Η μαγική δύναμη που ασκούσε η απεικόνιση έως τον 1ο αιώνα μ.Χ. έληξε άραγε με την επικράτηση της Civitas Christiana; Αφήνοντας αυτό το ερώτημα να αιωρείται, ο αρθρογράφος ξεδιπλώνει μια ιστορία που αρχίζει από τον Δαίδαλο και καταλήγει στη ρωμαϊκή περίοδο. Νήμα του η αγαλματοφιλία. Η πίστη στο έμψυχο των αγαλμάτων μαρτυρείται ήδη στο δέσιμό τους για να μη φύγουν από την πόλη, όπως συμβαίνει με το ξύλινο ξόανο της Απτέρου Νίκης στην Αθήνα και του Ενυαλίου στη Σπάρτη. Δείγμα μιας «θεατρικής νοοτροπίας» θεωρείται η επάλειψη των γλυπτών με διάφανο κερί από τον Πραξιτέλη για να δείχνουν οι μορφές ολοζώντανες. Πιστεύοντας σε μια τέχνη ικανή να ξεπεράσει την απομίμηση της φύσης, ο πλατωνισμός ενισχύει την πίστη στα ζωντανά αγάλματα. Τουλάχιστον δύο εραστές αγαλμάτων τον 3ο αιώνα π.Χ. οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία. Η αγαλματοφιλία ριζώνει στη Ρώμη. Πραξιτέλης και Σκόπας θεωρούνται ικανοί να εμφυσήσουν μέσω μαγείας εσωτερική ζωή, τον Έρωτα, στην καρδιά του αγάλματος. Ο Έρωτας τώρα μπορεί να επηρεάσει τη σκέψη του ποιητή και των ανθρώπων. Ιερή δύναμη αποδίδεται τόσο στη Βακχίδα του Σκόπα όσο και στον ΄Ερωτα του Πραξιτέλη.

«Άμπρα Κατάμπρα» στην Ελληνορωμαϊκή Αίγυπτο William Brashear

Σφραγιδόλιθος με αταύτιστη θεότητα. Ο συγγραφέας στήνει έναν ζωντανό διάλογο ανάμεσα σε δύο νοικοκυρές, τη Φλαβία, μια εκρωμαϊσμένη Αιγύπτια, και τη Θοήριν, Ελληνίδα ειδωλολάτρισσα, εμπνευσμένο από ένα εγχειρίδιο των χρόνων του Αυγούστου (30-14 π.Χ.) με οδηγίες για την εκτέλεση μαγικών τελετών. Ωστόσο, το πιο εκπληκτικό εύρημα σε τάφο του 4ου αιώνα μ.Χ., είναι «η μαγική βιβλιοθήκη των Θηβών», με βιβλία και κυλίνδρους γραμμένα σε τέσσερις γλώσσες (ιερατική, δημοτική, κοπτική, ελληνική). Μαγικά σύνολα, ευρήματα με κέρινα ειδώλια και ξόρκια μέσα σε αγγεία, εικονογραφούν τις οδηγίες της για ερωτικά γητέματα που πρέπει να τοποθετούνται σε τάφους ανθρώπων που πέθαναν πρόωρα ή βίαια. Αυτά τα ανήσυχα πνεύματα (νεκυδαίμονες) μπορεί να θέσει ο μάγος στις προσταγές του. Μετά τα ερωτικά, θέματα υγείας, και ιδιαίτερα ο πυρετός, αντιμετωπίζονται με φυλαχτά και ξόρκια γραμμένα σε πάνω από έξι γλώσσες, όπου συχνά συμφύρονται, χωρίς ειρμό, ανάκατα ονόματα. Το κλίμα της Αιγύπτου διέσωσε και δεκάδες από τα ερωτήματα που απευθύνονταν στα μαντεία για πρόβλεψη του μέλλοντος. Πάνω από χίλια είναι τα μεταλλικά κυρίως ελάσματα που προέρχονται από όλο τον τότε κόσμο, με γητέματα καλής τύχης ή κατάρες προς ανταγωνιστές και αντιζήλους. Χιλιάδες είναι και οι «γνωστικοί» σφραγιδόλιθοι στους οποίους αποδίδεται δύναμη από το ίδιο το ορυκτό αλλά και από το χρώμα του. Με σκαλισμένα μαγικά λόγια και σύμβολα της εμπνεύσεως του κάθε μάγου, «ενεργοποιούνταν» με τελετές καθαγιασμού πριν επιδοθούν στον πελάτη.

Αρχαίοι μαγικοί πολύτιμοι λίθοι Nagy Aprad

Ελληνοαιγυπτιακοί μαγικοί σφραγιδόλιθοι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορικής περιόδου. Ελάχιστα γνωρίζουμε για την ιστορία των 5.000 περίπου μαγικών σφραγιδόλιθων που έζησαν από τα χρόνια του Αυγούστου ως τα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. Η νέα αυτή σφραγιδογλυφία εμφανίζει πέντε διακριτά γνωρίσματα: α) απεικονίζονται θεότητες και δαίμονες είτε τελείως άγνωστοι είτε αγνώριστοι, β) οι επιγραφές είναι ακατάληπτες για τον αμύητο αφού, αν και σε ελληνικό αλφάβητο, δεν βγάζουν νόημα στα ελληνικά (π.χ.: ΑΒΡΑΣΑΞ, ΒΑΙΝΧΩΩΩΧ), γ) ο τρόπος χάραξης του κειμένου αποκλείει τη χρήση τους ως σφραγίδων δ) πλάι στα κείμενα και τις παραστάσεις χαράζονται κρυπτογραφικά σύμβολα, οι χαρακτῆρες, που καθένας τους θεωρείται η μυστική σφραγίδα κάποιου θεού, ε) σε ειδική τελετή «καθαγιασμού», ο μάγος φορτίζει το χαραγμένο πετράδι με μαγική δύναμη. Χαρακτηριστική της δυσκολίας αποκρυπτογράφησης πολύσημων μορφών από τους «αμύητους» ερευνητές είναι ένας ἀλεκτοροκέφαλος με ανθρώπινο κορμό κλεισμένο σε θώρακα και με φίδια αντί για πόδια. Στο δεξί κρατάει μαστίγιο και με το αριστερό κυκλική ασπίδα με την επιγραφή ΙΑΩ, όνομα του θεού του Ισραήλ στα ελληνικά. Οι θεραπευτικοί μαγικοί λίθοι, πάντα πράσινοι, φέρουν λεοντοκέφαλο φίδι με ακτινωτό στέμμα και ένα χαρακτῆρα από τρεις λοξές γραμμές, το «σύμβολο του Χνούβι». Απηχώντας την επίδραση των πλανητών στην υγεία, ο Χνούβις κυριαρχεί στο διάχωρο του ζωδιακού κύκλου που αντιστοιχεί στο στομάχι. Αποτροπαϊκοί της δυσπεψίας, η αποτελεσματικότητά τους επιβεβαιώνεται και από τον Γαληνό.

Άλλα θέματα: Εισαγωγή στη Μουσειολογία Μάρλεν Μούλιου, Αλεξάνδρα Μπούνια

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. «Σκαλίζοντας» πίσω από την αισθητική παρουσίαση των μουσειακών συλλογών που απασχολεί τη μουσειογραφία, η μουσειολογία ερευνά λόγους, τρόπους, αιτίες που δημιούργησαν τις συλλογές, καθώς και την αξιολογική τους επένδυση σε σχέση με τον ιδεολογικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό ρόλο του σύγχρονου μουσείου. Παιδί της δεκαετίας του 1960 στο εξωτερικό, οι μουσειακές σπουδές μόνον πρόσφατα αποτέλεσαν ξεχωριστό επιστημονικό και επαγγελματικό τομέα στην Ελλάδα. Ανακοινώνεται ένα αφιέρωμα στη μουσειολογία που θα αρθρωθεί σε τέσσερα τεύχη της Αρχαιολογίας. Αναφέρονται οι συντελεστές του παρόντος τεύχους και οι επιμέρους τομείς που θα καλυφθούν στα επόμενα τρία τεύχη.

Από τις Mούσες στο Mουσείο: Η ιστορία ενός θεσμού διαμέσου των αιώνων Ανδρομάχη Γκαζή

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αρχές 20ού αιώνα. Με έτος ίδρυσης το 290 π.Χ. και αφιερωμένο στις Μούσες, το Μουσείον της Αλεξάνδρειας με τη Βιβλιοθήκη του αναδείχθηκε στο μεγαλύτερο ερευνητικό και πολιτιστικό κέντρο της εποχής του. Ωστόσο, η γενεαλογία του μουσείου εντοπίζεται στην αναγεννησιακή Ιταλία όπου, για πρώτη φορά, ο όρος μουσείο περιγράφει τη συλλογή του Λαυρέντιου των Μεδίκων. Ξεπερνώντας τις ιδιωτικές συλλογές, δύο πανεπιστημιακά μουσεία ιδρύονται στα τέλη του 17ου αιώνα στη Βασιλεία και την Οξφόρδη. Το δημόσιο μουσείο καθιερώνεται με την ίδρυση του Βρετανικού Μουσείου το 1753 και του Λούβρου το 1793. Γνήσιο παιδί του Διαφωτισμού, το Λούβρο έχει ελεύθερη είσοδο, παρέχει μικρό οδηγό στους επισκέπτες και συνοδεύει τους πίνακες, ταξινομημένους κατά σχολή, με επεξηγηματικές λεζάντες. Ευρωπαϊκές βασιλικές οικογένειες ανοίγουν τις συλλογές τους στο κοινό, δημιουργώντας μουσεία όπως το Πράντο ή το Ερμιτάζ. Στις αρχές του 19ου αιώνα, τα μουσεία έχουν ήδη συνδεθεί με το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας. Ο 20ός αιώνας διακρίνεται από την έμφαση στο πρόσφατο παρελθόν που εκδηλώνεται στα λαογραφικά μουσεία (υπαίθρια και οικομουσεία) και στα μουσεία προβιομηχανικής ιστορίας. Στην Ελλάδα, τα μουσεία είναι εξαρχής δημόσια και αναπόφευκτα συνδέονται με τις αρχαιότητες. Ο Καποδίστριας ιδρύει το 1829 το πρώτο μουσείο στην Αίγινα. Το 1834, το Θησείο ορίζεται ως «Κεντρικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον» και συνεχίζει να λειτουργεί ως το 1935. Πρώτο στην Ελλάδα χτίστηκε το Μουσείο της Ακρόπολης (1864-74), πρωτοπόρο και στην έκδοση μουσειακών οδηγών. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, που τελικά θεμελιώθηκε το 1866 σε οικόπεδο που δώρησε η Ελένη Τοσίτσα, ολοκληρώθηκε από τον Τσίλλερ το 1899. Ανοιχτό καθημερινά πρωί και απόγευμα, το μουσείο είχε επώνυμες αίθουσες, προθήκες με τίτλους και λεζάντες σε πολλά εκθέματα. Ακολούθησε το μουσείο της Σπάρτης και της Ολυμπίας, τα έξοδα κατασκευής του οποίου καλύφθηκαν από τον Ανδρέα Συγγρό. Στο τέλος του 19ου αιώνα χτίζονται μουσεία στο Αμφιαράειο, το Σχηματάρι, την Ελευσίνα και την Επίδαυρο. Τον 20ό αιώνα ιδρύεται το Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας (1914), το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης (1918), το Μουσείο Μπενάκη (1930). Μετά το 1960 χτίζονται πολλά νέα κτίρια και, ιδίως μετά το 1970, ιδρύονται λαογραφικά μουσεία απ’ άκρου σ’ άκρο. Το Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης ιδρύεται το 1994 και, το 1976, στεγάζεται η Εθνική Πινακοθήκη που είχε ιδρυθεί το 1900. Οι σύγχρονες τάσεις χαρακτηρίζονται από την ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, το «άνοιγμα» προς το κοινό, τον εκσυγχρονισμό των μουσείων μέσω της ηλεκτρονικής τεκμηρίωσης των συλλογών τους και, θετικότερο απ‘ όλα, την καθιέρωση κρατικής μουσειακής πολιτικής.

Μελετώντας τα Mουσεία: Nέες ανάγκες και νέες προσεγγίσεις Susan Pearce

Διάγραμμα για τη σχέση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής στα μουσεία. Ευρωπαϊκό πολιτισμικό φαινόμενο, τα μουσεία εκφράζουν τις αξίες του μοντερνισμού και της βιομηχανικής κοινωνίας της εποχής που τα δημιούργησε. Στον μοντερνισμό, η δημιουργία «μετα-αφηγήσεων» στηρίζεται στην πίστη σε μια αντικειμενική πραγματικότητα που τα τεκμήριά της στεγάζονται στα μουσεία. Στην τέχνη που εκτίθεται εκεί, οι βορειο-ευρωπαϊκές ηθικές αρχές της εργασίας και της αυτοδυναμίας βρίσκουν την απτή μορφή τους. Ο ιουδαιο-χριστιανικός γραμμικός χρόνος που κινείται προς τα εμπρός και η πίστη στο άτομο αντανακλώνται στα εκθέματα που οργανώνονται γύρω από σπουδαίες προσωπικότητες και ζωγράφους. Η ιδεολογία του καπιταλισμού επηρεάζει τη σχέση με τα αντικείμενα του υλικού πολιτισμού. Ένα σύνολο κληροδοτημένων κοινωνικών αντιλήψεων που απορρέουν από τις μοντέρνες «αφηγήσεις» βρίσκεται στην καρδιά του συλλέγειν και, στη συνέχεια, στην καρδιά των μουσείων. Η σύγχρονη μουσειακή θεωρία εστιάζει στην κριτική παράδοση που αναλύει τη φύση και τη λειτουργία των μουσείων, ενώ διατηρεί μια αμφίδρομη σχέση με τη μουσειακή πρακτική. Και εδώ, η θεωρία δεν διακρίνεται από την πράξη: κάθε απόφαση για τα μουσεία απορρέει από ένα πολιτισμικό πλαίσιο και έχει πολιτισμικές συνέπειες.

Επανεξέταση της Νέας Μουσειολογίας Peter Vergo

Πώς διαμορφώνεται η ερμηνεία της εικόνας; Επιμελητής της ανθολογίας «Η Νέα Μουσειολογία» (1989), ο αρθρογράφος επανέρχεται σε κάποια από τα ερωτήματα που εξέφραζαν τότε τον προβληματισμό γύρω από τα βρετανικά μουσεία. Για να περάσουν τα μηνύματα μιας έκθεσης, για να επιτευχθεί ο διδακτικός της στόχος, υποστηρίζει, ο τρόπος παρουσίασης ενισχύεται από λεζάντες, πίνακες, ακουστική ξενάγηση, κατάλογο. Πρόκειται για μια «ρητορική πράξη πειθούς», μια αφήγηση, που δύσκολα ισορροπεί με την αισθητική λειτουργία της παρουσίασης. Κι όμως η αισθητική προκλητικά ενυπάρχει σχεδόν σε όλα τα αντικείμενα θέασης. Η τέχνη της έκθεσης, όχι η επιστήμη της ή η τεχνική της πλευρά, απαιτεί ματιά σκηνογράφου. Τη σύγκριση με τη θεατρική παράσταση υποβάλλουν κυρίως ο τρισδιάστατος χώρος και το στοιχείο του χρόνου, ο «ρυθμός» μιας έκθεσης. Τώρα, το επιτακτικό αίτημα είναι μια «Νέα Ευαισθησία», μια ευαισθησία όχι μόνο στις οπτικές αξίες των αντικειμένων αλλά και στις σχέσεις τους με το χώρο.

Mουσειακές εκ-θέσεις Μάρλεν Μούλιου, Αλεξάνδρα Μπούνια

Επανεξετάστε την αυθεντία του μουσείου! Στο εμπεριστατωμένο κείμενό τους, οι αρθρογράφοι αντλούν από τη μεταμοντέρνα θεωρία που αποδομεί το «αυταπόδεικτο» της έννοιας του μουσείου, αναδεικνύοντάς το σε άλλη μια κοινωνική κατασκευή. Οι σημερινές αξίες της υποκειμενικότητας, της σχετικότητας, της ρευστότητας, της διαφορετικότητας δυναμιτίζουν τις ίδιες τις ιστορικές καταβολές του μουσείου. Η μεταφορά του κειμένου εφαρμόστηκε και εδώ: ας πούμε, παρέχεται στο κοινό «αυθεντικό, από καθέδρας» κείμενο ή ενθαρρύνονται οι διαφορετικές αναγνώσεις; Η στοιχειοθέτηση της σχέσης γνώσης και εξουσίας καθιστά ολοφάνερο ότι το μουσείο, ως διαμεσολαβητής γνώσης ανάμεσα στον όποιο διαφορετικό πολιτισμό και το κοινό της έκθεσης, δεν μπορεί να είναι ούτε «αθώο» ούτε «αντικειμενικό». Από την ώρα όμως που το μουσείο αναστοχάζεται, άρχισε και να το συνειδητοποιεί. Αυτό που κάποιοι θεωρούν ως απομυθοποίησή του, δεν είναι παρά το άνοιγμα του μουσείου στις νέες προκλήσεις. Ενδεικτικές είναι οι τολμηρές εκθέσεις γύρω από θέματα που συνήθως δεν θίγονται γιατί είναι «λεπτά». Παράδειγμα, η οργάνωση στο Λίβερπουλ έκθεσης για το ρόλο της πόλης στο διαμετακομιστικό εμπόριο δούλων. Τα μουσεία, επιφορτισμένα και αυτά με τη συντήρηση του «κανόνα», αναπότρεπτα είναι «πολιτικά» ιδρύματα. Ο διάλογος είναι ανοιχτός και οι αντιπαραθέσεις για τα ζητήματα που δημιουργούνται ζωηρές. Ωστόσο, το πλαίσιο δεν μπορεί παρά να είναι ο αυτο-αναστοχασμός και η επίγνωση ότι το μουσείο καθρεφτίζει την κοινωνία που το γέννησε.

Πειραματική Aρχαιολογία: διάνοιξη οπής σε εργαλεία λειασμένου λίθου Χρήστος Ματζάνας

Τρύπανο περιστρεφόμενο με τη βοήθεια τόξου. Από τις δύο μεθόδους διάτρησης λίθινων εργαλείων που χρησιμοποιήθηκαν στην έσχατη Προϊστορία, πειραματικά ανασυσταίνεται η ονομαζόμενη θηλυκή στειλέωση, στην οποία ο στειλεός εισέρχεται στο εργαλείο. Η μέθοδος αυτή είναι συνθετότερη, απαιτεί πολλά βοηθητικά σύνεργα και έχει ως βασικό εργαλείο το σωληνοειδές τρύπανο, φτιαγμένο από καλάμι ή διάφυση μακριού οστού, όπως μαρτυρούν ημιτελή αρχαιολογικά ευρήματα. Η περιστροφή του τρυπάνου διευκολύνεται από την παλινδρομική κίνηση δοξαριού που το σχοινί του έχει τυλιχτεί μια φορά γύρω από το τρύπανο. Την παρουσία δοξαριού γνωρίζουμε από αρχαίες παραστάσεις και εθνολογικά παράλληλα. Με τον ίδιο τρόπο ανοίγονταν οπές και σε πέτρες που το εσωτερικό τους αφαιρούσαν με σμίλη. Σε τέτοιες τρύπες στηρίχτηκε η ξύλινη επένδυση στο λουτρό του ανακτόρου της Τίρυνθας. Μινωίτες και Μυκηναίοι αυτή τη μέθοδο χρησιμοποίησαν για τη διάνοιξη του εσωτερικού λίθινων αγγείων. Με σωληνοειδή τρητήρα κατεργάστηκαν τα λίθινα γλυπτά τους οι Αζτέκοι, ενώ εθνολογικές μαρτυρίες καταγράφουν την τεχνική στους Αβορίγινες, τους Εσκιμώους, τους Ινδιάνους και, ως σήμερα, στους Ινδούς. Τα σύνεργα περιγράφονται αναλυτικά: το τρύπανο, το δοξάρι, η χορδή, το προστατευτικό της παλάμης, το υλικό προετοιμασίας του σημείου διάτρησης και η άμμος, ως υλικό τριβής. Η ποιότητα εργασίας στα λίθινα προϊστορικά εργαλεία με οπή προδίδει εξειδικευμένο συνεργείο. Παράλληλα, η απαιτούμενη μεγάλη κατανάλωση μυικής ενέργειας υποδεικνύει την ύπαρξη αποθεμάτων τροφής και, επομένως, μόνιμες αγροτοποιμενικές εγκαταστάσεις.

H Aκρόπολη της Aθήνας. Βιωματικές αξίες ενός μνημειακού συνόλου Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Bενετάς

Γενική άποψη της Ακρόπολης από τα δυτικά. Σε όλη της την ιστορική πορεία, χώρος λατρείας στην αρχαιότητα, οχυρό στη Λατινοκρατία και την Τουρκοκρατία, η Ακρόπολη δεν είχε χρήση συμβολική αλλά στέγασε πλήθος ανθρώπινων δραστηριοτήτων πλην μιας: την εμπορευματοποίησή της. Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την εγκαθίδρυση των Βαυαρών, εισάγεται η γερμανική κλασικιστική θεώρηση του κόσμου που μεταφράζεται από τους Έλληνες σε ακραία πατριωτική προγονολατρεία. Ο βράχος θα γίνει «ιερός», με την εθνοκεντρική έννοια του όρου, ασάλευτη, πέτρινη ναυαρχίδα του έθνους που πάνω της κυματίζει η ελληνική σημαία! Η φιλοσοφία συντήρησης των μνημείων της αντανακλά επί ενάμιση αιώνα το νέο περιεχόμενο που τους αποδόθηκε: σκοπός είναι να «καθαρθεί» η Ακρόπολη από κάθε ίχνος υστερότερων επεμβάσεων ώστε ν‘ αποκατασταθεί το κλασικό «αρχαίον κάλλος». Πολιτιστικό προσκύνημα των καλλιεργημένων περιηγητών του 19ου αιώνα, η Ακρόπολη μετατράπηκε τον 20ό σε τουριστικό αξιοθέατο. Η πλημμυρίδα επισκεπτών σε εποχή αιχμής δεν επιτρέπει πια τη διερευνητική βίωση του ιστορικού χώρου. Πριν μόλις δυο γενιές, μπορούσες να επισκεφθείς τον σηκό του Παρθενώνα με την πανσέληνο. Γιατί, λοιπόν, να αποκλείσουμε ότι στο μέλλον η θέασή της δεν θα επιτρέπεται παρά μόνον από αερόστατα και με τηλεσκόπια; Ο υπαρξιακός και συναισθηματικός δεσμός των Αθηναίων με το τοπόσημο της πόλης τους δεν αίρεται, ούτε όταν αυτοί δεν το επισκέπτονται. Η ύπαρξή της Ακρόπολης τους είναι βίωμα, προϋπόθεση ζωής, όπως η θάλασσα και τα βουνά γύρω τους. Πέρα από την απαραίτητη βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών, τη σωστή συντήρηση και αναστήλωση, πρέπει να διασφαλιστεί η προσβασιμότητα του χώρου. Γιατί τα μνημεία επιζούν όσο οι άνθρωποι τα φέρνουν στη σκέψη και την καρδιά τους.

Έργο: Πεζοδρόμηση Δ. Aρεοπαγίτου-Aπ. Παύλου Ντόρα Γαλάνη

Διαμόρφωση ανασκαφής Οικίας Πρόκλου. Παρουσιάζεται η πρόταση που κατέθεσαν οι μελετητές της Εταιρείας Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων της Αθήνας. Με κεντρική ιδέα την Αρχαία Πόλη, σχεδιάζεται η μεγαλύτερη πολεοδομική παρέμβαση των τελευταίων ετών στην Αθήνα, που θα μπορούσε ακόμη και ν‘αποτελέσει τον πιο ενδιαφέροντα υπαίθριο πόλο αναψυχής όλης της Ευρώπης. Δεν πρόκειται για απλή πεζοδρόμηση αλλά για τη δημιουργία και ανάπλαση κοινόχρηστων και ελεύθερων χώρων που θα εντάξουν τα μνημεία στον ζωντανό ιστό της πόλης και θ‘αποδώσουν στους κατοίκους γαλήνιους περιπάτους στις αρχαίες διαδρομές. Στην περιοχή της Ενοποίησης οι ειδικοί σχεδιάζουν τη διέλευση ελαφρύ λεωφορείου και αργότερα τραμ. Η "Οικία Μακρυγιάννη" προτείνεται να κατεδαφιστεί, οι οδοί Μητσαίων, Καρυατίδων, Παρθενώνος, Ερεχθείου και Προπυλαίων πεζοδρομούνται. Αποκαλύπτεται η Οικία Πρόκλου και, με την απαλλοτρίωση του γωνιακού οικοπέδου, η αρχαιολογική έρευνα επεκτείνεται. Για αντίστοιχο λόγο προτείνεται και η κατεδάφιση, στη συμβολή Δ. Αρεοπαγίτου και Προπυλαίων, της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων με το παρακείμενό της κτήριο. Προτείνεται επίσης η κατεδάφιση των κτισμάτων που κρύβουν την ενότητα Αρείου Πάγου και Πνύκας. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο σχεδιασμός ενοποίησης του Κεραμεικού με την Αρχαία Αγορά αφού θα δώσει την ευκαιρία να αποκαλυφθούν σημαντικές αρχαιότητες.

O ελληνικός αθλητισμός στη ρωμαϊκή εποχή Κώστας Μαντάς

Άποψη από το Θέατρου του Διονύσου. Σε αντίστιξη με την αρχαία ελληνική πόλη, παρουσιάζονται οι αλλαγές που επέφερε η ρωμαϊκή κατάκτηση. Τιμοκρατικά κριτήρια επικρατούν, ο πολιτικός άντρας υποκαθίσταται από τον πλούσιο χορηγό. Στο ελληνόφωνο τμήμα της αυτοκρατορίας, οι ιεροί και οι στεφανίτες αγώνες έχουν έπαθλα τιμητικά, ενώ οι θέμιδες χρηματικά. Οι αγώνες πολλαπλασιάζονται, γίνονται θέαμα και κολακεύουν τον κατακτητή. Η κινητικότητα των αθλητών είναι μεγάλη, κάποιοι είναι επαγγελματίες, σε κάποια αγωνίσματα συμμετέχουν γυναίκες. Ο αθλητισμός δεν μένει ανέγγιχτος από την οικονομική διαφθορά και φαίνεται πως μόνον οι Ολυμπιακοί αγώνες δεν «πωλούνταν». Από ανασκαφική μαρτυρία γνωρίζουμε ότι οι Ολυμπιακοί, μέχρις ότου τους καταργήσει το 394 μ.Χ. ο Θεοδόσιος, συνεχίζονται τουλάχιστον ως το 385 μ.Χ.

Tο βυζαντινό Aμόριο, πρωτεύουσα μιας επαρχίας στη Mικρά Aσία (2) Chris Lightfoot, Όλγα Καραγιώργου

Βυζαντινές κατοικίες του 11ου αιώνα, πίσω από την οχύρωση της Κάτω Πόλης. Γενέτειρα μιας βραχύβιας δυναστείας αυτοκρατόρων, πρωτεύουσα του «Ανατολικού Θέματος», γνωστό από την πτώση του στους Άραβες το 838, το Αμόριο έσβησε μετά την ήττα του Ρωμανού Δ΄ από τον Αλπ Αρσλάν. Η αρχαιολογική έρευνα άρχισε το 1987 από τον R. Martin Harrison. Μοναδικός στη Μ. Ασία κεραμικός κλίβανος βρέθηκε στην Άνω Πόλη. Στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο χρονολογείται η τρίκλιτη βασιλική στην Κάτω Πόλη, με πλούσιο μαρμάρινο διάκοσμο. Μετά από πυρκαγιά, ανοικοδομήθηκε ως μεσοβυζαντινή βασιλική με τρούλλο, με μαρμάρινο δάπεδο, τοιχογραφίες και ψηφιδωτά από γυάλινες και χρυσές ψηφίδες στην οροφή. Ο αρχαιολογικός χώρος, που καταλαμβάνει 70 εκτάρια, αναμένεται να αποδώσει πολλά σημαντικά ευρήματα αν συνεχιστούν οι ανασκαφές.

Μουσείο: Tο Nομισματικό Mουσείο Aθηνών Ιωάννης Τουράτσογλου

Στατήρ Μιθριδάτου ΣΤ΄ Ευπάτορος. Στο Ιλίου Μέλαθρον, κατοικία του Ερρίκου Σλήμαν που έφτιαξε ο Τσίλλερ, ο επισκέπτης κινείται ανάμεσα σε τοιχογραφίες, οροφογραφίες και ψηφιδωτά δάπεδα. Από τις συλλογές του Μουσείου που αριθμούν 600.000 νομίσματα, με πολλούς «θησαυρούς», και 15.000 τέχνεργα, εκτίθεται πάνω από το 1%. Αύξηση της προσβασιμότητας του κοινού προσφέρει η χρήση νέων τεχνολογιών. Την έκθεση υποστηρίζουν ο εμπεριστατωμένος Οδηγός και η ηλεκτρονική εφαρμογή με οθόνες αφής και με θεματική αναζήτηση. Με πλουσιότατη βιβλιοθήκη, με την πολυσχιδή του δραστηριότητα αλλά και με τη στήριξη του Σωματείου των Φίλων του, το Μουσείο καθιερώνεται ως κέντρο έρευνας και πόλος έλξης ειδικών και ευρύτερου κοινού.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Πληροφορική: Τα Μουσεία στον Παγκόσμιο Ιστό. Μια προέκταση της μουσειολογικής πρακτικής Κατερίνα Χαρατζοπούλου

Από τη Νέα Υόρκη στον παγκόσμιο ιστό. Με ένα «κλικ», ένα αυξανόμενο πολυεθνικό κοινό πληροφορείται, επισκέπτεται και αναπτύσσει ποικίλη διαδραστική δραστηριότητα με τα μουσεία, τις συλλογές, τις εκδόσεις, τα πωλητήριά τους. Τα μουσεία συναγωνίζονται ως προς τις ιστοσελίδες που αποτυπώνουν τη φυσιογνωμία τους, προσφέροντας συγχρόνως ένα ενημερωτικό οδηγό στον επισκέπτη, δικτυακό ή πραγματικό, για να προετοιμάσει μια επίσκεψη ακόμη και «στα μέτρα του». Η αρθρογράφος του αφιέρωματος στη Μουσειολογία, με αφορμή το συνέδριο για τα Μουσεία και τον παγκόσμιο ιστό (Museums and the Web 99), μας εισάγει στις εφαρμογές της πληροφορικής που έχουν μετατοπίσει μέρος της μουσειακής δραστηριότητας στο Ίντερνετ. Παρουσιάζονται και σχολιάζονται οθόνες, δυνατότητες αναζητήσεων ή διαδραστικές εμπειρίες από το Βρετανικό Μουσείο, το Λούβρο, τις Βερσαλλίες, το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, το Μουσείο του Orsay, την Kunst-und Ausstellugshalle, την Εθνική Πινακοθήκη της Washington, το Prado. Σε θέματα συνεργασίας, άρα και εκπαιδευτικής διαδικασίας, τα μουσεία επιστημών, όπως το Exploratorium του San Francisco, αναπόφευκτα πρωτοπορούν στην εκμετάλλευση του δικτύου Ίντερνετ ως εργαλείου. Παρέχονται ηλεκτρονικές διευθύνσεις για συνδυαστική έρευνα που θα ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο για την «τελευταία λέξη» στις προοπτικές και τις αναζητήσεις γύρω από την παρουσία των Μουσείων στο Ίντερνετ.

Βιβλιοπαρουσίαση: Tα ψηφιδωτά δάπεδα της Θεσσαλονίκης Ευτυχία Κουρκουτίδου-Νικολαΐδου

Το εξώφυλλο του βιβλίου. Από το έργο με τίτλο Σύνταγμα των παλαιοχριστιανικών δαπέδων της Ελλάδος του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έχουν εκδοθεί δύο τόμοι για τα ψηφιδωτά δάπεδα των νησιών, της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας. Τα ψηφιδωτά δάπεδα της Θεσσαλονίκης είναι η πρώτη από τις δύο αυτοτελείς ενότητες του τρίτου τόμου για τα δάπεδα Μακεδονίας και Θράκης. Στο βιβλίο της, η Π. Ασημακοπούλου - Ατζακά αρχειοθετεί, τεκμηριώνει και ταυτίζει ένα υλικό αποσπασμένο από το χώρο του εξάγοντας, επιπλέον, ιστορικά και καλλιτεχνικά συμπεράσματα.

Aρχαιολογικά Nέα: ειδήσεις, διαλέξεις, εκθέσεις, βιβλία, επιστολές Συντακτική Επιτροπή περιοδικού

Οι λέοντες της Δήλου. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

- «Τα μαγικά κουτιά της Τέχνης» στο Παιδικό Μουσείο - Τριήμερο για «Το ελληνικό αλάτι» οργάνωσε το Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα της ΕΤΒΑ - Απόγονοι του Μεγ. Αλεξάνδρου στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν - «Περσεφόνη», εξαίσια χαρτοκατασκευή από το Μουσείο Μπενάκη - Ινστιτούτο των Ελληνικών Μύλων - Αγρότες έχτισαν τις πυραμίδες! - Τα λιοντάρια της Δήλου στο Μουσείο.

Διαλέξεις

- «Φυσιοπαθολογία και Τέχνη», καθ. Γ. Τόλης - Τα Παναθήναια και η πολιτική των Μακεδόνων, καθ. Μ. Α. Τιβέριος - Ο κ. Τ. Παπαζώης και η «ιστορική πλάνη» του Μ. Ανδρόνικου.

Εκθέσεις

- Αθήνα και αρχαιότητες, φωτογραφίες από τα μέσα του 19ου αιώνα, Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης - Παιδική φαντασία και παιχνίδια από ανακυκλωμένα υλικά - «Σύμβολα του ελληνικού παραδοσιακού γάμου», Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο Λάρισας.

Βιβλία

- Δημήτρης Φιλιππίδης, Διακοσμητικές τέχνες, Μέλισσα, Αθήνα 1998 - Marie-Christine Hellman, L‘Architecture Grecque, Librairie Générale Française, Παρίσι 1998 - Συλλ. έργο, Αμπελοοινική Ιστορία στο χώρο της Μακεδονίας και της Θράκης, Π.Τ.Ι. ΕΤΒΑ, Αθήνα 1998 - Συλλ. έργο, Χαρακτήρ. Αφιέρωμα στη Μάντω Οικονομίδου, Τ.Α.Π.Α., Αθήνα 1996 - Κατάλογος έκθεσης, Τα μνημεία της Θεσσαλονίκης και οι σεισμοί του 1978, ΥΠ.ΠΟ, Θεσσαλονίκη 1998 - Λίλιαν Καραλή-Γιαννακοπούλου, Μικροί αρχαιολόγοι. Αναζητώντας τα ανθρώπινα ίχνη μέσα στο περιβάλλον, Ακρίτας, Αθήνα 1998 - Παναγιώτης Καββαδίας, Προϊστορική Αρχαιολογία (2 τόμοι) και Ιστορία της Ελληνικής Τέχνης (2 τόμοι), Ντουντούμης, Αθήνα 1999 - Εύα Μπουρνιά-Σημαντώνη, Αρχαιολογία των πρώιμων ελληνικών χρόνων, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1997.

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Ανάδειξη των μεταλλευτικών στοών στην Ικαρία - Κυκλοφόρησε το 2ο τεύχος των Αρχαιο-τηλεσκοπικών Νέων - Εκπαιδευτικά προγράμματα στο Smithsonian Center for Materials Research and Education - «Εντοπισμός και χαρτογράφηση θαμμένων αρχαιοτήτων» στο ΑΠΘ.

Δημοσιεύσεις

- I. Liritzis, «Bronze Age Greek Pyramid and Orion‘s Beld», Griffith Observer 62/10 (1998), σελ. 20-21. - «Archaeological Obsidian Studies: Method and Theory» in Steven Shackley (ed.), Advances in Archaeology and Museum Science, vol.3, Univ. of California, Berkeley 1998. - N. Herz and E.G. Garrison, Geological Methods for Archaeology, Oxford Univ. Press 1998. - George (Rip) Rapp, Jr. and Chr. L. Hill, Geoarchaeology: The Earth-Science Approach to Archaeological Interpretation, Yale Univ. Press, New Haven & London 1998. - William Andrefsky Jr., Lithics: Macroscopic Approaches to Analysis, Cambrige Univ. Press, Cambridge 1998.

English summaries: Hocus-pocus in Greco-Roman Egypt William Brashear

Hundreds of charms preserved on papyrus, parchment, silver, gold and precious stones in Greek, Demotic (ancient Egyptian cursive hieroglyphics) and Coptic (the native Egyptian language written in Greek letters from about the 1st century until the 8th century AD.) have been found in Egypt. The humorous scenario presented in this article is based on one of these texts and gives a picture of the main magical beliefs and practices current in Egypt under Augustus.

Ancient Greek sculptors as magicians Antonio Corso

A general outline is drawn of the ancient sculptor as a magician, as the maker of live statues. The important function attributed by literary tradition to Daedalus in making live statues is discussed and the Near-Eastern roots of this belief are briefly considered. The evolution of this belief from Homeric times down to the Classical and late-Classical periods is presented, with emphasis given to the periods dominated by the "theatrical mentality", as well as by a taste for a refined finish of the statue's surface. Agalmatophilia is analysed, especially its evidence and development from the 4th century BC until the time of Apollonius of Tyana. The beliefs that a) marble statues already existed inside the blocks of stone, and that the sculptor simply liberated them, removing the superfluous material, and b) that some statues could speak, were typical of the Hellenistic and Roman Imperial mentality. Finally, the late antique and early Christian concept of statues as magical and the assertion that statues are only material is presented. The continuity of the magical power of images in Byzantine culture is also touched upon.

The unification of Athens’ archaeological sites. Dionyssiou Areopagitou and Apostolou Pavlou streets turned into pedestrian precincts Dora Galanis

The general project tor the Unification of Athens' Archaeological Sites is a very ambitious plan, which aims at the creation of a network of major cultural landmarks, such as the principal monuments and archaeological sites of the city, connected to one another with a sequence of open spaces, common green, service facilities and areas designated for cultural activities and recreation. The area under consideration refers mainly to Dionyssiou Areopagitou and Apostolou Pavlou streets being made pedestrian passages, two axis forming the backbone of the Archaeological Park. The walkway links most of the important monuments of Athens (Olympeion, Acropolis, Filopappos, Ancient Agora, Keramikos). This site under suitable cirmcumstances and the appropriate management may become the most interesting recreation center of Europe, offering a historical walk through the ages.

From the muses to the museum: The history of an institution through the centuries Andromachi Gazi

The museum as an institution, is directly connected with the habit of collecting objects and underwent a continuous evolution through the centuries, before obtaining its present form as a place in which civilization is not only presented but also produced. Starting with the collections of ancient Greece and Rome and the Museum of Alexandria and continuing with the private collections of the Renaissance and the scientifically classified collections of the period of Enlightenment, we end up with the public museum of the nineteenth century and the cultural-museum centres of our time. This article attempts a survey of the evolution of museums in time and place.

Magic and the dead in classical Greece Sarah Iles Johnston

During the late archaic period of Greek history, there emerged a class of professionals who specialized in rituals used to control the dead, many of which could be described as "magical". The word for this specialist, γόης, and the word for his art, γοητεία, in fact became common terms for what we now call "magician" and "magic". The γόης, as we see him in classical Greece, particularly did three things. 1) He appeased and averted ghosts who were out of control and causing trouble for the living. His techniques included creating statues of the ghosts, feeding those statues and then either binding them, to stop the ghost from moving, or leaving the statues in the wilderness. 2) He could call up ghosts to serve the living. Sometimes the ghosts gave prophecies; sometimes they could be forced to hurt individuals among the living with whom the γόης or his client were angry. 3) He developed rituals in which the living could participate, that guaranteed that when they died, their own ghosts would be happy in the afterlife. In this role, the γόης was closely connected to the development of mystery cults in Greece.

The «wretched » subject of ancient Greek magic David Jordan

Greek magic, often dismissed as a subject of study because it does not reinforce the concept of an "ideal" classical past, has been taken up again in the last years by the amateur social anthropologist as a kind of "case-book" for reconstructing "models" for ancient behaviour-patterns. As a subject of study in its own right, however, it can be richly rewarding to the historian of ideas and traditions. To give but one example, research into the ancient magical texts reveals that such expresions as στα άγρια τα βουνά, που δεν λαλάν κοκκόρια, ούτε γεννάται νύφη και γαμβρός in present-day spells and incantations spoken against the Evil Eye have antecedents going back to almost two thousand years ago.

Greek athletics in the Roman period Kostas Mantas

The ideological function of Greek athletics changed during the Roman period. While in the Classical era athletics represented a stage of preparation in the career of future citizens/soldiers, in the Roman age it served the new ideology of "bread and circuses". In many cities, especially those of Asia Minor, athletic games were organized as part of the new, imperial cult, while the introduction of professionalism led gradually to the adoption of negative practices such as bribery and to the elimination of the idealistic side of athletics.

Magic, amulets and Circe Nanno Marinatos

Two elements are discernible in the persona of Homer's Circe, the first witch in western literature. First, the magical image of the naked goddess an α Mistress of Animals who combines sexuality with danger. The inspiration behind this image most probably came to Greece from the Near East in the form of amulets or images engraved on weapons. Secondly, the ritual practices of anti-social magic determine her actions: she gives the wrong food, more appropriate for the dead than for the living, she uses a wand, and she dispenses poisons (pharmaka). And yet, this anti-social witch is capable of turning into a helper, once her sexuality is "domesticated" by a man. It is a significant point in the Circe's story of the Odyssey that she is transformed from a dangerous adversary to a helper and sees Odysseus safely through his most threatening adventure, namely the descent into the underworld. Circe the sorceress becomes the protector of Odysseus and his men. In other words, she herself assumes the function of the apotropaic amulet. The interaction of ritual, magical amulets and texts produced a story, the unforgettable literary merits of which we owe to the poet of the Odyssey.

Experimental archaeology. The drilling of Tools with grinded stones Christos Matzanas

The drilling of tools with grinded stones is a technique often applied during Late Prehistory. The two prevalent methods of drilling of the time are suggested mainly by unfinished artefacts. The first method, simple and extremely time-consuming, was already in use from the Upper Palaeolithic period on less hard materials (antlers, teeth, shells) and comprised the piercing of the object with a hard pyritic stone (e.g. pyrites, quartz). The second method, which is the subject of this article, is more complicated and requires substantial "technical backup", since its "technological chain" includes a multitude of auxiliary implements. However, the basic implement is the tubular drill. In context of this experimental approach, the drilling of various kinds of stone was attempted using pieces of reed, which is a par excellence "pyritic" plant, meaning a hard plant.

Museum exhibitions. An interpretational approach to museum theory and practice Marlen Mouliou, Alexandra Bounia

The purpose of this article is to present in brief some of the problems related to the interpretation of objects, collections and ideas in a museum. Therefore, it attempts to demonstrate that apart from displaying exhibits and communicating with the visitor,interpretation is the way in which the museum understands and evaluates its exhibits in context of the civilization this material belongs to. Such interpretation should be an integral part of the institution and programme of the museum, it should dictate its activities and choices thus marking all cultural and social creativity.

Ancient magical gems Árpád M. Nagy

By the early Roman imperial period, magical gemstones, a new genre of glyptics, begin to appear. These gems represent a distinctive range and combination of representational motifs and inscriptions,the stones generally feature inscribed figures of deities and demons hitherto unknown to the Graeco-Roman and Egyptian pantheons; in some cases the known classical deities appear in a new iconographical context. This novelty consists of a) inscriptions, which are often formulaic and which to the uninitiated have no apparent meaning (ονόματα βάρβαρα) in Greek and b) cryptographic signs, or χαρακτήρες. These gemstones, some 5000 in number were made according to recipes, and after their engraving they were supernaturally charged with potency by a magician. Here various representations and functions, especially those involving a combination of sympathetic and therapeutic magic, are examined in some detail.

The Acropolis of Athens. Experiencing the values of a monumental ensemble Alexander Papageorgiou-Venetas

The Acropolis was primarily, in its age-long history, a site with various functions. Fortified resort and precursor of the Mycenaean megaron,in Prehistoric times it was an area of worship dedicated to the chthonic deities and the mythical heroes of Attica. In the classical period it was the sacred precinct of the gods and treasury to the Attic alliance .In the Hellenistic and Roman era, a consecrated place, inspiring admiration and worthy of visiting. The Acropolis was an episcopal seat in the years of the Byzantine Empire and a fortified palace of the Frankish, Catalan and Florentin despots in the late Medieval period, also in the Years of the Ottoman rule, a fortified upper town, incorporating the residence of the Turk commander of the garrison of Athens. This site, in its extremely long historical course, has experienced almost all human activities but one, its commercialization, and that is especially significant. The Acropolis of Athens today, deprived of any functional use, the object of artistic and scientific admiration, and the holy landmark of the Greek nation, does not rise remote and haughty above the city, but stands inviting generations of people to enjoy it. However,under the circumstances created by mass tourism, visiting the Acropolis is not an easy task. The circulation of visitors around the limited archaeological site, covering only three acres, has become difficult (average:15,000 visitors per day, 3000 per hour in top season), also it is difficult to comfortably view the monuments and to experience its historical character. Apart from the improvement of environmental conditions and the discreet restoration of the monuments, the most important thing to be preserved and guaranteed is the accessibility of the Acropolis. Monuments do not only survive because of their structural preservation, but live as long as people keep them alive in their hearts and minds.  

The «New museology» revisited Peter Vergo

Published in 1989, the anthology The New Museology, edited by the author of the present article, addressed some of the most important issues which then formed part of the contemporary debate about the role and function of museums in Britain. This article reviews some of the questions raised in that anthology, in particular that of the central function of display amongst the other activities on which museums engage. Whether the display of objects should be considered a science or an art, and, if an art, how it might be thought to relate to other art forms. The author argues that the science of display, that is the technical aspect of display, is fairly easy to teach. But the art of display is a very different matter. It means developing, above all, a very special kind of visual sensibility which relates intimately to specific ways of seeing, and therefore, of interpreting and understanding. In this respect, the art of the exhibition designer closely resembles that of the stage designer; indeed, the comparison between display, regarded as an intrinsically theatrical act, and the art of theatre is an instructive one. This comparison is briefly analysed in the last part of the article.

Studying museums. New needs and new approaches Susan Pearce

Museums have a central place in the cultural pattern of modern Europe and of the European-influenced world. Museums, objects and collections are the three faces of a cultural triangle, each showing different features to the world, but together making up a whole. The study of the various theories and cultural traditions that lie behind museums, the role of museums in contemporary society and the symbolic nature of objects, collections and exhibitions are an essential part of the work of museum professionals. They relate to their everyday practice, and every single museum decision is a philosophical act which arises from a cultural context and has cultural implications. Museums and their collections are a part of the wider world of society and its material culture, and so a cultural study of museums must both reflect that world, and lead to its better understanding.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Τα εφτά θαύματα του κόσμου Μαρίζα Ντεκάστρο

Χάρτης της Μεσογείου όπου σημειώνονται τα εφτά θαύματα του κόσμου. Πάνω σ’ ένα χάρτη της Μεσογείου με σημειωμένα τα εφτά θαύματα, ένα πλοίο ξεκινάει το ταξίδι του από τη Ρώμη προς την Αλεξάνδρεια, τον πρώτο του σταθμό. Από μακριά φέγγει ο Φάρος, που ζωντανεύει μέσα από τις περιγραφές των περιηγητών.

Τεύχος 71, Ιούνιος 1999 No. of pages: 114
Κύριο Θέμα: Οι δαίμονες του κόσμου: άλλο ένα «τρισάθλιο θέμα» David Jordan

Εξορκισμός που αποδίδεται στον μάγο Πιβήχι και έχει περισωθεί σε πάπυρο του 4ου αι. μ.Χ. Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη. Για την ύστερη ελληνική δαιμονολογία αντλούμε πολλά από έναν μικρό πλατωνίζοντα διάλογο, τον Τιμόθεον ή περί δαιμόνων, γραμμένο από χριστιανό συγγραφέα πριν από το τέλος του 13ου αιώνα. Οι δύο ομιλητές είναι ο Τιμόθεος, ιερέας στην Κωνσταντινούπολη, και ο Θραξ, που έχει επιστρέψει στην πόλη αυτή, αφού πέρασε κάποιο διάστημα με σατανιστές και λάτρεις των δαιμόνων. Μεγάλο μέρος από τις γνώσεις του, λέει ο Θραξ, προέρχονται από κάποιον Μάρκο από τη Μεσοποταμία. Ο Μάρκος μίλησε στον Θράκα για έξι κατηγορίες δαιμόνων, τους οποίους απαρίθμησε με τη σειρά του χώρου διαμονής τους, από τους ουράνιους τόπους έως κάτω, στο κέντρο της γης. Η ανώτερη κατηγορία δαιμόνων κατοικεί το διάπυρον, η δεύτερη το αέριον, η τρίτη το χθόνιον, η τέταρτη το υδραίόν τε και ενάλιον, η Πέμπτη το υποχθόνιον και η έκτη το μισοφαές και δυσαίσθητον. Οι έξι κατηγορίες δαιμόνων του «Μάρκου» βρίσκουν αντιστοιχίες στον εξορκισμό του «Εφραίμ» και στους μαγικούς παπύρους, κυρίως σε προσευχές και εξορκισμούς με εβραϊκές ή χριστιανικές προεκτάσεις. Αυτό ωστόσο που υποδηλώνει μια κοινή παράδοση είναι η σπάνια λέξη μισοφαές, επίθετο γνωστό από τη φράση μισοφαής κόσμος, την οποία παραθέτει ο Πρόκλος από τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς. Δεδομένου ότι το έργο του Εμπεδοκλή ήταν στη διάθεση εκείνου που συνέθεσε τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς,  ο συγγραφέας αναρωτιέται κατά πόσον οι έξι κατηγορίες δαιμόνων δεν θα μπορούσαν να κατάγονται από τις διδασκαλίες του ξεχωριστού προσωκρατικού φιλοσόφου;

Μαγεία και εικαστική έκφραση στην ύστερη αρχαιότητα Gary Vikan

Φυλακτήριο αργυρό δαχτυλίδι με εγχάρακτη κυκλική σφενδόνη (Ανατολική Μεσόγειος, 6ος-8ος αι.). Οι μαγικοί πάπυροι και οι σφραγιδόλιθοι-φυλαχτά της ύστερης αρχαιότητας χρονολογούνται κατά προσέγγιση από το 2ο έως τον 6ο αιώνα, προέρχονται από την ανατολική Μεσόγειο και αντλούν από μια κοινή παρακαταθήκη αιγυπτιακών θεών και εβραϊκών αγγέλων. Και στα δύο κυριαρχεί το ιερό όνομα ΙΑΩ. Αλλά ενώ οι πάπυροι ασχολούνται και με θέματα έρωτα, χρημάτων και πρόγνωσης, οι σφραγιδόλιθοι στοχεύουν αποκλειστικά στη διασφάλιση της υγείας. Το υλικό κατασκευής των φυλαχτών επιλέγεται με μεγάλη προσοχή. Για τη φυλακτήρια δύναμή του, την προτίμηση συγκέντρωνε ο άργυρος, όπως και ο αιματίτης. Το φάσμα των φυλακτήριων παραστάσεων, συμβόλων, λέξεων και φράσεων είναι πλούσιο και ποικίλο, αφού περιλαμβάνει, εκτός από τον Ιερό Ιππέα, το Κακό Μάτι, τον Αρχάγγελο με το Μακρύ Σταυρό και τις ιστοριούλες σωτηρίας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, και τα εξής: -σφραγιδόλιθους ή χαρακτήρες, ανάμεσά τους την πεντάλφα του μαγικού δακτυλιόλιθου του βασιλιά Σολομώντα -τον Χνούβη, το λιοντάρι που τρέχει και το φίδι που έρπει -την αποτροπαϊκή αναφώνηση «εις θεός», το Χριστόγραμμα, τον τύπο Χι-Μυ-Γάμμα, τη λέξη Υγίεια, το τρισάγιον και ιδίως τον ψαλμό 90 -μια ποικιλία ιερών ονομάτων, Ιαώ, Σαβαώθ, Εμμανουήλ, τα ονόματα των Αρχαγγέλων -σποραδικά τον εξορκισμό «φύγε, φύγε, φύγε ω βδελυρέ…» ή το ξόρκι κατά της πτώσης της μήτρας. Ο φανερός χριστιανισμός διείσδυσε στο ακόμη έντονα προχριστιανικό μαγικό ρεπερτόριο, αρχικά με τη μορφή της αποτροπαϊκής δύναμης του Σταυρού. Σε ομάδα φυλακτηρίων περιβραχιονίων εμφανίζονται έξι επεισόδια της ζωής του Χριστού που προέρχονται από την εικονογραφία των Αγίων Τόπων. Στις ιστορίες της Καινής Διαθήκης με τη μεγαλύτερη «πειστική αναλογία» συγκαταλέγεται το θαύμα της Αιμορροούσης, μια θεραπεία που πλησιάζει την ουσία της ελληνορωμαϊκής μαγείας περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περιλαμβάνεται στη Βίβλο.

Ο μάγος Βιγρίνος και το θύμα του Γιώργος Καλόφωνος

Η αυτοκράτειρα Ζωή η Πορφυρογέννητη, από ψηφιδωτή παράσταση δεήσεως στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως (11ος αι.). Ήταν όντως μάγισσα; Γραμμένος πιθανότατα τον 10ο αιώνα, ο Βίος του οσίου Ανδρέου του δια Χριστόν σαλού περιλαμβάνει ένα εκτενές επεισόδιο μαγείας, το οποίο ο συγγραφέας αφηγείται, αναλύει και ερμηνεύει. Τούτη «η συναρπαστική ιστορία δαιμονικής εξαπατήσεως» αρχίζει όταν μια ευσεβής γυναίκα, απελπισμένη από την απιστία του συζύγου της, αναζητεί βοήθεια από κάποιον Βιγρίνο. Εκείνος την καλεί να διαλέξει ποια τιμωρία επιθυμεί να βρει τον σύζυγό της: να μείνει ανίκανος, να πεθάνει ή να τον κυριεύσει ένας δαίμονας. Η γυναίκα θέλει μόνο να γυρίσει ο άπιστος σε κείνην. Ο Βιγρίνος της λέει να ετοιμάσει σπίτι της μια κανδήλα, λάδι, ένα φιτίλι, μια ζώνη και φωτιά, και να τον περιμένει. Φθάνει σπίτι της. Μουρμουρίζοντας ακατάληπτα λόγια, γεμίζει την κανδήλα με το λάδι, βάζει μέσα το φιτίλι και, αφού την τοποθετεί μπροστά στις εικόνες του σπιτιού, την ανάβει. Ψιθυρίζοντας στη συνέχεια και πάλι ορισμένες επικλήσεις, δένει τέσσερις κόμπους στη ζώνη και λέει στη γυναίκα να τη φοράει πάντοτε μαζί με τα εσώρουχά της. Από την ημέρα εκείνη, πράγματι ο άντρας της γίνεται υποδειγματικός σύζυγος. Η γυναίκα όμως αρχίζει να βλέπει ανησυχητικά όνειρα: ένας γέροντας Αιθίοπας αποπειράται να τη βιάσει, ένας μαύρος σκύλος την φιλάει στο στόμα σαν άνθρωπος. Η γυναίκα αναγνωρίζει τον διάβολο. Λίγες μέρες αργότερα ονειρεύεται ότι βρισκόταν στον ιππόδρομο και αγκάλιαζε τα αρχαία αγάλματα προσπαθώντας να συνευρεθεί μαζί τους. Σε άλλο όνειρο είδε ότι καταβρόχθιζε σαύρες, φίδια, βατράχια και άλλα ακάθαρτα ζώα. Αρχίζει τότε να νηστεύει και να προσεύχεται. Βλέπει πάλι ένα όνειρο. Βρισκόταν μπροστά στις εικόνες της και προσευχόταν, όμως αυτές ήταν τοποθετημένες αντίστροφα, έτσι ώστε, αντί να είναι στραμμένη στην Ανατολή, ήταν στραμμένη προς τη Δύση. Ένας νέος άνδρας παρουσιάσθηκε μπροστά της για να της αποκαλύψει την αιτία των δεινών της. Είδε τότε τις βεβηλωμένες εικόνες από τον Βιτρούβιο να είναι καλυμμένες με ακαθαρσίες και να αναδίνουν μια απίστευτη δυσωδία. Πρόσεξε πως η κανδήλα ήταν γεμάτη με ούρα σκύλου, πως στο στήριγμα του φιτιλιού ήταν χαραγμένο το όνομα του αντίχριστου, και από πάνω ήταν γραμμένες οι λέξεις «Θυσία δαιμόνων». Θρηνώντας και οικτίροντας τον εαυτό της για την ευπιστία της, καταφεύγει στον νεαρό Επιφάνιο. Εκείνος τη συμβουλεύει τι να κάνει. Έχοντας πάρει ο ίδιος τις βεβηλωμένες εικόνες, δέχεται στον ύπνο του τις επιθέσεις της στρατιάς των ερυθρών δαιμόνων, τους οποίους και αντιμετωπίζει. Ο Επιφάνιος απευθύνεται στον πνευματικό του πατέρα. Ο όσιος Ανδρέας ο σαλός του αποκαλύπτει ότι ο δαίμονας χρησιμοποιεί συχνά τη μαγεία με αγαθούς φαινομενικά στόχους για να καταστήσει τους ανυποψίαστους ανθρώπους ευάλωτους στην επήρεια των δαιμόνων. Του εξηγεί τον συμβολισμό της τελετουργίας που ακολούθησε ο μάγος Βιγρίνος για να παγιδεύσει το θύμα του και πως όλα όσα χρησιμοποίησε αντιπροσώπευαν τα μαγικά αντίστοιχα της χριστιανικής βαπτίσεως, που είχε στόχο να ακυρώσει. Ο όσιος εξήγησε επίσης στο μαθητή του πως ο μάγος κατόρθωσε να μιάνει και να εξουδετερώσει τις άγιες εικόνες.

Η μαγεία στο Βυζάντιο Ιωάννης Πετρόπουλος

«Οι Τρεις Μάγοι». Ψηφιδωτό, γύρω στο 560, Ραβέννα, Άγιος Απολλινάριος ο Νέος. Η υποταγή της μαγείας στη νέα θρησκεία; Μετά από μια φάση «συγκρητικής σύγχυσης», οριοθετείται τελικά η θεωρητική διάκριση ανάμεσα στη μαγεία και την πρωτο-εμφανιζόμενη θρησκεία. Η Εκκλησία των πρώτων χριστιανικών αιώνων επαναπροσδιορίζει τη μαγεία και όλες εν γένει τις πρακτικές της «ειδωλολατρικής» θρησκείας ως δαιμονικές, έργο δηλαδή ασώματων όντων που υπηρετούσαν τον Διάβολο. Από τη θεολογική άποψη, η θρησκεία και η μαγεία δεν αποτελούσαν μόνο διαμετρικές αντιθέσεις (ο Θεός εναντίον του Διαβόλου) αλλά και αλληλοαποκλειόμενες κατηγορίες. Είπε ο Απόστολος Παύλος: «ου θέλω δε υμάς κοινωνούς των δαιμόνων γίνεσθαι». Στην πραγματικότητα όμως η βυζαντινή μαγεία αφομοίωνε κατά μέγα μέρος την ιδεολογία και το τελετουργικό της αληθινής πίστης, ενώ αποτελούσε πάντα, σύμφωνα τουλάχιστον με το επίσημο δόγμα, τη διαστρέβλωσή της. Εδώ έγκειται ο παράδοξος και συχνά σαγηνευτικός χαρακτήρας της.

Μαγεία και διάβολος από την παλαιά στη νέα Ρώμη Σπύρος Τρωιάνος

Ο Χριστός θεραπεύει τους δαιμονιζόμενους των Γεργεσηνών. Τοιχογραφία. Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους. 16ος αι. Στην Παλαιά Διαθήκη οι ανατολικής προέλευσης δαίμονες δεν συσχετίζονται με τον Διάβολο.  Μόλις στην ύστερη ιουδαϊκή περίοδο διαμορφώνονται, κάτω από περσικές και ελληνιστικές επιδράσεις, αντιλήψεις που δέχονται τόσο την ομαδοποίηση και ιεράρχηση των κακών πνευμάτων όσο και τη δυνατότητά τους να επεμβαίνουν στη ζωή των ανθρώπων. Η δαιμονολογία αυτή αφήνει φανερά τα ίχνη της.  Στην απαγόρευση της λατρείας των διαφόρων δαιμονικών μορφών, η Παλαιά Διαθήκη περιέλαβε και οποιαδήποτε μαντική πρακτική. Στα ολιγάριθμα χωρία της Καινής Διαθήκης ο Διάβολος θεωρείται ο αρχηγός όλων των πονηρών πνευμάτων. Τα ανώνυμα κωδικοποιητικά έργα των πρώτων αιώνων και οι κανόνες των συνόδων και του Μ. Βασιλείου ταυτίζουν την επίδοση στις μαγικές τέχνες με την ειδωλολατρία. Για πρώτη φορά συνδέθηκε στο πεδίο του κανονικού δικαίου άμεσα ο Διάβολος με τη μαγεία στον κανόνα 3 του Γρηγορίου Νύσσης. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε μια διάταξη του Μ. Κωνσταντίνου, με την οποία καθιερώθηκε η διάκριση της μαγείας σε «καλή» και σε «κακή», διάκριση που θα ανατρέψει στο τέλος του 9ου αιώνα ο αυτοκράτωρ Λέων ο σοφός. Στον εκκλησιαστικό όμως χώρο απαγορευόταν οποιαδήποτε προσφυγή σε μαγικά μέσα και μεθόδους, ως απολύτως ασυμβίβαστη με τη χριστιανική διδασκαλία. Η επικοινωνία μάγων και μάντεων με δαίμονες αποτελεί –ήδη από πολύ νωρίς- κοινό τόπο στη βυζαντινή θεολογική φιλολογία. Η πεποίθηση ότι τα πονηρά πνεύματα διαθέτουν τη δύναμη να μεταδώσουν σε όσους ανθρώπους έχουν περιέλθει στην εξουσία τους μυστικές γνώσεις εμφανίζεται συχνά στη λαϊκή σκέψη. Έτσι γεννήθηκε η έννοια της συμφωνίας με τον Διάβολο, που έλαβε τεράστια διάδοση. Εδώ το ρόλο του μεσολαβητή αναλαμβάνει συνήθως ένας μάγος. Με αφετηρία το μάγο Σίμωνα των Πράξεων των Αποστόλων, προβάλλεται γενικά στα αγιολογικά κείμενα η επίδοση των Εβραίων στη μαγεία. Ο Διάβολος θεωρείται υπεύθυνος για τη νόθευση της ορθής πίστης. Σε εκείνον αποδίδεται η γένεση των μεγάλων αιρέσεων αλλά και η εικονομαχία. Στο μύθο που διαμορφώθηκε σχετικά με την προέλευση της απαγόρευσης και της καταστροφής των εικόνων επανεμφανίζεται το γνωστό τρίπτυχο «Διάβολος-μάγος/Εβραίος». Ακόμη και η προσπάθεια του Ιουλιανού να επαναφέρει την ειδωλολατρία αποδίδεται στην καθοδήγηση του Διαβόλου και ενός Εβραίου. Ανάμεσα στους γιατρούς και τους μάγους υπήρξε γενικότερα κάποιας μορφής επαγγελματικός ανταγωνισμός, ιδιαίτερα πρόδηλος στο πεδίο της ψυχιατρικής . Κατά τις αντιλήψεις των Ρωμαίων, και αργότερα των Βυζαντινών, ψυχική νόσος ή διανοητική διαταραχή μπορούσε να προκληθεί με τη χρήση μαγικών μέσων. Σε αυτά συμπεριλαμβάνεται η χορήγηση φαρμάκων «έκστασιν της διανοίας εμποιούντων». Το ίδιο αποτέλεσμα πιστευόταν πως είχε και η εγκατάσταση ενός ή περισσοτέρων δαιμόνων μέσα σε ένα ανθρώπινο σώμα. Αυτοί ήσαν οι «δαιμονιζόμενοι». Ο καθαρισμός των «δαιμονιζομένων» και οι εξορκισμοί δαιμόνων περιγράφονται συχνά σε βίους αγίων. Προκύπτει η αντίληψη ότι η είσοδος του δαίμονος στο ανθρώπινο σώμα μπορούσε να προκληθεί με τη συνδρομή μάγων. Στα διάφορα πατριαρχικά έγγραφα των τελευταίων βυζαντινών αιώνων επικρατεί έντονη τάση για εκλαΐκευση του φαινομένου «Διάβολος». Στο πλαίσιο αυτής της τάσης συνδέεται κατά αμεσότερο τρόπο, παρά μέχρι τότε, ο Διάβολος με τη μαγεία.

Γητειές και εξορκισμοί σε δύο μεταβυζαντινά χειρόγραφα Αγαμέμνων Τσελίκας

«Ιησούς Χριστός Νικά» και η αποτροπαϊκή δύναμη του Σταυρού. Τα λεγόμενα μαγικά κείμενα ή γητείες ή εξορκισμοί απαντούν σε αρχαιοελληνικές επιγραφές, σε παπύρους και σε πολλά χειρόγραφα της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής περιόδου, και ιδιαίτερα στους ιατροσοφικούς κώδικες και σε μερικά ευχολόγια. Η συνύπαρξη αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι πολλοί συμπιλητές ιατρικών συνταγών και συντάκτες ιατρικών συλλογών θεωρούσαν απαραίτητη την αντιγραφή τους σαν ένα επιπλέον βοήθημα για την ελάφρυνση του πόνου των αδύναμων ανθρώπων και της αγωνίας τους απέναντι στο άγνωστο και το ανεξέλεγκτο. Κείμενα ρευστά, αλληλοσυμπληρούμενα, ασύντακτα και ακατανόητα, τόσο από αυτούς που τα αποστηθίζουν όσο και από αυτούς που τα αντιγράφουν, δεν έχουν ακόμη μελετηθεί συστηματικά. Ο συγγραφέας δημοσιεύει για πρώτη φορά δείγματα μερικών τέτοιων κειμένων σταχυολογώντας τα από δύο χειρόγραφα, το ένα των αρχών του 19ου αιώνα από την Πελοπόννησο (Δημητσάνα) και το άλλο των μέσων του 16ου αιώνα από την κεντρική Ελλάδα (Λαμία). Επίσης, από χειρόγραφο νομοκάνονα του τέλους του 16ου αιώνα, που προέρχεται από τη Μονή Προυσού Ευρυτανίας, παρατίθενται οι κανόνες της Εκκλησίας που καταδικάζουν όσους ασχολούνται με ξόρκια και άλλα μαγικά, λαϊκούς ή ιερωμένους. Για να κάνεις μια γυναίκα να σε αγαπήσει, Για να κάνεις μια γυναίκα να μην αγαπήσει άλλον άντρα, Για να μην κάνει παιδί η γυναίκα, Για να ζήσει το παιδί μιας γυναίκας, Για να χωρίσει το αντρόγυνο, Για να χωρίσουν δυο αγαπημένοι φίλοι, Για να δέσεις έναν εχθρό σου, Για να νικήσεις τον εχθρό σου στο δικαστήριο, Για άνθρωπο που έχει ίκτερο, Για άνθρωπο που δεν μπορεί να κοιμηθεί, είναι κάποιες από τις περιπτώσεις για τις οποίες ο άνθρωπος προστρέχει σε κάτι το παράδοξο και έξω από την κοινή λογική.

Άλλα θέματα: Μουσεία: η λειτουργία τους με επαγγελματικό τρόπο Gaynor Kavanagh

Εργασίες συντήρησης στα εργαστήρια του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου. Η εργασία στο μουσείο γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη· το ίδιο συμβαίνει και με την αντίληψη της μουσειακής θεωρίας και πρακτικής. Η ιδέα του μουσειακού επαγγέλματος καθορίζει τα περισσότερα προγράμματα μεταπτυχιακής εκπαίδευσης που προσφέρονται σήμερα στη Βρετανία. Μέσα στο ίδιο πνεύμα η Ένωση Μουσείων Αγγλίας (Museums Association) διεύρυνε τις κατηγορίες των μελών της, ώστε να συμπεριλάβει όλους τους ανθρώπους που εργάζονται σε μουσεία. Η απόφαση αυτή σήμανε ότι η ιδέα του πανίσχυρου επιμελητή ως κεντρικού συντελεστή του μουσειακού έργου είχε αντικατασταθεί από μια πιο ισορροπημένη θεώρηση του επαγγελματία του μουσείου. Ως αποτέλεσμα της διεύρυνσης των ρόλων και των αυξημένων ευκαιριών μέσα στα μουσεία, ο όρος «μουσειακό επάγγελμα» χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για να δηλώσει ένα ευρύ φάσμα ασχολιών, που όλες μαζί είναι αφιερωμένες στη δημιουργία μουσείων υψηλοτάτου επιπέδου. Ειδικοί επιστήμονες και σχεδιαστές εκθέσεων , επιμελητές συλλογών και ειδικοί υπολογιστών, συγγραφείς και υπεύθυνοι μάρκετινγκ, υπεύθυνοι ασφάλειας και εκπαιδευτικοί, καταγραφείς και συντηρητές, υπεύθυνοι αποθηκών και εμπορικοί διευθυντές, υπεύθυνοι ανάπτυξης και προσωπικό υποδοχής, αναλυτές συστημάτων και συζητητές με το κοινό, είναι κάποιες από τις θέσεις εργασίας που μπορούμε σήμερα, χωρίς δισταγμό, να θεωρήσουμε ότι ανήκουν στο μουσειακό επάγγελμα. O B. Barber υποστήριξε ότι υπάρχουν τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά του επαγγέλματος. Το πρώτο είναι ο υψηλός βαθμός γενικής και συστηματικής γνώσης. Το δεύτερο είναι ο προσανατολισμός προς το συμφέρον της κοινότητας, και όχι προς το ατομικό συμφέρον. Το τρίτο είναι η πρόβλεψη ενός συστήματος ανταμοιβών και συμβόλων επιτυχημένου έργου μέσα στο επάγγελμα. Τέλος, ένα επάγγελμα ασκεί έναν υψηλό βαθμό αυτοελέγχου της συμπεριφοράς μέσα από εσωτερικευμένους ηθικούς κώδικες. Η συγγραφέας ελέγχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά με μέτρο τα μουσειακά επαγγέλματα.

Πολιτιστικές διαδρομές. Προς μια ερμηνευτική του «πολιτισμικού τοπίου» με αναπτυξιακή προοπτική Μαρίνα Καραβασίλη, Εμμανουήλ Μικελάκης

Οικισμός Χάρμαινα, Άμφισσα, Φωκίδα. Αντικείμενο του άρθρου είναι ο προσδιορισμός του περιεχομένου των πολιτιστικών διαδρομών στο πλαίσιο του πολιτιστικού τουρισμού και η κατάδειξη κάποιων γενικών εννοιών και αρχών όσον αφορά το σχεδιασμό τους. Έτσι, στο πρώτο μέρος προσδιορίζεται η θεωρία, το εννοιολογικό πλαίσιο και τα μεθοδολογικά εργαλεία σχεδιασμού πολιτιστικών διαδρομών, ενώ στο δεύτερο μέρος επιχειρείται η εφαρμογή τους, με στόχο τη δημιουργία ενός πλέγματος διαδρομών στη Στερεά Ελλάδα. Οι πολιτιστικές διαδρομές αποτελούν εφαρμοσμένη πρακτική ερμηνείας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η ερμηνεία είναι, πάνω απ’ όλα, επικοινωνία, και έχει στόχο την εκπαίδευση, την ευαισθητοποίηση και την αναψυχή. Στον πυρήνα κάθε πράξης επικοινωνίας υπάρχει το «κείμενο». Σημεία σ’ένα νοητό «κείμενο» μιας πολιτιστικής διαδρομής είναι τα μνημεία-τόποι επίσκεψης, αλλά και τα μηνύματα-πληροφορίες που δίνονται με κάθε τρόπο στον επισκέπτη. Βασικά θέματα προς διερεύνηση είναι η θεματική, η ποιητική και η ρητορική του «κειμένου» της διαδρομής. Η ερμηνεία της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσα από μια οργανωμένη πολιτιστική διαδρομή θα πρέπει να καθοδηγείται από τρεις παράγοντες: τη γνώση της αγοράς στόχου, τον τουριστικό σχεδιασμό και τη συστηματική αξιολόγησή της. Οι πολιτιστικές διαδρομές αποτελούν ένα εργαλείο «ήπιας και σκληρής διαχείρισης», «προπαγάνδας» και προώθησης της τουριστικής βιομηχανίας. Η έννοια της «ήρεμης διαχείρισης» αναφέρεται στην ερμηνευτική λειτουργία τους για την ψυχαγωγία ή την εκπαίδευση του επισκέπτη και την επιλεκτική καθοδήγηση των ιδεών και των συμπεριφορών του σε θέματα πολιτισμού και προστασίας. Η έννοια της «σκληρής διαχείρισης» καταδεικνύει τη χρήση τους ως διαχειριστικού εργαλείου στον τουριστικό σχεδιασμό και τον έλεγχο της κίνησης των επισκεπτών σε περιοχές υψηλού κινδύνου, όπως περιβαλλοντικά πάρκα, μνημεία κ.ά.

Οι προετοιμασίες σε ζωγραφικά έργα τέχνης και η συμπεριφορά τους στις συνθήκες διατήρησης Αναστάσιος Κουτσουρής, Βασίλειος Λαμπρόπουλος και άλλοι

Δείγμα 2: Χρώση με sudan black. Οι προετοιμασίες αποτελούσαν και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των ζωγραφικών έργων τέχνης: ανάλογα με τη σωστή ή μη κατασκευή τους κρίνεται η ομαλή διατήρηση ενός ζωγραφικού έργου στο χρόνο. Οι προετοιμασίες άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως από το έτος 1100. Οι Φλαμανδοί ζωγράφοι θα παρεμβάλουν το ύφασμα ανάμεσα στο ξύλινο υποστήριγμα και την προετοιμασία. Όταν τον 15ο αιώνα εμφανίστηκε ο μουσαμάς, ελαφρύ και εύκαμπτο υποστήριγμα, οι προηγούμενες προετοιμασίες (γύψος και κιμωλία σε συνδυασμό με ζωική κόλλα) αποδείχθηκαν ακατάλληλες. Τον 18ο αιώνα στον χώρο της Τέχνης εισβάλλουν οι βιομηχανικές προετοιμασίες , απαλλάσσοντας τους καλλιτέχνες από τη χρονοβόρα διαδικασία αλλά και περιορίζοντας τα χρησιμοποιούμενα υλικά. Σκοπός του άρθρου είναι η συγκέντρωση ιστορικών και τεχνικών στοιχείων και η ταξινόμηση των προετοιμασιών, με βάση τις ιδιότητες, τα υλικά και τις τεχνικές κατασκευής τους. Στο πλαίσιο αυτής της ταξινόμησης πραγματοποιήθηκε ποιοτική ανάλυση δειγμάτων από ζωγραφικά έργα, προκειμένου να διαπιστωθούν και να επαληθευτούν χρήσεις υλικών που αποτελούν μια βιομηχανική προετοιμασία (συνδετικό, αδρανή υλικά). Στο πειραματικό μέρος μελετήθηκαν οι μηχανισμοί φθοράς των προετοιμασιών, οι οποίοι επηρεάζουν το σύνολο του ζωγραφικού έργου προκαλώντας σημαντικά προβλήματα στο υλικό, όπως ρωγματώσεις, αποκολλήσεις, αποσπάσεις, χρωματικές αλλοιώσεις κ.ά. Οι προετοιμασίες περιλαμβάνουν: α) αστάρωμα ή incollatura, β) υπόστρωμα ή προετοιμασία και γ) imprimitura. Σύμφωνα με τις ιδιότητές τους κατατάσσονται σε: α) απορροφητικές, β) ημιαπορροφητικές, γ) λιπαρές και δ) ανεξάρτητες προετοιμασίες. Στο πειραματικό μέρος, για την κατανόηση των μηχανισμών φθοράς, κατασκευάστηκαν δοκίμια τα οποία υποβλήθηκαν στις ακόλουθες διαδικασίες: α) έκθεση σε αυξημένη θερμοκρασία, β) έκθεση σε υψηλή υγρασία και γ) έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία.

Ο επαγγελματίας του μουσείου Μάρλεν Μούλιου, Αλεξάνδρα Μπούνια

Προετοιμασία έκθεσης στο Saint Mary's College Museum of Art, Καλιφόρνια. Οι εργαζόμενοι στα μουσεία δεν στηρίζονται σε σαφή οριοθέτηση των κανόνων του επαγγέλματός τους και σε κοινή επαγγελματική ταυτότητα. Η θεωρητική και πρακτική αποκωδικοποίηση του όρου «museum professional» παρουσιάζει δυσκολίες. Η εμφάνιση της ειδικότητας του μουσειολόγου έχει ως στόχο να οριοθετήσει και να υπογραμμίσει το κοινό έδαφος της μουσειακής δραστηριότητας, χωρίς να παρεμποδίσει, ή να αντικαταστήσει, την ανάπτυξη των επιμέρους ειδικών γνώσεων  και υπηρεσιών. Τα αποτελέσματα είναι εμφανή εκεί όπου η μουσειολογική εκπαίδευση έχει μακρόχρονη παράδοση, όπως, π.χ., στις αγγλοσαξονικές χώρες. Τα άρθρα αυτού του αφιερώματος φωτίζουν τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την εργασία στο μουσείο, διερευνούν τις παραμέτρους που τις καθορίζουν και συζητούν τις δυνατότητες που υπάρχουν για την καθιέρωση ενιαίας επαγγελματικής συνείδησης.

Ο ρόλος του μουσειοπαιδαγωγού στην Ελλάδα Ελισάβετ Μυρογιάννη-Αρβανιτίδη

«Η Ρωμαϊκή λεγεώνα αναπαύεται». Δραματοποίηση με πρόχειρα κοστούμια, όπου συμμετέχουν μαθητές, εκπαιδευτικοί και επαγγελματίες ηθοποιοί. Μουσείο Newcastle Discovery στο Newcastle της Αγγλίας. Όπως συμβαίνει και με το επάγγελμα του μουσειολόγου, το έργο που ο μουσειοπαιδαγωγός καλείται να φέρει εις πέρας δεν είναι καθορισμένο. Από τον μουσειοπαιδαγωγό που εκτελεί ένα πρόγραμμα, απαιτούνται οι αρετές ενός εκπαιδευτικού. Εάν όμως φτιάχνει ο ίδιος τα προγράμματα που θα υλοποιήσει, τότε καλείται να ανταποκριθεί σε πολλούς ρόλους: του συντάκτη τμήματος έστω του σχολικού αναλυτικού προγράμματος, του συγγραφέα βιβλίου, του εκπαιδευτικού και, αν χρειαστεί,  του επιμορφωτή εκπαιδευτικών. Δεν θα αργήσει ίσως να του παραχωρηθεί και στην Ελλάδα ο ρόλος του συμμετέχοντος στο στήσιμο εκθέσεων. Ένα τέτοιο πρόσωπο δεν οφείλει μόνο να έχει καλή γνώση του υλικού που καλείται να ερμηνεύσει ώστε να αναδείξει τη δύναμη και τις δυνατότητες των μουσειακών αντικειμένων αλλά οφείλει και να μπορεί να μεταδώσει αυτή τη γνώση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.  Είναι προφανές ότι, σε σύγκριση με τον εκπαιδευτικό του σχολείου, ο οποίος επιβαρύνεται με τις γνωστές αδυναμίες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, ο μουσειοπαιδαγωγός έχει προκλητικές ελευθερίες που προτρέπουν σε δημιουργικό έργο. Ο μουσειοπαιδαγωγός δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά αλλά μπορεί να αναπτύξει δράση και με άλλες ομάδες επισκεπτών του μουσείου, στο πλαίσιο της δια βίου εκπαίδευσης και της γενικότερης εκπαιδευτικής πολιτικής του. Προς το παρόν, τα εκπαιδευτικά προγράμματα προσφέρονται σε ένα «κενό εκπαιδευτικής πολιτικής», πράγμα που καλλιεργεί το φόβο ότι μια μέρα θα μπορούσαν να εκλείψουν.  Πρόσφατα δημιουργήθηκαν μουσειοπαιδαγωγικά τμήματα πανεπιστημιακού επιπέδου. Ας ελπίσουμε ότι οι απόφοιτοί τους θα βρουν να τους περιμένει ο επαγγελματικός ρόλος για τον οποίο ετοιμάστηκαν.

