Γωρυτός ονομάζεται η θήκη για τα βέλη και το τόξο έφιππου πολεμιστή. Δερμάτινη ή ξύλινη, η θήκη καλύπτεται με χρυσό έλασμα. Τέσσερις γωρυτοί έχουν βρεθεί στη Νότια Ρωσία και το εξάρτημα αυτό θεωρείτο τυπικά σκυθικό μέχρις ότου, το 1977, ήρθε στο φως ο γωρυτός της Βεργίνας. Οι φυσικές και χημικές αναλύσεις των μετάλλων θα ελέγξουν την υπόθεση ότι οι γωρυτοί είχαν κατασκευαστεί σε ελληνικό εργαστήριο.
Εκτός από τον μικρασιατικό ποταμό Πακτωλό, οι αρχαίοι θεωρούσαν πηγή χρυσού και τον ποταμό Ορόντη στην εξωτική Σκυθία. Για να διαχωρίσουν τον ανοιχτόχρωμο ποταμίσιο χρυσό από τους κόκκους της άμμου, οι Σκύθες χρησιμοποιούσαν προβιά που, προς το τέλος της διαδικασίας, έπαιρνε όψη χρυσόμαλλου δέρατος. Το χρυσάφι κατέκλυσε την Ελλάδα μετά τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου, δίνοντας τεράστια ώθηση στη μεταλλοτεχνία. Επηρεασμένοι από τους Πέρσες, οι Έλληνες τεχνίτες χρησιμοποιούν ημιπολύτιμους λίθους. Σ’ έναν κόσμο που του αποδίδει και μεταφυσικούς συμβολισμούς, το ελληνικό κόσμημα των προχριστιανικών χρόνων έχει διεθνή αναγνώριση.
Χρυσά νομίσματα έκοψαν πρώτοι οι Λύδες γύρω στον 7ο αιώνα π.Χ. Μέχρι την εποχή του Φιλίππου Β΄, χρυσά νομίσματα κόβονταν μόνο σε περιόδους κρίσης.
Η σπανιότητα και κυρίως η αιώνια λάμψη του πολύτιμου μετάλλου που δεν οξειδώνεται το έκαναν ιδανικό σύμβολο του θείου. Τα χρυσά αφιερώματα της αρχαιότητας μπαίνουν, με νέα μορφή, στους χριστιανικούς ναούς.
Εικονογραφούνται η σφυρήλατη τεχνική, η έκκρουστη, η διάτρητη, η χρήση μήτρας, η διακόσμηση με σμάλτο, η κοκκίδωση και ο ένθετος διάκοσμος.
Καθώς οι άνθρωποι έλιωναν τα παλαιότερα χρυσά αντικείμενα για να αξιοποιήσουν εκ νέου το σπάνιο μέταλλο, αρχαία αντικείμενα από χρυσό επιβιώνουν μόνο εφόσον διασώθηκαν σε κάποιον ασύλητο τάφο. Τα κοσμήματα της πρωτομινωικής ΙΙ περιόδου (2900/2600-2300/2200 π.Χ.) προέρχονται κυρίως από τους τάφους του Μόχλου, στην ομώνυμη νησίδα κοντά στη βόρεια ακτή της επαρχίας Σητείας. Το νεκροταφείο που αποτελείται από διάφορους τύπους ορθογώνιων τάφων, ανέσκαψε ο Αμερικανός R. Seager στις αρχές του αιώνα. Στα πεταμένα χώματα της ανασκαφής του βρέθηκαν σκόρπια μικρά κομψοτεχνήματα αλλά και ένας κανονικός θησαυρός, φυλαγμένος σε συμπιεσμένο ασημένιο αγγείο. Αποκαλύφθηκαν λεπτοδουλεμένα αλυσιδάκια, βραχιόλια και μικρές ταινίες ταφικής χρήσης αλλά και πολλά σκόρπια φύλλα που, συνδυασμένα σε μικρά κλωνάρια, στόλιζαν τα μαλλιά. Διπλωμένο και σφιγμένο σαν μπαλίτσα, διασώθηκε ένα διάδημα, το λαμπρότερο κόσμημα ολόκληρης της προανακτορικής χρυσοχοΐας. Πρόκειται για μια ταινία που, με έκτυπη «κοκκίδωση», στολίζουν τρία σχηματοποιημένα κρητικά αγρίμια (αίγαγροι). Μοναδικότητα στο αντικείμενο προσδίδουν οι τρεις πανύψηλες διπλές κεραίες σε σχήμα V από λεπτό έλασμα και ταιριαστό διάκοσμο. Στις πλατύτερες άκρες τους περιγράφεται μικροσκοπικό αγρίμι. Οι κομψές κεραίες του διαδήματος, που είχε πραγματική και όχι ταφική χρήση, τρεμόπαιζαν με κάθε κίνηση της κεφαλής. Το διάδημα επέτρεψε να διορθωθούν παρερμηνείες ανάλογων κοσμημάτων ως ταφικών προσωπίδων ή και διακοσμητικών ταινιών. Επανέφερε επίσης τη συζήτηση γύρω από τον χρυσοφόρο τόπο που προμήθευε τους Μινωίτες. Αν και οι εργαστηριακές εξετάσεις λείπουν, ο αρθρογράφος εκτιμά ότι η Λυδία και ο θρυλικός Πακτωλός τροφοδοτούσαν τους Κρήτες με χρυσάφι, υλικό που συνδεόταν με μαγικοθρησκευτικές και κοσμολογικές αντιλήψεις.