Ο ρόλος του μουσειολόγου. Μεταξύ κοινών τόπων και ουτοπίας Στέλιος Παπαδόπουλος

Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας – Κέντρο Περιβαλλοντολογικής Έρευνας και Εκπαίδευσης ΓΑΙΑ: Πρόσοψη, σχέδιο. Οι νέες κοινωνικές συνθήκες ενέταξαν τα μουσεία σε μια νέα, διεθνή πλέον, αγορά με οξείς ανταγωνισμούς, δημιούργησαν διαφορετικά μουσεία με νέες θεματικές, και διαμόρφωσαν νέα, ποσοτικά και ποιοτικά, πελατεία. Η σύγχρονη μουσειολογία αναγνωρίζει στην πελατεία της πολλά είδη κοινού: ο «μέσος επισκέπτης» δεν υπάρχει. Το σύγχρονο μουσείο υπάρχει για το κοινό του. Οι νέες αρχές και μέθοδοι επικοινωνίας με το κοινό είναι η κύρια αλλαγή που πραγματοποιήθηκε στη φιλοσοφία των μουσείων. Η παιδευτική παρουσίαση αντικατέστησε την ψυχρή, εκθετική παράταξη των έργων. Την εκπαιδευτική διαδικασία σύντομα και σε σημαντικό βαθμό υποκατέστησε η ερμηνευτική. Από τη μονόδρομη επικοινωνία στο διάλογο, η αλλαγή για τα μουσεία είναι μεγάλη. Στις νέες μεθόδους επικοινωνίας με το κοινό αντιστοιχούν νέα προγράμματα και μέσα. Νέοι καιροί, νέες αγορές, πελάτες, ανάγκες. Νέα μουσεία με νέες αρχές, μεθόδους, μέσα, προγράμματα, χώρους και υπηρεσίες. Στις συνθήκες αυτές οι στόχοι, οι επιδιώξεις αλλάζουν. Οι επιδιώξεις αυτές συνεπάγονται και τη ριζική σχεδόν ανασυγκρότηση του μηχανισμού, των υπηρεσιών του μουσείου. Και οι μουσειολόγοι μέσα σε όλη αυτή την κοσμογονία; Ποιος είναι ο ρόλος τους; Να ενταχθούν στους νέους καιρούς και να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες. Το πέτυχαν όσοι κατανόησαν την ανάγκη πολυεπιστημονικής παίδευσης και πράξης, της ισότιμης συνεργασίας με τους άλλους ειδικούς·όσοι ενστερνίστηκαν τον νέο πολυδιάστατο ρόλο των σύγχρονων μουσείων και τον υπηρέτησαν έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η μοναδικότητα ρόλων (ο μουσειολόγος), η μοναδικότητα χώρων (το μουσείο), η μοναδικότητα δράσεων (η έκθεση) έχει από τα πράγματα ξεπεραστεί. Όσοι Έλληνες έχουν ταξιδέψει και στοχαστεί σε όσα βίωσαν, θα θεωρήσουν αυτές τις γραμμές κοινούς τόπους· όσοι έχουν περιορισθεί (και συμβιβασθεί) στα «καθ’ημάς», θα τις χαρακτηρίσουν ουτοπία.

Υπάρχει μουσειακό επάγγελμα; Mike Bieber

Το Κεντρικό Κτήριο του Μουσείου Μπενάκη. Μπορεί το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM) να μην αμφισβητεί την ύπαρξη του μουσειακού επαγγέλματος, όμως το Βρετανικό Γραφείο Απογραφών και Ερευνών Πληθυσμού περιλαμβάνει στους επαγγελματίες μόνο τους επιμελητές συλλογών, μαζί με τους βιβλιοθηκάριους και τους αρχειοφύλακες, χωρίς να αναφέρει καμία άλλη εργασιακή θέση μουσείου. Ωστόσο, ο όρος «επάγγελμα» είναι βολικός για την περιγραφή της «ετερογενούς ομάδας» που αποτελεί το προσωπικό των μουσείων. Το άρθρο θίγει καίρια ζητήματα και προσπαθεί να τα τοποθετήσει μέσα στις σημερινές πολύπλοκες και διαμφισβητούμενες έννοιες του επαγγέλματος και του επαγγελματισμού. Στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης: η εργασία σε μουσείο είναι επάγγελμα, ή ακόμη και μια σειρά επαγγελμάτων; Παρόλο που το πρότυπο του «παραδοσιακού» επαγγέλματος δεν ταιριάζει, άνθρωποι επιρροής και ιδρύματα από τον κόσμο των μουσείων θεωρούν σαφώς ότι εντάσσονται σε ένα μουσειακό επάγγελμα. Αν είναι αναγκαίο να αλλάξει το πρότυπο ή ακόμη και να θεωρηθεί ανεδαφικό, τότε είναι ένα «ανοιχτό» επάγγελμα με πολλά και διαφορετικά είδη εργασίας, και διοικείται από διοικητικό συμβούλιο του οποίου τα μέλη δεν ανήκουν στο μουσειακό επάγγελμα. Ωθούμενος από εξωτερικές δυνάμεις, ο κόσμος του μουσείου προχωρεί σε μια κατανόηση, αν όχι σε μια ανεπιφύλακτη αποδοχή, του μάνατζμεντ ως κυρίαρχης μεθόδου. Αν και ο επαγγελματισμός παραμένει μια ισχυρή δύναμη στον προσδιορισμό της εμπειρίας και των ικανοτήτων που αναμένονται από το προσωπικό, αν και η γνώση και οι ικανότητες που σχετίζονται με το αντικείμενο του μουσείου αξιολογούνται υψηλότερα από ένα γενικό μουσειολογικό υπόβαθρο εκπαίδευσης, ενώ και τα δυο μαζί τοποθετούνται υψηλότερα από τη διοικητική επιδεξιότητα, οι απαιτήσεις του κόσμου του μουσείου υπονομεύουν μονίμως αυτές τις σταθερές, καθώς τα μουσεία όλο και περισσότερο βασίζονται στην καλή διοίκηση.

Άνθρωπος και δάσος: από την εμφάνιση του Homo Sapiens στον Homo Oeconomicus Ελένη Σβορώνου

Κ. Μαλέας, «Λύρα», λάδι σε μουσαμά. Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών ΑΠΘ. 1. Κατά την Παλαιολιθική περίοδο το δάσος είναι για τον άνθρωπο τόπος εξεύρεσης τροφής, ένδυσης και κατοικίας. Ο προϊστορικός άνθρωπος αισθάνεται μέρος της φύσης, ενώ η ίδια η φύση είναι ο Θεός. Στις μαγικές παραστάσεις των βραχογραφιών των σπηλαίων (Λασκώ, Αλταμίρα), ο άνθρωπος συναισθάνεται ότι σκοτώνει όντα που είναι της ίδιας ιερής φύσης που χαρακτηρίζει και τον ίδιο και επιδιώκει να καθαγιάσει την ενέργειά του αυτή. 2. Με τη μετάβαση από το τροφοσυλλεκτικό-κυνηγετικό στάδιο στη Νεολιθική εποχή, ο χώρος διαιρείται σε καλλιεργημένη γη και σε άγρια φύση. Στη θρησκευτική συνείδηση του ανθρώπου αρχίζει να κυριαρχεί η μητέρα-θεά της γονιμότητας που συνδέεται με την αγροτική παραγωγή. Ο άνθρωπος αρχίζει να ξεχωρίζει τον εαυτό του από τη φύση. 3. Στον αρχαίο κόσμο μύθος και ανθρωπομορφισμός του θείου είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά μιας νέας θρησκευτικής συνείδησης. Έτσι, τη λατρεία του δέντρου υποκαθιστά η λατρεία των Αμαδρυάδων και των Νυμφών. Ο Διόνυσος, ο Παν, ο Ορφέας είναι από τους γνωστότερους θεούς των δασών αλλά η Άρτεμις είναι η κατεξοχήν θεότητα που προστατεύει τα δάση. Πλήθος μύθων, συμβολισμών και προλήψεων συνδέονται με δέντρα και φυτά: μεταμορφώσεις, ιερά φυτά θεών, φυτά που συνδέονται με τη μαντική, μαγικά βοτάνια, φυτά με θεραπευτικές ιδιότητες κ.ά. Με την εμφάνιση της φιλοσοφίας η φύση θα γίνει αντικείμενο ορθολογικής προσέγγισης. 4. Η ταυτότητα του μεσαιωνικού κόσμου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τη χριστιανική θρησκεία. Η διάκριση ανάμεσα στον πολιτισμό και τη φύση εντείνεται. Η φύση έχει δημιουργηθεί για να εξημερωθεί από τον άνθρωπο. Στη βυζαντινή ζωγραφική το δέντρο συμβολίζει συνήθως τον Χριστό και τον Παράδεισο. Τα παγανιστικά χαρακτηριστικά της λαϊκής πίστης διατηρήθηκαν. Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας οι χριστιανοί αναρτούν από τα κλαδιά κάποιου δέντρου, που θεωρείται θεραπευτικό και ευεργετικό, τάματα αφιερωμένα σε Αγίους. 5. Κατά τη νέα εποχή η φύση γίνεται αντικείμενο επιστημονικής έρευνας, ένα μηχανικό σύστημα που διέπεται από νόμους. Μετ’ επιτάσεως διατυπώνεται η δυνατότητα της επιστήμης να εξημερώσει και να κυριαρχήσει πάνω στην άγρια φύση. Ο Καρτέσιος, ο Διαφωτισμός, ο Άνταμ Σμιθ συμβάλλουν στην προβολή της αξίας της ελεύθερης δράσης του ατόμου για τον πλουτισμό του. Η φτώχεια εκλαμβάνεται ως χαρακτηριστικό των απολίτιστων. Η άγρια φύση είναι το περιβάλλον όσων ζουν απολίτιστα. Στο είδος του homo economicus που γεννήθηκε τότε, ανήκουμε όσοι ζούμε σήμερα στον ανεπτυγμένο κόσμο. Η εξέλιξη της τεχνολογίας επιτάχυνε τους ρυθμούς εκμετάλλευσης της φύσης και απέδωσε στο δάσος αξία πλουτοπαραγωγικής πηγής. Καθώς οι παραδοσιακές κοινωνίες υποχωρούν μπρος στην εξάπλωση του αστικού πολιτισμού, οι συλλογικές παραστάσεις υποκαθίστανται από την προσωπική μυθολογία. Ωστόσο παράλληλα με τον πολιτισμό των αστικών κέντρων συνυπάρχει σχεδόν ώς τις μέρες μας ο παραδοσιακός πολιτισμός του αγροτικού κόσμου. Η προϊστορική αντίληψη για την ιερότητα της φύσης και του δέντρου αποτυπώνεται σε πλήθος λατρευτικά έθιμα. Τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια μαρτυρούν μια μεταφυσική αντίληψη της φύσης. Η ελληνική λαϊκή τέχνη είναι πλούσια σε φυτικά μοτίβα, σχηματοποιημένα ζώα και πουλιά. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παράδοση για τις φαρμακευτικές ιδιότητες των φυτών. Αξίζει επίσης να μνημονευτεί η σχέση του ανθρώπου με τη φωτιά, όπως αυτή διαγράφεται μέσα από παραδοσιακά έθιμα.

Κάλυμνος: το Μεγάλο Κάστρο της Χώρας Μπίλη Βέμη, Βασίλης Καραμπάτσος

Τα σκαλοπάτια του λαϊκού μάστορα Νικήτα Βαζανέλη στο Μεγάλο Κάστρο της Χώρας Καλύμνου. Το Μεγάλο Κάστρο της Χώρας Καλύμνου ή Παλαιοχώρα είναι το ένα από τα τέσσερα μεσαιωνικά οχυρά που δεσπόζουν ως σήμερα στην Κάλυμνο και στη γειτονική νησίδα Τέλενδο. Το σωζόμενο σήμερα Κάστρο προέρχεται από την περίοδο της Ιπποτοκρατίας (1309-1523). Η ανάβαση σ’ αυτό γίνεται από 230 χτιστά σκαλοπάτια που κατασκεύασε το 1984 ο λαϊκός μάστορας Νικήτας Βαζανέλης. Το τείχος που περιβάλλει το Κάστρο έχει ανάπτυγμα περίπου 1.000 μ. και περικλείει έκταση περίπου 27,2 στρεμμάτων. Ορθογώνιοι πύργοι υψώνονται κατά διαστήματα εξέχοντας από το περίγραμμα του τείχους. Σε όλο σχεδόν το μήκος του κάτω από τις επάλξεις υπάρχουν πολεμίστρες. Τα δωμάτια των σπιτιών του οικισμού, ως επί το πλείστον  επίπεδα, χρησίμευαν για τη συλλογή του βρόχινου νερού σε ιδιωτικές υδατοδεξαμενές. Εκτός από τα σπίτια σώζονται πέντε χτιστοί σιροί, δυο μεγάλες υδατοδεξαμενές και μεγάλη λίθινη γούρνα, προφανώς ελαιοτριβείο. Μέσα στον οικισμό, που εγκαταλείφθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, σώζονται και δέκα μικρές εκκλησίες. Σε ορισμένες από αυτές εντοπίζονται προχριστιανικά και παλαιοχριστιανικά αρχιτεκτονικά μέλη. Πλήν μιας δίκλιτης, είναι όλες μονόχωρες και καμαροσκέπαστες.  Δύο, Η Κοίμηση της Θεοτόκου και ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, ανεγέρθηκαν και εικονογραφήθηκαν για πρώτη φορά στους βυζαντινούς χρόνους (14ος αιώνας), ενώ τα υπόλοιπα οκτώ ναΐδρια χρονολογούνται στη Μεταβυζαντινή περίοδο (αρχές 16ου αιώνα). Το 1991 άρχισαν στο Μεγάλο Κάστρο της Χώρας Καλύμνου εργασίες συντήρησης και μερικής επισκευής. Το 1998, στο πλαίσιο του προγράμματος «Κάστρων Περίπλους», το ΤΑΠΑ ανέθεσε και τη μελέτη για την ανάδειξη του Μεγάλου Κάστρου. Στην προμελέτη που εκπονήθηκε τονίζεται ο διδακτικός χαρακτήρας του Κάστρου και επισημαίνεται το αρχαιολογικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον των δέκα εν λειτουργία μικρών του εκκλησιών. Αναφέρεται η εύκολη πρόσβαση από την Κω, το γεγονός ότι το Κάστρο προσφέρεται για τη διοργάνωση καλλιτεχνικών ή εορταστικών εκδηλώσεων, για αρχαιολογικό περίπατο αλλά και για περίπατο αναψυχής. Αν οι προτάσεις υλοποιηθούν, θα αποδώσουν στο νησί το πρώτο αξιοποιημένο και ενταγμένο στη σύγχρονη ζωή μνημειακό σύνολο της Καλύμνου.

Πρόγραμμα ηλεκτρονικής τεκμηρίωσης του αρχαίου θεάτρου Τριανταφυλλιά Γιάννου, Μαρία Χριστάκου-Τόλια, Μαρία Χριστοφοράκη

Πήλινο ειδώλιο υποκριτή από την Όλυνθο. Αρχαιολογικό Μουσείο Πολυγύρου, αρ. ευρ. iv.38.364. Το «Πρόγραμμα Ηλεκτρονικής Τεκμηρίωσης του Αρχαίου Θεάτρου», που πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, έχει ως στόχο να συγκεντρώσει σε μια βάση δεδομένων κάθε δυνατή πληροφορία για το αρχαίο δράμα μέσα στα ευρύτερα γεωγραφικά όρια του ελληνόφωνου κόσμου. Το Πρόγραμμα εκπονείται στη Θεσσαλονίκη υπό την επιστημονική εποπτεία του καθηγητή Γ. Μ. Σηφάκη. Προς το παρόν έχει ολοκληρωθεί η πρώτη φάση του προγράμματος που αφορά τις αρχαίες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης. Το πληροφοριακό σύστημα «ΚΛΕΙΩ», που αναπτύχθηκε από το Ινστιτούτο Πληροφορικής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, παρέχει στον χρήστη τη δυνατότητα να αντλήσει πληροφορίες που εμφανίζονται είτε σε γραφική μορφή ύστερα από δενδρικές αναζητήσεις, είτε σε μορφή καταλόγων, οι οποίοι παράγονται είτε από γραμμικές ερωτήσεις ή από πολυκριτηριακές αναζητήσεις. Επιπλέον, το σύστημα δίνει τη δυνατότητα στον χρήστη να μετακινείται από ένα λήμμα σε άλλα με τεχνική υπερκειμένου. Τέλος, σε κάθε λήμμα μπορεί να συνδεθεί απεριόριστος αριθμός πολυμέσων. Στον ευρύτερο χώρο της αρχαίας Μακεδονίας/Θράκης εντοπίστηκαν και καταχωρίστηκαν στο σύστημα 20 Θεατρικά Οικοδομήματα, 233 Κινητά Δραματικά Μνημεία, καθώς και οι τύποι των Θεατρικών Προσωπείων που φέρουν οι παριστανόμενες μορφές. Έχουν επίσης ήδη καταχωριστεί 93 Τεχνίτες του Διονύσου, που είτε κατάγονται από τη Μακεδονία και τη Θράκη είτε συμμετέχουν σε παραστάσεις σε μακεδονικές και θρακικές πόλεις, και έχουν καταγραφεί όλες οι Θεσμοθετημένες Εορτές αλλά και οι κάθε είδους Περιστασιακές Εορτές. Γενικά στη βάση καταχωρίζονται όλα τα Θεάματα-Ακροάματα που οργανώνονται στη Μακεδονία/Θράκη, δηλαδή σκηνικοί και θυμελικοί αγώνες, επιδείξεις, διδασκαλίαι ή παραστάσεις (σύνολο: 32).

Ο Μιλησιακός πόλεμος (624-612/11 π.Χ.) και η εμπλοκή της Κορίνθου Παναγιώτης Υψηλάντης

Ο Περίανδρος ο Κορίνθιος. Μαρμάρινη προτομή, ρωμαϊκό αντίγραφο ελληνικού πρωτοτύπου του 4ου αιώνα. Στη διάρκεια του δωδεκαετούς Μιλησιακού πολέμου, κάθε χρόνο οι Λυδοί επέδραμαν στη Μίλητο στις αρχές του θέρους και έκαιγαν τα σπαρτά, για να προκαλέσουν «σπανοσιτεία». Οι Μιλήσιοι όμως δεν υπέκυψαν, γεγονός που δηλώνει ότι κάπως εξασφάλιζαν την επάρκειά τους σε σιτηρά. Το 612-11 π.Χ. ο Αλυάττης επιδιώκει ειρήνευση με τους Μιλησίους. Για το σκοπό αυτό προκαλεί την παρέμβαση των Δελφών. Οι Δελφοί απαιτούν να ανοικοδομήσουν οι Λυδοί το ναό της Ασσησαίας Αθηνάς και υπαγορεύουν τους όρους της ειρήνευσης. Τη διαδικασία της ειρήνευσης υποβοηθεί ο Περίανδρος της Κορίνθου. Η σύναψη συνθήκης ειρήνης διασφαλίζει τα συμφέροντα της Μιλήτου. Χωρίς να βρίσκει δυσερμήνευτη την ανάμειξη της Κορίνθου στον Μιλησιακό πόλεμο, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η εμπλοκή της υπήρξε απόρροια των σχέσεων αμοιβαίων συμφερόντων που η Κόρινθος είχε αναπτύξει με τη Μίλητο στη διάρκεια του πολέμου. Η Μίλητος κατέχει πρωτεύουσα θέση στο εμπόριο με την Αίγυπτο ήδη από τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. Εισάγει σιτηρά και εξάγει τα περίφημα μάλλινα πολυτελή υφάσματα και ενδύματα. Όταν κατά τη διάρκεια του πολέμου η κτηνοτροφία της πλήττεται από τις εισβολές των Λυδών, η Μίλητος αναζητεί την πρώτη ύλη της βιοτεχνικής εριουργίας της στην Κόρινθο. Αντάλλαγμα: η αμεσότερη εμπορική πρόσβαση της Κορίνθου στην Αίγυπτο. Ως την άνοδο του Περιάνδρου στην εξουσία (627 π.Χ.), οι εμπορικές επαφές της Κορίνθου με την Αίγυπτο διενεργούνται μέσω της Αίγινας. Με την άνοδο του Περιάνδρου όμως οι σχέσεις Κορίνθου-Αίγινας οξύνονται. Η ακεραιότητα της Μιλήτου διασφαλίζει τα εμπορικά συμφέροντα της Κορίνθου στην Αίγυπτο.

Το ICOM και οι «επαγγελματίες των μουσείων». Μια πρώτη προσέγγιση Τέτη Χατζηνικολάου

Ο Κώδικας Επαγγελματικής Δεοντολογίας και η έκδοση Ο Συντηρητής. Ορισμός του επαγγέλματος αποτελούν δύο βασικά βοηθήματα για τους εργαζόμενους στα μουσεία. Ποια είναι η ταυτότητα του «museum professional»; Πώς ορίζει το ICOM  (Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων) αυτή την ταυτότητα; Μια πολλαπλή ταυτότητα διαφαίνεται απροκάλυπτη στις 26 Διεθνείς Επιτροπές του ICOM, που καθρεφτίζουν τις ποικίλες ειδικότητες των εργαζομένων στα μουσεία, καθώς και τους επιμέρους τομείς οργάνωσης και λειτουργίας τους, και στις 12 συνεργαζόμενες θυγατρικές οργανώσεις. Το σύγχρονο μουσείο φέρνει μαζί του στο προσκήνιο τον επαγγελματία, τον «μουσειολόγο». Αν η ταυτότητά του είναι πολλαπλή, τότε ο ρόλος του είναι κυρίως συνθετικός. Ένα πρώτο κύκλο βασικών σπουδών, ακολουθεί ένας δεύτερος κύκλος εξειδίκευσης, ενώ καλείται πλέον να καλυφθεί και η ανάγκη διαρκούς επιμόρφωσης.

Μουσείο: Σπηλαιολογικό Μουσείο Κώστας Ατακτίδης

Μερική άποψη της καρστικής περιοχής στην οποία διακρίνονται οι είσοδοι των 15 σπηλαίων. Στα Λουτρά Λουτρακίου του νομού Πέλλας εντοπίστηκαν συγκεντρωμένα σε σύμπλεγμα κατακόρυφων βράχων δεκαπέντε σπήλαια. Τα σπουδαία παλαιοντολογικά και αρχαιολογικά ευρήματα που επισημάνθηκαν στεγάζονται τώρα σε μικρό Μουσείο που ιδρύθηκε το 1991 και αποτελεί τον μοναδικό ερευνητικό παράγοντα για την περιοχή Αλμωπίας. Η επωνυμία του Μουσείου, «Φυσιογραφικό-Λαογραφικό Μουσείο Λουτρών Αλμωπίας Νομού Πέλλας», καθιστά φανερό τον μικτό χαρακτήρα του. Το παλαιοντολογικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα περισσότερα από 3.000 απολιθωμένα δείγματα οστών που ανήκουν κυρίως στη σπηλαία άρκτο, παρούσα στην περιοχή πριν από 60.000 χρόνια περίπου.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Aρχαιολογικά Nέα: ειδήσεις, εκθέσεις, συνέδρια, βιβλία, επιστολές Συντακτική Επιτροπή περιοδικού "Αρχαιολογία"

Πληροφορική: Το cd-rom Le plus beau musee du monde Κατερίνα Χαρατζοπούλου

Μία από τις οθόνες παρουσίασης των έργων του CD-ROM «Le plus beau musée du monde». Λεπτομέρεια της εικόνας του έργου. Το CD-ROM «Το πιο ωραίο μουσείο του κόσμου» (1998) περιέχει μια συλλογή εκατόν πενήντα έργων τέχνης και αντικειμένων, από την προϊστορία μέχρι σήμερα και από όλες σχεδόν τις περιοχές της γης, που συνθέτουν ένα «νοητό Μουσείο». Τα έργα κατατάσσονται ως προς το απεικονιζόμενο θέμα σε οκτώ ενότητες (Δοξασίες, Πρόσωπα, Εκφράσεις, Τόποι, Ζώα, Πράγματα, Γεγονότα, Αισθήσεις) που εμφανίζονται στην κεντρική οθόνη. Διαδέχονται η μια την άλλη, επιτρέποντας τη σταδιακή ανακάλυψη του περιεχομένου και το ξεφύλλισμα του συνόλου των έργων και εξυπηρετούν τις ανάγκες μιας πρώτης ανάγνωσης. Στο επόμενο επίπεδο τοποθετείται η αναλυτική παρουσίαση των έργων σύμφωνα με καθορισμένο πρότυπο. Οι λειτουργίες αυτές περιλαμβάνουν εξερεύνηση της εικόνας του έργου με μεγέθυνση όλης της επιφάνειας, συγκριτική κλίμακα διαστάσεων, εικονογραφική ανάλυση, τόπο προέλευσης, χρονολόγηση και, τέλος, πληροφορίες για το πολιτιστικό υπόβαθρο δημιουργίας, τα ειδικά χαρακτηριστικά του έργου και την αιτιολόγηση της ένταξής του στη θεματική κατηγορία. Η επιλογή του μέσου απόδοσης (κειμένου, εικόνας, ή συνδυασμού αφήγησης, κίνησης και εικόνας) εναρμονίζεται με το είδος της παρεχόμενης πληροφορίας. Η παρουσίαση ολοκληρώνεται με παιχνίδια, βασισμένα στην εικόνα των έργων, για την εξάσκηση της παρατηρητικότητας και της μνήμης. Ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα  όχι μόνο να εκτυπώσει τα κείμενα παρουσίασης με μικρή εικόνα του έργου και να αποθηκεύσει τα αρχεία αλλά και να δημιουργήσει μια προσωπική συλλογή, ένα «μικρό μουσείο» που συγκεντρώνει έργα του CD-ROM συνοδευμένα από τα δικά του σχόλια σε συνδυασμό με κάποιες από τις προκαθορισμένες λειτουργίες (μεγέθυνση, κείμενα παρουσίασης και αναλύσεις). Έτσι, ο αναγνώστης γίνεται με τη σειρά του συγγραφέας περιεχομένου.

Συνέδριο World Archaeological Congress (WAC) 4 Χρίστος Ντούμας

Τον Ιανουάριο 1999 διεξήχθη στο Capetown της Νότιας Αφρικής το 4ο Παγκόσμιο Αρχαιολογικό Συνέδριο (WAC 4). Το WAC εκδίδει σε ειδικούς τόμους σειράς με τον γενικό τίτλο «One World Archaeology» τα επιστημονικά θέματα που αναπτύσσονται στα συνέδριά του. Τη σειρά αναμένεται τώρα να πλουτίσουν 12 ακόμη τόμοι από τις θεματικές ενότητες του 4ου Συνεδρίου. Παρακολουθώντας κανείς τους πίνακες των περιεχομένων στους τόμους της σειράς, διαπιστώνει τη σχεδόν παντελή απουσία ελληνικών ονομάτων. Εκτός του ότι η ύπαρξη του WAC δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή στην Ελλάδα, πολλοί είναι οι Έλληνες αρχαιολόγοι που αδυνατούν να καλύψουν εξ ιδίων το υψηλό κόστος συμμετοχής σε παρόμοια συνέδρια.

English summaries: Magic in Byzantium Ioannis Petropoulos

In this issue of the Archaeologia journal a survey of magic is made. In his introduction, the author makes a compilation of the main points in the articles of this survey. Such as why did many Jews and Gentiles believe that Christ was a magician. How did the Church make the distinction between miracles worked by a loving God from those resulting from the diabolical alliance of magicians and demons. How did magic in Byzantium become a criminal offence, punishable by law. Why must a demon tell the exorcist his name if the exorcism is to be successful. Are the two categories of demons of the underworld and those who fly in the air descended from Empedocles? And lastly how was the distinction made between church ideology and magic rites since much of the ideology and rituals of the church were used by practitioners of magic in a distorted way.

Magic and the Devil: From the Old to the New Rome Spyros N. Troianos

The conceptual grouping and hierarchization of evil spirits appear only in the late Judaic period as a result of Persian and Hellenistic influences. In the New Testament the notion of the dominion of the Devil, the leader of all evil supernatural powers, crystallized into that of the antipodes of the heavenly kingdom. In Rome certain forms of magic had been penalized quite early. However, an edict dating to the reign of Constantine s the Great made a clear distinction between good and evil magic; this legal distinction was later abolished by the Byzantine Emperor Leo the Wise (886-913) in order to prevent tragic situations The Church, on the contrary, generally disapproved of magic and prophecy, considering them as idolatry, without any further Distinction or specific definition of the relevant acts. The communication between magicians and demons became a commonplace in Byzantine religion in accordance with the connection of magic with the Devil under canon law Contracts with the Devil, usually confirmed by a written agreement, often appear in popular texts, a corollary of the folk notion that evil spirits can transmit secret knowledge to people. The corruption of faith, the personification of evil, the instigation of every criminal act, the implanting of evil in the body of a "demoniac", as psychopaths were then characterized, were included among the activities of the Devil, who used magicians as his instruments. In the official ecclesiastical texts he is assigned "homicidal" qualities. The theological approach to the entire issue depended on the particular period. Thus, the tendency for the popularization of the concept of the 'Devil' strongly prevailed in the Patriarchal texts of the late Byzantine period, when the Devil was more directly related to magic.

Magic and Visual Culture in Late Antiquity Gary Vikan

Some hundreds of late-antique and early Christian magical amulets survive from the eastern Mediterranean. Like the magical papyri, with which they are roughly contemporary, they draw on a common fund of Egyptian gods and Hebrew angels. For the most part, these amulets are apotro-paicand therapeutic in function. The particular focus of this article is on amulets in various shapes and media, including semi-precious stones (e.g. hematite, which was considered especially powerful), copper-alloy, silver glass, etc. The various amulet types are also surveyed: rings, pendants, armbands, house lintels, etc. The diverse magical and religious inscriptions, biblical vignettes and other incised designs (e.g., the Holy rider, the Evil Eye are briefly explored. A large number of narrative images is shown to derive from the Old and New Testaments, although according to the author other scenes originated from the locus sanctus iconography ot pilgrimage "souvenirs" from the Holly Land. In general, the users of these amulets clearly believed that the very names and images incised on them -and even sometimes their particular medium- had magical potency.

Another «Wretched Subject»: The Demons of the World David Jordan

Here I continue the article "The Wretched Subject" of Greek Magic" of the previous fascicle (Αρχαιολογία 70 [Mar. 1999], 8-11), in which I urged that magical texts are an important but often neglected source for the history of ideas. In the present article I offer another example: The information that these texts give about traditional beliefs concerning the "cosmology" of demons. Early magical papyri, Christian exorcisms, and a Byzantine dialogue about satanism assume that the world was divided into six areas, from the Empyrean down to the center of the Earth, and that certain demons govern each area. The tradition of this six-fold division, it is speculated here, may go back to the pre-Socratic philosopher Empedokles.

The Magician Vigrinos and his Victim George T. Calofonos

An extensive episode of magic occurs in the fictional Life of St Andrew the Fool a work probably dated in the 10th century. A woman in Constantinople turns to the magician Vigrinos, a deceptively pious man, who cures her husband of his lust by seemingly harmless means: fighting an oil-lamp in front of her icons and tying four knots on a girdle. A series of impure dreams, however, of wild sexual desire, in which an Ethiopian, a black dog and the ancient statues of the hippodrome play a leading role, terrify the woman and make her realize that the devil himself has fallen in love with her. The outrageous results of Vigrinos's magic are revealed to her after fasting and prayer: her icons, smeared with excrement, have lost divine grace, while the oil-lamp has become the vessel of an impure sacrifice to the demons. Terrified, the woman resorts to Epiphanios, the spiritual son of St Andrew the Fool, who comes to her assistance and remedies the situation. In turn, he becomes himself the target of demons in his dreams, and finally defeats them while asleep. As revealed in a further dream, the four knots of the girdle had bound a demon to the woman, and St Andrew explains to his pupil the means which the magicians deploy to deceive their victims regardless of how innocent their objective may seem, and make them vulnerable to the evil influence of demons. In accordance with the firm position of the Church which considers magic as demonic in all occasions -a position also introduced in secular legislation in the 10th century-, this episode offers the modern reader a glimpse of how magic functioned in practice, or, rather, of how a pious Byzantine thought it functioned. Operating under a Christian pretext, the magical act reverses and invalidates Christian ritual and symbolism and thus neutralizes their protection over the believer. In a deceptive world where nothing is what it seems, the real nature of the phenomena can only be detected through the dreams of the faithful and the intuition of the true saints, who are in turn difficult to be recognized. It is interesting to note the function of dreams and the appropriation of icons in magic -which can also be attested in other sources- as well as the role of women in a story, in which the boundaries between faith and credulity, religion and superstition are explored.

Spells and Exorcisms in Two Post-Byzantine Manuscripts Agamemnon Tselikas

Exorcisms, spells, medical prescriptions -combined with astrological phenomena and accompanied by words, phases and magic signs and various blessings are texts often occurring in Byzantine and Post-Byzantine manuscripts. Deeply rooted in antiquity, they have survived and have remained alive even today. Undoubtedly, they represent a most tempting challenge for research as regards their philological, historical, religious and anthropological aspect. Samples of such texts from three Post-Byzantine manuscripts have been selected and are presented in this article; they refer to the relations between men and women, to the social relationship of humans, such as friendship, hatred, law-suits, as well as to various illnesses, such as jaundice and fever. A selection of Church canons, condemning both the performance of magic acts and the recourse to them is also presented.

The museum professional Marlen Mouliou, Alexandra Bounia

In an attempt that museums should become less academic and introverted in their nature and concentrate more on educational matters and their public image we have watched museums employ, apart from museum curators, people with different skills and specialties. Although all these people belong to the same field of study there is little sense of their having a professional identity. The specialty of “museologist” has come to cover the need for a professional identity dealing with and channeling the various different specialised services needed to run a museum. The following four articles define what work is actually done in museums and tries also to define what a “museum professional “ means seen from the viewpoint of the anglosaxon world, of ICOM, of a museum teacher and that of a sagacious ethnologist who also happens to be a museologist.

Museums: Working in a Professional Way Gaynor Kavanagh

The idea of a "museums profession" is a very generous one and many people who work in museums would want to identify with it. In Britain, the museums profession has long since ceased being a synonym for curators, and this is paralleled elsewhere to some degree or another. As museum work has become increasingly more sophisticated, so has the understanding of museum theory and practice. This has brought about a greater awareness of what it takes to turn indifferent museum services into ones which are intellectually challenging, educationally viable and socially useful. In this paper, the author outlines some of the changes and discusses the ways in which professional attitudes are fostered and promoted.

Is there a Museum Profession? Mike Bieber

Although professions as such no longer exert their former hold, there is still great ambition for workers in many occupations to be accepted as professional: the museum world is no different from many others in this. However, the issue is complex. One matter that causes problems is the status of employed professionals: where is their "professional autonomy" whithin a management hierarchy? Another problem for museum workers is the number of different occupations within museums: are they all part of one profession? The article examines these concerns, and places them within the realities of contemporary museum work.

The Role of the Museologist: Between «Commonplace» and «Utopia» Stelios Papadopoulos

The new social circumstances have placed museums in a new, international, extremely competitive market, have created museums with different thematjc and have formed another clientele, new in quality and quantity. However, the main change, caused by the new circumstances, has been realized in the philosophy of the museums, in the new principles and methods ruling their communication with the public. This "environment" not only imposes the radical reconstruction of the museum's mechanism and services: but it also elevates the collaboration of groups of experts, multiscientrfic education and activity of the museum's employees, awareness of the multidimentional role of contemporary museums as well as the effort of adjustment to an essential prerequisite. These principles, however "commonplace" they may be to the personnel of foreign museums, must stop being a "utopia" for the Greek reality.

ICOM and the «Museum Professionals»: A First Approach Teti Hatzinikolaou

A first approach to the identity and physiognomy of the specialized professional, who, according to the terminology of the International Council of Museums (ICOM), is called "museum professional", is made in this article. Through the history and the basic texts of ICOM this physiognomy appears to be a multifold one. Finally, the role that the "museologist” is assigned to play in the organization and function of a modern museum is examined.

The Role of the Museum-Educator in Greece Elisavet Myrogianni-Arvanitidi

The role of the museum-educator in Greece is examined in this article with reference to the required knowledge and skills (s)he must have as well as to the difficulties (s)he may face in the museums of the country. A clear distinction is made between the person who prepares an educational program and the museum-educator who executes it. Then, the advantages and disadvantages of the role the museum-educator plays are detected and compared with those of the school-educator, while the positive factors that activate the former in his/her work are underlined. Needless to say that the creative performance of the museum-educator should be extended as to be addressed to more groups of museum visitors other than students. Finally, the serious concern for the future of this profession in Greece is expressed.

Kalymnos: The Megalo Kastro of Chora Billy Vemi, Vassilis Karambatsos

The Megalo Kastro ( = Big Castle) of Chora is one of the three Medieval fortresses preserved on Kalymnos. Its original phase can be dated to the tenth or eleventh century ad, but this remains to be confirmed by a systematic archaeological research. The present form of the castle dates back to the period of the Knights' Rule (1309-1523) and, although simple, it represents a typical example of the art of fortification before and after the use of gunpowder. The ruins of the Medieval settlement have been preserved inside the castle: ten small Byzantine and Post-Byzantine churches, the frescoes of which have been restored, as well as other significant elements, extremely instructive for the everyday life in the Megalo Kastro Life went on in the settlement, at least, until 1823. In the framework of a project of the Greek Ministry of Culture for the promotion of the Medieval castles of the country, a relevant study has been made for the Megalo Kastro of Kalymnos, and some of its proposals are presented in this article. The necessary works are to be immediately realized, so that the first restored, developed and incorporated in modern life monumental ensemble to be given back to the island.

The Milesian War, 624-412/11 B.C., and Corinth’s involvement Panagiotis Ypsilandis

The intervention of Corinth in the struggle between Lydia and Miletus was a result of its relation inaugurated with the last, during the Milesian War (624-412/11 B.C.). These relations were based on common interests: Corinth facilitated Miletus with the supply of sheep wool and was in turn, promoted in its trade with Egypt. So the commercial interests of Corinth were secured in Egypt by Miletus' integrity while its relationship with Lydia was renewed and enforced.

Man and the Forest: From the Appearance of the Homo Sapiens to the Homo Eleni Svoronou

This article attempts a historical retrospection of the multilateral relations man has developed with nature, starting from the ascertainment that the modem concept of the forest has a strongly managerial and one-dimentional character. The general characteristics of these relations during Prehistory, Antiquity, the Middle Ages and modern history are investigated through specific examples from the area of the European Mediterranean. This article presents the evolution of ideas concerning the forest from the time when nature, man and divine powers were closely interrelated until the complete differentiation of these three elements and the formation of a pyramidoid and strictly hierarchical relation among them. Starting from the magic concept and animism. then researching the transition to myth and the polytheistic religion and, finally, examining the role of the Jewish tradition and Christianity, the evolution of the religious thought in relation to the concept of the forest is traced The scientific and industrial revolution are described as catalysts for the consolidation of faith on reason and the superiority of man to nature. The traditional civilization, alive until recently in the countryside, has preserved memories of ancient animistic concepts. The new pursuits in the relations of man and nature are explored today through art. However, the range of these artistic proposals is subjected to the limitations of the role that the contemporary civilization has reserved for art. The quest of new ways of spiritual communication with nature is of vital importance for the backing of nature's course towards downgrading. This historical retrospection offers the spark for an urgent problematic on the future of our relations with nature.  

A Project of Electronic Documentation of the Ancient Theatre Triantafyllia Giannou, Maria Christakou-Tolia, Maria Christophoraki

The objective of the "Project of Electronic Documentation of the Ancient Theatre", carried out under the auspices of the Institute of Mediterranean Studies of the Foundation of Research and Technology, is to compile in a data base every possible information about the ancient drama as a theatrical practice and cultural activity in the broader geographical boundaries of the Greek-speaking world. The research starts from the origin of the theatre in the 6th century B.C. Athens and terminates to the Late Antiquity and Early Byzantium, when theatrical competitions and official drama performances had ceased to be staged, especially after the prevalence of the Christian religion, but the activities of mimes, pantomimes and other forms of "paratheatre" were continuing to be performed.

The Priming Layers of Painting Art Works and their Behaviour in Preservation Conditions Anastasios Koutsouris, Vasileios Lambropoulos, Marilena Astrapellou et al.

The objective of this article is the collection of historical and technical data from the preparation of paintings and their classification according to the materials and techniques used and to the properties thus obtained. For this classification quality analysis of painting samples has been carried out, so that the materials comprising industrial preparation layers to be discovered and established. In the experimental stage the various factors of preparation decay such as cracks, flaking, deterioration-, which also affect the entire painting surface, have been studied. For this reason the following four basic categories of preparation have been subjected to temperature elevation, exposure to high relative humidity and exposure to UV (ultraviolet) radiation. a. Sheer oily preparation; Its exposure to temperature above 60° C resulted to serious deteriorations, its exposure to high relative humidity did not cause any remarkable deteriorations, while its long exposure to UV radiation caused a slight decolonization. b. Semi-absorbent preparation: Us exposure to temperature above 70" C caused a slight colour alteration and loss of flexibility. c. Absorbent preparation: Its exposure to high relative humidity caused serious problems of cohesion. d. Casein preparation: Its exposure to temperature elevation and high relative humidity resulted to shrinking, distortion, cracking and loss of cohesion.  

Cultural Touring: Towards an Interpretation of the «Cultural Landscape» in a Developmental Perspective Marina Karavasili, Emmanouel Mikelakis

Cultural touring is an instrument for "mild and tough management', "propaganda" and promotion of the tourist industry. The notion of "mild management" refers to the interpretational function of cultural touring as regards the recreation or education of the visitor and tne selective guidance of his ideas and attitude towards issues of culture and protection. While the notion of "tough management" proves the significance of cultural touring as a managerial instrument in the touristic planning for controlling the visitors' flow in areas of high danger, such as environmental parks, monuments, etc.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Τα εφτά θαύματα του κόσμου Μαρίζα Ντεκάστρο

Από τα επτά θαύματα της γης, το μόνο που μας έχει απομείνει είναι η πυραμίδα του Χέοπα. Οι πυραμίδες ήταν τα ταφικά μνημεία των φαραώ. Οι Αιγύπτιοι πρόσφεραν στον νεκρό έναν τόπο για να ζήσει μετά θάνατο ισάξιο με αυτόν που είχε πριν πεθάνει. Η πυραμίδα του Χέοπα είναι κτισμένη με καλοπελεκημένους ογκόλιθους από τοπική πέτρα και η είσοδός της ήταν σφραγισμένη για να μη μπορεί κανείς να ταράξει τον ύπνο του νεκρού φαραώ αλλά και να συλήσει τον τάφο από τα πολύτιμα κτερίσματά του. Ψεύτικοι διάδρομοι στο εσωτερικό της πυραμίδας προορίζονταν να αποπροσανατολίσουν τον επίδοξο τυμβωρύχο. Η πυραμίδα χτιζόταν κλιμακωτά. Πολλές εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες χρειάστηκε να δουλέψουν για 20 περίπου χρόνια ώστε να ολοκληρωθεί το τεράστιο οικοδόμημα.

Τεύχος 72, Σεπτέμβριος 1999 No. of pages: 114
Κύριο Θέμα: Μαγεία και Ορθοδοξία Charles Stewart

Το Γοργόνειο των Γνωστικών, 2ος αι. μ.Χ., Συρία: προβασκάνιο που συνδυάζει στοιχεία από την αρχαιοελληνική, τη χριστιανική και την ιουδαϊκή παράδοση. Η κατηγορία της «μαγείας» δεν είναι αμετάκλητα σταθερή. Η μαγεία του χθες μπορεί να γίνει η θρησκεία του σήμερα και αντίστροφα. Το άρθρο διερευνά τα όρια ανάμεσα στη μαγεία και την Ορθόδοξη θρησκεία στην Ελλάδα μέσα από ιστορικά και σύγχρονα ανθρωπολογικά δεδομένα. Το κακό μάτι αποτελεί παράδειγμα μιας πρακτικής που κάποτε χαρακτηριζόταν ως δεισιδαιμονία αλλά αργότερα υιοθετήθηκε από την επίσημη Εκκλησία. Τέλος, ο συγγραφέας εξετάζει περαιτέρω τους λόγους για τους οποίους τα όρια μεταξύ μαγείας και θρησκείας είναι ασαφή. Η Ορθοδοξία αναπτύχθηκε ως συστηματική θρησκεία κατά κύριο λόγο σε ελληνικά εδάφη και στην ελληνική γλώσσα. Με αυτή την έννοια αποτελεί μια «αυτόχθονη μεγάλη παράδοση». Πολλές μαγικές πρακτικές έχουν μια ακόμη μεγαλύτερη ιστορία στην Ελλάδα. Τόσο η Ορθοδοξία όσο και οι παραδοσιακές μαγικές πρακτικές αντλούν από πολιτισμικές αντιλήψεις της ύστερης αρχαιότητας προκειμένου να συγκροτήσουν ένα σώμα πρακτικών για να απευθυνθούν στα θεία. Η κοινή τους βάση στην ελληνική πολιτισμική λογική βοηθάει στην εξήγηση των τυπικών ομοιοτήτων που καμιά φορά δυσχεραίνουν τη διάκριση.

Τελετουργικός λόγος και συμβολική μετατόπιση στο ξεμάτιασμα Χριστίνα Βέικου

Προβασκάνια μορφή σε σύγχρονο σπίτι της Ιθάκης: ο φύλακας του σπιτιού κρατάει στο ένα χέρι το χατζάρι και στο άλλο ανθρώπινη κεφαλή. Η συγγραφέας παρουσιάζει και αναλύει τρεις γητειές για το κακό μάτι. Τις γητειές  συνέλεξε στη διάρκεια εθνογραφικής επιτόπιας έρευνας στην ορεινή Ελεύθερνα του νομού Ρεθύμνου στην Κρήτη, το 1989. Η πίστη στο κακό μάτι είναι ένα πολιτισμικό ιδίωμα ευρύτατα διαδεδομένο σε όλη την περιοχή της Μεσογείου. Αναφέρεται στη θρυλούμενη δύναμη κάποιων ανθρώπων να προκαλέσουν ζημιά με το να κοιτάξουν κάποιον άλλον άνθρωπο ή την ιδιοκτησία του/της. Η ζημιά που προκαλεί το κακό μάτι θεραπεύεται με ειδικές γητειές. Οι γητειές θυμίζουν προσευχές και επιτελούνται τελετουργικά πάνω από το σώμα του ανθρώπου που υποφέρει από άντρες ή γυναίκες μεγάλης ηλικίας που «ξέρουν τα λόγια» και μπορούν έτσι να απομακρύνουν το κακό. Το άρθρο εστιάζει σε δύο σημεία. Καταρχήν επιχειρεί να δείξει, στηριζόμενο στην τοπική ρητορική, ότι το φαινόμενο του κακού ματιού δεν σχετίζεται με κανενός είδους μαγεία ή μαύρη μαγεία. Οι ντόπιοι πιστεύουν ότι «το μάτι του ανθρώπου είναι φυσικό» και δεν έχει σκοπό να κάνει κακό. Η ασθένεια που προκαλείται από το κακό μάτι συμβαίνει τυχαία, είναι ένας δυνάμει κίνδυνος αλλά όχι μια ηθελημένη και κακόβουλη επίθεση. Ωστόσο, επώδυνα συμπτώματα μπορούν να προκληθούν μέσω της διαμεσολάβησης των συναισθημάτων, όταν ο άνθρωπος κοιτάζει με υπερβολικό θαυμασμό που βγαίνει μέσα από την καρδιά του. Η λογική του ξε/ματιάσματος είναι η λογική της καρδιάς και του σώματος, όχι του Λόγου και του νου: «από την αγάπη του και τη λαχτάρα του κανείς ματιάζει». Το δεύτερο σημείο αντιμετωπίζει τις γητειές για το ξεμάτιασμα ως κείμενα. Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι πρόκειται για συμβολικά δομημένες πράξεις λόγου, κείμενα επιτελεστικά που πράττουν ενώ λέγουν και περιγράφουν ενώ πράττουν, προκειμένου να ξεματιάσουν τον πάσχοντα. Με αυτές τις επιτελέσεις ο λόγος μεταμορφώνεται σε πράξη, η πράξη ενσωματώνεται και το σώμα είναι ο χάρτης πάνω στον οποίο εγγράφονται όλες οι συμβολικές μετατοπίσεις της προσβολής κατά την πορεία της θεραπευτικής τελετουργίας. Η θεραπευτική τελετουργία δραματοποιείται πάνω και διαμέσου του κορμιού του ανθρώπου που έχει θιγεί, ενώ γίνεται επίκληση στον υπερβατικό κόσμο των αγίων και στον ίδιο τον Χριστό για να καθαγιάσουν την όλη διαδικασία. Σε αυτό το πλαίσιο, το ανθρώπινο σώμα, ως πολιτισμικό όχημα, αναδεικνύεται σε τόπο μεστό νοήματος, όπου διάφορες σφαίρες εμπειρίας, προσωπικά συναισθήματα, κοινωνική διάδραση και θρησκευτική φαντασία απεικονίζονται, σε αμοιβαία νοηματοδότηση και κατανόηση.

Το μαγεμένο ρούχο Νίκος Ξένιος

Τα παιδιά φεύγουν με τον Ιάσονα και τον παιδαγωγό κρατώντας τα μαγικά δώρα της Μήδειας προς τη Γλαύκη: εικόνα από τη «Μήδεια» του Παζολίνι. Το άρθρο αφορά τη διαχρονική χρήση μιας εκδοχής της μαγείας στον ελληνικό πολιτισμό: τον φετιχισμό του υφάσματος, τη φυλακισμένη Νεράιδα, το υποκατάστατο του ερωτικού πόθου, το «σύνεργο» του πέπλου. Στις παραδόσεις πολλών λαών λαϊκές και λόγιες λογοτεχνικές αφηγήσεις συσχετίζουν το ρούχο με μαγικές πρακτικές. Το ρούχο επίσης συμβολοποιείται στη γλώσσα του ονείρου (Jung), όπου προσλαμβάνει τα γνωρίσματα ενός αρχετύπου, ίσης ανθρωπολογικής βαρύτητας με τη γυμνότητα. Το ζήτημα «ομοιοπαθητικής» μαγείας περιλαμβάνει πολλές επιμέρους πρακτικές, αλλά και κατά τόπους παραλλαγές μιας συγκεκριμένης πρακτικής. Το ρούχο φορτίζεται από τους «πρωτόγονους» πολιτισμούς με κατηγορήματα ηθικής υφής που επιβιώνουν έως σήμερα, λειτουργεί ως φορέας πολλών μαγικών ιδιοτήτων και, με «μαγικο-φαινομενικό» τρόπο, μεταδίδει τις ιδιότητες αυτές στον αποδέκτη ή το φορέα του. Ο εμποτισμός ενός ενδύματος με υγρό από κάποια μαγική συνταγή εντάσσεται, κατά τους κοινωνικούς ανθρωπολόγους, στην «ιδιωτική» εκδοχή της μαγείας, που μπορεί μάλιστα να θεωρηθεί «μαύρη» μαγεία. Η υποσυνείδητη λειτουργία «υποκατάστασης» που επιτελεί το μαγεμένο ρούχο μπορεί, ώς ένα βαθμό, να εξηγήσει και τη λειτουργία της διαφήμισης στον σύγχρονο κόσμο. Η κατανάλωση ενός προϊόντος (π.χ. η αγορά ενός ρούχου) συνδέεται άτυπα με τις ιδιότητες που ο διαφημιστής αποδίδει στο είδος αυτό. Σαν σύγχρονος σαμάνος-μάγος, ο διαφημιστής προλαμβάνει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, γνωρίζοντας σε βάθος τις τεχνικές της «σύγχρονης μαγείας» που θα καθηλώσουν το αγοραστικό κοινό και, με εντελώς «εξωλογικό» τρόπο, θα το οδηγήσουν στην κατανάλωση του προϊόντος. Με τη σειρά του, το φαινόμενο αυτό συνδέεται άρρηκτα με σύγχρονους μύθους, και συχνά μάλιστα τους παράγει.

Η ερωτική και γονιμική μαγεία στο λαϊκό πολιτισμό της νεότερης Ελλάδας Θεόδωρος Παραδέλλης

Φούρνισμα ψωμιού στην Αττική, Μουσείο Μπενάκη, Φωτογραφικό Αρχείο. Η γυναικεία γονιμότητα νοείται και μέσα από το σχήμα της παρασκευής του ψωμιού. Η ερωτική και γονιμική μαγεία αποτελεί τμήμα ενός συνόλου πεποιθήσεων, πρακτικών και εκφορών, που στηρίζεται στη μεταφορική και αναλογική σκέψη, διέπεται από μια λογική του αισθητού και του συγκεκριμένου και παρεμβαίνει στη συμβολική κοσμική τάξη προκειμένου να επιφέρει κάποια απτά αποτελέσματα. Η γυναικεία γονιμότητα στον ελλαδικό χώρο νοείται και εκφέρεται κυρίως μέσα από το μεταφορικό σχήμα της φυτικής γονιμότητας και αναπαραγωγής. Νοείται μάλιστα ως «εξημερωμένη», «γεωργημένη» φυτική γονιμότητα. Το σχήμα της γεωργημένης φυτικής γονιμότητας επισημαίνεται παντού, στα τραγούδια της αγάπης, στα γονιμικά σύμβολα του γάμου, στα γαμήλια έθιμα. Η γυναίκα αποκαλείται «χωράφι», ενώ η λέξη «σπόρος» δηλώνει το σπέρμα και το τέκνο. Σε περίπτωση ακληρίας, η γονιμότητα αναζητείται στο χώρο της φύσης. Το νερό υποβάλλει εδώ την εικόνα μιας γονιμοποιού δύναμης. Λαϊκές και λόγιες μαιευτικές αντιλήψεις συνδέουν τη γονιμότητα της γυναίκας με την υγρασία της μήτρας. Η άτεκνη, προκειμένου να «ξυπνήσει» τη δική της γονιμότητα, βοσκούσε το γρασίδι ή σερνόταν πάνω στα χόρτα λέγοντας «φάε μουνί χορτάρ’». Το «τρυποπέρασμα» είναι μια μαγική τελετουργική πράξη, κατά την οποία η άτεκνη «διαβαίνει» μέσα από τη σχισμάδα ενός δέντρου. Άλλος τρόπος αντιμετώπισης της ατεκνίας ήταν η προσφυγή «εις τα όξω», τις μαΐστρες, τις μάγισσες που έχουνε βότανα και ξέρουν ξόρκια και λυσίματα για τ’ αμπόδεμα και τα μάγια. Από τα πιο διαδεδομένα μαγικά συλληπτικά ήταν το κρεμμύδι και η σκόνη από αποξηραμένες βδέλλες. Την ίδια βασική λογική εξυπηρετούν πλύσεις, αχνίσματα και υποκαπνισμοί . Η γυναικεία γονιμότητα στον ελλαδικό χώρο νοείται επίσης και μέσα από το μεταφορικό σχήμα της παρασκευής ψωμιού. Το έθιμο θέλει η άτεκνη να τρώει ψωμί από νέο φούρνο. Σε πολλές κοινότητες οι ιερείς δεν δέχονταν πρόσφορο για τη λειτουργία από άτεκνη. Η άρνηση ισχύει και για την περίπτωση της πόρνης και της παλλακής. Ο άντρας δεν φέρει ποτέ την ευθύνη για την ατεκνία. Δεν εμφανίζεται στείρος αλλά «δεμένος» με μαγικά μέσα, εμποδισμένος, ανίκανος. Η κατάδεση γίνεται από εχθρικό πρόσωπο και έχει στόχο το ζευγάρι ή και μόνο τη νύφη. Στην ερωτική μαγεία χρησιμοποιείται και το αίμα της περιόδου που έχει ιδιαίτερη δύναμη και είναι αμφίσημο. Οι άντρες, αντίθετα, για να μαγιοποτίσουν την αγαπημένη τους, χρησιμοποιούν σπέρμα το οποίο μαραίνουν στον ήλιο. Αντίστροφα, η μαγεία που δημιουργεί μίση ή έχθρα χρησιμοποιεί ουσίες που διαλύουν ή βλάπτουν: αλάτι, γλώσσα φιδιού, κόπρανα, αίμα από σφαγμένα ζώα, χώμα από πρόσφατη ταφή κ.ά. Η μαγική πράξη βασίζεται στη δημιουργία ενός υποκατάστατου αυτού που επιθυμεί κανείς να ελέγξει. Η ομοιότητα εκλαμβάνεται ως ταυτότητα και δημιουργεί την αίσθηση της επαφής και της κυριαρχίας. Οι ουσίες που χρησιμοποιούνται (αίμα, σπέρμα, τρίχες του ηβαίου) είναι σύμβολα της σεξουαλικής πράξης και του πόθου, αλλά αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος της οντολογικής πραγματικότητας της πράξης. Επιπλέον, ενσαρκώνουν υλικά και συγκεκριμένα μια σχέση αλλά και μια πρόθεση. Η «απομίμηση» αυτή συνδυάζεται συχνά με τις ανάλογες επωδές, οι οποίες συνιστούν επιτελεστικές εκφορές σε χρόνο προστακτικής, όπου η αναπαράσταση ενός πράγματος ή μιας κατάστασης σημαίνει και την πραγματοποίησή του.

Η μαγεία στη νεότερη Ελλάδα Ιωάννης Πετρόπουλος

Εκκλησίασμα και θύμα μαγείας κατά τη διάρκεια εξορκισμού. Σε ποιο σημείο τελειώνει η θρησκεία και αρχίζει η (δημώδης) μαγική παράδοση στη νεότερη Ελλάδα; Είναι το ανθρώπινο μάτι εκ φύσεως «καλό» και δαιμονοποιείται μόνο ανάλογα με τα συναισθήματα που διακατέχουν τον φορέα του;  Είναι το μάτιασμα στην πραγματικότητα κοινωνική ασθένεια που κατά κανόνα προσβάλλει άτομα που βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο; Φτάνει στα όρια του φετιχισμού η μαγική φόρτιση ενδυμάτων και στοιχείων της ενδυμασίας; Κατάφερναν να προσελκύσουν την αγαπημένη τους οι άντρες που, ώς πρόσφατα, χρησιμοποιούσαν «αντρίκεια στάλα» (σπέρμα, δηλαδή) ξηραμένη στον ήλιο με μαγικές διαδικασίες;

Το κακό μάτι στους Έλληνες της Αυστραλίας: ταυτότητα, συνέχεια, νεοτερικότητα Βασιλική Χρυσανθοπούλου-Farrington

Το λιβάνισμα στις οικογενειακές τελετουργίες των Καστελοριζιών: προετοιμασία σταριού για το Ψυχοσάββατο. Το άρθρο αναφέρεται στα πιστεύω και τις συμπεριφορές γύρω από το κακό μάτι, όπως εκδηλώνονται στις προ-γαμήλιες τελετουργίες των Ελλήνων μεταναστών από το Καστελόριζο στο Περθ της Αυστραλίας. Το πρωτότυπο εθνογραφικό υλικό που παρουσιάζεται εδώ προέρχεται από επιτόπια έρευνα στο Περθ κατά την περίοδο 1984-1986. Η ανάλυση εστιάζεται στο ρόλο που παίζει το κακό μάτι αφενός στη διαμόρφωση της εθνοτικής κουλτούρας των Καστελοριζιών, δηλαδή της ξεχωριστής πολιτισμικής τους ταυτότητας στο ευρύτερο αυστραλιανό κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο, και αφετέρου στη μετάδοση της κουλτούρας και της ταυτότητας αυτής από τη μια μεταναστευτική γενιά στην άλλη. Το πρώτο μέρος του άρθρου διερευνά την έννοια του κακού ματιού, τη διάδοση και τις διαχρονικές του εκδηλώσεις, και παρουσιάζει κριτικά μερικές από τις πιο έγκυρες ερμηνείες του. Στο δεύτερο μέρος το κακό μάτι εξετάζεται στο πλαίσιο των προ-γαμήλιων τελετουργιών των Καστελοριζιών μεταναστών και των απογόνων τους που έχουν εγκατασταθεί στο Περθ, έχοντας σχηματίσει μια ανθηρή κοινότητα από τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Δυο διαβατήριες, προ-γαμήλιες τελετουργίες, «τα βοτάνια» και «τα μουσουκάρφια» (γαρύφαλλα), εξετάζονται ως προς τους τρόπους  με τους οποίους εκφράζουν, αναπαράγουν, μεταδίδουν και τροποποιούν καστελοριζίτικες πολιτισμικές αξίες και σύμβολα που περιστρέφονται γύρω από την έννοια του κακού ματιού. Το κακό μάτι είναι η έννοια που ενώνει αυτά τα άτομα σε μια κοινότητα «στη βάση μιας κοινής μορφής, και όχι απαραίτητα ενός κοινού νοήματος», όπως γράφει ο Antony Cohen. Κάποιοι Καστελοριζιοί δεύτερης ή τρίτης γενιάς ενδέχεται να απορρίπτουν ανοιχτά την ιδέα του κακού ματιού ως πρόληψη. Ωστόσο, επιτελούν τελετουργίες που ενσωματώνουν και εκφράζουν αυτή την ιδέα. Επιπλέον, ακόμα κι όταν αυτά τα άτομα συνειδητά απορρίπτουν την ιδέα του κακού ματιού, πολιτισμικές αξίες και συμπεριφορές, όπως είναι ο ανταγωνισμός και το κουτσομπολιό, συνεχίζουν να εκδηλώνονται ανάμεσα στους Καστελοριζιούς, χαλκεύοντας έτσι μια συνέχεια που εγγυάται τη διατήρηση μιας ιδιαίτερης ηθικής κοινότητας, με την ευρεία έννοια του όρου, μέσα στον κόσμο της νεοτερικότητας.

Άλλα θέματα: Οι πόλεις των νεκρών. Ιστορική εξέλιξη Μαριλένα Μεντζίνη

Επισκέπτες και προσκυνητές στην πλατεία Τιενανμέν, μπροστά στο μαυσωλείο του Μάο (1998). Το 1997 ανακαλύφθηκε στην Αλεξάνδρεια μια αρχαία νεκρόπολη που, για επτά αιώνες, ήταν γεμάτη συντριβάνια, δέντρα και λιθόστρωτους δρόμους, όπου οι ζωντανοί μπορούσαν να περπατήσουν, να φάνε και να επικοινωνήσουν με τους νεκρούς τους. Άρα η «νεκρόπολη» -«η πόλη των Νεκρών»- δηλώνει το «πολυάνδριο» των αρχαίων, το κοιμητήριο των χριστιανών και το νεκροταφείο των νεότερων. Ο μετασχηματισμός του κοιμητηρίου, το 18ο αιώνα στην Ευρώπη, οφείλεται στην αντικατάσταση της μεσαιωνικής θεολογίας από μια προρομαντική αντίληψη της θνητότητας. Στο γ΄τέταρτο του 18ου αιώνα, το κοιμητήριο, ως ειρηνικό τοπίο κήπου, ήταν η εναλλακτική λύση που προτιμήθηκε αντί των μακάβριων τόπων ταφής, όπου είχε οδηγήσει η θεολογία του μεσαίωνα. Το παρισινό Père-Lachaise ήταν το πρώτο και πιο ονομαστό δυτικό κοιμητήριο που σχεδιάστηκε ως γραφικό τοπίο κήπου, συνδυάζοντας τη γραφικότητα με τη μνήμη της προσωπικής απώλειας. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού, που ήρθε στο φως το 1863, συμπύκνωνε όλα τα στοιχεία του κοιμητηρίου-τοπίου. Σήμερα, ιδίως στο μοντέρνο κόσμο, τα κοιμητήρια μόλις λίγων δεκαετιών είναι ήδη κορεσμένα ή ξεχασμένα, αφού οι επισκέψεις έχουν πολύ αραιώσει. Αν και η Ανατολή, η Νότια Ευρώπη και οι Ισπανόφωνοι συνεχίζουν να θεωρούν το κοιμητήριο κέντρο της ζωής τους, στα μάτια των υπολοίπων το μαυσωλείο, το μνημείο, ο τάφος, έχασε τη μνημονευτική λειτουργία του. Ο θάνατος μιμείται τη ζωή, τα ταφικά μνημεία αποτελούν την έκφρασή της. Το πρόβλημα της διαφορετικής αντιμετώπισης των νεκρών και της κατάταξής τους, βάσει της εν ζωή κοινωνικής τους θέσης, είναι μια ισχυρή απόδειξη γι’ αυτό.

Η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς Ροΐδω Μητούλα

Μονεμβασιά: ένας ολόκληρος βυζαντινός οικισμός με το κάστρο του προστατεύεται. Σε αντιδιαστολή προς την Αρχαιολογία, που έχει ως αντικείμενό της τα αρχαία ευρήματα, η Μνημειολογία είναι η επιστήμη που ασχολείται με την έρευνα και τη μελέτη των μνημείων. Σε ένα αστικό περιβάλλον τα μνημεία παίρνουν διάσταση πολιτισμικού κειμηλίου και επιδρούν καθοριστικά στη διαμόρφωση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του. Κάτω από την επίδραση του κινήματος του ρομαντισμού, κατά τον 19ο αιώνα ξεκινά η συστηματική καθιέρωση κανόνων δικαίου και η ίδρυση ειδικών διοικητικών οργάνων για την προστασία των αρχαιολογικών, κυρίως, μνημείων. Κάνοντας σήμερα μια επισκόπηση των κειμένων που προβλέπουν δράσεις για τη διατήρηση και προβολή της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, παρατηρούμε τη σταθερά επαναλαμβανόμενη μέριμνα για τη διατήρηση της σύνδεσης των αρχιτεκτονικών μνημείων με το ευρύτερο αστικό περιβάλλον όπου είναι τοποθετημένα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη θεώρηση του αρχιτεκτονικού χώρου ως ενιαίου, θεωρείται ότι η παράδοση που συνοδεύει το συγκεκριμένο μνημείο πρέπει να συνυπολογίζεται, ζητείται η ευαισθητοποίηση των κατοίκων και απαραίτητη κρίνεται η συνεργασία των εμπλεκόμενων φορέων. Τέλος, ευαίσθητο αναδεικνύεται το θέμα της τουριστικής εκμετάλλευσης, αφού σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να θίγεται η ακεραιότητα και η προστασία του μνημείου ούτε η συνολική εικόνα της πόλης.

Μουσείο και Επικοινωνία Μάρλεν Μούλιου, Αλεξάνδρα Μπούνια

H νέα μουσειοσκευή του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης με θέμα «Η διατροφή στην αρχαία Ελλάδα». Η έννοια της επικοινωνίας δεν περιορίζεται στις δραστηριότητες που μπορεί να οργανώσει ένας μουσειακός οργανισμός εντός και εκτός του φυσικού του χώρου. Εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια, τα μουσεία δέχονται πιέσεις να βελτιώσουν την απόδοσή τους, ιδιαίτερα σε σχέση με άλλους τομείς της «βιομηχανίας του ελεύθερου χρόνου». Η πρόκληση που τα μουσεία αντιμετωπίζουν σήμερα είναι να συνδυάσουν αποτελεσματικά όλες τις παραδοσιακές αξίες του μουσείου ως οργανισμού, με το ενδιαφέρον για την ενεργό και αμφίδρομη συνεργασία με όλους τους κοινωνικούς φορείς. Στόχος είναι να εδραιωθεί βαθιά μέσα στην κοινωνική συνείδηση η σημασία του μουσείου ως φορέα αξιών και ποιότητας.

Έρευνα κοινού και αξιολόγηση στα μουσεία Θεανώ Μουσούρη

Άποψη της νέας έκθεσης γεωλογίας (Earth Galleries) στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου. Η επικοινωνία του μουσείου με το κοινό αποτελεί πια το κέντρο της μουσειακής πρακτικής. Τα εκθέματα είναι η αφετηρία για την ερμηνεία του θέματος που αντιπροσωπεύουν. Η ερμηνεία των εκθεμάτων συνδυάζεται με τις προσδοκίες και τις ανάγκες των επισκεπτών. Η γνώση κτίζεται και μεταδίδεται μέσα σε κοινωνικό περιβάλλον. Ο ρόλος των επισκεπτών σε αυτή τη διαδικασία είναι ενεργητικός. Οι επισκέπτες δεν είναι «άδεια δοχεία» που πρέπει να γεμίσουν με γνώση, αλλά φτιάχνουν τις νοητικές δομές πάνω στις οποίες κτίζουν τη γνώση. Η χρήση του όρου «κοινό» είναι παραπλανητική γιατί κρύβει την ποικιλία και τις διάφορες κοινωνικές ομάδες που το συναπαρτίζουν. Βασικά δημογραφικά στοιχεία αποτελούν το πρωταρχικό υλικό για να καθορίσει το μουσείο το προφίλ των επισκεπτών του. Περαιτέρω έρευνα μπορεί να προσφέρει στοιχεία σχετικά με τους λόγους της επίσκεψης, τα ενδιαφέροντα, τις γνώσεις, τις επιθυμίες, τις προσδοκίες των επισκεπτών. Το πρώτο στάδιο της αξιολόγησης είναι η προκαταρκτική (front-end) αξιολόγηση που συμπίπτει χρονικά με το στάδιο της σύλληψης της αρχικής ιδέας για μια καινούργια έκθεση ή ένα καινούργιο πρόγραμμα. Όταν η έκθεση παίρνει σάρκα και οστά, τότε γίνεται η διαμορφωτική (formative) αξιολόγηση. Η ολική/διορθωτική αξιολόγηση γίνεται όταν η έκθεση ανοίγει για το κοινό. Το παραπάνω μοντέλο για έρευνα κοινού και αξιολόγηση καλεί τους εργαζόμενους στα μουσεία να επαναπροσδιορίσουν το μέτρο με το οποίο κρίνουν την επιτυχία της δουλειάς τους και τον τρόπο με τον οποίο παίρνουν αποφάσεις. Αυτό υπαγορεύει τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του μουσείου ως δημόσιου εκπαιδευτικού οργανισμού ώστε να καλύπτει τις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας.

Σκέψεις για τη μουσειακή εκπαίδευση και επικοινωνία στη μεταμοντέρνα εποχή Eilean Hooper-Greenhill

Το Βρετανικό Μουσείο, στο Λονδίνο. Τα μουσεία στη σημερινή τους μορφή είναι δημιουργήματα του Διαφωτισμού, ιδρύματα της Μοντέρνας περιόδου που επικαλέσθηκε τη λογική για να εκτοπίσει τις προκαταλήψεις και τις υποκειμενικές γνώσεις προηγούμενων εποχών. Σήμερα βρισκόμαστε πιο κοντά στο να καταλάβουμε ότι η γνώση είναι ιστορικά προσδιορισμένη. Οι απόλυτες βεβαιότητες του Μοντερνισμού έχουν αντικατασταθεί από τη ρευστότητα του Μεταμοντερνισμού. Το κύριο χαρακτηριστικό των επισκεπτών του μουσείου σήμερα είναι ότι αντιλαμβάνονται τα πράγματα σύμφωνα με τις ιδιαίτερες ανάγκες τους, τις μαθησιακές τους προτιμήσεις και τις κοινωνικές και πνευματικές τους ιδέες και προκαταλήψεις. Το παλιό παθητικό «ευρύ κοινό» έχει εξελιχθεί σε νέους «ενεργούς επισκέπτες». Οι θεωρίες μάθησης και επικοινωνίας χρησιμοποιούνται για να ερμηνεύσουν την εμφάνιση του μεταμοντέρνου ενεργού επισκέπτη. Αν εξετάσουμε συγχρόνως τις μαθησιακές και επικοινωνιακές θεωρίες, και αν λάβουμε υπόψη τις ιστορικές τους αλλαγές, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι, κατά τα τελευταία διακόσια περίπου χρόνια, έχουν επικρατήσει μια θετικιστική επιστημολογία, μια διδακτική μαθησιακή θεωρία και μια μεταδοτική άποψη της επικοινωνίας. Οι αποδέκτες της μεταδιδόμενης γνώσης θεωρούνταν ως αδιαφοροποίητη μάζα και ως γνωστικά παθητική. Το μεταδοτικό μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί σε μια έκθεση που σχεδιάζεται για το «ευρύ κοινό». Πρόκειται για μια μέθοδο δημιουργίας εκθέσεων εδραιωμένη από καιρό, που εφαρμόζεται ακόμη σε πολλά μουσεία και πινακοθήκες. Σταδιακά τον τελευταίο μισό αιώνα, και ταχύτερα τα τελευταία είκοσι χρόνια, μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια κίνηση στην εκπαιδευτική και επικοινωνιακή θεωρία, που αποδέχεται ότι οι άνθρωποι δρουν ενεργά για να κατανοήσουν το κοινωνικό τους περιβάλλον και ότι συνυπάρχουν πολλαπλές και κάποτε αντίθετες απόψεις. Αυτή η τελετουργική ή πολιτισμική άποψη εισηγείται ότι η «πραγματικότητα» δεν έχει πεπερασμένη ταυτότητα, αλλά αποκτά ύπαρξη, παράγεται, μέσω της επικοινωνίας. Ό,τι «γνωρίζουμε» παράγεται μέσα από την προσωπική κατασκευή νοημάτων, αλλά και μέσα από την εξέταση και την εκλέπτυνση της ερμηνείας μας στο πλαίσιο ουσιαστικών κοινοτήτων.

Μουσεία για τους ανθρώπους ή για τα αντικείμενα; Μαρία Οικονόμου

Αναπαράσταση της ζωής πάνω σε μοντέλο πλοίου του 17ου αι. στο Ναυτικό Μουσείο του Άμστερνταμ. Τα μουσεία ανταποκρίθηκαν με διάφορους τρόπους στο πρόβλημα της ερμηνείας και της έλλειψης των αρχικών συμφραζομένων των συλλογών τους. Κάποιες μουσειακές εκθέσεις δείχνουν να αντικατοπτρίζουν ακόμη στοιχεία από τον παλιό τους ρόλο ως συλλογές θαυμαστών και αξιοπερίεργων αντικειμένων («cabinets de curiosités») που συνοδεύονται από ελάχιστες πληροφορίες. Στο άλλο άκρο βρίσκεται η προσπάθεια ανάπλασης και αναπαράστασης του παρελθόντος, το «όπως ήταν». Αρκετά μουσεία συνειδητοποίησαν τον ελιτίστικο ρόλο τους και επιχειρούν με διάφορους τρόπους ένα άνοιγμα στο κοινό και σε μη προνομιούχες ομάδες της κοινότητας. Η χρήση ποικίλων ερμηνευτικών μέσων μπορεί να εξυπηρετήσει την επικοινωνία με το κοινό και να ενισχύσει την κατανόηση και τη μάθηση στο μουσείο. Η εμπειρία της επίσκεψης στο μουσείο είναι ένα σύνθετο φαινόμενο και επηρεάζεται από την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων. Περιλαμβάνει την προσωπική διάσταση (τον μοναδικό συνδυασμό εμπειριών, ενδιαφερόντων και γνώσεων κάθε επισκέπτη), την κοινωνική διάσταση (τη σχέση με τους φίλους ή την οικογένεια, τους άλλους επισκέπτες, το προσωπικό του μουσείου) και τη φυσική διάσταση (την αρχιτεκτονική και την ατμόσφαιρα του συγκεκριμένου κτηρίου, τα φυσικά χαρακτηριστικά των συλλογών, την άνεση ή τη σωματική κούραση που νιώθει κάθε επισκέπτης). Και οι τρεις αυτοί παράγοντες έχουν άμεση επίδραση στο πως θα βιώσουν το μουσείο οι επισκέπτες. Τα διαδραστικά συστήματα πολυμέσων, όταν χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά, μπορούν να συνοδεύουν τις εκθέσεις ως ισχυρό ερμηνευτικό εργαλείο.  Προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες του (διαχείριση συλλογών, εξυπηρέτηση του κοινού, έρευνα), το μουσείο οφείλει να έχει βαθιά γνώση των συλλογών του και ένα καλά οργανωμένο σύστημα καταγραφής των μουσειακών πληροφοριών.

Ο Δίκτυς, ο Δάρης, ο Benoit και το δόγμα του «αρχαϊσμού» των επών Βαγγέλης Πανταζής

Σε αυτό το ερυθρόμορφο αγγείο του 490-480 π.Χ. ο Διομήδης κρατάει ασπίδα με διπλή λαβή. Ο Όμηρος όμως γνωρίζει μόνο ασπίδες με μια λαβή και ιμάντα. Ο Πόλεμος της Τρωάδος, έμμετρη ελληνική μετάφραση του 14ου αιώνα, του έπους που είχε γράψει στα γαλλικά τον 12ο αιώνα ο Benoît de Saint-Maure, δείχνει με τρόπο ανάγλυφο πόσο δύσκολο είναι να διατηρήσει ένας ποιητής την ιστορία του παρελθόντος ανεπηρέαστη από τις επιδράσεις της εποχής του. Από αναπόφευκτους αναχρονισμούς βρίθουν και τα Χρονικά του Δάρητος του Φρυγός και του Κρητικού Δίκτυος, κείμενα της ελληνιστικής-ρωμαϊκής εποχής που, υποτίθεται, αποδίδουν τα πραγματικά γεγονότα του Τρωικού πολέμου, όπως τα είχαν αφηγηθεί αυτόπτες μάρτυρες. Στόχος των παρατηρήσεων του συγγραφέα είναι το δόγμα του «αρχαϊσμού των επών», η άποψη ότι ο «ποιητής» των ομηρικών επών, που φέρεται να έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ., επέλεγε με επιμέλεια κατά την αφήγησή του τα στοιχεία που αντιστοιχούσαν στην εποχή των τρωικών γεγονότων, αποκλείοντας παράλληλα συστηματικά ό,τι αντιστοιχούσε στη δική του εποχή, αποφεύγοντας έτσι κάθε αναχρονισμό. Άποψη του συγγραφέα είναι ότι τα έπη, δημιουργήματα της εποχής η οποία απεικονίζεται σε αυτά, συντέθηκαν στο πέρασμα από τον 11ο στον 10o αιώνα π.Χ.

Ανοίγοντας τα μουσεία στο κοινό Nick Merriman

Το Κέντρο Συντήρησης των Εθνικών Μουσείων του Merseyside στο Λίβερπουλ. Η ιστορία του προικοδότησε το Μουσείο με μια δημόσια εικόνα ελάχιστα κολακευτική: σκονισμένο και νεκρό ίδρυμα, προσείλκυε λίγους και εκλεκτούς μορφωμένους που διαχωρίζονταν από τους αμόρφωτους μη-επισκέπτες. Το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα αρκετοί παράγοντες ανέτρεψαν τα δεδομένα: α) η συνειδητοποίηση του ανερχόμενου κοινωνικού ρόλου του μουσείου στο πλαίσιο της εκπαίδευσης και της εξέλιξης της κοινότητας· β) η απαίτηση για περισσότερη υπευθυνότητα στη διαχείριση δημοσίων κονδυλίων· γ) ο αυξημένος ανταγωνισμός από τους άλλους τομείς της «βιομηχανίας της πολιτισμικής κληρονομιάς» και από το σύνολο της βιομηχανίας της ψυχαγωγίας. Τα μουσεία προβληματίστηκαν για το πως θα κατάφερναν να προσελκύσουν ένα ευρύτερο και κοινωνικά αντιπροσωπευτικότερο κοινό. Μια από τις πολλές Έρευνες Κοινού αποκάλυψε ότι, αν και η μάθηση αποτελεί σημαντικό συστατικό της επίσκεψης στο μουσείο, η συντριπτική πλειοψηφία των επισκεπτών θεωρεί την επίσκεψη κοινωνική δραστηριότητα που γίνεται με τη θέλησή τους στον ελεύθερο χρόνο τους. Κύριο μέλημα της πρακτικής του μουσείου είναι τώρα η κατανόηση των προκαταλήψεων και των αναγκών τόσο των επισκεπτών όσο και των μη-επισκεπτών, και η συμμετοχή τους στο σχεδιασμό των εκθεμάτων και των άλλων ερμηνευτικών μέσων. Έχοντας παραθέσει συγκεκριμένα παραδείγματα επιτυχημένου συνδυασμού της θεωρίας με την πράξη, ο συγγραφέας διαπιστώνει πως το μουσείο έχει αρχίσει να μετατρέπεται από ναό για τη μετάδοση ιερών γνώσεων στις παθητικές μάζες, σε φόρουμ ζωντανών διαβουλεύσεων και αλληλεπιδράσεων. Το νέο «ανοιχτό» μουσείο είναι κοινωνικά συνυφασμένο με τους επισκέπτες του, ενώ η μουσειακή εμπειρία γίνεται πιο συναλλακτική από ποτέ.

Αλέκου Ε. Φλωράκη, «Μαρμάρινα λαϊκά τέμπλα της Τήνου» Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά, Γιώργος Καραδέδος

Το Μουσείο Μαρμαροτεχνίας στον Πύργο της Τήνου. Τον Δεκέμβριο του 1998 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Αλέκου Ε. Φλωράκη, Μαρμάρινα λαϊκά τέμπλα της Τήνου από τις εκδόσεις Τήνος. Το 1996 κυκλοφόρησε το βιβλίο των Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά, Γιώργου Καραδέδου και Γιώργου Λάββα, Η εκκλησιαστική μαρμαρογλυπτική στις Κυκλάδες από τον 16ο ώς τον 20ό αιώνα, Αθήνα, εκδόσεις Φιλιππότη. Οι δύο από τους συγγραφείς της Εκκλησιαστικής μαρμαρογλυπτικής, που υπογράφουν το παρόν άρθρο, διαπιστώνουν ότι το περιεχόμενο του βιβλίου τους  επικαλύπτεται με αυτό του Φλωράκη. Τα Μαρμάρινα λαϊκά τέμπλα φέρουν στο εσωτερικό τους τη χρονολόγηση 1996, «εσκεμμένη προχρονολόγηση», που εκφράζει την πρόθεση του Φλωράκη να αποφύγει κάθε αναφορά στο δικό τους βιβλίο, από το οποίο δανείζεται συνεχώς στοιχεία σε διάφορα επίπεδα. Δια του λόγου τους το αληθές, οι συγγραφείς παραθέτουν ενδεικτικό κατάλογο με κάποια από τα πολλά σημεία επαφής.

Υπέρυθρη φωτογραφία Αριστείδης Κοντογεώργης

Έγχρωμη φωτογραφία από έγχρωμη διαφάνεια (Kodak Ektachrome Infrared EIR) με φίλτρο Νο 12. Η υπέρυθρη φωτογραφία σε εξωτερικές λήψεις χρησιμοποιείται για την απόκτηση τεχνικών και επιστημονικών πληροφοριών και για τη δημιουργία ασυνήθιστων εικαστικά εικόνων. Η ιδιαιτερότητα του υπέρυθρου φιλμ οφείλεται στην ιδιότητά του να καταγράφει αυτό που δεν μπορεί να ΅καταγράψει΅το μάτι. Λόγω της ιδιότητας των υπέρυθρων ακτίνων να διαπερνούν την ομίχλη, το υπέρυθρο φιλμ έχει χρησιμοποιηθεί πολύ σε αεροφωτογραφίσεις,. Στην αρχαιολογία η υπέρυθρη αεροφωτογραφία χρησιμοποιείται επειδή είναι πολύ χρήσιμη στον εντοπισμό λειψάνων αρχαίων οικισμών ή κατασκευών. Η υπέρυθρη φωτογραφία έχει αποδειχθεί πολύ χρήσιμο εργαλείο στη συντήρηση έργων τέχνης, ιδιαίτερα στην εξέταση πινάκων ζωγραφικής, αγιογραφιών, υφασμάτων, δερμάτων και περγαμηνών. Πολύτιμη είναι η συμβολή της και στην αποκρυπτογράφηση κειμένων δυσδιάκριτων λόγω της φθοράς τους από το χρόνο και της εναπόθεσης ρύπων. Επιπλέον, η διεισδυτική ικανότητα της υπέρυθρης ακτινοβολίας καταγράφει λεπτομέρειες καλυμμένες με ημιδιαφανές βερνίκι, αναγνωρίζει και εντοπίζει τυχόν επιζωγραφίσεις και παλαιότερες επεμβάσεις. Μπορεί μάλιστα να αποτελέσει το μέσον ταυτοποίησης των έργων ζωγραφικής. Ο συγγραφέας παρουσιάζει την ασπρόμαυρη και την έγχρωμη υπέρυθρη φωτογραφία συζητώντας αναλυτικά για τη φωτογραφική μηχανή, τους φακούς και την εστίαση, τα φίλτρα και τα φιλμ: είδη, ευαισθησία, αποθήκευση, τοποθέτηση στη μηχανή, εμφάνιση, εκτύπωση.

Οι γεωλογικές έρευνες και η Ιλιάδα Παναγιώτης Μάλφας

Αναπαράσταση της Τροίας VI. Από το A Guide to Troia, 1997. Τα τελευταία χρόνια οι έρευνες στην Τροία ενδιαφέρουν και τους γεωλόγους. Σκοπός τους είναι να διευκρινιστεί το τοπογραφικό περιβάλλον της Τροίας για την εποχή του Τρωικού πολέμου και να εξακριβωθεί αν ο χώρος προς βορρά και γύρω από το ύψωμα του οχυρού ήταν, όπως και σήμερα, ευρέως πεδινός ή ήταν θάλασσα. Έτσι θα μπορούσε να απαντηθεί το παλαιό ερώτημα, εάν οι πολεμικές περιγραφές της Ιλιάδας προσαρμόζονταν επί πραγματικού εδάφους ή ήταν φανταστικές. Κι αυτό γιατί, ενώ σύμφωνα με τον Όμηρο οι συγκρούσεις Αχαιών και Τρώων εντοπίζονται μεταξύ της Τροίας και της ακτής του Ελλησπόντου, σύμφωνα με τον Στράβωνα τον χώρο αυτό τον εκάλυπτε θάλασσα. Στον τουριστικό αρχαιολογικό Οδηγό της Τροίας ενσωματώνονται δύο παλαιογεωγραφικοί χάρτες. Οι χάρτες εμφανίζουν την προϊστορική Τροία να περιβάλλεται από τα δυτικά και τα βόρεια είτε από θάλασσα (στον έναν), είτε από δέλτα ποταμών, βάλτους και παράκτιες λιμνοθάλασσες (στον άλλον). Εξετάζοντας τους χάρτες ο συγγραφέας εντοπίζει μια τρανταχτή αντίφαση και, αφού εκθέσει τα δικά του επιχειρήματα, θέτει τελικά το ερώτημα: αφού ο Όμηρος, όπως και ο Στράβων, είχε να κάνει με ακατάλληλο για τις περιγραφές της Ιλιάδας τοπογραφικό περιβάλλον, καθώς η μεταβολή του τοπίου στην Τροία είχε γίνει πολύ πριν απ’ αυτόν, αφού ο ίδιος μας διηγείται την εξαφάνιση του στρατοπέδου των Αχαιών που συντελέστηκε μετά τον πόλεμο (Ιλιάδα Μ 13-30), από ποιόν έγινε αυτή η καταπληκτική προσαρμογή στο τότε τοπογραφικό περιβάλλον της Τροίας; Απάντηση: από εκείνους που έζησαν τα γεγονότα του Τρωικού πολέμου. Επομένως η Ιλιάδα δεν είναι Μύθος, είναι Ιστορία.

Μουσείο: Το Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας Φανουρία Δακορώνια

Όστρακο της Μυκηναϊκής εποχής με παράσταση πολεμικού πλοίου. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας στεγάζεται στον αναστηλωμένο στρατώνα των χρόνων του Όθωνα, που βρίσκεται στον κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο του κάστρου της πόλης. Το αρχαιολογικό υλικό που εκτίθεται στο Μουσείο προέρχεται κατά κύριο λόγο από ανασκαφές των τελευταίων χρόνων, σωστικές και συστηματικές, και αντιπροσωπεύει όλα τα στάδια του πολιτισμού στο νομό Φθιώτιδας, από την αρχαιότερη Νεολιθική μέχρι και τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Το σημαντικότερο γλυπτό που διαθέτει το Μουσείο Λαμίας, μοναδικό για την εικονογραφία του παγκοσμίως, είναι το μαρμάρινο αναθηματικό ανάγλυφο στην Αρτέμιδα Ειλείθυια του τέλους του 4ου αιώνα π.Χ., το οποίο τεχνοτροπικά εντάσσεται στον κύκλο της Πραξιτέλειας σχολής.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού "Αρχαιολογία"

Πληροφορική: Αρχαιολογικά cd-rom για ενημέρωση, διδασκαλία και ψυχαγωγία Κατερίνα Χαρατζοπούλου

ΑΙΓΥΠΤΟΣ, 1156 π.Χ. Το αίνιγμα του βασιλικού τάφου. Πολιτιστικό παιχνίδι που εκδίδει η Ένωση Γαλλικών Μουσείων (RMN). Παρουσιάζεται μια επιλογή από τις ξενόγλωσσες ηλεκτρονικές εκδόσεις σε CD-ROM που απευθύνονται κυρίως σε ένα ευρύ κοινό. Στην επιλογή αυτή εκπροσωπούνται χρονολογικές περίοδοι και πολιτισμικές ενότητες εκτός των ορίων της ελληνικής αρχαιολογίας. Παρουσιάζονται ακόμη πανεπιστημιακές και εμπορικές εκδόσεις, και συνεπώς ποικίλες προσεγγίσεις για την επιλογή και την επεξεργασία του περιεχομένου και την τυπολογία των προϊόντων. Οι τίτλοι ομαδοποιούνται στις εξής κατηγορίες: 1. Εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και δυναμικές αναπαραστάσεις: α) Perseus 2.0: Interactive Sources and Studies on Ancient Greece, β) Atlas of Ancient World, γ) The Ancient Civilizations of the Mediterranean 2. Ανασκαφικά δεδομένα με τη μορφή πολυμέσων· προτάσεις δημοσίευσης και ερμηνείας: α) çatal Höyük. When humans first began to live in cities, β) Pseira, A Bronze Age Seaport in Minoan Crete. Introduction to the Site 3. Εξερευνήσεις αρχαιολογικών χώρων: α) Délos. Base de données d’images archéologiques, β) Exploring Ancient Cities: Crete, Petra, Pompeii, Teotihuacan, γ) I Greci in Occidente 4.  Υποβρύχιες ανακαλύψεις: Le trésor du San Diego. A la recherche du galion perdu 5. Παρουσίαση μνημείων και συλλογών: α) The Trajan Column on CD-ROM, β) Musée du Louvre, les antiquités, γ) La Vénus de Milo 6. Θέματα πολιτισμού και ιστορίας: α) La mythologie antique, rencontre avec les dieux et les héros, β) Classical Mythology: History, Legends, Influences, γ) The Ancient Greek Theatre 7. Θέματα ιστορίας της αρχαιολογίας και επικοινωνίας: α) La conquête de l’archéologie modern, β) Kérylos 8. Παιχνίδια για όλους: Égypte 1156 av. J.-C. L’énigme de la tombe royale.

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

English summaries: Magic in modern Greece Ioannis Petropoulos

Out of the five articles in this survey, three deal with the question of the “evil eye”, an incontestably “paganistic” belief in magic that is one of the oldest in the Greek-speaking world. The distinction between religious belief in the evil eye and belief in magic, is so fine that it is hard to draw the line between the two. What conclusions, asks the writer, can be drawn from fieldwork made on the power of the “eye”? This research was conducted at the Cretan village Eleftherna near the town of Rethymnon . What makes the descendants of the immigrants from Castelorizo in Perth, Australia so different from their forefathers? Other questions discussed are the use of herbs in magical potions, the magical properties of certain items of clothing which borders on fetishism, the role of magic in providing or standing in the way of fertility.

Magic and Orthodoxy Charles Stewart

The category of "magic" is not permanently fixed. Yesterdays magic may become today's religion and vice versa. In this article the boundaries between magic and Orthodox Christianity in Greece are explored through historical and contemporary anthropological data. The evil eye offers one example of a practice that was once considered as superstitious but which the official Church later embraced. The latter part of the article considers further the reasons why the boundaries between magic and religion are unclear. Christian Orthodoxy developed as a systematic religion largely in Greek territory and in the Greek language. In this sense it constitutes an "indigenous great tradition". Many magical practices have an even longer history in Greece. Both Orthodoxy and traditional magical practices draw on late antique cultural conceptions to articulate a body of practices for appealing to the sacred. This common basis in Hellenic cultural logic helps to explain the formal similarities that sometimes make them difficult to distinguish.

Spells Against the Evil Eye Christina Veikou

This paper presents and analyses the text of three spells against the evil eye. The spells were collected by the author from native men and women evil eye heaters during ethnographic fieldwork at a mountain village in central Crete in 1989. The belief in the evil eye is a cultural idiom widespread throughout the Mediterranean area. It refers to the alleged power that some people are considered to have to cause harm by looking at another person or his/her property. Evil eye affliction is cured when special prayer-like spelis are ritually performed over the body of the afflicted person by folk healers, elderly men or women, who "know the words" and can thus take the evil away. The paper has two main focuses. The first is to show, on the basis of indigenous rhetoric, that the evil eye phenomenon is not related to any kind of sorcery or black magic. Native people think that the evil eye is a natural properly, a physical quality, that means no purposeful harm. The illness caused by the evil eye happens accidentally, it is a potential danger, but not a deliberate and malevolent attack. Painful symptoms may occur, however, through the mediation of sentiments, when the looking person expresses excessive admiration that comes straight out from his/her heart. The second point refers to the spells as texts. The suggestion is that they are symbolically constructed speech acts, which do not only say, but actually do things, in order to cure the suffering. The healfnq ritual is enacted on and through the body of the afflicted person, whereas holy entities are invoked to sanctify the entire procedure In this context, the human body, as a cultural vehicle, seems to be a meaningful locus, where various spheres of experience, personal feelings, social interaction and religious imagination, are represented, mutually signified and understood.  

The Evil Eye Among the Greeks of Australia: Identity, Continuity and Modernization Vassiliki Chryssanthopoulou-Farrington

This article deals with the beliefs and attitudes concerning the evil eye, as they are manifested in the pre-wedding ritual of the Casteilorizian Greeks of Perth, Australia. The evil eye is considered as regards the Castellorizian ethnic culture and identity in the broader Australian social framework and the transmission of this culture from one generation of immigrants to another. In the first part of the paper the concept of the evil eye, its dissemination and manifestation through the ages are examined, and some of its most valid interpretations are reviewed. In the second part the evil eye is considered in the context of the pre-wedding rituals of the Greek immigrants from Casteilorizo island, and their descendants, who have settled in Perth and have formed a vibrant community, since the early years of our century. Two pre-wedding rites, the blessing and spreading of votania (wild herbs} and the threading of mousoukarfia (cloves), are examined as regards the ways they express, reproduce, transmit and modify Castellorizian cultural values and symbols that revolve round the concept of the evil eye. The evil eye is the notion that unites these individuals into a community "on the basis of a shared form, though not necessarily of a shared meaning", to quote Antony Cohen. Some CasteNorizians of the second or third -generation may overtly reject the idea of the evil eye as being a "superstition". Yet, they perform rites that embody and express this idea. Moreover, even when these individuals consciously reject the idea of the evil eye, cultural values and attitudes, such as competition and gossip, continue to be expressed among the Castellorizians, thereby forging a continuity that guarantees the perpetuation of a community with its own "moral" quality in a modernized world.

The Enchanted Garment Nikos Xenios

This article refers to a version of magic, present throughout Greek civilization: the fetishism of cloth, the imprisoned fairy, the substitute of erotic desire, the “instrument" of veil. In many traditions we find folk and learned narrations about magical practices related to clothes. The garment also has its own symbolism in the language of dreams (Jung), where it takes on the features of an archetype, and shares with nudity the same anthropological gravity. “Homeopathic" magic includes many individual performances and regional versions of an actual practice. The garment is charged by "primitive" civilizations with ethical qualities, that have survived until today, it functions as a vehicle of many magical properties, and, through a magic-like way, it passes these properties on to its user. The impregnation of a garment with a magic potion belongs, according to social anthropologists, to the "private" version of magic, which can also be considered as "black" magic.

The Erotic and Fertility Magic in the Folk Culture of Modern Greece Theodoros Paradellis

This article deals with the content, meaning and use of erotic and fertility magic in the popular culture of modern Greece. Magic is approached as a unified ensemble of representations, practices and expressions aimed at influencing experienced reality. The two interrelated phenomena -love and fertility- are considered in the ideological and cosmological context of popular culture, with a view to illuminating their inner logic. The description and interpretation of some typical examples is attempted in relation to the inexpressible mental schemes through which fertility and sexuality are conceived and articulated in popular culture.

Museums and communication Marlen Mouliou, Alexandra Bounia

The notion that museums are not just safe-keepers of artefacts but mainly there to promote a better life-style for all, is one of the reasons that made the Museums Association in Gt Britain replace in 1998, the definition it had adopted 20 years back of what museums stand for. It now seems that museums are there for the purpose of improving communication with their existing public but also to increase their number of visitors. To this purpose museums’ communication strategy includes activities taking place inside and outside of actual museum buildings. This is not all. The ultimate purpose of the new communications strategy for museums is to make it clear to the public that museums are important in upholding values and quality of life in all strata of society.

Opening up Museums to the Public Nick Merriman

For most of their history, museums have viewed their visitors as passive recipients of knowledge. As a result the public image of museums is that they are rather boring and hard work. This article summarises recent work which involves the public much more in the work of the museum, and "opens up" the institution to a much greater extent than ever before. Examples are given of successful ways In which museums have worked with the public to provide them with a better experience, and to attract a wider audience. This has included new approaches to exhibitions, handling objects, new technology, and outreach work.

Thinking about museum education and communication in the post-modern age Eilean Hooper-Greenhill

During the last half-century and gathering pace in the last twenty years, there is a move in education and communication theory towards acknowledging people as active in making sense of their social environments and towards acknowledging that plural and sometimes conflictual views exist. Consequently, the museum world has begun to accept the museum visitors far from being a homogenous mass of people, are individuals with their own particular needs, preferred learning styles and cultural agendas. The active post-modern museum visitor can be explained and approached through theories of learning and communication. These theories may also influence museums in their definition and understanding of their role in contemporary and future societies, of their impact on people and of their power to define past, present and future.

Museums for People or for Objects? Maria Economou

Museums have responded differently to the problem of interpretation and the lack of the original context of their collections. Some have conserved their image as "cabinet of curiosities", presenting beautiful objects with little information about them, while others have opted for a "slice of the past" approach, thus trying to recreate the past "as it was." A number of museums have realized their elitist role and are trying different ways of opening up to the public and to disadvantaged sections of the community. The use of various interpretation media can assist the communication with the audience and enhance understanding and learning in the museum. The museum visit is a multifaceted phenomenon that includes the interaction between three different contexts, the personal, the social, and the physical. Interactive multimedia applications, when used effectively, can be a powerful interpretation medium in exhibitions. In order to perform successfully its functions (collections management, public service, research), the museum needs to have deep knowledge of its collections and a well-organized system of recording museum information.

Research and Evaluation of the Museum Public Theano Mousouri

The rapid changes in the economy, politics and technology of our century have influenced the course of development and the structure of the European museums. The continuous need for democratization and the new alternatives in financing have led museums to study and re-define their relationship with their public. These changes have created -and continue to create- tensions in the museums, since they stress the need for a re-examination of their value and role in modern society. The education of and the communication with the public has become one of the most fundamental functions of a modern museum To achieve this objective, many museums are conducting a research of their public, in order to understand the motives, expectations and interests of their visitors, and to evaluate the success of exhibitions, programs and other services they offer. The purpose of this article is to explain what the research and evaluation of the museum public is, and how the results of such surveys can contribute to the improvement of the function and performance of a museum.

Dictys. Dares, Benoit and the Dogma of the «Archaism» of the Epics Vangelis Pantazis

In the Homeric epics a past world is represented, a world dead even before the time these poems had presumably been composed, that is the 8th century B.C., according to the prevailing view. The political georgraphy to which the epics refer had changed and been forgotten long before the historic era. How, then, can we explain the gap separating the time of the poet from the actual time he describes in his poems? The usual answer remains invariably the same: the poet was systematically archaizing. However, this answer generates two even more serious questions: a. How could a poet of the 8th century B.C. have possed archaeological knowledge available only to expert archaeologists of our time? b. Is it possible that he was functioning with motives sensible only to the modern, analytic philologists? Numerous, strong and indicative are the anachronistic symptoms occuring in the 12th-century French epic La-guerre de Troade. by Benoit de Sainte Maure. Medieval knights, Turks, even Chinese in the fringe of the narration, share the epoch of the Trojan War along with the Homeric heroes. This undoubtedly proves ground¬less the assertion that Homer -and even more Homers was systematically and successfully archaizing. Thus. the phenomenon of the antiquated world, consistently pictured in the Homeric poems, can satisfactorily be explained, if we dare to accept that the time of their final composition was very close to the era they represent.

The Protection of the Architectural Heritage Roido K. Mitoula

The research into the cultural course of a people and the study of its history and past decisively contribute to the understanding of its specific physiognomy and identity. The architectural heritage records, in the most explicit and legible way, this cultural course, therefore its protection is universally considered as indisputable. This article deals with the concept of monument and its significance for the formation of a city's physiognomy as well as with the value of the architectural monuments, being an essential part of the cultural heritage of a place. Then the necessity of protecting the cuttural tradition and the relevant efforts made so far are presented, while emphasis is faid on the architectural heritage and the European examples in particular. Finally, the article ends with a series of interesting findings and conclusions.

Infra-red Photography Aristeidis Kontogeorgis

The infra-red photography has already been known since the late nineteenth century. In the 1930s, thanks to the invention of new chemical methods, it became easy and simple in its use. alike black-and-white photography. The special quality of the infra-red film is due to its property to record what the eye cannot. The infra-red photos are particularly interesting and are counted among the most important instruments of many scientists (e.g. in archaeology, medicine, astronomy). In parallel with their scientific applications, the infra-red films have become especialfy popular among artistic photographers professionals and amateurs as well-, who, by exploiting their unique properties, reveal an entirely different visual reality to the public, creating photographic pictures that cannot be produced using the conventional, ordinary films.

Troas. In search of the Achaean Camp Panayotis Malfas

Where did the battles of the Achaeans and Trojans take place? Was the battlefield of the Trojan War located in the plains lying north of Troy towards the Hellespont where today’s city lies or inland where the geographer Strabo placed it in the 1st century BC? In Strabo’s day, Troy, which went by the name of New Ilion at the time lay so close to the coast that the geographer thought there was insufficient space for a battlefield. It seems however, as recent geological research shows, that the sea had flooded the coast before Strabo’s time and that the landscape had altered more than once since the Trojan war. In 1872 the discovery of Troy was based on the assumption that the site of the battle was a plain, unchanged since the Prehistoric age. However, alluvial river deposits are still to be found far into the coast north of Troy. The purpose of this article is on one hand to show that the geological event that caused the alteration of the landscape is to be found in verses M:13-30 of the Iliad, and on the other hand to prove that the Homeric narration alludes to the seismic event that destroyed Troy VI in 1275 BC.

Necropolises: A Historical Evolution Marilena Mentzini

As a matter of fact there has never been only one treatment of mortality throughout history, since the social, cultural, customary, religious and perceptive way of life, as well as the economic and geographical data of each people, led to a diversified attitude towards death rituals and the choice and planning of burial. Therefore, through a short touring in time and place, a first recording of the evolution of the relation between man and death is attempted, as it is expressed and imprinted in the field of their ultimate co-existence. The anthropologist Clifford Geertz has proved that death practices have always been in direct relation with social life, since death and its ritual do not only reflect social values, but also function as an important power of their formation.

“Marble popular temples of Tinos” by Alekos E. Florakis Alexandra Goulaki-Voutyra, George Karadedos

A book was published in 1996 by the two authors of this article and George Lavva. The book’s title was “Ecclesiastical marble sculpture in the Cyclades from the 16th to the 20th century”. The book in question was the outcome of much research done by an art historian and architects of the University of Thessaloniki who surveyed, studied, photographed and analyzed the construction of ecclesiastical sculptures in more than 140 churches. Then, in 1998 A. Florakis’ book comes out with the title Marble Popular Temples of Tinos. The authors of this article argue that Florakis in full knowledge of their book Ecclesiastical Marble Sculpture in the Cyclades, borrows to a great degree much of the book’s contents and in retrospect dated his own book as published in 1996 and not two years later as is the case.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας Μαρίζα Ντεκάστρο

Η πύλη της Ιστάρ έχει ύψος 14,50 μέτρα. Από αυτήν περνούσε όποιος έμπαινε στην πόλη της Βαβυλώνας. Πρωτεύουσα της Μεσοποταμίας, η Βαβυλώνα ήταν χτισμένη στην όχθη του Ευφράτη. Μπαίνοντας στην πόλη από την πύλη της Ιστάρ, προτού φτάσεις στο παλάτι των βασιλέων, έβλεπες από μακριά τους φημισμένους κρεμαστούς κήπους που λέγεται πως κατασκεύασε η βασίλισσα Σεμίραμη. Θα φανταστούμε ένα μεγάλο κτήριο με ταράτσες σε διαφορετικά επίπεδα, όπου είχαν φυτέψει κάθε λογής δέντρα, λουλούδια και θάμνους μυριστικούς. Οι Μεσοποτάμιοι υδραυλικοί είχαν βρει τρόπους για να ανεβάζουν το νερό του Ευφράτη και να ποτίζουν τους κρεμαστούς κήπους, δροσιστικό όνειρο κάθε ταξιδιώτη που ερχόταν από την καυτή έρημο.

Τεύχος 73, Δεκέμβριος 1999 No. of pages: 130
Κύριο Θέμα: Τεχνολογία και μαγεία Alfred Gell

Βοσκός της φυλής Nuer (Ανατολική Αφρική) που αρμέγει την ανήσυχη αγελάδα του (περ. 1939). Ο συγγραφέας παρουσιάζει ένα ταξινομικό σχήμα των τεχνολογικών ικανοτήτων του ανθρώπου, που χωρίζεται σε τρία κύρια συστήματα: στην τεχνολογία της παραγωγής, στην τεχνολογία της αναπαραγωγής και στην τεχνολογία της γοητείας. Η Τεχνολογία της Παραγωγής περιλαμβάνει την κοινώς νοούμενη τεχνολογία, δηλαδή τους πλάγιους τρόπους για την εξασφάλιση των «πραγμάτων» που θεωρούνται αναγκαία: τροφή, στέγη, ενδυμασία, κατασκευάσματα παντός είδους. Στο σύστημα αυτό συμπεριλαμβάνεται η παραγωγή σημάτων, δηλαδή η επικοινωνία. Η Τεχνολογία της Αναπαραγωγής είναι σύστημα πιο αμφιλεγόμενο, επειδή περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος αυτού που η καθιερωμένη ανθρωπολογία δηλώνει με τον όρο «συγγένεια». Στην Τεχνολογία της Γοητείας, τέλος, τοποθετούνται όλες εκείνες οι τεχνικές στρατηγικές, ειδικά η τέχνη, η μουσική, οι χοροί, η ρητορική, τα δώρα κ.λπ., τις οποίες χρησιμοποιούν οι άνθρωποι προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συναίνεση άλλων ανθρώπων στις επιδιώξεις ή στα σχέδιά τους. Στις τεχνικές στρατηγικές της γοητείας, από τις οποίες εξαρτάται η διευθέτηση της κοινωνικής ζωής, εκδηλώνεται η ανώτερη ευφυΐα. Η τεχνολογία, η επιδίωξη δυσεπίτευκτων στόχων με πλάγια μέσα, τι σχέση έχει με τη μαγεία; Η μαγεία είναι/ήταν σαφώς μια πλευρά καθεμιάς από τις τρεις τεχνολογίες που αναφέρθηκαν. Διαφέρει όμως γιατί αποτελεί έναν «συμβολικό» σχολιασμό τεχνικών στρατηγικών παραγωγής, αναπαραγωγής και ψυχολογικής χειραγώγησης. Ως συμπλήρωμα των τεχνικών μεθόδων, η «μαγεία» διατηρείται επειδή εξυπηρετεί «συμβολικούς», δηλαδή γνωστικούς, σκοπούς. Έχοντας περιγράψει τη μαγεία ως «ιδανική» τεχνολογία, που κατευθύνει την πρακτική τεχνολογία και κωδικοποιεί τις τεχνικές μεθόδους στο γνωστικό-συμβολικό επίπεδο, ο συγγραφέας αναρωτιέται ποια θα μπορούσαν να είναι τα χαρακτηριστικά μιας «ιδανικής» τεχνολογίας; «Ιδανική» τεχνική μέθοδος, προσθέτει, είναι εκείνη που μπορεί να εφαρμοστεί με μηδενικό κόστος δυνατοτήτων. Το προσδιοριστικό χαρακτηριστικό της «μαγείας» ως ιδανικής τεχνολογίας είναι το ότι είναι «αδάπανη» όσον αφορά το μόχθο, τους κινδύνους και τις επενδύσεις που αναπόφευκτα απαιτεί η πραγματική τεχνική δραστηριότητα. Η παραγωγή «δια μαγείας» είναι παραγωγή χωρίς ασύμφορες παρενέργειες, όπως ο αγώνας, η προσπάθεια κ.λπ. Οι προπαγανδιστές, οι κατασκευαστές δημόσιων εικόνων (image makers) και οι ιδεολόγοι του τεχνολογικού πολιτισμού είναι οι μάγοι του, και το ότι δεν διεκδικούν υπερφυσικές δυνάμεις οφείλεται μόνο στο ότι η ίδια η τεχνολογία έχει γίνει τόσο ισχυρή, που δεν χρειάζεται να το κάνουν. Και το ότι δεν αναγνωρίζουμε τη μαγεία απερίφραστα, οφείλεται στο ότι τεχνολογία και μαγεία είναι για μας ένα και το αυτό.

Μιλώντας για τη μαγεία Richard Gordon

Ο Laduma Madela μαζί με την Nolwenzo, την «Πριγκίπισσα των Φαρμάκων». Η πήλινη κούκλα χρησιμοποιείται για τη θεραπεία κάποιων μορφών τρέλας. Η έννοια της κριτικής απόστασης στο θέμα της μαγείας δεν είναι διόλου αυτονόητη. Το άρθρο εξετάζει κάποιους από τους τρόπους με τους οποίους ποικίλοι πολιτισμοί, όπως των αρχαίων Ελλήνων και των Αζάντε, και διάφορα άτομα στο πέρασμα των αιώνων –από τον Κικέρωνα και τον Πλωτίνο έως τον Tylor και την M. Douglas- μίλησαν περί μαγείας και πρότειναν θεωρίες γι’ αυτήν. Ξεκινώντας να μελετήσουμε τη θεωρία και την πρακτική της μαγείας άλλων κοινωνιών, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια σοβαρή μας αναπηρία: η ματιά μας είναι εξαρχής διαστρεβλωμένη από την υποτίμηση της μαγείας, μια στάση που ανάγεται στην Εκκλησία των πρώτων χριστιανικών αιώνων, στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και στον βικτωριανό (μεσο-αστικό) ορθολογισμό. Ο αρχαιολόγος και ο ιστορικός της αρχαιότητας αντιμετωπίζουν ένα επιπλέον πρακτικό εμπόδιο: οι άνθρωποι που τους ενδιαφέρουν είναι νεκροί προ πολλού, κι έτσι δεν έχουνε εντόπιους πληροφορητές. Κι όμως, πιο πρόσφατα δεδομένα πεδίου που περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, το «λογικό» σκεπτικό βάσει του οποίου μια τοπική κοινότητα ερμηνεύει το μαγικό εγχείρημα, μπορεί να ρίξει φως στα αρχαία δεδομένα και να μας επιτρέψει, αν μη τι άλλο, να θέσουμε καίρια ερωτήματα στο παλαιότερο υλικό. Ένας τρόπος για να προσεγγίσουμε κριτικά τη μαγεία είναι να τη μελετήσουμε ως επιτέλεση που εμπεριέχει συμβολική δράση και να εστιάσουμε ιδιαίτερα τόσο στα συμφραζόμενα τέτοιων τελετουργιών όσο και στη μαγική γλώσσα. Ο Malinowski ενσάρκωσε το παράδειγμα μιας τέτοιας προσέγγισης σε διάφορες εργασίες του για τα νησιά Τρόμπριαντ, και η καινοτομία του έχει αποδειχθεί λυτρωτική εδώ και 65 χρόνια τώρα.

Μαγεία, φύλο και κοινωνικός «ρατσισμός» Κωσταντίνος Μαντάς

Από το κινηματογραφικό έργο The Devils (Οι δαιμονισμένες) του Ken Russell, που αναφέρεται σε γεγονότα του 1634. Οι ιστορικοί έως τις αρχές του 20ού αιώνα απέφευγαν να προσεγγίσουν το φαινόμενο της μαγείας, μιας «πρωτόγονης» και «αρχαϊκής» επιβίωσης του ανθρώπινου ψυχισμού, εντελώς αταίριαστης με το πνεύμα του Διαφωτισμού. Από τα αρχαία χρόνια, η μαγεία συνδέθηκε με τα μέλη εκείνα του κοινωνικού σώματος που θεωρούνταν πλησιέστερα στις δυνάμεις της φύσης. Το δίπολο «άνδρας-πολιτισμός» και «γυναίκα-φύση», που θεωρήθηκε το θεμέλιο της αρχαιοελληνικής σκέψης, σήμερα αμφισβητείται. Ως αντεστραμμένη όψη της επίσημης θρησκείας, η μαγεία προσέλκυσε άτομα που δεν μπορούσαν να πραγματώσουν τις ευχές και τις επιθυμίες τους μέσα από την επίσημη θρησκεία, δηλαδή γυναίκες και άλλους περιθωριακούς τύπους. Τα άτομα αυτά υπέστησαν διώξεις σε περιόδους φανατισμού και αδιαλλαξίας τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Βόρεια Αμερική. Τέλος, το κυνήγι των μαγισσών συνέβαλε στην καταστροφή των λίγων, επαγγελματικών κυρίως επιτευγμάτων των γυναικών του Μεσαίωνα. Ο συγγραφέας σχολιάζει αρχαία κείμενα, μαγικούς παπύρους και ταινίες του κινηματογράφου.

Η θεωρία της μαγείας Ιωάννης Πετρόπουλος

Ιερός κυνηγός της φυλής των Κόγκο που τιμωρεί την κακοήθη μαγεία. Φυλακτήριο ειδώλιο. Ζαΐρ, πριν από το 1878. Είναι η ίδια η έννοια της μαγείας οικουμενική και διαχρονική ή πρόκειται για υστερο-βικτωριανό νοηματικό κατασκεύασμα μιας ιμπεριαλιστικής μεσαίας τάξης; Η διάκριση μεταξύ θρησκείας και μαγείας είναι οικουμενική, ή τουλάχιστον χρήσιμη, ή διαφέρει από εποχή σε εποχή και από λαό σε λαό; Ποιόν ορισμό θα μπορούσαμε να δώσουμε στη μαγεία; Πρόκειται για κατώτερη θρησκεία; Για ελαττωματική λογική ή συναισθηματική διεργασία; Για οπισθοδρομική συμπεριφορά ή παιδαριώδη φαντασίωση; Πως αναλύεται η μαγεία; Ως συμβολικό σύστημα ή ως παράσταση με ιδιαίτερη μορφολογία στο επίπεδο της γλώσσας και των δρωμένων της; Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά που αποδίδονται στο μάγο και τη μάγισσα;

Η μαγεία ως σημείο αναφοράς στην ανθρωπολογική θεωρία Ελεωνόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου

Μια ιέρεια του βουντού ετοιμάζεται να συμβουλευτεί κάποιο πνεύμα για έναν πελάτη της. Στο βάθος, ο βωμός γεμάτος ετερόκλητα αντικείμενα. Προς τι το ενδιαφέρον που οι ανθρωπολόγοι έχουν επιδείξει για τη «μαγεία»; Κκαι πώς η ανθρωπολογική θεωρητικοποίηση αυτού του θέματος χρησίμευσε ως βάση για την ανθρωπολογική θεωρία γενικά; Για πάνω από ενάμιση αιώνα, η Ανθρωπολογία (και η Λαογραφία) έζησαν σύμφωνα με ένα καθήκον που τους είχε ανατεθεί ως θεμέλιο της πανεπιστημιακής τους καριέρας: το επιστημονικό τους αντικείμενο ήταν/είναι η ετερότητα, ένα μείγμα πρωτογονισμού και παραδοσιακότητας, οπισθοδρομικότητας και συντηρητισμού αλλά και εξωτισμού και ρομαντισμού: το «παράλογο» βασιλεύει. Κατά κάποιο τρόπο, η «μαγεία» έγινε ανθρωπολογικό και λαογραφικό αντικείμενο, δημιουργώντας έτσι τις συνθήκες για την αναπαραγωγή της επιστημολογικής της συνέχισης. Η ανθρωπολογία της ανθρωπολογικής «μαγείας», λοιπόν, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα από μόνο του, καθώς η «μαγεία» έγινε κατανοητή, ορίστηκε και εξηγήθηκε με ένα σωρό τρόπους. Διαπιστώνουμε όμως μια διπλή τάση: είτε προς μια εξελικτική εξήγηση  της ύπαρξης και της διατήρησης της «μαγείας» ως απόδειξης των παράλογων όψεων ιστορικά καθορισμένων γεγονότων ή προς μια θεώρηση της «μαγείας» ως μιας αναπόφευκτης όψης κάθε είδους κοινωνίας, όντας από μόνη της ένα σκληροπυρηνικό φαινόμενο σκληροπυρηνικό. Όπως και να ’χει, η «μαγεία» προσλαμβάνει πολλές μορφές στην ανθρωπολογική θεωρία αλλά και στην κοινωνική πρακτική: θεραπεία, «το μάτι», κατοχή από πνεύματα, υπερφυσικά όντα, δηλητήριο, γητειές, μαντική είναι μόνο κάποιες από τις μορφές που παίρνει η «μαγεία»· γιατί υπάρχουν παράλληλα θεωρίες για το σώμα, για τη σκέψη, για το συμβολισμό, για την ταξινόμηση, χωρίς να παραλείψουμε τις θεωρίες για την κοινωνική και πολιτική οργάνωση. Με δυο λόγια, η «μαγεία» είναι πρωτεϊκό θέμα που έχει παράγει πρωτεϊκές επιστημολογικές καταστάσεις και πρωτεϊκές αναλυτικές έννοιες και ιδέες με σκοπό να εξηγήσουν / ερμηνεύσουν πρωτεϊκές κοινωνικές καταστάσεις.

Η κοινωνική διάσταση της μαγείας Στρατής Ψάλτου

Βραζιλιάνος μάγος-ιερέας: ετοιμάζεται να καταληφθεί από κάποιο δαιμόνιο. Το έργο του Marcel Mauss, Σχεδίασμα μιας γενικής θεωρίας για τη μαγεία, το οποίο εξέδωσε σε συνεργασία με τον  Henri Hubert το 1904 στο Παρίσι, επηρέασε τους σημαντικότερους ανθρωπολόγους που καταπιάστηκαν στη συνέχεια με το θέμα αυτό. Σηματοδοτεί, στις αρχές του 20ού αιώνα, τη στροφή από την αντιμετώπιση της μαγείας ως διανοητικής, ατομικής υπόθεσης στην άποψη ότι η προέλευση και η φύση της μαγείας γίνεται κατανοητή μόνο μέσω της κοινωνικής λειτουργίας της. O Mauss, αφού επισημάνει τις αδυναμίες της προσέγγισης του Frazer, θα διατυπώσει τη δική του θεωρία. Ξεκινά από το γεγονός ότι η μαγεία περιλαμβάνει τρία συστατικά στοιχεία: α) δρώντα πρόσωπα, β) ενεργήματα (πράξεις) και γ) νόμους (νοητικές παραστάσεις). Ονομάζει μάγο το πρόσωπο που τελεί τις μαγικές πράξεις, μαγικές παραστάσεις ή νόμους τις ιδέες και τις δοξασίες που αντιστοιχούν στις μαγικές πράξεις, ενώ τις πράξεις σε σχέση με τις οποίες όρισε τα υπόλοιπα στοιχεία της μαγείας τις ονομάζει μαγικές τελετουργίες. Έχοντας δώσει αυτούς τους ορισμούς, ο Mauss προχωρεί στην περιγραφή των τριών στοιχείων. Για το ένα από αυτά, τους νόμους, διακρίνει δυο μεγάλες κατηγορίες: α) τους απρόσωπους και β) τους προσωποποιημένους. Απρόσωποι είναι οι νόμοι της συνάφειας, της ομοιότητας και της αντίθεσης. Για να παρουσιάσει τις προσωποποιημένες μαγικές οντότητες, ο Mauss αναφέρει δυο μεγάλες κατηγορίες τους, τις ψυχές των νεκρών και τα δαιμόνια. Το συμπέρασμα του Mauss είναι ότι «υπάρχουν στη ρίζα της μαγείας θυμικές καταστάσεις που γεννούν ψευδαισθήσεις και που δεν είναι ατομικές, αλλά προκύπτουν από την ανάμειξη των αισθημάτων του ατόμου με εκείνα ολόκληρης της κοινωνίας».

Άλλα θέματα: Οι τοιχογραφίες του Πανσέληνου στον Ι. Ναό του Πρωτάτου Αγίου Όρους: φυσικοχημική ανάλυση (1) Αδ. Δανιηλία και άλλοι

Φωτογραφία στην ορατή περιοχή του φάσματος. Λεπτομέρεια της παράστασης Χριστός Αναπεσών. Ο ναός του Πρωτάτου ιστορείται στο τέλος του 13ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες αποδίδονται στον αγιογράφο Μανουήλ Πανσέληνο και αποτελούν λαμπρό αντιπροσωπευτικό δείγμα της Μακεδονικής Σχολής. Η μέχρι σήμερα σχετική βιβλιογραφία επικεντρώνει στην αισθητική και ιστορική θεώρηση της ζωγραφικής του Πανσέληνου. Το παρόν άρθρο, του οποίου δημοσιεύεται εδώ το πρώτο από τα δύο μέρη, έρχεται να καλύψει το βιβλιογραφικό κενό σε ό,τι αφορά τη μελέτη της διαδικασίας κατασκευής των τοιχογραφιών. Το περιεχόμενο του άρθρου διαρθρώνεται γύρω από δύο βασικούς άξονες: α) Την περιγραφή των συστατικών υλικών και της τεχνικής κατασκευής της ζωγραφικής, με σκοπό την ανάδειξη της αξίας της και την προβολή του μνημείου. β) Την καταγραφή της σημερινής κατάστασης διατήρησης και τη λεπτομερή περιγραφή και οριοθέτηση φθορών, αλλοιώσεων και επεμβάσεων, με στόχο την αποτελεσματική συντήρηση των τοιχογραφιών αλλά και του μνημείου ολόκληρου που βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Διεξοδικά μελετήθηκαν ορισμένα θέματα, η επιλογή των οποίων έγινε με κριτήριο την αντιπροσωπευτικότητά τους ως προς την τεχνική και τεχνοτροπία του Πανσέληνου αλλά και της Μακεδονικής Σχολής γενικότερα. Εφαρμόστηκε συνδυασμός μη καταστρεπτικών και δειγματοληπτικών μεθόδων ανάλυσης. Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκε φωτογράφιση και μακροφωτογράφιση στην ορατή περιοχή του φάσματος και εφαρμόστηκε υπέρυθρη ανακλαστογραφία. Έγινε φωτογράφιση του φθορισμού που προκαλείται από υπεριώδη πηγή διέγερσης και πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις χρώματος. Ως προς τις δειγματοληπτικές μεθόδους ανάλυσης, έγινε παρατήρηση στο οπτικό μικροσκόπιο και, επιπροσθέτως, χρησιμοποιήθηκαν φασματοσκοπικές μέθοδοι μRAMAN και μFTIR, η στοιχειακή μικροανάλυση SEM-EDS και η περιθλασιμετρία ακτίνων X. Κατά τη μελέτη αυτή, οι ενδείξεις που συγκεντρώθηκαν από τις μη καταστρεπτικές μεθόδους επιβεβαιώθηκαν και συμπληρώθηκαν από τα αποτελέσματα των αναλυτικών μεθόδων.

Ανοιχτός διάλογος με την κοινότητα: μια ελληνική πρόταση στα προγράμματα προσέγγισης Δέσποινα Καλεσοπούλου

Παιδιά της Σχολής Χιλλ ξυπνούν στο έκθεμα «Γειά σου Πυθαγόρα» ύστερα από μια διανυκτέρευση στο Παιδικό Μουσείο. Τα τελευταία χρόνια τα μουσεία αντιμετωπίζουν όλο και πιο επιτακτικά τη μεγάλη πρόκληση της εποχής τους, να γίνουν ζωντανά κύτταρα «στην υπηρεσία της κοινωνίας και της εξέλιξής της». Εκτός όμως από τους έφηβους ή τις εθνικές μειονότητες που δεν επισκέπτονται τα μουσεία επειδή νιώθουν ότι δεν τους αφορούν, υπάρχει και μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που δεν μπορούν να επισκεφθούν τα μουσεία γιατί δεν έχουν φυσική πρόσβαση: μένουν σε άλλη πόλη, έχουν δυσκολίες κινήσεως, είναι ασθενείς. Στο άρθρο παρουσιάζονται τρία από τα προγράμματα προσέγγισης που έχει αναπτύξει το Ελληνικό Παιδικό Μουσείο. «Το Παιδικό Μουσείο στο Νοσοκομείο» ήταν το όνοματου προγράμματος προσέγγισης που περιλάμβανε δέκα πιλοτικά εκπαιδευτικά προγράμματα στην πτέρυγα εντατικής θεραπείας νεοπλασματικών παθήσεων του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία», τα οποία απευθύνονταν σε παιδιά 4-15 ετών.«Η Χρωματιστή Διαδρομή» πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια ενός διώροφου λεωφορείου γεμάτου μηχανήματα εικόνας και ήχου. Η αρχική ιδέα ήταν της εταιρείας Informa-Canonκαι το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που σχεδιάστηκε ήταν σπονδυλωτό και είχε τον γενικό τίτλο «Αντι-γράφοντας την πόλη μου». Το πρόγραμμα «Ελάτε να φτιάξουμε τον Οδηγό του Μουσείου» ήταν μια πρόσκληση που το Παιδικό Μουσείο απηύθυνε στη γειτονική του Σχολή Χιλλ. Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε συνεργατικά και τα παιδιά αναμείχθηκαν στην «παρασκηνιακή» ζωή του Μουσείου. Τα προγράμματα προσέγγισης διαμορφώνουν ενεργητικά το προφίλ των επισκεπτών του μουσείου, φέρνοντας το μουσείο σε επαφή με πολύ διαφορετικό κοινό και δυναμώνοντας τον κοινωνικό του ρόλο. Εμπεριέχουν όμως και μια πρόκληση: ύστερα από την αρχική προσέγγιση, πώς μπορεί να συνεχιστεί η επικοινωνία με το κοινό; Πώς μπορεί να διατηρηθεί ο ανοιχτός διάλογος με την κοινότητα;

Ο ναός του Ηφαίστου στην Αρχαία Αγορά των Αθηνών: μορφές φθορών και προτάσεις προστασίας Βασίλειος Λαμπρόπουλος, Χρυσή Βομβογιάννη

Η οροφή του δυτικού περιστυλίου, με το στέγαστρο για την προστασία της ιωνικής ζωφόρου. Ο ναός του Ηφαίστου, που λανθασμένα ονομάζεται Θησείο, βρίσκεται στην κορυφή του λόφου του Αγοραίου Κολωνού, στην αρχαία Αγορά της Αθήνας. Ο δωρικού ρυθμού ναός χτίστηκε γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και είναι σήμερα ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα μνημεία. Κατά την Παλαιοχριστιανική περίοδο ο ναός μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Επεμβάσεις έγιναν και κατά τη Μεσοβυζαντινή εποχή. Το 1834 και έως την έναρξη των ανασκαφών της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αγορά το 1931, ο ναός χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση αρχαιολογικής συλλογής. Η Αμερικανική Σχολή συνέχισε τις επεμβάσεις συντήρησης στο ναό ως το τέλος της δεκαετίας του 1950. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, εργασίες συντήρησης έγιναν από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ακροπόλεως. Οι φθορές στο ναό είναι μηχανικές, βιολογικές και φυσικοχημικές. Συμβουλευόμενοι τη βιβλιογραφία και με επιτόπια παρατήρηση, οι συγγραφείς παρουσιάζουν τις προτάσεις τους για την αντιμετώπιση των φθορών και καταθέτουν μια ολοκληρωμένη μελέτη για τη συντήρηση του ναού.

Η τέχνη του Πραξιτέλη Antonio Corso

Απόλλων Σαυροκτόνος, έργο του Πραξιτέλη. Ρωμαϊκό αντίγραφο, παλαιότερα στη συλλογή Borghese. Παρίσι, Λούβρο. Οι αρχαίοι κριτικοί τέχνης αναγνώριζαν στον Πραξιτέλη τον μεγαλύτερο αγαλματοποιό (γλύπτη αγαλμάτων των θεών) μετά τον Φειδία και τον σημαντικότερο καλλιτέχνη της Αθήνας του 4ου αιώνα π.Χ. Ξεκάθαρη εμφανίζεται στην αρχαία παράδοση η προτίμηση του Πραξιτέλη για την μαρμαρογλυπτική, επειδή η μαρμαρογλυφία είναι συνυφασμένη με την αντίληψη της γλυπτικής ως απελευθέρωσης και, κατά τον Πλάτωνα, ως αποκάλυψης αυτού που ενυπήρχε ήδη στον μαρμάρινο όγκο, δηλαδή μέσα στη φύση. Η τέχνη του Πραξιτέλη θεωρήθηκε σύμβολο του κόσμου των εταιρών στην Αθήνα της ύστερης κλασικής εποχής, όταν αυτή η αντιπροσωπευτική μορφή της ελληνικής κοινωνίας θαυμάστηκε και εκτιμήθηκε πολύ. Η έκφραση υποκειμενικών συναισθημάτων σε έργα τέχνης, κάτι τόσο εμφανές στο έργο του Πραξιτέλη, είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς διεργασίας, οι πρόδρομοι της οποίας πρέπει να αναζητηθούν στην εποχή του Αθηναίου ηγέτη Κίμωνα (δεκαετία του 460 π.Χ.). Η τέχνη του Πραξιτέλη είναι μεγάλη, γιατί εκφράζει πολύ παραστατικά την ανάγκη του ατόμου να αποδεσμευτεί από το στενό περιβάλλον της πόλεως, μια ανάγκη έντονα αισθητή στην πολιτισμική ατμόσφαιρα της Αθήνας, και η οποία οδήγησε τρεις δεκαετίες αργότερα στην επική περιπέτεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η όψιμη καλλιτεχνική παραγωγή του Πραξιτέλη χαρακτηρίζεται από τα εξής γνωρίσματα: από τεχνοτροπική άποψη, η απόδοση των επιφανειών τονίζεται μέσω του παιχνιδιού της φωτοσκίασης, πράγμα που κάνει την εικόνα αβέβαιη και ονειρώδη· από ρυθμική άποψη, περιγράφεται το σκηνικό, μπροστά στο οποίο παρουσιάζονται οι μορφές μεγεθυμένες στα πλάγια και ιδωμένες έτσι από μια σκηνογραφική σκοπιά· όσον αφορά το μήνυμα, παραμελείται η ιδανική τάση, που αποσκοπούσε στην ανακάλυψη των πραγματικών μορφών των θεών και ήταν χαρακτηριστική της νεότητας του Πραξιτέλη, για χάρη μιας προτίμησης προς τις κομψές εγκόσμιες μορφές, κατάλληλες για την πρόκληση ηδονής. Αυτή η πραξιτέλεια τεχνοτροπία εξαπλώθηκε σ’ όλον τον ελληνικό κόσμο, και έγινε η κατεξοχήν αθηναϊκή τεχνοτροπία.

Από την ιστορία της αρχαιολογικής επιστήμης στην ανάγνωση μουσειακών εκθέσεων του παρελθόντος Μάρλεν Μούλιου

Η «αρχαιολογία του θανάτου» ιδωμένη στο Μουσείο ως Τέχνη. (Αρχαιολογικό Μουσείο Κεραμεικού). Γιατί οι μουσειακές απεικονίσεις του παρελθόντος έχουν απέκτησανοκτήσει τη μορφή που όλοι ξέρουμεν εμφάνιση που έχουν; Πως οι μουσειακές εκθέσεις κατασκευάζουν, ταξινομούν, απεικονίζουν και ερμηνεύουν το παρελθόν; Πρόκειται γιαΤα πολύ σημαντικά αυτά ερωτήματα, που πρέπει να απαντηθούν. Η συγγραφέας, ενήμερη για τις νεότερες θεωρίες της Αρχαιολογίας και της Μουσειολογίας, επιχειρηματολογεί υπέργια της σημασίας της μελέτης των μουσειακών δομών του παρελθόντος σε σχέση με μια κριτική ανάλυση του «λόγου» της Αρχαιολογίας, δηλαδή της ποιητικής (δομής και φυσιογνωμίας)  και πολιτικής (ιδεολογίας) της επιστήμης της Αρχαιολογίας. Συνεχίζει λέγοντας τη συνέχεια, ότι τα μουσεία του κλασικού παρελθόντος και η επιστήμη της Κλασικής Αρχαιολογίας προσφέρουν πρόσφορο έδαφος στην εξερεύνηση της μεταξύ σχέσης ανάμεσα στον «λόγο» της Αρχαιολογίας και τον «λόγο» των μουσείων. Τέλος, εν συντομία σχολιάζει εν συντομία τόσο τις παραδόσεις όσο και τις τρέχουσες προοπτικές της Κλασικής Αρχαιολογίας, καθώς και την δυνάμει επίδρασή τους σε εκθέσεις κλασικής αρχαιολογίας, ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη μορφή έκφρασής τους.

Μουσειολογία: ιστορία, θεωρία και πρακτική Μάρλεν Μούλιου, Αλεξάνδρα Μπούνια

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο: Η Μυκηναϊκή Αίθουσα το 1910. Το επιστημονικό αντικείμενο της μουσειολογίας περιλαμβάνει τη μελέτη: - της ιστορίας και θεωρίας της συλλεκτικής δραστηριότητας καθώς και την έρευνα της ιστορίας και των αρχών αξιολόγησης αντικειμένων και συλλογών - της ιστορίας, επιστημολογίας και κοινωνιολογίας του μουσείου ως πολυδιάστατου οργανισμού, με ποικίλους ρόλους και ιδεολογικές προεκτάσεις - της ιστορίας, θεωρίας και πρακτικής άλλων επιστημών που σχετίζονται άμεσα με τον μουσειακό χώρο και τις συλλογές του μουσείου σε σχέση με την κοινωνία και τις κοινότητες που καλείται να υπηρετήσει. Στο πλαίσιο αυτών των κατευθύνσεων, το παρόν αφιέρωμα στη μουσειολογία ολοκληρώνεται με μια αναφορά σε ερευνητικές εργασίες που σχετίζονται με τα επιστημονικά ενδιαφέροντα της μουσειολογίας και σε προσπάθειες που συνδυάζουν τις θεωρητικές αναζητήσεις με την εφαρμογή τους για την παρουσίαση μουσειακού έργου.

Μουσεία για όλους; Προγράμματα προσέγγισης στο διεθνή χώρο Θεανώ Μουσούρη

Νεαρός επισκέπτης της έκθεσης «Εποικισμός του Λονδίνου» ακούει προσωπικές μνήμες τεσσάρων κατοίκων της πόλης από διαφορετικές κοινότητες. Έρευνες κοινού που διεξάγονται στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική δείχνουν ότι το προφίλ των επισκεπτών των μουσείων αποτελείται σε γενικές γραμμές από ανθρώπους ανώτερης μόρφωσης, μέσης και ανώτερης κοινωνικής τάξης, ηλικίας 25-45 ετών. Οι ομάδες επισκεπτών που κατά παράδοση δεν επισκέπτονται μουσεία είναι -μεταξύ άλλων-  άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, από διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο, έφηβοι και ηλικιωμένοι. Ο πιο εύκολος τρόπος να εντοπιστούν αυτές οι ομάδες επισκεπτών είναι να συσχετιστούν με τις ομάδες κοινοτήτων στις οποίες μπορεί να ανήκουν. Τα προγράμματα προσέγγισης, που σχετίζονται άμεσα με το είδος του μουσείου και τις συλλογές του, δημιουργήθηκαν με στόχο να αναπτύξει το μουσείο αμφίδρομες σχέσεις συνεργασίας με τις κοινότητες που βρίσκονται κοντά του γεωγραφικά. Τα προγράμματα προσέγγισης διακρίνονται σε τρεις γενικές κατηγορίες:

  1. Προγράμματα γύρω από αντικείμενα/συλλογές. Εδώ εντάσσονται α) οι παρουσιάσεις αντικειμένων σε περιοδεύουσες εκθέσεις και β) ο δανεισμός αυθεντικών αντικειμένων
  2. Προγράμματα γύρω από ποικίλες δραστηριότητες που έχουν ως αφετηρία τις συλλογές του μουσείου. Μια κατηγορία τέτοιων προγραμμάτων στοχεύουν στην ανάκληση αναμνήσεων που μπορούν να λειτουργήσουν θεραπευτικά για το άτομο και συγχρόνως να εμπλουτίσουν την ερμηνεία των συλλογών ενός μουσείου.
  3. Προγράμματα γύρω από πληροφορίες που στόχο έχουν την παροχή πληροφοριών σχετικά με εκθέσεις, υπηρεσίες και άλλες εκδηλώσεις ενός μουσείου, και περιλαμβάνουν κινητές εκθέσεις, τηλεοπτικές εκπομπές με θέματα παρμένα από τις συλλογές του μουσείου, ανάρτηση αφισών και πληροφορίες στο διαδίκτυο.
Επιδιώκοντας να προσεγγίσει νέες ομάδες επισκεπτών, το μουσείο επηρεάζεται από αυτές. Δεν μαθαίνει μόνο για τη διαδικασία της συνεργασίας, αλλά για τη λειτουργία και τις ανάγκες του ίδιου του οργανισμού.

Συλλογές και συλλέκτες στην αρχαία Ρώμη: 1ος αι. π.Χ.-1ος αι. μ.Χ. Αλεξάνδρα Μπούνια

Ο Κικέρων υπήρξε χαρακτηριστικός συλλέκτης της ομάδας των «διανοούμενων ουμανιστών». Η μελέτη της ιστορίας των συλλογών βρίσκεται στην καρδιά κάθε προσπάθειας να κατανοηθεί η φύση των μουσείων. Και δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι η ιστορία της ευρωπαϊκής συλλεκτικής δραστηριότητας και των ευρωπαϊκών μουσείων θα ήταν εντελώς διαφορετική χωρίς τους Ρωμαίους. Οι Ρωμαίοι κληρονόμησαν την ελληνική διάθεση για την απόλαυση της τέχνης και την ελληνιστική παράδοση της χρήσης της για την αποστολή  πολιτικών και κοινωνικών μηνυμάτων. Κατά την ύστερη δημοκρατική και την πρώιμη αυτοκρατορική περίοδο στη Ρώμη, η συλλεκτική δραστηριότητα έγινε σταδιακά  κοινωνικό και πνευματικό φαινόμενο αδιαμφισβήτητου κύρους. Οι Ρωμαίοι συλλέκτες απέκτησαν ενδιαφέρον για τα ελληνικά έργα τέχνης και τα αντικείμενα πολυτελείας, όπως και για τα αξιοπερίεργα αντικείμενα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ανιχνεύονται τρεις τύποι συλλεκτών σύμφωνα με προσωπικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά κίνητρα αλλά και σύμφωνα με τις κοινωνικές και ιδεολογικές επιταγές της εποχής. Δύο από αυτούς, οι «παθιασμένοι συλλέκτες» και οι «διανοούμενοι ουμανιστές», προέρχονται από τη φιλελληνική τάση, ενώ οι «εγκυκλοπαιδιστές» από τη συντηρητική τάση. Τα χρόνια αυτά στη Ρώμη συνοψίζουν τις έννοιες ολόκληρης της πρώτης («αρχαϊκής») φάσης της συλλεκτικής δραστηριότητας. Είναι η εποχή της μετάβασης από τις συλλογές ως ιερά αφιερώματα και υπομνήσεις θριάμβων στις συλλογές ως κοινωνικό και πνευματικό φαινόμενο με αδιαμφισβήτητο κύρος. Επιπλέον, είναι η εποχή όπου αποδίδονται νέα χαρακτηριστικά στον υλικό πολιτισμό και εγκαινιάζονται πρακτικές, όπως η χορηγία των τεχνών και η αγορά τέχνης, και επιστήμες, όπως η ιστορία της τέχνης. Η δραστηριοποίηση για τη δημιουργία συλλογών δεν είναι παρά άλλη μια καινοτομία της περιόδου. Κεντρική θέση κατέχει η επιθυμία να «κατασκευαστεί» ένα ένδοξο παρελθόν για τη ρωμαϊκή κοινωνία. Η κυρίαρχη ιδεολογία αναζητείται στον ελληνικό πολιτισμό. Οι δυο αυτοί αιώνες, επομένως, έγιναν η αφετηρία μιας σειράς ιδεών, πρακτικών και θεσμών, που επηρέασαν άμεσα τις συλλεκτικές και καλλιτεχνικές επιλογές της Ευρώπης. Το μοντέλο που προσέφεραν αναβίωσε κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης και αποτέλεσε έκτοτε ζωντανή παράδοση για ολόκληρο τον δυτικό κόσμο.

Τέχνη και παθολογία από την αρχαιότητα ως σήμερα Χρυσή Μπούρμπου

Νάνοι που χορεύουν. Αγαλματίδια από ελεφαντόδοντο. Αρχές 12ης Δυναστείας (20ός αι. π.Χ.). Γιατί η Τέχνη επιλέγει να απεικονίσει μια μορφή που μόνο αισθήματα λύπης, τρόμου ή απέχθειας μπορεί να προκαλέσει; Μήπως επειδή το «γκροτέσκο» μαγνητίζει την προσοχή; Από την προ-δυναστική Αίγυπτο έως την κλασική και τη ρωμαϊκή αρχαιότητα, ανακαλύπτουμε πολυάριθμες απεικονίσεις νάνων. Κατά την Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή εποχή, θα κυριαρχήσουν ευρύτερα αντιλήψεις που προσέδιδαν αποτρεπτικές ή άλλες ιδιότητες στους ανθρώπους με φυσικά μειονεκτήματα. Η ρεαλιστική διάθεση που χαρακτηρίζει τη ζωγραφική Φλαμανδών, Ολλανδών, Ιταλών και Γερμανών ζωγράφων του 15ου αιώνα εκφράζεται στην απεικόνιση περιπτώσεων ραχίτιδας ή ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Καθετί που φαίνεται να επηρεάζει τη ζωή αντανακλάται στην τέχνη. Και όταν η τέχνη απεικονίζει νάνους, καμπούρηδες, δύσμορφους ανθρώπους σε ασυνήθιστες στάσεις και με κωμικές εκφράσεις αντικατοπτρίζει ίσως τις προτιμήσεις των ευγενών της εποχής για εμψυχωτές. Ανθρωπολόγοι και παλαιοπαθολόγοι όμως οφείλουν να χρησιμοποιούν τις απεικονίσεις αυτές με μεγάλη προσοχή, ειδικά σε περίπτωση διάγνωσης και περιγραφής ασθενειών. Άραγε οι Φλαμανδοί ζωγράφοι με τα τόσο εκφραστικά χέρια που φιλοτεχνούν αποδίδουν τη ρευματοειδή αρθρίτιδα ή τα έντονα συναισθήματα; Η καλλιτεχνική απόδοση μιας ασθένειας μπορεί να είναι πολύ στυλιζαρισμένη η και μείγμα διαφορετικών παθολογικών περιπτώσεων. Συχνά ακόμη ο καλλιτέχνης υπερβάλλει για να προκαλέσει αβίαστα το γέλιο. Πολλές φορές ακόμα και το ίδιο το έργο δεν αρκεί για να τονίσει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της υγείας και της ασθένειας. «Το πλοίο των τρελών», θέμα που καθιερώνεται για να διαχωριστούν «οι παράφρονες» από τους «σώφρονες», θα ζωγραφίσει πρώτος, πριν από τον H. Bosch, ο S. Brant το 1494.

Η χελώνα και οι Αρχαίοι (διόρθωση και συμπλήρωση) F. B. Lorch

Καρέττα καρέττα (ή χελώνα Loggerhead) από ελληνικό γραμματόσημο. Ο συγγραφέας επανέρχεται σε άρθρο του το οποίο είχε δημοσιευτεί το 1990, στο τεύχος 35 της Αρχαιολογίας, και περιείχε μια λανθασμένη πληροφορία. Η διόρθωση αναφέρει ότι η ελληνική κύλιξ, που εικονίζεται στη σελίδα 63 του άρθρου εκείνου, είναι δείγμα ερυθρόμορφης κεραμικής του 5ου αιώνα π.Χ. και σήμερα ανήκει στο Μουσείο Ετρουσκικής Τέχνης της Ρώμης. Πρόκειται για το αγγείο που εικονίζει έναν άνδρα να τρέχει ακολουθούμενος από χελώνα. Η χελώνα αποδίδεται ως υβρίδιο θαλάσσιας και χερσαίας χελώνας. Ο συγγραφέας υπενθυμίζει ότι τα νομίσματα της Αίγινας, της περιόδου από το 700 περίπου έως το 404 π.Χ., ή και αργότερα, εικονίζουν στον εμπροσθότυπο θαλάσσιες χελώνες, ενώ στο τέλος της περιόδου χερσαίες χελώνες. Το γεγονός αυτό, γράφει, δεν έχει εξηγηθεί ικανοποιητικά. Κατά τον συγγραφέα, πρόκειται για ένα ακόμη παράδειγμα πηλογλυφικού μύθου που προέρχεται από το Qhuena, από τον οποίο πήραν το όνομά τους οι άνθρωποι ή η πόλη που εξέδωσε το νόμισμα αυτό.

Ιστορική και τεχνική έρευνα ελληνιστικού ψηφιδωτού δαπέδου στη Σάμο Κατερίνα Αθηαινίτου, Νικολίτσα Ζαχαροπούλου

Λεπτομέρεια από την ταινία σπειρομαίανδρου, οι άκρες του οποίου απολήγουν σε μορφές γρυπολεόντων. Το 1983, στην πλαγιά του λόφου της Σπηλιανής, επάνω από το Πυθαγόρειο της Σάμου, ανακαλύφθηκαν σημαντικά λείψανα μεγάλου κτηριακού συγκροτήματος των ελληνιστικών χρόνων. Η ανασκαφή έφερε στο φως δυο χώρους που καλύπτονται με ψηφιδωτά δάπεδα εξαιρετικής τέχνης. Το πρώτο δάπεδο είναι διακοσμημένο με ψηφιδωτό γρυπολεόντων, δηλαδή σπείρες που απολήγουν σε μορφές γρυπολεόντων και περιβάλλουν το ψηφιδωτό σε ορθογώνιο σχήμα, διαστάσεων 9,50x7,00 μ. Το δεύτερο δάπεδο διακοσμείται με ψηφιδωτό βλαστόσπειρας, επίσης σε ορθογώνιο σχήμα, διαστάσεων 5,62x5,18 μ. Και στα δύο ψηφιδωτά έχει διαπιστωθεί η ίδια τεχνική κατασκευής. Οι σπείρες που φέρουν τις κατά κρόταφον προτομές γρυπών αποτελούν το πιο αξιόλογο διακοσμητικό στοιχείο του ψηφιδωτού. Το σχέδιο είναι σπάνιο και το μόνο μέχρι σήμερα γνωστό αντίστοιχο βρίσκεται στην οικία των Δελφινιών στη Δήλο. Ο τύπος των γρυπών της Σάμου θυμίζει την αρχιτεκτονική διακόσμηση του ναού των Διδύμων που χρονολογείται στο πρώτο τέταρτο του 2ου αιώνα π.Χ. Η ακρίβεια στην απόδοση σε αυτό το δάπεδο επιτρέπει την αναγνώριση της προέλευσης του μοτίβου: πρόκειται για την απεικόνιση σε ψηφιδωτό, διακόσμησης τοίχου από κονίαμα, διότι το μοτίβο μοιάζει με έξεργο ανάγλυφο σε επίπεδο βάθος. Επιπλέον, το λευκόχρυσο χρώμα του μοτίβου θυμίζει τις επίχρυσες πήλινες απλίκες από τον Τάραντα που μιμούνται τη μεταλλουργία και χρονολογούνται από το 350-325 π.Χ. Μια στυλιστική χρονολόγηση στηρίχτηκε στη σύγκριση με το σύνολο των γνωστών ψηφιδωτών του corpus. Οι παραλληλισμοί που έχουν αναφερθεί για τα διάφορα μοτίβα, η τεχνική των ψηφιδωτών με τους γρυπολέοντες και τη βλαστόσπειρα οδήγησαν στην παραγωγή που άνθισε στην Πέργαμο κατά τη διάρκεια του 2ου αιώνα π.Χ.

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα… Μια έκθεση για την ιστορική μνήμη Ντέλια Τζωρτζάκη, Αλεξάνδρα Νικηφορίδου

Ο ρόλος του μουσείου ως φορέα επίσημης και θεσμοθετημένης συλλογικής μνήμης. Το άρθρο παρουσιάζει την έκθεση «Κάθε Χρόνο Τέτοια Μέρα...Εθνικές Επέτειοι και Ιστορική Μνήμη» που οργανώθηκε με πρωτοβουλία του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού (ΙΜΕ) και εγκαινιάστηκε στο χώρο του πρώην εργοστασίου της ΒΙΟΣΩΛ το Μάρτιο του 1998. Η έκθεση αναφέρεται στο πεδίο του εθνικού παρελθόντος, αναφορά που λειτουργεί με δύο τρόπους: ως ιστορική, η έκθεση «αναπαριστά», εκ των πραγμάτων, το παρελθόν· ταυτόχρονα όμως επιχειρεί να θίξει το θέμα της νοηματοδότησης του παρελθόντος, τόσο από ιστορική όσο και από μουσειολογική άποψη. Πως δηλαδή προσεγγίζει το παρελθόν η επιστήμη της ιστορίας και πως επιχειρεί να το οπτικοποιήσει η μουσειολογική πρακτική. Το άρθρο χωρίζεται σε δυο μέρη: το πρώτο μέρος εξετάζει το πλαίσιο οργάνωσης, την επιλογή του θέματος και το σκεπτικό της έκθεσης· το δεύτερο μέρος αναλύει τον τρόπο οπτικοποίησης του θεωρητικού πλαισίου. Η έκθεση επιχείρησε να θέσει στο επίκεντρο του προβληματισμού το ρόλο των ιστορικών μουσείων και εκθέσεων ως πηγών κριτικής προσέγγισης του παρελθόντος. Η παλινδρομική μέθοδος στην ιστορία, οι πολλαπλές «αναγνώσεις» των γεγονότων μέσα από τα εκάστοτε παρόντα καθώς και η θεωρία του κονστρουκτιβισμού στην κοινωνική πρακτική (social constructionism), η συνειδητοποίηση δηλαδή του ρόλου του ατόμου στην παραγωγή νοήματος, αποτέλεσαν τον πυρήνα του θεωρητικού πλαισίου. Η ανάλυση μιας έκθεσης ως συστήματος αναπαράστασης θέτει αυτομάτως τις εκθέσεις και τους δημιουργούς-φορείς τους στο ευρύτερο κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό και επιστημολογικό πλαίσιο στο οποίο ανήκουν. Μόνον έτσι αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι εκθέσεις δεν είναι «ουδέτερο έδαφος» που καλλιεργεί τη γνώση, αλλά προϊόντα ιδεολογίας. Συχνά ιδεολογικών συγκρούσεων που διαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα, την τελική εικόνα.

Η έκθεση των αρχαιοτήτων στην Ελλάδα (1829-1909) Ανδρομάχη Γκαζή

Έκθεση γλυπτών στο αρχαιολογικό μουσείο της Θήρας, γραμμική διάταξη (1904). Οι μουσειακές εκθέσεις αποτελούν ιδανικό πεδίο για να ανιχνεύσει κανείς την ιδεολογική άποψη μιας κοινωνίας και μιας εποχής για το παρελθόν. Η περίοδος 1829-1909 επελέγη επειδή το 1829 ιδρύθηκε το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο της χώρας, ενώ το 1909 αποτελεί terminus ante quem, καθώς σηματοδοτεί μια μείζονα αλλαγή στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας αλλά και μια περίοδο ύφεσης στην ανάπτυξη των μουσείων. Αν τα μουσεία αποτελούν «εργαλεία κρατικής ιδεολογίας», κατ’ αναλογία οι εκθέσεις δεν είναι «απλές αναπαραστάσεις αδιαμφισβήτητων δεδομένων» αλλά «πολιτιστικά τεχνουργήματα». Υπό αυτή την έννοια κάθε έκθεση μπορεί να θεωρηθεί ως ένα εντελώς νέο ιδεολογικό αντικείμενο, που απαιτεί τη δική του ξεχωριστή ερμηνεία. Το ιδεολογικό οικοδόμημα του νέου ελληνικού κράτους βασιζόταν στον σεβασμό για τη δόξα της αρχαίας Ελλάδας και στην προσπάθεια χρησιμοποίησης της δόξας αυτής για την επίτευξη σύγχρονων στόχων. Οι αρχαιότητες, εθνικά σύμβολα έτοιμα προς χρήση, ήταν η προφανής απόδειξη του δεσμού αυτού. Ο πρωταρχικός σκοπός των μουσείων ήταν η αποθήκευση και η ασφαλής φύλαξη των αρχαιοτήτων. Η ιδέα του μουσείου ως χώρου παιδείας αναπτύχθηκε σταδιακά. Τα ελληνικά μουσεία ήταν εξαρχής προσανατολισμένα προς το ευρύ κοινό. Το θεωρητικό πλαίσιο για την έκθεση των αρχαιοτήτων ήταν το ακόλουθο: χρονολογική παρουσίαση, διδακτισμός, αισθητισμός. Οι εκθέσεις μπορούν να ιδωθούν ως αισθητική αξία, ως ιδεολογική πρόταση και να μελετηθούν για την ιδεολογική τους λειτουργία. Τα μουσεία διατήρησαν τη στερεότυπη και βαθιά ριζωμένη αίσθηση περί της συγγένειας της σύγχρονης με την κλασική Ελλάδα. Οι αρχαιότητες είχαν προφανή ιδεολογική και πολιτική αξία. Στα «ιερά κειμήλια» άρμοζαν «ευπρεπείς εκθέσεις». Λόγω του φαινομενικά ουδέτερου τρόπου παρουσίασής τους, οι εκθέσεις ενίσχυαν και προωθούσαν την κυρίαρχη ιδεαλιστική αντίληψη για τις αρχαιότητες και διαιώνιζαν την επίσημη στάση του κράτους σχετικά με την αρχαιολογική κληρονομιά. Υπ’ αυτό το πρίσμα, και σε ό,τι αφορά τον ιδεολογικό τους προσανατολισμό, τα ελληνικά αρχαιολογικά μουσεία της περιόδου 1829-1909 παρέμειναν συντηρητικά.