Την πρώτη χιλιετία π.Χ., ιρανόφωνα νομαδικά φύλα κατέκλυσαν τις στέπες της Ευρασίας. Ο κοινός τους πολιτισμός, που καλλιτεχνικά εκφράζεται με τον ζωόμορφο ρυθμό, ονομάστηκε συμβατικά «σκυθικός» από τα φύλα των Σκυθών που ζούσαν στο δυτικό τους άκρο, πάνω από τη Μαύρη θάλασσα. Στην ίδια πολιτισμική ενότητα εντάσσονται οι φυλές της Νότιας Σιβηρίας αλλά και οι Σαρμάτες που, εκτοπίζοντας τους Σκύθες, δημιούργησαν στο χώρο τους σημαντικό πολιτισμό τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ.
Ο Ηρόδοτος παραδίδει ότι οι νομάδες Σκύθες, που αντλούσαν την καταγωγή τους από τον Δία ή τον Ηρακλή, δεν είχαν πόλεις και οχυρά. Ωστόσο, η ανασκαφική έρευνα τον διέψευσε ως προς τους γεωργούς που έζησαν από τον 7ο έως τον 2ο αιώνα π.Χ. γύρω από τον Δνείπερο. Οι Σκύθες θυσίαζαν μόνο στον Άρη και με το αίμα αιχμαλώτων ράντιζαν τον συμβολικό του βωμό, λατρευτική πρακτική που απηχείται στην Ιφιγένεια εν Ταύροις. Οι νεκροί θάβονταν σε αβαθείς λάκκους με κτερίσματα, ορισμένοι μαζί με το άλογό τους. Τους ηγεμονικούς τάφους καλύπτουν μεγάλοι τύμβοι. Στη σκυθική τέχνη διακρίνονται τρεις περίοδοι: η πρωτοσκυθική (7ος-6ος αι. π.Χ.) και η μεσοσκυθική (5ος-4ος αι. π.Χ.) χαρακτηρίζονται από τον ζωόμορφο ρυθμό που, στη δεύτερη περίοδο, εμφανίζει τάση για σχηματοποίηση και εμπλουτίζεται με ζώα πέρα από τα ελάφια, τους αίγαγρους και τα αιλουροειδή που απεικονίζει η πρώτη. Η επαφή των Σκυθών με τις ελληνικές αποικίες της Μαύρης θάλασσας συντελεί στη μεγάλη ακμή της τέχνης τους τον 4ο αιώνα π.Χ. Στην υστεροσκυθική περίοδο (τέλη 4ου και α΄ μισό 3ου αι. π.Χ.) εμφανίζονται ανθρωπόμορφες παραστάσεις και ο ζωόμορφος ρυθμός γίνεται πιο αφαιρετικός. Ο ίδιος ρυθμός χαρακτηρίζει και τα φύλα που έζησαν από τον 7ο ως τον 3ο αιώνα π.Χ. στη Νότια Σιβηρία από τα οποία γνωρίζουμε μόνο τον πολιτισμό των μεταλλωρύχων Ταγκάρ και τους τύμβους των Αλτάι. Οι μεγάλοι πέτρινοι τύμβοι της αριστοκρατίας των Αλτάι, με τον πάγο που σχηματίστηκε στους αρμούς τους, διατήρησαν τα κτερίσματα σε «βαθιά ψύξη». Σώθηκε το αρχαιότερο χαλί του κόσμου, μεταξωτά υφάσματα, δερμάτινα και ξύλινα μέρη ιπποσκευών. Ο πλούτος και η εκπληκτική τεχνική των κτερισμάτων αυτού του σκυθοσιβηρικού ρυθμού εντυπωσίασαν και τον αυτοκράτορα Πέτρο Α΄, του οποίου η Σιβηρική Συλλογή στεγάζεται στο Ερμιτάζ.
Στη δύση του σκυθικού πολιτισμού εμφανίζονται οι Σαρμάτες. Αφομοιώνοντας σκυθικά και ιρανικά στοιχεία, διαμορφώνουν έναν ανεξάρτητο ζωόμορφο σαρματικό ρυθμό που καθυποτάσσει την αισθητική στην πρακτική σκοπιμότητα. Δυο αιώνες αργότερα Γέτες και Ούνοι σκορπίζουν τα σαρματικά φύλα.
Από εργαστήρια στην Αττική, την Κόρινθο και τη Β. Ελλάδα, έφθασαν ως εμάς καθρέφτες, υδρίες, οινοχόες, σίτουλες και κρατήρες με σφυρήλατο ανάγλυφο διάκοσμο. Ο τύπος του πτυκτού κατόπτρου στολίζεται με θέματα από έργα ζωγραφικής ή γλυπτικής. Οι χάλκινες ή ασημένιες υδρίες διακοσμούνται κάτω από τη λαβή, όπως και οι οινοχόες.