Μουσείο: Το Επιγραφικό Μουσείο Χαράλαμπος Κριτζάς

Τμήμα αττικού ψηφίσματος, σχετικού με τη σικελική εκστρατεία, 416/5 π.Χ. Ωραίο δείγμα στοιχηδόν γραφής σε προευκλείδιο αλφάβητο (ΕΜ 659 1β. IG I3 93). Το Επιγραφικό Μουσείο, μοναδικό στο είδος του στον ελλαδικό χώρο, είναι ο πραγματικός θεματοφύλακας των αρχαίων «τίτλων» του ελληνισμού. Σήμερα, τον Σεπτέμβρη του 1999, έχουν καταγραφεί 13.501 επιγραφές στα ευρετήρια του Μουσείου. Είναι σχεδόν όλες γραμμένες σε μάρμαρο ή λίθο, ενώ υπάρχουν λίγες συγκριτικά πάνω σε αντικείμενα από πηλό. Στο μέγιστο ποσοστό τους οι επιγραφές είναι ελληνικές αλφαβητικές, κυρίως από την Αττική. Χρονολογικά οι επιγραφές κλιμακώνονται από τον 8ο αιώνα π.Χ. έως τα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Στον προθάλαμο και στις δυο μεταπολεμικές αίθουσες, η έκθεση ακολουθεί τις σύγχρονες μουσειολογικές και αισθητικές αντιλήψεις. Στις υπόλοιπες αίθουσες η ταξινόμηση υπαγορεύθηκε από τη μορφή και το μέγεθος του λίθου αλλά και από το είδος των επιγραφών, καθώς συνέπεσε με την έκδοση της σειράς Inscriptiones Graecae. Ο κοινός επισκέπτης  βρίσκεται αμήχανος μπαίνοντας στη μεγάλη «λίθινη βιβλιοθήκη» του Επιγραφικού Μουσείου. Καλείται τώρα να συμμετάσχει ενεργά και να αποκρυπτογραφήσει τα κωδικοποιημένα μηνύματα που φέρουν οι «φθεγγόμενοι λίθοι». Θα ανακαλύψει πως οι άψυχες πέτρες εκπέμπουν φωνές και αποπνέουν συναισθήματα. Κείμενα επίσημα, νόμοι και ψηφίσματα, κείμενα όλο ευσέβεια, οι αναθηματικές επιγραφές, κείμενα που κρύβουν ανθρώπινο πόνο, τα επιτύμβια επιγράμματα, κείμενα χαρούμενα ή περίεργα, τιμητικές επιγραφές, διάφορα πειράγματα, οι μαγικοί κατάδεσμοι. Κύριος σκοπός του μουσείου, πέρα από τη φύλαξη των πολύτιμων κειμένων του, είναι η εξυπηρέτηση των πολυάριθμων μελετητών, που γίνεται επί τόπου ή με αλληλογραφία. Άτυπη είναι η λειτουργία ενός εκπαιδευτικού προγράμματος για την ιστορία της ελληνικής γραφής. Είναι αισθητή η έλλειψη ενός χώρου για εκπαιδευτικά προγράμματα, και επιτακτική η ανάγκη χώρου για την οργάνωση περιοδικών εκθέσεων.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα: ειδήσεις, συνέδρια, βιβλία, επιστολές Συντακτική Επιτροπή περιοδικού "Αρχαιολογία"

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Πληροφορική: Delivering Diversity, Promoting Participation. Συνέδριο CIDOC-MDA ‘99 Κατερίνα Χαρατζοπούλου

Συνέδριο CIDOC-MDA 1999. Από τις 7 ώς τις 10 Σεπτεμβρίου 1999 πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο το ετήσιο συνέδριο της Διεθνούς Επιτροπής για την Τεκμηρίωση (CIDOC), μιας από τις διεθνείς επιτροπές του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM). Η διοργάνωση έγινε σε συνεργασία με το MDA (Museum Documentation Association), τον εθνικό φορέα αρμόδιο για την ανάπτυξη και τον συντονισμό των εφαρμογών τεκμηρίωσης στα βρετανικά μουσεία. Το συνέδριο ήταν αφιερωμένο στις μορφές παρουσίασης των συλλογών και τις διαστάσεις της επικοινωνίας στο Διαδίκτυο, καταγράφοντας το πέρασμα από την προβληματική της τεκμηρίωσης στην προβληματική της επικοινωνίας. Η παρουσίαση της βρετανικής κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα των Μουσείων και του Πολιτισμού αποτέλεσε μια από τις εντυπωσιακότερες στιγμές του συνεδρίου, τόσο για το δυναμισμό των προτάσεων όσο και για το μέγεθος των χρηματοδοτήσεων. Την εφαρμογή αυτών των τάσεων στο Ην. Βασίλειο για την παροχή πρόσβασης στην εθνική κληρονομιά σε ηλεκτρονική μορφή έδειξαν τα προγράμματα ανάπτυξης πολιτιστικών δικτύων. Σε ειδικές συνεδρίες συζητήθηκαν οι προϋποθέσεις ανάπτυξης περιεχομένου, με αντικείμενο τις μουσειακές συλλογές και τη διάθεσή τους στο Διαδίκτυο, καθώς και τα αποτελέσματα από τις έρευνες κοινού, που επισκέπτεται τόσο τον φυσικό όσο και τον δικτυακό χώρο των Μουσείων. Μια συντονισμένη παρουσίαση του επαγγέλματος του «τεκμηριωτή» ή, όπως ονομάζεται σωστότερα σήμερα, του ειδικού της πληροφορίας στα Μουσεία του Ην. Βασιλείου, έδωσαν οι Andrew Roberts και Alice Grant. Σε ειδική συνεδρία παρουσιάστηκαν οι εξελίξεις στο χώρο των εφαρμογών των επιστημών της πληροφορίας και της επικοινωνίας στην Αρχαιολογία στο Ην. Βασίλειο. Συμπληρωματικά, αξίζει να αναφερθούν και οι δραστηριότητες της ομάδας εργασίας για την Αρχαιολογία στο πλαίσιο του CIDOC.

Έκθεση Βυζαντινά εφυαλωμένα κεραμικά. Η τέχνη των εγχαράκτων Συντακτική Επιτροπή περιοδικού

Από την έκθεση για τα «Βυζαντινά εφυαλωμένα κεραμικά. Η τέχνη των εγχαράκτων», στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης. Η έκθεση «Βυζαντινά εφυαλωμένα Κεραμικά. Η Τέχνη των Εγχαράκτων», που οργανώθηκε από το Μουσείο Βυζαντινού πολιτισμού Θεσσαλονίκης, περιλαμβάνει τριακόσια περίπου αγγεία από όλη την Ελλάδα. Πρόκειται για το κατεξοχήν είδος διακόσμησης των κεραμικών που εξυπηρέτησαν ως επιτραπέζια σκεύη στα νοικοκυριά από τα μεσοβυζαντινά έως τα νεότερα χρόνια. Η έκθεση διαρθρώνεται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη, παρουσιάζεται η πορεία και η εξέλιξη της εγχάρακτης διακόσμησης από τα μεσοβυζαντινά έως τα μεταβυζαντινά χρόνια. Στη δεύτερη, παρουσιάζονται ευρήματα από δυο ναυαγισμένα βυζαντινά πλοία και, στην τρίτη, παρουσιάζονται ομάδες αγγείων με κοινά χαρακτηριστικά, που μπορούν να αποδοθούν σε συγκεκριμένα κέντρα παραγωγής του ελλαδικού χώρου.

English summaries: The theory of magic Ioannis Petropoulos

The writers in this survey ask important questions about the nature of magic. Such as whether magic is timeless in its meaning or is it only a late Victorian fiction. Is there any meaning in making a distinction between magic and religion? Is magic universal? Are the substances used in magic practised by Zulu witchdoctors any different from those used in ancient Greece or during the Renaissance? How does one define magic? Is it an inferior religion, defective logical system, a fantasy of technology? How should magic be approached and analyzed? As a system made of symbols? As a strange performance? What are the characteristics of a witch and a wizard? Already from the 5th century BC magic being considered as technology, how is it threatened by 21st century high technology?

Talking of magic Richard Gordon

The idea of critical distance in relation to magic is by no means self-evident. This article examines some of the ways in which various cultures like those of the ancient Greeks and the Azande and various individuals across time- from Cicero and Plotinus to Tylor and M. Douglas- have talked about and proposed theories about magic. In studying the theory and practice of magic of other societies, we suffer from a serious handicap: our view is coloured from the first by the disparagement of magic, an attitude which reaches back to the Early Church, the European enlightenment and Victorian (middle-class) rationalism. The archaeologist and ancient historian face a practical obstacle as well: his or her subject are dead and buried, and so they lack local informants. Yet more recent field data, including e.g. the "logical" premisses on which a local community explains the operation of magic, may throw suggestive light on the ancient data and enable us at least to frame pertinent questions about the older material. One way of approaching magic critically is to study it as a performance inolving symbolic action and to focus especially upon the context of such rituals as well as the magical language. Malmowski exemplified this approach in several works on the Trobriand islands, and his innovation has proved liberating for some 65 years now.

Magic as Point of Reference in the Anthropological Theory Eleonora Skouteri-Didaskalou

The article examines the interest shown by anthropologists in "witchcraft" and the way in which anthropological theorization on that subject served as the basis for anthropological theory in general. For over one and a half century, Anthropology (and Folklore) have lived up to an assignment offered to them as a basis for their academic career; their scientific object was/is otherness, a mixture of primitiveness and traditionalism, of backwardness and conservatism as well as of exoticism and romanticism; the "irrational" reigns. In a way, "witchcraft" became an anthropological and folkloric object, thus creating the conditions for the reproduction of its epistemological continuation. The anthropology of anthropological "witchcraft" is, then, a very interesting subject in itself, as "witchcraft" has been understood, defined and explained in a variety of ways. There is a dual tendency, though, either towards an evolutionary explanation of the existence and persistence of  "witchcraft" as a proof of the irrational aspects of historically determined events; or towards a consideration of  "witchcraft" as an indispensable aspect of any kind of society, being a hard-core social phenomenon in itself. Either way, "witchcraft" assumes many forms in anthropological theory as well as in social practice; healing, the evil eye, spirit possession, supernatural beings, poison, sorcery, divination are but some of the forms "witchcraft" undertakes; because there also exist theories about the body, about thought, about symbolism, about classification, not to mention theories about social and political organization. In short, "witchcraft" is a protean subject that has produced protean epistemological situations and protean analytical concepts and notions to account for protean social situations.  

Technology and Magic Alfred Gell

Technical means are a roundabout means of securing some desired result. I would like to offer a classificatory scheme of human technological! capabilities in general, which can be seen as falling under three main headings. The first, the "Technology of Production", comprises technology as it has been conventionally understood. The second, the "Technology of Reproduction", includes most of what conventional Anthropology designates by the word "kinship". The third, the "Technology of Enchantment', is the most sophisticated. It includes all technical strategies, which human beings employ in order to secure the acquiescence of other people in their intentions or projects. Magic is, or was, clearly an aspect of each of the three technologies identified above. I take the view that "magic" as an adjunct to technical procedures persists, because it serves "symbolic" ends, that is to say cognitive ones. The propagandists, image-makers and ideologues of technological culture are its magicians, and if they do not lay claim to supernatural powers, it is only because technology itself has become so powerful that they have no need to do so. And if we no longer recognize magic explicitly, it is because technology and magic, for us, are one and the same.

The Social Dimension of Magic Stratis Psaltou

The theoretical consideration of magic changed radically in the late nineteenth century, thanks to the work of great thinkers who explored the provenance of magic as a phase in the spiritual evolution of man. While in the early twentieth century another group of scholars enriched the issue drastically, proposing that if the provenance of magic is to be fully understood, its social function should first be examined. The world of magic has been constructed and is inhab­ited "by the successive expectations, obsessive il­lusions and prospects of entire generations, which are all expressed in the form of formulas".

Magic, Gender and Social Racism Kostas Mantas

The phenomenon of magic became the subject of study in the field of classical studies not before the early twentieth century, since its non-rational character did not match the Weltanschauung of the Western world after the Age of Enlightenment. Magic, as the reverse image of official religion, attracted those individuals who were unable to realise their wishes and desires through official religion, women, that is, and other outsiders. For this reason women and other members of fringe groups became victims of persecutions during periods of intolerance both in Europe and North America. Finally, witch-hunt contributed to the shattering of the few, mainly professional achievements of mediaeval women.

Museology. Its history, theory and practice Marlen Mouliou

The field of research of museology includes: a) the study of the history and theory of collections and the rules of evaluating artefacts and collections, b) how museums’ scientific and social background should be studied as a living organism, c) the study of other sciences relevant to museums, such as history of art and how such sciences affect today’s museums, and d) the study of museums’ relationship with society and the various social groups they serve. This last function of museology touches on sensitive matters such as how a museum should present such things as ethnic minorities, different historical memories, how different identities are shaped and so on.

Collections and collectors in ancient Rome: 1st century B.C. – 1st century A.D. Alexandra Bounia

The article aims to throw light on Roman collecting attitudes during the first centuries B.C. and ad, and thus indicate how the developments during this interesting transitional era have influenced the broad history of European collecting and the shaping of contemporary museums. The acquaintance with the Greek world had a powerful impact on Roman thought and customs, The Romans inherited Greek interest in works of art and the Hellenistic tradition of using them to convey political and social messages. During the period under examination, this tradition was further explored and thus new collecting practices and notions were added to the existing ones. Gradually collecting became a social and intellectual phenomenon of indisputable status. Roman collectors developed an interest in Greek objets d' art and luxury goods, as well as natural and artificial curiosities. Within the above framework, three collecting modes have been detected, according to different personal and emotional motives, as well as social, ideological and political demands. Two of them, "passionate collectors" and "intellectual humanists" have been influenced by the "philhellenic" attitude, while the third, the "encyclopedists", from the conservative attitude. There is a clear line of development from the sculpture and curiosities' collectors of the 1st centuries B.C. and ad through the rest of the Roman period and onwards, through the 15th and 16th centuries and so, to the whole idea of the value of classical antiquity and contemporary museum collections.

The Exhibition of Antiquities in Greece (1829-1909): Ideological Starting points – Practical Approaches Andromache Gazi

A series of questions referring to the ideological approach of the Greek past has been the cause of this research. The special nature of this past in Greece, that is its duration, cultural radiance and international fame, has enriched it with a symbolical meaning. The research covers the period from 1829, when the first Greek archaeological museum was founded, to 1909, a year that signals not only a major change in the political life of Greece, but also a period of inflation in the museums development. Museum exhibitions offer the ideal field for detecting the ideology of a society and an epoch about the past. The content of the exhibitions can be read in three different ways, as follows: First reading: the exhibition as an esthetic value; second reading: the ideological function of the exhibition; third reading: the exhibition as an ideological proposal. However, as very aptly Susan Pearce has noted, "the exhibitions tend to adopt the most convenient aspect from a whole range of available choices .... because they must be easily readable by visitors. In this way the exhibitions usually end up to preserve a standard view and approach of the past".  

From the History of Archaeology to the Reading of Museum Constructions of the Past Marlen Mouliou

Why do museum representations of the past come to look the way they do? How do museum exhibitions construct, order, represent and interpret the past? These are very important queries, which need to be addressed and explained. The author of the article, being aware of modern theories in the fields of Archaeology and Museology, argues about the importance of studying museum constructions of the past in relation to a critical analysis of the discourse of Archaeology, that is the disciplinary poetics and socio-politics of Archaeology. She continues by arguing that museum receptions in Greek classical past and the discipline of Classical Archaeology provide a fertile ground in exploring the interrelationship between the discourse oi Archaeology and the discourse of museum. She also explains, how such a line of research can be pursued in the context of Greek archaeological museums. Finally, she presents some brief remarks on the traditions as well as the current perspectives of Classical Archaeology and their potential effect on classical archaeological exhibitions, their subject matter and form of expression.

«This Day Every Year…»: An Exhibition on Historical Memory Delia Tzortzaki, Alexandra Nikephoridou

Exhibitions are systems of representations. They use the field of the visible in order to give a form to what is invisible. They employ objects, texts and sound, as well as every other semiotic method, in order to create entities ana ensembles with a meaningful context. Via metonymy and metaphor exhibitions construct a "realm of significance", which cannot itself be seen One of the major realms of significance is the past, and more specifically the national past, which was first visualized in museum exhibitions during the last couple of centuries. This article refers to the exhibition "This Day Every Year... National Anniversaries and National Memory", organized by the Institution of Major Hellenism in its new premises, the cultural center Hellenic World, on 254 Peiraios Street, in Tavros, Atlica. The exhibition refers to the national past and, by reason of the Greek anniversaries of October 28th and March 25th, attempts to approach the notion of the anniversary through the present and the daily routine, on the one hand; and on the other, to bring up the issues of the science of History, the role of the historian and that of the museologist. The exhibition does not present the historic facts in themselves, but the way in which each historical period has conceived and interpreted them. Given that it was originally purposed for school groups, the exhibition seeks a new "pedagogic" method for presenting history, different from the one employed in school text¬books. Entities, such as the Hero, Celebration, Mass Media. Memory, comment on the mechanisms of remembrance, the procedure of production of social memory, the notion of stereotype- the stereotype of hero, for example, in different eras- the meaning of symbols and ceremonies in anniversaries. The article comprises two parts: the first examines the organizational framework, the choice of subject and the grounding of the exhibition, while the second analyses the method of visualizing its theoretical framework.

Museums for All? Museum Outreach Programmes Theano Moussouri

Cultural, political, economic and technological changes have forced museums to redefine their mission and to construct new identities for the future. In the post-modern era. museums need to justify their social relevance. Some of the questions museums need to answer are the following: What will the role of the museum as an educational institution be in 2000? How can museums define and strengthen their role in a rapidly changing social reality? The answer to these questions can be partly answered by developing new relationships with audiences- current, potential and virtual ones. In their effort to become more open and to approach new audiences, museums have developed outreach programmes for different communities. The aim of this paper is to present the rationale of and different approaches to outreach programmes as well as to provide examples of good practice.

Open Dialogue With the Community: A Greek Proposal to the Outreach Programmes Despoina Kalessopoulou

The outreach programmes comprise activities inside and mainly outside the museum, which aim to consolidate (he dialogue with the community and to offer services to an isolated, as regards place or ideas, public By providing the museum a contact with a very diversified public, they shape energetically the visitors' profile and strengthen the social role of the museum The article presents three different outreach programmes, developed by the Greek Children's Museum. "The Children's Museum in the Hospital" and the "Coloured Route", which the museum presented in ten different Greek cities, functioned as a dynamic opening to a new public and expanded the museum's services to other areas. The last programme - "Join Us to Construct the Museum’s Guide"- invigorated the relations with an already existing public, through a series of activities inside and outside the museum premises And most important, it offered children the chance not only to get acquainted with the "behind-the-scenes" museum, but also to contribute to its function. The variety of approaches and also the challenge they comprise became obvious through the presentation of the fore mentioned programmes; apart from the public's response, the museum has to find ways for retaining its contact and dialogue with the community, in order these two partners to create an essential and life-long relation between them.

The Art of Praxiteles Antonio Corso

The ancient art criticism recognized in Praxiteles the greatest sculptor of images of deities (agalmatopoios) after Pheidias, and the greatest artist of Athens in the late-classical period, which is for us the fourth century B.C. In particular, Praxiteles' predilection for marble sculpture has been very clear in the ancient tradition, because marble sculpture is consistent with the concept of sculpture as a release and, according to Plato, as a discovery of what existed already inside the block of marble, thus inside nature. The most significant merit of his art is that it has been regarded as the symbol of the world of the courtesans in late classical Athens, when this important figure of Greek society had been deeply admired and highly regarded. The expression of subjective feelings in works of art, which is so apparent in Praxiteles' oeuvre, is the result of a long process, whose antecedents go back to the age of the Athenian leader Cimon (460s B.C.). The art of Praxiteles is great, because it expresses very well the need to evade the narrow environment of the polis, surrounding the individual, which was felt very deeply in the Athenian culture and which led, three decades later, to the epic adventure of Alexander the Great. The late artistic production of Praxiteles is characterized by the following features: from the stylistic point of view, by the accentuation of the rendering of the surfaces through a game of light and shade, which makes the image fluent and dreamy; from the rhythmic point of view, by the addition of backdrops, against which the figures are represented enlarged and are rendered as in a stage setting; from the point of view of the message, by the neglect of the ideal tendency, aiming at the discovery of the true form of the gods, and the favouring, instead, of the elegant mundane figures, apt to excite a hedonistic gratification. This Praxitelean style is irradiated everywhere in the Greek world and becomes the Athenian style par excellence.

The temple of Hephaistos in the Ancient Agora of Athens: Types of erosion and conservation propositions Vasileios Lambropoulos, Chryssi Vomvoyianni

The temple of Hephaistos is located on the hill of the Agoraios Kolonos on the west side of the Ancient Agora of Athens. This temple which previously was called "Theseion", was built about the middle of the 5th century B.C. It is one of the best preserved monuments. The present work includes the study of the history of the temple and the pervious attempts to preserve it. According to bibliography and personal observation the existing erosion of the temple has been recorded and an environmental study on the site of the Ancient Agora has been made. Based on the above facts a general study about the conservation of the temple has been made.

How the murals by Panselinos at the Church of Protaton at Mount Athos were photochemically analyzed Danielia Ad. and others

The murals at the Protaton on Mount Athos belong to the end of the 13th century. These murals are the only remaining composition by Manouel Panselinos and a unique example of the Macedonian School of painting. Until now, bibliography had concentrated on the aesthetics and the history of the murals and attention had not been given to the procedure of their making by the artist. This treatise a) describes the materials and techniques used by the artist, b) gives a detailed record of the damage, fading and interventions made on the paintings over the years, having as its purpose an effective conservation of this work of art. Attention was given both to Panselinos’ technique and to his style of painting, while the methods of analysis and the samples taken were a combination of non-destructive methods such as photographing and macrophotography of the visible end of the spectrum, ultra-violet reflectography, photographing the fluorescence resulting from visible and UV light illumination, and colour measuring. Samples were observed through the microscope, μRAMAN and μ FITIR spectroscopic methods were applied, as was analytical electron microscopy, SEM-EDS.

Sea turtles and the ancient Greeks (addendum) Lorch F.B.

This article corrects some points in the publication in the no 35 issue of the Archaeologia journal on the subject of a Greek Kylix . The kylix discussed is an Attic red figure vase dating from the 5th century BC. On it is depicted a tortoise behind the figure of a running man. In this picture the tortoise is a hybrid, having all the characteristics of a sea-turtle apart from its shell which is that of a tortoise (land turtle). The first staters of Aegina, minted in the years 700-404BC, display on the obverse side the peloglyph of a Land tortoise ‘s shell or carapace. This, it seems, stands for three Qhuena terms: a) “Oenone”, an earlier term for Aegina, b)” Oenopia,” another former name of Aegina, and c) “Oea”, early main inland town of Aegina.

Historical and Technical Research on a Hellenistic Mosaic Floor on Samos Island Katerina Atheanitou, Nikolitsa Zacharopoulou.

In 1983 important remains of a large Hellenistic building complex were discovered on the slope of Speliani hill, rising above Pythagoreion, on the island of Samos. The systematic excavation that followed brought to light two areas with mosaic floors of exceptional art. The first floor, measuring 9.50x7.00m (drawing 1), is decorated with spirals, each terminating to a griffin figure, while the second, measuring 5.62x 5.18m (drawing 2), is embellished with a running spiral motif. Both mosaics have been executed in the same technique. The motif: the iconographic type of the Samos griffins is quite similar to the architectural decoration of the temple at Didyma, dated from the first quarter of the second century B.C., now in the Louvre. The date of the mosaics: the stratigraphic data are, so far, very inadequate, therefore only a relative date can be proposed. Thus, the iconographic motifs and the technical execution employed lead to works produced in Pergamon during the second century B.C., and especially to the mosaics of the palaces IV and V, which in all probability date from the second quarter of the second century B.C.

Art and Pathology From Antiquity Until Today Chryssi Bourbou

From the era of rock-graffito until the present exhibitions of works of art in museum and galleries, man appears the only creature endowed with the unique gift to express his most intimate thoughts and feelings through art. Through a selection of examples that represent various aspects of the human destiny, on the one hand we attempt to understand the motives of the artist who created them, and on the other to explore their usefulness and validity as source of the science of Paleopathology.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Τα εφτά θαύματα του κόσμου: Ο Κολοσσός της Ρόδου Μαρίζα Ντεκάστρο

Έτσι φαντάστηκαν στα νεότερα χρόνια τον Κολοσσό, από τις περιγραφές των αρχαίων. Τη Ρόδο, πλούσιο νησί ναυτικών και εμπόρων, ξεκίνησε να υποτάξει ο Δημήτριος ο Πολιορκητής με μεγάλο στόλο. Οι Ροδίτες όμως άντεξαν την πολιορκία και νίκησαν τον Δημήτριο. Για να ευχαριστήσουν τον προστάτη τους θεό Ήλιο, κατασκεύασαν ένα κολοσσιαίο άγαλμα του θεού. Ο γλύπτης Χάρης από τη Λίνδο και οι μαθητές του χρειάστηκαν δώδεκα χρόνια για να το τελειώσουν. Ο μπρούντζινος Κολοσσός έμελλε να καταστραφεί αργότερα από σεισμό. Ήτανε, λέει, 31 περίπου μέτρα ψηλός και στεκόταν στην είσοδο του λιμανιού της Ρόδου, με τα πόδια του ένα σε κάθε μόλο, ώστε να περνούν τα πλοία από κάτω.

Τεύχος 74, Μάρτιος 2000 No. of pages: 130
Κύριο Θέμα: Ο Αύγουστος και η χρυσή εποχή της Ρώμης Steven Hijmans

Άγαλμα του θωρακοφόρου Αυγούστου, από τη βίλα της Λιβίας κοντά στην Prima Porta, έξω από τη Ρώμη. Μαρμάρινο αντίγραφο του χάλκινου πρωτοτύπου, μετά το 20 π.Χ. Η έλευση του Αυγούστου, πρώτου αυτοκράτορα της Ρώμης, σήμανε πράγματι την αρχή μιας σημαντικής μεταβατικής περιόδου στην ιστορία, και ταυτόχρονα μιας νέας εποχής στο χρόνο. Η διακυβέρνησή του από το 27 π.Χ. ώς το 14 μ.Χ., που ονομάστηκε Χρυσή Εποχή (Aurea Aetas), ακολούθησε την κατάρρευση της Δημοκρατίας που συντελέστηκε σε διάστημα λίγων γενεών. Μετά την ήττα του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας στο Άκτιο το 31 π.Χ., ο Οκταβιανός στα 32 του έμεινε μόνος κυρίαρχος στη Ρώμη. Από τις πρώτες του ενέργειες ήταν η θεοποίηση του θετού του πατέρα Ιούλιου Καίσαρα. Ο Αύγουστος παρουσιάζεται ως υπέρτατος άρχοντας από θεϊκό δικαίωμα και ταυτόχρονα αποκαλεί τον εαυτό του «primum inter pares». Το ιδανικό του ήταν να ενώσει όλους τους Ρωμαίους, ευγενείς και πληβείους, πολίτες, συμμάχους και υπηκόους, στην κοινή επιδίωξη ενός οράματος: της οικουμενικής ειρήνης και ευημερίας υπό την ευμενή ηγεσία της Ρώμης. Μετά από έναν αιώνα αιματηρού εμφυλίου πολέμου, η ελκυστικότητα του οράματος αυτού ήταν ολοφάνερη. Ο Αύγουστος γρήγορα κέρδισε την ενθουσιώδη υποστήριξη πολλών συγγραφέων και εικαστικών. Μαζί δημιούργησαν τη γλώσσα –λογοτεχνική, αρχιτεκτονική και εικαστική- της αυτοκρατορίας, μεταφράζοντας τα ιδανικά του σε ευρύτατα αποδεκτά και κατανοητά μνημεία τέχνης και λογοτεχνίας. Η άποψη ότι η Ρώμη περιορίστηκε στη στείρα αντιγραφή ελληνικών προτύπων είναι λανθασμένη. Αντίθετα, αξιοποίησε περαιτέρω την ελληνική τέχνη προκαλώντας την ενσωμάτωσή της στον ευρύτερο κόσμο του συνόλου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο οβελίσκος που ο Αύγουστος μετέφερε από την Αίγυπτο στη Ρώμη και τον ανήγειρε στο πεδίο του Άρεως, όπου χρησίμευε ως δείκτης ενός τεράστιου ηλιακού ωρολογίου. Το μνημείο είναι μεστό συμβολισμού: α) αναφέρεται στην κυριαρχία της Ρώμης επί της Αιγύπτου, β) ως αιγυπτιακό σύμβολο του ήλιου αναφέρεται στον ρωμαϊκό θεό-ήλιο Sol, που ο Αύγουστος ταύτιζε με τον Απόλλωνα. Ο Αύγουστος αναγνώριζε ακόμα το γεγονός ότι οι περίπλοκοι υπολογισμοί και οι μετρήσεις που εξασφάλιζαν την ακρίβεια του ηλιακού ωρολογίου είχαν ως βάση τα επιτεύγματα της ελληνικής επιστήμης. Το ίδιο το μέγεθός του θύμιζε στο θεατή ότι δεν είναι απλό ρολόι αλλά ένα ακόμη μνημείο εις ανάμνηση κάποιας από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις και επιτεύξεις της Αυγούστειας επανάστασης, την εισαγωγή δηλαδή ενός νέου συστήματος υπολογισμού του χρόνου, του ιουλιανού ημερολογίου. Το ημερολόγιο πήρε το όνομά του από τον Ιούλιο Καίσαρα, ενώ οι μήνες Ιούλιος και Αύγουστος από τους δυο μεταρρυθμιστές. Φαίνεται ότι ο ένας από τους δύο εισήγαγε την εβδομάδα των επτά ημερών, σύστημα που συνδεόταν με τον Απόλλωνα και τη λατρεία του.

Σύντομη ανασκόπηση του υπολογισμού του χρόνου κατά την αρχαιότητα John D. Morgan

Βαβυλωνιακή πινακίδα με τον θεό Ήλιο Σαμάς που κρατά δίσκο και κανόνα, σύμβολα του Ήλιου και της τροχιάς του. Περ. 870 π.Χ.. Βρετανικό Μουσείο. Τα ημερολόγια που χρησιμοποιούνταν στην αρχαία Αθήνα και σε άλλες αρχαίες ελληνικές πόλεις διέφεραν πολύ από το σύγχρονο ημερολόγιο. Τα έτη δεν χαρακτηρίζονταν με αριθμούς μετρούμενους από μια μακρινή εποχή, αλλά με το όνομα ή τα ονόματα των ανδρών που κατείχαν το αξίωμα κάθε χρόνο. Όπως το αρχαίο βαβυλωνιακό ημερολόγιο και το αρχαίο και σύγχρονο κινεζικό, το αρχαίο ελληνικό ημερολόγιο ήταν σεληνο-ηλιακό με μήνες που υποτίθεται ότι παρακολουθούσαν τις φάσεις της σελήνης και έναν εμβόλιμο μήνα που προστίθετο 7 φορές σε διάστημα 19 ετών για να εμποδίσει τους μήνες του ημερολογίου να ολισθήσουν από τη σωστή τους θέση στις εποχές. Κάθε ελληνική πόλη είχε δικές της ονομασίες για τους μήνες, πράγμα που δυσκόλευε πολύ τον καθορισμό μιας ημερομηνίας με τρόπο που να είναι σαφής για τους κατοίκους δύο ή περισσοτέρων πόλεων. Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι τα αρχαία ελληνικά ημερολόγια ήταν «ελαστικά»: κατ’ αντιδιαστολή προς το άκαμπτο ημερολόγιο που κληρονομήσαμε από τους Ρωμαίους, οι πολίτες μιας αρχαίας ελληνικής πόλης μπορούσαν να αποφασίσουν να καθυστερήσουν την πρόοδο του πολιτικού ημερολογίου τους με την προσθήκη εμβόλιμων ημερών, εάν οι προετοιμασίες τους για μια γιορτή καθυστερούσαν. Λίγο μετά τη λήξη της γιορτής, και οπωσδήποτε πριν από το τέλος τους έτους, θα καταργούνταν ημέρες ώστε το έτος του άρχοντα να περιλάβει τον σωστό αριθμό ημερών και να λήξει στον ορθό χρόνο. Το άρθρο «εικονογραφούν» περί τα τριάντα αρχαία παραθέματα.

Η αρχαία Ρώμη μπροστά στο «τέλος εποχής»: κυκλικός χρόνος και διαρκής αναγέννηση Αθανάσιος Κυριαζόπουλος

Ο φτερωτός Αιών μεταφέρει τον Αντωνίνο Πίο και τη γυναίκα του στον ουρανό. Κάτω αριστερά, ο θεοποιημένος Campus Martius κρατάει τον οβελίσκο του Αυγούστου. Σε όλες τις κρίσεις που τη συγκλόνισαν στη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της η αρχαία Ρώμη βίωνε την αγωνία του επικείμενου τέλους της. Ο υπολογισμός του αναμενόμενου χρόνου ζωής της στηριζόταν στην αρχή του Μεγάλου Ενιαυτού, δηλαδή ενός πολυετούς χρονικού (κοσμικού ή αστρολογικού) κύκλου. Ποιές είναι οι φιλοσοφικές και κοσμοθεωρητικές ρίζες αυτής της πίστης και με ποιούς τρόπους οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να «θεραπεύσουν» τη φοβία του «τέλους εποχής»; Η επίδραση της στωικής φιλοσοφίας στη ρωμαϊκή σκέψη υπήρξε καταλυτική. Οι στωικοί πίστευαν ότι ο κόσμος, ως δομημένο, συγκροτημένο σύνολο, υπόκειται σε έναν περιοδικό ρυθμό καταστροφής, μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται «εκπύρωσις», και στη συνέχεια «παλιγγενεσίας» με τελικό αποτέλεσμα την «αποκατάστασιν». Αυτά τα σενάρια περί τέλους του κόσμου στηρίζονται στις κοσμολογικές ιδέες των Ελλήνων φιλοσόφων, όπως ο Ηράκλειτος, ο Πλάτων και οι Στωικοί που, με τη σειρά τους, επηρεάστηκαν από τις θρησκευτικές και αστρολογικές απόψεις των αρχαίων Αιγυπτίων, των Βαβυλωνίων, των Περσών και των Ινδών. Προσπαθώντας να ξεπεράσουν αυτό τους το άγχος, οι Ρωμαίοι επινόησαν ποικίλες στρατηγικές, ακολουθώντας δυο διαφορετικά νοερά σχήματα, που και τα δύο βρίσκονται στα ποιήματα του Βιργίλιου: α) η εσχατολογική πρόταση συνίσταται στην έλευση ενός παιδιού που η γέννησή του θα σημάδευε τη δεύτερη έλευση του χρυσού αιώνα, β) η πολιτική πρόταση περιλαμβάνει την επανίδρυση της Ρώμης, όταν ο Αύγουστος θα έχει θριαμβεύσει επί του Μάρκου Αντωνίου. Όταν η δεύτερη επιλογή ξεκάθαρα επικράτησε, η Ρώμη ανακηρύχτηκε Αιωνία Πόλη, Urbs Aeterna: η παγκόσμια κυριαρχία της θεωρείται τώρα απεριόριστη.

Οι καιροί και οι χρόνοι. Η διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης στον κόσμο των πρώτων χριστιανών Δημήτρης Κυρτάτας

Η δεύτερη μέρα της δημιουργίας. Μινιατούρα από λειτουργικό βιβλίο του 14ου αιώνα (Βόρεια Ιταλία). Οι χριστιανοί της πρώτης και της δεύτερης γενιάς είχαν στραμμένη τη σκέψη τους στο μέλλον. Αγωνιούσαν να μάθουν πότε θα έρθει η συντέλεια του κόσμου. Κανείς όμως από τους επιφανείς δασκάλους της Καινής Διαθήκης δεν είχε θελήσει να δεσμευτεί γι’ αυτό. Στις αμέσως επόμενες γενιές εμφανίστηκαν διάφοροι προφήτες, οι «μοντανιστές», που ισχυρίζονταν ότι μπορούσαν να προβλέψουν τον ακριβή χρόνο αλλά και τον τόπο της Δευτέρας Παρουσίας. Χωρίς να χάσουν τελείως το ενδιαφέρον τους για το μέλλον, οι χριστιανοί άρχισαν σταδιακά να στρέφουν το βλέμμα τους στο παρελθόν. Ο πρώτος λόγος που έκανε ορισμένους δασκάλους του χριστιανισμού να ασχοληθούν με την ιστορία ήταν απολογητικός. Μια από τις σοβαρότερες κατηγορίες που βάραινε τους χριστιανούς του 2ου αιώνα ήταν ο νεοτερισμός τους. Εκείνοι απαντούσαν διεκδικώντας την ιουδαϊκή θρησκευτική παράδοση που πήγαινε πίσω ως τον Μωυσή και ακόμη μακρύτερα, ως τους πατριάρχες και τον Αδάμ. Επιπλέον, επιχειρηματολογούσαν υπέρ της προτεραιότητας της ιουδαϊκής σοφίας έναντι της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, ο Μωυσής ήταν παλαιότερος από τον Όμηρο. Κάποιοι χριστιανοί άρχισαν να στρέφουν την προσοχή τους στο παρελθόν και για πολιτικούς λόγους. Πίστεψαν ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στα χρόνια του Αυγούστου από θεϊκή πρόνοια. Θεώρησαν ότι η εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας και η εξάπλωση του Χριστιανισμού ήταν δυο εξελίξεις προορισμένες να συνεργήσουν για το καλό της ανθρωπότητας. Άρχισαν να φαντάζονται μια εκχριστιανισμένη οικουμενική αυτοκρατορία με έναν αυτοκράτορα και ένα Θεό. Ο τρίτος λόγος που έκανε τους χριστιανούς να στραφούν στο παρελθόν ήταν ιστοριογραφικός. Ο συσχετισμός του Μωυσή με τον Όμηρο και του Ιησού με τον Αύγουστο δημιούργησε ιστοριογραφικά προβλήματα που οδήγησαν τους χριστιανούς στην αναζήτηση πληροφοριών σε όποιες πηγές ήταν πρόσφορες: στα γραπτά των Ιουδαίων, των Ελλήνων, των Ρωμαίων αλλά και στα χρονικά ανατολικών πολιτισμών. Στη διάρκεια αυτής της αναζήτησης, συνειδητοποίησαν ότι μεγάλο εμπόδιο στεκόταν η έλλειψη ενός κοινού χρονολογικού συστήματος. Έτσι, αντικαθιστώντας διάφορα εθνικά ή τοπικά συστήματα, συνέλαβαν την ιδέα να τοποθετήσουν στην αρχή όλων των ιστορικών γεγονότων τη δημιουργία του κόσμου. Τον 6ο αιώνα η ιδέα αντικαταστάθηκε από μιαν άλλη, που τοποθέτησε τον Ιησού στο κέντρο της ιστορίας και καθιέρωσε τις προ Χριστού και μετά Χριστόν χρονολογίες. Η ιστορική συνείδηση της πρώιμης χριστιανοσύνης χτίστηκε πάνω σε μια πίστη, που γεφύρωσε το ενδιαφέρον τους για το παρελθόν με τις προσδοκίες τους για τη συντέλεια του κόσμου.

Σκέψεις για τα μυκηναϊκά μηνολόγια Χρήστος Μπουλώτης

Χρυσό σφραγιστικό δαχτυλίδι από τις Μυκήνες: ο ηλιακός δίσκος και η ημισέληνος υποβάλλουν την έννοια δήλωσης ημερολογιακού χρόνου. Παρά την αποσπασματικότητά τους, τα αρχεία Κνωσού και Πύλου πιστοποιούν ρητά την ημερολογιακή ρυθμολόγηση του μυκηναϊκού έτους, τον μερισμό του σε μήνες, με τα ονόματά τους αναγραφόμενα κάθε φορά σε πτώση γενική στην κορυφή των καταστίχων ως επικεφαλίδες, σύμφωνα με την αρχειακή δεοντολογία, και συνοδευόμενα κατά κανόνα στην περίπτωση της Κνωσού με το προσδιοριστικό me-no (μηνός). Ο θρησκευτικός χαρακτήρας και οι λατρευτικές συνδηλώσεις των μηνολογίων Κνωσού και Πύλου είναι το δεύτερο εμφανές στοιχείο σύγκλισής τους με τα ημερολόγια της ιστορικής εποχής. Μέσα από τον ίδιο ονοματοθετικό μηχανισμό, κάποιοι μήνες ονοματίζονται από θεότητες, σημαίνοντα ιερά ή γιορτές που, όλα μαζί, στην ημερολογιακή τους συνάρτηση, συνέτειναν στην ιερή σηματοδότηση του έτους, εμφαίνοντας συνάμα τους κύριους σταθμούς του θρησκευτικού εορτολογίου, σημαντικές πτυχές του οποίου διασώζει η επίσημη αφηγηματική τέχνη της εποχής, προπάντων δε οι ανακτορικές τοιχογραφίες και τα χρυσά σφραγιστικά δαχτυλίδια. Την ισχυρότερη, ωστόσο, ένδειξη για τη μυκηναϊκή καταγωγή του ελληνικού ημερολογίου μας δίνει η επιβίωση του ονόματος δύο ή ίσως τριών κνωσιακών μηνών στα ημερολόγια της ιστορικής εποχής: τον Λάπατο τον ξαναβρίσκουμε, πολλούς αιώνες αργότερα, ως μήνα αρκαδικό, σε μια επιγραφή του Ορχομενού, ενώ ο ΔίFιος εμφανίζεται σε περισσότερα τοπικά ημερολόγια, όπως της Μακεδονίας, της Αιτωλίας, της Λέσβου κ.ά. Ο Κλάριος, αν ευσταθεί αυτή η μεταγραφή του, θα έβρισκε το πάρισό του στον μήνα Κλαριών της Εφέσου. Δύσκολα θα αμφισβητούσε κανείς τη χρήση ημερολογίου στη μινωική Κρήτη από την αυγή της 2ης χιλιετίας, όταν δηλαδή τα πρώτα ανάκτορα επιδιώκουν να επεμβαίνουν ρυθμιστικά και να ελέγχουν τις πιο ποικίλες εκφάνσεις του κοινωνικού, οικονομικού και θρησκευτικού βίου. Με τη σειρά τους οι Μυκηναίοι, όταν πλέον περνούν βαθμιαία στο ανακτορικό στάδιο του έκδηλου συγκεντρωτισμού, θα αναζητήσουν ημερολογιακό πρότυπο στη γειτονική, ακμάζουσα Κρήτη. Για το μινωικό ημερολόγιο δεν γνωρίζουμε, στην ουσία, τίποτα άμεσο και ρητό. Η εικονογραφία της εποχής, ωστόσο, μαζί με τη γενετικά συναφή των Μυκηναίων, μας δίνει μερικές πολύτιμες ενδείξεις για τη ρυθμιστική σημασία ήλιου και σελήνης στο τελετουργικό, τουλάχιστον, ημερολόγιο. Ένας τέτοιος συνδυασμός των δύο αυτών ουρανίων σωμάτων υποδηλώνει ίσως σεληνο-ηλιακό ημερολόγιο, για τη θέσπιση του οποίου συνηγορεί η μαρτυρία της Οδύσσειας (τ 178-179). Ένα τέτοιο ημερολόγιο απαιτούσε βέβαια μακροχρόνιες και συνεχείς παρατηρήσεις των φάσεων της σελήνης όσο και του ήλιου. Το πλούσιο ανάγλυφο της κρητικής γης πρόσφερε ως ιδεώδη παρατηρητήρια τα επιβλητικά βουνά της με τα πολυάριθμα Ιερά Κορυφής. Κρίνοντας από την αιτιώδη συνάφεια του τρίπτυχου «αστρονομία – θρησκεία – ημερολόγιο» και συνυπολογίζοντας τον έκδηλα θρησκειοκρατικό χαρακτήρα του μινωικού κόσμου, βάσιμα υποθέτουμε ότι οι μήνες του μινωικού ημερολογίου θα έφεραν και αυτοί ονόματα ιερά – μια ονοματοθετική πρακτική που υιοθέτησαν και οι Μυκηναίοι, για να την κληροδοτήσουν στη συνέχεια στους Έλληνες της ιστορικής εποχής.

Αφετηρίες χρονολογικών εποχών Ιωάννης Πετρόπουλος

Αφετηρίες των χρονολογικών εποχών. Οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν ως αφετηρία χρονολόγησης το έτος κτίσεως της Ρώμης, που αντιστοιχεί στο έτος 753 π.Χ. του Ιουλιανού ημερολογίου. Στην Ελληνιστική εποχή χρησιμοποιήθηκε ευρέως η χρονολόγηση που είχε ως αφετηρία το 312/1 π.Χ., όταν ο Σέλευκος Α' κυρίευσε τη Βαβυλώνα. Για τους Βυζαντινούς αφετηρία χρονολόγησης ήταν το έτος της κτίσεως του Κόσμου, που ήταν η 1η Σεπτεμβρίου του 5509 π.Χ. Οι Αλεξανδρινοί, και σήμερα ακόμη οι Κόπτες, χρησιμοποιούν ως αφετηρία χρονολόγησης την 29η ή 30ή Αυγούστου του 284 μ.Χ., δηλαδή την εγκαθίδρυση του Διοκλητιανού.

Το πέρασμα του χρόνου στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα Ιωάννης Πετρόπουλος

Herman Posthumus, 16ος αι., Τοπίο με αρχαιότητες. Χαραγμένοι στην επιγραφή, οι στίχοι του Οβίδιου (Μεταμορφώσεις 15, 234-5) καταγγέλλουν τη φθορά που επιφέρει στα ανθρώπινα πράγματα ο πανδαμάτωρ Χρόνος. Η τυποποίηση και παγκοσμιοποίηση του δυτικού χρονολογικού συστήματος είναι το αποτέλεσμα τριών διαδοχικών συγκυριών: των επιτευγμάτων της ελληνιστικής αστρονομίας, των στρατιωτικών θριάμβων του Ιουλίου Καίσαρα (που τροποποίησε, με τη βοήθεια της ελληνικής επιστήμης, το ανακριβέστατο ετρουσκικής προέλευσης ημερολόγιο των Ρωμαίων) και της καθοριστικής επικράτησης του Χριστιανισμού. Αν ο χρόνος για τους αρχαίους είχε κίνηση αέναη και κυκλική, ο χρόνος των Χριστιανών ήταν και παραμένει γραμμικός, μη αναστρέψιμος και εσχατολογικά κατευθυνόμενος.

Ο χρόνος και το πλήρωμά του στην αρχαϊκή Ελλάδα και οι λεγόμενες ορφικές θεογονίες Σπύρος Ράγκος

Ο Ήλιος-Απόλλων ανατέλλει από τη θάλασσα. Οι γύρω του έφηβοι, που χάνονται ή αναδύονται από τη θάλασσα, συμβολίζουν τη Δύση και την Ανατολή των άστρων. Η γραμμική αντίληψη του χρόνου, χαρακτηριστικό της προχωρημένης, αφηρημένης και μαθηματικής σκέψης, αντιτίθεται στην κυκλική θέαση του χρόνου, τη  βασισμένη στην άμεση ανθρώπινη εμπειρία. Η καθημερινή διαδοχή φωτός και σκότους και η ετήσια εναλλαγή των εποχών, σε συνδυασμό με το γέμισμα και το άδειασμα του φεγγαριού, δημιουργούν μια εικόνα του χρόνου ως κύκλου. Η κυκλική θέαση του χρόνου προϋποθέτει την τάξη, τον ρυθμό και, κάτι περισσότερο, το ξανάνιωμα. Τέτοια ήταν η σύλληψη του χρόνου στην αρχαϊκή Ελλάδα από τον Όμηρο και εξής. Μιας και η προκλασική συνείδηση δεν διακρίνει με αυστηρότητα την χρονική συνέχεια από τα χρονικά γεγονότα που συμβαίνουν μέσα σε αυτή, ο χρόνος θεωρείται ποιοτικός και διαφοροποιημένος. Στον Ησίοδο ο χρόνος είναι η κανονική διαδοχή κατάλληλων και ακατάλληλων ωρών και ημερών. Μια τέτοια διαδοχή νοείται τόσο φυσική όσο ο ερχομός στη ζωή και το πέρασμα στο θάνατο κάθε ζωντανού πλάσματος. Ο θάνατος είναι το αναπόδραστο τέλος της ζωής θυμίζοντας πολύ αυτό που περιγράφεται στην θαυμάσια ομηρική μεταφορά, τα φύλλα που ο άνεμος ρίχνει χάμω στη γη το φθινόπωρο κάνοντας τόπο στην ερχόμενη άνοιξη για να τα αντικαταστήσει – η νέα γενεά. Ο κυκλικός χρόνος φέρνει γεννήσεις, θανάτους και νέες γεννήσεις. Τον 6ο αιώνα π.Χ. αναδύθηκε στη συνείδηση για πρώτη φορά η ιδέα ότι η ζωή ίσως είναι τιμωρία για κάποιο αρχέγονο αμάρτημα. Το μοναδικό σωζόμενο απόσπασμα του Αναξίμανδρου μαρτυρεί την εμφάνιση της ιδέας. Την ανάπτυξή της κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα π.Χ. την οφείλουμε στα αλληλένδετα πνευματικά ρεύματα των Ορφικών και των Πυθαγόρειων. Και τα δύο ανέτρεψαν την ομηρική σχέση του σώματος προς την ψυχή και θεώρησαν ότι ο αληθινός εαυτός εγκατοικεί στην ψυχή. Οι Πυθαγόρειοι όμως διεξήγαγαν και επιστημονικές έρευνες σχετικά με τη μαθηματική δομή του κόσμου εν γένει. Λέγεται ότι ο Πυθαγόρας όρισε τον χρόνο ως «την σφαίραν του περιέχοντος», ταυτίζοντας τον χρόνο με τις ουράνιες κινήσεις. Η πυθαγόρεια ιδέα κωδικοποιεί και μεταφράζει στη γλώσσα της επιστήμης το αρχαϊκό βίωμα που βρίσκουμε στον Όμηρο και τον Ησίοδο. Δεν αποτελεί σύμπτωση το ότι, στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. ο σύγχρονος του Αναξίμανδρου, αλλά κατά μια γενιά νεότερός του, ο και υποτιθέμενος δάσκαλος του Πυθαγόρα, Φερεκύδης, συνέθεσε τη μεικτή του θεογονία. Βλέπουμε εκεί τον Χρόνο, τον Δία και τη Χθονία (Γη) να είναι οι μόνες αγέννητες θεότητες, οι πρώτες αρχές. Η ιδέα ότι ο Χρόνος (με ή χωρίς την Ανάγκη στο πλάι του) είναι πρώτιστος θεός, επανεμφανίζεται σε ύστερες ορφικές θεογονίες. Μετά την ανακάλυψη των παπύρων του Δερβενίου το 1962, μπορούμε με ασφάλεια να θεωρήσουμε ότι αυτές οι ελληνιστικές συνθέσεις αντλούν από κλασικά πρότυπα. Δεν είναι απίθανο ο θεοποιημένος Χρόνος να είχε εμφανιστεί στα πρώιμα στάδια των ορφικών μύθων διαδοχής ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ. Τα χρυσά ελάσματα από την Κάτω Ιταλία, την Κρήτη και τη Θεσσαλία και οι οστέινες πινακίδες από την Όλβια (που χρονολογούνται από το τέλος του 5ου έως τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.), δείχνουν μια εκπληκτική ενασχόληση με τη μακάρια ζωή μετά θάνατον που εκλαμβάνεται ως δώρο του Διονύσου, της Περσεφόνης ή και των δύο. Αυτή η επιγραφική μαρτυρία δικαίως έχει συσχετισθεί με τη διονυσιακή μύηση και τα ορφικά μυστήρια. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι έκδηλη η ιδέα μιας μετενσαρκωνόμενης ψυχής. Ο δηλωμένος στόχος του ορφικού μύστη είναι η έξοδός του/της από τον βαρυπενθή χρονικό κύκλο γεννήσεων και θανάτων που κυβερνά η Ανάγκη. Μπορούμε ενδεχομένως να συνδυάσουμε την κυκλική θέαση του χρόνου, την οποία προϋποθέτει η θεωρία των αναγκαστικών μετενσαρκώσεων, με το θεϊκό ζευγάρι του Χρόνου και της Ανάγκης που συναντάμε σε μια ύστερη εκδοχή της ορφικής θεογονίας. Εάν έχουμε δίκιο, συνεπάγεται ότι η απελευθερωμένη ψυχή του ορφικού μύστη ξεφεύγει από την καθεστηκυία τάξη που ανάγεται στην απαρχή της δημιουργίας του κόσμου και φτάνει στην πρωταρχική αδιαφοροποίητη κατάσταση, χωρίς να χάσει την προσωπική του/της συνείδηση –πράγμα αδύνατον στη φυσική, και την ομηρική, τάξη πραγμάτων.

Άλλα θέματα: Ένας προϊστορικός οικισμός στο Αρχοντικό Γιαννιτσών Αικατερίνη Παπαευθυμίου-Παπανθίμου, Αγγελική Πιλάλη-Παπαστερίου

Πρόχους, ένα από τα χαρακτηριστικά αγγεία του Αρχοντικού Γιαννιτσών. Ο προϊστορικός οικισμός στο Αρχοντικό Γιαννιτσών έρχεται στο φως σταδιακά από το 1991 μέχρι σήμερα. Έχει τη μορφή τούμπας-τράπεζας και βρίσκεται σε προνομιακή θέση, δεσπόζοντας σε μια μεγάλη πεδινή έκταση και μη απέχοντας στην εποχή του πολύ από την παραλία του Θερμαϊκού. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν αλλεπάλληλες φάσεις του οικισμού που χρονολογείται στο τέλος της Πρώιμης και στην αρχή της Μέσης εποχής του Χαλκού, δηλαδή σε μια εποχή ελάχιστα γνωστή στη Μακεδονία. Σειρά από 21 ραδιοχρονολογήσεις που έδωσε το Εργαστήριο Αρχαιομετρίας του ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος προσδιόρισαν τις κύριες φάσεις του οικισμού από το 2300-1900 π.Χ. Στην κορυφή της τούμπας αναγνωρίστηκε η νεότερη φάση που χαρακτηρίζεται από οικήματα με λίθινα θεμέλια και από κεραμική με εγχάρακτο γραμμικό διάκοσμο. Στην Α. πλαγιά αποκαλύφθηκαν λείψανα πασσαλόπηκτων σπιτιών, στα δάπεδα των οποίων βρέθηκαν πολλά ακέραια αγγεία, εργαλεία, πήλινα σφονδύλια και υφαντικά βάρη κ.ά. Το πιο ενδιαφέρον όμως εύρημα είναι ένας μεγάλος αριθμός πήλινων κατασκευών, ανοιχτές εστίες, χαμηλές πλατφόρμες, που εξυπηρετούσαν καθημερινές ανάγκες. Ο πιο συχνός τύπος είναι οι κατασκευές με ελλειψοειδές σχήμα, μικροί φούρνοι με θολωτή στέγαση και με μικρό πλευρικό άνοιγμα που χρησιμοποιούνταν για το μαγείρεμα. Φαίνεται ότι το κάθε σπίτι είχε το δικό του φούρνο. Σε τρεις περιπτώσεις, πλάι στους φούρνους αυτούς ήρθαν στο φως και ταφές μικρών παιδιών μέσα σε πιθάρι. Η ταφή νηπίων μέσα στα σπίτια δίπλα σε εστίες αποτελούσε συνήθεια από τη Νεολιθική εποχή.

Ο Μηνάς Αβραμίδης της Συλλογής Τάσου Μεγαλόπουλου Κατερίνα Κορρέ-Ζωγράφου

Μηνά Αβραμίδη, πινάκιο, 1950-1954. Γυμνή μορφή (πιθανότατα Διόνυσος) θωπεύει λιοντάρι. Συλλογή Μεγαλόπουλου. Ο Μηνάς Αβραμίδης (1877-1954) είναι ο κατεξοχήν απόγονος των μεγάλων κεραμοπλαστών του Iznik και της Κιουτάχειας. Το 1922 φθάνει πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη και από εκεί κατεβαίνει στην Αθήνα. Το 1923 προσλαμβάνεται ως αρχιτεχνίτης στη νεοφαληρική «Κιουτάχια», όπου θα δουλέψει σκληρά για δυο χρόνια. Αποχωρώντας, σταθμεύει για λίγο στη Φλώρινα. Το 1926 τον βρίσκουμε εγκατεστημένο στη Θεσσαλονίκη. Για να επιβιώσει θα δημιουργεί ως το τέλος «τρέχοντα» αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Ωστόσο φαίνεται ότι η χαρά και το πάθος της ζωής του υπήρξαν τα κατάκοσμα κεραμικά, τα οποία δούλεψε ασταμάτητα με γνώμονα πάντοτε την ποιότητα, την άψογη τεχνική και τις εκτυφλωτικές –ιδιαίτερα στα «ισλαμικά» του- χρωματικές προσθήκες. Η Συλλογή Μεγαλόπουλου περιλαμβάνει ένα σημαντικό πυρήνα του έργου του Αβραμίδη, άγνωστο ως τώρα στην επιστημονική έρευνα. Η Συλλογή που εκπροσωπεί όχι μόνο διαφορετικές χρονολογικές φάσεις της δουλειάς του αλλά και διαφορετικές πηγές έμπνευσης, χαρακτηρίζεται από άψογη ποιότητα εκτέλεσης. Περιλαμβάνονται αντικείμενα μεγάλης ποικιλίας ως προς τα σχήματα, τη λειτουργία και τη διακόσμηση: κάποια έργα έχουν σαφείς ισλαμικούς προσανατολισμούς, άλλα εμπνέονται από την αρχαία ελληνική Μυθολογία και Τέχνη. Τα «βυζαντινά» έργα διακρίνονται για την τεχνική (sgraffito) ή τη χριστιανική τους εικονογραφία. Στα ανθοδοχεία ο γραπτός και εγχάρακτος διάκοσμος αποτελείται από ζωομορφικά θέματα. Ανάγλυφος, επίθετος και γραπτός είναι ο διάκοσμος στα πολύχρωμα στεφάνια της συλλογής.

Σλάβοι στη βυζαντινή Πελοπόννησο Αφέντρα Μουτζάλη

Poluzemljanka, η πασσαλόπηκτη ημιυπόγεια παραδοσιακή οικία των Σλάβων. Κυριολεκτούσε άραγε ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος στο Περί θεμάτων του όταν έγραφε ότι «εσθλαβώθη δε πάσα η χώρα και γέγονε βάρβαρος»; Η εγκατάσταση Σλάβων στην Πελοπόννησο είναι ένα αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός. Φαίνεται ότι η κάθοδος σλαβικών ομάδων στον ελλαδικό χώρο αρχίζει ουσιαστικά μετά το 602, όταν κατέρρευσε το σύνορο του Δούναβη. Δύο δεκαετίες αργότερα, οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο, προτιμώντας κυρίως τις ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές της. Ο σταδιακός εξελληνισμός τους συντελέστηκε με τη βοήθεια της Εκκλησίας που φρόντισε για τον εκχριστιανισμό τους και της Πολιτείας που τους στρατολογούσε στον βυζαντινό στρατό ως μισθοφόρους, απαιτούσε την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων και αξίωνε από αυτούς την αναγνώριση της εξουσίας του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Εκτός από τα σλαβικά τοπωνύμια αδιάψευστοι μάρτυρες της παρουσίας των Σλάβων στην Πελοπόννησο είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα. Στην Ολυμπία, στις όχθες του Κλαδέου ποταμού, δημιουργήθηκε, πολύ κοντά στον παλαιοχριστιανικό, ένας σλαβικός οικισμός από τον οποίο βρέθηκαν χειροποίητα τεφροδόχα αγγεία με καύσεις νεκρών. Λίγο αργότερα, πιθανόν έποικοι δεύτερης γενιάς, θάβονται κατά τον χριστιανικό τρόπο, έχοντας όμως ως κτέρισμα ένα πήλινο χειροποίητο αγγείο. Αυτό συμβαίνει στην Κόρινθο με τον κτιστό κιβωτιόσχημο τάφο του «Περιπλανώμενου Στρατιώτη» και στην Μεσσήνη με τον τάφο 31Β. Η πόρπη που βρέθηκε στον τάφο 31Β ανήκει στον τύπο Emling ελλαδικού χώρου και χρονολογείται γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα. Στην ίδια περίοδο τοποθετούνται και τα χειροποίητα αγγεία που εντάσσονται στη μεγάλη ομάδα της λεγόμενης σλαβικής κεραμικής. Ωστόσο, η σύνδεση της χειροποίητης κεραμικής μόνο με Σλάβους είναι απλουστευτική. Η μοναδική αναμφισβήτητη μαρτυρία για τη σλαβική παρουσία στην Πελοπόννησο παραμένουν τα ταφικά αγγεία της Ολυμπίας.

Οι τοιχογραφίες του Πανσέληνου στον Ι. Ναό του Πρωτάτου Αγίου Όρους: φυσικοχημική ανάλυση (2) Α. Δανιηλία, Σ. Σωτηροπούλου, Δ. Μπικιάρης και άλλοι

Φωτογραφία υπεριώδους φθορισμού. Λεπτομέρεια της παράστασης «Εισόδια της Θεοτόκου». Οι μόνες τοιχογραφίες του Πανσέληνου (13ος αιώνας) που επέζησαν, κοσμούν το ναό του Πρωτάτου (10ος αιώνας) στο Άγιο Όρος. Στο άρθρο παρουσιάζονται διεξοδικά η εξέταση και η τεχνική ανάλυση δεκαπέντε θεματικών ενοτήτων, αντιπροσωπευτικών αυτού του μνημειώδους έργου. Οι τοιχογραφίες που εξετάστηκαν καλύπτουν έκταση εξήντα πέντε περίπου τετραγωνικών μέτρων. Η εκτεταμένη μελέτη και τεκμηρίωση τόσο των πρωτότυπων όσο και των συντηρημένων τοιχογραφιών έγινε με τη χρήση ποικίλων τεχνικών εικόνας, ανάμεσά τους υπεριώδη φωτογραφία φθορισμού, υπέρυθρη ανακλαστογραφία, και μέτρηση χρώματος και απεικόνιση. Η χημική ταύτιση των χρωστικών ουσιών, των συνδετικών υλικών και της στρωματογραφίας επιτεύχθηκε με παρατήρηση στο οπτικό μικροσκόπιο, σε λευκό πολωμένο φως και με υπεριώδη πηγή διέγερσης κατάλληλα επιλεγμένων δειγμάτων. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης οι φασματοσκοπικές μέθοδοι mRaman και μFTIR, η περιθλασιμετρία ακτίνων Χ, η στοιχειακή μικροανάλυση SEM-EDS κ.ά. Τα αποτελέσματα αυτής της συνεργατικής προσπάθειας έδειξαν ότι στις τοιχογραφίες η τεχνική εφαρμογής των χρωματικών στρωμάτων είναι μεικτή, νωπογραφία (al fresco) και ξηρογραφία (al secco), προσδιόρισαν τα υλικά ζωγραφικής που είχε επιλέξει ο Πανσέληνος, καθώς και τη χρωματική του παλέτα. Η μελέτη αυτή αποτελεί σημαντικό και απαραίτητο προαπαιτούμενο για την ενδεχόμενη συντήρηση αυτών των μοναδικών τοιχογραφιών.

Μουσείο: Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αταλάντης Φανουρία Δακορώνια

Αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου Αταλάντης. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αταλάντης στεγάζεται στο παλαιό γυμνάσιο της πόλης, χαρακτηρισμένο ως ιστορικό διατηρητέο κτήριο. Τα ευρήματά του προέρχονται από τις συστηματικές και σωστικές ανασκαφές της περιοχής της ανατολικής Λοκρίδας και του ΒΔ. τμήματος της αρχαίας Φωκίδας, το οποίο εμπίπτει μέσα στα διοικητικά όρια του νομού Φθιώτιδας. Τον επισκέπτη υποδέχονται λίθινα αρχαία, κυρίως επιτύμβιες στήλες από πωρόλιθο ή από σκληρό ασβεστόλιθο. Από τη νεολιθική εποχή έως τη ρωμαϊκή, τα εκτιθέμενα αρχαία αντιπροσωπεύουν όλα τα στάδια του πολιτισμού, όπως έχουν βεβαιωθεί στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Από τα όστρακα εικονιστικών κρατήρων της ΥστεροΕλλαδικής ΙΙΙΓ περιόδου που προέρχονται από την ανασκαφή του αρχαίου λιμανιού Κύνος στους Λιβανάτες, μεγάλης σημασίας εύρημα είναι το τμήμα κρατήρα με παράσταση ναυμαχίας. Από την κεραμική της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κύπελλα με graffiti, ενώ από τους κλασικούς χρόνους, οι κάνθαροι με ποικιλία φυτικών κοσμημάτων με λευκό επίθετο χρώμα. Από την κεραμική της ελληνιστικής περιόδου ξεχωρίζουν δυο μεγαρικοί σκύφοι σπάνιου τύπου που στηρίζονται σε ανάγλυφα κοχύλια.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Aρχαιολογικά Nέα: ειδήσεις, εκθέσεις, συνέδρια, βιβλία, επιστολές Συντακτική Επιτροπή περιοδικού "Αρχαιολογία"

Πληροφορική: Το cd-rom The Cycladic World Art and History in the Central Aegean Κατερίνα Χαρατζοπούλου

Το εξώφυλλο της ηλεκτρονικής έκδοσης «Ο κυκλαδικός κόσμος: Τέχνη και Ιστορία στο κεντρικό Αιγαίο». Από τα ελληνικά πολιτισμικά cd-rom που, στην εκπνοή του 20ού αιώνα, διεκδικούν τη θέση τους στην ελληνική και την παγκόσμια αγορά, δύο νέες ηλεκτρονικές εκδόσεις παρουσιάζονται στο παρόν και στο επόμενο τεύχος: α) The Cycladic World (Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης – Ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή, Εταιρία ATC. Αθήνα 1999) και β) Η Αθήνα στα χρόνια του Περικλή (Εκδοτική Ερμής και CAID – Κέντρο Εφαρμοσμένου Βιομηχανικού Σχεδίου. Αθήνα 1999). Θέμα της ηλεκτρονικής έκδοσης «Ο κυκλαδικός κόσμος: Τέχνη και Ιστορία στο κεντρικό Αιγαίο» αποτελεί ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε στις Κυκλάδες διαχρονικά, από την Εποχή του Χαλκού έως τον 20ό αιώνα. Η αφηγηματική πλοκή στηρίζεται σε τρεις άξονες λειτουργικής οργάνωσης του περιεχομένου. Ο πρώτος άξονας (Gallery) αντιστοιχεί στην παρουσίαση μιας συλλογής, που αποτελείται από δεκαεπτά κυκλαδικά ειδώλια και άλλα αντικείμενα, επιλεγμένα από την προϊστορική συλλογή του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Ο δεύτερος άξονας παρέχει γεωγραφική πρόσβαση (Island Map) ενώ ο τρίτος άξονας οργανώνει τις θεματικές ενότητες του περιεχομένου χρονολογικά (Timeline). Παρουσιάζει συνοπτικά την τέχνη, την αρχιτεκτονική, την καθημερινή ζωή και τη ναυτιλία στις Κυκλάδες σε 4 μεγάλες χρονικές περιόδους, που αντιστοιχούν στους προϊστορικούς, τους ιστορικούς, τους χριστιανικούς και τους νεότερους χρόνους.

Το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Προστασία Μνημείων» του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου (α΄μέρος) Νίκος Χολέβας

Το κτήριο Αβέρωφ. Παρέχονται πλήρεις και αναλυτικές πληροφορίες που αφορούν το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Προστασία Μνημείων» του Ε. Μ. Πολυτεχνείου. Η περιγραφή του προγράμματος αναφέρεται στις γενικές διατάξεις, το αντικείμενο/σκοπό, τους μεταπτυχιακούς τίτλους, τα όργανα διοίκησης/προσωπικό, την αποδοχή των μεταπτυχιακών φοιτητών, την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, τη χρονική διάρκεια των σπουδών, το πρόγραμμα σπουδών, την απονομή του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης, την οικονομική ενίσχυση των μεταπτυχιακών φοιτητών και τις μεταβατικές διατάξεις.

English summaries: The passage of time in Greco-Roman antiquity Ioannis Petropoulos

How was time perceived in antiquity? What systems were in use for placing everyday activities in some order or time sequence? How was the present perceived in connection with the past and the future? These are questions dealt with in this issue of the Archaeologia journal. Mycenaean calendars, cyclical time in Homer and Hesiod, the attempt made by the Orphics to see time outside of cycles, prediction of the future in Roman times and the fond dwelling on a golden age, Augustus’ sundial at Campus Martius in Rome, the questions posed by the early Christians and the adoption of a linear concept of time, with no turning back and controlled by destiny.

Milestones that mark an era Ioannis Petropoulos

The year Rome was built (A.U.C) coincides with the date 753 BC of the Julian calendar and marks the beginning of time as kept by the Romans. The calendar of the Hellenistic era begins with the time of the Seleucids which coincides with the 1st of September or of October of the year 312 BC. To the Byzantines time was recorded from the year of the Creation of the world, that is to say the 1st September of 5509 BC. Alexandrian time was kept from the 29th or the 30th of August of the year 284 AD when Diocletian was enthroned and this calendar is still kept by the Copts to this day.

Some Thoughts on the Mycenaean Menologies Christos Boulotis

The absence of month names from the Homeric epos led M. Nilsson (1918) to the conclusion that the Greek calendar, religious in origin and character, was nothinq else than a post-Homeric invention, essentially of the 7th century B.C.. He even considered the only month (Ληναιών) mentioned in Hesiod’s Works and Days as a later interpretation. Sound objections to Nilsson's argument, as regards the date of appearance of the Greek calendar, were first raised by G. Thomson (1943), who supported its Mycenaean provenance. Thomson was absolutely justified by the deciphering of the Linear B tablets (1952). We know now, on the basis of the categorical account of the palatial archives of Knossos and Pylos, that the Mycenaeans had in fact established local calendars, with differents month names, obviously. However, structured on a common base for counting the time. The first part of this article underlines the striking analogies and convergences between the Mycenaean calendars and those of the historic period, having as an objective the reinforcement of Thomson's view, on the grounds of new relevant data. A special emphasis is laid on the fact that the Mycenaean calendars, like the later Greek ones, present a distinct religious character, as various months have been named after deities, sanctuaries or festivals (e.g. pa-ki-ja-ni-jo-jo me-no, di-wi-jo-jo me-no), while at the same time they serve as chronological frames for regulating the official feast calendar and every cult activity. We have every reason to presume that the Mycenaeans would have sought a calendar model in the flourishing palatial Crete, from where they had also adopted writing, and the metric and measuring system. The second part of the article deals with our knowledge of the Minoan calendar, for which there is not any direct and explicit written information. Evidence is also examined (iconography, Homeric abstract on the renewal of King Minos" sacred reign, Odyssey, T 176-179), which seems to indicate the use of a luni-solar calendar of eight-years uration. This view is substantially supported by the archaeoastronomical observations, conducted recently by scholars of the Uppsala University in the Petsophas and Traostalos peak sanctuaries on Crete. At least some of the numerous Minoan peak sanctuaries seem to have functioned not only as religious and cult sites, but also as astronomical observatories for regulating the calendar cycle, to which the priesthood contributed significantly, according to the well known Egyptian triptych "astronomy-religion-calendar".

A Brief Survey of Ancient Time-reckoning John D. Morgan

The reckoning of time in the ancient world differed in many important aspects from the habits familiar to us in the modern word. Whereas we label the years with a number counting the years from the birth of Jesus Christ, and hence attach great importance to the new millennium, the custom of the ancient Greeks and Romans was to label the years with the name or names of particular officials who held office in that year. This greatly complicated the designation of a year in a manner which would be familiar to the people of more than a single city. The labeling of years according to Olympiads, which was developed by historians in the Hellenistic period, was never used much for dating contemporary official documents. Moreover, the calendars of ancient Greek cities, unlike the modern calendar descended from the Roman calendar, were flexible: it was possible to insert εμβόλιμοι days into them to postpone a festival, and afterwards suppress the same number of days to bring the calendar back into order.

Time and Its Fulfilment in Archaic Greece and the So-called Orphic Theogonies Spyros Rangos

To the linear view of time, characteristic of advanced, abstract and mathematical thought, is opposed a circular view, based on immediate life experience. The daily alternation of darkness and light, and the annual rotation of the seasons, in combination with the waxing and waning of the moon, produce an image of time as a cycle. This is the time of the living organism. The circular view of time implies order, rhythm and, what is more, rejuvenation. Such was the conception of time in Archaic Greece from Homer onwards. Since preclassical conscience does not sharply distinguish temporal sequence from temporal events occurring therein, time is regarded as qualified and differentiated. In Hesiod time is the regular succession of opportune and unfavourable hours and days. Such a succession is thought to be as natural as the coming-into-being and passing-away of every living thing. Death is the unavoidable end term of life in much the same way as, according to the splendid Homeric simile, wind casts down a trees leaves in autumn to let following spring bring new ones in their stead - the new generation. Circular time brings births, deaths, and new births. In the 6th century B.C. the idea that life may be punishment for some primordial crime first sprang to consciousness. Anaximander's sole surviving fragment testifies to the emergence of the idea. Its development is traditionally ascribed to the kindred movements of the so-called Orphics and the Pythagoreans. Both reversed the Homeric relation of body to sou! and thought that the true self resides in the soul. But the Pythagoreans also conducted scientific enquiries concerning the mathematical structure of the world at large. It is reported that Pythagoras defined time as the sphere of the container. As he is said to have ascribed temporal sequence to the movements of the heavenly bodies, Pythagoras can be seen as codifying and translating into the language of science an Archaic experience. It is no accident that in the middle of the 6th century B.C. the younger contemporary of Anaximander's and reported teacher of Pythagoras, Pherecydes of Syros, composed his mixed theogony. There we find Time. Zeus and Earth to be the sole ungenerated deities. The idea that Time (with or without Necessity as his consort) is a primordial god, reappears in later Orphic theogonies. After the discovery of the Derveni papyrus in 1962. these Hellenistic compositions can be safely assumed to draw on classical models. It is not unlikely that deified Time appeared at the first stages of Orphic succession myths as early as the 5th century B.C.. The gold lamellae from South Italy. Crete and Thessafy and the bone tablets from Olbia (dating from the end of the 5th to the middle of the 4th centuries B.C.), show an astonishing preoccupation with blissful afterlife considered to be the gift of Dionysus, Persephone, or both This epigraphical evidence has been rightly associated with Dionysian initiation and Orphic mysteries. In some cases, the idea of a transmigrating soul is also manifested. The stated goal of the Orphic initiate is his or her exit from the depressing temporal cycle of births and deaths governed by Necessity. We may perhaps combine the circular view of time implied in the theory of compulsive metempsychosis with the divine couple of Time and Necessity that we find in a late version of Orphic theogony If that is correct, we may conclude that the liberated soul of the Orphic initiate escapes the order constituted at the very beginning of world formation, and reaches the original undifferentiated state, without losing his or her personal consciousness - an impossibility in the natural, and Homeric, order of things.

Augustus and the Golden Age Steven Hijmans

This article discusses the turbulent political and military background of the Pax Augusta, which was hailed by imperial propagandists like Vergil in his Aeneiad. The emperor instigated an ambitious architectural programme which included the construction of a monumental sun-dial, equipped with an Egyptian obelisk and freighted with ideological symbolism. The author also correlates Augustus grandiose building projects to his confirmation of Julius Caesar's calendar reform and the introduction of the seven-day week (hebdomas), which is still in use today.

Imperium sine fine. Ancient Rome Confronting the ‘End of Days»: Cyclical Time and Perpetual Renaissance Athanasios Kyriazopoulos

In periods of external pressure or internal crisis, Ancient Rome was haunted by the prospect of its imminent fall. This fear was fed by widespread beliefs in the cyclic repetition of cosmic eras, as well as in the periodic destruction of the universe, either by means of total combustion (ekpyrosi) or by cataclysm. These "end of the world' scenarios were built upon the cosmological ideas of Greek philosophers, such as Heraclitus, Plato and the Stoics, who in their turn were influenced by the religious and astrological beliefs of ancient Egyptians, Babylonians, Persians and Indians. In their endeavour to overcome this kind of anxiety, the Romans resorted to various intellectual strategies, following two distinct patterns of thought, both found in the poems of Vergil: (a) the eschatological proposal, consisting in the anticipation of an infant whose birth would herald the second coming of the Golden Age; (b) the political proposal, implying the re¬foundation of Rome, after the triumph of Augustus over Marc Anthony. When the second option clearly prevailed. Rome was proclaimed Urbs Aeterna: its universal domination was now considered to be limitless - an imperium sine fine.

Times and Dates. The Formation of Historical Consciousness Among the Early Christians Dimitris Kyrtatas

Christians of the first generation were concerned with the future. They were anxious to know the exact time of the end of the world. From the New Testament they knew that such information was not available to them, but in the next generations there appeared prophets who claimed that they could foretell the approaching end. Without losing interest in the future some Christians gradually started paying greater attention to the past. The first reason for this development was apologetic. Second-century Christians were accused of advancing new views concerning the gods. In replying, they claimed for themselves the long history of the Jews, which went back to Moses as well as to adam and Eve. Furthermore, they argued for the priority of Jewish wisdom over the best aspects of Greek philosophy. According to their reckoning, Moses was older than Homer. Some Christians started paying attention to the past for political reasons as well. It seemed to them that Jesus was born at the time of Augustus by divine providence. The establishment of the empire and the spread of Christianity, they thought, were two developments destined to work for the benefit of mankind. They started imagining a Christianised and universal empire with one emperor and one God. Belief in the priority of Moses over Homer and in the simultaneous appearance of Jesus and Augustus created historiographical problems, which led Christians to investigate the myths, chronicles and histories of Jews, Greeks, Romans and some eastern nations. In the process of doing so, they realised that a major obstacle was the lack of a common chronological system. Thus, in place of the numerous existing national or local systems, second-century Christians came up with the idea of making the creation of the world a beginning for all historical events. In the sixth century, this idea was replaced by a new one, which placed Jesus at the centre of history, and established ad and B.C. dates. The historical consciousness of early Christianity was built upon a belief, which bridged their interest in the past and their expectations of the end of the world.  

Slaves in Byzantine Peloponnese Afendra Moutzali

The invasion and inhabitation of the Peloponnese by the Slavs is an undeniable historical fact. The Slavs who settled in the Peloponnese were not nomads but farmers and cattle-breeders. The Slavic toponyms. historical sources and archaeological finds offer the evidence for the Slavic penetration and presence in the Peloponnese during the Middle Ages. The Slavic toponyms show mainly an agrarian people. When first arrived in the Peloponnese, the Slavs were pagans.The burning of the dead, hand-made pottery and cultivation of land, using fire for clearing the ground, are typical features of their early civilization. The hand¬made urns, containing the ashes of the dead, that were found in Olympia represent so far the only irrefutable evidence of the presence of Slavs in the Peloponesse. Hand-made vessels, offerings to the dead, have been discovered in a grave of the south Stoa of Corinth, in the grave 31B in Messene and in the graves at Palioboukovina, Hagia Triada, Eleia. Hand-made intact pottery or pottery fragments, that had been used as kitchen utensils, mainly frying pans and pots, as well as tableware, have been found in Argos, Tiryns, Examilion, Hagios Vasilios in Korinthia, Pallandion in Arkadia, Sparta and Karyoupolis in northeastern Mani. This hand-made pottery does not necessarily imply a Slavic invasion or settlement. The hand-made clay pottery was used by that segment of the population, native or foreign, that could not afford to buy the more expensive, wheel-made cooking utensils.

Menas Avramidis in the Tassos Megalopoulos Collection Katerina Zographou-Korre

Menas Avramidis (1877-1954), from Kioutacheia, is considered the descendant par excellence of the great potters of Iznik and Kioutacheia. In 1922 he arrives in Thessaloniki and later in Athens, where, in 1923, he is employed as chief craftsman in the firm "Kioutacheia". Two years later he sojournes in Fiorina and in 1926 he is settled in Thessaloniki, where he continues to create excellent objects of everyday use until his death.. Avramidis work in the Megalopoulos Collection, unknown until now to the scientific research, is of superb craftsmanship, represents various phases of the creator's oeuvre, like the early piece from "Kioutacheia", and exhibits his different sources of inspiration as well. The collection comprises items that present a wide variety in use. shape and decoration: some have a distinct Islamic orientation or are decorated with a thematic repertoire based on ancient Greek mythology and art, some follow the Byzantine tradition in technique and style, others are embellished with a religious iconography, while the vases in the collection are adorned with incised and painted zoomorphic subjects.

New Data from the Everyday Life of the Prehistoric Inhabitants of Macedonia. A Prehistoric Settlement in Archontiko, Giannitsa Aikaterini Papaeuthymiou-Papanthimou, Angeliki Pilali-Papasteriou

The excavations on the Prehistoric tumulus of Archontiko, Giannitsa, brought to light successive phases of a settlement, which is dating from the late ΠΕΧ to the early MEX period, an era almost unknown in Macedonia. The main phases of the settlement. according to twenty-one radio-chronologies, performed by the Archaeometry Lab of Demokritos institution, were defined between 2300 and 1900 B.C. The later phase of the settlement was located on the top of the tumulus and is characterized by stone building foundations and pottery bearing incised linear decoration. Remnants of pile-dwellings were discovered on the east slope, while a number of intact vases, tools, weaving implements, etc was recovered on their floor. The most interesting find, however, is a great number of clay constructions: open fireplaces, platforms and small ellipsoidal furnaces stood on the house floor, perfectly serving the heating, lighting, cooking, etc needs of the inhabitants. The study of the pyrotechnology of the ellipsoidal structures, carried out by Dr. G. Maniatis, of the Demokritos Institution, showed that the temperature of their inner sides could have reached 500-600 centigrades. The warming up of the furnace, however, hardly needed more than 300-350 centigrades, a fact that supports the argument that these structures have mainly been used for cooking.

Panselinos’ Wall-Paintings in the Church of Protaton, Mount Athos: A Physico-chemical Diagnosis A. Daniilia, S. Sotiropoulou, D. Bikiaris et al.

The only surviving fresco wall-paintings by Panselinos (13th c. ad), one of the most celebrated Greek religious painters of the Byzantine era, decorate the Church of Protaton (10th c. ad) on Mount Athos. This article details the examination and technical analysis of 15 thematic units, representative of this monumental work of art. The wall-paintings examined cover an area of approximately sixty-five square meters. Extensive study and documentation of both original paintings and already restored frescoes were attained through the use of various imaging techniques, including visible and ultraviolet photography, infrared reflectography (IRR), and colour measurement and representation. Chemical identification of pigments, binders and layer stratigraphy was achieved by using visible and ultraviolet fluorescence microscopy. Raman spectroscopy, Fourier Transform Infrared spectroscopy (FTIR). X-Ray Diffraction (XRD). Scanning Electron Microscopy with Energy Dispersive Analysis fSEM-EDS), and Electron Probe Microanalysis (EPMA). The results of this collaborative effort have shown the paintings to be executed in both the true fresco and the lime painting technique, and have established Panselinos' choice of painting materials and colour palette. This study is an important and necessary prerequisite for the eventual restoration and conservation of these unique wall-paintings.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Τα εφτά θαύματα του κόσμου: Ο ναός της Άρτεμης στην Έφεσο Μαρίζα Ντεκάστρο

Νόμισμα της Εφέσου, που στη μια του όψη παριστάνει τον περίφημο ναό της Άρτεμης. Μεγάλη ήταν η λατρεία της Άρτεμης στην Έφεσο της Μικράς Ασίας, όπου λατρευόταν και ως θεά της Αφθονίας. Ένα βράδυ κάποιος Ηρόστρατος έκαψε το ναό της μόνο και μόνο για να ακουστεί το όνομά του. Την ίδια νύχτα γεννιόταν στην Πέλλα ο Μέγας Αλέξανδρος. Η Άρτεμη είχε πάει στα γεννητούρια και δεν πρόφτασε την καταστροφή του ναού της, έλεγαν οι κάτοικοι. Στη συνέχεια, οι Εφέσιοι έχτισαν ένα γιγάντιο ναό για τη θεά, τον στόλισαν με γλυπτά του Πραξιτέλη και γύρω του φύτεψαν πάμπολλα δέντρα ώστε το τοπίο να μοιάζει με τα αγαπημένα άλση της θεάς.

Τεύχος 75, Ιούνιος 2000 No. of pages: 130
Κύριο Θέμα: Ξέρουν ότι είναι Χριστούγεννα; Χρόνος και ταυτότητα στο Βυζάντιο της όγδοης ημέρας Anthony Bryer

Η Δημιουργία του κόσμου, τμήμα από ψηφιδωτά εμπνευσμένα από τη Γένεση, 1180-1190. Σικελία, Μονρεάλε, Μητρόπολη «Αποτελεί μύθο το ότι οι αρχαίοι και οι μεσαιωνικοί άνθρωποι αδιαφορούσαν για το χρόνο και βασίζονταν σε πρόχειρους υπολογισμούς» ισχυρίζεται ο συγγραφέας και το αποδεικνύει με μια επισκόπηση παραδειγμάτων που μας ταξιδεύουν από την Κριμαία και την Αρμενία έως τη Συρία, με ενδιάμεσους σταθμούς την Ινδία και τη Μογγολία. Στο πολυπολιτισμικό περιβάλλον του βυζαντινού και του μεταβυζαντινού κόσμου πυκνή είναι η ποικιλία σε ημερολόγια και εορτολόγια που χρησιμοποιούσαν οι διάφορες εθνότητες, θρησκείες και αιρέσεις. Οι ασυμφωνίες των χρονοδιαγραμμάτων με βάση τον ήλιο ή τη σελήνη μας αγγίζουν στενότερα. Προέρχονται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από το γεγονός ότι πολλοί πολιτισμοί ακόμη αργοπορούν να προσαρμόσουν το ρωμαϊκό Ιουλιανό ημερολόγιο («παλιό ημερολόγιο») στις διορθώσεις που εισήγαγε με το Γρηγοριανό ημερολόγιο («νέο ημερολόγιο») ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ' το 1582 μ.Χ. «Χωρίς ημερολόγιο αγνοούμε όχι μόνο που και πότε, αλλά και ποιοί είμαστε», ο συγγραφέας σημειώνει χαρακτηριστικά.

Ηλιακά ρολόγια στη βυζαντινή Ελλάδα: ανάλημμα ή ανάθεμα; Mary Lee Coulson

Ηλιακό ρολόι, τοποθετημένο πάνω από την είσοδο του νάρθηκα. Κοίμησις της Θεοτόκου (Μέρμπακας). Σε σύγκριση με τον συνολικό αριθμό των σωζόμενων βυζαντινών ναών, ο αριθμός των ηλιακών ρολογιών της Ελλάδας που βρίσκονται σε εκκλησίες είναι ελάχιστος. Τα ρολόγια αυτά, που καταγράφονται ως σπαράγματα, είναι όλα κατακόρυφα επίπεδα ρολόγια, με προορισμό να τοποθετηθούν σε νότιους τοίχους, σε αντίθεση με τα αρχαία ηλιακά ρολόγια, ημικυκλικά ή κωνικά, που προορίζονταν να στέκονται αυτόνομα στο χώρο. Άλλη μια διαφορά είναι ότι στα αρχαία ρολόγια σημειώνονταν η τρίτη, η έκτη και η ένατη ώρα και ποτέ δεν σημειωνόταν με αριθμό η κάθε ώρα, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα βυζαντινά ρολόγια. Τέλος, τα αρχαία ρολόγια διαιρούσαν τη φωτεινή περίοδο της ημέρας σε δώδεκα ώρες, ενώ τα βυζαντινά παρουσιάζουν ποικιλία διαιρέσεων: 11, 12 και 13 ώρες. Φαίνεται ότι υπάρχουν ουσιαστικά μόνο δύο βυζαντινοί ναοί στην Ελλάδα με ηλιακά ρολόγια που είναι αναμφίβολα σύγχρονα των κτηρίων πάνω στα οποία βρίσκονται: της Παναγίας Σκρίπου (9ος αιώνας) και της Κοίμησης της Θεοτόκου στον Μέρμπακα (τέλη του 13ου αιώνα). Ο μικρός αριθμός των ηλιακών ρολογιών υποδηλώνει ότι αυτά δεν ήσαν συνηθισμένο μέρος του αρχιτεκτονικού λεξιλογίου των ναών, όπως σαφέστατα συμβαίνει στη μεσαιωνική Δύση. Το ηλιακό ρολόι εμφανίζεται στη δυτική τέχνη το Μεσαίωνα, συσχετισμένο με την ιστορία του βασιλιά Εζεκία. Εν τω μεταξύ, στη Δύση αλλάζει και η στάση απέναντι στον καθημερινό χρόνο σε σχέση με την εργασία. Μέσα σε μια «θεολογία της εργασίας», όπως την αποκαλεί ο Le Goff,  όλο και περισσότερα επαγγέλματα κρίνονταν άξια χρηματικής αμοιβής και ήταν έντιμο ο χρόνος να εξαγοράζεται. Γλυπτά με ημεροδείκτες που απεικόνιζαν τις εργασίες των μηνών φιλοτεχνούνταν πάνω στις προσόψεις των ναών ενώ υπήρχαν και ηλιακά ρολόγια συνδυασμένα με αγγέλους, όπως αυτό του 13ου αιώνα στον καθεδρικό ναό της Παναγίας στην Αμιένη, το οποίο ήταν στην πραγματικότητα ενδείκτης των εργάσιμων ωρών, παρουσιασμένος μέσα στα εκκλησιαστικά συμφραζόμενα της εποχής. Στο Βυζάντιο, η τετρακτύς της Αστρονομίας, Μαθηματικών, Γεωμετρίας και Μουσικής εθεωρείτο ειδωλολατρικός κλάδος σπουδών. Επιπλέον, όσοι ενδιαφέρονταν για την Αστρονομία ασχολούνταν με τις εγκυκλοπαιδικές συμπιλήσεις έργων του παρελθόντος και όχι με πρακτική παρατήρηση, νέους υπολογισμούς ή νεοτερικές εφαρμογές της συσσωρευμένης γνώσης τους. Ακόμη και ο Θεόδωρος Μετοχίτης, στο μνημειώδες έργο του Στοιχεία Αστρονομίας (14ος αιώνας), λέγεται ότι προσπάθησε απλά να κατανοήσει και να εξηγήσει τα αρχαία κείμενα. Ηλιακά ρολόγια εμφανίζονται σε εικονογραφήσεις βυζαντινών χειρογράφων της ιστορίας του Εζεκία, αλλά δεν είναι τα ημικυκλικά ρολόγια των δυτικών μεσαιωνικών μικρογραφιών. Στα μοναστήρια η τήρηση του χρόνου επιτυγχανόταν μάλλον με υδραυλικά ρολόγια, όπως συνέβαινε και στη Δύση. Η διαφορά στον αριθμό των ηλιακών ρολογιών που σώζονται στους ναούς της λατινικής Δύσης και στους ναούς της ορθόδοξης Ανατολής πιθανότατα αντανακλά με ακρίβεια το γεγονός ότι στον ορθόδοξο κόσμο τα ρολόγια πάνω σε κτίσματα θρησκευτικού χαρακτήρα θεωρούνται περιττά ή ακόμη και απρεπή. Ωστόσο τα ρολόγια της Σκρίπου και του Μέρμπακα συνιστούν την εξαίρεση. Ο ναός της Σκρίπου σχεδιάστηκε πιθανότατα ως ταφικό μνημείο του χορηγού του, οπότε το ηλιακό ρολόι, διακοσμημένο με παγώνια, αναφέρεται στην αιώνια ζωή. Επίσης, εξαιτίας των δέκα μόνο γραμμών που είναι χαραγμένες, αποτελεί ίσως μια πιο συγκεκριμένη αναφορά στην ιστορία του Εζεκία. Ο ναός του Μέρμπακα πιθανότατα δεν ήταν ορθόδοξος αλλά καθολικός ναός. Η χρονολόγησή του συμπίπτει με τη θητεία του William του Moerbeke ως δομηνικανού αρχιεπισκόπου της Κορίνθου. Ανάμεσα στις μεταφράσεις αυτού του φιλέλληνα, το έργο του Πτολεμαίου Περί αναλήμματος εξηγεί πώς κατασκευάζεται ένα ηλιακό ρολόι.

Το τέλος του χρόνου στο Βυζάντιο Paul Magdalino

Η γέννηση του Χριστού, ψηφιδωτό, λεπτομέρεια, α΄ μισό του 11ου αι. Μονή Οσίου Λουκά, Καθολικό. Από τις διάφορες χρονολογίες που προσφέρονταν κατά την Ύστερη Αρχαιότητα, το Βυζάντιο κατέληξε να προτιμήσει εκείνη που προσδιόριζε τη Δημιουργία στα 5500 χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού, την οποία τοποθετούσε, σύμφωνα με το σημερινό χρονολογικό σύστημα, στο 8 π.Χ. Το πλήρωμα αυτού του γραμμικού χρόνου αναμενόταν με την «συντέλειαν του αιώνος», κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Οι χρονολογίες συνήθως δίνονταν με βάση το έτος της Δημιουργίας. Ο Χριστιανισμός ποτέ δεν έχασε την προσδοκία του ότι η συντέλεια επίκειται. Το πλήρωμα του χρόνου όμως ήταν δύσκολο να προσδιοριστεί. Ωστόσο, το επικείμενο του τέλους προκαλούσε ανησυχία. Για τη χρονολόγηση του τέλους προσαρμόστηκε το χρονολόγιο των γεγονότων μετά τη Δημιουργία, στο πλαίσιο μιας συμπαντικής εβδομάδας βασισμένης στις επτά ημέρες της Δημιουργίας. Με σεβαστές βιβλικές δηλώσεις, που το νόημά τους ήταν ότι τα χίλια χρόνια ήταν μια μέρα στα μάτια του Θεού, ήταν δυνατόν να νοηθεί η ανθρώπινη ιστορία ως μια εβδομάδα χιλιετιών, αντίστοιχη προς τις επτά ημέρες της Δημιουργίας. Προς τα τέλη του 5ου αιώνα, η χρονολόγηση του τέλους στο έτος 6000 κατέστησε έντονη την αναμονή. Το Βυζάντιο άφησε την έκτη χιλιετία να έλθει και να παρέλθει, η αίσθηση όμως ότι το πλήρωμα του χρόνου πλησίαζε εντάθηκε. Οι προσδοκίες κατά τον 6ο και 7ο αιώνα επηρεάζονταν όχι τόσο από αριθμητικούς υπολογισμούς, αλλά περισσότερο από την πορεία των γεγονότων που οι πηγές περιγράφουν ως εντυπωσιακά αποκαλυπτικά. Για παράδειγμα, η δυστυχία που προκάλεσε ο Ιουστινιανός με τους πολέμους και τις διώξεις του, μαζί με τους καταστρεπτικούς λοιμούς και σεισμούς της βασιλείας του, τον έκαναν να μοιάζει με τον Αντίχριστο. Οι ορδές των Αβάρων και Σλάβων που διέτρεχαν τη Βαλκανική επί μισό αιώνα μετά τον Ιουστινιανό, ταίριαζαν με την προφητική περιγραφή των Γωγ και Μαγώγ. Οι Άραβες κατακτούν την Ιερουσαλήμ το 637. Το 691/2 ανεγείρεται πάνω στο Όρος του Ναού ο Θόλος του Βράχου. Δεν ήταν γραμμένο ότι ο Αντίχριστος θα ξανάχτιζε το Ναό των Εβραίων; Με το ψευδώνυμο Μεθόδιος ο εκ Πατάρων, ένας Σύρος χριστιανός έγραψε το πιο πρωτότυπο και διάσημο αποκαλυπτικό κείμενο του πρώιμου Μεσαίωνα.  Το Ισλάμ θα καταστρεφόταν από έναν βασιλέα των Ελλήνων, με το τέλος της ζωής του οποίου θα άρχιζε η βασιλεία του Αντίχριστου. Ωστόσο, τον όγδοο, τον ένατο και τον δέκατο αιώνα αφθονούσαν και οι απόλυτοι αριθμητικοί υπολογισμοί του τέλους του χρόνου. Η χρήση του ελληνικού αλφαβήτου για τη γραφή των αριθμών σήμαινε ότι όλα τα γράμματα, και επομένως όλες οι λέξεις, είχαν αριθμητική αξία. Τα γράμματα της λέξης «Ιησούς» έδιναν προστιθέμενα τον αριθμό 888, ο οποίος υπολογιζόμενος με έτη από τη γέννηση του Χριστού, υποδείκνυε το έτος 6388/879-880 ως τέλος της χριστιανικής εποχής. Κατά τα μέσα του ένατου αιώνα, κυκλοφόρησε ένας αποκρυφιστικός θρύλος, του οποίου το νόημα ήταν ότι ο Χριστός είχε δώσει την ευλογία της ειρήνης στους μαθητές του σχηματίζοντας τα γράμματα ςφ (6500) με το δεξί του χέρι. Υπάρχουν σημαντικές μαρτυρίες ότι το έτος 6500/991-2 αναμενόταν με μεγάλη ανησυχία, η οποία, όταν έφθασε το έτος αυτό, μεταφέρθηκε αμέσως στη χιλιοστή επέτειο της Ανάστασης του Χριστού, που ήταν το έτος 6533/1025. Κατά τον 10 αιώνα, φαίνεται ότι απέκτησε κύρος η Αποκάλυψη του Ιωάννη. Η ιδέα ότι η χιλιετία της Αποκάλυψης είχε αρχίσει με τον Χριστό και βρισκόταν σε εξέλιξη, αν και ουσιαστικά επίσημη από τον 7ο αιώνα, συναντούσε την βαθιά απροθυμία να ερμηνευτεί ο αριθμός κατά γράμμα. Στο Βυζάντιο ποτέ δεν ήταν αργά για το τέλος του χρόνου. Σε γενικές όμως γραμμές, φαίνεται ότι υπήρχε μεγαλύτερη απροθυμία να βρεθεί ένα νέο χρονικό όριο, από ό,τι στη Δύση. Το τέλος της έβδομης χιλιετίας ήταν αρκετά οριστικό και, όταν αυτό έφτασε, το 1492, το Βυζάντιο δεν υπήρχε πλέον.

Το παρελθόν του μέλλοντος. Το τέλος του κόσμου και η προπαγάνδα στην ιστοριογραφία του 6ου αι. Γιώργος Καλόφωνος

Η Δημιουργία του κόσμου, λεπτομέρεια, ψηφιδωτό, α΄ μισό 13ου αι. Βενετία, Άγιος Μάρκος. Ανιχνεύοντας τον αντίκτυπο που είχε η προσδοκία του τέλους του κόσμου στην ιστοριογραφία του 6ου αιώνα, στο πρώτο ήμισυ του οποίου διάφοροι κύκλοι τοποθετούσαν τη συμπλήρωση της κρίσιμης χιλιετίας, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ενδεικτικά δύο αντιπροσωπευτικά κείμενα της εποχής: την Χρονογραφία του Ιωάννη Μαλάλα και τα Ανέκδοτα του Προκοπίου. Η Χρονογραφία του Μαλάλα σταματά περί το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού και στο τελευταίο τμήμα της προδίδει τη χρήση προφορικών μαρτυριών και προσωπικής γνώσης των γεγονότων. Στα Ανέκδοτά του ο Προκόπιος εξαπολύει μύδρους εναντίον των ηρώων της Ιστορίας των Πολέμων του, παρουσιάζοντας με τα μελανότερα χρώματα τον Ιουστινιανό και τη Θεοδώρα. Ο Ιουστινιανός είναι ο βασιλιάς των δαιμόνων, ίσως και ο Αντίχριστος ο ίδιος. Τη δαιμονική βασιλεία του ίδιου και του θείου και προκατόχου του, Ιουστίνου Α΄ (518-527 μ.Χ.), προαναγγέλλουν εξίσου δαιμονικά σημεία. Μηνύματα διατυπώνονται, με το κύρος και τη μεταφυσική διάσταση προφητικών ονείρων, απηχώντας κατά πάσα πιθανότητα την ενσωμάτωση στο κείμενο των Ανεκδότων προφορικών ιστοριών που κυκλοφορούσαν ως αντιδυναστική προπαγάνδα. Στον αντίποδα  του Προκοπίου, ο Μαλάλας φαίνεται ότι αντλεί από την επίσημη αυτοκρατορική προπαγάνδα. Επιδίδεται επίσης σε μια δύσκολη προσπάθεια να αποδείξει, μέσω περίπλοκων και αυθαίρετων υπολογισμών, ότι η έκτη χιλιετία από κτίσεως κόσμου είχε ήδη παρέλθει, ότι, όπως ισχυρίζεται η πλευρά του αυτοκράτορα, ο κόσμος έχει πάρει παράταση ζωής, και πως η βασιλεία του Ιουστινιανού σημαίνει την έναρξη της χρυσής χιλιετίας που θα προηγηθεί της Δευτέρας Παρουσίας. Χρησιμοποιώντας δυο προφητικά όνειρα, ο Μαλάλας θα επιδοθεί στην αμαύρωση του Αναστασίου, τελευταίου αυτοκράτορα της προηγούμενης δυναστείας, προκειμένου να δικαιωθεί η ανάληψη της εξουσίας από τη δυναστεία του Ιουστινιανού. Πολλά έχουν γραφεί τα τελευταία χρόνια για την «αποκαλυπτική» διάσταση της επίσημης αυτοκρατορικής προπαγάνδας του 6ου αιώνα αλλά και κατοπινών εποχών. Από όλον τον τρόμο του 6ου αιώνα για το τέλος του κόσμου δεν μένουν σήμερα παρά κάποιες σποραδικές αναφορές. Όσο για τους δυο ιστορικούς, ο Μαλάλας, που απηχεί ξεκάθαρα την αυτοκρατορική προπαγάνδα, αναφέρεται ρητά στις προβλέψεις για το τέλος του κόσμου μόνο και μόνο για να τις διαψεύσει. Ο Προκόπιος όμως, που εκφράζει την άλλη πλευρά, δεν διστάζει, στο πλαίσιο της δαιμονολογίας του, να αντλήσει από τη δεξαμενή τέτοιων αφηγημάτων, που αναμφίβολα κυκλοφορούσαν μέσα στην αναστάτωση που προκαλούσε η αναμονή του τέλους. Και αυτός, εν τούτοις πουθενά δεν αναφέρεται ρητά στην προσδοκία του τέλους του κόσμου.

Η μέτρηση του χρόνου στο Βυζάντιο Θύμιος Νικολαΐδης

Βυζαντινός αστρολάβος από χαλκό, 11ος αι. Brescia, Civici Musei d’Arte e di Storia. Για τους Βυζαντινούς ο χρόνος είναι μέτρηση της φθοράς. Η μέτρησή του πηγάζει από την ελληνορωμαϊκή παράδοση αλλά τροποποιείται τόσο με την εισαγωγή χριστιανικών στοιχείων όσο και λόγω της επιρροής της αστρονομίας άλλων πολιτισμών, κυρίως του Ισλάμ. Τη μέτρηση του χρόνου ορίζει η αστρονομία που χρησιμοποιεί διαφορετικά μαθηματικά εργαλεία: επεξεργασία ιστορικών παρατηρήσεων για τη χρονολογία, αστρονομικές εφημερίδες για το ημερολόγιο και, για τη μέτρηση της ώρας, τον αστρολάβο. Η χρονολογία που ακολουθούσαν κατά κανόνα οι Βυζαντινοί είναι ο χρόνος από κτίσεως κόσμου, χρόνος που τοποθετείται στο 5509/5508 προ Χριστού. Η χρονολογία καθιερώθηκε από το «Πασχάλιον Χρονικόν» (7ος αιώνας), το οποίο τοποθετεί την Κτίση στην εαρινή ισημερία (21 Μαρτίου) του 5508 π.Χ. Ωστόσο η αρχή του έτους για τους Βυζαντινούς μετατοπίστηκε από την 21η Μαρτίου στην 1η Σεπτεμβρίου, ακολουθώντας τη φορολογική περίοδο της ινδικτιώνος. Οι Βυζαντινοί αστρονόμοι χρησιμοποιούσαν τους αστρονομικούς πίνακες (κανόνες) του Κλαύδιου Πτολεμαίου, και αργότερα των Περσών, των Εβραίων, ή ακόμα του Τολέδο ή του βασιλιά της Καστίλλης Αλφόνσου (13ος αιώνας), που ακολουθούν διαφορετικές χρονολογίες και διαφορετικά ημερολόγια. Το κύριο μέλημά τους ήταν επομένως η μετατροπή της βυζαντινής χρονολογίας και του ημερολογίου στην πτολεμαϊκή για να βρεθεί η αντιστοιχία της συγκεκριμένης μέρας. Η μετατροπή αυτή οδήγησε σε πολλά σφάλματα. Στο σύστημα του Πτολεμαίου στηριζόταν η αστρονομία μέχρι τις πρώτες αραβικές επιρροές (τέλη του 8ου αιώνα), χάρη κυρίως στα εγχειρίδια του Θέωνα Αλεξανδρείας (β΄μισό του 4ου αιώνα). Παρά τις ξένες επιρροές, τα εγχειρίδια αυτά αποτέλεσαν τις βάσεις της βυζαντινής αστρονομίας μέχρι τους παλαιολόγειους χρόνους. Την ώρα, οι Βυζαντινοί αστρονόμοι τη μετρούσαν με τον επίπεδο αστρολάβο, όργανο πολύ φθηνότερο στην κατασκευή από τον σφαιρικό και εύκολο στη χρήση. Τρία είναι τα είδη χρόνου που μετρούν οι αστρονόμοι: ο αστρικός, ο πραγματικός ηλιακός και ο μέσος ηλιακός. Ο αστρολάβος μετρά τον πραγματικό ηλιακό χρόνο, ο οποίος διαφέρει από εποχή σε εποχή. Μετρά επίσης δύο είδη ωρών που χρησιμοποιούνται στο Βυζάντιο: τις ίσες ώρες, ή ισημερινές, και τις άνισες, εποχιακές ή καιρικές. Η βυζαντινή ώρα επομένως εξαρτιόταν πάντα από την εποχή του χρόνου.

Το πέρασμα του χρόνου στο Βυζάντιο Ιωάννης Πετρόπουλος

Τμήματα από βυζαντινό φορητό ηλιακό ρολόι και ημερολόγιο, ορείχαλκος, περ. 520, Λονδίνο, The Science Museum. Για τους Βυζαντινούς ο χρόνος άρχισε την 21η Μαρτίου 5508 π.Χ., ημερομηνία της Δημιουργίας του κόσμου. Το ημερολόγιο της κοινωνίας αυτής ήταν το Ιουλιανό. Πυκνή ήταν η ποικιλία των ημερολογίων και των εορτολογίων που χρησιμοποιούσαν οι διάφορες εθνότητες, θρησκείες και αιρέσεις στον βυζαντινό και μεταβυζαντινό κόσμο. Ο χρόνος των Βυζαντινών ήταν «εκ γενετής» φθαρτός. Η γραμμική πρόοδός του θα έληγε, πίστευαν κατά τη Δευτέρα Παρουσία, όταν θα επέστρεφε ο Κύριος εν δόξη για να κρίνει «ζώντας και νεκρούς». Η βυζαντινή εσχατολογία συχνά συνέδεε το τέλος της Αυτοκρατορίας με το τέλος του χρόνου. Κατά περιόδους εμπεριστατωμένες εικασίες διατυπώνονταν για το χρόνο της συντέλειας. Η λόγια βυζαντινή λογοτεχνία δημιουργεί εσκεμμένα την ψευδαίσθηση της «αχρονίας». Γνήσιο λογοτεχνικό είδος, η ομιλία –δηλαδή, το κήρυγμα– ως συστατικό της Θείας Λειτουργίας κινείται στο «αιώνιο παρόν» του Θεού.

Ο άχρονος χρόνος της Ομιλητικής στη μεσοβυζαντινή περίοδο Νίκη Τσιρώνη

Τμήμα επιστυλίου τέμπλου με το Δωδεκάορτο: Βάπτιση, α΄μισό 12ου αι. Σινά, Μονή Αγίας Αικατερίνης. Οι ομιλίες, τα κηρύγματα, του 8ου και του 9ου αιώνα αποτελούν σαφή κατηγορία κειμένων με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τις δικές της συμβάσεις, τους δικούς της τρόπους κ.λπ. Η ομιλητική είχε θεωρηθεί λογοτεχνικό είδος που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ιστορική πηγή καθώς δεν αναφέρεται στη σύγχρονή της πραγματικότητα. Ωστόσο, πρόσφατα η επιστημονική έρευνα έδειξε ότι, παρόλο που οι ομιλητές της μεσοβυζαντινής περιόδου αποφεύγουν να αναφερθούν άμεσα στη λατρεία των εικόνων –το κυρίαρχο θέμα της ημέρας-, αναφέρονται έμμεσα μέσω ενός μετωνυμικού λόγου, ο οποίος εκδηλώνεται στην επιλογή του θέματος, τη χρήση λέξεων και εικόνων καθώς και στον συναισθηματικό τόνο, με ιδιαίτερη έμφαση στο σώμα και τις αισθήσεις. Οι ομιλίες συνδυάζουν δυο διαφορετικές αντιλήψεις χρόνου: η πρώτη αντανακλά το αιώνιο παρόν του Θεού, όπου το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον δεν χωρίζονται αλλά συνυπάρχουν στον χρόνο του Θεού, και η δεύτερη δηλώνει τη γραμμική αντίληψη του χρόνου που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη κατανόησή του. Στο πλαίσιο της Θείας Λειτουργίας οι ομιλίες αντιπροσωπεύουν το σημείο όπου αυτές οι δύο αντιλήψεις συναντιούνται και εμπλουτίζουν η μια την άλλη, σημείο ένωσης ανάμεσα στη δημιουργία και τον Δημιουργό. Από το ομιλητικό corpus της μεσοβυζαντινής περιόδου το παρόν άρθρο χρησιμοποιεί παραδείγματα Ομιλιών του Πατριάρχη Γερμανού Α', του Ανδρέα Κρήτης και του Ιωάννη Δαμασκηνού. Στις ομιλίες αυτές οι αναφορές στο αιώνιο παρόν συνδυάζονται με αναφορές στη σύγχρονη θεολογική διαμάχη της Εικονομαχίας. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στο πρόσωπο της Θεοτόκου, που συμβολίζει τη σάρκωση. Μοναδική θέση αποδίδεται στην Παρθένο ως προστάτιδα τόσο των χριστιανών όσο και της αυτοκρατορικής πόλης του Βυζαντίου, αλλά και ως προστάτιδα της λατρείας των εικόνων, η οποία από τον 9ο αιώνα και εξής έμελλε να γίνει αναπόσπαστο στοιχείο της Ορθοδοξίας. Με τον ίδιο τρόπο που ένα μυθιστόρημα ή ένα δοκίμιο, ανεξάρτητα από το θέμα του, φέρει τη σφραγίδα της εποχής στην οποία γράφηκε, οι ομιλίες αποκαλύπτουν την έγνοια των Βυζαντινών με την άχρονη πραγματικότητα του Θεού αλλά και με σύγχρονα θεολογικά θέματα, όπως η Εικονομαχία.

Άλλα θέματα: Βυζαντινό Μουσείο Βέροιας. Μια διαδρομή στο χώρο και στο χρόνο Κλεοπάτρα Θεολογίδου

Ο μύλος του Μάρκου εσωτερικά, όπου πρόκειται να στεγαστεί τμήμα του Βυζαντινού Μουσείου Βέροιας. Στο άρθρο εκτίθεται η αρχιτεκτονική προμελέτη του μουσείου, όπως παρουσιάστηκε στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Το μουσείο θα στεγαστεί εν μέρει σε διατηρητέο κτήριο, τους αλευρόμυλους του Μάρκου, και ταυτόχρονα στα όρια προστατευόμενης περιοχής, της Κυριώτισσας.  Στη Βέροια υπάρχει η ευτυχής συγκυρία, ο χώρος του Βυζαντινού Μουσείου να είναι αλληλένδετος με τις προστατευόμενες περιοχές της Κυριώτισσας και της Εβραϊκής συνοικίας. Ιστός φορτωμένος με μνημεία και μνήμες. Πρόκειται στην ουσία για ένα χώρο μουσείο, με την ευρύτερη σημασία του όρου, που, για να ανταποκριθεί στο ρόλο του, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως πολιτισμική ενότητα. Το Βυζαντινό Μουσείο είναι αναπόσπαστο τμήμα του συνόλου αυτού. Αποτελεί την «εισαγωγή» σε αυτή τη διαδρομή, άρα ο ρόλος του είναι ιδιαίτερα σύνθετος. Βάσει του θεωρητικού πλαισίου που είχε οριστεί, στο σχεδιασμό του κτηρίου χρειάστηκε να επιλυθούν τα ακόλουθα ζητήματα: α) η αποκατάσταση και αλλαγή χρήσης του διατηρητέου κτηρίου των μύλων, β) η επιτυχής ένταξη νέων κατασκευών που θα αντιπροσωπεύουν την εποχή τους σε έναν ιστορικό χώρο, με σεβασμό στα χαρακτηριστικά του και σε αρμονία με το περιβάλλον, γ) ο σχεδιασμός κατάλληλων εκθεσιακών χώρων, που θα επιτρέπουν πολλαπλές μουσειολογικές και μουσειογραφικές προσεγγίσεις και δ) η άρτια λειτουργία όλου του κτηριακού συγκροτήματος. Στόχος ήταν, η ίδια λογική που θα έπρεπε να διέπει την οργάνωση των εκθέσεων και των διατηρητέων περιοχών της πόλης, να επεκτείνεται και στην αρχιτεκτονική σύνθεση του ίδιου του μουσειακού χώρου. Το Μουσείο της Βέροιας διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά, ώστε να αποτελέσει σήμα, ένα σημείο αναφοράς στην πόλη.

Η ακρόπολη της Σπάρτης. Προτάσεις για μια επίσκεψη στον αρχαιολογικό χώρο Γεωργία Κακούρου-Χρόνη

Σκηνή από εκπαιδευτικό πρόγραμμα που πραγματοποιήθηκε στον αρχαιολογικό χώρο της ακρόπολης της Σπάρτης. Επιμελήτρια της Κουμανταράκειου Πινακοθήκης Σπάρτης, η συγγραφέας είχε προφανώς πολλές ευκαιρίες για να προβληματιστεί γύρω από τις επισκέψεις παιδιών σε μουσεία ή σε ανοιχτούς αρχαιολογικούς χώρους. Από την εμπειρία και από τα διαβάσματά της των θεωρητικών της μάθησης (Jean Piaget, John Dewey, David Kolb, Howard Gardner), «κτίζει» ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για μια επίσκεψη στον αρχαιολογικό χώρο της ακρόπολης της Σπάρτης. Ύστερα από μια σύντομη θεώρηση της λειτουργίας της μάθησης, η συγγραφέας καταλήγει στο «τι» και «πως» της διδασκαλίας, που έχει ούτως ή άλλως τους κανόνες της, θέτει στόχους, προτείνει δραστηριότητες. Τις προτεινόμενες δραστηριότητες διακρίνει σε τρεις ομάδες, σε Δραστηριότητες πριν από την επίσκεψη, κατά την επίσκεψη και μετά την επίσκεψη. Το εκπαιδευτικό αυτό πρόγραμμα απευθύνεται α) στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο και β) στο Λύκειο, και έχει πραγματοποιηθεί με τους μαθητές του 1ου Δημοτικού Σχολείου Σπάρτης και του Γυμνασίου Ξηροκαμπίου. Με στόχο την επανεκτίμηση και τη βελτίωση του προγράμματος, προτείνεται στους εκπαιδευτικούς, αφού μεσολαβήσει κάποιο διάστημα από την επίσκεψη, να ελέγξουν με ένα κατάλληλα διατυπωμένο ερωτηματολόγιο τη γνωστική, ψυχολογική και συναισθηματική εμπειρία των μαθητών τους.

Οι γαλλικές ανασκαφές στη Βηρυτό Catherine Aubert

Ελληνιστική κατοικία πλαισιωμένη από τα αψιδωτά θεμέλια του μικρού οθωμανικού σαραϊκού (ανασκαφή IFAPQ). Στο πλαίσιο του σχεδίου ανοικοδόμησης του κέντρου της πόλης της Βηρυτού, εφαρμόστηκε ένα τεράστιο πρόγραμμα σωστικών ανασκαφών. Η αρχική δοκιμαστική τομή του Γαλλικού Ινστιτούτου Αρχαιολογίας της Εγγύς Ανατολής επεκτάθηκε σε έκταση 4000 τ.μ. στο βόρειο τμήμα της πλατείας των Μαρτύρων. Οι αρχαιολογικές αυτές έρευνες, που διήρκεσαν 44 μήνες, έφεραν στο φως μέρος της πόλης, η κατοίκηση της οποίας είχε αρχίσει από τον 6ο-5ο αιώνα π.Χ. Τα πρώτα ίχνη εποικισμού του βόρειου τμήματος της Πλατείας των Μαρτύρων ανάγονται στην Περσική περίοδο των Αχαιμενιδών. Οικιστικά στοιχεία που εμφανίζονται αποκλειστικά στον βόρειο και τον ανατολικό τομέα των ανασκαφών, ξεχωρίζουν εμφανώς από τα μεταγενέστερα κτήρια λόγω των «αρχαϊκών» τους δομών, χαρακτηριστικών των οικισμών της εποχής του Σιδήρου Ι (1200-1000). Τα κινητά ευρήματα από την ανασκαφή επιβεβαιώνουν τη χρονολόγηση της Εποχής του Σιδήρου ΙΙΙ, χάρη στην ομοιογένεια της κεραμικής. Οι οικίες της Ελληνιστικής περιόδου συχνά διατηρούνται ώς το ύψος των τριών μέτρων. Παρατηρούνται διάφορα στρώματα εγκατάστασης, από τον 4ο έως τον 1ο αιώνα π.Χ. Ο πλούτος των ευρημάτων αυτού του κατοικημένου χώρου περιλαμβάνει εγχώρια είδη και υλικό εισαγμένο από την Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και ιδιαίτερα την Κύπρο. Φαίνεται ότι το ποσοστό του εισαγόμενου από το Αιγαίο υλικού αυξάνεται από το β΄ ήμισυ του 2ου αιώνα, γεγονός που αντιστοιχεί στην αναπτυξιακή φάση των σχέσεων μεταξύ Βηρυτού και Δήλου, όπου βρίσκεται το καθίδρυμα του κοινού των Ποσειδωνιαστών της Βηρυτού. Η μετάβαση από την Ελληνιστική στη Ρωμαϊκή εποχή είναι ακόμη σχετικά άγνωστη. Μια συνοικία της Βυζαντινής εποχής, που κατοικήθηκε από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα, φαίνεται να είναι η τελευταία σε αυτόν τον τομέα της πόλης τουλάχιστον έως τον 12ο αιώνα. Η απουσία ισλαμικών κατοικιών και η παρουσία ενός φούρνου κεραμικής του 13ου αιώνα μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν περιφερειακό βιοτεχνικό τομέα. Ένα σύνολο τεσσάρων φρεάτων, ένας παχύς συμπαγής τοίχος και δυο τοίχοι με αψίδες ανήκουν ίσως στην εποχή του εμίρη Φαχρ-αντ-Ντιν Β΄[γνωστού και ως Φικαρντίν]. Τα θεμέλια του οθωμανικού Μικρού Σεραγιού, που οικοδομήθηκε το 1883-1884 και καταστράφηκε το 1945, αποτελούν το πιο πρόσφατο τεκμήριο αυτού του τομέα της πόλης, όπου αναπτύχθηκαν αργότερα τα οικοδομικά έργα της γαλλικής διοίκησης.

Απομάκρυνση επικαθίσεων από την οξείδωση μπρούντζινων συνδέσμων σε μαρμάρινα γλυπτά και μνημεία Βασίλειος Λαμπρόπουλος, Αικατερίνη Φραντζικινάκη

Δοκίμιο Πάρου. Σχηματισμός χλωριούχων και ανθρακικών αλάτων του χαλκού στην επιφάνεια του δοκιμίου. Οι μεταλλικοί σύνδεσμοι που έχουν χρησιμοποιηθεί για τη σύνδεση των δομικών στοιχείων των μνημείων οξειδώνονται, αργά ή γρήγορα, ανάλογα με το μέταλλο και τις συνθήκες που επικρατούν στο περιβάλλον του μνημείου. Ταυτόχρονα με τη διάβρωση των μπρούντζινων ή ορειχάλκινων συνδέσμων, σχηματίζονται ευδιάλυτα άλατα του χαλκού, που μεταφέρονται με το νερό της βροχής, εισχωρούν στους πόρους του μαρμάρου και εγκαθίστανται στην περιφέρεια των κρυστάλλων του ανθρακικού ασβεστίου, δημιουργώντας πράσινους λεκέδες. Οι λεκέδες χαλκού σχηματίζονται στην επιφάνεια ή σε βάθος στο μάρμαρο και απομακρύνονται δύσκολα χρησιμοποιώντας στην επιφάνεια του μαρμάρου χημικά αντιδραστήρια υλικά, τα οποία αντιδρούν με το χαλκό και διαλύουν τους λεκέδες χωρίς να προκαλούν φθορά στο μάρμαρο. Οι συγγραφείς έκαναν δοκιμές καθαρισμού των αλάτων χαλκού με διαλύματα αμμωνιακών αλάτων (νιτρικό αμμώνιο, χλωριούχο αμμώνιο και όξινο ανθρακικό αμμώνιο) και πάστα με βάση το E.D.T.A. (πάστα Mora). Συμπέραναν ότι η μέθοδος του όξινου ανθρακικού αμμωνίου ήταν η ηπιότερη για την απομάκρυνση των αλάτων χαλκού από το μάρμαρο.

Ψηφιακή συντήρηση. Η συμβολή της ψηφιακής τεχνολογίας στη συντήρηση αρχαιοτήτων και έργων τέχνης Αθανάσιος Βέλιος

Μια από τις προτάσεις συμπλήρωσης του μοντέλου του αντικειμένου. Το νέο υλικό περιγράφει το σχήμα του αυθεντικού αντικειμένου. Ένα μικρό μέρος από το σύνολο των εφαρμογών που μπορεί να έχει η ψηφιακή τεχνολογία στους υπολογιστές, παρουσιάζει συνοπτικά ο συγγραφέας. Συγκεκριμένα: 1) εικονική ολοκλήρωση της συντήρησης του αντικειμένου μέσω προγραμμάτων επεξεργασίας εικόνας και όγκου, 2) ψηφιακός καθαρισμός, συγκόλληση με αλγόριθμους ταύτισης των θραυσμάτων και εικονική συμπλήρωση, σε περιπτώσεις όπου η συντήρηση είναι ανέφικτη, 3) ψηφιοποίηση του όγκου και των χρωμάτων των μνημείων, σε περιπτώσεις όπου χρειάζεται να συμπληρωθούν κομμάτια που λείπουν από το μνημείο, 4) πέρα από την κατασκευή της γεωμετρίας της συμπλήρωσης, η αισθητική αποκατάστασή της, 5) κατασκευή αντιγράφων των μνημείων, 6) καθαρισμός, 7) συστηματική παρακολούθηση του περιβάλλοντος του μνημείου και 8) παρακολούθηση της εξέλιξης της διάβρωσης σε κάποιο υλικό.

Ο Cesare Brandi και η θεωρία της συντήρησης Ήβη Γαβριηλίδη

Λεπτομέρεια τοιχογραφίας με θέμα «Dormitio Virginis» μετά τη συντήρηση, Εκκλησία του Αγίου Πέτρου στο Terni, τέλη 1300-αρχές 1400. Ο Cesare Brandi υπήρξε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του 20ού αιώνα στον τομέα της Ιστορίας της Τέχνης και της Κριτικής της Τέχνης στην Ιταλία. Ήταν ίσως ο πρώτος που έδωσε τέτοια έμφαση στην αξία της συντήρησης των έργων τέχνης. Ανέπτυξε σταδιακά, με επιμονή και μεγάλη ευαισθησία, μια θεωρία συντήρησης, η οποία αποτελεί έως σήμερα τη βάση για την ανάπτυξη αυτής της επιστήμης. Ο Brandi βοήθησε στην αντιμετώπιση των πολεοδομικών προβλημάτων, στο πολύπλοκο και λεπτό θέμα της συντήρησης των ερειπίων, στην προληπτική συντήρηση και σε πολλά άλλα θέματα. Για «τις εξαιρετικές του ικανότητες ανάγνωσης και ερμηνείας των έργων τέχνης», ο Cesare Brandi διορίζεται διευθυντής του Istituto Centrale del Restauro (I.C.R.) που ιδρύεται τον Ιούλιο του 1939. Για πρώτη φορά προσδιορίζεται, με ειδική νομοθεσία, το επάγγελμα του συντηρητή και προσφέρεται σχετικό δίπλωμα μετά από τριετή φοίτηση. Ως τότε, η έλλειψη μιας εξειδικευμένης σχολής, που θα είχε το κύρος να επιβάλει μια τεχνοτροπία σύμφωνη με τις αρχές συντήρησης, άφηνε περιθώρια στον εμπειρισμό και τον πειραματισμό. Το 1960, τρεις μελετητές της συντήρησης και από τους μαθητές του Brandi, οι Licia Vlad Borelli, Joselita R. Sena και Giovanni Urbani, συγκεντρώνουν σε έναν τόμο είκοσι χρόνων σημειώσεις και μαθήματα του δασκάλου τους. Η πρώτη έκδοση εμφανίζεται το 1963, με τίτλο Θεωρία της Συντήρησης. Αυτό που επιχειρεί εδώ ο Brandi είναι η εφαρμογή της φιλοσοφικής μεθόδου της ενατένισης.  Έχοντας ταυτίσει τη «συντήρηση» με την «αισθητική», συνομιλεί με τον Χάιντεγκερ και τον Νίτσε για τον ορισμό του «έργου τέχνης».

Νέο στοιχείο για τη μορφή του κτιρίου Καλλέργη στο Άργος Βασίλης Δωροβίνης

Απόσπασμα του σχεδίου της πόλης του Άργους, 1847 (ΓΑΚ). Ο συγγραφέας, που έχει διαπραγματευτεί το θέμα του κτιρίου Καλλέργη σε δυο προηγούμενα τεύχη της «Αρχαιολογίας», τεύχη 36 και 38, επανέρχεται με ένα νέο στοιχείο. Πρόκειται για ένα σχέδιο του Φερδινάνδου Στάντεμαν, το οποίο παρουσιάζει το κέντρο της πόλης του Άργους, με τους στρατώνες του ιππικού και με την οικία Καλλέργη σε πρώτο πλάνο. Το σχέδιο επιβεβαιώνει πλήρως τις υποθέσεις που ο συγγραφέας είχε ήδη διατυπώσει. Επάνω στη στέγη του κτιρίου είχε κατασκευαστεί πρόσθετο δωμάτιο («μπελβεντέρε»), και σε όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς είχε κατασκευαστεί προστύλιο που υποστήριζε εξώστη. Η αποκατάσταση της οικίας Καλλέργη στη δεκαετία του 1950 δεν αναζήτησε την αρχική μορφή αλλά στηρίχτηκε στα στοιχεία που είχε διασώσει η ερείπωση του κτιρίου. Ανοιχτό παραμένει, επομένως, το θέμα της μελλοντικής αναστήλωσης.

Οι αιγυπτιακές κούκλες του Μουσείου Μπενάκη Σοφία Τσουρινάκη, Roberta Cortopassi

Κούκλα με μάλλινο χιτώνα και κουκούλα. Μουσείο Μπενάκη, αρ. ευρ. 10389. Στο άρθρο παρουσιάζονται πέντε κούκλες από την κοπτική Αίγυπτο που ανήκουν στη Συλλογή του Μουσείου Μπενάκη. Οι κούκλες περιορίζονται σε δυο τύπους: τις κούκλες από κουρέλια και τις κούκλες από κόκαλο. Οι κούκλες από κουρέλια που μας είναι γνωστές σήμερα είναι δέκα. Πρόκειται για αντικείμενα φτιαγμένα, σίγουρα, από παιδιά ή από τους οικείους τους. Το εξαιρετικά εύθρυπτο υλικό τους και το γεγονός ότι ως ευρήματα πρέπει να είχαν πολύ μικρό ενδιαφέρον για τους αρχαιολόγους του προηγούμενου αιώνα εξηγούν ίσως τον περιορισμένο αριθμό τους. Αντίθετα, οι κούκλες από κόκαλο είναι πολύ κοινά αντικείμενα, που τα συναντάμε σε όλες τις συλλογές της Κοπτικής περιόδου. Μικρές, μεταξύ 7 και 15 εκ., και δουλεμένες με τρόπο πρόχειρο, αποτελούνται πάντα από ένα κόκαλο μακρύ και σχισμένο κατά μήκος. Αν και ο απλός τρόπος της επεξεργασίας της ύλης και η εξαιρετικά σχηματοποιημένη μορφή τους θα μπορούσαν να φανερώσουν μια οικογενειακή κατασκευή, ο μεγάλος αριθμός των ευρημάτων και τα σταθερά χαρακτηριστικά τους δείχνουν ότι σίγουρα πρόκειται για εξειδικευμένη παραγωγή.

Αρχαία λατομεία Πάρου: Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού του Αιγαίου Ανδρέας Κεραμίδας

Αρχαίο λατομείο μαρμάρου Πάρου. Από το νεοσύστατο Ινστιτούτο Αρχαιολογίας Πάρου και Κυκλάδων (Ι.Α.Π.Κ.) παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 2000 η οικονομοτεχνική μελέτη του Διευθυντή-Συντονιστή του ΥΠ.ΠΟ. Α. Κεραμίδα με τον γενικό τίτλο «Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού του Αιγαίου». Η μελέτη αφορά στην ενοποίηση δύο ξεχωριστών αρχαιολογικών χώρων: ο πρώτος στη θέση Λάκκοι, όπου υπάρχουν τα λατομεία ανοιχτής εξόρυξης, και ο δεύτερος στη θέση Μαράθι, όπου υπάρχουν οι υπόγειες στοές εξόρυξης και, στην κοιλάδα, τα κτήρια του 19ου αιώνα. Πρόκειται για τα γνωστά λατομεία μαρμάρου, τα οποία θα ενταχθούν σε ένα οικολογικό-γεωλογικό και αρχαιολογικό πάρκο. Τα βιομηχανικά κτήρια του 19ου αιώνα θα στεγάσουν Μουσείο, Τράπεζα βιβλιογραφικών πληροφοριών, Συνεδριακό Κέντρο, Γραφεία παραρτημάτων διεθνών οργανισμών, ενώ προβλέπεται και η ανέγερση μεταλλικού ανοιχτού θεάτρου. Ως προς τη χρηματοδότηση του έργου, ύψους 2 δισ. δρχ. περίπου, αυτή θα καλυφθεί από κοινοτικά κονδύλια.

Η ταυτότητα των νεκρών στους βασιλικούς τάφους της Βεργίνας Τριαντάφυλλος Παπαζώης

Αναπαράσταση της τοιχογραφίας με τη σκηνή του κυνηγιού από τον βασιλικό τάφο ΙΙ, στη Βεργίνα. Το 1978, ο Μανώλης Ανδρόνικος αποκάλυψε κάτω από τον όγκο μιας μεγάλης Τούμπας τρεις βασιλικούς τάφους (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ), από τους οποίους ο πρώτος βρέθηκε συλημένος και οι δύο άλλοι ασύλητοι. Τον τάφο Ι ονόμασε «Τάφο της Περσεφόνης», τον τάφο ΙΙ τον απέδωσε στον βασιλιά Φίλιππο Β΄ και στην τελευταία σύζυγό του, και τον τάφο ΙΙΙ ονόμασε «Τάφο του Πρίγκιπα». Ο συγγραφέας, έχοντας σχηματίσει με βάση τα αρχαία κείμενα και τα ταφικά κτίσματα και ευρήματα της Βεργίνας διαφορετικές απόψεις από αυτές του καθηγητή Μ. Ανδρόνικου, παραθέτει τα αποδεικτικά στοιχεία και τα συμπεράσματά του. Ο ίδιος πιστεύει ότι: τα οστά που βρέθηκαν στον τάφο Ι ανήκουν στη βασίλισσα Κλεοπάτρα και το βρεφικής ηλικίας παιδί της και τα οστά που βρέθηκαν στον τάφο ΙΙ με την τοιχογραφία του κυνηγιού ανήκουν στον Μέγα Αλέξανδρο. Στον προθάλαμο του τάφου ΙΙΙ είχαν ταφεί η βασίλισσα Ρωξάνη με τον δωδεκάχρονο Αλέξανδρο Δ΄, ενώ στον κυρίως ταφικό θάλαμο είχαν τοποθετηθεί τα οστά του Φιλίππου Β΄. Τα 21 άρματα που εικονίζονται στη ζωφόρο του προθαλάμου συμβολίζουν τις 21 εκστρατείες του νεκρού βασιλιά.

Μουσείο: Βυζαντινή και μεταβυζαντινή Συλλογή Χανίων Μιχάλης Ανδριανάκης, Σουζάνα Χούλια

Ζεύγος χάλκινων ενωτίων με στελέχη από υαλόμαζα (10ος-11ος αι.) Στύλος Αποκορώνου. Ο ναός San Salvatore, άλλοτε καθολικό της μονής των Φραγκισκανών, στεγάζει σήμερα τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή συλλογή στα Χανιά. Την παλαιοχριστιανική περίοδο σκιαγραφούν τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου από το Καστέλι Κισσάμου, κιονόκρανα, θωράκια και επιτύμβιες επιγραφές. Η δεύτερη βυζαντινή περίοδος αντιπροσωπεύεται κυρίως από αποτοιχισμένες τοιχογραφίες. Οι περισσότερες προέρχονται από το ναό της Αγίας Βαρβάρας στα Λατζιανά Κισσάμου (11ος αιώνας), ενώ δυο αποτμήματα τοιχογραφιών είναι έργα του ζωγράφου Θεόδωρου Δανιήλ Βενιέρη (1292). Από την περίοδο της Ενετοκρατίας εκτίθενται αρχιτεκτονικά γλυπτά και εικόνες (15ος-17ος αιώνας), από τις οποίες ξεχωρίζει έφιππος Άη Γιώργης δρακοντοκτόνος, έργο του Εμμανουήλ Τζάνε. Αξιόλογη είναι η συλλογή με μολυβδόβουλα και νομίσματα. Στα αντικείμενα μεταλλοτεχνίας ανήκει σπάνιο αγγείο ισλαμικής τέχνης του 10ου αιώνα.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Aρχαιολογικά Nέα: ειδήσεις, εκθέσεις, συνέδρια, διαλέξεις, επιστολές, βιβλία Συντακτική Επιτροπή περιοδικού "Αρχαιολογία"

Πληροφορική: Το cd-rom Η Αθήνα στα χρόνια του Περικλή Κατερίνα Χαρατζοπούλου

Ο βράχος της Ακρόπολης. Η ηλεκτρονική έκδοση «Η Αθήνα στα χρόνια του Περικλή» πραγματεύεται τον πολιτισμό της κλασικής εποχής, όπως δημιουργήθηκε στην κοιτίδα του, από τον 5ο έως και τα τέλη του 4ου αιώνα. Το cd-rom απευθύνεται τόσο σε οικογένειες, γονείς και παιδιά, όσο και σε δάσκαλους και παιδαγωγούς. Στόχος της έκδοσης είναι να γοητεύσει το κοινό της και ύστερα να το εκπαιδεύσει. Αναπόφευκτα ο χαρακτήρας της είναι εγκυκλοπαιδικός (reference) και το περιεχόμενό της αφορά όλες τις εκφάνσεις του κλασικού πολιτισμού: ιστορία και πολιτική, ιδέες και πνευματική ζωή, καλλιτεχνική δημιουργία, καθημερινή ζωή και θρησκεία, με αναλυτικά κείμενα και με αναφορές σε επιλεγμένους αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και αντικείμενα. Φέρνει στη οθόνη, εκτός από τα εκτεταμένα κείμενα, ποικίλα εικονογραφικά τεκμήρια (χάρτες, σχεδιαστικές απεικονίσεις και φωτογραφίες αντικειμένων και μνημείων, τρισδιάστατες αναπαραστάσεις μνημείων), αφηγήσεις και μουσική επένδυση.

Το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Προστασία Μνημείων» του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών (β΄μέρος) Νίκος Χολέβας

Το κτήριο Αβέρωφ. Τα μαθήματα του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Προστασία Μνημείων» αναπτύσσονται σε τρεις βασικές θεματικές ενότητες. Από αυτές, η πρώτη γίνεται σε συνεργασία με τη Β΄κατεύθυνση του Μεταπτυχιακού Προγράμματος και περιέχει τα υποχρεωτικά μαθήματα κορμού· η δεύτερη περιέχει τα υποχρεωτικά μαθήματα της Α΄κατεύθυνσης και η τρίτη τα μαθήματα επιλογής, πάντοτε για την Α΄κατεύθυνση. Δημοσιεύεται το αναλυτικό πρόγραμμα με τα μαθήματα των τριών αυτών ενοτήτων.

English summaries: The passage of time in Byzantium Ioannis Petropoulos

Time was a matter of fascination to the Byzantines as one can tell by the Church canon, the lives of the saints and the menologium. At times it seems that heightened interest was taken in eschatological issues such as those of death, judgement and destiny. It must have been during such periods that sundials were built in the churches of mainland Greece, out of which eleven survive to our day. However, whilst in the West the time was displayed in public places thus enforcing and supporting the work ethic, in Byzantium sundials were a rarity. In Byzantium time was considered to be by its nature finite, ending with the Second Coming which was expected to happen in the 6th century. From the 6th century to the 10th century AD, various predictions of doom foretold that the end of time would coincide with the end of the Empire.

‘Do they Know it’s Christmas?’ Anthony Bryer

This article argues that calendars are distinctive signifiers of cultural identity. People are distinguished by how they measure time. From their birthday onwards their scheme of time places them in precise relationships with their society, their secular ruler and their concept of cosmic order Complications arise with the co-existence of time systems, lunar and solar calendars. The collision and interpenetration of cultures is reflected in their time systems. Major eras have political, historical or religious origins, but the Byzantine Year of the World (Annus Mundi) has an inbuilt end of time at the Eighth Day, Millennium or Era, precisely from 7001 AM or 1492 ad, when, instead of the end of the world, came the unexpected discovery of a new world.

Measuring Time in Byzantium Thymios Nikolaidis

The measuring of time in Byzantium comprised the chronology, that is the determination of the number of the year from a given origin, the calendar, that is the division of the year, and the time, that is the division of the day. All three were calculated with the help of astronomy. The Byzantine era counted its origin starting from the Creation (21 March 5508 B.C.). and used the Julian calendar, The astronomical tables were based on an era and calendar different from the Byzantine ones, therefore one of the major concerns of Byzantine astronomers was the chronological conversion, that is the correspondence between the tables dates and the Byzantine ones. The first chapters in aft Byzantine astronomical manuals were dedicated to this subject These manuals were based mainly on Ptolemaic astronomy, which followed the commentaries on Ptolemy by Theon of Alexandria, or on Persian astron¬omy and the School of Maragha. Rolemaic and Persian astronomical tables used a calendar of a 365-days year. Byzantine astronomers used the astrolabe to determine time, an instrument considered as the most precise clock by Theodoros Meliteniotis. one of the greatest astronomers of the Paiaeologan period. Although only one Byzantine astrolabe has been preserved, there is a rich literature on the subject. Byzantines used both the equal hours -being in fact slightly unequal, as the astrolabe measures the real and not the main solar time- and the unequal ones - defined by dividing the night as well as the day by twelve.  

The End of Time in Byzantium Paul Magdalino

The Byzantine conception of the end of time was based on biblical prophecies, as interpreted by Christian exegesis of the 2nd and 3rd centuries, which saw world history in terms of a cosmic week of millennia corresponding to the days of Creation, and in terms of a succession of world empires, of which the Romano-Byzantine would be the last. Although the Church discouraged speculation on the day of the End, there was always a strong tendency to discern signs of its imminence in contemporary events, or to predict it according to symbolic or astronomical patterns. Both kinds of speculation intensified not only with the approach but also with the passing of the year 6000 from the Creatton, which was believed to fall at the end of the sixth century ad, Eventually, attention was focused on the end of the seventh millennium (ad 1492), but only after other, intermediate dates failed to live up to expectations The most important of these was the middle of the seventh millennium, which also happened to be the millennial anniversary of the life of Christ. Thus, even though Byzantium did not adopt the system of dating from the Incarnation, which became standard in the West, the year 1000 (or its Byzantine equivalent. ad 992) was at least equally significant in the Greek East. This was clearly a result of the belief that the Kingdom of the Saints, prophesied in the Apocalypse of the St. John, had been inaugurated by Christ, and the Christian Church and Empire were its earthly manifestation.

The Futures Past: The end of the world and propaganda in 6th-century historiography George T. Calofonos

Now that the eve of the new millennium is presumably safely behind us. we are in a better position to understand the ephemeral appeal of predictions of doom. Despite their flexibility, precise calculations of the end of the world -or other catastrophes eventually expire and fall into oblivion: who would be interested today in reading an extensive study on how the Y2K bug would destroy civilization as we knew it? The anticipation of the end is inherent in the linear-teleological perception of time which is part of our Christian legacy. In the continuous attempts to forecast the exact moment of the Second Coming, and therefore the end of time, the concept of the millennium proved to be one of the most influential tools For the Byzantines, it was not the first millennium ad. but the sixth AM {anno mundi) which first came into play, Due to the complexity and fluidity of early Byzantine chronology, reaching a universally accepted date was impossible, Varying calculations produced a whole set of alternative dates for this event, all of which fell within first half of the sixth century, in an attempt to determine the impact of eschatological fear on the period's historiography, this article turns to two of the mam historical sources of the sixth century: the Secret History of Procopius and the Chronography of John Malalas. It has been recently argued that eschatological considerations played an important role in the official imperial propaganda of Justinian whose reign covers part of this period. A close examination of the material from the two contemporary historical sources reveals a slightly different picture, All the relative passages were composed through a manifestly layered process, strictly related to their appropriation. The origins of such apocalyptical rumors were probably oral, and their initial function anti-dynastic. It seems rather unlikely that Justinian would construct his official propaganda on the ambiguous and therefore dangerous grounds of eschatology: had he done so. he would have invited the unfavorable conclusion that his reign was the earthly rule of the Antichrist. Malalas's emphatic argument that all calculations of the time of the Second Coming had already been proven wrong, obviously refers to Justinian's defense against the propaganda of his enemies as reflected in the Secret History's famous equation of Justinian with the "king of demons" However, eschatological references in these works are neither numerous, nor extensive, both writers modi¬fied any such material in order to suit their own propa¬gandists purposes, which no longer involved any escha¬tological considerations. Their texts betray no real belief in an approaching end of the world. By the time they were writing, talk of an ominous future was already a thing of the past Besides, if one believed that the end of the world was at hand one would hardly engage in writing history.  

The Timeless Time of Homiletics in the Middle Byzantine Period Niki Tsironis

Homiletics has been considered a literary genre that cannot be used as a historical source due to its lack of refe¬rence to contemporary reality. Recently, scholarly research shown that although the homilists of the middle Byzantine period avoid referring directly to the cult of icons -the dominant issue of the day- they do so indirectly, through symbolic language manifested in their choice of subject, use of vocabulary and imagery as well as m the highly emotional tone they evoke, with particular emphasis on the body and the sences The sermons of the 8th and 9th centuries should be considered as a single category with its own characteristics and idioms. Sermons combine two distinct conceptions of time, the first reflecting the eternal presence of God. where past, present and future exist alongside God's time, and the second conveying the linear conception of time charac¬teristic of human understanding. In the context of the Divine Liturgy homilies represent the point where these two conceptions of time meet and enrich one another as a point of communion between the creation and the Creator From the homiletic corpus of the middle Byzantine period this article uses examples of Homilies of the Patriarch Germanos I, Andrew of Crete and John of Damascus. In these homilies references to the eternal are combined with references to the contemporary theological debate of Iconoclasm. Special attention is given to the person of the Mother of God, as a symbol of the Incarnation In numerous examples one notes the unique position ascribed to the Virgin as the protectress of both the Christians and the imperial city of Byzantium, but also as the protectress of the cult of icons, which from the 9th century onwards would become an inextricable element of Orthodoxy. In the same way that a novel or an essay, regardless of its subject, bears the imprint of the time in which it was written, the homilies reveal the concern of the Byzantines with the timeless reality of God, as well as with contemporary theological issues, such as Iconoclasm.  

Analemmata in Byzantium Greece: Attractive or Anathema? Mary Lee Coulson

Sundials were a common feature of the ancient Greek and Roman world. The use of dials seems to have lapsed in the medieval Greek world, however, whereas it did not in the medieval West. This paper examines the extant medieval Greek dials and suggests that it was the difference in both the definitions of time and the meaning of sundials in the Catholic and the Orthodox traditions that determined the fate of dials in Byzantine Greece.

The French excavations in Beirut Catherine Aubert

Rescue excavations were carried out in Beirut during reconstruction of the city centre. Archaeological research, started in October 1993 and lasted forty-four months. Part of the ancient city was brought to light. Settlements date from the Iron Age III . Inhabitation of the ancient city started from the 5th or 6th century BC down to the Hellenistic, Roman and Ottoman periods. The archaeological remnants connect Beirut and Lebanon with the Hellenistic civilization, they also connect the Mediterranean with Asia.

The Acropolis of Sparta: Proposals for a Visit in the Archaeological Site Georgia Kakourou-Chroni

The museums and archaeological sites must offer knowledge, pleasure and entertainment to all. Unfortunately, however, teachers and students feel that they are not welcomed there, while many parents complain for the lack of any mechanism of receiving children, especially of preschool age and individuals with special needs. In this article we would like to offer educational material, which would facilitate the visitor of the Acropolis of Sparta to get better acquainted with it. At the same time the article serves as a proposal to the instructors of the higher grades of Elementary School, High School and Lycaeum, who would like to organize a visit to the archaeological site of the Acropolis of Sparta for their students.

The Identity of the Dead in the Royal Tombs of Vergina T. Papazois

My long and persistent study of the texts of antiquity, on which archaeologists and other specialists were based for the identification of the dead buried in the royal tombs of Vergina, led to certain conclusions, which contradict the so far relevant arguments In short, the results of my research are the following: The bones found in the grave I belong to Queen Cleopatra and to her baby child. The bones recovered in the grave II with the Hunting wall-painting belong to Alexander the Great, in the anteroom of the grave III were buried Queen Roxane and her twelve-years old son Alexander IV, while in the chamber of the tomb Philipp's II bones were laid. Furthermore, the wall-painting in this tomb, representing twenty-one chariots, is related with the battles of Philipp II.

The Egyptian Dolls of the Benaki Museum Sophia Tsourinaki, Roberta Cortopassi

The article deals with the archaeological Coptic "doll" of Egypt. The dressed dolls in the collection of the Benaki Museum lead to certain conclusions as regards the crafting and use of such an archaeological object. Apart from dolls made entirely of cloth, the bone idols that have been preserved in a large number testify that they belong to a more luxurious type of dressed doll The persons portrayed are female youths, in the representation of which painting plays the major role, denoting the details and the embellishment of the body. Although they have been made by professional craftsmen, the formation of the garments -sewn and assembled from reused parts of textiles- was decided by children. A grown-up could very well intervene in the making of an attire, however, a part of the relevant procedure was entirely performed by children. The type of the "bodiless" figurine, where a small bone plaque was wrapped in a cocoon of staffed material, probably derives from the Roman limbless dolls.

Cesare Brandi and the Restoration Theory Ivi Gabrielides

Cesare Brandi, one of the most important personalities of twentieth-century Italy in the field of History and Art Criticism, was probably the first who strongiy emphasized the value of restoration of the works of art Working with great sensitivity and insistence, he gradually developed a restoration theory, which still remains the foundation of the evolution of this science until today as regards the restoration of the works of art, either mobile objects or architectural monuments. He also contributed considerably to the handling of town-planning problems, to the intricate issue of restoring antique ruins, to the preventive restoration and to many other relevant subjects.

New Evidence of the Morphology of the Kallergis1 Mansion Vasilis Dorovinis

A small-scale plan of 1835, drawn by Friedrich Standemann, that shows the center of the city of Argos and the Kallergis' mansion, has been recently added to the evidence I have presented so far (issues no 36 and 36) of the morphology of this building, The plan has been published in the German edition of the exhibition catalogue The New Greece - Greeks and Bavarians in the Time of Ludwig /, but it has been omitted from the Greek edition. The mansion has a cubic form, a hip roof with a look-out opening and a roofed porch. It is therefore beyond doubt that the original form of the building has not been sought or at least it was not known, when it was restored in the 1950s.

The Byzantine Museum of Veroia: A Trip in Time and Space Kleopatra Theologidou

The preliminary architectural study of the Byzantine Museum of Veroia. as it was submitted to the Central Archaeological Council of the Greek Ministry of Culture, is presented in this article. The museum is going to be housed partly in a preservable building, the Markos' Mills, and partly in an edifice on the border of the protected area of Kyriotissa. When finished, it will be an area-museum, in the broader sense of the term, which, in order to serve the purpose for which it was made, should be conceived as a cultural unity. It will aim to the full understanding of history and historical continuity and to the thorough elucidation of the special charac¬teristics of the region and its people. Therefore, it demands a particular planning, governed by dear targets and principles, where the common and trivial will be equally important as the exceptional and outstanding. In planning the museum we had to meet the following demands: 1. The rehabilitation and change of use of the preservable building of the mills. 2. The harmonic incorporation of new edifices, representative of their period, in a specific historical site. 3. The creaticn of appropriate exhibition areas, that will accommodate multiple museological and museographical approaches. 4. The perfect functioning of the entire building complex Our desire and objective was to extend and apply the reasoning that should rule the organization of exhibitions and the preservation of the traditional sectors of the city to the architectural composition of the entire museum area. Thus, the Byzantine Museum of Veroia has been endowed with all the qualities and characteristics necessary as to become the logo of the city.  

Removal of Copper Stains, Formed from Bronze Joints on Marble Statues and Monuments Vasileios Lambropoulos, Katerina Frantzikinaki

Bronze dowels and clamps were employed in ancient Greek architecture for the construction and conservation of monuments. Dowels for the fastening of blocks vertically and damps for their connection horizontally, when being in the same course, were used rather rarefy in the Archaic period, but their use became more frequent in the periods that followed. The corrosion of bronze joints produces soluble copper salts, which appear as green stains on the marble surface and affect the aesthetic aspect of the monuments. Ammonium salts as well as mora paste have been tested for the removal of bronze stains from marble samples.

Digital Restoration: The Contribution of Digital Technology to the Restoration of Antiquities and Works of Art Athanasios Velios

This article aims to excite the reader's interest in a new sector, to support the new technologies and to persuade the research sponsors that the financing of research programs on digital technology in restoration is worthwhile. The contribution of Computer Science to the field of Restoration and Archaeology has so far been confined, with few exceptions, to data bases for the best possible filing of projects and finds. The undeniable necessity for data bases in Restoration and Archaeology also found its justification by a post-graduate Computer program on recording and documentation of antiquities and works of art, introduced last year into the Computer Science Department of the University of Crete. In certain cases, however, the extension of the use of computers, apart from the data bases, in Restoration and Antiquities is remarkable. In the two-dimentionai space, the work of Nicholas Frayltng of the Royal College of Art is a typical example of the usefulness of computers: the restoration of works of painting, like the miniatures, that are in fact impossible to be restored, was realized with the help of digital processing. Moreover, the achievements of Balas and Fotakis, concerning the digital system of inspecting paintings and cleaning paintings with laser beam, is well known. Needless to say, that the potentialities this technology offers are greater than these we take advantage of today.  

Εκπαιδευτικές σελίδες: Τα εφτά θαύματα του κόσμου: το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού Μαρίζα Ντεκάστρο

Μακέτα του Μαυσωλείου της Αλικαρνασσού. Στην Καρία της Μικράς Ασίας κατοικούσε κάποτε ένα τέρας, η Χίμαιρα. Τη Χίμαιρα σκότωσε ο Βελλεροφόντης καβάλα στον Πήγασο. Όταν βασιλιάς έγινε ο Μαύσωλος έκανε πρωτεύουσά του την Αλικαρνασσό, το σημερινό Μποντρούμ, που βρίσκεται απέναντι από τη Ρόδο. Θέλοντας να τον τιμούν οι άνθρωποι στους αιώνες, ο Μαύσωλος έχτισε το Μαυσωλείο, τάφο ψηλό και μεγαλόπρεπο, γεμάτο κολόνες, ανάγλυφα και αγάλματα. Μόνο που ο βασιλιάς δεν πρόλαβε να καμαρώσει το έργο του γιατί πέθανε. Το έργο ολοκλήρωσε η γυναίκα του Αρτεμισία που προσέλαβε τους γνωστότερους γλύπτες, τον Σκόπα, τον Λεωχάρη, τον Βρύαξη και τον Τιμόθεο.

Τεύχος 76, Σεπτέμβριος 2000 No. of pages: 114
Κύριο Θέμα: Χρόνος, τελετουργία και τελεολογία Charles Stewart

Γάμος: ο χορός του Ησαΐα (από «πλανόδιο» φωτογράφο). Ο ανθρωπολόγος Edmund Leach, που μελέτησε τη συμβολική απεικόνιση του χρόνου, θεωρούσε τις γιορτές στιγμές απόσπασης από τη συνηθισμένη εμπειρία της καθημερινότητας, τελετουργικές διακοπές που καθορίζουν τα απαραίτητα διαστήματα ώστε ο χρόνος να γίνεται αισθητός. Οι τελετουργίες συχνά ενσωματώνουν στη δραματουργία τους πολιτισμικές εικόνες του ίδιου του χρόνου. Η συμμετοχή σε τέτοιου είδους τελετουργίες μπορεί με τη σειρά της να επηρεάσει τη μοίρα των ανθρώπων τόσο εν ζωή όσο και μετά θάνατον. Οι τελετουργίες, επομένως, αναπαριστούν το χρόνο ενώ έχουν επίπτωση στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν το χρόνο. Ο τελετουργικός τύπος, ο χρόνος και η τελεολογία είναι άρα αλληλένδετα. Στο άρθρο αυτό, ως βασικό παράδειγμα της συμβολικής αναπαράστασης του χρόνου στην τελετουργία, ο συγγραφέας εντοπίζει πρακτικές με κυκλοτερή κίνηση στις ελληνικές τελετουργίες. Στην αρχαιότητα, η μέτρηση του χρόνου γινόταν με αναφορά στις κυκλικές κινήσεις των πλανητών. Τη μετάθεση αυτής της γνώσης  στην τελετουργία μπορούμε να διαπιστώσουμε στις Νεοπλατωνικές μαγικές πρακτικές, στοιχεία των οποίων αναδύονται στις σπουδαιότερες λειτουργικές πρακτικές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Σύγχρονες μαγικές πρακτικές σε τοπικό επίπεδο εμπεριέχουν και αυτές τελετουργική χρήση του κύκλου –μαγικοί κύκλοι- μόνο που, στις περιπτώσεις αυτές, ο κύκλος δεν σχετίζεται με την κίνηση των ουρανίων σωμάτων, και άρα με τον χρόνο, αλλά με την οριοθέτηση ενός ιερού χώρου. Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι, ενώ η Εκκλησία απορρίπτει αυτές τις τοπικές πρακτικές ως «μαγική» δεισιδαιμονία, έχει η ίδια δανειστεί από μια «μεγάλη παράδοση» αρχαίας μαγείας προκειμένου να διατυπώσει κάποια από τα κεντρικά στοιχεία της δικής της τελετουργικής πρακτικής.

Η αναλογική σκέψη ως Ιστορία David E. Sutton

«Θεμιστοκλής», ξυλόγλυπτο ακρόπρωρο του ομώνυμου ιστιοφόρου του Αντωνίου Κριεζή, αρχές 19ου αι. Γιατί η ιστορία έχει σημασία στο παρόν; Στο πλαίσιο της ανθρωπολογικής του έρευνας, αυτό ήταν κατ’ ουσία το ερώτημα που ο συγγραφέας έθετε στους Καλύμνιους, στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Αμερικανός ο ίδιος, ήταν εξοικειωμένος με τη λαϊκή κουλτούρα της χώρας του που συνήθως ορίζει την ιστορία ως κάτι που δεν έχει πλέον σημασία για το παρόν της ζωής των ανθρώπων. Στην Κάλυμνο ο ξένος εντυπωσιάστηκε από τη σχεδόν ομόφωνη παραδοχή της σημασίας της ιστορίας και από τους τρόπους με τους οποίους τα ιστορικά γεγονότα μπορούσαν να συνδεθούν, ώστε να δημιουργήσουν μια αφήγηση με λογικό ειρμό. Οι Καλύμνιοι έβλεπαν την ιστορία ως σημαντική μέσω της αναλογίας, δηλαδή μέσω της σύγκρισης των γεγονότων. Και τις αναλογίες οι Καλύμνιοι τις αναζητούσαν όχι μόνο διαχρονικά, όταν θεωρούσαν ότι μπορούν να πάρουν μαθήματα για το παρόν από τα γεγονότα του παρελθόντος, αλλά και ανάμεσα σε περιοχές εμπειρίας. Δηλαδή, έβρισκαν αναλογίες ανάμεσα σε εμπειρίες εθνικής πολιτικής, θρησκευτικές και τοπικές. Τα μέσα για την κατασκευή τέτοιων ομοιοτήτων βασίζονται στην αντίληψη ενός ισομορφισμού ανάμεσα στην πολιτική, τη θρησκευτική και την τοπική περιοχή δράσης. Στο τοπικό, εθνικό και θρησκευτικό επίπεδο, η «ιστορία» και οι «ιστορίες» περιγράφουν γεγονότα που ξεφεύγουν από το συνηθισμένο. Όμως δεν πρόκειται για γεγονότα απλώς νέα ή ασυνήθιστα, αλλά για γεγονότα που εμπίπτουν σε συγκεκριμένα στερεότυπα και αποκαλύπτουν την αλήθεια, όπως την αντιλαμβάνεται ένα άτομο, ένα νησί, ένας λαός. Προκειμένου να διερευνηθούν κάποιες από τις σημασίες της «Ιστορίας», πρέπει να αναδειχθεί ο ρόλος που έχει στη ζωή των Καλύμνιων η πολιτική των κομμάτων σε εθνικό επίπεδο. Με την πανταχού παρουσία τους, η πολιτική και οι πολιτικοί εξυπηρετούν στην Ελλάδα μια λειτουργία παρόμοια με αυτήν της λαϊκής κουλτούρας και των «σταρ» στις ΗΠΑ. Τα παραδείγματα ερμηνείας της πολιτικής μέσω της τοπικής εμπειρίας είναι άφθονα. Είναι εμφανή στους επαναλαμβανόμενους ισχυρισμούς ότι η Ελλάδα περιβάλλεται από «κακούς γείτονες». Εξίσου συχνές όμως είναι και οι μεταφορές που εξηγούν την τοπική εμπειρία στη βάση της ευρύτερης πολιτικής. Στον καθημερινό λόγο των Καλύμνιων οι μεταφορικές ισοδυναμίες εκτείνονται και στην περιοχή της θρησκείας. Είναι εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία πολλοί Καλύμνιοι παραλληλίζουν αγίους της Ορθοδοξίας με πολιτικά πρόσωπα. Οι αντιστοιχίες αυτές έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο ο λαός της Καλύμνου βλέπει την ιστορία και κατασκευάζει ιστορικές αφηγήσεις. Αν η πολιτική παρέχει ένα πρόχειρο απόθεμα οριζόντιων αναφορών για την κατανόηση της καθημερινής ζωής, η ιστορία –η οποία γίνεται ευρέως κατανοητή ως ιστορία των πράξεων ηγετικών πολιτικών και θρησκευτικών μορφών- προσφέρει τις κατακόρυφες αναφορές, που διευρύνουν και επιβεβαιώνουν την κατανόηση του παρόντος από τους Καλύμνιους. Παράδειγμα, ο 20χρονος νεαρός που παραλληλίζει τον Δ. Τσοβόλα με τον Σωκράτη, έναν «δημοκράτη» που τον ξεφορτώθηκαν οι δεξιοί της εποχής του. Αξίζει να σημειωθεί ότι μπορεί ένας μη θεοσεβούμενος Καλύμνιος να απορρίπτει κάποια θρησκευτική αφήγηση για το παρελθόν, αλλά το ίδιο πρόσωπο θα χρησιμοποιήσει τη δομή αυτής της αφήγησης για να αντιληφθεί την προσωπική ή εθνική ιστορία. Για τους Καλύμνιους, η εθνική ιστορία είναι μια συλλογή ιστοριών, οργανωμένων γύρω από διαφορετικά θέματα (θυσία, αγώνας, προδοσία). Οι ίδιες οι ιστορίες είναι πολλές και αρκετά πλούσιες, ώστε να στηρίξουν διαφορετικά θέματα σε διαφορετικά πλαίσια. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι προσωπικές ιστορίες μπορούν να αλλάζουν θέματα. Αυτό που έχει σημασία είναι η αίσθηση ότι οι πράξεις του κάθε ανθρώπου, καθώς και οι πράξεις των άλλων, διαρκώς «ιστοριοποιούνται», δηλαδή προστίθενται στο θέμα που θα θεωρηθεί ότι χαρακτηρίζει τη ζωή του.