Το 1962, σε μικρό κιβωτιόσχημο τάφο στο Δερβένι (Θεσσαλονίκη), βρέθηκε ο μεγάλος κρατήρας του Δερβενιού (330-320 π.Χ.). Η αττική τέχνη του και η ιωνική τρυφερότητα του σχεδίου υποδεικνύουν ένα γλύπτη και τορευτή από ιωνική πόλη της Χαλκιδικής που μαθήτευσε στην Αθήνα. Το χρυσαφί του χρώμα οφείλεται στη μεγάλη περιεκτικότητα του χαλκού σε κασσίτερο. Τα αγαλμάτια, οι ελικωτές λαβές και η βάση είναι χυτά, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του αγγείου, από τη βάση ως το μέσον περίπου του λαιμού, αποτελείται από μεγάλο, σφυρηλατημένο έλασμα. Μικρότερο έλασμα σχηματίζει το πάνω μέρος του λαιμού και η συγκόλληση των δύο συμπίπτει με τη διαχωριστική του γραμμή.
Στην κύρια όψη του κρατήρα απεικονίζονται ο Διόνυσος και η Αριάδνη με συνοδεία πάνθηρα. Το ζευγάρι περιβάλλουν Μαινάδα και κυνηγός (Πενθέας;) σε εκστατικό χορό. Κάτω από κάθε λαβή, από μία Μαινάδα έτοιμη να σπαράξει χίμαιρα συνδέει την κύρια με την πίσω όψη, που απεικονίζει οργιαστικό χορό Μαινάδων υπό το βλέμμα Σιληνού. Το επάνω τμήμα του λαιμού στολίζει ζωφόρος με δώδεκα ζώα, άγρια θηρία και επίδοξα θύματα. Υπερκοσμημένες είναι οι λαβές του αγγείου. Στις πλευρές της καθεμιάς, τον ώμο του κρατήρα στολίζουν τέσσερα επίθετα συμπαγή αγαλμάτια: Διόνυσος, δύο Μαινάδες και Σιληνός. Στο ιωνικό κυμάτιο του λαιμού, επιγραφή ταυτίζει τον ιδιοκτήτη του
Το χρώμα και τη λάμψη του ήλιου δανείζονται τα χρυσοποίκιλτα εξαρτήματα που ντύνουν την κοσμική και εκκλησιαστική εξουσία στο Βυζάντιο. Το επίσημο νόμισμά του δεν θα μπορούσε να είναι παρά χρυσό ατόφιο. Το 312, ο Μ. Κωνσταντίνος χτύπησε τον «aureum solidum», τον «στέρεο χρυσό», τον «σόλιδο», το γνωστό Κωνσταντινάτο που ζυγίζει 24 καράτια.
Νομισματική υποτίμηση μπορούσε να γίνει με ελάττωση του βάρους και ο νόμος τιμωρεί αυστηρά όσους ξύνουν τα νομίσματα. Επίσημα το έκανε ο Νικηφόρος Φωκάς για να αντιμετωπίσει τις πολυδάπανες εκστρατείες του εναντίον των Αράβων. Η πιο συχνή επίσημη νοθεία όμως γίνεται με την ελάττωση της καθαρότητας του πολύτιμου μετάλλου. Σ’ αυτήν θα καταφύγει ο Αλέξιος Κομνηνός, την ώρα που η αυτοκρατορία απειλείται από Βορρά, Δύση και Ανατολή. Τα 24 καράτια του Μ. Κωνσταντίνου ύστερα από δέκα αιώνες μένουν μόλις 12, μαρτυρώντας τις δυσχέρειες των καιρών. Ως τα μέσα του 11ου αιώνα όμως, το «υπέρπυρο» βυζαντινό νόμισμα μένει σταθερό και καθαρό, βγαλμένο μέσα από τη δοκιμασία της φωτιάς (χρυσό «ολοκότινο»), από τα νομισματοκοπεία της Πόλης, της Θεσσαλονίκης και, στα παλιά, καλά χρόνια, από τα κρατικά εργαστήρια της Σικελίας, της Καρχηδόνας, της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας. Με αυτό εμπορεύονται πάντα τα έθνη και είναι δεκτό απ’ άκρου σ’ άκρο της γης, μαρτυρεί ο Κοσμάς Ινδικοπλεύστης. Απηχώντας και διαδίδοντας το μεγαλείο του Βυζαντίου, απεικονίζει τη στρατιωτική του ισχύ στη χλαμύδα του αυτοκράτορα, το θεοστήρικτο της αρχής του στον Άγγελο ή τον Χριστό που τον στέφει, την οικουμενικότητα της εξουσίας του στη σφαίρα και το σκήπτρο του. Η λαϊκή φαντασία θα το επενδύσει με υπερφυσική δύναμη και θα το κάνει φυλαχτό.
Αντανακλώντας τον πλατωνικό Κόσμο των Ιδεών, η βυζαντινή ζωγραφική επιδιώκει με το φως του χρώματος να αποκαλύψει την άυλη υπόσταση του κόσμου. Ιερή Γραφή για τους αγράμματους χριστιανούς, η ζωγραφική αποκτά διδακτικό, αποκαλυπτικό χαρακτήρα. Το φως, που ταυτίζεται με τον Θεό, καταλύοντας την υλική τους υπόσταση ενώνει τα πάντα σε ένα Όλον. Αυτήν ακριβώς την ενότητα αποδίδει το χρυσό φόντο των ψηφιδωτών δίνοντας υπερβατική διάσταση στο χώρο. Άλλωστε, ο συμβολισμός του χρυσού τον συνδέει με τις έννοιες του πολύτιμου, του άφθαρτου και αναλλοίωτου, του θεϊκού.