Χρόνος και κοινωνική οργάνωση στους νομάδες του ελληνικού χώρου Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος

Οικογένεια Κούτρα. Ρίλα Βουλγαρίας, 1968. (Δ. Μαυρογιάννης, Οι Σαρακατσάνοι της Θράκης, 1998). Μέσα από τα κοινωνικά και πολιτισμικά γεγονότα μορφοποιείται και γίνεται αναγνώσιμος ο χρόνος στην περιοδική και τελετουργική συμπεριφορά του ανθρώπου. Πέρα από τα σταθερά και αναλλοίωτα μοτίβα, υπάρχει και ο μικρόκοσμος, όπου ο «χρόνος είναι συγκεκριμένος και συνδεδεμένος με τη διαδικασία μάλλον, παρά αφηρημένος, ομογενής και υπερβατικός». Αυτός είναι ο συγκεκριμένος χρόνος, τον οποίο θα διερευνήσει ο συγγραφέας. Η προσέγγιση επιχειρείται στην κοινωνία των νομάδων του ελληνικού χώρου, Σαρακατσάνων και Βλαχόφωνων. Σαρακατσάνοι και Βλαχόφωνοι στηρίζουν την οικονομική τους λειτουργία στην κτηνοτροφία. Γι’ αυτό, η διπολική οργάνωση του χρόνου πηγάζει από τη φυσική αναγκαιότητα. Στο δίπολο βουνό-κάμπος, το βουνό γίνεται συνώνυμο του καλοκαιριού, ενώ ο κάμπος ταυτίζεται με το χειμώνα. Για τους νομάδες του ελληνικού χώρου, ο ετήσιος κύκλος εμπεριέχει δυο ευδιάκριτες χρονικές μονάδες που αντιστοιχούν σε εξάμηνα και έχουν ορόσημα τις γιορτές του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Γεωργίου. Η αναπαραγωγική –και κτηνοτροφική- δραστηριότητα συγκροτείται από συγκεκριμένες πράξεις, που ταυτόχρονα λειτουργούν και ως υποδιαιρέσεις του χρόνου. Αυτές είναι: το κούρεμα των ζώων (κούρος), η εποχή της γονιμοποίησης (μαρκάλος ή μάρκαλος) και ο γέννος, ο οποίος αποτελεί δίπολο με τον μαρκάλο. Η μετακίνηση των Σαρακατσάνων και των Βλαχόφωνων διαπότισε την ίδια την κοινωνική τους οργάνωση. Το βουνό και το ξεκαλοκαιριό συγκροτούσαν τον πόλο της κατάφασης. Σε αυτόν τον πόλο απέδιδαν τις θετικές ιδιότητες του πολιτισμικού τους συστήματος. Ο κάμπος είναι, λοιπόν, ο αρνητικός πόλος. Η μετακίνηση, «διάβα» για τους Βλαχόφωνους και «στράτα» για τους Σαρακατσάνους, ήταν μια ευκαιρία να προβληθεί η ανωτερότητα του ορεινού πολιτισμού. Η στράτα λειτουργεί ως χρόνος που ανασυσταίνει μερικώς την έννοια της σαρακατσάνικης ταυτότητας, επιτρέποντας την προβολή και ενίσχυση του κύρους ή την επαναδιαπραγμάτευση της θέσης τους στην κοινωνία των όμαιμων νομάδων μέσα από τα σημάδια κύρους και ισχύος (φορέματα γυναικών, αρματωμένα άλογα, κουδούνια και ζωικός πληθυσμός). Ιδιαίτερα, τα πανηγύρια συγκροτούν το χωροχρόνο, στα όρια του οποίου αναπαράγεται η κοινότητα. Στα πανηγύρια ο χρόνος βιώνεται ως υπέρβαση του παρόντος και ως συνάντηση με τους απαρασάλευτους ρυθμούς της κοινοτικής ζωής.

Διαχείριση του χρόνου στην προφορική παράδοση των Ελλήνων και άλλων βαλκανικών λαών Μαριάνθη Καπλάνογλου

Ο μήνας Νοέμβριος: το όργωμα και ο Τοξότης, ζώδιο του μήνα. Τυπικό, 1346 (κώδ. 1199). Άγιον Όρος, Μονή Βατοπεδίου. Η συνάντηση του ανθρώπου με προσωποποιημένες υποδιαιρέσεις του χρόνου αποτελεί γνωστό θέμα στην προφορική παράδοση των βαλκανικών λαών. Από αυτή τη μακρά και πλούσια αφηγηματική παράδοση η συγγραφέας εξετάζει δύο ομάδες διηγήσεων: 1. Τις δημοσιευμένες και αδημοσίευτες παραλλαγές του παραμυθιού «Οι δύο γριές και οι δώδεκα μήνες» (ΑΤ *480), που εξετάζονται σε σχέση με βαλκανικά τους παράλληλα, αλλά και τις διαδεδομένες στα Βαλκάνια δοξασίες και εθιμικές ενέργειες, οι οποίες αφορούν το πρόσωπο της γριάς. 2. Μια ομάδα ελληνικών παραμυθιών που ανήκουν στον παραμυθιακό τύπο ΑΤ 304: «Ο κυνηγός» και περιλαμβάνουν το επεισόδιο της συνάντησης του ήρωα με το πρόσωπο που κυβερνά τη μέρα και τη νύχτα. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην πρώτη καταγραμμένη παραλλαγή του παραμυθιού αυτού σε ένα περιηγητικό κείμενο του 1843. Οι δώδεκα μήνες με τη μορφή παλικαριών αποτελούν γνωστές παραμυθιακές μορφές στην ελληνική παράδοση. Στο ευρέως διαδεδομένο στον ελλαδικό χώρο παραμύθι «Οι δυο γριές και οι δώδεκα μήνες», μια φτωχή γριά ανεβαίνει στο βουνό για να μαζέψει ξύλα (χόρτα) ή να βρει φως για να γνέσει. Για να γλιτώσει από τη βροχή καταφεύγει σε μια σπηλιά, όπου κάθονται οι δώδεκα μήνες γύρω από μια φωτιά. Τη ρωτούν τη γνώμη της γι’ αυτούς και εκείνη τους επαινεί όλους. Την ανταμείβουν με δώρα, συνήθως φλουριά. Μια κακή γριά, που μαθαίνει το μυστικό, συναντά κι αυτή τους μήνες αλλά τους κακολογεί όλους κι εκείνοι, για να την τιμωρήσουν, της δίνουν ένα σακούλι με φίδια που την κατασπαράζουν. Οι ελληνικές παραλλαγές του παραμυθιού κατατάσσονται στον παραμυθιακό τύπο ΑΤ 480 του διεθνούς καταλόγου ως ελληνικός οικότυπος (*ΑΤ 480), επειδή το ελληνικό παραμύθι διαφέρει από το σχήμα που παρουσιάζει ο διεθνής κατάλογος, τόσο στο πρωταγωνιστικό πρόσωπο (γριά αντί για κορίτσι), όσο και στη δομή και την ανάπτυξη της ίδιας της αφήγησης. Ωστόσο, το παραμύθι φαίνεται να συγγενεύει όχι με άλλα παραμύθια αλλά με τις σχετικές παραδόσεις της γριάς και του Μάρτη και τις ιδιαίτερα διαδεδομένες στο χώρο της Βαλκανικής δοξασίες και εθιμικές ενέργειες, οι οποίες συνδέουν το πρόσωπο της γριάς με την επιθυμητή και προσδοκώμενη μετάβαση από το χειμώνα στην άνοιξη. Μια διαφορετική αντιπαράθεση του ανθρώπου με το χρόνο περιλαμβάνεται σε ορισμένες παραλλαγές του παραμυθιακού τύπου ΑΤ 304. Εδώ ο ήρωας, φυλάγοντας το λείψανο ή τον τάφο του πατέρα του, σκοτώνει στη διάρκεια της νύχτας τα θηρία που του επιτίθενται και, στη συνέχεια, φεύγει για να βρει φωτιά για το καντήλι του πατέρα του, που έχει σβήσει. Στο δρόμο συναντά μια γριά. Εκείνη έχει στην κατοχή της δύο κουβάρια, ένα μαύρο κι ένα άσπρο, που τα τυλίγει διαδοχικά φέρνοντας το σκοτάδι και το φως. Τη στιγμή της συνάντησης τυλίγει το κουβάρι της νύχτας για να ξημερώσει. Ο ήρωας της λέει να μην τελειώσει το κουβάρι για να καθυστερήσει τον ερχομό της μέρας, και όταν εκείνη αρνείται τη δένει και της παίρνει τα δυο κουβάρια. Μόνο όταν ολοκληρώσει τις περιπέτειές του ελευθερώνει στην επιστροφή τη γριά και της επιστρέφει τα κουβάρια για να συνεχίσει τη δουλειά της.

Νοσταλγία και η «Παλαιά Πόλη». Αναπαραστάσεις του χρόνου και ο χρόνος της αναπαράστασης Πηνελόπη Παπαηλία

Ο Γιάννης Κοντός καβαλάρης, τοιχογραφία του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, 1912. Ανακασιά Βόλου, οικία Γιάννη Κοντού. Η νοσταλγία είναι η κατεξοχήν «ασθένεια» της νεοτερικότητας. Για πρώτη φορά εμφανίστηκε ως ιατρικός όρος στην Ευρώπη τον 17ο αιώνα. Αργότερα, με τη συγκρότηση των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών, την εκβιομηχάνιση και τον αποικισμό, το φαινόμενο έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις. Η νοσταλγία παρέμεινε αντικείμενο ιατρικού ενδιαφέροντος έως τη δεκαετία του 1870, οπότε η υστερία ανέτειλε ως διάδοχος ψυχοσωματική ασθένεια. Μετά την εξαφάνισή της από την ιατρική βιβλιογραφία, η νοσταλγία θα αποτελέσει απλά μια κοινή κατάσταση, ίσως και φυσιολογική έκφραση επιθυμίας. Μέσα από μια διαδικασία μεταλλαγής, φαίνεται να κατέχει θέση –σιωπηλή αλλά διάχυτη- στην ψυχαναλυτική σκέψη, σε βασικές έννοιες, όπως «καθήλωση» και «παλινδρόμηση». Η νοσταλγία αποτελεί ιδιαίτερη αντίληψη για το χρόνο. Πρώτον, ο χρόνος συνδέεται άρρηκτα με το χώρο. Στην πρώτη φάση της ιστορίας της νοσταλγίας ο χώρος αυτός ήταν ο τόπος καταγωγής του «ασθενούς». Με την πάροδο του χρόνου, η νοσταλγία συνδέθηκε και με τη ρομαντική, πιο αφηρημένη και μεταφυσική, έννοια της πατρίδας. Δεύτερον, ο χρόνος νοείται πάντα διττός, το παρελθόν βιώνεται μέσα από το παρόν. Η γλυκόπικρη γεύση της νοσταλγίας σχετίζεται με την αίσθηση της οριστικής απώλειας, αλλά ταυτόχρονα και με τη δυναμική αναβίωση του παρελθόντος στη φαντασία. Τρίτον, αυτό που ενδιαφέρει είναι ο ίδιος ο χρόνος. Τα ίχνη ενός χαμένου κόσμου (φωτογραφίες, κτήρια, τραγούδια, ερείπια) προκαλούν νοσταλγία όχι ως πιστά τεκμήρια ενός συγκεκριμένου παρελθόντος, αλλά ως σημάδια του ίδιου του περάσματος του χρόνου. Παρόλο που δεν σέβεται τον χρόνο ως ιστορία, η νοσταλγία διαφωτίζει την ιστορία, ιδιαίτερα την ιστορία του καπιταλισμού. Για τον Άγγλο κριτικό της λογοτεχνίας Raymond Williams, η νοσταλγία εντοπίζεται στην αντίθεση «ύπαιθρος» - «πόλη». Ο Williams θεωρεί ότι η εξιδανίκευση της υπαίθρου προέρχεται από τη λανθασμένη ταύτιση του καπιταλισμού με την πόλη. Στο τέλος του βιβλίου του ο Williams επισημαίνει ότι ο ίδιος λόγος που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τη μεταμόρφωση και την καταστροφή της υπαίθρου –απώλεια της κοινότητας, της αλληλεγγύης και της αισθητικής αρμονίας- είχε ήδη αρχίσει να χρησιμοποιείται για την περιγραφή της πόλης τη δεκαετία του 1970. Με τη ραγδαία αποβιομηχάνιση των δυτικών κρατών που άρχισε τότε, το πρόσφατο παρελθόν της πόλης –ως σύμβολο μιας πρώιμης μορφής καπιταλισμού- αποτελούσε και αυτό αντικείμενο νοσταλγίας. Στην Ελλάδα, τη δεκαετία του 1990 παρατηρήθηκε ένα κύμα νοσταλγίας, που μάλιστα φαίνεται να δυναμώνει παρά να ελαττώνεται. Τα ράφια των βιβλιοπωλείων είναι γεμάτα τοπικές ιστοριογραφίες, φωτογραφικά λευκώματα, απομνημονεύματα και ανατυπώσεις παλαιών βιβλίων, ενώ παλαιά κτήρια και εργοστάσια ανακαινίζονται και φωταγωγούνται επιδεικτικά. Το «χωριό» δεν κατέχει αποκλειστική θέση στις νοσταλγικές αναζητήσεις των Ελλήνων· η πόλη του πρώτου μισού του 20ού αιώνα έχει αποκτήσει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον. Αυτό το άρθρο εξετάζει την αναπαράσταση της «παλαιάς πόλης» του Βόλου μέσα από τοπικές πρακτικές ανατύπωσης κειμένων και εικόνων (ιστοριογραφίες, φωτογραφίες, Τύπος).

Ο χρόνος στη νεότερη Ελλάδα Ιωάννης Πετρόπουλος

Ευγένιος Σπαθάρης, «Το θέατρο του Καραγκιόζη». Τρόπος φυγής από το παρόν –και το μέλλον, η νοσταλγία εύκολα μετατρέπει την ιστορία ενός τόπου σε μυθολογία. Στον χωροχρόνο του παραμυθιού, ο χρόνος αναπαριστάνεται ως βιωματικός και, κατά παράβαση των νόμων της φύσης, ως στατικός. Τα πανηγύρια των Σαρακατσάνων αποτελούν μηχανισμό επίρρωσης των κοινωνικών δομών τους αλλά ταυτόχρονα προσφέρουν μια προσωρινή φυγή από τον αμείλικτο ευθύγραμμο χρόνο. Ποιά η σχέση του τελετουργικού χρόνου με τα κυκλικά σχήματα στις κατ’ εξοχήν ιεροπραξίες της νεοελληνικής κοινωνίας, τα μυστήρια της Εκκλησίας; Ο συμφυρμός και ακόμη και η σύγχυση «μύθου» και βεβαιότητας φανερώνονται καθαρά στις αφηγήσεις Καλυμνίων για τις διάφορες «ιστορίες» τους – τις ατομικές-οικογενειακές, την τοπική καθώς και την εθνική ιστορία.

Άλλα θέματα: Μερικές πτυχές της πρώιμης ιστορίας του Ευξείνου Πόντου. Η άφιξη και η πρώτη μόνιμη εγκατάσταση των Ελλήνων Ηλίας Πετρόπουλος

Οι ελληνικές αποικίες στα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Θέσεις αυτοχθόνων φύλων. Ο συγγραφέας θεωρεί αντιεπιστημονική την άποψη κάποιων αρχαιολόγων, ότι η εμφάνιση των Ελλήνων στον Εύξεινο Πόντο πριν το 600 π.Χ. είναι «ασήμαντη και ίσως εποχιακή». Ο ίδιος στηρίζει τις αντιρρήσεις του σε αρχαιολογικές μαρτυρίες. Καταλήγει ότι οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν τη Μαύρη θάλασσα ήδη κατά το δεύτερο τέταρτο του 7ου αιώνα π.Χ., δηλαδή γύρω στο 660, ή και ακόμη νωρίτερα, αν ληφθούν υπόψη διάφορα μυκηναϊκά ευρήματα. Στο συμπέρασμα αυτό συγκλίνουν και οι αρχαίες γραπτές πηγές. Άλλωστε έχει πλέον αρχαιολογικά αποδειχθεί ότι ο πρώτος ελληνικός οικισμός στα βόρεια παράλια της Μαύρης θάλασσας είχε ιδρυθεί λίγο μετά τα μέσα του 7ου αιώνα στη χερσόνησο του Μπερεζάν, ενώ ο δεύτερος εμφανίστηκε λίγο αργότερα στο χώρο του Ταγκανρόγκ, στην Αζοφική θάλασσα.

Ο εγκαταλειμμένος οικισμός Φάρσα στην Κεφαλονιά, ύστατη μαρτυρία της τοπικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής Σπύρος Παρίσης

Οικισμός Φάρσα στην Κεφαλονιά: Μελισσόκηποι με τις κυψέλες τους. Στον οικισμό Φάρσα μόνο δυο αρχοντικά σώθηκαν από τους σεισμούς του 1867. Τα υπόλοιπα κτήρια ανοικοδομήθηκαν μετά το 1867 ανά συνοικίες. Χρονικά μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τρεις φάσεις: Η πρώιμη φάση (από το 1870, ανοικοδόμηση από τους σεισμούς του 1867, έως τα τέλη του 19ου αιώνα), η όψιμη φάση (αρχές 20ού έως 1930) και η μεταγενέστερη φάση (από το 1930 έως το 1953, έτος του τελευταίου σεισμού). Με βασικό άξονα τον κεντρικό δρόμο, η ρυμοτομία στο κέντρο του χωριού είναι γραμμική, ενώ στον υπόλοιπο οικισμό είναι  σπονδυλωτή. Παρά την πυκνή δόμηση του κέντρου, ο κεντρικός δρόμος έχει διευρύνσεις. Η μεγαλύτερη δημιουργείται στην εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου Κιλίστρι αλλά ο κύριος χώρος συναναστροφής των κατοίκων ήταν η πλατεία «Μουρσιά». Εκτός από την κατοικία, στον οικισμό δεν υπήρχαν πολλές άλλες χρήσεις παρά μόνο οι στοιχειώδεις κοινές εξυπηρετήσεις. Οι μελισσοκομικές εγκαταστάσεις ήταν τοποθετημένες στην περίμετρο του χωριού, με εξαίρεση το σπίτι του Κυριάκη Παναγή Γρηγοράτου, που όμοιό του δεν υπάρχει στην Κεφαλονιά, με στέγαση των κυψελών στο κατώι. Οι κυψέλες αυτές στον τοίχο του σπιτιού λειτουργούσαν έως τις αρχές του 19ου αιώνα. Τα περισσότερα σπίτια είναι ισόγεια, άλλα είναι ημιδιώροφα και διώροφα. Στη διαμόρφωση των διώροφων συντελεί το επικλινές έδαφος πάνω στο οποίο κτίστηκε ο οικισμός. Η κύρια είσοδος και η όψη των κτισμάτων βλέπουν συνήθως προς την αυλή, σπάνια προς το δρόμο. Τα μπαλκόνια σπανίζουν. Απλά και λιτά, κυρίως λειτουργικά, είναι τα υπόλοιπα στοιχεία. Εξαίρεση αποτελούν κάποια κτίσματα, όπου τονίζονται κυρίως οι γωνίες του σπιτιού και το ορθογώνιο πλαίσιο στα παράθυρα και στις πόρτες, σε αντίθεση με την κυρίως λιθοδομή, που ήταν ακανόνιστη και αδρή. Συμμετρική όψη είναι ο χαρακτήρας που επικρατεί στο σύνολο του οικισμού, και ελεύθερη-σύνθετη οργάνωση ή απλές-στοιχειώδεις όψεις σε μικρά κτίσματα. Για τους χώρους κατοικίας τα ανοίγματα είναι μεγάλα, ενώ για τους βοηθητικούς χώρους, στο κατώι, πιο μικρά. Οι αυλόπορτες ή «πορτόνια» αποτελούν, μαζί με τους ψηλούς λιθόκτιστους μαντρότοιχους ή «κούρτη», το όριο μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου χώρου. Εξωτερικές λιθόκτιστες σκάλες συναντάμε σε λίγα κτίσματα. Οι βοηθητικοί χώροι, χαμηλά κτίσματα με μονοκλινή στέγη ή «μονήρονα», λέγονται «παράσπιτα» και παρουσιάζουν ποικιλία στην τοποθέτησή τους στο οικόπεδο. Η αυλή, αν δεν είναι κοινή, είτε περιβάλλει το κτίσμα είτε εφάπτεται στις τρεις, τις δύο ή τη μία πλευρά του. Οι μαντρότοιχοι οριοθετούν την ιδιοκτησία της κατοικίας αλλά και τις αυλές. Η αυλή, η στέρνα, το υπαίθριο καθιστικό ή «πεζούλα» και ο κήπος, μέρη που περιέβαλλαν τα κτίσματα, ήταν κανόνας στα Φάρσα.

Προϊστορική τοπογραφία των βόρειων παραλίων της Λέσβου. Θέσεις της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού Βασίλης Κουμαρέλας

Η προϊστορική θέση στις Βίγλες Σκουτάρου. Η βόρεια ακτογραμμή της Λέσβου, με συνολικό μήκος 21 ναυτικά μίλια, διασπάται από μεγάλο αριθμό όρμων, χερσονήσων και ακρωτηρίων. Βασικό στοιχείο στη γεωμορφολογία της ζώνης είναι τα βουνά και οι λόφοι, ένα ανάγλυφο που διαρρέεται από ποτάμια, κυρίως χειμάρρους. Από γεωλογική άποψη η περιοχή αποτελείται από ηφαιστειογενή πετρώματα της τριτογενούς περιόδου. Ανάμεσα στα ηφαιστειακά πετρώματα περιλαμβάνονται κατά τόπους και σημαντικά επιφανειακά κοιτάσματα πυριτόλιθου, υπό μορφή βράχων και φλεβών, καθώς και διάσπαρτα σε ευρείες εκτάσεις κομμάτια ποικίλου μεγέθους. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις θέσεις οίκησης κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Παράλιες θέσεις είναι τα Λάψαρνα, το ακρωτήριο Πόχη, το ύψωμα Τσέφος, ο αμμουδερός κολπίσκος Αγκάλη, τα υψώματα Μάκρυνας, Κούκλα, Αμπαστός και Τσέφος, η αρχαία Άντισσα, το ύψωμα Βίγλες και η πλαγιά του λόφου Καλαϊτζίκι στην αγροτική περιφέρεια του Σκουτάρου, η πλαγιά του βουνού Ράχωνας, η Μήθυμνα, ο λόφος Καρά Τεπές. Οι μεσόγειες εγκαταστάσεις που έχουν ώς σήμερα επισημανθεί στην ορεινή ενδοχώρα της ζώνης είναι: το χωριό Χύδηρα και η κοντινή του τοποθεσία Λέπερνα, η πλαγιά του λόφου Καλπάκας, η περιοχή Καστέλια, η κορυφή του υψώματος Προφήτης Ηλίας. Η επιλογή των παραλιακών θέσεων, οι περισσότερες από τις οποίες αποτελούν αρκετά ασφαλή αγκυροβόλια, δεν φαίνεται να είναι τυχαία. Την εποχή αυτή η εμφάνιση του χαλκού επιφέρει επαναστατικές αλλαγές, με την κατασκευή τελειότερων εργαλείων και όπλων. Η γειτονική Λήμνος, λόγω της καίριας θέσης της παρά τον Ελλήσποντο, γίνεται κέντρο κατεργασίας και εμπορίας μετάλλων. Η απόκτηση της νέας τεχνολογίας μέσω του ανταλλακτικού εμπορίου προϋπέθετε πλεόνασμα γεωργοκτηνοτροφικής παραγωγής και την ύπαρξη εκτεταμένων οικισμών – κέντρων πρωτοαστικού χαρακτήρα. Στη Λήμνο της ΠΕΧ, τέτοια σημαντικά κέντρα υπήρχαν στην Πολιόχνη, στη Μύρινα και στο Κουκονήσι. Για τη Λέσβο, το μόνο τεκμηριωμένο ανασκαφικά κέντρο που γνωρίζουμε είναι η Θερμή. Ωστόσο, τα επιφανειακά δεδομένα μας επιτρέπουν να πιθανολογήσουμε βάσιμα ακόμη τρεις τουλάχιστον αξιόλογους συνοικισμούς. Οι δυο βρίσκονται στον κόλπο της Καλλονής, στις τοποθεσίες Κουρτήρ Λισβορίου και Παλιόκαστρο-Σκεπαστό Καλλονής. Ο τρίτος, στη θέση Χαλατσές, στον κόλπο της Γέρας. Από τις καταγραφείσες προϊστορικές θέσεις των βορείων παραλίων της Λέσβου, δύο φαίνεται πως συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις ανάπτυξης εμπορικού σταθμού, εκείνες της Μήθυμνας και του Οβριόκαστρου-Άντισσας, όπου κατά τους ιστορικούς χρόνους ήκμασαν οι δυο αιολικές πόλεις.

Αναζήτηση της μυθικής Ατλαντίδας στην ομηρική Τροία Παναγιώτης Μάλφας

Παλαιογεωγραφικός χάρτης του «τρωικού κόλπου», αποδιδόμενος στη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Η ταύτιση της Ατλαντίδας με την Τροία, θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Γερμανό γεωαρχαιολόγο Eberhard Zangger, προκύπτει κυρίως με την αφαίρεση των υπερφυσικών χαρακτηριστικών της μυθικής χώρας και με τον επαναπροσδιορισμό της θέσης της, αντί στο Γιβραλτάρ, στην περιοχή του Ελλησπόντου και της Προποντίδας. Επίσης η ταύτιση προκύπτει με τη διόρθωση της εποχής κατά την οποία υπήρξε η Ατλαντίδα, αντί της Παλαιολιθικής, την περίοδο της Χαλκοκρατίας. Έτσι, η εποχή του πολέμου κατά τον οποίο, σύμφωνα με τη διήγηση, ηττήθηκε η Ατλαντίδα από τους προγόνους των Αθηναίων, προσδιορίζεται γύρω στο 1300 π.Χ. Οι πρόγονοι επομένως δεν είναι άλλοι από τους Μυκηναίους-Αχαιούς κι ο πόλεμος που κέρδισαν δεν είναι άλλος από τον πόλεμο της Τροίας. Από τη θεωρία του Zangger λείπει η τελευταία πράξη της ιστορίας της χαμένης Ατλαντίδας, ο καταποντισμός της. Ο πλατωνικός Τίμαιος αναφέρει ότι «το νησί της Ατλαντίδας βυθίστηκε στη θάλασσα και αφανίστηκε». Ενδείξεις ενός καταποντισμού στο χώρο της Τροίας μας παρέχει και η Ιλιάδα (Μ 13-33), εκεί όπου διακόπτεται η περιγραφή της μάχης («Τειχομαχία») και ο ποιητής διηγείται την καταστροφή του τείχους του στρατοπέδου των Αχαιών από τους θεούς και την εξαφάνισή του στη θάλασσα μετά τον πόλεμο.

Η νέα τεχνολογία στη διαθεματική διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων Αναστασία Βακαλούδη

Φύλλο Εργασίας και Συμπληρωματική Έρευνα. Στο άρθρο παρουσιάζονται κάποιες προτάσεις για διδασκαλία φιλολογικών μαθημάτων με συνδυασμό διδακτικής από το σχολικό εγχειρίδιο και χρήσης του Διαδικτύου. Πρόκειται για ένα νέο τρόπο διδακτικής προσέγγισης που υποστηρίζει τα επιμέρους διδακτικά αντικείμενα, παρέχει εύκολη και δημιουργική πρόσβαση στην πληροφόρηση (κείμενο και, κυρίως, εικόνες και πολλαπλές αναπαραστάσεις), δίνει την ευκαιρία για την ανάπτυξη της διαθεματικότητας και για τη συνεργασία καθηγητών άλλων ειδικοτήτων, πέραν της φιλολογικής, προσφέρει τη δυνατότητα αξιολόγησης της γνώσης, παρέχει κριτήρια επιλογής της πληροφορίας από το Διαδίκτυο, εικονικές επισκέψεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, και επιτρέπει ευρύτερα τη μετατροπή της Λογοτεχνίας σε Ιστορία, της λογοτεχνικής πληροφορίας σε ιστορική και την τεκμηρίωση της Ιστορίας μέσα από λογοτεχνικές και αρχαιολογικές πηγές. Οι μαθητές συνεργάζονται σε ομάδες και δεν αποτελούν πλέον παθητικούς δέκτες. Από την άλλη, από τον δάσκαλο απαιτείται να προσεγγίζει τη γνώση διερευνητικά, να την επεξεργάζεται και να την μετασχηματίζει, όχι ως πομπός, αλλά ως βοηθός και συνεργάτης των μαθητών του.

Επιστημονική Συνάντηση: Προστασία και ανάπλαση παλιάς πόλης. Παρεμβαίνοντας για την προστασία της παλιάς πόλης του Ρεθύμνου Μιχάλης Δεληγιαννάκης

Κτήρια στη συμβολή των οδών Τσουδερών και Τσαγρή. Η παλιά πόλη, απροστάτευτη, αλλάζει. Το κουρείο έγινε χρυσοχοείο. Το άρθρο αυτό είναι η εισήγηση του αρχιτέκτονα-αρχαιολόγου Μιχάλη Δεληγιαννάκη στην Επιστημονική Συνάντηση με θέμα: «Ρέθυμνο: Προστασία και ανάπλαση παλιάς πόλης», που έγινε στο Ρέθυμνο στις 12 και 13 Νοεμβρίου 1999. Ο συγγραφέας, αφού παρουσιάσει το ιστορικό της υπόθεσης, υπενθυμίζει τις θέσεις που είχε εκφράσει το 1981 σε άρθρο του με τίτλο: «Χωροψυχολογία του τουρισμού». Στο άρθρο εκείνο ο συγγραφέας είχε αποπειραθεί να αναγνώσει τα προβλήματα που προκύπτουν σε μια τουριστική περιοχή όπως η παλιά πόλη του Ρεθύμνου. Αν τότε είχαν επισημανθεί οι τάσεις, σημειώνει, σήμερα το φαινόμενο έχει συντελεστεί. Σημειολογικά η παλιά πόλη μοιάζει πια με γκέτο. Η επικοινωνία, που το 1981 είχε χαρακτηριστεί άτυπη, έχει τώρα μετατραπεί σε μια μεταγλώσσα, εξυπηρετώντας τον πρόσκαιρο καταναλωτή και όχι την επικοινωνία. Οι ελάχιστες προσπάθειες πολεοδομικής παρέμβασης απέτυχαν ακριβώς γιατί, μεταξύ άλλων, ο σχεδιασμός γινόταν για τον «χρήστη», του οποίου όμως η έννοια στο χρόνο δεν είχε προσδιοριστεί. Χρήστες είναι οι μόνιμοι κάτοικοι, οι τουρίστες, οι έμποροι, οι μαγαζάτορες. Από τους μόνιμους κατοίκους σήμερα οι περισσότεροι είναι οικονομικοί μετανάστες. Πριν από δέκα χρόνια ήταν διαφορετικά. Ακόμη και οι τουρίστες είναι διαφορετικοί. Όσο για τους εμπόρους της παλιάς πόλης, αυτοί απευθύνονται όλο και πιο πολύ στον εποχιακό καταναλωτή. Στο επίπεδο της αρχιτεκτονικής παρέμβασης τα πράγματα είναι δυσκολότερα γιατί η δυναμική αλλαγή του χρήστη στην παλιά πόλη υποβιβάζει τα οικήματα σε χρηστικά αντικείμενα. Σημειολογικά τα σπίτια του Ρεθύμνου υποβιβάστηκαν σε κατασκευή. Τα σπίτια-οίκος έχασαν την επικοινωνιακή τους σημασία. Η πόλη μοιάζει με πανδοχείο. Τα πάντα, οικήματα, δρόμοι, πλατείες, άνθρωποι, ο πολιτισμός, έγιναν μονοδιάστατα, με μια αξία μόνο: την εμπορική. Το αμείλικτο ερώτημα σήμερα είναι: Είναι δυνατόν να ανασυγκροτηθεί ο κοινωνικός ιστός;

Επιμένουν στο à la carte! (ΥΠΠΟ και σπίτι του Μακρυγιάννη) Βασίλης Δωροβίνης

Η Οικία Μακρυγιάννη (φωτογραφία από Γ. Σαρηγιάννη). Το θέμα το γνωρίζει καλά ο συγγραφέας, που έχει αρθρογραφήσει γι’ αυτό ήδη δύο φορές στα τεύχη 44 και 47 της Αρχαιολογίας. Πρόκειται για το σπίτι του Μακρυγιάννη στο Άργος που, τον Αύγουστο του 1982, κηρύχθηκε διατηρητέο από το τότε ΥΧΟΠ. Ο ιδιοκτήτης του αμέσως κατέθεσε αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας αλλά τα επιχειρήματά του απορρίφθηκαν από το ΣτΕ. «Το πελατειακό σύστημα αρχίζει να κινείται», σημειώνει ο συγγραφέας, και το ξεδιπλώνει μπρος στα μάτια μας. «Σύμφωνα με τους πάγιους κανόνες του πελατειακού συστήματος, όταν σημειωθούν αντιδράσεις σε υπό χάραξη “διευκολύνσεις”, η διαδικασία σταματά για ευθετότερο χρόνο». Το πλήρωμα του χρόνου ήρθε το 1999. Στη συνεδρία αρ. 53 του ΚΑΣ ξανασυζητήθηκε το από το 1994 θέμα, με την παρουσία μόνου του ιδιοκτήτη. Το έτος 2000 η τότε υπουργός Ελ. Παπαζώη προλαβαίνει να υπογράψει απόφαση πανομοιότυπη της γνωμοδότησης του ΚΑΣ, σύμφωνα με την οποία το σπίτι του Μακρυγιάννη δεν χρήζει κήρυξης διότι δεν υπάρχουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία που να το συνδέουν με τον στρατηγό Μακρυγιάννη και δεν διασώζει επαρκή αρχιτεκτονικά στοιχεία. Από τα Πρακτικά, ο συγγραφέας μεταφέρει τρία σημεία «που αποδεικνύουν το à la carte για παρανομούντες ιδιοκτήτες».

Η Λέσβος των υδρόμυλων. Μια πρώτη εκτενής προσέγγιση Μάκης Αξιώτης

Λεσβιακός υδρόμυλος: βαγένι κυκλικής διατομής. Αν και οι ποταμοί της Λέσβου δεν έχουν νερό στις εκβολές τους το καλοκαίρι, βαθιά στην ενδοχώρα, πηγές αστείρευτες χαρίζουν νερό σε παραπόταμά τους, δημιουργώντας έτσι μόνιμους δρόμους νερού. Τους δρόμους του νερού ακολουθούσαν οι στράτες των ανθρώπων από τα προϊστορικά χρόνια ώς τη μεταβυζαντινή εποχή. Μέχρι και την Κλασική εποχή το στάρι εξακολουθούσε να αλέθεται στους παλινδρομικούς μυλόλιθους. Γύρω στον 3ο αιώνα π.Χ., εμφανίζεται ο περιστροφικός χειρόμυλος, ο πασίγνωστος από όλα τα σπίτια του νησιού, αφού επιβίωσε επί δύο χιλιετίες. Στις όχθες των ποταμών εμφανίζεται ο υδραλέτης, ο γνωστός νερόμυλος. Ο νερόμυλος επικρατεί κατά τη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή περίοδο, την προβιομηχανική, και εξαφανίζεται τελείως γύρω στα μέσα του 20ού αιώνα, αφού έχει επικρατήσει πλήρως ο κυλινδρόμυλος. Στη Λέσβο οι πρώτες αναφορές σε υδρόμυλους γίνονται σε έγγραφα του 1578 και αφορούν την ιδιοκτησία της Μονής Λειμώνος. Μετά διασώζεται ο υδρόμυλος του Χασάν Πασά, του 1782, που συνδέεται και με την υδροδότηση της Μυτιλήνης. Αρκετοί από τους υδρόμυλους αποτελούσαν συστήματα «εν σειρά», και το νερό από αστείρευτες πηγές μαζευόταν σε φράγματα των ποταμών. Από εκεί, κτιστά επιφανειακά αυλάκια, επενδυμένα με κουρασάνι, πήγαιναν το νερό από τον ένα μύλο στον άλλον. Οι περισσότεροι όμως (ξερόμυλοι ή με ροή από πηγή) διέθεταν δεξαμενή, απ’ όπου με το μυλαύλακο, κτιστό με πέτρα και κουρασάνι, ερχόταν το νερό στην ακροποταμιά. Το νερό ερχόταν στην κορυφή του υδατόπυργου. Μετά από ένα μεταλλικό κιγκλίδωμα, για να συγκρατούνται τα κλαδιά, έπεφτε στο βαγένιπηγάδι). Το βαγένι στους λεσβιακούς μύλους παρουσιάζει ένα ευρύ φάσμα αξιόλογων κατασκευαστικών διαφορών.

Ίχνη παλαιολιθικής εγκατάστασης στη Λέσβο Χ.Β. Χαρίσης, P. Durand, Μ. Αξιώτης, Τ.Β. Χαρίσης

Αιχμές Levallois και λιμαξόσχημο εργαλείο από τα Ροδαφνίδια Λέσβου. Οι παγετώνες ποτέ δεν έφτασαν ως τη Λέσβο που, εκείνη την περίοδο, αποτελούσε τμήμα της Μ. Ασίας και είχε το νοτιοανατολικό μέρος της ενωμένο με τη Χίο. Στις μεσοπαγετώδεις περιόδους, με το λιώσιμο των πάγων, η Λέσβος μετατρεπόταν σε νησί λόγω της ανύψωσης των νερών της Μεσογείου στα σημερινά επίπεδα. Οι γεωγραφικές και κλιματολογικές συνθήκες στη Λέσβο κατά το Πλειστόκαινο δεν ήταν απαγορευτικές για το πέρασμα ή την παραμονή του ανθρώπου. Πράγματι, στην κοινότητα Πολιχνίτου εντοπίσθηκαν πρόσφατα τα ίχνη μιας υπαίθριας εγκατάστασης της Παλαιολιθικής εποχής. Η τοποθεσία, ένας μεγάλος ελαιώνας, ονομάζεται Ροδαφνίδια και διατρέχεται από τον ποταμό Γλυφιά. Ο παλαιολιθικός λιθώνας που εντοπίστηκε έχει έκταση μεγαλύτερη από 400 στρέμματα. Σε όλη αυτή την έκταση υπάρχουν άφθονα αποκρούσματα και εργαλεία, όλα επιτόπιας παραγωγής. Τα περισσότερα εργαλεία έχουν παραχθεί με άμεση κρούση σκληρού κρουστήρα, ενώ σχεδόν όλα είναι από κερατόλιθο (chert), χρώματος ξανθού και καστανού. Τα χαρακτηριστικά της λιθοτεχνίας στα Ροδαφνίδια ανήκουν στη Μέση Παλαιολιθική εποχή. Η συνύπαρξη της Αχελαίας τεχνικής με την τεχνική Levallois θα μπορούσε ίσως να μετατοπίσει τη χρονολογία στο τέλος της Κατώτερης Παλαιολιθικής (200.000 χρόνια πριν από σήμερα). Αλλά και το τοπίο στα Ροδαφνίδια έχει όλα τα στοιχεία των υπαίθριων καταυλισμών της Μέσης Παλαιολιθικής εποχής. Η αφθονία των πυρήνων κάνει πιθανότερο να χρησιμοποιήθηκε η περιοχή ως καταυλισμός-εργαστήριο παρά ως πέρασμα κυνηγών. Η τοποθεσία φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε κατά την Προϊστορική εποχή.

Μουσείο: Το Αρχαιολογικό Μουσείο Λευκάδας Αγγέλικα Ντούζουγλη

Κάνθαρος μεσοελλαδικής εποχής (Αίθουσα Δ). Το Αρχαιολογικό Μουσείο Λευκάδας στεγάζεται στο νεόδμητο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Λευκαδίων. Τα ευρήματα που παρουσιάζονται στις αίθουσές του καλύπτουν μια μεγάλη χρονολογική περίοδο από την Παλαιολιθική εποχή έως τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους. Στην αίθουσα Α εκτίθενται ευρήματα από τον δημόσιο και ιδιωτικό βίο των κατοίκων του νησιού στους ιστορικούς χρόνους. Στην ενότητα της Μουσικής ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα χάλκινα κλειδιά αυλών που βρέθηκαν ως κτερίσματα σε αρχαίους τάφους. Η αίθουσα Β είναι αφιερωμένη στις θεότητες της αρχαίας Λευκάδας. Ένας σφραγιδόλιθος των ύστερων κλασικών χρόνων, από χαλκηδόνιο λίθο, παριστάνει την αρπαγή της Ευρώπης από τον Δία. Η αίθουσα Γ είναι αφιερωμένη στα ταφικά έθιμα της αρχαίας Λευκάδας. Εκτίθενται επιλεκτικά επιτύμβιες στήλες, λίθινες τεφροδόχοι, κάλπες και διάφορα κτερίσματα από τις ανασκαφές της ΙΒ΄ ΕΠΚΑ στο βόρειο και το νότιο νεκροταφείο της αρχαίας πόλης. Η αίθουσα Δ, όπου παρουσιάζονται οι αρχαιότητες των προϊστορικών χρόνων, είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Wilhelm Dörpfeld, μεγάλου φιλέλληνα αρχαιολόγου, ο οποίος απέδειξε την παρουσία τού ανθρώπου στο νησί κατά τη Νεολιθική εποχή (ανασκαφή στη Χοιροσπηλιά) αλλά και κατά την εποχή του Χαλκού. Ο Dörpfeld πραγματοποίησε ανασκαφικές έρευνες σε διάφορες θέσεις του νησιού, προσπαθώντας να τεκμηριώσει και με αρχαιολογικά δεδομένα τη θεωρία του, ότι η Λευκάδα, και όχι το σημερινό νησί της Ιθάκης, πρέπει να ταυτιστεί με την ομηρική Ιθάκη.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Aρχαιολογικά Nέα: ειδήσεις, εκθέσεις, συνέδρια, διαλέξεις, αλληλογραφία, βιβλία Λίζα Δίζελου, Πελαγία Τσινάρη (επιμ.)

Πληροφορική: Αρχαιολογία στο Διαδίκτυο (1) Κατερίνα Χαρατζοπούλου

Το λογότυπο της στήλης «Πληροφορική». Από τα παγκόσμια και εθνικά γενικά αρχαιολογικά ευρετήρια, το εκτενέστερο είναι το ArchNet (http://archnet.uconn.edu) ενώ η αρχαιολογική πύλη ARGE-Archaeological Resource Guide for Europe (http://odur.let.rug.nl/arge) αποτελεί αντίστοιχη υπηρεσία για την Ευρώπη. Τα συστήματα πρόσβασης που καταλογογραφούν τις εθνικές πληροφοριακές πηγές στον Παγκόσμιο Ιστό δεν περιλαμβάνουν συνήθως άλλο περιεχόμενο παρά συγκεντρώνουν τις διαθέσιμες πηγές αρχαιολογικού περιεχομένου στο Διαδίκτυο για μια χώρα, αποτελώντας τον «καθρέφτη» της εθνικής δικτυακής αρχαιολογίας. Από τις πιο γνωστές τέτοιες πύλες είναι η βρετανική CBA guide to UK archaeology on line (http://www.britarch.ac.uk/index.html), η γαλλική ArchData (http://www.univ-tise2/utah/archdata/), η ισπανική Arqueohispania (http://www.terra.es/personal/jtovar) και η γερμανική Archäologie online (http://www.archaeologie-online.de/). Σε αντίθεση με τον γενικό χαρακτήρα των παραπάνω ευρετηρίων, άλλα συστήματα πρόσβασης είναι αφιερωμένα σε ειδικές γνωστικές περιοχές. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει για τον πλούτο της η παγκόσμια συλλογή δικτυακών τόπων με πεδίο αναφοράς τις Κλασικές Σπουδές και τη Μεσογειακή Αρχαιολογία (Classics and Mediterranean Archaeology, http://classics.Isa.umich.edu). Ειδικά για την Κλασική Αρχαιολογία, πολύ αξιόλογες υπηρεσίες προσφέρει η Virtuelle Bibliothek Klassische Archäologie (http://www2.huberlin.de/winckelmann/virtbibl.html). Στο χώρο της προϊστορικής αρχαιολογίας στα πιο γνωστά ευρετήρια ανήκουν οι σελίδες που τροφοδοτεί ο John Younger (KAPATIJA Websites in Aegean Archaeology, http://www.duke.edu/jyounger/Kapatija/ στο Πανεπιστήμιο Duke. Τη Ρωμαϊκή Αρχαιολογία καλύπτει ο οδηγός που εκδίδει ο Pedar Foss και φιλοξενείται από το Πανεπιστήμιο DePauw (Romarch http://acad.depauw.edu/romarch). Τις αιγυπτιολογικές πηγές στο Διαδίκτυο συγκεντρώνουν οι σελίδες που ετοιμάζει ο Nigel Strudwick στο Ινστιτούτο Newton του Πανεπιστημίου του Cambridge (Egyptology Resources, http://www.newton.cam.ac.uk/egypt). Από τις πιο γνωστές πύλες στο Βυζαντινό Διαδίκτυο είναι οι σελίδες που έχει συγκεντρώσει ο Paul Halsall από το Πανεπιστήμιο Fordham (Byzantium: Byzantine Studies on the Internet, http://www.fordham.edu/halsall/byzantium/index.html, παραπέμπει και σε άλλα σχετικά ευρετήρια).

English summaries: Time in modern Greece Ioannis Petropoulos

Time past and narrative techniques are what create history. The inhabitants of the island of Kalymnos tell many tales where certainty and myth become one and the same thing and bring significance to the past through metaphor. Humans experience time as either a linear or a circular experience. The first kind of time has to do with activities such as farming while circular time is experienced in story-telling and in rituals. What is the significance in the turning movements performed during the Orthodox liturgy? How is time experienced in fairy-tales? Time in a festival or feast is seen as an opportunity to escape from the merciless progression of time. Another form of escapism can be seen in nostalgia, a European strategy which is examined here through the example of the “old town of Volos”.

Analogic Thinking as History David E. Sutton

This paper examines historical consciousness on the Greek island of Kalymnos. It looks at how Kalymnians reconstruct their past, and how they use their reconstruction to make sense of and argue about the meaning of their present. It examines the intersecting time-lines of religious, national and local history on Kalymnos, and the use of the same key symbols and themes in narrating these histories on a personal level, and in commemorating them on a local and national level. Such histories display a number of common themes, such as that of struggle against overwhelming odds, whether that struggle is of Greek national heroes fighting oppressors (or their own dictators) or Orthodox martyrs giving their lives for Christianity. Narratives of national, religious and personal histories are drawn on a common stock of themes and tropes in order to make sense of the past and relate it to the struggles of the present. At the same time prevalent metaphors directly connect the national and the local in everyday speech. Through this tying together of national, religious and local experience, "history" becomes part of the common sense of everyday Kalymnian life and interpretation of the world.

Representations of Time and the Time of Representation Penelope Papailias

The quintessential "disease" of modernity, nostalgia, always comments in some way on social and economic transformations. In this paper, ! situate contemporary nostalgic discourses in Greece against the background of the global upsurge in nostalgia that has marked the last quarter of the twentieth century. This paper does not aim to identify a distinctly Greek "way of doing time", but rather to locate Greek representations of past time within both local and global contexts. My particular focus in this article is on nostalgia for the "old city" of Volos as manifested in various textual practices engaged in by both municipal and individual agents: in particular, the reproductions and re-presentations of out-of-print local histories, period photographs and the local press. Nostalgia for urban space represents a significant departure from nostalgic discourses on villages and the rural landscape that have been in circulation in Greek society for some time. This nostalgia for the "old city" does not express a desire for escape from capitalism and European models of cultural life, but rather a fascination with the establishment of these economic and social institutions in Greece. The collapse of the manufacturing base of Volos and the ongoing changes in the social composition of the city and nation have generated a sense of longing for authentic, unmediated and tangible forms of community and capitalism that appear to have existed in the town's past.

Time, Ritual and Teleology Charles Stewart

The anthropologist Edmund Leach has contended that rituals may work to modulate the social experience of time. In so doing, they often incorporate cultural images of time itself into their dramaturgy. Participation in such rituals can, in turn, influence the fate of people both in life, and after death. Rituals thus represent time while affecting people's experience of time. Ritual form, time,and teleology are thus all bound up together. In this paper I identify practices of circling in Greek rituals as a prime example of the symbolic representation of time in ritual. In antiquity, time was measured by reterence to the circular motions of the stars. The transposition of this knowledge into ritual can be observed in Neo-Platonic magical practices, elements of which, I contend, re-surface in main Christian Orthodox liturgical practices. Contemporary local-level magical practices also involve ritual circling -magic circles-, but I argue that in these cases the circle is not related to celestial motion, and thus to time, but to the creation of boundaries between the sacred and the profane. It is nonetheless interesting to observe that although Church rejects these local practices as superstitious "magic", it has itself borrowed from a "high tradition" of ancient magic in formulating some of the key elements of its own ritual practice.  

Time in the Oral Tradition of Greek and Other Balkan Peoples Evangelos Avdikos

The history of mankind is imbued by the concept of time and the way in which the community is managing it. Talking about human civilization, we refer to and search for the representations indicative of the time relation to the social organization of a specific community of population. Furthermore, by discussing time we gain the advantage of understanding the relation of rituals to cultural attitudes as it is revealed in social forms. Time obtains countable characteristics and is adjusted to specific forms of social organization.The imprint of time on the economic and social attitude of the cattle-breeder Greek nomads, especially the Vlach-speeking and Sarakatsanoi, is investigated in this article. Time in these segments of population is introduced as a parameter of their productive activity. The cattle-breeding procedure, as well as its particulars (mating, litter, shearing), defines the way in which these nomads are experiencing time. In this case the present each time represents a firm framework, necessary for the survival of the cattle-breeders' household. In addition, the cattle-breeding activity has dictated the regular transfer from the mountains to the plains and vise versa, a fact that has immediately affected many aspects of the cultural and social activities of the Greek nomads, as well as their ideological relation to the duality mountain/plain.

The Treatment of Time in the Oral Tradition of Greek and other Balkan Peoples Marianthi Kaplanoglou

The main theme of the confrontation of man with personified divisions/fractions of time unfolds in different narrative traditions of Greek and other Balkan peoples. This paper discusses the tale of "The two old women and the twelve months", which is considered a Greek oikotype, taking into account related versions as well as relevant customs and beliefs from other Balkan peoples. This investigation is based on published and unpublished versions from the Catalogue of the Greek Folktale as well as on recently collected material. In these stories, time is perceived according to the main events of rural life, especially sowing-time, harvesting and the folk calendar. This paper also examines a peculiar episode in the meeting of the tale-hero with an old woman or man who controls day and night by folding two skeins, one black and the other white.

The Search of the Mythic Atlantis in the Homeric Troy Panagiotis Malfas

The news that a German research team is on its way to Asia Minor, in order to search Atlantis in the vicinity of the ancient Troy, motivated the scholar P. Malfis to deal again with this region and to examine the issue on the basis of the ancient literature. The parallelism of the Homeric to the Platonic text does not lead us to such a conclusion, however, the final answer will be given by the data of the geological research.

Three Scenarios on Teaching Philology Anastasia Vakaloudi

The article presents an original method of teaching philology, which combines the content of school text-book with the issue of the internet. Thus, the understanding of the interest subject, the thorough knowledge and the move substantial communication and exchange of ideas and information are achieved, through dialogue and collaboration.

Some Aspects of the Early History of the Black Sea Elias Petropoulos

Recent archaeological finds have altered the theories concerning the voyages of Greeks in antiquity: the first Greek settlement on the northern coast of Black Sea was founded about the mid-7th century B.C., however the Greeks had already known the area, as the Mycenaen finds discovered there prove. Consequently, the theory that dates the colonization of this area in 600 B.C. is not valid any more.

Intervening for the Protection of the Old Town Michalis Deliyannakis

In our time for subversive changes the author, using as an example the old town of Rethymnon on Crete, wonders whether or not it is possible the urban social tissue to be reconstructed, since nothing is anymore what it used to be. Furthermore, today, that the textual tradition does not correspond to the town planning of the same period, the problematic for the production of the indispensable historical knowledge is more than necessary.

Prehistoric Topography of the North Coast of Lesvos Vasileios Koumarelas

The author of the article identifies sites of the Early Bronze Age. By considerably enriching the list of the sites on Lesvos, which had been inhabited during the prehistoric period, he reveals the importance of the island during this era.

Lesbos of Water-Mills Makis Axiotis

In this article the author is touring the existing water-mills of Lesbos and describes the type to which they belong. Water-mills are first mentioned in 1578. On this fertile island with the industrious inhabitants, the water-mills were working continuously until 1913, when they were replaced by steam- and diesel-mills.

Traits of Palaeolithic Settlement on Lesbos Ch. Charisis, P. Durand, Makis Axiotis et al.

The authors of the article guide us around the Paleolithic Lesbos and its characteristic lithotechny, through a concise introduction of the geology of Lesbos. Their contribution in the identification of Paleolithic sites in Greece and in the documentation of the answer concerning our anthropogony is quite significant.

The Deserted Settlement of Farsa on Cephalonia Spyros Parisis

Farsa, a settlement known as Farissa during the period of Venetian occupation (1678), lived until the earthquake of 1953, when it was deserted by its inhabitants. A few late bourgeois houses, mainly belonging to seamen, punctuate this essentially agrarian settlement, which still preserves elements of the local tradition, characterized by functionality and rationalism, elements that have lent Farsa a unique physiognomy.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Τα εφτά θαύματα του κόσμου: Ο χρυσελεφάντινος Δίας της Ολυμπίας Μαρίζα Ντεκάστρο

Νόμισμα που εικονίζει το άγαλμα του Δία στην Ολυμπία. Το νόμισμα κόπηκε τον καιρό που βασίλευε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός. Το έβδομο θαύμα του κόσμου ήταν το άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, εκεί όπου κάθε τέσσερα χρόνια μόνον Έλληνες αγωνίζονταν σε αθλητικούς αγώνες για να τιμήσουν τον πατέρα των θεών. Μέσα στο μαρμάρινο ναό, πάνω σε εβένινο θρόνο, κάθεται ο Δίας στεφανωμένος με χρυσό στεφάνι ελιάς, κρατώντας τη Νίκη στο δεξί του χέρι. Ο γλύπτης Φειδίας τον έπλασε από ελεφαντόδοντο και χρυσό και τον στόλισε με πολύτιμες πέτρες. Το περίλαμπρο άγαλμα του Φειδία μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και καταστράφηκε από πυρκαγιά το 475 μ.Χ. Το γνωρίζουμε μόνο από ένα αρχαίο νόμισμα και από την περιγραφή του Παυσανία.

Τεύχος 77, Δεκέμβριος 2000 No. of pages: 140
Κύριο Θέμα: Τρεις φιλοσοφικές απόψεις για τον χρόνο Marcelo D. Boeri

Ο Φαέθων ζητεί από τον Ήλιο-Απόλλωνα πατέρα του να του δανείσει το άρμα του. Nicolas Poussin, λάδι σε μουσαμά, περ. 1630-35, Gemäldegalerie, Βερολίνο. Η φιλοσοφική ενασχόληση με τον χρόνο προέκυψε επειδή τα αισθητά αντικείμενα της εμπειρίας μας υπόκεινται σε μεταβολή· οποιαδήποτε δε μεταβολή, διαδικασία δηλαδή που συνεπάγεται κάποια διάρκεια, γίνεται αντιληπτή μέσα στη σφαίρα του χρόνου. Ο πρώτος αρχαίος Έλληνας διανοητής που παρουσίασε μια εμπεριστατωμένη θεωρία για τον χρόνο ήταν ο Πλάτων. Στο πλαίσιο του μύθου της δημιουργίας που παρουσιάζεται στον Τίμαιο, ο Πλάτων δίνει τον περίφημο ορισμό του τού χρόνου. Ο χρόνος, αιώνιο είδωλο της αιωνιότητας, δεν μπορεί να είναι ακριβώς το ίδιο με τη «χρονική διαδικασία» που υφίστανται τα αισθητά πράγματα. Ο χρόνος ανήκει κυρίως στη σφαίρα της νόησης αλλά, στο βαθμό που ο χρόνος είναι ένα «κινητό είδωλο», πρέπει να έχει κάποιες σχέσεις και με την περιοχή της αίσθησης. Όντας είδωλο, ο χρόνος είναι αντίγραφο. Όντας επίσης κάτι «κινητό», ο χρόνος δεν είναι πλήρως αμετάβλητος. Ο χρόνος είναι ένα είδωλο που κινείται σύμφωνα με τους νόμους των αριθμών, πράγμα που υπονοεί μια συνεχή μεταμόρφωση (ο χρόνος μετριέται με ένα πλήθος επαναλαμβανόμενων μερών: ημέρες, μήνες, έτη, κοκ.). Ο Αριστοτέλης προτείνει την ιδέα ότι για τον Πλάτωνα ο χρόνος γεννήθηκε ουσιαστικά με το σύμπαν και αντιτάσσει στον Πλάτωνα ότι, αν ο χρόνος είχε γεννηθεί μαζί με το σύμπαν, τότε θα πρέπει να υπήρξε μια στιγμή που δεν υπήρχε χρόνος, πράγμα παράλογο. Πράγματα όπως το «πριν» και το «μετά» μπορούν να υπάρξουν αποκλειστικά και μόνο αν υπάρχει χρόνος, αφού ο χρόνος είναι αριθμός της κίνησης (ή μεταβολής) σε σχέση με το πριν και το μετά: αυτός είναι και ο ορισμός του χρόνου από τον Αριστοτέλη στα Φυσικά. Ως προς το ζήτημα της φύσης του χρόνου, ο Αριστοτέλης καταλήγει ότι ο χρόνος πρέπει να είναι μια όψη της κίνησης και, εφόσον η κίνηση είναι συνεχής, άρα και ο χρόνος είναι συνεχής. Για να έχουμε χρόνο δεν αρκεί να οροθετήσουμε ένα τμήμα κίνησης· η ψυχή πρέπει να διακρίνει δύο (ή περισσότερα) «τώρα» και να τα αριθμήσει. Ο χρόνος, επομένως, είναι αριθμός αυτού που αριθμείται και όχι αυτό με το οποίο αριθμούμε. Όταν όμως μετρούμε τα διαδοχικά «τώρα», αυτό που ακριβώς μετρούμε είναι τα χρονικά διαστήματα που περιλαμβάνονται ανάμεσα σε αυτά. Χρόνος, επομένως, είναι αυτό που προσδιορίζεται ή οροθετείται μέσω του τώρα. Οι Στωικοί έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την εξήγηση του προβλήματος του χρόνου στο πλαίσιο της θεωρίας τους για τα «ασώματα», στα οποία από τεχνική άποψη ανήκει και ο χρόνος. Αφού στη στωική οντολογία τα αληθινά υπαρκτά σώματα είναι τα «ενσώματα», ποιο ρόλο παίζουν τα «ασώματα» στην ερμηνεία τους του κόσμου; Οι στωικοί επισημαίνουν τη δυσκολία ότι, παρόλο που ο χώρος, ο χρόνος, το κενό και τα λεκτά είναι ασώματα, καταλήγουν να είναι τόσο θεμελιώδη, ώστε να απαρτίζουν τη σφαίρα του υπαρκτού. Η περίπτωση του χρόνου είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί, αν και ασώματος, ο χρόνος είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη συγκρότηση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Είναι αδύνατον να προσδιοριστούν αιτιώδεις σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα, αν δεν υπάρχει χρόνος, δηλαδή ένας παράγοντας ικανός να ορίσει το πριν και το μετά των δυνατών συνδυασμών ανάμεσα στα υπάρχοντα πράγματα με τρόπο που, για παράδειγμα, να μπορεί να οριστεί ότι το Α στον χρόνο 1 είναι το αίτιο του Β στον χρόνο 2. Ο Χρύσιππος απηχεί τον Αριστοτέλη αλλά και απομακρύνεται από αυτόν στον ορισμό του τού χρόνου. Ωστόσο, η πιο πρωτότυπη πλευρά της στωικής θεωρίας για τον χρόνο είναι πιθανότατα η εξής: ο χρόνος, στο μέτρο που είναι κάτι το ασώματο, είναι κάτι υφιστάμενο.

Η χρονομέτρηση των ζώων: πώς τα ζώα υπολογίζουν τον χρόνο και τον χώρο Penny S. Reynolds

Μαυροπούλια με φθινοπωρινό πτέρωμα. Τα ζώα προσανατολίζονται στο χρόνο και στο χώρο με εσωτερικά ημερήσια και ετήσια «ρολόγια». Οι φυσιολογικοί ρυθμοί και οι ημερήσιες και εποχιακές δραστηριότητες των ζώων εξαρτώνται άμεσα από το σωματικό μέγεθος: τα μικρά ζώα ζουν γρηγορότερα και πεθαίνουν νωρίτερα από τα μεγάλα ζώα. Ωστόσο, αυτοί οι εσωτερικοί ρυθμοί χρειάζεται να ζευγαρωθούν με τους ημερήσιους και τους ετήσιους ρυθμούς του εξωτερικού κόσμου. Έτσι, τα ζώα χρειάζονται ένα «ρολόι» που θα ρυθμίσει και θα συντονίσει τους φυσιολογικούς τους ρυθμούς. Ο απόλυτος χρόνος λειτουργεί με βάση τρεις φυσικούς κύκλους: την ηλιακή ημέρα, τον σεληνιακό μήνα και το έτος. Τα κανονικά επίπεδα διαφόρων σταθερών, όπως είναι ο μεταβολισμός και η θερμοκρασία του σώματος, ποικίλουν σε ημερήσια βάση, ενώ μείζονες δραστηριότητες, όπως η αποδημία, ρυθμίζονται σε ετήσια βάση. Πρόσφατα ταυτίστηκαν διάφορα γονίδια που ελέγχουν τους βιολογικούς ρυθμούς σε ποικίλους οργανισμούς. Η κατανόηση των γενετικών μηχανισμών που διέπουν τα βιολογικά ρολόγια των ζώων θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε διάφορα φαινόμενα που εξαρτώνται από το χρόνο, όπως είναι τα γηρατειά, το «jet lag» (χρονικό χάσμα), η φαρμακευτική αγωγή, που όλα τους έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία.

Αντικατοπτρισμοί του χρόνου στα κείμενα και τις εικόνες των Ευρωπαίων περιηγητών του ελληνικού χώρου Αφροδίτη Κούρια

Rudolph Müller, «Άποψη της Ακρόπολης από την Πνύκα», 1863. Υδατογραφία, Μουσείο Μπενάκη. Με οδηγούς τον Όμηρο και τους αρχαίους συγγραφείς, οι περιηγητές ζητούν να μυηθούν in situ στο ελληνικό όραμα με το οποίο έχουν γαλουχηθεί. Στον 18ο αιώνα, αιώνα του Διαφωτισμού, βλέπουν το φως οι πρώτες αποτυπώσεις αρχαίων ελληνικών κτισμάτων με αξιώσεις επιστημονικής εγκυρότητας. Σε συνδυασμό με τρέχουσες καλλιτεχνικές-αισθητικές τάσεις, η αρχαιολατρία προσθέτει ρομαντικό χαρακτήρα στην έξαρση του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Εικόνες από μια «ποίηση των ερειπίων» συνοδεύουν σκέψεις για τη θνητότητα και την παντοδυναμία του χρόνου. Το «κλισέ» του πεσμένου κιονόκρανου και της σπασμένης κολόνας αναδεικνύονται στο φορτισμένο σύμβολο της διάστασης ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν της Ελλάδας. Στα μάτια και τη συνείδηση των Ευρωπαίων που περιηγούνται την Ελλάδα, το παρόν και η αρχαιότητα είναι άρρηκτα δεμένα. Μέσα από το πρίσμα αυτής της σύζευξης προσλαμβάνεται και προσδιορίζεται η ταυτότητα και η ουσία της ελληνικής φύσης. Οι περιηγητές του 19ου αιώνα συχνά τηρούν στάση εγρήγορσης απέναντι στην πρώτη ύλη της πραγματικότητας. Ωστόσο, αλλού το παρελθόν μένει κυρίαρχο: μια διαλεκτική ανάμεσα στο παρόν της αίσθησης και τον χρόνο της μνήμης σηματοδοτεί τα σχόλια όσων ταξίδεψαν στις Μυκήνες ή την Κόρινθο. Το δίπολο παρόν-παρελθόν αποκτά νέες διαστάσεις και περιεχόμενο από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, με την τάση από μέρους των Ευρωπαίων για συσχετισμό και παραλληλισμούς των αρχαίων με τους νεότερους Έλληνες μέσα από την ανίχνευση ιστορικής συνέχειας και επιβιώσεων αρχαίων στοιχείων. Το αρχαίο μνημείο θα γίνει συχνά το εμβληματικό φόντο πάνω στο οποίο προβάλλονται –κυριολεκτικά και μεταφορικά- οι Νεοέλληνες σε περιηγητικά έργα. Βασική συνιστώσα του θέματος προβάλλει η καθαρά υποκειμενική, εννοιολογικά και συναισθηματικά φορτισμένη βίωση του χρόνου από τους περιηγητές, με την ηδονικά νοσταλγική αναπόληση του παλιού –χαμένου- μεγαλείου. Αναπόληση που οδηγεί σε ταυτίσεις με το κλασικό παρελθόν, σε μια «οικειοποίηση» του χρόνου της ιστορίας και του μύθου.

Προσωπεία του χρόνου. Μύθος, επιστήμη, επιστημολογία και πάλι μύθος Νίκος Ξένιος

Hanne mi Sauge, «Η Κλάρα και ο Πίτερ στις ιαματικές πηγές». Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στη φιλοσοφική ή βιοσοφική αντίληψη της χρονικότητας στους διάφορους πολιτισμούς του (δυτικού) ανθρώπου. Εμπιστευόμενος την τραγωδία στη φροντίδα της Ζακλίν ντε Ρομιγύ (Ο χρόνος στην αρχαία ελληνική τραγωδία, Παρίσι, 1971), ο συγγραφέας παρουσιάζει την αντίληψη του Χρόνου στους ορφικούς και στους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Επισημαίνει τη θεοποίησή του στα ελληνιστικά χρόνια με το όνομα Αιών και τη συνάφειά του με τον γενάρχη των θεών Κρόνο. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν η τόσο βιωματική λέξη «χρόνος» εξελίσσεται σε έννοια. Οι επιστήμες έρχονται να σχετικοποιήσουν την έννοια του Χρόνου, να την εξορίσουν από τη σφαίρα του Μύθου και να της αφαιρέσουν το προσωπείο του Θεάτρου. Μα τα πράγματα έδειξαν σύντομα ότι ο χρόνος αντιστεκόταν και μεταμφιεζόταν αδιάκοπα σε ολοένα και διαφορετικά πρόσωπα. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς την ιστορία των επιστημών για να το διαπιστώσει. Όπως ο Γαλιλαίος μετέτρεψε το χρόνο, από κάτι βιωματικό και συγκεκριμένο, σε αφηρημένη παράμετρο της κίνησης των φυσικών σωμάτων, έτσι και ο Ντεκάρτ διασταύρωσε το χρόνο, σε ορθή γωνία, με την άλλη συνιστώσα της κλασικής Φυσικής, το χώρο σε βάθος. Ο Νεύτων αναγκάστηκε να κάνει διάκριση ανάμεσα στον σχετικό και τον απόλυτο χρόνο. Και εξαλείφοντας μια βασική προκατάληψη διευκρίνισε πως ο απόλυτος, αληθινός και μαθηματικός χρόνος, αφ’ εαυτού και από την ίδια του τη φύση, ρέει σταθερά, δεν εξαρτάται από κάτι το εξωτερικό, και ονομάζεται επίσης «Διάρκεια». Αντίθετα, ο σχετικός, φαινομενικός και κοινός χρόνος είναι κάποιο αισθητό και εξωτερικό (είτε ακριβές είτε ασταθές) μέτρο της διάρκειας. Η νευτώνεια κοσμοαντίληψη επηρέασε τη συνείδηση του νεότερου ανθρώπου και τη διαμορφώνει ακόμη και σήμερα. Στον 20ό αιώνα ο απόλυτος θετικισμός που υιοθέτησε η Επιστήμη παραμέρισε τα ανθρωποκεντρικά επιχειρήματα του νευτώνειου κοσμοειδώλου. Είχαν προηγηθεί η Παλαιοντολογία και ο Δαρβινισμός, ο Μάξγουελ και τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Ακολούθησε ο Αϊνστάιν. Μόνο ένας πίνακας του Σαλβαντόρ Νταλί με τα ρολόγια που λιώνουν μέσα σε νιτρώδεις αναθυμιάσεις, μόνο μια τέτοια υπερρεαλιστική εικόνα θα μπορούσε να αποδώσει την καινούργια, επιστημοκεντρική όσο και παράλογη εκδοχή της χρονικότητας.

Η κατεύθυνση του χρόνου στην αρχαιότητα και στους νέους χρόνους Βαγγέλης Πανταζής

Η πορεία των γενεών κατά την αντίληψη των Αρχαίων. Παρότι ο χρόνος είναι αόρατος, η ίδια η «ροή»του αποδίδεται από τους ανθρώπους με συγκεκριμένες οπτικές παραστάσεις. Αφού ο χρόνος διαρκώς «κινείται»,  προς τα πού τον φαντάζονται να κινείται οι άνθρωποι διαφόρων εποχών και κοινωνιών; Άλλωστε πίσω από τις παραστάσεις για την κίνηση του χρόνου κρύβονται αντιλήψεις περί ζωής και κόσμου διαποτισμένες από ιδεολογικές προκαταλήψεις. Αντιπαραβάλλοντας αρχαίες και νέες παραστάσεις για την κίνηση του χρόνου, διαπιστώνουμε την πλήρη αντιστροφή τους. Στις σύγχρονες παραστάσεις ο χρόνος ανεβαίνει, πράγμα που βλέπουμε σε ένα γενεαλογικό δέντρο, του οποίου οι ρίζες είναι οι απώτεροι πρόγονοι. Μια συμπληρωματική παράσταση του χρόνου τον αντιλαμβάνεται ως μια διαρκή κίνηση προς τα μπρος: γυρίζοντας την πλάτη στο παρελθόν, κατευθυνόμαστε προς το μέλλον. Και οι δύο παραστάσεις εμπεριέχουν μια αξιολογική κατάταξη και, άρα, μια ισχυρότατη ιδεολογική φόρτιση: ό,τι βρίσκεται ψηλά είναι ανώτερο, ό,τι μπροστά τιμιότερο, σε αντίθεση με εκείνα που βρίσκονται κάτω και πίσω αντίστοιχα. Τόσο στον Ησίοδο όσο και στη βιβλική πτώση των Πρωτοπλάστων, οι γενιές ακολουθούν μια εξέλιξη που ξεκινάει από το ουράνιο και θείο και καταλήγει στο χοϊκό και ευτελές. Οι νεότερες παραστάσεις, αντίθετα, είναι περισσότερο αισιόδοξες: το μέλλον τραβάει μπροστά και προς τα πάνω. Τέσσερις είναι οι πιθανές αιτίες για την αντιστροφή του αρχαίου μοντέλου κίνησης του χρόνου στις νεότερες εποχές: α. Η χρονολόγηση με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού. β. Το άνοιγμα των οριζόντων που επέφεραν οι μεγάλες γεωγραφικές ανακαλύψεις και η συνακόλουθη αμφισβήτηση των αρχαίων αυθεντιών. γ. Η θεωρία της εξέλιξης (γεωλογία – παλαιοντολογία – αρχαιολογία). δ. Η αμφισβήτηση της πατριαρχίας (δηλαδή της εξουσίας των υπερηλίκων).

Η έννοια του χρόνου Ιωάννης Πετρόπουλος

Nicolas Poussin, «Χορός υπό τους ήχους της μουσικής του Χρόνου», 1638-40. Αφηρημένη και εξαιρετικά δυσπρόσιτη έννοια, ο χρόνος ως βίωμα είναι ευρύτατα κατανοητός. Τι απαντήσεις έδωσαν οι Έλληνες φιλόσοφοι στα ερωτήματα: Πως ορίζουμε το χρόνο; Ποια είναι η φύση του; Είναι άραγε αιώνιος; Πώς φαντάζονταν οι αρχαίοι τον κινούμενο χρόνο; Τι συνεπάγεται ο αποκλεισμός του χωρόχρονου από τις επιστήμες της ιστορίας και της γεωγραφίας; Πως λειτουργεί το βιολογικό ρολόι που διαθέτουν όλα τα ζώα, μεταξύ των οποίων και ο άνθρωπος; Πως μπορεί να αισθητοποιηθεί ως βίωμα ο ιστορικός και μυθικός χρόνος; Ελέγχεται ο χρόνος από την επιστήμη;

Γεωγραφία και χρόνος Γεώργιος-Στυλιανός Ν. Πρεβελάκης

Λαξευμένο απολίθωμα αμμωνίτη, με τη μορφή φιδιού. 185.000.000 π.Χ. York, The Yorkshire Museum. Όπως η Ιστορία δεν έχει νόημα «εκτός τόπου», έτσι και η Γεωγραφία δεν έχει νόημα «εκτός χρόνου». Όμως, επειδή δεν είναι δυνατόν να ερμηνεύσουμε επιστημονικά την ολότητα του χωροχρόνου, οδηγούμαστε αναγκαστικά σε αφαιρέσεις και απλουστεύσεις. Προκειμένου να προσεγγίσουν το «όλο» της ανθρώπινης εμπειρίας, Ιστορία και Γεωγραφία προβαίνουν σε έναν «καταμερισμό έργου»: η Ιστορία αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει τη σύνθεσή της κατά τη διάσταση του χρόνου, ενώ η Γεωγραφία κατά τη διάσταση του χώρου. Αυτή η –σχετική– εξειδίκευση έχει οδηγήσει πολλές φορές σε υπερβολές. Η τάση της ελληνικής ιστοριογραφίας να αγνοεί τον χώρο ανάγεται στις γεωπολιτικές συνθήκες του 19ου αιώνα, όταν τέθηκαν τα θεμέλιά της. Η ελληνική εθνική ιδεολογία και η επιχειρηματολογία της Ελλάδας προς τις Δυνάμεις στηριζόταν στην Ιστορία και το χρόνο.  Έτσι εξηγείται, σε μεγάλο βαθμό, η ανάπτυξη της Λαογραφίας από τα τέλη του 19ου αιώνα, ως ανώδυνου υποκατάστατου της Γεωγραφίας. Αντί να λειτουργήσει ως Πολιτισμική Γεωγραφία, η Λαογραφία μετασχημάτισε τα αντικείμενά της σε εκδηλώσεις της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού. Η Λαογραφία μας είναι, επομένως, μια Γεωγραφία χωρίς χώρο, μια Γεωγραφία μόνο με χρόνο. Δεν είναι η μόνη. Επί πολλούς αιώνες η γεωγραφική γνώση στηριζόταν στα γραπτά των Αρχαίων. Με την Αναγέννηση όμως δημιουργήθηκαν ανάγκες, τις οποίες η σχολαστική Γεωγραφία δεν μπορούσε πια να ικανοποιήσει. Η μεγάλη εποχή των εξερευνήσεων δίνει το προβάδισμα στην εμπειρική παρατήρηση. Ο δρόμος για την επιστημονική Γεωγραφία ανοίγει. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο εμπειρισμός που χαρακτήριζε τότε τη Γεωγραφία άρχισε να αμφισβητείται. Το νέο γεωγραφικό δόγμα ήταν ο Ντετερμινισμός. Όταν το σύστημα αυτό έφθασε στα όριά του, διασώθηκε από τον Ποσιμπιλισμό και επέζησε έως τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Η εξέλιξη της γεωγραφικής σκέψης κατά τον 20ό αιώνα σηματοδοτήθηκε και από τα προβλήματα του Περιβάλλοντος. Η σημερινή Γεωγραφία έφτασε να αμφισβητεί την ίδια τη διάκριση Φύση/Άνθρωπος ως εργαλείο για την κατανόηση του κόσμου. Η «κλασική» Γεωγραφία, δηλαδή η Γεωγραφία του Μεσοπολέμου που αντιστάθηκε στην γερμανική γεωπολιτική σχολή, ονομάστηκε και «περιφερειακή» Γεωγραφία. Ο χωρισμός του γεωγραφικού χώρου σε περιφέρειες έχει αντιστοιχία με το χωρισμό του ιστορικού χρόνου σε περιόδους. Εμπνευσμένοι από τις επιτυχίες της Οικονομετρίας και θέλοντας να εκφράσουν γεωγραφικά τη δύναμη της τεχνολογίας και της Οικονομίας πάνω στη φύση, οι αμφισβητίες γεωγράφοι του 1950 και του 1960 επινόησαν την «ποσοτική Γεωγραφία». Η ποσοτική Γεωγραφία θέλησε να οικοδομήσει μια καθαρά χωρική επιστήμη καταργώντας τελείως το χρόνο. Η άλλη «επανάσταση» που αμφισβήτησε την κλασική Γεωγραφία ήταν το μαρξιστικό ρεύμα. Οι μαρξιστές Γεωγράφοι, προσπαθώντας να προσαρμόσουν τη Γεωγραφία στο σχήμα του Ιστορικού υλισμού, κινήθηκαν  προς κατεύθυνση αντίθετη προς τους υποστηρικτές της ποσοτικής Γεωγραφίας: κατάργησαν το χώρο. Από τις όποιες νέες ιδέες πρόβαλαν κάτω από την ετικέτα της Μετανεοτερικότητας, η κυριότερη είναι ότι η Γεωγραφία δεν παράγει περιγραφές που προσεγγίζουν όσο το δυνατόν πιστότερα κάποια «αντικειμενική πραγματικότητα», αλλά ότι προτείνει «διηγήσεις» (discours). Ιστορία και Γεωγραφία, χώρος και χρόνος, συγκλίνουν καθώς αμφισβητούνται τα θεμέλια της Νεοτερικότητας. Η σχετικοποίηση του χρόνου και του χώρου εγγράφεται εξάλλου στις εξελίξεις που ονομάζουμε «Παγκοσμιοποίηση». Η αποδόμηση του γεωγραφικού χώρου συνδέεται στενά με την αποδόμηση του γεωγραφικού χρόνου. Το διαδίκτυο, η δορυφορική τηλεόραση και άλλες τεχνολογίες έχουν ενισχύσει τη διάσταση της αμεσότητας ανάμεσα σε μακρινά σημεία. Εν κατακλείδι, οι βασικές αναφορές του σημερινού ανθρώπου στον χωροχρόνο μετασχηματίζονται ταχύτατα καθώς καταρρέει το πλαίσιο το οποίο κατασκεύασε η Γεωγραφία από την Αναγέννηση.

Άλλα θέματα: Λακωνική Μάνη: μια νησίδα ιδιαίτερης κουλτούρας και αισθητικής Λένα Λαμπρινού

Άλικα: «Παλιομανιάτικες κατοικίες» με πύργο. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της Μάνης διαφαίνεται από τον 9ο αιώνα, όταν οι άγριοι και πολεμοχαρείς κάτοικοί της εκχριστιανίζονται από τους Βυζαντινούς. Κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών και Φράγκικων περιόδων, αλλά και έως τον 18ο αιώνα, ο πληθυσμός της Κάτω Μάνης ήταν διασκορπισμένος σε μικρούς οικισμούς των 1-3 γενών. Από την άλλη, στην Πάνω Μάνη συναντώνται σχετικά μεγάλοι συνοικισμοί. Το περιβάλλον της γεωγραφικής απομόνωσης και της εδαφικής λιτότητας στην Κάτω Μάνη ευνόησε την οικονομική και κοινωνική στασιμότητα και την επιβίωση, μέχρι πρόσφατα, του συστήματος των γενών, συνέχεια αρχαίων φυλετικών συστημάτων. Βασίζεται στους δεσμούς αίματος (αρρενογονική αιματοσυγγένεια), έχει αυστηρές πατριαρχικές δομές και αυστηρή ιεραρχία. Εκδίκηση με αντίποινα, η βεντέτα, ήταν μια κοινή τακτική αυτοδικίας που χαρακτηρίζει κάθε φυλετική κοινωνία. Οι μανιάτικες «Παλιόχωρες», όλες χτισμένες με μεγαλιθικό τρόπο, είναι οι πρώτες οχυρές κατασκευές της περιοχής, έξω από τη βυζαντινή παράδοση, μεταφέροντας αρχαίους ή πρώιμους μεσαιωνικούς τρόπους άμυνας και απλοϊκές λύσεις κατασκευής και στέγασης που επιβίωσαν μέχρι και τα ύστερα χρόνια. Οι διαφορές στις κατασκευαστικές μεθόδους και η γενίκευση της χρήσης κονιάματος κατά τον 17ο αιώνα καθορίζει τη νέα μορφή των οικισμών. Από το β΄μισό του 17ου αιώνα στην Άνω Μάνη αναπτύσσεται το πυργόσπιτο των πλούσιων καπεταναίων, με ιδιαίτερα φροντισμένες κατοικίες. Αντίθετα, στην Κάτω Μάνη η οχυρή κατοικία συνεχίζει να ενσωματώνει τη μεγαλιθική παράδοση στην κατασκευή, και συνυπάρχει με ψηλούς πύργους. Εξαιτίας του φυλετικού συστήματος, οι αμυντικές λύσεις είχαν στόχο την προστασία της φατρίας παρά της κοινότητας. Τα ισχυρά γένη, εγκατεστημένα σε στρατηγικά σημεία, κατείχαν από έναν αμυντικό πύργο. Τα συγκροτήματα των γενών διευρύνονταν με την προσθήκη νέων οικογενειακών μονάδων, που προσκολλούνταν στις υπάρχουσες. Οι οικισμοί αποκτούσαν λαβυρινθώδη μορφή, ενώ η απουσία της Πλατείας, ορόσημο της κοινωνικότητας του παραδοσιακού ελληνικού χωριού, δείχνει την ιδιαιτερότητα της μανιάτικης κοινωνίας. Έτσι, ο οχυρός χαρακτήρας των οικισμών προέρχεται από τον οχυρό χαρακτήρα των οικιών, χωρίς να συναντάται σε καμία περίπτωση αμυντική κατασκευή για το σύνολο της κοινότητας. Στις πρόσφατες δεκαετίες, η Μάνη, μέσα από, ανεπιτυχείς ίσως, κρατικές προσπάθειες εναλλακτικής τουριστικής αξιοποίησης (Βάθεια), και κατόπιν, κυρίως μέσα από την ιδιωτική πρωτοβουλία, αναζητεί νέους τρόπους επιβίωσης με την ανάπτυξη του τουρισμού της.

«Ελληνορωμαϊκός πολιτισμός»: ευσταθεί ένας τέτοιος όρος; Κώστας Μαντάς

Καρυάτις της Villa Albani στη Ρώμη. Ρωμαϊκή τέχνη. Το άρθρο πραγματεύεται τις ιδεολογικές χρήσεις του κλασικού παρελθόντος κατά τη μετακλασική εποχή (3ος π.Χ.–3ος μ.Χ). Ο δόκιμος ιστοριογραφικός όρος «ελληνορωμαϊκός πολιτισμός» χρησιμοποιείται για να δηλώσει το πολιτισμικό αμάλγαμα που προήλθε από τη συνάντηση της ρωμαϊκής δύναμης και του ελληνικού πνεύματος. Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε αυταπόδεικτη τη θέση ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι το θεμέλιο του νεότερου δυτικού πολιτισμού, φαίνεται όμως ότι ορθότερη είναι η άποψη σύμφωνα με την οποία ο δυτικός κόσμος υιοθέτησε τη ρωμαϊκή εκδοχή του ελληνικού πολιτισμού. Όσο και αν κολακεύει τους Νεοέλληνες το γνωστό ρητό ότι η Ελλάδα «υποδούλωσε το αγροτικό Λάτιο με το πνεύμα της», τα όποια θραύσματα πραγματικότητας που ανιχνεύουμε μέσα από πηγές του ελληνιστικού και του ρωμαιοκρατούμενου χώρου αφηγούνται μια διαφορετική ιστορία. Χωρίς πολιτική αυτονομία και πρωτότυπη πολιτισμική παραγωγή, η ρωμαϊκή Ελλάδα υπήρξε terra incognita για αρχαιολόγους και ιστορικούς της αρχαιότητας. Οι ιδεολογικές ανάγκες του νεοελληνικού κράτους εξυπηρετούνταν καλύτερα από τη μελέτη της κλασικής αρχαιότητας. Ίσως η ένταξη της Ελλάδας στην Ενωμένη Ευρώπη να δώσει έμφαση στη μελέτη της ρωμαϊκής Ελλάδας, καθώς οι νέες συνθήκες που θα αντιμετωπίσει ο Ελληνισμός απαιτούν τη δημιουργία ενός νέου ιδεολογήματος που θα ενδιαφέρεται για πιο οικουμενικές λύσεις.

Οι Keftiu, η γλώσσα τους και η σχέση τους με τη μινωική Κρήτη Παντελής Ν. Μασουρίδης

Οι Keftiu (Κρήτες) όπως παριστάνονται σε αιγυπτιακή τοιχογραφία. Οι Μινωίτες ήταν γνωστοί στην αρχαία Αίγυπτο από το 1550 π.Χ., ενώ Αιγύπτιοι καλλιτέχνες τους είχαν απεικονίσει σε τοιχογραφίες μερικών τάφων στις Θήβες. Στον τάφο του Rekhmire οι Μινωίτες περιγράφονται ως «Πρίγκιπες της Γης των Keftiu και των νήσων εν μέσω της θαλάσσης». Και ανακύπτει το ερώτημα: γιατί και πως η λέξη Keftiu είναι δυνατόν να υποδηλώνει την Κρήτη; Ο συγγραφέας αποφασίζει να εξετάσει την αιγυπτιακή λέξη Keftiu, με την ελπίδα ότι, εάν η λέξη ήταν ελληνική, θα ήταν δυνατόν να διασπασθεί στη συλλαβική μορφή τής Γραμμικής Β, ώστε να φθάσει στη ρίζα της. Θα οδηγηθεί στο πιθανό συμπέρασμα ότι η Κρήτη ονομαζόταν Kefti (Κάρφι-θι), «στο Κάρφι», από τους κυβερνήτες των εμπορικών πλοίων της εποχής του Χαλκού, καθώς αναφέρονταν στο πιο περίβλεπτο ορόσημο του νησιού, στο υψηλότερο ορεινό ιερό που επί μινωικής εποχής προφερόταν Κάρφι. Το δεύτερο ερώτημα που θέτει ο συγγραφέας αφορά τη γλώσσα: Χρησιμοποιούσαν οι Μινωίτες και οι Keftiu την ίδια γλώσσα; Εξετάζονται  δύο μικρά κείμενα, επωδοί κατά των νόσων tntkm’ και smk αντίστοιχα, για να αποδειχθεί ότι το πρώτο από αυτά είναι μια «επωδή» στον θεό Ρα, ενώ το δεύτερο είναι επωδή κατά της νόσου Σαββατώσεως. Το αποτέλεσμα της έρευνας θα επιβεβαιώσει τη σχέση της μινωικής Κρήτης με την Αίγυπτο και τη χρήση της ελληνικής μινωικής γλώσσας, όπως αυτή έχει αποδοθεί στη Γραμμική Β.

Πώματα λαξευμένης πέτρας της Εποχής του Χαλκού από τη Μάλθη Χρήστος Ματζάνας

Πώματα πίθων διαφόρων μεγεθών. Μπενάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Καλαμάτας. Χαρακτηριστικά τέχνεργα από τον μεσοελλαδικό (ΜΕ) οικισμό της Μάλθης (Μεσσηνία) είναι τα λίθινα πώματα (καπάκια) πίθων ή άλλων αγγείων, τα οποία ονομάστηκαν «stone covers» από τον ανασκαφέα. Στο πλαίσιο αυτής της δημοσίευσης εξετάζεται ο τρόπος κατασκευής τους (μέθοδοι και τεχνικές), διατυπώνονται ορισμένες απόψεις για την αναβίωση παλαιότερων γνωστικών κεκτημένων («savoir faire») και γίνεται η περιγραφή μιας προσπάθειας πειραματικής κατασκευής παρομοίων αντικειμένων. Τα πώματα ανήκουν σε μια κατηγορία αποκρουσμένου ή λαξευμένου λίθου, τυπολογικά δε θα μπορούσαν να ενταχθούν στην κατηγορία των «δισκοειδών αμάδων» (palet disque). Πρόκειται για πυρηνόμορφα εργαλεία που ταξινομούνται μαζί με τα λιάνιστρα, τα πολύεδρα, τις λαξεμένες αξίνες και τους χειροπελέκεις. Χαρακτηριστική είναι η ομοιότητά τους με την κατηγορία των δισκοειδών χειροπελέκεων, όπως επίσης και των δισκοειδών πυρήνων.

Οροπέδιο Λασιθίου: το πρώτο αιολικό πάρκο της Ελλάδας Μάνος Μικελάκης, Μαρίνα Καραβασίλη

Το ανενεργό μυλοτόπι στο Σελί Αμπέλου. Η εισαγωγή και η ραγδαία εξάπλωση του αντλητικού ανεμόμυλου εμφανίστηκε στο οροπέδιο του Λασιθίου στα τέλη του 19ου αιώνα. Η κατασκευή του αποδίδεται στον ξυλουργό Εμμ. Παπαδάκη ή Σπιρτοκούτη από το Ψυχρό, ο οποίος συνδύασε τον κινητικό μηχανισμό του ανεμόμυλου (ορθά, φτερωτή, αξόνι) με την κλασική αναρροφητική αντλία. Ο εκσυγχρονισμός και η τελειοποίησή του οφείλεται σε ένα μαθητευόμενο τεχνίτη του Σπιρτοκούτη, τον Στέφανο Μαρκάκη ή Μαρκοστεφανή. Η αναρροφητική αντλία του Μαρκοστεφανή υπερτερούσε της αντίστοιχης αμερικάνικης τόσο στο κόστος αγοράς και κατασκευής όσο και στην απόδοσή της. Αδρανέστερος, ο κρητικός αντλητικός ανεμόμυλος λειτουργούσε καλύτερα από τον αμερικάνικο σε ισχυρούς ανέμους. Ραγδαία υπήρξε η εξάπλωσή του στο οροπέδιο του Λασιθίου, στα Μάλια και σε μερικά χωριά της Πεδιάδος και του Μεραμπέλλου. Η συγκέντρωση μέχρι και 10.000 αντλητικών ανεμόμυλων διαμόρφωσε ένα μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα βιομηχανικό τοπίο. Ωστόσο, το πρώτο αιολικό πάρκο της νεότερης Ελλάδας παραμένει ανενεργό. Στο πλαίσιο της διαχείρισης της κληρονομιάς, το οροπέδιο του Λασιθίου θα πρέπει να θεωρηθεί ως η πολιτισμική μονάδα και ο βασικός άξονας για τη συγκρότηση ενός οικομουσείου. Οι διάσπαρτες αρχαιολογικές θέσεις (Δικταίον Άντρον ή σπήλαιο Ψυχρού, σπήλαιο της Τράπεζας, θέση Καρφί), τα ανενεργά μυλοτόπια στο Ζάρωμα, το Ασφεντάμι, το Σελί, και η ύπαιθρος (αιολικό πάρκο) του οροπεδίου θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα πρόγραμμα προστασίας, ανάδειξης και διαχείρισής τους, το οποίο θα διαμορφώσει συνεκτικές αφηγήσεις του πολιτισμικού τοπίου του οροπεδίου για τους επισκέπτες.

Ελληνοβουδιστική τέχνη. Νέες ανασκαφές στην περιοχή Gandhara στο βορειοδυτικό Πακιστάν Zainul Wahab

Ερείπια βουδιστικού μοναστηριού στην περιοχή Τακντ-ι-Μπχάι. Η βουδιστική τέχνη Γκαντάρα άρχισε τον 1ο αιώνα π.Χ. στην περιοχή των Σκυθών και συνεχίστηκε ώς τον 6ο αιώνα μ.Χ. Έφτασε στον κολοφώνα της τελείωσής της στα χρόνια του αυτοκράτορα Κανίσκα, ο οποίος, το 78 π.Χ., επέβαλε τον Βουδισμό Μαχαγιάνα που έδινε έμφαση στη λατρεία του Βούδα και των Μποντισάτβα (το τελευταίο στάδιο τελείωσης προτού γίνει κανείς Βούδας). Ο Βούδας έχει μεγάλη σπουδαιότητα για την τέχνη της Γκαντάρα γιατί σε αυτήν θεοποιήθηκε. Πριν από τη φώτισή του ήταν ο Μποντισάτβα Σιντάρτθα. Στην τέχνη Γκαντάρα δημιουργήθηκε η απεικόνιση του Βούδα στο στυλ του Απόλλωνα. Εκτός από τον Βούδα, στην τέχνη της Γκαντάρα υπάρχουν και πολλές απεικονίσεις των Μποντισάτβας. Αυτές οι ολόσωμες, σε φυσικό μέγεθος, απεικονίσεις σε πέτρα και γύψο ήταν τοποθετημένες σε ειδικές υποδοχές στα μοναστήρια και τις «στούπες» για λατρευτικούς σκοπούς. Τα προσφιλέστερα θέματα της τέχνης της Γκαντάρα είναι παρμένα από τη ζωή του Βούδα. Όλα τα επεισόδια της ζωής του ιστορούνται με πολλή προσοχή στα αφηγηματικά ανάγλυφα. Η τέχνη Γκαντάρα χρησιμοποίησε ως υλικά την πέτρα, το γύψο, τον πηλό και το χαλκό. Για τα περισσότερα γλυπτά χρησιμοποιήθηκε ένα είδος σχιστολίθου, πέτρα μαλακή με σταχτο-γαλαζο-πράσινες αποχρώσεις, ενώ αργότερα η μαλακή σαπουνόπετρα, αλλά και το μάρμαρο. Η σχολή γλυπτικής της Γκαντάρα, γνωστή ως ελληνο-βουδιστική ή ρωμαιο-βουδιστική τέχνη, απορρόφησε στοιχεία περσικά, ελληνικά, ρωμαϊκά και ινδικά, με τα οποία εμπλουτίστηκε. Επηρέασε την τέχνη της Ινδίας, της Κεϋλάνης, της Βιρμανίας, του Σιάμ, της Ιάβας, της Κεντρικής Ασίας, της Κορέας και της Ιαπωνίας, και παρήγαγε τη μεγαλύτερη καλλιτεχνική επιτυχία της Ασίας, δηλαδή τον τρόπο απεικόνισης του Βούδα.

Αρχαιολογικές πινακίδες. Δημιουργική κατασκευή-σωστή πληροφόρηση Βασιλική Πανάγου-Μιχαλάκη

Πινακίδα στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Ολύνθου. Οι αρχαιολογικοί χώροι είναι τα υπαίθρια μουσεία μας, στα οποία ο επισκέπτης ζητεί άμεσες απαντήσεις και επαρκή ενημέρωση. Το άρθρο αφορά τη σωστή πληροφόρηση που θα έπρεπε να παρέχεται σε αρχαιολογικούς χώρους και σε αρχαία μνημεία μέσω διαφόρων πινάκων. Πρόταση της συγγραφέως για την πόλη της Λάρισας ήταν να τοποθετηθούν, κατακόρυφα στημένοι, ενημερωτικοί πίνακες (ή πινακίδες), σε σημεία της πόλης όπου υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα, κυρίως αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Κάθε πίνακας, επενδυμένος με πλεξιγκλάς, θα στηρίζεται σε μεταλλικό σκελετό και θα φέρει δίγλωσσο κείμενο (ελληνικά – αγγλικά), και ίσως σχέδια ή φωτογραφίες. Τα κείμενα θα αφορούν την ταυτότητα του μνημείου, ή του αρχαιολογικού χώρου γενικότερα, τη χρονολόγησή του και τη χρήση του. Οι πίνακες μπορεί να παρουσιάζουν αξονομετρική αναπαράσταση του μνημείου ή σχεδιαστική απόδοση κάποιου αρχιτεκτονικού μέλους. Η τοποθέτηση αρχαιολογικών πινάκων σε σημαντικό αριθμό των μνημείων της Λάρισας συνέβαλε αισθητά στην ποιότητα της τουριστικής προσπάθειας και στην προβολή της πόλης.

Η Νεολιθική της Τουρκίας, το λίκνο του πολιτισμού. Νέες ανακαλύψεις Mehmet Özdogan, Nezih Basgelen, Νίκος Ευστρατίου

Nevali Çori. Κεφάλι με φίδι από ασβεστόλιθο, ύψους 37 εκ. Mehmet Őzdoǧan και Nezih Basgelen (επιμ.), Neolithic in Turkey. The cradle of civilization. New discoveries. Ο Νίκος Ευστρατίου παρουσιάζει την συλλογική έκδοση που επιμελήθηκαν οι  δύο Τούρκοι αρχαιολόγοι. Ο Έλληνας προϊστοριολόγος καλωσορίζει την εμφάνιση ενός συγγράμματος που έρχεται να εμβαθύνει τις γνώσεις μας για «την αρχή του νεολιθικού παραγωγικού σταδίου» στην περιοχή της Ανατολίας. Καταλυτικός υπήρξε ο ρόλος των σωστικών ανασκαφών και των επιτόπιων ερευνών, οι οποίες έγιναν με αφορμή τα μεγάλα φράγματα που κατασκευάζονταν στις περιοχές του Άνω Ευφράτη στη νοτιοανατολική Τουρκία και στην κεντρική Ανατολία. Τις 236 σελίδες του βιβλίου μοιράζονται 17 συγγραφείς που αναφέρονται σε πάνω από 20 τέτοιες έρευνες και ανασκαφές. Αν δεν τις εξαντλούν ευρηματολογικά, καταφέρνουν πάντως να εξάψουν το ενδιαφέρον αρχαιολόγων και μη. Το γεγονός ότι οι αναφορές στις θέσεις, οι περιγραφές των ευρημάτων και οι απόπειρες ανασύνθεσης των αρχαιολογικών δεδομένων γίνονται από τους ίδιους τους ανασκαφείς και τους ειδικούς επιστήμονες που μελέτησαν κατά ειδικότητα το υλικό προσμετρείται στα «συν» του βιβλίου. Επιπλέον, η εκτεταμένη εικονογράφηση αποσαφηνίζει και τεκμηριώνει τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Σύνθετες αρχιτεκτονικές κατόψεις ήδη από την 9η χιλιετία, νέα οικοδομικά χαρακτηριστικά που αποκαλύπτουν πρώιμες τεχνολογικές κατακτήσεις, γλυπτά φυσικού μεγέθους, αγαλματίδια και μικροευρήματα καταλαμβάνουν συνολικά πάνω από 200 σελίδες του βιβλίου. Σήμερα είναι αποδεκτή η άποψη ότι υπάρχουν τελικά πολλά τοπικά μοντέλα για την αρχή της Νεολιθικής στον ευρύτερο χώρο της Μ. Ανατολής, στα οποία τα ήδη γνωστά βασικά χαρακτηριστικά της «μετάβασης», όπως η μονιμότητα, η εξημέρωση, η καλλιέργεια κ.λπ., παραλλάσσουν σε ρυθμό, ένταση και σε ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Από την αρχαιολογική ανασκαφή στο μουσείο της τάξης: Ένα πειραματικό πρόγραμμα εισαγωγής της Αρχαιολογίας στο δημοτικό σχολείο Κώστας Κασβίκης, Κώστας Κουνελάκης

Οι ομάδες των μαθητών ανασκάπτουν σε τέσσερα ανασκαφικά τετράγωνα. Η αρχαιολογία ποτέ δεν εισήχθη επίσημα ως ανεξάρτητο διδακτικό αντικείμενο στα διάφορα εκπαιδευτικά συστήματα. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, η σταδιακή εκτίμηση της αξίας της στην εκπαιδευτική πράξη οδήγησε σε εναλλακτικές μορφές προσέγγισης και διδασκαλίας. Με βάση τον σχετικό προβληματισμό που αναπτύσσεται διεθνώς, σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε, τον Οκτώβριο του 1998, ένα πειραματικό πρόγραμμα Αρχαιολογίας για τους μαθητές της Ε΄τάξης του Δημοτικού Σχολείου Ασβεστοχωρίου, του νομού Θεσσαλονίκης. Δραστηριοποιήθηκαν οι ίδιοι οι μαθητές δουλεύοντας ως αρχαιολόγοι – ερευνητές και βιώνοντας όλα τα στάδια της αρχαιολογικής εργασίας: έρευνα και εντοπισμό αρχαιολογικών θέσεων, ανασκαφή, συντήρηση και μελέτη, παρουσίαση στο κοινό μέσω μιας μουσειακής έκθεσης. Κύριοι στόχοι του πειραματικού αυτού προγράμματος ήταν να γνωρίσουν οι μαθητές μερικά από τα βασικά στοιχεία που συγκροτούν την ιστορία, την εξέλιξη και τη μεθοδολογία της επιστήμης της Αρχαιολογίας, να εκτιμήσουν τη συμβολή της αρχαιολογικής επιστήμης στην κατανόηση του τρόπου ζωής των ανθρώπων στο πέρασμα των αιώνων και να συνειδητοποιήσουν ότι η Αρχαιολογία ασχολείται με τα ίχνη που άφησαν αληθινοί άνθρωποι, σαν και αυτούς, στο παρελθόν.

Μια λεπτομερειακή αναφορά για 14 πέτρινα παλαιολιθικά εργαλεία γύρω από την περιοχή της Καβάλας Surrendra K. Mishra, Κώστας Αν. Ατακτίδης

Δεκατέσσερα παλαιολιθικά εργαλεία Καβάλας. Τον Ιούνιο του 1982, η Σπηλαιολογική Ομάδα της Π.Ε.Ι.Μ. οργάνωσε έρευνα επιφανείας στη γειτονική προς την περιφέρεια της Καβάλας περιοχή, όπου το 1981 είχαν αποκαλυφθεί πολύτιμες βραχογραφίες της Προϊστορικής εποχής. Πολύ κοντά στις υπαίθριες βραχογραφίες βρέθηκαν δεκατέσσερα παλαιολιθικά εργαλεία που καλύπτουν χρονολογικά το σύνολο της Παλαιολιθικής εποχής με τις γνωστές τεχνολογίες και τυπολογίες. Τυπολογικά εντάσσονται στα εξής είδη πέτρινων εργαλείων: κοπανιστήρια, βελόνες, ξέστρες και λεπίδες. Είναι κατασκευασμένα από ασβεστόλιθο, χαλαζία και ίασπη. Οι μέθοδοι κατασκευής τους διαφέρουν. Μπορεί να είναι κύβος επί κύβου, άμεση κρούση, κυλινδρικό σφυρί, αποφασιστική απολέπιση, απολέπιση με πίεση κ.ά. Χρονολογικά η ταξινόμησή τους εκτείνεται από την Πρώιμη Μεσοπλειστοκαινική Παλαιολιθική έως την Ύστερη Άνω Παλαιολιθική εποχή (500.000 έως 20.000 χρόνια). Τα ευρήματα αυτά, μαζί με εκείνα των Πετραλώνων και του Περδίκα, δείχνουν για πρώτη φορά ότι και στην Ελλάδα αναπτύχθηκε ένας πολιτισμός, ίσως πρωιμότερος από αυτόν της Αφρικής και της Εγγύς Ανατολής.

Αρχαία υδατοστεγή επιχρίσματα των μεταλλευτικών εργαστηρίων στο Λαύριο Σταύρος Πρωτοπαπάς, Κοντογεώργης Αριστείδης, Michele Edge

Φωτογραφία στέρνας με έγχρωμο υπέρυθρο φιλμ. Τα αρχαία μεταλλεία του Λαυρίου και οι προηγμένες τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν στη μεταλλουργία της ευρύτερης περιοχής έχουν δικαίως προσελκύσει τους ερευνητές επιστήμονες. Από τις εκπληκτικές σε τεχνική διεργασίες της εποχής εκείνης ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μια πρωτοποριακή τεχνική αδιαβροχοποίησης με επίχρισμα, που αναπτύχθηκε λόγω της έλλειψης νερού στην περιοχή. Η μεταλλουργία στην ευρύτερη περιοχή απαιτούσε χιλιάδες κυβικά νερό, την ώρα που στο Λαύριο μόνο νερό ήταν το βρόχινο. Για να ελαχιστοποιηθούν οι απώλειες σε νερό, πέρα από τη συστηματική ανακύκλωση, οι δεξαμενές, τα κανάλια, τα φράγματα κ.ά. ήταν όλα επενδεδυμένα με στεγανό επίχρισμα. Το ειδικό αυτό επίχρισμα με το σχεδόν μαύρο-καφέ χρώμα, τόσο ανθεκτικό ώστε να σώζεται μέχρι σήμερα, τράβηξε πρώτα την προσοχή του Edouard Ardaillon στο τέλος του 19ου αιώνα. Περί το 1980, με το επίχρισμα ασχολήθηκε ο καθηγητής Κ. Κονοφάγος, που το θεώρησε «πατέντα» των αρχαίων Ελλήνων. Η έρευνά του έδειξε υδατοπερατότητα μηδέν και ανέδειξε ως βασικό υλικό του μείγματος στο επίχρισμα τον λιθάργυρο, που αφθονούσε στην περιοχή. Η μεταγενέστερη ανάλυση του J. Mishara έδωσε σχεδόν παρόμοια αποτελέσματα. Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας όσον αφορά τη χημική ανάλυση του επιφανειακού καφέ περιβλήματος του μαύρου επιχρίσματος δείχνουν ότι πρόκειται για δευτερογενές στρώμα από άλατα νερού, ιζήματα ανακύκλωσης κ.ά., χωρίς ενδιαφέρον. Όσον αφορά την κύρια έρευνα για το μαύρο επίχρισμα, τα αποτελέσματα δείχνουν μεγάλη διαφοροποίηση έναντι εκείνων των προηγούμενων ερευνητών, γεγονός που οφείλεται στην προσεκτική λήψη των δειγμάτων για ανάλυση με την καθοδήγηση της υπέρυθρης φωτογράφισης. Η συμπαγής μαύρη υδατοστεγανή επίχριση φαίνεται να έχει σχεδόν διπλάσιο ποσό πυρολουσίτη έναντι του λιθαργύρου. Η βάση κατασκευής, ο πυρολουσίτης, ο λιθάργυρος και η άμμος, υαλοποιούνταν με θέρμανση και στη συνέχεια γινόταν λιοτρίβιση του υαλώδους τήγματος. Με ανάμειξη σε ασβεστογαλάκτωμα προέκυπτε «ελεύθερο» γυαλί με άριστες στεγανοποιητικές ιδιότητες και με δυνατότητα εφαρμογής με πινέλο.

Αναζητώντας τα ίχνη των Πτολεμαίων στην Ηλιούπολη Πάνος Τότσικας

Ηλιούπολη, περιοχή Προφήτη Ηλία. Ίχνη αρχαίων, ρωμαϊκών και νεότερων λατομείων. Στο κείμενο αυτό, που αποτελεί προδημοσίευση από την εργασία του συγγραφέα «Συμβολή στην ιστορία της Ηλιούπολης», περιγράφονται αρχαία ευρήματα στην περιοχή του Αγίου Νικολάου της Ηλιούπολης. Πρόκειται για πτολεμαϊκά νομίσματα, βέλη, βλήματα σφενδόνης, αγγεία, κυρίως αμφορείς, κ.ά. Στην ίδια περιοχή υπήρχαν επίσης μέχρι σχετικά πρόσφατα ίχνη τοίχου, που θα μπορούσαν να είναι τα υπολείμματα αρχαίων τειχών για τα οποία έκανε λόγο ο E. Dodwell το 1819. Ο συγγραφέας αντλεί από το κείμενο της αρχαιολόγου Ειρήνης Βαρούχα-Χριστοδουλοπούλου με τίτλο «Συμβολή εις τον Χρεμωνίδειο πόλεμο», που δημοσιεύτηκε στην Αρχαιολογική Εφημερίδα του 1953-54. Η δημοσίευση αυτή ανέτρεψε εν πολλοίς την κρατούσα άποψη ότι ο ναύαρχος Πάτροκλος και ο στόλος του, τους οποίους είχαν στείλει οι Πτολεμαίοι προς βοήθεια των Αθηναίων στον Χρεμωνίδειο πόλεμο (περί το 266-263 π.Χ.), δεν ανέπτυξε καμία δράση. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι σε αρκετά σημεία της Αττικής υπήρξαν οχυρά των Πτολεμαίων που χρησίμευαν ως ορμητήρια για τη βοήθεια προς τους Αθηναίους. Ανάμεσα στις περιοχές αυτές είναι και η περιοχή της Ηλιούπολης, στους πρόποδες του Υμηττού.

Μουσείο: Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αρχαίας Μεσσήνης Πέτρος Θέμελης

Άγαλμα Αρτέμιδος στον τύπο της Λαφρίας. Τον Μάρτιο του 2000 εγκαινιάστηκε στο Μαυρομάτι της Ιθώμης το Αρχαιολογικό Μουσείο της αρχαίας Μεσσήνης. Το Μουσείο στεγάζει ευρήματα των ανασκαφών της Αρχαιολογικής Εταιρείας στην αρχαία Μεσσήνη, που άρχισαν το 1895 και συνεχίζονται ως σήμερα. Το Μουσείο κτίστηκε μεταξύ των ετών 1968 και 1972, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Μ. Κουρουνιώτη, σύμφωνα με τις οδηγίες του Αναστασίου Ορλάνδου. Οι τρεις μικρές αίθουσές του κρίνονται πλέον τελείως ανεπαρκείς να στεγάσουν έστω και αντιπροσωπευτικά δείγματα από τα 12.000 και πλέον καταγραμμένα στο ευρετήριο του Μουσείου αντικείμενα. Κρίθηκε ωστόσο αναγκαίο να ανοίξει επιτέλους το Μουσείο τις πύλες του στο κοινό με πλήρη αναδιάρθρωση και αυστηρή επιλογή των εκθεμάτων. Η έκθεση, την οποία επιμελήθηκε ο καθηγητής Πέτρος Θέμελης με τη συμβολή της αρχαιολόγου-μουσειολόγου Ανδρομάχης Γκαζή, στοχεύει να δώσει στον επισκέπτη την εικόνα της ιστορικής εξέλιξης της πόλης, στοιχεία για τη δημόσια και την ιδιωτική ζωή, καθώς και πληροφορίες για τα οικοδομήματα από τα οποία προέρχονται τα ευρήματα. Ορισμένα από τα έργα γλυπτικής που περιλαμβάνει το μουσείο είναι τόσο σημαντικά, ώστε από μόνα τους δικαιολογούν την ανέγερση ενός νέου Μουσείου, όπου θα πάρουν τη θέση που τους αξίζει. Τα έργα αυτά είναι ο Δορυφόρος του Πολυκλείτου, ο Ερμής στον τύπο Άνδρου-Farnese, η Άρτεμις στον τύπο της Λαφρίας και τα αποσπασματικά σωζόμενα γλυπτά του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Αρχαιομετρικά Νέα Γιάννης Μπασιάκος

Αρχαιολογικά Νέα: ειδήσεις, εκθέσεις, συνέδρια, διαλέξεις, αλληλογραφία, βιβλία Λήδα Δίζελου, Αργυρώ Μαυροζούμη και άλλοι

Πληροφορική: Αρχαιολογία στο Διαδίκτυο (2) Κατερίνα Χαρατζοπούλου

Το λογότυπο της στήλης «Πληροφορική». Το αποτέλεσμα μιας αναζήτησης στο Διαδίκτυο φέρνει συνήθως ως απάντηση ένα σύνολο ετερογενών τεκμηρίων, από βιβλιογραφικές παραπομπές μέχρι τουριστικούς οδηγούς. Η ανάπτυξη ειδικών μηχανών αναζήτησης για τον αρχαίο κόσμο κρίθηκε λοιπόν απαραίτητη. Η πιο δημοφιλής και γνωστή μηχανή αναζήτησης είναι ο Argos (argos.evansville.edu). Αξιόλογες μηχανές αναζήτησης, ειδικά για το καταχωρημένο αρχαιολογικό περιεχόμενο στα γερμανικά, προσφέρουν η νοητή βιβλιοθήκη Κλασικής Αρχαιολογίας του Ινστιτούτου Winckelmann Arachne (t) και η γενική αρχαιολογική πύλη Archäologie-online Digger. Σε αντίθεση με τις παραπάνω υπηρεσίες, που αποτελούν πρωτοβουλίες πανεπιστημιακών φορέων, στη Μ. Βρετανία υιοθετείται ένα νέο σχήμα που υπάγεται στο Resource Discovery Network (εθνική υπηρεσία πρόσβασης στις ηλεκτρονικές πηγές πληροφόρησης στο Διαδίκτυο). Πολλές εταιρείες εμπορικού χαρακτήρα και παροχής υπηρεσιών στο διαδίκτυο προσφέρουν ευρετήρια με επιλεγμένο αρχαιολογικό περιεχόμενο, συνθέτοντας τους καταλόγους τους με αποδέκτη τόσο το ευρύτερο κοινό του Διαδικτύου όσο και τους ειδικούς. Η εταιρεία Yahoo έχει μια ενδιαφέρουσα πρόταση για την Αρχαιολογία στους θεματικούς της καταλόγους. Καταλόγους επιλεγμένων δικτυακών τόπων με κριτήριο το εκπαιδευτικό τους περιεχόμενο προσφέρουν και οι δικτυακοί τόποι ορισμένων Πανεπιστημιακών αρχαιολογικών τμημάτων. Πλούσιες συλλογές αρχαιολογικών δικτυακών τόπων για το ευρύτερο κοινό προσφέρουν επίσης και εκδοτικές εταιρείες. Για την αρχαία Ελλάδα ειδικά, σημαντική συλλογή εκπαιδευτικών αρχαιολογικών πηγών προσφέρει και το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο PBS.

English summaries: The concept of time Ioannis Petropoulos

Plato, Aristotle and the Stoic philosopher Chrysippos, all three made the connection between time, motion, and change. To the ancient Greeks time was the exact opposite of how we think of it today. To them the past lay ahead and the future behind us. Space is a necessary parameter if one is to depict time as an image. In spacetime, geography and history are brought together as one and the same thing . Both in man and in animals the sense of spacetime works like a kind of primordial biological clock as one sees in the case of migratory birds that have an innate sense of direction that helps them find their bearings like experienced navigators. As for historical and mythical time these were experienced by foreign travellers to Greece and recorded as an art form.

The Direction of Time in Antiquity and Today Vangelis Pantazis

Comparing the concept of time between antiquity and today, we discover a complete reversal. The ancients perceived time as running downwards and they were arranging the order of events respectively: the ancestors were placed high up, the descendants followed in a downward direction. In an alternative scheme, where the past was placed in front of the future, the ancestors preceded the descendants. In our time, however, these notions and representations have been reversed completely. Time is ascending, the past is placed at the bottom and the future at the top. Thus, the ancestors occupy the roots and the descendants the branches of the family-tree. In a figurative representation the future leads the past, and the new generations march ahead, leaving the old ones behind. What caused such a radical reversal of concepts and representations? Four intermingling procedures must be held responsible, according to the author of the article: a. The counting of time, starting from the birth of Christ b. The dispute of the ancient authorities, caused by the great geographical discoveries c. The evolution theory, and d. The dispute of the authority of the aged.  

Three Philisophical Views of Time Marcelo D. Boeri

In this paper the doctrines on time of Plato, Aristotle and the Stoics are briefly presented. After a succinct introduction tending to show the relevance time has both for the common human awareness and for philosophers, the author focuses on the connections the creation of universe has with time in Plato's definition of it as a "moving image of eternity" (such as it is presented in the Timaeus). The Aristotelian position of time is treated in the following part of the article. First, the author tries to show Aristotle's challenges to Plato's conception of time; second, he concentrates on Aristotle's characterization of time as "a number of change in respect of before and after", and the relation between movement and time. This section cocludes with a brief reference to Aristotle's thesis that both time and movement are everlasting. Finally, the paper deals with the Stoic view on time: i.e. "the dimension of motion according to which measure of speed and slowness is spoken of", pointing out that (i) time is an incorporeal -something which, albeit not existent, is subsistent; (ii) although the things truly existent (bodies) are the real causes, time -regarded as an incorporeal- plays a crucial role in the explanation of reality, because bodies and icorporeals, it is argued, are complementary terms. In addition to that, some connections with Aristotle are emphasized, too.

Geography and Time George-Stylianos Prevelakis

Geography is not only the science of Space, but also of Time, since these two concepts are inseparable. However, depending on the era and the geographical schools and doctrines, the Time of Geography appears, disappears and is metamorphosed. The Middle Ages show little interest in Geography and their approach is a scholastic one: Time is frozen in antiquity. The Renaissance revives the interest in the real Space-Time concept, as Geography becomes the instrument for the great explorations and the recipient of the information they produce. Modern Geography meets the great currents running across the history of Europe, such as centralization and absolutism, nationalism, industrial revolution, colonialism, etc. It reaches maturity in the early twentieth century, when, through geographical determinism, it establishes a clear hierarchy of the various time-entities, i.e. earth structure and form, biology world, economy, society, etc. Post-modernism and globalization questioned the harmony of the classical geographical model, but they did not propose reliable alternatives for the revival of the geographical view. Thus, the two main streams of the "new Geography", the quantitative and the Marxist, tried to renew the science by refuting either Time or Space. The article presents various phases of the relation between Geography and Time and underlines that Geography needs to be adjusted to the "new times" of our epoch: the time of the Internet, the time of Dissemination, etc. This adjustment has to rely upon the re-interpretation of the geographical tradition, both modern and pre-modern.  

«Reflections» of Time in the Texts and Pictures of the European Travelers in Greece Aphrodite Kouria

The European scholars and archaeqphiles who traveled from the seventeenth century on in Greece, in order to be initiated in situ into the vision of the ancient Greek world, which had nourished them, had as "baggage" their classical culture. As they came in direct contact with the Greek space and the tangible remains of the Antiquity, they experienced this vision, which was sealed thereafter with the dialectic relation between past and present, the interweaving of the physically experienced time with the time of history, myth, memory and imagination. The "reflections" of time in their texts and pictures, dating from the seventeenth to the nineteenth century, are sketched in this article, Their common point of reference is the ancient monument, which has a special significance as regards the perception of time in a realistic as well as in a symbolic-imaginary level. The travelers' purely subjective perception of time, notionally and sentimentally charged; their romantic, nostalgic contemplation of the glorious past, as opposed to the meagre present; and finally, their imaginary representations and "dominance" of recollections lucidly appear and are variously manifested in their verbal and visual testimonies.

Masks of Time: Myth, Science, Epistemology and Mythos Again Nikos Xenios

The embalmed Pharaohs would be very disappointed, if they were able to realize how perishable their embalmment was after all. Sciences have managed to make the notion of Time relevant, to banish it beyond the sphere of Myth and to deprive it of the mask of theatre. However, reality would prove soon that Time was resisting and was continuously masked, under¬taking the disguise of different persons. One can only follow the story of sciences to find it out. Humanity has all the time tried hard to suit itself to a comfortable perception of this notion.

Animal Timekeeping: HOW Animals Calculate Time and Space Penny S. Reynolds

Animals orient themselves in time and space by means of internal daly (circadian) and annual (circannual) clocks. Physiological rythms and the daily and seasonal activities of animals depend strongly on body size small animals live faster and de younger than large animals.However, these intrinsic rhythms need to be coupled to the daily and yearly rhythms of the external world. Thus, animals need a "clock" to regulate and coordinate these rythms. Circadian rythms correspond to the time taken for the earth to rotate about the sun (solar day); lunar rhythms correspond to the time for the rotation of the moon around the earth (lunar month) and circannual rythms correspond to the time taken for the earth to travel around the sun (solar year). Normal levels of many physiological traits, such as metabolism and body temperature, vary on a daily basis, whereas major activities such as migration are regulated on a circannual basis. Several genes controlling biological clocks will lead to new insights in such diverse time-dependet phenomena as aging, jet lag, and drug therapy, all of which have important implications for human health.

From the Archaeological Excavation to the Classroom Museum Kostas Kasvikis, Kostas Kounelakis

Archaeology and education or Archaeology in education: completely different scientific subjects compiled in the analytical curriculum of various educational systems can be connected and combined with Archaeology. The educators-authors of the article organized, through their own curriculum, a "museum" exhibition in their classroom, a most helpful procedure for the introduction and understanding of a large number of concepts and methods.

When the Ptolemys invaded Attica Panos Totsikas

Finds from the vicinity of Agios Nikolaos in Helioupolis, Attica, are described in this article and are identified as remnants of Patroklos’ camp, situated there during the Chremonides’ war.

A detail report on fourteen Paleolithic stone-tools around Kavala Surrendra Kumar Mishra, Kostas Ataktidis

A total of fourteen stone tools were recovered from the Lekani mountain range area, close to Kavala in 1982. They include two choppers, six scrapers, three points, two blades and a workable flake. Both cores and flakes of the tools are made of limestone, quarz and jasper. These tools, dating from the Lower, Middle and Upper Palaeolithic along with other finds of Post-Palaeolithic art and artefacts, open up a new chapter in the history of Kavala.

«Greco-Roman Civilization»: Is Such a Term Valid? Kostas Mantas

The topic of this article is the ideological use of the classical past during the post-classical period (3rd century B.C.-3rd century ad). The term "Greco-Roman civilization" is used widely in the terminology of Historiography, in order to signify the cultural amalgam that derived from the meeting of the Roman power with the Greek spirit. Regardless of how fluttered the modern Greeks may be by the saying that "Greece subordinated the brutal Latium by its spirit", reality, or at least its fragments, traceable in various sources of the Hellenistic and the Roman-occupied area, narrate a quite different story. It is really sad that only few Greek philologists and historians have dealt with the relation of Hellenism and Rome, the main reason for this attitude being, that the official ideological approach in all levels of Greek education has until recently idealized the fifth-century B.C. Athens. It is probable that Greece's accession into the European Union will emphasize the study of Roman Greece, as the new circumstances that Hellenism will face, will demand the creation of a new, ecumenically oriented ideology.  

Ancient Waterproof Coatings in the Mining Laboratories in Lavrio Stavros Protopapas, Aristeidis Kontogeorgis, Michele Edge

The ancient mines of Lavrio have a history of about five thousand years long. Wars have been won and major projects have been realized thanks to their silver production. The study of the technology applied in the mines of Lavrio shows a very advanced know-how that already existed long before the supposed Phoenician influence. The article deals with the perfectly waterproof coating of tanks, channels and other structures pertaining to water, a rare and valuable element in the region. The ultra-red photographs of the waterproof layers showed differences in composition, while the analysis of selected samples proved that the Greeks were using a specific formula for making the waterproof coating; its basic components were pyrolusite, lithargite and sand, which, if heated, were vitrified, and, after being appropriately processed, they were applied on the surfaces to be waterproofed with a brush.  

The Plateau of Lassithi: the First Aeolian Park in Greece Manos Mikelakis, Marina Karavasili

The introduction of the pumping windmill in the plateau of Lassithi, in the late nineteenth century, represents the interrelation between the local tradition in the exploitation of aeolian energy and the geomorphology of the area that has a rich water horizon. The inventive and restless mind of a carpenter, Emmanuil Papadakis or Spirtokoutis (=Matchbox) from Psychro, who combined the kinetic mechanism of a windmill with the normal suction pump, led to the gradual replacement of the traditional method of pumping water with a hoist pump. To the original first pumping windmills that were stone-built and of a single weather, Spirtokoutis added later the kouloures device, an auxiliary mechanism that could rotate the mill axis according to the direction of the wind. Its modernization and development is ascribed to Stephanos Markakis from Pharssaro village, also known as Marko-stephanis, a Spirtokoutis' apprentice. The technological magazines of the early twentieth century were emphatically referring to its superiority in purchasing cost, manufacturing and performance, in comparison with the relevant American device. The rapid spreading of this technology created the "miracle of the Lassithi windmills", as the newspapers of the time called it. Today, these first wind-driven pumps remain inoperative. Their significance for the promotion of the pre-industria! heritage dictates that necessary initiatives and actions must be taken for the reformation of this unique cultural landscape. Yet, any intervention must balance, on the one hand the conservation and protection of the natural and cultural heritage; and on the other, the suitable development of the district as to become ever-flourishing. The scattered archaeological sites (Diktaion Andron or Phychrou cave, Trapeza cave, Karphi site), the inactive mill sites at Zaroma and Asphedami and the aeolian park of the plateau could thus form a significant cultural asset.

Greco-Buddist Art: Excavations in the Gandhara Region, Nortwest Pakistan Zainub Wahab

Gandhara, a region in the Northwest Pakistan and South Afghanistan, where the famous Greco-Buddhist school of art was born, has still a lot to reveal and offer. The recent excavations, directed by the author of this article, in the Mardan district, centre of the Gandhara civilization, have yielded interesting finds of Greco-Buddhist and purely Greek art. The Gandhara art, that flourished from the first B.C. to the third ad centuries, and continued to be productive until the sixth century ad, draws its thematic repertoire from Buddhist art. It is a very intricate art, which combines successfully Persian, Greek, Roman and Indian elements with its local artistic idiom, and it is thus enriched with a great wealth of expression.

The Keftiu People, their Language and their Relation with Minoan Crete Pantelis Massouridis

The relation of Minoans with Egypt is an indisputable fact. The author of the article examines the Egyptian word Keftiu, which leads to its Greek origin, that is translated as "the nail of the earth", the nail meaning "the peak of a mountain". Thus, the name Kefti primarily means "at the nail", a term probably used by the sailors of the Bronze Age to indicate the dominant landmark of Crete, a point of departure or destination, well-known among seafarers: the sharp peak above the homonymous pre-Minoan village, the site of the highest open-air sanctuary of the island. Then two Egyptian papyri are examined, which have been catalogued as medical manuscripts. According to the author, the first (BM EA 10059) refers to the settlement of a misunderstanding (?), in which the Pharaoh was involved, while the second, a medical one indeed, refers to an illness, named "Sawatossis".

Archaeological Finds Vasiliki Panagou- Michalaki

Undoubtedly it is an original topic for an article, and at the same time an important issue for the broad public! It deals with the correct information, which should be provided to the visitors of archaeological sites and monuments through relevant signs/tablets, since the archaeological sites serve as outdoors museums. The vicinity of Larissa and a selection of monuments are used as an elucidating example.

New discoveries made about the Neolithic age in Turkey, a cradle of civilization Mehmet Ozdogan, Nezih Basgelen, Nikos Efstratiou

The article is a book review by Nikos Eustratiou of a publication about the Neolithic age in Turkey. This was edited by two Turkish archaeologists. In this article, Eustratiou, the Greek expert on prehistoric times, welcomes a publication which brings to us new insights into “the beginnings of the productive Neolithic age “in Anatolia. The rescue exacavations and on location investigations took place when the great dams were being built on the upper banks of the river Euphrates in southeastern Turkey and central Anatolia. In the 236 pages of the book, 17 writers refer to 20 such digs and investigations on the banks of the river. The descriptions are of general interest. All reference and descriptions and attempts of reconstruction of how the finds were used in antiquity, all such reference is written by specialists in the field which is a plus. Furthermore the book is illustrated with such things as complex architectural plans of buildings of the 9th millennium, technological achievements are illustrated, there are pictures of life-size statues, statuettes and miniatures, all these taking up 200 pages of the book. New data comes to the reader’s attention and changes the views held until now about the Neolithic era in the region.

Bronze Age Stone Covers from Malthi, Messenia Christos Matzanas

A number of hewn stone covers for pithoi and other vessels were found in the Late Mh settlement of Malthi in Messenia. The methods and techniques employed for making these objects are examined in this article.

Laconic Mani: An Islet of Special Culture and Aeshetic Lena Labrinou

Concentrated habitations, distinct in form and use, are observed in Mani, in mountainous and isolated regions, from the Late Byzantine period on. Their special character is obviously due to the use of specific building materials, the financial activities of their inhabitants and mainly the social scheme of these communities: these houses are fortified dwellings of a patriarchal, in its articulation, society. The primary concern of their builders was the fortified character of the edifice that secured an effective defense. This character was dictated and formed by the need for passive protection of the family in periods of political imbalance and lack of central power. Mani is such a typical example throughout its history and especially during the period of Turkish occupation. The alternation of conquerors in the broader area, the rise of theft and piracy, as well as the indisputable and extreme tendency of its people to autonomy, contributed to the formation of its idiomatic architecture and to the survival of an archaic structure in its society (e.g. factions and strong inbreeding), characterized by family vendettas. The sweeping social and economic changes of our time have led to new morphological needs of another way of life, therefore to the abandonment of non-adjustable forms. Thus, the fortified constructions of Kato Mani with their specific functionality, representatives of a peculiar society, today suffer greatly either from an almost absolute abandonment or by often distortive, modern interventions.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Μυθικά τέρατα των παραμυθιών Μαρίζα Ντεκάστρο

Ο Κέρβερος. Όλοι οι λαοί, οπουδήποτε κι αν κατοικούσαν, έπλαθαν τους δικούς τους μύθους που περικλείουν τις ιδέες τους για τη ζωή, για τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των θεών, για τα δέντρα και τα φυτά, τη θάλασσα και τους ανέμους, τον ήλιο και το σκοτάδι, για τα ηφαίστεια και τους σεισμούς, και ό,τι άλλο τους έκανε εντύπωση ή τους απασχολούσε. Ανάμεσα στα μυθικά πλάσματα της φαντασίας τους ανήκουν και όντα απειλητικά. Οι Κένταυροι, ο Κέρβερος, η Μέδουσα, η Άρπυια, η Λερναία Ύδρα ζωγραφίστηκαν πάνω σε αγγεία, από αυτά που ολόκληρα ή σε κομματάκια βρίσκουν οι αρχαιολόγοι σήμερα.

Τεύχος 78, Μάρτιος 2001 No. of pages: 122
Κύριο Θέμα: Το μέλλον των ονείρων: από τον Φρόυντ στον Αρτεμίδωρο S.R.F. Price

Αθηνά. Χάλκινο αγαλματίδιο Ρωμαϊκής εποχής, που ο Φρόυντ είχε στο γραφείο του. Είναι το μόνο αντικείμενο της συλλογής του που επέλεξε να διασώσει εγκαταλείποντας τη Βιέννη. «Η ερμηνεία των ονείρων είναι η βασιλική οδός προς τη γνώση των ασυνείδητων δραστηριοτήτων του νου» γράφει ο Φρόυντ το 1899 στο βιβλίο του Η ερμηνεία των ονείρων. Αντίθετα, στα Ονειροκριτικά του (2ος αι. μ.Χ.), ο Απολλόδωρος ενδιαφέρεται για τα όνειρα ως το κλειδί όχι για το ασυνείδητο αλλά για το μέλλον. Η αντίθεση ανάμεσα στην ενδοσκοπική θεωρία του Φρόυντ και την προγνωστική θεωρία του Απολλόδωρου είναι θεμελιώδης και πρέπει να μετριέται με το ιστορικό και πολιτισμικό περιβάλλον του καθενός. Οι σύγχρονοι ψυχολόγοι έχουν δείξει εύνοια προς τον Αρτεμίδωρο. Η ψυχοϊστορία συχνά επιδιώκει να εφαρμόσει την αναδρομική ψυχανάλυση σε άτομα και κοινωνίες (E.R. Dodds, G. Devereux). Και καθώς ψυχολογία και ψυχιατρική διεκδικούν την καθολική εγκυρότητα των θεωριών τους και την εφαρμογή τους σε άλλες κοινωνίες, πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος της λανθασμένης ανάγνωσης των αρχαίων μαρτυριών υπό το φως σύγχρονων προκαταλήψεων και ενός δυτικού εθνοκεντρισμού. Η ερμηνεία του Οιδίποδος τυράννου από τον Φρόυντ, ούτε λίγο ούτε πολύ, αγνοεί τις εντόπιες θεωρίες για τα όνειρα. Το άρθρο αυτό αποσκοπεί στο να βγάλει τον Αρτεμίδωρο από τη θέση του μέσα στο σύστημα του Φρόυντ όπου έχει τοποθετηθεί, και να ρίξει φως στις λειτουργίες του δικού του μη-φροϋδικού συστήματος ερμηνείας των ονείρων. Ο Αρτεμίδωρος ξεχωρίζει δύο τύπους ονείρων: μόνον οι όνειροι δείχνουν το μέλλον, ενώ τα ενύπνια, όνειρα επιθυμίας και φόβου, δημιουργήματα των παθών, του είναι αδιάφορα. Οι όνειροι είναι όνειρα προφητικά, στα οποία περιλαμβάνονται τα οράματα και τα μαντικά όνειρα, με αυτά όμως ο Αρτεμίδωρος δεν θα ασχοληθεί. Αντίθετα, εστιάζει στη διάκριση ανάμεσα σε δύο τύπους προφητικών ονείρων: όσα προλέγουν το μέλλον άμεσα (θεωρηματικοί όνειροι) και όσα το προλέγουν υπαινικτικά (αλληγορικοί). Ενώ οι θεωρηματικοί όνειροι επαληθεύονται αμέσως, οι αλληγορικοί, των οποίων η ανάλυση καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, επαληθεύονται μόνο μετά την παρέλευση μικρού ή μεγάλου χρονικού διαστήματος. Καθώς ο Αρτεμίδωρος διατείνεται ότι «η ερμηνεία των ονείρων δεν είναι τίποτε άλλο από την αντιπαράθεση ομοιοτήτων», ένας ιστός από μεταφορές συνδέει τις παραστάσεις των ονείρων με τον πραγματικό κόσμο. Και επειδή η ερμηνεία των ονείρων βασιζόταν σε κοινές, ευρέως διαδεδομένες πεποιθήσεις, τα όνειρα δεν ανήκαν σε ένα δυσνόητο ιδιωτικό σύμπαν, αλλά στη δημόσια σφαίρα. Ο ερμηνευτής του ονείρου, λέει ο Αρτεμίδωρος, πρέπει να ξέρει τα πάντα σχετικά με τον ονειρευόμενο: προσωπικά στοιχεία, ηλικία, καταγωγή, ασχολία, περιουσία, κατάσταση υγείας, συνήθειες, ψυχική διάθεση. Προσφέρει έτσι μια πλάγια οδό προς τις κοινές πεποιθήσεις των Ελλήνων για την προσωπικότητα. Σε αντίθεση με το φροϋδικό μοντέλο της προσωπικότητας που βασίζεται στο φύλο, ο Αρτεμίδωρος υποστηρίζει ότι βασική σημασία έχει ο κοινωνικός ρόλος του ονειρευομένου, η δημόσια θέση του. Σήμερα η προσωπικότητα προσδιορίζεται ανεξάρτητα από τους κοινωνικούς ρόλους, και τα όνειρα μας αφορούν ως άτομα. Ο Φρόυντ αναζήτησε το νόημα των ονείρων, το «κρυμμένο νόημα» που τόσο περιφρονούσε ο Αρτεμίδωρος.

Η μαρτυρία της Περπέτουας Πολύμνια Αθανασιάδη

Το Κολοσσαίο σε νόμισμα του 1ου αιώνα μ.Χ. Ο διωγμός στη Μικρά Αφρική, θύμα του οποίου πέφτει η Περπέτουα, προκλήθηκε από ένα έδικτο του 202 μ.Χ., με το οποίο ο Σεπτίμιος Σεβήρος τιμωρούσε τον προσηλυτισμό τόσο στον ιουδαϊσμό όσο και στο χριστιανισμό. Η Περπέτουα, που ανήκει στην άρχουσα τάξη της μικρής κοινότητας, προσχωρεί στο χριστιανισμό την ώρα του διωγμού. Στις 7 Μαρτίου του 203 μ.Χ., η νεαρή μητέρα θα θηριομαχήσει στο αμφιθέατρο της Καρχηδόνας. Τις μέρες πριν από τη δίκη και το μαρτύριο, η Περπέτουα είδε τέσσερα όνειρα, τρία από τα οποία ήρθαν σαν απόκριση στην προσευχή της για άμεση επικοινωνία με το θείο. Τα όνειρα αυτά η νεαρή έγκλειστη τα κατέγραψε στο ημερολόγιό της, το οποίο κρατούσε στα ελληνικά. Στην παράδοση που κληρονόμησε η Περπέτουα, το όνειρο είναι ένα κοινώς αποδεκτό μέσο επικοινωνίας με το υπερφυσικό, αλλά και ένα μέσο αποκάλυψης του μέλλοντος. Αυτό δεν ισχύει για τα ενύπνια αλλά μόνο για τους «ονείρους». Από τους «ονείρους» που προλέγουν το μέλλον, άλλοι κυριολεκτούν και άλλοι είναι αλληγορικοί, «οι δι’ άλλων άλλα σημαίνοντες». Σε αυτή τη δεύτερη υποκατηγορία των αλληγορικών ονείρων ανήκουν τα οράματα της Περπέτουας. Προϊόντα προφητικής ενόρασης, ένθερμης προσευχής και άσκησης, ζωντανεύουν με τις καθαρές εικόνες τους λεπτομέρειες της παιδείας και της πείρας της Περπέτουας. Σε πάθος και σε ένταση τα οράματα της Περπέτουας μπορούν να συγκριθούν με εκείνα του Απουλήιου. Ο Απουλήιος, παρ’ όλη τη λογιότητά του, χαράζει ένα δικό του μονοπάτι σε περιοχή έστω και μερικά εξερευνημένη. Η μαρτυρία της εικοσιδυάχρονης Περπέτουας όμως είναι απόλυτα πρωτότυπη: μια προφητική κραυγή στην καθομιλουμένη, χωρίς την παραμικρή εκζήτηση ή έστω συναίσθηση της αξίας της.

Διάγνωση και πρόγνωση: ο Aρτεμίδωρος και η αρχαία ερμηνευτική των ονείρων Βασίλης Κάλφας

Τοιχογραφία από την Πομπηία. Παριστάνεται ο αρτοποιός Πακούνιος Πρόκουλος. Για τον Εφέσιο Αρτεμίδωρο (μέσα 2ου αι. μ.Χ.), η ονειροκριτική είναι κλάδος της μαντικής και μαθαίνεται κυρίως από την εμπειρία. Ιδιαίτερα δημοφιλής στα λαϊκά κυρίως στρώματα, είναι μια τέχνη που ασκείται στην Αγορά των πόλεων και απαντά στην αγωνία των ανθρώπων για το μέλλον. Τα Ονειροκριτικά του αναλύουν μόνο μία κατηγορία ονείρων, τους αλληγορικούς ονείρους, τα όνειρα δηλαδή που προβλέπουν το μέλλον μέσω συμβόλων. Για να αποφανθεί ο ονειροκρίτης αν το όνειρο είναι καλό ή κακό, θα οδηγηθεί στην ερμηνεία του από την αρχή της ομοιότητας ή της αναλογίας. Στην ελληνική αρχαιότητα όμως, για την προσέγγιση των ονείρων υπάρχει και μια παράλληλη αλλά ανεξάρτητη παράδοση που καταγράφεται στο ιπποκρατικό Περί διαίτης (τέλη 5ου αι. π.Χ.), στην Πολιτεία και τον Τίμαιο του Πλάτωνα. Ωστόσο, την πληρέστερη ορθολογική ανάλυση των ονείρων δίνει ο Αριστοτέλης, ο οποίος θεωρεί το όνειρο προϊόν της ανθρώπινης φαντασίας και το αποδίδει στις μεταβολές της αίσθησης. Η φιλοσοφική ή επιστημονική πραγμάτευση των ονείρων εστιάζεται στο πρόβλημα του εντοπισμού των αιτίων τους και δίνει έμφαση στις ψυχοσωματικές διεργασίες. Ο Κικέρων στο De Divinatione περιγράφει αναλυτικά τα υπέρ της ονειρομαντείας επιχειρήματα του Ποσειδώνιου που, θίγοντας το πρόβλημα του αιτίου των ονείρων, συντάσσεται με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Αν ο αναγνώστης απογοητεύεται από την απουσία ερμηνευτικού συστήματος στο κείμενο του Απολλόδωρου, αποζημιώνεται ανακαλύπτοντας μια ανεκτίμητη πηγή για την πραγματική ζωή των ανθρώπων της εποχής του.

Τα θεραπευτικά όνειρα της Επιδαύρου Ελισάβετ Κούκη

Ανάγλυφο αφιέρωμα του Αρχίνου στον Αμφιάραο. Φίδι γλύφει τον άρρωστο ενώ αυτός κοιμάται. Στο πρώτο πλάνο ο Αμφιάραος του γιατρεύει τον ώμο (Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Παιδιά της Νύκτας ή της τρομερής Χθονός, τα όνειρα σηματοδοτούν ένα όριο πέραν του οποίου είναι η ανυπαρξία, το σκοτάδι. Η χθόνια προέλευση των ονείρων είναι το μυθικό αίτιο της εγκοίμησης, της τελετουργικής κατάκλισης κατά γης σε καθορισμένο ιερό χώρο, εν αναμονή ονειρικής συνάντησης που θα αποκαλύψει το μέλλον ή θα απαντήσει σε κάποιο ιατρομαντικό αίτημα. Κόρες και οι δυο του Απόλλωνα, ιατρική και μαντική συγγενεύουν. Γιος του Απόλλωνα, ο Ασκληπιός είναι ο υπέρτατος γιατρός. Από την κλασική έως τη μεταχριστιανική αρχαιότητα άνθησαν πάνω από τριακόσια θεραπευτικά ιερά, αφιερωμένα στον Ασκληπιό ή σε δευτερεύουσες χθόνιες θεότητες. Ανάμεσα στα ασκληπιεία, η Επίδαυρος έχαιρε ξεχωριστής και πανελλήνιας αίγλης. Λίθινες πλάκες, στις οποίες αναγράφονταν περιστατικά εγκοίμησης, δίνουν πάσης φύσεως πληροφορίες αλλά και λεπτομέρειες για το καθαυτό δρώμενο και τη λειτουργία των ονείρων κατά την εγκοίμηση. Πρόκειται για όνειρα επιθυμίας. Με την ψυχαναλυτική έννοια του όρου, είναι και όνειρα μεταβιβαστικά. Τα επιδαύρια όνειρα, όμως, είναι πρωτίστως σωματικά όνειρα. Σχηματίζονται από ένα άκρως συνειδητό ημερήσιο κατάλοιπο: την αισθητηριακή αντίληψη της πάθησης. Είναι και εναργή ενύπνια, καθαρά. Δεν χρήζουν ερμηνείας. Συχνά είναι βουβά όνειρα, όταν ο θεός εκτελεί χωρίς λόγια. Άλλοτε πάλι γίνεται απ’ ευθείας διάλογος με τον Ασκληπιό. Στο επιδαύριο ιερό η εγκοίμηση λειτουργεί στο μήκος της «καθαρτικής» ιατρικής. Το ίδιο το όνειρο γίνεται καθάρσιο. Στους Ιπποκρατικούς το όνειρο δεν θα είναι πια φορέας ίασης. Η ιπποκρατική συμβολική ακολουθεί την ονειροκριτική μέθοδο της αναλογίας, όπως αργότερα και ο Αρτεμίδωρος. Ωστόσο, τόσο τα επιδαύρια όσο και τα ιπποκράτεια όνειρα είναι μονοσήμαντα. Δεν έχουν την πολυσημία της αρτεμιδώρειας ερμηνείας, όπου το καθετί σημαίνει αναλόγως με την κοινωνική θέση ή άλλα προσωπικά δεδομένα του κάθε ονειρευόμενου. Τον 2ο αιώνα μ.Χ. ο Ασκληπιός δρα όπως οι κοσμικοί γιατροί. Δεν γιατρεύει αυτοστιγμεί. Συμβουλεύει, δίνει συνταγές, προτρέπει σε μια τέχνη του ζην. Ονειροκρίτες, ιερείς ή νεωκόροι βρίσκονται στη διάθεση των ασθενών. Στην Επίδαυρο το τυπικό της εγκοίμησης διατηρείται ανέπαφο. Ανέπαφος διατηρείται και ο δημόσιος χαρακτήρας των ονείρων.

Η αλήθεια των πλαστών ονείρων Δημήτρης Ι. Κυρτάτας

Η Ουρανόδρομος Κλίμαξ. Από κώδικα του 11ου αι. (Μονή του Σινά). Στο χριστιανικό απόκρυφο κείμενο, γνωστό ως Ομιλίες, οι περιπέτειες των ηρώων γεννιούνται από όνειρα. Η Ρωμαία αριστοκράτισσα Ματτιδία λέει στο σύζυγό της ότι ένα όνειρο την προειδοποίησε να φύγει από τη Ρώμη μαζί με τους δίδυμους γιους της. Ο τρίτος γιος, ο Κλήμης, θα έμενε με τον πατέρα του Φαύστο. Τα χρόνια περνάνε και ο Φαύστος, που δεν έχει νέα από τη γυναίκα και τους γιους του, φεύγει να τους αναζητήσει σε όλη τη Μεσόγειο. Χάνεται όμως και αυτός. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Κλήμης εγκαταλείπει τη Ρώμη παρακινημένος από φιλοσοφικές και θρησκευτικές ανησυχίες. Στην Αλεξάνδρεια και την Παλαιστίνη προσηλυτίζεται στο χριστιανισμό και γίνεται μαθητής του Αποστόλου Πέτρου. Χάρη στην ευεργετική παρέμβαση του Πέτρου, όλα τα μέλη της οικογένειας αναγνωρίζονται. Όταν η οικογένεια συγκεντρώνεται, το κάθε μέλος της διηγείται τη δική του ιστορία και η Ματτιδία εξομολογείται ότι το όνειρο το είχε επινοήσει η ίδια. Στην προσπάθειά της να αποφύγει τη μοιχεία στην οποία την έσπρωχνε ο αδελφός του συζύγου της, είχε βρει έναν τρόπο να εγκαταλείψει το σπίτι της διαφυλάσσοντας την τιμή της. Το όνειρο της Ματτιδίας, μολονότι πλαστό, λειτουργεί όπως όλα τα όνειρα στα ελληνικά μυθιστορήματα. Ωστόσο, ενώ στον κόσμο όπου ζούσε όλοι πίστευαν ότι τα όνειρα έρχονται από έξω, από τους θεούς ή τους δαίμονες, το επινοημένο όνειρο στις Ομιλίες εμφανίζεται ως προβολή των κρυφών επιθυμιών της Ματτιδίας. Έστω και ασυνείδητα, ο συγγραφέας ερμηνεύει το μηχανισμό των ονείρων με πολύ σύγχρονο τρόπο.

Η αριστοτελική διδασκαλία περί των ονείρων Ανδρέας Μάνος

Αριστοτέλης (Βιέννη, Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης). Στο πεδίο των ερευνών του βιολογικής και ψυχολογικής τάξεως, ο Αριστοτέλης αφιέρωσε στα όνειρα τρεις πραγματείες: «Περί ύπνου και εγρηγόρσεως», «Περί ενυπνίων» και «Περί της καθ’ ύπνον μαντικής». Εκείνο που βασικά τον ενδιέφερε ήταν το τι και το πώς: τι είναι το όνειρο και πώς συμβαίνει κατά τη διάρκεια του ύπνου. Αναλύοντας το θέμα της καθ’ ύπνον μαντικής, διατηρεί μια θαυμαστή ισορροπία μεταξύ ευπιστίας και σκεπτικισμού. Δεν απορρίπτει την αντίληψη ότι από τα όνειρα προκύπτουν μαντείες, δεν αποδέχεται όμως ότι είναι θεόπεμπτα. Ο Αριστοτέλης έδινε αρκετή έμφαση στο τυχαίο και το συμπτωματικό, κι έτσι υποστήριζε ότι πολλά όνειρα δεν πραγματοποιούνται. Τα όνειρα συνιστούν τόσο σημεία όσο και αίτια μελλοντικών γεγονότων, τα περισσότερα όμως μοιάζουν να είναι συμπτώσεις. Επομένως, ο Αριστοτέλης δεν θεωρεί ότι όλα τα όνειρα έχουν νόημα. Υποστηρίζει ότι τα όνειρα είναι έργο της φαντασίας και, επομένως, παραπροϊόν προηγούμενης αίσθησης. Στον ύπνο το όνειρο γίνεται αντιληπτό διά της ψυχής. Το πρώτο που εξετάζει είναι σε ποια δύναμη της ψυχής εμφανίζεται το όνειρο: στο νοητικό ή στο αισθητικό μέρος; Τόσο η αντίληψη των μορφών και των ειδώλων όσο και η δυνατότητα έκφρασης διανοημάτων στη διάρκεια του ύπνου οφείλονται στη φαντασία. Το όνειρο είναι μια μορφή νοητικής εικόνας στον ύπνο. Ο ικανότερος κριτής των ενυπνίων, κατά την αριστοτελική διδασκαλία, είναι εκείνος που μπορεί να παρατηρεί ομοιότητες.

Προαρχαϊκή Ελλάδα και όνειρα: Ονειρικός λήθαργος, ψυχική εγγρήγορση, πολιτική αφύπνιση Σταύρος Οικονομίδης

Antoine Watteau, «Ζευς και Αντιόπη», 1714-1719, Μουσείο Λούβρου. Ο συγγραφέας αντιτάσσει στον Ησίοδο, που εμφανίζει τα όνειρα παιδιά της Νύχτας, τον Ευριπίδη, σύμφωνα με τον οποίο τα μελανόφτερα όνειρα είναι παιδιά της Γης, της σεβάσμιας Χθονός (Εκάβη, 70-71). Χαράζει επίσης μια διάκριση, πολιτειακή και κοινωνική, ανάμεσα στην προαρχαϊκή και την αρχαϊκή και κλασική Ελλάδα. Με την άφιξή τους, οι Ολύμπιοι θεοί εκδιώκουν τη Γη τόσο από τη Δωδώνη όσο και από τους Δελφούς, όπου εφάρμοζαν τη χθόνια μαντεία με τη μέθοδο της εγκοίμησης και την ονειρική οδό για την αποκάλυψη των μυστηρίων και την επικοινωνία με τον κόσμο των νεκρών. Ο κόσμος της ονειρικής εμπειρίας σε συλλογικό επίπεδο θα αντικατασταθεί από έναν κόσμο προσωπικό και μοναχικό. Γνωρίζουμε ότι οι μοναρχίες των βασιλείων της Ανατολής, με την κοινωνική αρχαϊκότητα που τις χαρακτηρίζει, διατηρούν την ονειρική ως λειτούργημα που αφορά ολόκληρο το έθνος. Ο μονάρχης, θεόπνευστος και θεϊκό διάμεσο, δικαιούται να θεωρήσει την προσωπική του ονειρική εμπειρία ως τον μοναδικό σύνδεσμο του θείου με το έθνος του. Για την Ελλάδα δεν διαθέτουμε γραπτή μαρτυρία για κάτι ανάλογο, καθώς οι πολιτικές και πολιτειακές αρχές μετατοπίζονται από τα κράτη-βασίλεια στις πόλεις-κράτη.

Το όνειρο στην ελληνική αρχαιότητα Ιωάννης Πετρόπουλος

Nicolas Poussin, «Άρτεμις και Ενδυμίων», περ. 1630, The Detroit Institute of Arts. Με τα Ονειροκριτικά του Αρτεμίδωρου (2ος αι. μ.Χ.) να λειτουργούν ως αφετηρία για την επισκόπηση του ονείρου, τα άρθρα του αφιερώματος προσεγγίζουν το θέμα από διάφορες όψεις: Οι ερμηνείες του Απολλόδωρου συγκρίνονται με την ερμηνευτική του Φρόυντ. Επισημαίνονται οι αδυναμίες της ονειρομαντικής του αρχαίου ονειρολόγου αλλά και η ανθρωπολογική της αξία. Ανασυντίθεται μια ιδιάζουσα «πολιτειακή ονειρομαντεία» στον προαρχαϊκό ελλαδικό χώρο. Παρουσιάζεται η μηχανιστική εξήγηση του Αριστοτέλη για τα όνειρα. Εξετάζονται τα θεραπευτικά όνειρα των ικετών στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου. Τα θεόπνευστα όνειρα της φυλακισμένης Περπέτουας καθρεφτίζουν τον ανάμικτο πολιτισμό της ύστερης αρχαιότητας. Τέλος, οι Ομιλίες, χριστιανικό απόκρυφο κείμενο, ασκούν κριτική εναντίον μιας άκριτης προσφυγής σε όνειρα και οράματα.

Άλλα θέματα: Ο Κλασικισμός στον τόπο του Kλασικού Γεώργιος Π. Λάββας

Με αφορμή την έκθεση με τα σχέδια και τις φωτογραφίες κλασικιστικών κτηρίων του Παύλου Μυλωνά των ετών 1941-1955 (Μουσείο Μπενάκη, 30.5.-24.7.2000), ο Γ.Π. Λάββας σχολιάζει το κλασικιστικό αρχιτεκτονικό φαινόμενο στη διεθνή του διάσταση. Το θεωρεί συμφυές με τις αλλεπάλληλες επαναστάσεις (Αμερικανική, Γαλλική, Ελληνική, Σοβιετική) και τις συνακόλουθες πολιτικές και κοινωνικές ανατροπές. Το κίνητρο γι’ αυτή την επιλογή, γράφει, είναι κοσμοθεωρητικό – και όχι καλλιτεχνικό ή κατασκευαστικό. Οι ηγεσίες ασπάζονται τον Κλασικισμό ως ιδεολογικό ένδυμα μιας δημοκρατικής εποχής και οι εικαστικοί δημιουργοί τον πραγματώνουν ως πολιτική δημοκρατική μεταφορά. Στην Ελλάδα ο Κλασικισμός συνδέεται με την Επανάσταση του 1821 και κακώς αποδίδεται στην πολιτιστική επίδραση των Βαυαρών. Η ανθούσα προεπαναστατική μορφολογία δίνει τη θέση της σε μιαν άλλη, οραματική. Ωστόσο, αυτή η τεχνοτροπία αγκαλιάστηκε από τους Έλληνες. Το ελληνικό τοπίο και το ελληνικό φως επέδρασαν καταλυτικά ώστε οι όγκοι και οι κλίμακες της κλασικιστικής αρχιτεκτονικής να αποπνέουν το άρωμα μιας διαλεκτικής ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη φυσική κλίμακα. Όπως γνωρίζουμε, το κτήριο της Ακαδημίας Αθηνών είναι το «ωραιότερο νεοκλασικό κτήριο παγκοσμίως».

Η αμφιθυμική αντιμετώπιση της πολιτισμικής κληρονομιάς Αικατερίνη Βούζα

Η συγγραφέας προσεγγίζει το θέμα της με κύριο εργαλείο την ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόυντ χωρίς να αποκλείει άλλους θεωρητικούς στοχαστές (R. Barthes, G. Deleuze). Οι παρατηρήσεις της για την αντιφατική χρήση της πολιτισμικής κληρονομιάς από τους Νεοέλληνες αρχίζουν μ’ ένα σχόλιο για την πρακτική της «αναπαλαίωσης» η οποία, με την αποκλειστική της έμφαση στη στυλιστική δομή, δεν δημιουργεί παρά την αξία ενός σώματος ταριχευμένου. Επισημαίνει ότι για πρώτη φορά η καταστροφή της πολιτισμικής κληρονομιάς συμπλέει με την έντονη λατρεία των απεικονίσεών της, αντίφαση που, στην Ψυχανάλυση, ονομάζεται «αμφιθυμία». Επιπλέον, στην εποχή μας η τεχνολογία έχει δημιουργήσει στον άνθρωπο την εντύπωση ότι μπορεί να επιβιώσει χωρίς φυσικά, κοινωνικά και πολιτισμικά στηρίγματα, τα οποία μέχρι σήμερα λειτουργούσαν ως ερείσματα της ανθρώπινης ζωής. Απομένει ένα τρομερό παραλήρημα ναρκισσιστικής φύσης, που καθιστά φανερό τον εγκλωβισμό του ατόμου σε μια δική του εικόνα, όχι πραγματική αλλά όπως τη φαντάζεται ο ίδιος ότι είναι.

Το Kαθολικό της Mονής Ξηροποτάμου Μιλτιάδης Δ. Πολυβίου

Το πρόπλασμα του καθολικού της μονής Ξηροποτάμου (18ος αι.). Μια αναφορά του Ευδόκιμου Ξηροποταμηνού στο βιβλίο του Η ιερά μονή Ξηροποτάμου (1926), πυροδότησε το ενδιαφέρον του συγγραφέα για τα ανέκδοτα κατάστιχα του γνωστού λόγιου μοναχού του 18ου αιώνα Καισάριου Δαπόντε. Ο Ξηροποταμηνός αναφέρει ότι ο Καισάριος υπήρξε ο πρωτεργάτης της ζητείας για την ανοικοδόμηση του καθολικού της μονής Ξηροποτάμου, στην οποία είχε στείλει κάποιο «ξύλινον σχέδιον» του κτίσματος. Κατά τη ζητεία του, που κράτησε οκτώ χρόνια, ο Καισάριος περιδιάβηκε στις Ηγεμονίες, στην Κωνσταντινούπολη και στα νησιά του Αιγαίου. Απευθύνθηκε στον βασιλικό αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο, ο οποίος φτιάχνει ξύλινο πρόπλασμα του έργου χρησιμοποιώντας κλίμακα και κάνναβο. Για την αγιογράφηση του ναού επιστρατεύτηκε το συνεργείο των Βορειοηπειρωτών ζωγράφων Αθανασίου, Κωνσταντίνου και Ναούμ. Ειδικά επιλεγμένος ήταν και ο Κωνσταντινουπολίτης αρχιμάστορας που επέβλεπε τις εργασίες. Από την πρωτεύουσα είχαν έρθει επίσης τα μάρμαρα και τα άλλα ειδικά υλικά. Το πρόπλασμα, που είχε φυλαχθεί στη μονή, αποτελεί το μοναδικό σωζόμενο δείγμα του είδους στο χώρο της τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας. Επιπλέον, μας καλεί να προβληματιστούμε για το κατά πόσο ο χαρακτηρισμός «λαϊκή» αντιπροσωπεύει το σύνολο της αρχιτεκτονικής δημιουργίας της εποχής.