Ο χρυσός στα ψηφιδωτά εμφανίζεται ήδη από τον 3ο-4ο αιώνα αλλά η χρήση του φθάνει στο απόγειό της τον 9ο-11ο αιώνα, μετά την Εικονομαχία. Η εντοίχια ψηφιδωτή διακόσμηση στηρίζεται σε κύβο από γυαλί ή πέτρα που θυμίζει πολύτιμο λίθο. Για το χρυσό φόντο, επιλέγονται γυάλινες ψηφίδες με ελαφρά κίτρινη ή κόκκινη απόχρωση. Στη μία τους πλευρά τοποθετείται λεπτό φύλλο χρυσού που καλύπτεται από λεπτό γυαλί. Ως την εικονομαχία, το χρυσό φόντο δεν έχει μεγάλη εξάπλωση. Από κάποια ψηφιδωτά απουσιάζει, ενώ σε άλλα περιορίζεται σε μια χαμηλή ζώνη. Το πρώτο ψηφιδωτό με χρυσό (3ος-4ος αι.) προέρχεται από τη νεκρόπολη κάτω από τον Άγιο Πέτρο του Βατικανού και απεικονίζει τον Χριστό ως ήλιο. Το χρυσό φόντο γενικεύεται στη Ροτόντα της Θεσσαλονίκης (5ος αι.) αλλά, την ίδια εποχή, στη Ραβέννα και τη Ρώμη επιβιώνουν νατουραλιστικά θέματα που περιορίζουν την έκτασή του. Τα καλύτερα δείγματα ενιαίου χρυσού φόντου, όλα του 11ου αιώνα, βρίσκονται στον Όσιο Λουκά στη Φωκίδα, στο Δαφνί στην Αττική και στη Νέα Μονή της Χίου.
Γύρω στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ., διάφορα μικρασιατικά εργαστήρια απεικονίζουν μεγάλη ποικιλία ζώων με τεχνική που θυμίζει τους μινωικούς και μυκηναϊκούς σφραγιδόλιθους. Λίγο αργότερα χαράσσονται θεϊκά σύμβολα ή και τοπικά φυτά. Στο γύρισμα του 6ου προς τον 5ο αιώνα, η Δήλος χαράζει στα νομίσματά της λύρα και στους αρχαϊκούς στατήρες της Μήλου εικονίζεται μήλο.
Η ανθρώπινη μορφή προσεγγίζεται τον 6ο αιώνα με τη χάραξη θεών και ηρώων. Στο μεμονωμένο κεφάλι, αρχικά το μάτι απεικονίζεται μετωπικά και με έντονο σφαιρικό σχήμα. Στην αρχή της νομισματοκοπίας οι ανδρικές απεικονίσεις είναι σπανιότερες, ενώ συχνά απεικονίζεται η αποτροπαϊκή Γοργώ.
Η απεικόνιση συγκεκριμένου προσώπου με ατομικά χαρακτηριστικά δεν ήταν επιτρεπτή. Στους περσικούς Δαρεικούς, ο «μεγάλος βασιλιάς» αποδίδεται συμβολικά ως τοξότης. Συμβολική θεωρείται και η απεικόνιση του Θεμιστοκλή με κεφάλι πολεμιστή. Στα νομίσματα που ο Αρταξέρξης τού επέτρεψε να κόψει, χαράχτηκε το όνομα, ή το μονογράφημα ΘΕ, αλλά όχι η μορφή του.
Οι Έλληνες βασιλείς δεν τολμούν ακόμη να διαπράξουν αυτή την ιεροσυλία. Στα αργυρά του τετράδραχμα, ο Φίλιππος Β΄ θα χαράξει το κεφάλι του Ολυμπίου Διός.
Στις σατραπείες της Ανατολής όμως, η επαναστατική αντίληψη της χάραξης ενός συγκεκριμένου θνητού εμφανίζεται ήδη στα 412/411 π.Χ., σε νόμισμα με τη μορφή του Τισσαφέρνη. Άλλο νόμισμα, γύρω στο 413-373 π.Χ., σώζει το πορτραίτο του Φαρνάβαζου. Σώζονται επίσης νομίσματα με δυνάστες της Λυκίας και τα ονόματά τους γραμμένα στην τοπική γλώσσα. Ωστόσο η νομισματοκοπία της περιοχής, πρόδρομος των ελληνιστικών πορτραίτων, έχει ελληνικό χαρακτήρα. Ένα από τα ωραιότερα δείγματα είναι οι αργυροί στατήρες του Έλληνα δυνάστη Περικλή που κόπηκαν γύρω στο 380-360 π.Χ.
Η αρχαιομετρία μελετά με φυσικοχημικές μεθόδους τη σύσταση και τις συνθήκες επεξεργασίας των αντικειμένων που διαμορφώνουν τη φύση και τη χρήση ενός υλικού. Για παράδειγμα, ο χαλκός, πολύ μαλακός για την κατασκευή όπλων, αναμεμειγμένος με κασσίτερο αποκτά σκληρότητα μεγαλύτερη κι από τον σίδηρο. Η συμβολή της αρχαιομετρίας είναι απαραίτητη στην απάντηση τριών ερωτημάτων: ηλικία, προέλευση, τρόπος κατασκευής. Για την ηλικία χρησιμοποιούνται ο άνθρακας -14, η θερμοφωταύγεια ή ο αρχαιομαγνητισμός. Για την προέλευση ενδιαφέρει το ορυχείο απ’ όπου εξορύχθηκε το μετάλλευμα. Οι ανεπαρκείς γνώσεις μας για τα ορυχεία της αρχαιότητας, σε συνδυασμό με τεχνικά προβλήματα που θέτει η επαναχύτευση των αντικειμένων, αντιμετωπίστηκαν με τα ισότοπα του μολύβδου που ανιχνεύονται στα περισσότερα κράματα. Ως προς την τεχνολογία κατασκευής, διακρίνονται δύο στάδια. Στο πρώτο ερευνώνται τα υπολείμματα της εκκαμίνευσης, δηλαδή οι σκουριές. Στο δεύτερο, στην περίπτωση του χαλκού για παράδειγμα, η εκκαμίνευσή του, που αποτελείται από πολλά στάδια, είχε ως αποτέλεσμα να κατακάθεται στο βάθος του καμινιού το σχετικά καθαρό μέταλλο με τη μορφή ημισφαιρίου. Οι χελώνες ή ο πέλεκυς ήταν το σχήμα με το οποίο συνήθως γίνονταν οι εμπορικές συναλλαγές του καθαρού μετάλλου.
Το αρχαιότερο και το μεγαλύτερο μοναστήρι του Αγίου Όρους, η Μεγίστη Λαύρα, ιδρύθηκε το 963 από τον Όσιο Αθανάσιο, που σκοτώθηκε το 1002 κατά τη διεύρυνση του Καθολικού της. Το Καθολικό, πρότυπο για τις περισσότερες μονές του Όρους αλλά και για μονές στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, έχει σήμερα την εξής όψη: Από τον τετραγωνικό πυρήνα ενός είδους σταυροειδούς ναού, προεκτείνονται προς βορρά και νότο δύο ημικυκλικές κόγχες, τα χοροστάσια ή χοροί για τους ψάλτες. Προς τα δυτικά, συνάπτεται ευρύχωρος νάρθηκας, η λιτή. Στη λιτή είναι προσκολλημένα, στα βόρεια και νότια, από ένα παρεκκλήσι. Τη λιτή και τα δύο παρεκκλήσια ενώνει στα δυτικά επιμήκης υαλόφρακτος εξωνάρθηκας.
Οι Έλληνες και ξένοι μελετητές που εξέτασαν το Καθολικό της μονής στηρίχτηκαν στη σημερινή του μορφή, όπως αποκρυσταλλώθηκε το 1899. Δύο σχολές, του Gabriel Millet και του Joseph Strzygowski, αναγνωρίζουν αντίστοιχα: α) τον τύπο του εγγεγραμμένου τετρακιόνιου σταυροειδούς ναού, εμπλουτισμένο με τις αψίδες των χορών, με νάρθηκες και πλάγια παρεκκλήσια, β) μια τυπολογία τρίκογχου ναού, με παλαιοχριστιανικές, αρμενικές ή γεωργιανές επιδράσεις. Με ασφαλή χρονολογικά πατήματα προς τα πίσω, ο αρθρογράφος «ξεφλουδίζει» τις μεταγενέστερες αλλαγές και προσθήκες επιχειρώντας να φθάσει στον τύπο της αρχικής κατασκευής. Την κάτοψη του Καθολικού αποτυπώνει το 1744 ο Κιωβίτης καλόγερος Vasilij Grigorovič Barskij. Τρεις απεικονίσεις του Καθολικού, οι δύο ζωγραφισμένες μέσα στο ναό και η τρίτη σε χαλκογραφία, αναπαριστούν τη μορφολογία του στον 16ο αιώνα, αναλλοίωτη από το τέλος του 11ου. Με μελέτη των πηγών και με αυτοψία, επιχειρηματολογείται ότι: α) το αρχικό σχέδιο της Λαύρας δεν ήταν τρίκογχο, τριαψιδωτό ή τρίφυλλο, β) τα παρεκκλήσια δεν υπήρχαν στο αρχικό σχέδιο, γ) η διεύρυνση του Οσίου Αθανασίου συνίστατο στην προσθήκη των δύο χοροστασίων.