Εισαγωγή στην πειραματική λάξευση πυριτικών λίθων Χρήστος Ματζάνας

Διάτρηση της πέτρας με κοίλο τρύπανο. Καταγής διακρίνονται στειλεωμένα εργαλεία, μεγάλη λεπίδα και κρουστήρες. Η Πειραματική Αρχαιολογία, σημαντικό μέσο ελέγχου διαφόρων υποθέσεων και θεωριών, βρίσκει πρόσφορο έδαφος στους τομείς που σχετίζονται με την τεχνολογία. Ο πειραματισμός δεν είναι παρά αναλογικός τρόπος προσέγγισης της αρχαιολογικής πραγματικότητας και εργαστηριακή αναπαραγωγή των συνθηκών που ήταν υπεύθυνες για την παραγωγή συγκεκριμένων αρχαιολογικών δεδομένων. Ο πειραματισμός δεν αρκείται στην απλή κατασκευή εργαλείων. Γρήγορα στρέφεται στην έρευνα της στειλέωσης και της εξακρίβωσης της αποτελεσματικότητάς τους. Η κατασκευή λίθινων εργαλείων είναι διακριτικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου και προϋποθέτει σκέψη και αφαιρετική ικανότητα, η οποία είναι αποτέλεσμα ειδικών νευρικών διασυνδέσεων του εγκεφάλου. Από την άποψη της επιδεξιότητας, η παραγωγή λίθινων προϊστορικών τέχνεργων προϋποθέτει τη συμφωνία του χεριού, του ματιού και του νου. Η σύγχρονη αναπαραγωγή προϊστορικών εργαλείων γεννήθηκε με την επιστήμη της Προϊστορίας. Ο Sir John Evans είναι ο πρώτος που, γύρω στο 1860, έκανε δημόσια επίδειξη λάξευσης του πυριτόλιθου με πετρόσφυρα.

Ο θώρακας και το ξίφος της Βεργίνας Τριαντάφυλλος Παπαζώης

Ένα από τα δύο γοργόνεια που βρέθηκαν στον τάφο ΙΙ. Ήταν προσαρμοσμένο στο θώρακα της Βεργίνας. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι τόσο ο θώρακας όσο και το ξίφος, για το οποίο θα επανέλθει σε επόμενο τεύχος, βρέθηκαν στον τάφο ΙΙ της Βεργίνας τον οποίο ο Μανόλης Ανδρόνικος απέδωσε στον Φίλιππο Β'. Ωστόσο, από μια προσεκτική εξέταση του θώρακα της Βεργίνας και εκείνου που φοράει ο Αλέξανδρος στη μάχη της Ισσού, προκύπτει ότι πρόκειται για τον ίδιο θώρακα, τον οποίο μάλιστα ο Αλέξανδρος φόρεσε για πρώτη φορά στην Ισσό. Σε αντίθεση με τον Ανδρόνικο, που θεωρεί ότι ο θώρακας «είναι παλαιότερος από τα ελληνιστικά χρόνια», ο Τ.Δ. Παπαζώης πιστεύει ότι ο θώρακας αποκτήθηκε από τον Αλέξανδρο 1-2 μήνες πριν από τη μάχη της Ισσού. Ήταν δώρο των Ροδίων με τη μακρά καλλιτεχνική παράδοση, και είχε ως πρότυπο το θώρακα του Αχιλλέα, που όμοιό του φορούν ο Αγαμέμνων, ο Πάτροκλος και ο Αίας. Ανιχνεύονται οι σχέσεις χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του θώρακα με ροδιακά εικονιστικά θέματα. Όσο για τις μικρές διαστάσεις του θώρακα, αυτές ταιριάζουν με τη σωματική διάπλαση του Αλέξανδρου που ήταν κοντός, λεπτός και μυώδης.

Bank: ελληνικότατη λέξη… Σταύρος Θεοφανίδης

Η είσπραξη των φόρων στο Βυζάντιο. Μικρογραφία χειρογράφου κώδικα των Ομιλιών του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, Μονή Σινά. Στους Πελασγούς ή Πρωτο-Έλληνες, οι οποίοι κακώς εντάσσονται στους ανύπαρκτους «Ινδο-Ευρωπαίους», οφείλεται η λέξη «πήγμα» (από το ρήμα «πήγνυμι») που σημαίνει πάγκος. Ετρούσκοι και Ρωμαίοι έκαναν το πήγμα pango/ banco, δηλαδή ξύλινο πάγκο ή τράπεζα που πάνω τους κάνουμε και τις χρηματικές συναλλαγές. Επομένως, η παγκόσμια λέξη «bank» είναι αυταπόδεικτα ελληνικότατη με πελασγική ρίζα. Τα ελληνικά είναι η γλώσσα της σημερινής παγκοσμιοποίησης με βάση το ελληνικότατο χαλκιδικό αλφάβητο.

Η μυστική γλώσσα των αναγραμματισμών στο πεπτικό σύστημα Αλτάνη

Η συγγραφέας συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων υγείας με έναν νέο τρόπο αποκωδικοποίησης των λέξεων της ελληνικής γλώσσας. Θέμα της εδώ είναι η καλή λειτουργία του πεπτικού συστήματος. Επικαλούμενη και τον πλατωνικό Κρατύλο, δημιουργεί αναγραμματισμούς με την αλληλουχία των εξής λέξεων που αφορούν στο πεπτικό σύστημα: στόμα – μαστός – σίελος – ειλεός – φάρυγξ – οισοφάγος – στόμαχος – στόμα. Το συμπέρασμά της: στο στόμα βρίσκεται η αρχή της καλής λειτουργίας της πέψεως.

Μουσείο: Εκκλησιαστικό Μουσείο: Ιερά Μητρόπολις Αλεξανδρουπόλεως Ματούλα Σκαλτσά, Πάνος Τζώνος

Κάθε αίθουσα αποτελεί μια ενότητα και διηγείται μια ιστορία. Αίθουσα 8: Ο ναός. Με αδιαπραγμάτευτη την αισθητική ποιότητα της παρουσίασης και την παιδευτική της διάσταση, το Εκκλησιαστικό Μουσείο στόχευε εξαρχής να απευθυνθεί σε ειδικούς και μη, σε νεαρές ηλικίες αλλά και σε μη ορθόδοξους αλλοδαπούς. Το υλικό της συλλογής παρουσιάζεται σε οκτώ αίθουσες με ισάριθμες θεματικές ενότητες που καθεμιά τους διηγείται μια ιστορία. Κάθε αίθουσα έχει το δικό της χρώμα, που προέρχεται από τις τοιχογραφίες των εκκλησιών, φωτισμό υποβλητικό, «δραματικό» και θερμό, μακρινές αναφορές σε παραστάσεις γνωστές από την εκκλησία, ενώ αποφεύγεται κάθε είδους μίμηση μορφών και στερεοτυπικών διακοσμητικών μοτίβων. Το άρθρο περιλαμβάνει τις κατόψεις ισογείου και ορόφου και εικόνες των αιθουσών.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα: ειδήσεις, εκθέσεις, συνέδρια, διαλέξεις, επιστολές αναγνωστών, βιβλία Κατερίνα Τσεκούρα (επιμ.)

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

«Ευβοϊκά» και Iουλία Bοκοτοπούλου Κώστας Σουέρεφ

Η οικοδόμηση της αρχαιολογικής γνώσης. Για το βιβλίο της Κ. Παλυβού, «Ακρωτήρι Θήρας. Η Οικοδομική Τέχνη» Ίρις Τζαχίλη

Ελληνικός και ρωμαϊκός πολιτισμός Περικλής Παντελεάκης

Απάντηση στο άρθρο του Κώστα Μαντά «Ελληνορωμαϊκός Πολιτισμός» (Αρχαιολογία και Τέχνες, τχ. 77, σ. 66-70). Η προτροπή του Κ. Μαντά να ασχοληθούμε με τη «μελέτη της ρωμαϊκής Ελλάδας και τη σχέση της με τη Ρώμη», η θέση του ότι «από τον 3ο αιώνα π.Χ. η σχέση Ρώμης και Ελλάδας εξελίχθηκε σε ένα πολυσύνθετο πολιτιστικό αμάλγαμα», η χρήση των όρων «οικουμενικότητα» και «ιδεολόγημα», βρίσκουν το συγγραφέα τελείως αντίθετο. Συντασσόμενος ο ίδιος με «σπουδαίους μελετητές (J. de Romilly, J. Lacarrière)», τους αντιπαραθέτει «στους οπαδούς της “οικουμενικότητας” (Φραγκουδάκη, Τσουκαλάς)», οι οποίοι συστηματικά κατηγορούν για επαρχιωτισμό «όσους τόλμησαν να χρησιμοποιήσουν τους όρους “ελληνικότητα” ή “παράδοση”».

Πληροφορική: Οι εφαρμογές πληροφορικής στην ανασκαφή του Ακρωτηρίου της Θήρας Κατερίνα Χαρατζοπούλου (επιμ.)

English summaries: Dreams in Greek antiquity Ioannis Petropoulos

The concerns of the local society of his province come down to us in Artemidoros’s writings (dreambook), although he is not versed in theory, has no method and is naïve. Was there a political side to the interpretation of dreams in pre-homeric years? Aristotle would be dismissive of the prophetic, godsent , inspired character attributed to dreams , while at the Inviolate Gallery (the Avaton) of Asklepius at Epidaurus, the supplicants dreamt incubational dreams that were expected to cure them of whatever "trauma" they suffered from. The author of the oldest Christian novel thought up a dream as the prologue to his narrative, a dream that is invented by the novel’s heroine. In a prison in late antiquity, Perpetua keeps a diary of her god-inspired dreams.

The Future of Dreams: From Freud to Artemidorus S.R.F. Price

The fundamental conflict between the introspective theory of Freud and the predictive theory of Artemidorus has broad and significant implications for historians and psychohistorians. The universal claims of psychology have often led scholars to apply the findings of Freudian or other modern psychological theory to other societies, including the ancient world and Artemidorus, or to evaluate them ideologically as anticipations of Freud. In the first section these ethnocentric tendencies are briefly discussed and it is explained, why they are deeply unhelpful. Freud has been widely influential, but the actual scientific standing of his dream theory is weak and much of it is best treated as culturally relative. Then Artemidorus, like Freud himself, can be understood in his own cultural context. Artemidorus' system of dream interpretation, which occupies the second section of this article, employs a quite unFreudian psychological model. In the final section the later importance of Artemidorus as an authority on predictive dreams and the complex transformations effected by Freud is sketched. Freud himself treated Artemidorus as a great predecessor, through his own system was profoundly different.

Diagnosis and Forecast: Artemidoros and the Ancient Oneirocritic Method Vasilis Kalfas

The world of the prearchaic communities is a typical world of symbols and images, characterized by cults directly connected with the Earth. The prearchaic man doesnot distinguish the daily life from his nocturne oneiric experiences, which belong to his capacity of seeing the hyperbatic and the holy. Dreams offer to him an alternating status of being through a personal transformation into realities belonging to the kingdom of the suB.C.onscious. In Greece, before the arrival of the Olympian deities, big cult centers as those of Dodona and Delphi are connected with the adoration of the Earth, and dreams play a central role in the fuctioning of religious proceedings. Due to various social changes, cults and religiosity loose their prearchaic character, and dreams become more a personal way of communication between the day life and political progress, that crystalizes into a different way oi divination, regarding the whole society and not just the individual. Political way of life and new types of government that preannounce the democratic city-state determine the differentiation of the religious thought, while in kingdoms of the Middle and Near East, where primitive royal-based societies prevail, the personal oneiric experiences of the monarchs influence the whole society. Dreams and their religious public use involve old patterns of human acceptance of the hyperbatic, as opposed to Greek states, where dream experience soon becomes an isolate and personal phenomenon.

Prearchaic Greece and Dreams, Oneiric Lethargy, Psychic Waking, Political Wakefulness Stavros Oikonomidis

The world of the prearchaic communities is a typical world of symbols and images, characterized by cults directly connected with the Earth. The prearchaic man doesnot distinguish the daily life from his nocturne oneiric experiences, which belong to his capacity of seeing the hyperbatic and the holy. Dreams offer to him an alternating status of being through a personal transformation into realities belonging to the kingdom of the suB.C.onscious. In Greece, before the arrival of the Olympian deities, big cult centers as those of Dodona and Delphi are connected with the adoration of the Earth, and dreams play a central role in the fuctioning of religious proceedings. Due to various social changes, cults and religiosity loose their prearchaic character, and dreams become more a personal way of communication between the day life and political progress, that crystalizes into a different way oi divination, regarding the whole society and not just the individual. Political way of life and new types of government that preannounce the democratic city-state determine the differentiation of the religious thought, while in kingdoms of the Middle and Near East, where primitive royal-based societies prevail, the personal oneiric experiences of the monarchs influence the whole society. Dreams and their religious public use involve old patterns of human acceptance of the hyperbatic, as opposed to Greek states, where dream experience soon becomes an isolate and personal phenomenon.

The Healing Dreams of Epidaurus Elissavet Kouki

The healing oracles were based on the chthonic provenance of dreams. This article refers to the Asdepeiqn at Epidaurus, and describes the ritual of sleeping in this sanctuary. Furthermore, it presents the two stone slabs, which, under the general title "Healings performed by Apollo and Asclepius", record forty-three incidents of healing through dreams, that can be assigned to the second half of the fourth century B.C. Finally, an attempt is made to analyse the Epidaurian healing dreams, which are compared to the dreams of the Hippocratic School and to those of the Artemidoros' oneirocritic manual.

The Aristotelian Doctrine on Dreams Andreas Manos

Regarding the divinations which are closely related to dreams, Aristotle suggests that neither the belief in these nor their rejection is an easy task, for substantial and positive reasons. The doctrine that dreams are God's mandates is overruled, because these are not only forseen by wise men, but also by the simple and the uneducated. The fact that some dreams come true is a matter of coincidence, although certain movements during the sleep result in certain options of awareness. It has been observed that some acts during the day are repeated in the dreams during the night. About the nature of chance, Aristotle believes that actions due to be performed cannot be realized as expected, because of the interference of various reasons. In fact, dreams are not conceivable by the senses, the opinions or discursive reason, but only by the imaginative power. For imagination, as an exclusively performative power, deserves in itself images and forms of daily life, which it continues to keep, in order to contribute to their recognition during sleep and also to their expression through mental actions. The sense-datum is recorded in perception, even when the object which has been grasped by the senses cannot be observed. Thus, the senses are easily deceived, if the object is conceived through a strong feeling. For this reason he who is fearful believes that his enemies are ante portas. Water and dreams reflect reality alike: if the water is moved suddenly, the image of the object is broken to pieces and cannot be distinguished. Also in dreams, if the internal feeling is too strong, the vision is shattered and takes an unnatural form. Aristotle and Hippocrates consider the subjective mood and inner life of the dreaming person as extremely important, rejecting the view of the objectivity of dreams as fallacious.

Perpetuci’s Testimony Polymnia Athanassiadi

On 7 March 203 ad, the 22- year old Vibia Perpetua died facing the wild beasts in the arena at Carthage. What sets this young woman apart from other martyrs of the Christian faith is the testimony she has left of the visions, which led her to seek martyrdom. In prison, and while awaiting trial, Perpetua had a series of dreams which, revealed the future to her step by step, and trace for us the psychological stages of a journey from the human to the divine world. At the same time, through their intimate or mundane details, the dreams evoke the worldly condition renounced by Perpetua - the education, experiences, habits and emotional attachments of an upper-class provincial in Roman Africa. Written in Greek of asuperb simplicity, the prison diary is a precious document for the intellectual history of late antiquity. Analysed against the canon of Artemidoros' oneirocritic handbook, and compared with the writings of another North African visionary, Apuleius, Perpetua's dreams yield evidence on the common late-antique experience of religious conversion.

The Truth of Invented Dreams Dimitris Kyrtatas

In the Christian apocryphal text known as Homilies, the adventures of the heroes are caused by dreams. The Roman aristocratic lady Mattidia informs her husband that she has been warned in her sleep to leave Rome along with her twin sons. The third son, Clement, was allowed to stay with his father Faustus. Having lost his wife and elder sons for many years, Faustus sets out to find them all over the Mediterranean Sea, but he is lost too. Twenty years later, Clement leaves Rome seeking answers to his religious and metaphysical anxieties. In Alexandria and Palestine he is converted to Christianity and becomes a disciple of the Apostle Peter. Through Peter's good services, the whole family is reunited. At the reunion each member of the family tells his/her own story, and Mattidia confesses that the dream was her own invention. In her effort to avoid the adulterous proposi¬tions made by her brother-in-law, she had found a way to abandon her home without compromising her reputation. Effectively, the false dream in the novel functions in more or less the same way as the supposedly true dreams of other novels. Nevertheless, whereas real dreams are considered in the ancient world as caused by external factors, i.e. gods or demons, the invented dream in the Homilies is presented as a wish fulfillment. In an unconscious way, the novel's author interprets the mechanism of dreams in a very modern way.

Introduction to the Experimental Flint-Knapping Christos Matzanas

A necessary prerequisite for approaching the socio-economic organization of human groups is the technological study of the archaeological reality. The manufacturing of stone implements is a distinctive characteristic of man and it presupposes thought and abstractive ability, resulting from special nervous interconnections of the brain. The Experimental Archaeology supports the research of Technology, Ethnography of Prehistory, as well as of Typology, and assists in the correct "reading" of the technical interventions that have been imprinted on chipped-stone artifacts, according to their succession. However, the experimental working of the hard in substance, but easy-to-sculpt, flint stones, through a conchoidal knapping, a. Contributes to the distinction between the intentional and the accidental, the easy and the difficult, the essential and the secondary, the natural, automatic product and the result of a conscious manufacturing. b. Represents, a probably unique medium for the evaluation of the extend of influence that non-cultural parameters exercise on the formation of the "physiognomy" of certain stone artifacts. c. Helps us to understand and interpret the behaviour, metal abilities, knowledge, cultural and social status and the economic spirit of the Prehistoric man. d. Contributes to the discovery of various techniques that have been used for the reproduction of a certain method. e. Contributes to the demystifying of the objects of a relevant exhibition, through the refutation of certain myths. f. Helps us to better appreciate the circumstances under which certain artifacts nave been made. Finally, g. Becomes an especially effective method, when it is demostrated in the framework of modern educational programs. However, although the Greek archaeological data are most suitable for a relevant research, many stone-knapping techniques remain unknown as yet.  

Classicism in the place of the Classical George Lavvas

The exhibition with the title “ The Neoclassical Athens of Pavlos Mylonas. Drawings and surveys of the years 1941-1955” was the reason that this article was written. The exhibition took place at the Benaki museum in the spring and summer of the year 2000. Mylonas notes the buildings that follow ancient Greek principles in the place of classical buildings. The author of this article argues that ancient, classical prototypes acted as an inspiration to the industrial society in general from 1750 to our day. Classicism was promoted by men of letters and archaeologists as an attitude and theoretical approach to the world of their time and not simply as an excuse for the creation of works of art or of buildings. Painters promoted and applied the rules of antiquity to their work both as a political metaphor and as a choice. Classicism was one of the causes that lay behind the ideology of the social and political revolutions in America (1774), France (1789), Greece (1821) and in the Soviet Union (1917). This is particularly interesting in the case of the Soviet Union. At a time where Classicism in Europe had fallen into a decline and Modernism had emerged as a new, revolutionary movement which the Russian Constructivists theoretically belong to, the communist authorities filled the towns of the Soviet Union with public buildings in the classical style and with “palaces” belonging to the people. In Greece, classicism is connected with the uprising of 1821. With this revolt against the Turks, modern Greek architecture moves away from the post-Byzantine style and takes on a visionary architectural style. The fact that a Bavarian king ruled was of lesser importance. The Academy of Athens is an important example of the Neoclassical style in Greece which, it must be added, was accepted very well by Greek society as a whole.

The Katholikon of the Xeropotamou Monastery Miltiadis D. Polyviou

The creation of the katholikon of the Xeropotamou monastery (1764), from the original planning of the project and the raising of the necessary funds to the completion of its erection, is examined in this article. Source of the relevant research, besides the building itself, was the model of the original architectural scheme, which was found in the monastery, and also a host of information, located in the various texts of Kairsarios Daponte (1713-1781), especially in his unpublished accounts concerning the building. He was not only a monk, but also a well-known scholar and the pioneer of the entire reconstruction project. Kaisarios undertook an eight-year tour in the bordering the Danube principalities, Constantinople and the Aegean islands in order to raise funds for the aforementioned project. During his sojourn in Constantinople, he commissioned the royal architect Constantine to form an architectural proposal, which was expressed in the wooden model on scale, while at the same time he obtained all the necessary building material that he forwarded to the worksite. The iconographic program of the katholikon, which was executed by the well-known-group of the Epirotan painters Athanasios, Konstantinos and Naum, was also created by Kaisarios. The katholikon of the Xeropotamou monastery is significant for the study of the Post-Byzantine architecture, because it offers us the opportunity to trace many, unknown until now, aspects of the procedure of realizing an architectural project in Greece during the years of the Ottoman rule. It is thus possible to investigate the chapter of the architectural design and to identify eponymous creators; to scrutinize the interrelations between Moslem and Greek Orthodox church-building and to clarify many data regarding construction, materials and architectural members; and finally, to collect important information on the cost of materials and services and to reveal interesting details about the assignment of wall-painting entities to groups of religious painters.

The Ambivalent Approach of Cultural Heritage Katerina Vouza

Modern society approaches cultural heritage in an extremely peculiar and ambivalent way: on the one hand it destroys the very substance of this heritage, and on the other it pays homage to its symbols -reproducing its typical forms or elevating the antiquity of its various components (antiques, preservable monuments, regional rehabilitation)-, which are used in decorative patterns. This social phenomenon can be explained through psychology, since it can be compared to the story of the sons of the primitive hoard -as it appears in Freud's Totem and Taboo-, who killed and mangled the Father and soon after they worshipped his symbol (totem) and established the first institutions and customs, refe¬rences to their criminal act (totemic meal).  

The Breastplate and the Sword of Vergina and their Relation with the Identity of the Dead King in the Tomb II Triantafyllos Papazois

Both the breastplate and the sword, the latter will be discussed in the next issue of this magazine, along with the other offerings and the bones found in the graves II and III of Vergina by the late Professor Manolis Andronikos are directly related to Alexander the Great and his family, who were reburied in the royal tombs of Vergina after the expulsion of Pyrros in 274/273 B.C. According to ancient historians, Pyrros had pillaged all the royal tombs of Vergina, among which those of King Philip II and Arrhidaeus. These two gold-embellished ancient armors are identical to those worn by Alexander in the great victorious battle of Issos, in 333 B.C., as it is represented in the relevant mosaic in Pompeii. The dimensions of the breastplate are relatively small, corresponding to the physique of Alexander, who was rather short, slim, brawny, with an ephebic countenance, according to the ancient and modern historiographers. The prevailing opinion is that the work was made in the island of Rhodes between 334 and 333 B.C. It is commonly accepted that the model of this work was the breastplate worn during the Trojan War by Achilles, whom Alexander admired and worshipped. An identical breastplate, as Homer refers, was also worn by Agamemnon, the leader of the Achaeans in the Trojan War, which was made in Cyprus and was donated to him by the king of Kinyra.

The secret anagrams in language referring to the digestive system Altani

The writer has already published a book with the title Unuttered Words (2000) where her arguments are drawn from Plato’s dialogue Kratylos. In her book she explains how anagrams are used in the Greek language. Here, in this article, she concentrates on the process of eating and of digestion. Words are formed by rearranging letters such as in ma-stos (breast) which becomes sto-ma (mouth). The mouth (sto-ma) thus is designated as the beginning of the stomach (sto-ma-hi). The words which form a sequence describing the peptic system are sto-ma that becomes mastos, sielos (saliva) that forms the word eileos(ileum), pharynx-oesophagos, and stomachos-stoma.

BANK: A Greek Word, Afterall! Stavros Theophanidis

The proto-Hellene seems to appear in the Palaeolithic, around 750,000 B.C. (Petralona, Chalkidiki Peninsula). He obtains its original name Pelasgos and later produces and offers to our planet perhaps its most creative human race, the Hellenes; since they have such a primeval provenance, the technical, conventional term "Indo-European" (6,000 B.C.) does not concern them, besides that it is equally oxymoron as the "bull-cow" adjective. The Greek primeval man also contributed the first PC, that is his ten figures, therefore, the word "digit" originates from the Greek word δείκτης (deiktis-index finger), "data" from δοτά (dota-given) and the computer "memory" from μνημονικός (mnemonikos= mnemonic). The Greeks are the inventors and founders of globalization, which was achieved in their time through the Greek language, the first international language, the drachma, the first global coin, the Philosophy, the first international culture. The globalized word "bank" originates from the wooden, solid and stable, embedded in the ground, structure (πήγμα>πάγμα> πάγκος;>pang>bank) or bank of the ancient Greeks on which money transactions were made. The Pelasgian or Greek πήγμα or πάγμα, that originates from the Greek word πήγνυμι (=to fasten by thrusting in, to build, to mount or make a table or bank), was originally borrowed by the Etruscans and Romans ("pango"), then by the English, and was later adopted by the entire world ("bank"). The Greek language has been and still is an "in" (from the Greek word εν) language.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Μυθικά τέρατα των παραμυθιών: Τα τερατώδη παιδιά της θεάς Γης Μαρίζα Ντεκάστρο

Τεύχος 79, Ιούνιος 2001 No. of pages: 130
Κύριο Θέμα: Από το θείον στο προσωπικό: Το όνειρο και η ερμηνεία του σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές Gilbert Dagron

Δαίμονας προκαλεί στον μοναχό ύπνο που φέρνει απατηλά και επικίνδυνα όνειρα (12ος αι.). Τα ιστορικά τεκμήρια προσφέρουν ελάχιστα αυθεντικά όνειρα, ενώ, αντιθέτως, περιλαμβάνουν ονειροφαντασίες σκηνοθετημένες λογοτεχνικά, όνειρα βασιλέων ή όνειρα αγίων. Επομένως, ένας πολιτισμός δεν νοηματοδοτείται από τα όνειρα, αλλά από το λόγο γύρω από αυτά και τη χρήση τους. Στο Βυζάντιο, λίγο πριν από την Εικονομαχία, η εικόνα του ονείρου, όπως και η λατρευτική εικόνα, αναζητά το κύρος που θα την διαφοροποιήσει από το όραμα. Ως προς το σημαντικό αυτό σημείο, η αγιολογία (Βίοι Αγίων) βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την ασκητική ή τη διδακτική φιλολογία (Αποφθέγματα, πατερικές Διηγήσεις, Ερωταποκρίσεις). Λίγο αργότερα, με το νέο άνοιγμα προς το Ισλάμ, επανεμφανίζεται ο ονειροκρίτης, με πρόσωπο χριστιανού αλλά ένδυμα ανατολίτη. Το γεγονός της επανεμφάνισής του στο προσκήνιο, καθώς και οι μαρτυρίες ορισμένων κειμένων, μας επιτρέπουν να αναπαραστήσουμε με σχετική ενάργεια τη σχέση ανάμεσα στον σύμβουλο-ονειροκρίτη και τον συμβουλευόμενο-ονειρευόμενο. Στη χριστιανική Ανατολή η επίδραση του Αρτεμίδωρου ήταν μικρότερη από εκείνη που άσκησε ο Πτολεμαίος στο ευρύτατο πεδίο της αστρολογίας. Ο Ιπποκράτης, ο Γαληνός και οι μεταγενέστεροί τους γιατροί πολλαπλασίασαν τις επιφυλάξεις απέναντι στο όνειρο. Η ονειρομαντεία ασκείται ασφαλώς ευρύτατα, κυρίως κατά την όψιμη περίοδο, όμως στον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο δεν απέκτησε ποτέ το κύρος που είχε στη Μεσοποταμία, την Αίγυπτο ή την Ινδία, πολιτισμούς στους οποίους θα αναφερθεί κατά τον 10ο αιώνα το Ονειροκριτικόν του Αχμέτ. Ο χριστιανισμός αίρει εν μέρει αυτούς τους περιορισμούς, ίσως και επειδή διασπά τον παλαιό ανθρωπολογικό δυϊσμό και εξερευνά έναν κόσμο ανάμεσα στο σώμα και στην ψυχή, εκεί όπου το όνειρο αναλαμβάνει αναντικατάστατο ρόλο.

Τα όνειρα στα μυθιστορήματα του δωδέκατου αιώνα Suzanne MacAlister

Ειδυλλιακή βουκολική σκηνή (τέλη 11ου αι.), που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί σκηνικό μυθιστορήματος του 12ου αι. Από τη βυζαντινή αναβίωση του μυθιστορήματος, τρία δείγματα σώζονται ακέραια, όλα γραμμένα στην Κωνσταντινούπολη ανάμεσα στο 1130 και το 1150: το δράμα του Ευστάθιου Μακρεμβολίτη Καθ’ Υσμίνην και Υσμηνία, Τα κατά Ροδάνθην και Δοσικλέα του Θεόδωρου Προδρόμου και Τα κατά Δροσίλλαν και Χαρικλέα του Νικήτα Ευγενιανού. Η γλώσσα και το ύφος τους είναι λόγιο και ρητορικό και, εκτός από το Ισμήνη και Υσμηνίας, είναι γραμμένα σε στίχους. Από την ανάλυση των ονείρων στα τρία αυτά έργα προκύπτει ότι οι Βυζαντινοί μυθιστοριογράφοι υιοθετούν τις συμβάσεις του αρχαίου μυθιστορήματος σχετικά με τα όνειρα αλλά την ίδια στιγμή τις υποβάλλουν σε έμμεση υπονόμευση ή και σε ανοιχτή απόρριψη. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι σχετικές με τα όνειρα ιδέες, όπως αυτές συναντώνται στα αρχαία μυθιστορήματα, υποτάσσονται στις πράξεις και τα κίνητρα του ανθρώπινου παράγοντα ή στην επιστημονική (αριστοτελική) εξήγηση, σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις και στα δύο. Η έκδηλη πολεμική στην πραγμάτευση του ονείρου ασφαλώς αντικατοπτρίζει τις κοινωνικές συνθήκες, την αντίδραση στην επικρατούσα πολιτική κατάσταση ενώ σχοινοβατεί ανάμεσα στην ειδωλολατρία (θεϊκές παρεμβάσεις, ερωτισμός) και τα ιδανικά και τις αξίες του χριστιανισμού.

Τα όνειρα και το τέλος της αρχαίας θρησκείας Charles Stewart

Οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός παραλαμβάνουν από τους ουρανούς το ιαματικό χάρισμα με τη μορφή ιατρικής τσάντας (αρχές 11ου αι.). Η αφαίρεση του αγάλματος της Αθηνάς από τον Παρθενώνα (484 μ.Χ.) προκάλεσε ένα όνειρο στον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Πρόκλο, που κατοικούσε κοντά στο ιερό της: Μια όμορφη γυναίκα τού διαμήνυσε ότι «η δέσποινα Αθηνά επιθυμεί να ζήσει μαζί του». Το όνειρο αυτό, που αποτελεί αντίδραση στην αφαίρεση του αγάλματος της Αθηνάς, δηλαδή στον εκχριστιανισμό της Αθήνας, δείχνει πώς τα όνειρα με εμφανίσεις θεών «ιστορικοποιούνται». Η περίπτωση του Πρόκλου αποτελεί παράδειγμα της συνέχειας στην άσκηση μορφών της εγκοίμησης, άποψη που ενισχύεται από άλλο, θεραπευτικό του όνειρο με τον Ασκληπιό. Οι χριστιανοί επιτέθηκαν στο θεσμό της εγκοίμησης κατά μέτωπον αλλά αρκέστηκαν τελικά στην τροποποίηση του αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος και του θεολογικού της υποβάθρου. Λίγο μετά τη λεηλασία του ναού του Ασκληπιού που βρισκόταν στους νότιους πρόποδες της Ακρόπολης, στον ίδιο τόπο οικοδομήθηκε εκκλησία αφιερωμένη στον θεραπευτή άγιο Ανδρέα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο όνειρα που αφορούν στους διάσημους θεραπευτές αγίους Κοσμά και Δαμιανό, και τα οποία αφηγούνται το θρίαμβο του χριστιανισμού. Αν και εκ διαμέτρου αντίθετα με το όνειρο του Πρόκλου, και αυτές οι αφηγήσεις εγκοίμησης «ιστορικοποιούν» ‒ δεν είναι απλώς αναφορές εμπειριών ή τελετών αλλά ιστορικών διευθετήσεων.

Πορφυρές ονειράτων όψεις και χρήσεις: Αφήγηση και εικονογράφηση βασιλικών ονείρων στο Βυζάντιο Ηλίας Αναγνωστάκης, Τίτος Παπαμαστοράκης

Η μητέρα του Βασιλείου αφηγείται το τρίτο συμβολικό της όνειρο. Δεξιά, ο Βασίλειος πάνω στο χρυσό κυπαρίσσι, σημάδι αυτοκρατορικό. «Βασιλικά» ή όνειρα πορφύρας είναι οι ‒πιθανότατα θρυλούμενες ή κατασκευασμένες‒ ονειρικές αφηγήσεις που ανήκουν στα προφητικά, συμβολικά όνειρα ή οράματα και τους «χρηματισμούς». Αφορούν κυρίως τους πρώτους Μακεδόνες αυτοκράτορες και χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν ένα φόνο, απαραίτητο για να περιβληθεί ο ιδρυτής της δυναστείας Βασίλειος την αυτοκρατορική πορφύρα. Έτσι το πορφυρό μέλλον του Βασιλείου προοικονομείται από σειρά ονείρων, χρησμών και συμβόλων, τα οποία ο εγγονός του, Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, θα παραδώσει γραπτώς στις επερχόμενες γενεές. Τα πρώτα όνειρα για τη σταδιοδρομία του Βασιλείου βλέπει η αγρότισσα μητέρα του. «Ονειράτων όψεις» την πείθουν να προτρέψει το γιο της να αναζητήσει τη λαμπρή τύχη του στη Βασιλεύουσα. Όταν η μητέρα του βλέπει και τρίτο όνειρο, ο αγροίκος νεαρός από τη Θράκη έχει ήδη διεισδύσει στον κόσμο των μεταξωτών. Μένει μόνο να δικαιολογηθεί και με όνειρα ο φόνος του νόμιμου αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ αλλά και του αδελφού της βασιλομήτορος, καίσαρα Βάρδα. Για το σκοπό αυτό απαιτείται να έχει δει προηγουμένως ο Βάρδας ένα «ύπαρ», δηλαδή ένα όραμα-αλήθεια που το βλέπουμε εν εγρηγόρσει. Σ’ αυτό, ο ίδιος ο Άγιος Πέτρος δίνει την εντολή της σφαγής. Στην εικονογράφησή της στο χειρόγραφο του Σκυλίτζη, οι όρχεις του διαμελισμένου καίσαρα υψώνονται ως λάβαρο της νέας εξουσίας του αγροίκου, ρωμαλέου εραστή της πορφύρας.

Το όνειρο στο Βυζάντιο Γιώργος Καλόφωνος

Έστω και μεταφορικά η Νύχτα παραμένει και στη Βυζαντινή εποχή μητέρα των ονείρων (10ος αι.). Παρουσιάζονται τα άρθρα του αφιερώματος με σχόλια του συγγραφέα. Ο χριστιανισμός, επισημαίνει μεταξύ άλλων, τείνει πάντοτε να θεωρεί την ονειρική εμπειρία σημείο διεργασιών πραγματικών, που συμβαίνουν στον αόρατο χώρο του υπερφυσικού. Ακόμη και τα «ψευδή», απατηλά όνειρα των δαιμόνων έχουν ανάγκη αξιολόγησης και ερμηνείας. Έτσι, η αρνητική ονειρολογία του χριστιανικού ασκητισμού μετατρέπεται σε μια εμβριθή ψυχοπαθολογία του ονείρου.

Το λεγόμενο Ονειροκριτικόν του Aχμέτ: Ένα βυζαντινό βιβλίο ονειροκριτικής και οι αραβικές πηγές του Μαρία Μαυρουδή

Λεπτομέρεια από μικρογραφία της αναλήψεως του προφήτη Μωάμεθ στους ουρανούς. Ιράν, 16ος αι. Στους βυζαντινούς χρόνους όσα όνειρα αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα της πρόγνωσης του μέλλοντος καταγράφονται είτε σε εγχειρίδια που συνδυάζουν την ονειροκριτική με την αστρολογία, τη φάση της σελήνης και τη θέση των αστεριών, είτε σε καταλόγους ονειρικών συμβόλων και των ερμηνειών τους, τους οποίους στα Νέα Ελληνικά αποκαλούμε «ονειροκρίτες». Το λεγόμενο Ονειροκριτικόν του Αχμέτ, έχει προφανή χριστιανικό χαρακτήρα και μεταφράστηκε στα λατινικά και σε πολλές  γλώσσες της μεσαιωνικής Ευρώπης. Είναι ο μόνος από τους οκτώ σωζόμενους βυζαντινούς ονειροκρίτες που μπορεί να συγκριθεί, ως προς το μέγεθος και τη λεπτομερή κάλυψη του θέματος, με τα Ονειροκριτικά του Αρτεμίδωρου (2ος αι. μ.Χ.), τον παλαιότερο σωζόμενο ονειροκρίτη από την ελληνική αρχαιότητα. Η μακρά αραβική ονειροκριτική παράδοση, που είχε κατατάξει την ερμηνεία των ονείρων ανάμεσα στις ισλαμικές θρησκευτικές επιστήμες, κληροδότησε 181 αραβικούς ονειροκρίτες, που άλλοι σώζονται και άλλοι είναι γνωστοί από διάφορες πηγές. Το βυζαντινό Ονειροκριτικόν μοιάζει με όλους τους αραβικούς ονειροκρίτες αλλά δεν ταυτίζεται με κανέναν. Η συγγραφέας αντλεί τα συμπεράσματά της από τη σύγκριση του Ονειροκριτικού με πέντε αραβικά έργα.

Άλλα θέματα: Παρατηρήσεις για τον Τάφο του Αλαβάστρου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου Καλλιόπη Λιμναίου-Παπακώστα

Ο Τάφος του Αλαβάστρου πριν από την ανασκαφή. Ο τάφος, που εντοπίστηκε συμπτωματικά το 1907, βρίσκεται στο ανατολικό άκρο της αρχαίας πόλης, στο σημερινό Λατινικό νεκροταφείο. Ανασκάφηκε αρχικά από τον E. Breccia και αργότερα από τον Achille Adriani, ο οποίος και τον αναστήλωσε (1937). Από τον τάφο σώζεται μόνον ο μακεδονικού τύπου προθάλαμος. Δεδομένου ότι και οι διαστάσεις του είναι παρόμοιες με εκείνες των βασιλικών τάφων της Βεργίνας, η κατασκευή του τοποθετείται στα χρόνια της βασιλείας του Πτολεμαίου Α΄ (323-285). Πολύτιμο υλικό, το αλάβαστρο έχει μεταφερθεί από τα ορυχεία της Άνω Αιγύπτου, δείγμα της σπουδαιότητας του νεκρού. Η ανεύρεση κατά την ανασκαφή πηγαδιού, πιθανότατα της Βυζαντινής περιόδου, αποτέλεσε τη σημαντικότερη ένδειξη ότι ο τάφος δεν είναι in situ. Πολλοί αρχαιολόγοι τον ταύτισαν με τον τάφο του Μ. Αλεξάνδρου. Πιθανότερο όμως είναι να πρόκειται για τον πρώτο τάφο που χτίστηκε από τον Πτολεμαίο Α' για να εναποτεθεί η σορός του Μ. Αλεξάνδρου.

Το Kαστέλι του Πόρου: Η ιστορική και πολεοδομική εξέλιξη του νεότερου οικισμού Μαρία Μανούδη

Το Καστέλι του Πόρου. Φωτογραφία με τηλεφακό από την ίδια θέση όπου είχε σταθεί ο O.M. von Stackelberg. Δύο νησιά αποτελούν τον Πόρο, η Καλαυρία ή Καλαύρεια και η Σφαιρία. Η Σφαιρία, στην οποία είναι κτισμένος ο οικισμός,  χωρίζεται με στενό πέρασμα, «πόρο», από την απέναντι πελοποννησιακή ακτή, σχηματίζοντας το φυσικό λιμάνι του Πώγωνα. Τα δύο νησιά, που είχαν ενωθεί από προσχώσεις, αποχωρίστηκαν με τη διάνοιξη ισθμού κατά τα νεότερα χρόνια. Η κατοίκηση του νησιού από τα πρωτοελλαδικά έως τα ρωμαϊκά χρόνια υπήρξε συνεχής. Τον 13ο και 14ο αιώνα ο Πόρος, όπως η Ύδρα και οι Σπέτσες, εποικίστηκε από Αρβανίτες. Ο Μοροζίνι τον χρησιμοποίησε ως ορμητήριο του στόλου του ενώ, κατά τον Αγώνα του ’21, το λιμάνι του Πώγωνα αποκτά στρατηγική σημασία. Στον Πόρο ιδρύθηκε και εγκαταστάθηκε ο 1ος Ναύσταθμος του Πολεμικού Ναυτικού. Πυρήνας εξέλιξης του νεότερου οικισμού αναφέρεται το Καστέλι, απ’ όπου ο οικισμός επεκτάθηκε προς την παραλία και προς την άκρη της χερσονήσου. Από το 1862 αρχίζει να αναπτύσσεται η νεοκλασικιστική πόλη. Σε λιθογραφία του, ο σπουδαίος περιηγητής και τοπιογράφος Otto Magnus von Stackelberg αποδίδει το ιστορικό τοπίο με μοναδικό τρόπο. Το ιστορικό τοπίο δεν συνίσταται μόνο στο φυσικό υπόβαθρο, τη βλάστηση, τις ανθρώπινες επεμβάσεις, τα τοπόσημα και τα μνημεία αλλά και στις συγκεκριμένες οπτικές γωνίες και τις οπτικές φυγές, από τις οποίες τα στοιχεία αυτά γίνονται ιδιαιτέρως αντιληπτά και αναδεικνύονται με γραφικές απόψεις (vues pittoresques). Η βιωματική προσέγγιση δεν περιορίζεται μόνο στην οπτική αντίληψη αλλά επεκτείνεται στη βίωση του χώρου με όλες μας τις αισθήσεις. Για τον Ανδρέα Καραντώνη, ο Πόρος καλεί σε μια ιδιαίτερη, αισθητηριακή προσέγγιση «τριπλής “ηδυπάθειας” από φως, θάλασσα, πρασινάδα, που είναι διάχυτη σ’ όλο το νησί».

Του χωριού οι κολασμένες και άλλοι: Η αμαρτία μέσα από μια λαϊκή βυζαντινή σκηνή Αριάδνη Καναβάκη

Η αποστρέφουσα τα νήπια. Στον εικονογραφικό κύκλο της εκκλησίας της Αγίας Πελαγίας στην Άνω Βιάννο Ηρακλείου Κρήτης ανήκει και μια σκηνή Κολάσεως, ζωγραφισμένη το 1360. Περιλαμβάνει 14 ώχρινες φιγούρες κολασμένων, με περισσότερες τις γυναίκες, ζωσμένες με τα φίδια της αμαρτίας και τοποθετημένες ακριβώς στα πόδια του Εσταυρωμένου. Η σκηνή εμπεριέχει αμαρτήματα τόσο από τις Δέκα Εντολές όσο και από το σύστημα των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων, ιδωμένα με τη ματιά ενός λαϊκού καλλιτέχνη, όπως προδίδουν οι ασυνταξίες, οι ανορθογραφίες και η εν γένει άκομψη ζωγραφική εκτέλεση. Η εικονογραφική ανάλυση της σκηνής αποκαλύπτει ότι ο παραδοσιακός ζωγράφος θεωρεί την Εύα υπαίτια όχι μόνο για το προπατορικό αμάρτημα αλλά και για τα κάθε λογής αμαρτήματα που το ακολούθησαν. Παράλληλα, η επιλογή των συγκεκριμένων αμαρτημάτων για την εικονογράφηση φανερώνει μια εντελώς κρητική θεώρηση της Κόλασης μιας παραδοσιακής κοινότητας των ύστερων βυζαντινών χρόνων.

Μη καταστρεπτική επιτόπια ανάλυση έργων τέχνης Σταύρος Πρωτοπαπάς, Αριστείδης Κοντογεώργης και άλλοι

Έγχρωμο υπέρυθρο θετικό φιλμ. Από τα ψευδοχρώματα που προκύπτουν πληροφορούμαστε για τις χρωστικές που χρησιμοποιήθηκαν. Λόγοι ασφαλείας κυρίως αποδυναμώνουν την πρακτική της μετακίνησης έργων τέχνης προκειμένου να υποστούν μια μη καταστρεπτική ανάλυση των υλικών τους. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται τα στάδια ανάλυσης από συσκευή ικανή να προσεγγίσει το αντικείμενο. Πρόκειται για μια εικόνα του Αγ. Ιωάννη Προδρόμου που ζωγραφίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα και δεν είχε συντηρηθεί. Περιγράφονται τα αποτελέσματα της φωτογράφισης υπέρυθρης και υπεριώδους ακτινοβολίας, καθώς και της άμεσης επιτόπιας χημικής ανάλυσης. Συμπερασματικά αναφέρεται ότι οι μέθοδοι αυτές έχουν ευρύ πεδίο εφαρμογής στα έργα τέχνης και μπορούν να αξιοποιηθούν από φυσικούς, χημικούς, αρχαιολόγους και αρχαιομέτρες ως ένα νέο εργαλείο εκτίμησης και συντήρησης.

Ανακύκλωση γυαλιού στην αρχαία Ρόδο Παύλος Τριανταφυλλίδης

Υαλοπώλης από τη νήσο Murano. Έγχρωμη γκραβούρα. Ιταλία, 18ος αι. Η χημική σύσταση αλλά και οι ιδιότητες του γυαλιού προσφέρουν τη δυνατότητα της ολοκληρωτικής του ανακύκλωσης. Στα νεότερα χρόνια η ανακύκλωσή του άρχισε να πραγματοποιείται εκτεταμένα στο τέλος του 20ού αιώνα από βιομηχανικές μονάδες δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Η εμπορία των απορριμμάτων-προϊόντων γυαλιού για ανακύκλωση δεν είναι ωστόσο ένα φαινόμενο τόσο διαδεδομένο σήμερα όσο ήταν στον Μεσαίωνα και στην Αρχαιότητα. Στους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους, εποχή διάδοσης και ακμής της φυσητής υαλουργίας, η εμπορική του αναζήτηση για ανακύκλωση ήταν ευρύτατη. Η εμμονή στην αναζήτηση ανακυκλωμένων υλικών για την κατασκευή νέου γυαλιού οφείλεται και στο γεγονός ότι η διαδικασία της υαλοποιίας ήταν μακρά, επίπονη και συχνά ανεπιτυχής, ενώ απαιτούσε τεχνολογική εμπειρία και ιδιαίτερες δεξιότητες. Η Ρόδος, σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο κατά την Αρχαιότητα στον νευραλγικό γεωγραφικό χώρο της ΝΑ Μεσογείου, υπήρξε παράλληλα και πυρήνας υαλουργικών και υαλοποιητικών δραστηριοτήτων. Οι σωστικές ανασκαφές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στην πόλη και στη νεκρόπολη της αρχαίας Ρόδου έχουν αποκαλύψει έναν απροσδιόριστα μεγάλο αριθμό υαλουργικών και υαλοποιητικών καταλοίπων. Σε εργαστήρια εγκαθιδρυμένα πιθανώς από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, οι έμπειροι Ρόδιοι υαλοτεχνίτες χρησιμοποίησαν ευρέως ανακυκλώσιμο αδιαφανές μονόχρωμο γυαλί, ήδη από τους ύστερους αρχαϊκούς χρόνους, για την κατασκευή αγγείων τεχνικής του πυρήνα και κοσμημάτων, καθώς και διαφανών ή διαυγών αντικειμένων, όπως αγγείων και υαλολίθων.

Ελληνική μυθολογία: μια πηγή φιλοσοφικών και ιδεολογικών αρχών για τη φροντίδα υγείας Σοφία Χατζηκοκόλη-Συράκου, Αθηνά-Χριστίνα Συράκου, Θεόδωρος Συράκος

Η επίδραση των κανόνων Δικαίου στο δομημένο περιβάλλον και στη φυσιογνωμία της πόλης Αλίκη Χατζοπούλου-Τζίκα

Ο θώρακας και το ξίφος της Βεργίνας Τριαντάφυλλος Παπαζώης

Ο Μ. Αλέξανδρος στη μάχη της Ισσού. Η λαβή του ξίφους του είναι ίδια με τη λαβή του ξίφους από τον τάφο ΙΙ της Βεργίνας. Ο συγγραφέας επανέρχεται στον τάφο ΙΙ της Βεργίνας για να εξετάσει, μετά το θώρακα (τχ. 78), το ξίφος που βρέθηκε στα υπολείμματα της κλίνης. Το ξίφος έχει στο άνω άκρο της λαβής μικροσκοπικό χρυσό κράνος και στην κορυφή του μια, επίσης μικροσκοπική, επίπεδη χρυσή σφίγγα. Εντατική έρευνα σε μουσεία της Ελλάδας και του εξωτερικού δεν εντόπισε παρόμοια μορφή ξίφους. Ωστόσο, κάποιες ομοιότητες ανιχνεύονται σε πέντε άλλα δείγματα. Ο συγγραφέας όμως επισημαίνει την «καταπληκτική ομοιότητα» του ξίφους της Βεργίνας με αυτό που φέρει ο Μ. Αλέξανδρος στο ψηφιδωτό με τη μάχη της Ισσού, και το οποίο του είχε χαρίσει ο βασιλιάς του Κιτίου της Κύπρου Πουμυάθων το 334/333 π.Χ. Στη συνέχεια παρουσιάζονται επιχειρήματα που στηρίζουν την επίσης κυπριακή προέλευση των διακοσμητικών θεμάτων της σφίγγας, του λιονταριού και του ανεστραμμένου δέντρου, τα οποία κοσμούν το ξίφος. Επαναλαμβάνεται η άποψη του συγγραφέα ότι, επί βασιλείας του Αντίγονου Γονατά, στον τάφο ΙΙ της Βεργίνας επανατάφηκε ο Μ. Αλέξανδρος.

Το αρχαϊκό άγαλμα: σπουδή στο χρόνο Ζωή Αντωνοπούλου-Τρέχλη

Ο Κούρος της Αναβύσσου, 530 π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Στην αρχαία Ελλάδα τα όντα συγκροτούνται στο πλαίσιο μιας διηνεκούς, έγχρονης κίνησης από το μη είναι στο είναι, όροι που στη μυθολογική γλώσσα αποδίδονται ως χάος και κόσμος. Στον ησιοδικό μύθο των γενών υπάρχει μια συνεχής διαδοχή σε μια τάξη προοδευτικής παρακμής. Όταν η πορεία ολοκληρωθεί, ο χρόνος αρχίζει να κυλάει αντίστροφα, προς το παρελθόν του. Αυτή είναι και η πορεία της ζωής. Αρχή και τέλος της η ανυπαρξία του θανάτου. Μόνη παρηγοριά η κυκλικότητα και αυτή η ανάστροφη κίνηση του χρόνου. Η αρχαία Ελλάδα επομένως ακροβατεί σε μια επίφοβη ισορροπία αντιθέτων. Αυτή η ακροβασία αισθητοποιείται κατ’ εξοχήν στα αρχαϊκά αγάλματα, τους Κούρους και τις Κόρες. Φτιαγμένα για να στολίζουν τάφους, υλικά «σήματα» θανάτου, αλλά και αγάλματα νιότης, «τεντωμένες χορδές» έτοιμες να εξακοντιστούν. Το μυστηριώδες αρχαϊκό χαμόγελο αποτυπώνει την ευθυμία την ώρα που η ζωή ξεπροβάλλει σε μια μακάρια νεότητα. Οι αρχαϊκοί Κούροι ζουν στο χρόνο του χρυσού γένους, όταν οι άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν νέοι.

Μουσείο: Αρχαιολογικό Μουσείο Αβδήρων Διαμαντής Τριαντάφυλλος, Κωνσταντίνα Καλλιντζή

Αίθουσα ταφικών εθίμων «Δημήτρης Λαζαρίδης». Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αβδήρων εγκαινιάστηκε στις 20 Ιανουαρίου 2000. Η έκθεση, που αναπτύσσεται στο ισόγειο και τον όροφο του κτηρίου (συνολικά: 350 τ.μ.), καλύπτει τη χρονική περίοδο από τον 7ο αιώνα π.Χ. μέχρι τον 13ο αιώνα μ.Χ. Τα αντικείμενα που συνοδεύονται από πλούσιο εποπτικό υλικό παρουσιάζονται θεματικά σε τρεις κύριες ενότητες: Δημόσιος βίος, Ιδιωτικός βίος και Ταφικά έθιμα. Ο χώρος που φιλοξενεί την τρίτη ενότητα ονομάστηκε «αίθουσα Δημήτρη Λαζαρίδη», προς τιμήν του πρωτεργάτη της ανασκαφικής έρευνας των Αβδήρων.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Το Ασκητήριο της Φραγκοκκλησιάς στην περιοχή Bαγιάτι του Πεντελικού όρους Χρήστος Νικολόπουλος

Δυτική άποψη του ναού στο Βαγιάτι του Πεντελικού όρους (Οκτ. 2000). Η μισοερειπωμένη εκκλησία στην περιοχή Βαγιάτι του Πεντελικού όρους, είναι άγνωστο σε ποιον άγιο ήταν αφιερωμένη. Περιγράφεται από τον Α. Ορλάνδο ως ναός περίπου τετράγωνος, τύπου σταυροειδούς εγγεγραμμένου μετά τρούλου. Το ασκητήριο αυτό φαίνεται ότι κατασκευάστηκε από ορθόδοξους μοναχούς τον 13ο ή τον 14ο αιώνα και ήκμασε μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα, δηλαδή μέχρι την ίδρυση της Μονής Πεντέλης. Από τον 17ο έως και τα μέσα του 19ου αιώνα θα πρέπει να είχε παραχωρηθεί σε Φράγκους μοναχούς ή να είχε καταληφθεί από αυτούς.

Ο Μαραθώνας και τα περί του τόπου άτοπα Χρήστος Διονυσόπουλος

Εφημ. «Ελευθεροτυπία», 21/2/2001. Ελέγχεται η απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού να εγκαταστήσει το κωπηλατοδρόμιο στο χώρο του αποξηραμένου πλέον Μεγάλου Έλους του Μαραθώνα, με το επιχείρημα ότι το σημείο αυτό, καθώς την εποχή εκείνη καλυπτόταν από τη θάλασσα, δεν σχετίζεται με το πεδίο της μάχης (490 π.Χ.). Ο συγγραφέας αντικρούει τον ισχυρισμό του Υπουργού αντιπαραθέτοντας τα συμπεράσματα δύο ερευνητών, βάσει των οποίων είναι σαφές ότι το κωπηλατοδρόμιο προβλέπεται να κατασκευαστεί σε χώρο που διεξήχθη η μάχη. Επιπλέον το έργο θα πλήξει βάναυσα ζωτικό χώρο του Μαραθώνιου άλσους, το οποίο πιθανότατα κρύβει νεολιθικές εγκαταστάσεις.

Άνθρωποι, χώροι και δραστηριότητες: Έκθεση για τα 75 χρόνια από την ίδρυση της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης Γιώργος Κατσάγγελος, Αναστασία Βαλαβανίδου

Aρχαιολογικά Nέα: ειδήσεις, εκθέσεις, συνέδρια, διαλέξεις, βιβλία Κατερίνα Τσεκούρα (επιμ.)

Πληροφορική: Οι εφαρμογές πληροφορικής στο Αρχαιολογικό Ίδρυμα Ρόδου Κατερίνα Χαρατζοπούλου (επιμ.)

Υπό το φως της Ελλάδος: Henry Moore στο Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή – Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Άνδρος 2000 Δήμητρα Μήττα

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

English summaries: Dreams in Byzantium George T. Calofonos

The inclusion of late pagan dream theories and their practice into the new Christian society is full of tensions and contradictions. From Christianity’s point of view the dream experience is an expression of real processes in the realm of the supernatural. Even daemons’ dreams can be interpreted. The hermits’ negative approach to dreaming turns into an indepth psychopathology. There is a continuation of the ancient practice of “divination sessions” which centres on the relating of a dream to a special interpreter. The same applies to dreams related to incubation and royal dreams. Ahmet’s Dreambook (Oneirokritikon) was perhaps intended for royal use. With the 12th century revival of antique novels, dreams were used as an excuse to contact Aristotle and the life-giving legacy of antiquity.

From the Divine to the Personal: The dream and its interpretation according to Byzantine sources Gilbert Dagron

This article attempts an overview of the function of dreaming throughout the Byzantine period. With the onset of Christianity dreams remained a form of communication between the natural and the supernatural worlds. The new religion incorporated their ancient functions and aetiologies reshaping them according to its own principles. Two divergent attitudes can be detected in religious literature: Ascetic sources promote a restrained, negative dream theory which emphasises the demonic character of dreaming, while hagiography treats most dreams as god-sent, accepting their prophetic nature. During the iconoclastic controversy dreams join forces with icons in their struggle to gain status and acceptance. With the end of iconoclasm the ancient tradition of oneiromancy resurfaces, enriched by Islamic borrowings, through the circulation of a number of dream-books (oneirocritica). The function of oneiromancy in the Middle and Late Byzantine periods is compared with that of astrology. It focusses on the act of the oneirocritical consultation (i.e. the narration and professional interpretation of dreams), a process which resembles modern psychoanalysis, attending to the personal, everyday needs and aspirations of the individual dreamer.

Dream Incubation and the End of Ancient Greek Religion Charles Stewart

In this article I study the transition from paganism to Christianity by focusing on the ritual of incubation (enkoimisis). In this rite people sleep in the precinct of a church or a temple in hopes of seeing healing dreams involving gods or saints. Many scholars point to incubation as a prime example of Greek cultural continuity, but if one looks more closely, one sees substantial differences between ancient Greek and Christian suppositions about incubation. The two religions did not consider their practices to be compatible. The dreams of Proclus and the miracles of Cosmas and Damian reveal opposed versions of incubation. Furthermore, the incubation dreams themselves reveal different accounts of the course of history and may be considered as 'ritual historicizations'.

Dreams of Purple and their Uses: Narratives and Illustrations of Royal Dreams in Byzantium Ilias Anagnostakis, Titos Papamastorakis

This paper examines the series of dreams in the Vita Basilii, narrated by the text of the Continuation of Theophanes and illustrated by the miniatures of the Escorial Skylitzes. It focusses on the political use and appropriation of prophetic dreams for justifying the irregular rise to the imperial throne of Basil I and the subsequent change of the ruling dynasty of Byzantium. The dreams legitimise this historical process, offering divine approval to Basil and his somewhat unconventional methods. A wide range of dream types is employed, with diverse legitimising functions and specific uses. Their illustrations present us with a unique specimen of depictions of the 'political' historiographical dream. In both their written and painted versions, these dreams clearly serve the holders of political power, but also -through their implied divine origin- the servants of their alleged sender, strengthening the ties of religious authority to political power.

The So-Called Oneirocriticon of Achmet A Byzantine Book on Dream Interpretation and Its Arabic Sources Maria Mavroudi

The Oneirocriticon of Achmet is a book on dream interpretation, written in Greek in the tenth century, It is the longest and most important Byzantine work on dream interpretation and has greatly influenced subsequent dreambooks in Byzantine Greek, medieval Latin and modern European languages. A comparison of the Oneirocriticon with medieval Arabic dreambooks shows that the Greek text is an adaptation of Muslim Arabic material, produced for the needs of the Christian readers of Greek. Scholars have noticed that a number of interpretations from the Oneirocriticon could also be found in the second-century ad Greek dreambook by Artemidoros, the oldest and most extensive dreambook surviving In Greek; it was until recently assumed that the Byzantine author had used the ancient Greek text in compiling his own work. However, the comparison of the Oneirocriticon with Arabic dream interpretation shows that any similarity between Artemidoros and the Oneirocriticon is not due to the direct use of the ancient Greek text by the Byzantine author. Artemidoros was translated into Arabic in the ninth century and greatly influenced Islamic dream interpretation, while the interpretations and theories on dream interpretation shared by Artemidoros and the Byzantine text should be attributed to the influence of Artemidoros on the Arabic sources on which the Oneirocriticon was based.

Dreams in Twelfth-Century Novels Suzanne MacAlister

Three novels of the twelfth-century Byzantium survive complete (Makrembolites' Hysmine and Hysminias, Prodromos' Rhodanthe and Dosikles and Eugenianos Drosilia and Charikles). These "revival" novels appropriated the subject matter (romance and adventure) of the ancient Greek novels of about the second century ad This paper considers the use of dreams in "revival" novels in the light of the earlier novels' use within a framework of Bakhtin's notion of "alien speech", i.e. discourse shaped by the perspectives, systems of concepts and values, and language of another. In the ancient novels, dreams presented a foreknowledge or understanding of the will or working of non-human forces; however, in all instances, the Byzantine novels' uses and meanings of the dream subtly clash with the ancient novels' uses and meanings in order to make the phenomenon subordinate either to human action, reason, or initiative, or to subtly-incorporated Aristotelian explanation. The writers of the genres revival were experimenting in a potentially dangerous area: the ancient novel world involved paganism, which had to be rejected or denied. As one means of remaining orthodox, or non-heretical, they subjected their works to compromising changes. Where novel convention called for the intrusion of pagan gods, the Byzantine novelists subtly distorted it, inverted it, or rejected it outright. In turn, within the narrow context of the dream, they turned to their Hellenic heritage and appropriated the voice of Aristotle to deny the reality of supernatural revelation and thus render it and what it depicted as an illusion. But this in itself may even have been moving towards heresy. Thus, in reviving the novel under twelfth-century conditions, these writers attempted to render their activity safe through the use of "alien speech": if charges of heresy had been brought against them, their defences were ready-made.  

The Breastplate and the Sword of Vergina and their Relation with the Identity of the Dead King of the Tomb II Triantafyllos Papazois

The gold-embellished sword of Vergina shows a great resemblance to the one found in the battle field of Marathon, in Attica, and we believe that it served as the model for the Hellenistic weapon. The sword, today in the Archaeological Museum of Vergina, was made in Cyprus and, according to Plutarch, was presented to Alexander by the king of Kition Poumyathon before the battle of Issos. All the characteristic features of the sword, such as the lion, the seated sphinx and the inverted tree, are identified as the symbols of Idalion and Kition, a united Cypriote kingdom at that time. In the religious traditions of many people of the East, the «world» and the «universe», in their broader sense, are represented as a big inverted tree. Thus, by incising this tree on the sword, the Phoenicians of Cyprus, who donated the weapon to Alexander, recognized him as immortal and lord of the «universe».

The Historical and Urban Evolution and Proposals for the administration and Protection of the Historical Ensemble Maria Manoudi

The article deals with the study of the settlement on the island of Poros and the urban unity Kastelli, as well as with the formulation of proposals for the adminis¬tration and protection of this historical ensemble. Due to the absence of any relevant published scientific study concerning Poros, we tried to investigate in brief the historical and urban evolution of the modern settlement and to distinguish its past historical phases. The recognition of the historical and aesthetic physiognomy of the historical ensemble was chosen as methodology for the formulation of proposals concerning its administration and protection, on the ground that the historical urban area and the natural environment form an unseparable cultural entity, which is regarded as a historical landscape. The charac¬teristics of the historical landscape are the traditional shell, the monuments/points of reference, the natural and built environment, the visual approaches and escapes. The identification of the historical landscape was attempted through the systematic observation of a lithography: a work by M. Stackelberg, dating from the second decade of the nineteenth century, which strikingly resembles to the present situation (fig. 1). The photographying of the landscape from the same spot leads to valuable observations as to what has not considerably changed and what has been perished (see figs 2, 3). The historical physiognomy of the urban unity of Kastelli, on the top of the small peninsula Sphaeria, around Roloi (1927), which functioned as the nucleous of the modern settlement, presents a special interest. The observation of Stackelberg's lithography through a magnifying glass (see fig. 4) reveals a wealth of details, which offers a new perspective to the scientific research and the administration of space. A second urban unity with an obvious defensive character seems to have been created exactly before the grading terraces and a little lower than Kastelli. It should be noted that the name Kastelli, which has survived until today in the oral tradition, is the only indicative reference so far of the existence of a fortified settlement on the peak of the peninsula. The urban tissue that has survived and the geomorphology and strategic importance of the area enlarge the possibility to have also here a small fortified settlement, similar to those punctuating the Aegean. Having the aforementioned data in mind, the strategics for the protection of the historical ensemble sought to formulate proposals concerning: a. The general urban planning. b. The settlement and the Kastelli peninsula. c. The promotion of the cultural character of Poros, a goal which can be achieved through the elevation of the modern history and distinct physiognomy of the island.  

The Tomb of Alabaster in Alexandria, Egypt. Some Observations Kalliopi Limnaiou-Papakosta

The Tomb of Alabaster , according to its established name lies in the easter edge of the ancient city and is part of an important funerary monument of the Ptolemaic Alexandria. It was found accidentaly in the beginning of the twentieth century (1907), it was excavated and studied originally by E. Breccia and later by A. adriani, who as a matter of fact, recostructed the monument around 1937.

The Impact of Law on the Built Environment and on Physiognomy of the City Aliki Hatzopoulou-Tzika

Taking classical Athens as a representative example, we observe that the "polis" (=city) is the nucleus around which civilization is created, given that its foundation signals the development of society as a vehicle of ideology with a religious, political and law-abiding content.

The Archaic Statue: A Study In Time Zoe Antonopoulou-Trechli

A memorial stands confronting oblivion, represent¬ing the present, definite, tangible dimension of death. The Hesiodic myth of races places bliss in the past. There is a continuous succession in an order of advancing decay. When the course is completed, time starts its reverse flow towards its past. The future is printed in advance in the past, however, the moment, when the two times meet, presents an existential duality: the Word is annihilated and at the same time it is elevated in its supreme perfection. Ancient Greece is keeping a formidable balance between life and death, the two opponents that are never dispensed. These acrobatics are expressed par excellence in the archaic statues, the nude ephoeboi Kouroi and the dressed Korai: The sculptor-creator raises the figure from the amorphous marble mass -its concrete volume was confronting decay in earlier times, and was thus resisting death-, like order and harmony spring from the primeval nothing. In the archaic period the rhythm of the world has just been revealed to man and becomes the ruling rhythm of art. The contrasts of life are packed in the statue, which in reality represents life and death that at the same time confront and complement each other. The ephoeboi Kouroi and the youthful Korai live in an amalgam of time, where the nothingness of death signals the dawn and anticipation of life.  

Glass Recycling in Ancient Rhodes Pavlos Triantafyllidis

Martial's epigrams refer to the trading of fragments or failed glass products which were intended to be recycled in the glass workshops. The archaeological finds from the salvage excavations of the last decades in Rhodes confirm the extensive glass recycling in antiquity, known until today only from written sources. The recent finds, located in the town and in the extensive necropolis of ancient Rhodes, prove that glass recycling -of glass remnants and failed products of glassworking- was known not only in the Roman period, but also in the Hellenistic era. Besides the workshop remnants and the failed products of glassworking in the form of cullet, fragments, scraps or deformed objects, there are also recyclable glass products of glassmaking, mainly pieces of semi-melted or glass-transformed raw glass and coloured or colourless chunks, which would give a good quality of well-melted and flexible glass. In the present study, the role and contribution of the recycled products of glassworking and glass¬making is stressed as regards the saying of energy and raw materials, which were used in the making, colouring and working of glass; thus, it is emphasized the multi-lateral technological knowledge of the ancient glass craftsmen, which has more or less remained unknown until today.  

A letter to a Young Painter Efi Athanasiou

This letter, with no specific addressee, aims to stress the important effect of colour upon the overall psychological mood of man, and furtherm upon his general health.

A safe insitu analysis of works of art Stavros Protopapas, Aristeidis Kondogeorgis, Giovanni Gigante, Claudio Ceccaroni

The authors analyse an icon of St John the Baptist, not yet restored, dating from the early 19th century. A first analysis is achieved by photographing with infra red and ultraviolet rays. Any varnishes which happen to be destroyed, disappear, damages are revealed, fake colours give important information on the composition of the pigments, the chance overlaying of paint may appear as well as other interference and fluorescent organic and inorganic pigments with resins used for coating surfaces. A small, portable device with a great ability for detection was used for the insitu chemical analysis. This device reveals the composition of pigments and their mixtures. Combining all this information, the art restorer can start his job with a knowledge of the materials originally used.

The Sin in a Popular Byzantine Scene Ariadne Kanavaki

The universe of the sin is a sorted out universe- as are also the iconographic cycles of Byzantine painting in wall-paintings and portable icons. The properly arranged, perfectly sorted out figures, on which we comment here, belong to the iconographic cycle of the church of Hagia Pelagia at Ano Viannos, Herakleion, Crete, and they were painted in 1360. They illustrate the scene of Hell -which is part of the Last Judgment theme-, perhaps the most complete among all the relevant wall-paintings that decorated the churches of Crete in the Byzantine period. The study of such a representation underlines the deeply rooted belief of the common people in the original sin and in the almost full responsibility the woman has for it. This primary guilt exceeds any system of sins compiled and composed to serve certain sociopolitical purposes, and characterizes the popular thought and art. This iconographic interpretation of the Hell comprises the sin from the Old Testament to the Byzantino-Cretan reality and conveys an Ethic well-known to all of us, which concerns both the original sin and the position of the woman in the Myth and in everyday life, One wonders, if this ethical attitude is out-of-date in our time.

The Hellenic Mythology. A Source of Origin Research for the Philosophical and Ideological Foundations in Health Care Sophia Chatzicocoli-Syrakou, Christina Syrakou, Theodoros Syrakos

The philosophical and ideological foundations for the human centred approach to the design and operation of healthcare institutions seem to have their origin in the Hellenic (Greek) culture, the first anthropocentric culture developed in Europe and the base of the, so called, western civilization. One of the main and prototypic sources for origin research appears to be the Hellenic mythology and especially its part dealing with theogonya. Because under the divine stories of the Hellenic mythology, philosophical and ideological theses are hidden, concerning the original norms and forms of life that derive from "...the deep well of Time, in which Myth has its home». So, when trying to identify the philosophy behind the concept of the ..Human Centred Approach to Healthcare Design", we have to search for original and ideological norms and forms in the myth of Asklepius, the divine physician and god of healing in the Hellenic mythology. According to that myth, the Human Centred Healthcare Design has its philosophical origin in the human effort and in the respect for the divine healing powers of nature, and it is understood as a product of harmonic collaboration between nature and man.  

Εκπαιδευτικές σελίδες: Μυθικά τέρατα των παραμυθιών: Μια παράξενη οικογένεια Μαρίζα Ντεκάστρο

Τεύχος 80, Σεπτέμβριος 2001 No. of pages: 114
Κύριο Θέμα: Οι ονειρευάμενοι: Τα γεγονότα του 1930 στην Κόρωνο Charles Stewart

Το όνειρο στη νεότερη Ελλάδα Ιωάννης Πετρόπουλος

Όνειρο και εθνογραφία στη Μάνη Νάντια Σερεμετάκη

Η λειτουργία του χρόνου στα όνειρα της λογοτεχνίας: Βιζυηνός και Παπαδιαμάντης Μιχάλης Χρυσανθόπουλος

Διαβατήρια όνειρα στην ελληνική μεταναστευτική εμπειρία Βασιλική Χρυσανθοπούλου

Άλλα θέματα: Ο πέτρινος κόσμος της Ίδης Μάνος Μικελάκης

Αναζητώντας τα τείχη του Iλίου (Ubi Troia fuit…) Βαγγέλης Πανταζής

Η συμβολή των νέων τεχνολογιών στην αξιοποίηση των πηγών της ιστορίας και της τέχνης Αναστασία Βακαλούδη

Όψεις και αναγνώσεις της Νεολιθικής εποχής: η περίπτωση του Αιγαίου Λία Καρίμαλη

Ο χώρος των νεκρών στη σημερινή πόλη Ιωσήφ Στεφάνου, Ιουλία Στεφάνου

Η Στοά της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα. Μορφές διάβρωσης και προτάσεις προστασίας Βασίλειος Λαμπρόπουλος, Μαρία Κάτου, Αλέξανδρος Σαπουντζάκης

Μια βραχογραφία πλοίου στο λιμάνι της Μύρινας Χριστίνα Μαραγκού

Μουσείο: Το Mουσείο Πιερίδη – Αρχαίας Κυπριακής Τέχνης Σοφία Αντωνιάδου

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Μνήμη, γλυπτική του Γιώργου Νικολαΐδη (στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Ώρες Βυζαντίου», Μυστράς, 2001) Αντρέας Ιωαννίδης

Aρχαιολογικά Nέα: ειδήσεις, εκθέσεις, συνέδρια, διαλέξεις, επιστολής αναγνωστών, βιβλία Κατερίνα Τσεκούρα (επιμ.)

Πληροφορική: Η βάση δεδομένων NAVIS στο Διαδίκτυο. Συνέντευξη με τον Χρήστο Αγουρίδη Κατερίνα Χαρατζοπούλου (επιμ.)

NAVIS, οθόνη παρουσίασης του ελληνιστικού φοινικικού πολεμικού πλοίου από τη Marsala της Σικελίας, Μουσείο Lilybaeum Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος NAVIS αναπτύχθηκε, χάρη στη συνεργασία επιστημονικών οργανισμών με κοινούς σκοπούς και αντικείμενο έρευνας, ένας δικτυακός τόπος, που επέτρεψε, σε πείσμα των περιορισμών που επιβάλλουν τα φυσικά γεωγραφικά σύνορα, τη δημιουργία ενός «musée imaginaire» της αρχαίας ναυτιλίας. Την εκπροσώπηση της χώρας μας έφερε σε πέρας το Ινστιτούτο Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών (Ι.ΕΝ.Α.Ε.), ένας ερευνητικός φορέας με μακρόχρονη και σημαντική προσφορά τόσο στη χαρτογράφηση του ελληνικού υποβρύχιου χώρου όσο και στην μελέτη, τη δημοσίευση, την προστασία και την ανάδειξη των αρχαίων ναυαγίων. Ο Χρήστος Αγουρίδης (Ι.ΕΝ.Α.Ε. και Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων) μας παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της βάσης δεδομένων NAVIS και την εμπειρία από τη συμμετοχή του Ι.ΕΝ.Α.Ε. σε ένα πρόγραμμα δημοσίευσης αρχαιολογικών αρχείων στο Διαδίκτυο, συμπληρώνοντας τα θέματα ανάπτυξης ψηφιακών αρχαιολογικών αρχείων, που πραγματεύθηκαν οι προηγούμενες συνεντεύξεις (Στήλη Πληροφορική, τ. 78 και 79, Μάρτιος και Ιούνιος 2001) .

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Οι Eτρούσκοι (έκθεση στο Palazzo Grassi, Βενετία, 2001) Αφροδίτη Οικονομίδου, Mario Torelli

English summaries: Dreams in modern Greece Ioannis Petropoulos

Dreams since the 19th century, real dreams, dreams taken from literature. By being recited in public, the dreams in the Mani area become fundamentally social. The expectations of the local “audience”, influenced the children of Naxos in the dreams they saw of the Virgin Mary and Saint Anne. Dreams predict and also challenge the immediate future. They have their own natural language, led by that of the Greeks in Sweden. Dreams, daydreams, fleeting thoughts involve the imagination. Imagination and the narrative nature of both the dream and the short story, made it easy for Visyinos and Papadiamantis to include narratives of dreamlike events in their writing.

Oi oneirevamenoi: The Events of 1930 in Koronos Charles Stewart

In 1930 a long-lost icon of the Panagia was rediscovered on Naxos through the dreams of a twelve-year-old girl, When the icon was returned to the mountain village of Koronos an epidemic of dreaming broke out among twelve-year-old children in the village. Throughout 1930 these children daily reported dreams of the Panagia or St. Anne directing them to find an icon of St. Anne still buried at a place called Argokoili (where the icon of the Panagia had previously been found). This article studies this episode of dreaming drawing on historical and oral historical sources as well as the texts of one of the children's dreams, which have been preserved. The dreams prophesied beneficial consequences for Koronos if the icon of St. Anne were discovered and the Koronidiates applied their skills as emery miners to the search for this buried object. In the end the icon remains undiscovered, and the name for the dreamers and their followers -o/ oneirevamenoi— has taken on disparaging overtones. Argokoili has, nonetheless, developed into the largest pilgrimage on Naxos and some villagers still believe that the icon of St. Anne will be found.

Dream and Ethnography in Mani C. Nadia Seremetakis

Based on long-term fieldwork in Inner Mani (Southern Peloponnese), which has culminated in the well-known ethnographic publication The Last Word, the author presents dreaming as part of a divinatory complex, tied to the notion of moira. A person's life, as structured by moira, is an economic system formed by relations of debt, obligation, expenditure and compensation. Thus, dream and other warning signs are analogous to the semiology of money. In contrast to the understanding of dreaming as psychological or irrational, the author posits dreaming as deep cultural structures. Divinatory dreaming, which is rooted in codified temporal transformation, is a privileged channel in a muted, under-represented historical experience of everyday life. Dreaming is another form of historicization and thus a theoretical language of analysis and representation equivalent to the "tools" of the "western ethnographer." In this spirit, the author presents her own dreams as a form of vision and expression. She recognizes connections between the logic of dreams and the historical experience of economic transformation in her society and that of Inner Mani. Finally, since it is women who control the interpretation of dream and other warning signs in Mani, as is also the case in the rest of the Mediterranean, the author poses divinatory dreaming as a collective system, a sub-text in the communication of Mediterranean women.

The Function of Time in the Dreams of Literature: Vizyenos and Papadiamandis Michalis Chryssanthopoulos

The article consists of two parts. In the first the theoretical background that will define the reading of literature is set, by reading in parallel Artemidoros' Oneirokritika (2nd c. AD) and Sigmund Freud's Die Traumdeutung (1900), on the basis of three notions: the notion of loss that leads to the distinction between the outer and the inner reality; the notion of analogy between the world of dreams, the product of sleep, and that of alert life, and therefore to the proportional relationship, characteristic of the oneiric pictures and the oneiric narration; and the notion of time, since both works project the text of the dream -not its pictures- in a time different from that of its experience and substantiate the notion of time difference. In the second part Vizyenos' and Papadiamandis1 texts are presented, in which the dreams, on the basis of loss, analogy and time difference, create an alternative narrative space and build up the otherness: they break down the realistic conventions, overthrow the consequence of narration and propose the unreal, but in real terms.  

Dreams of Transition in Greek Migrant Experience Vassiliki Chryssanthopoulou

The dreams that migrants experience at crucial points in their lives, such as when they are undergoing depression or illness, express their sense of belonging, which is undergoing transition and change. In this paper, we examine