Η ταφική χρήση του θυμιάματος μαρτυρείται από τον 4ο αιώνα, ενώ η λατρευτική μόλις από τον 5ο. Τα περισσότερα θυμιατήρια κατασκευάζονταν από κράματα του χαλκού. Τα ευτελέστερα ήταν πήλινα και τα πολυτελέστερα ήταν από ασήμι και χρυσό, διακοσμημένα με νιέλο και σμάλτο. Παρουσιάζονται έξι αδημοσίευτα και ένα δημοσιευμένο θυμιατήρι. Ένα κιβωτιόσχημο με σύμπλεγμα λιονταριού και κάπρου κοπτικής τέχνης (αρ. εισ. 11533), δύο σε τύπο δισκοπότηρου με διάτρητο σκέπασμα (αρ. εισ. 11470, 11527), ένα θυμιατήρι αναρτημένο από αλυσίδα (αρ. εισ. 11526) και τρία κατσιά, καθιστά θυμιατήρια με πλατιά λαβή (αρ. εισ. 11469, 11402, 21502). Τα τρία πρώτα (5ος ή 6ος αιώνας) είναι αιγυπτιακής προέλευσης. Τα αναρτημένα από αλυσίδα θυμιατήρια είναι εν χρήσει σε όλα τα χρόνια της αυτοκρατορίας. Είναι τόσο δημοφιλή όταν απεικονίζουν σκηνές της Καινής Διαθήκης, όπως αυτό, ώστε θεωρούνται ενθυμήματα της προσκύνησης στους Αγίους Τόπους. Τα κατσιά, από τα οποία τα δύο πρώτα είναι μοναδικά, δεν αναφέρονται πριν από τον 11ο αιώνα και φαίνεται πως είχαν νεκρικό χαρακτήρα.
Το κατσί με αρ. εισ. 11469 (β΄ μισό του 13ου αιώνα) είναι το πολυτελέστερο από τα ελάχιστα θυμιατήρια της σχετικής βιβλιογραφίας. Σφυρήλατο, αρχικά επίχρυσο, έχει εγχάρακτη και εμπίεστη λαβή, διακοσμημένη με σμάλτο. Στην επιφάνειά της διαγράφονται ολόσωμοι οι δύο στρατιωτικοί Άγιοι Θεόδωρος και Δημήτριος. Η λαβή από κατσί της Παναγίας της Θεραπειώτισσας στην Κωνσταντινούπολη με αρ. εισ. 11402 (περί το 1300), είναι χυτή με εγχάρακτο διάκοσμο. Μέσα στο οξυκόρυφο τόξο της προβάλλει σε έξεργο ανάγλυφο η Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα στον τύπο της Οδηγήτριας και οι επιγραφές: ΜΗ(ΤΗ)Ρ Θ)ΕΟΥ) Η ΘΕΡΑΠΙΩΤΗΣΑ και Ι(ΗΣΟΥ)Σ Χ(ΡΙΣΤΟ)Σ.
Στο άρθρο αυτό περιγράφονται μεθοδικά τα στάδια συντήρησης των χάλκινων αντικειμένων. Λόγοι αισθητικής αλλά και προστασίας επιβάλλουν τη διατήρηση της πατίνας. Καθώς καμία μέθοδος καθαρισμού δεν εγγυάται την απομάκρυνση των ιόντων χλωρίου που φθείρουν σημαντικά τα κράματα χαλκού, είναι απαραίτητη η σταθεροποίηση του υλικού. Στο τελικό στάδιο, το αντικείμενο προστατεύεται με ανθεκτικό και αβλαβές διαφανές βερνίκι και αποθηκεύεται στις κατάλληλες συνθήκες. Κάθε αντικείμενο έχει τις ιδιαιτερότητές του, εξ ου και η θεραπεία του είναι εξατομικευμένη. Περιγράφονται αναλυτικά τα στάδια συντήρησης για τα επτά θυμιατήρια του Μουσείου Μπενάκη με αρ. ευρ. 11533, 11470, 11527, 11526, 11469, 11402 και 21502.
Ο εντοπισμός της ποσοστιαίας σύστασης των κραμάτων στο υλικό ενός αντικειμένου δεν διευκολύνει μόνο τη συντήρησή του αλλά συμβάλλει στην επαγωγική διαδικασία που, σε συνδυασμό με την τεχνική, εντοπίζει τον τόπο προέλευσης. Η κλασική χημική ανάλυση και η φασματομετρία ατομικής απορρόφησης χρησιμοποιήθηκαν για τα θυμιατήρια του Μουσείου Μπενάκη με αρ. εισ. 21502, 11469 και 11402 που, αν και κατασκευασμένα με βάση το χαλκό, εμφανίζουν διαφορετική απόχρωση. Αν και τα τρία είναι μπρούντζινα, εμπεριέχουν και άλλα χημικά στοιχεία, ανάμεσα στα οποία και άργυρο. Η παρουσία του μπορεί να οδηγήσει στην πηγή προέλευσης του χαλκού.
Τα αγγεία, τυχαία ευρήματα σε εκσκαφές οικοδομών, είναι από ερυθρό πηλό, άλλοτε γυαλωμένα κατά τόπους άλλοτε όχι. Διακρίνονται δύο τύποι. Τα υδροδοχεία τύπου Α (17ος-18ος αι.) έχουν σφαιρική κοιλιά, στενό λαιμό και ελαφρά διευρυμένο στόμιο. Η μακρά προχοή πλησιάζει πολύ προς το λαιμό. Στον τύπο Β διακρίνονται δυο ομάδες: Στην ομάδα Βα τα αγγεία έχουν πεπλατυσμένη σφαιρική κοιλιά και φαρδύ, μακρύ λαιμό. Πολλά, υποτυπώδη ανθέμια στολίζουν κυκλικά το άνω μέρος της κοιλιάς. Τα αγγεία της ομάδας Ββ έχουν σχεδόν ωοειδή κοιλιά, μικρή σε σύγκριση με το μέγεθος του λαιμού που φέρει εφυαλωμένη ταινία. Ο τύπος Β χρονολογείται στα τέλη του 16ου-αρχές του 17ου αιώνα.
Ο φυσικός διαμελισμός του νησιού σε τέσσερα τμήματα εκδηλώνεται πολιτικά στην τετράπολη που αναφέρει ο Θουκυδίδης: Κράνη, Σάμη, Πάλη και Πρώννοι. Το νησί, αν και ακατοίκητο στην πρώιμη ιστορική εποχή, εμφανίζει εκτεταμένα μυκηναϊκά νεκροταφεία της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου (13ος-11ος αι. π.Χ.). Ίσως να ήταν και τότε χωρισμένο σε τέσσερα μικρά βασίλεια, με σημαντικότερο εκείνο της Κράνης. Την ύπαρξη χωριών μαρτυρούν οι διάσπαρτες συστάδες οικογενειακών τάφων με περιεχόμενο που υποδηλώνει απλοϊκό, αγροτικό πληθυσμό. Εντοπίστηκαν τάφοι θολωτοί και θαλαμωτοί. Κάπως νεότεροι και πολύ πιο διαδεδομένοι, οι θαλαμωτοί είναι σκαμμένοι σε βράχο με σειρές από βαθιές ταφικές θήκες στο εσωτερικό. Ήσαν προσβάσιμοι από είσοδο με διαμορφωμένη θύρα και σκαμμένο δρόμο. Μετά από κάθε χρήση, ο δρόμος καλυπτόταν ξανά με χώμα και την αρχή του δήλωναν λίθινες στήλες. Λόγω της ανακομιδής των οστών, τα κτερίσματα δεν βρέθηκαν στην αρχική τους θέση, ενώ τα πολυτιμότερα είχαν αφαιρεθεί. Με εξαίρεση μια ομάδα κρατήρων, πρόκειται κυρίως για απλά και μικρά πήλινα σκεύη από ωχρό πηλό, φτιαγμένα βιαστικά στον τροχό, ψημένα πρόχειρα, με φτωχό γραμμικό διάκοσμο. Παράλληλα κατασκευάζονται και χονδροειδή χειροποίητα σκεύη. Τους άντρες συνόδευαν τα όπλα τους: κοντά χάλκινα ξίφη και μαχαίρια, δόρατα με χάλκινες αιχμές, σμίλες και λίθινα ακόνια. Ο γυναικείος ταφικός στολισμός περιλαμβάνει περιδέραια, διαδήματα, δαχτυλίδια, περίαπτα, κουμπιά, σφηκωτήρες για τα μαλλιά. Είναι φτιαγμένα από χρυσό, από χαλκό, από χάντρες διαφόρων υλών ή από υαλόμαζα. Το ένδυμα στερέωναν χάλκινες περόνες και πόρπες. Η παντελής απουσία σιδήρου χρονολογεί τα νεκροταφεία της Κράνης πριν από τις αρχές του 11ου αιώνα π.Χ.
- Τα δύο χάλκινα αγάλματα του 5ου αιώνα π.Χ., γνωστά ως πολεμιστές του Ριάτσε, εκτίθενται για πρώτη φορά σε ιταλικά Μουσεία.
- Στο μορφωτικό τμήμα των γαλλικών πρεσβειών βρίσκονται 600 ταινίες αρχαιολογικού και επιστημονικού ενδιαφέροντος
- Η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών γιόρτασε τα 100 χρόνια από την ίδρυσή της στην Ελλάδα
- Σε τάφο του 5ου αιώνα π.Χ. που αποκαλύφθηκε στη Δάφνη, ο νεκρός κρατούσε στο ένα χέρι τον αρχαιότερο ελληνικό πάπυρο που έχει βρεθεί ως σήμερα
- Την Ποικίλη Στοά ενδέχεται να ανακάλυψαν οι Αμερικανοί αρχαιολόγοι στην Αγορά
- Στο Λευκαντί της Εύβοιας αποκαλύφθηκαν ο αρχαιότερος ναός στην Ελλάδα (9ος αι. π.Χ.) και δύο ταφές με σκελετό γυναίκας και τέσσερις σκελετούς αλόγων. Βρέθηκαν χρυσά κοσμήματα και μεγάλο λινό ύφασμα άριστα διατηρημένο
- Στην Τραγάνα Λοκρίδας βρέθηκαν τάφοι με χάλκινα αναθήματα που θα φωτίσουν τη «σκοτεινή» γεωμετρική περίοδο (900-800 π.Χ.)
- Η Archaeology Abroad Service εκδίδει ετήσιο κατάλογο ανασκαφών στην Αγγλία όπου γίνονται δεκτοί ξένοι φοιτητές
- Από το Σικάγο μεταφέρθηκε στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης η έκθεση για τον Μ. Αλέξανδρο που περιλαμβάνει και ευρήματα από τη Βεργίνα
- Μετά από το Τόκιο άνοιξε στο Χιούστον του Τέξας η έκθεση Κυκλαδικής Τέχνης από τις συλλογές του Μουσείου Γουλανδρή
- Το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών εγκαινιάστηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1980 χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία του Λ. Ευταξία. Στεγάζεται στο αρχοντικό που σχεδίασαν το 1830 γερμανοί αρχιτέκτονες για τον τραπεζίτη Σ. Δεκόζη-Βούρο, στο οποίο έμειναν και ο Όθων με την Αμαλία ώσπου να χτιστεί το παλάτι. Η Αθήνα μιας εποχής που δεν έχει ακόμη μελετηθεί σε βάθος ξεπροβάλλει μέσα από την πλούσια συλλογή πινάκων, τα έπιπλα, τα αντικείμενα. Εδώ στεγάζεται και η μακέτα της Αθήνας του 1842 από τον Ι. Τραυλό, που στηρίζεται στα σχέδια του Κλεάνθη και του Ed. Schaubert.
- Στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών προστέθηκαν δύο σημαντικά σύνολα εκθεμάτων.
Από τις σωστικές εργασίες στην εκκλησία της Επισκοπής στην Ευρυτανία, που βυθίστηκε στην τεχνητή λίμνη του Μέγδοβα, αποκαλύφθηκαν τέσσερα στρώματα τοιχογραφιών από τον 8ο έως και τον 13ο αιώνα. Μετά την αποτοίχισή τους, μέρος τους εκτίθεται στο Μουσείο.
Από τη Συλλογή Λοβέρδου εκτίθενται 150 αντιπροσωπευτικές μεταβυζαντινές εικόνες, από τον 14ο ως τον 19ο αιώνα. Οι ζωγράφοι είναι στην πλειοψηφία τους Κρητικοί και Επτανήσιοι.
- Εγκαινιάστηκε καινούριο Μουσείο του Πειραιά, με γλυπτά κυρίως από τον 4ο και τον 2ο αιώνα π.Χ. Εκτίθεται η συλλογή γλυπτών πινάκων που βρέθηκε το 1930-31 στο λιμάνι, μια μαζική παραγωγή αντιγράφων που προοριζόταν για τον διάκοσμο κτιρίων στη Ρώμη.
- Δημιουργήθηκε νεό Αρχαιολογικό Μουσείο στα Χανιά που στεγάστηκε στη βενετσιάνικη τρίκλιτη βασιλική της Μονής του Αγίου Φραγκίσκου. Πλάι στα παλιά εκθέματα, προβάλλονται νέα ευρήματα από τον θολωτό τάφο της φυλακής του Αποκορώνου, ειδώλια και αγγεία από την ανακτορική εποχή. Αξιοσημείωτη είναι η συλλογή από λάρνακες, όπως και τα ρωμαϊκά ψηφιδωτά.
- Το Μουσείο της Λαογραφικής Εταιρείας Λαρίσης θα ανοίξει και πάλι τον Νοέμβριο σε νέες αίθουσες. Τμήμα από τη θαυμάσια συλλογή του γύρω από παραδοσιακά επαγγέλματα είχε παραχωρηθεί στο Μουσείο Μπενάκη για την έκθεση «Παραδοσιακές καλλιέργειες».
- Εγκαινιάστηκε τον περασμένο Αύγουστο το Μουσείο Άνδρου, δωρεά των Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, έργο του αρχιτέκτονα Στάμου Παπαδάκη. Την οργάνωσή του επιμελήθηκε ο Χέρμπερτ Σμιτ, αρμόδιος για τις εκθέσεις στο Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης. Στεγάζονται ευρήματα αντιπροσωπευτικά της ιστορίας του νησιού, από τα αρχαϊκά χρόνια ως τη Φραγκοκρατία, ενώ έχουν προβλεφθεί χώροι για πολιτιστικές εκδηλώσεις.
- Στο νέο Μουσείο Κυθήρων, το νησί με τον δωρικό ναό της Αφροδίτης, εκτίθενται τώρα και τα νεολιθικά ευρήματα των ανασκαφών της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής.
- Το 21ο Διεθνές Συνέδριο Αρχαιομετρίας έγινε στο Brookhaven National Laboratory της πολιτείας της Νέας Υόρκης (18/5/-22/5/1981)
- Το Ε΄ Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο έγινε στον Άγιο Νικόλαο (25/9-1/10/1981)
- Το 16ο Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινών Σπουδών με θέμα «Οι Βυζαντινές Σπουδές στο έτος 2000. Απολογισμοί – Προγραμματισμοί» οργανώθηκε στη Βιέννη από την Association internationale des Études byzantines (4-10/10/1981). Το συνέδριο πλαισίωναν πέντε εκθέσεις:
α. Βυζάντιο και Δύση, με αρμενικά χειρόγραφα της Αδελφότητας Μεγχιταριστών Βιέννης
β. Οι θησαυροί της Γεωργίας, με αντικείμενα από το Μουσείο Τέχνης του Tbilisi.
γ. Αντικείμενα καθημερινής χρήσης από τη συλλογή στο Χιούστον του Τέξας
δ. Συλλογή εικόνων του Μουσείου Τέχνης της Βιέννης
ε. Τα Νεοελληνικά Γράμματα στη Δύση
- Βασίλειος Πετράκος, Εθνικό Μουσείο, Γλυπτά – Χαλκά – Αγγεία, Κλειώ, Αθήνα 1981.
- Alain Schnapp, L’archéologie aujourd’hui, Hachette, Paris 1980.
- John Boardman, Αθηναϊκά μελανόμορφα αγγεία, μτφ. Όλγα Χατζηαναστασίου, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1980.
- R.V. Schoder, Ancient Greece from the Air, Thames and Hudson, London 1974