Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
Αρχείο τευχών
19'81
~'83
01 - 09
19'84
~'86
10 - 21
19'87
~'89
22 - 33
19'90
~'92
34 - 45
19'93
~'95
46 - 57
19'96
~'98
58 - 69
19'99
~'01
70 - 81
20'02
~'04
82 - 93
20'05
~'07
94 - 105
20'08
~'10
106 - 118
20'15
~'17
119 - 125
20'18
~'20
126 - 134
Τεύχος 34, Μάρτιος 1990 No. of pages: 130
Κύριο Θέμα: Το αφιέρωμα στη Θεσσαλία Κώστας Γαλλής

Το τρενάκι του Πηλίου. Το αφιέρωμα της Αρχαιολογίας συνοδεύει το δεύτερο Διεθνές Αρχαιολογικό Συνέδριο της Λυών (17-22 Απριλίου 1990) που οργανώνουν οι αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων της Θεσσαλίας, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών της Γαλλίας και το Πανεπιστήμιο του Μπόχουμ της Δυτικής Γερμανίας. Aν η χριστιανική εποχή εκπροσωπείται λαμπρά από τις βασιλικές της Νέας Αγχιάλου και τα Μετέωρα, αν το Πήλιο, η Αγιά, τα Αμπελάκια, η Τσαρίτσανη διασώζουν την παραδοσιακή νεότερη αρχιτεκτονική και αν το «τραινάκι του Πηλίου» κηρύχτηκε διατηρητέο μνημείο, η ανάδειξη των μνημείων της αρχαίας Θεσσαλίας δεν είναι ικανοποιητική. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου, που κατασκευάστηκε το 1909 για να στεγάσει τις ελληνιστικές γραπτές στήλες της Δημητριάδος, εξακολουθεί να είναι το μόνο οργανωμένο Μουσείο.

Πρόσφατες έρευνες στη νεολιθική Θεσσαλία Κώστας Γαλλής

«Αποτροπαϊκό προσωπείο» με χαρακτηριστική διακόσμηση της Μέσης Νεολιθικής από τη θέση Άγ. Γεώργιος 3. Πρώτο μισό 5ης χιλιετίας.

Χρ. Τσούντας, A. Wace και M. Thompson, Hazel Hansen, Kimon Grundmann, Vl. Milojčić και Δημ. Θεοχάρης, Γ. Χουρμουζιάδης είναι οι αρχαιολόγοι που σφράγισαν τις προϊστορικές έρευνες στη Θεσσαλία. Οι εκτεταμένες τοπογραφικές έρευνες των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων ανέβασαν στους 250 τους προϊστορικούς οικισμούς στην ανατολική θεσσαλική πεδιάδα, ενώ αποκάλυψαν ότι και τα γύρω υψώματα ήταν εξίσου πυκνοκατοικημένα. Οι αρχαιότερες καύσεις νεκρών στην Ελλάδα βρέθηκαν στη θέση Σουφλί Μαγούλα (φάση Πρωτοσέσκλου της Αρχαιότερης Νεολιθικής, μέσα της 6ης χιλιετίας) και στην Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου όπου οι ταφές καύσεων, μακριά από τον οικισμό, σχηματίζουν το παλαιότερο νεκροταφείο που χρονολογείται στη φάση Τσαγγλί, στην αρχή της Νεότερης Νεολιθικής. Στρωματογραφικές ανασκαφές στους δύο αυτούς οικισμούς και στο Μακρυχώρι συνέβαλαν στη μελέτη των ρυθμών της νεολιθικής κεραμικής. Η ύπαρξη μιας Προκεραμικής περιόδου στη Θεσσαλία δεν έχει επιβεβαιωθεί. Στην Αρχαιότερη Νεολιθική (σχεδόν όλη η 6η χιλιετία), η πρώιμη γραπτή κεραμική της φάσης Πρωτοσέσκλου συμβαδίζει με την εγχάρακτη διακόσμηση που απαντά στο ρυθμό Προσέσκλου ή Μαγουλίτσας. Τη Μέση Νεολιθική της Θεσσαλίας (πρώτο μισό περίπου της 5ης χιλιετίας), χαρακτηρίζει ο πολιτισμός του Σέσκλου με τρεις ρυθμούς γραπτής διακόσμησης: τον πυκνό ρυθμό (solid style), τη φλογόσχημη διακόσμηση (flame pattern) και τη γραμμική διακόσμηση (linear style) στην οποία υπάγεται και η ξεστή. Οι πρώιμες φάσεις της Νεότερης Νεολιθικής (δεύτερο μισό της 5ης χιλιετίας), οι προδιμηνιακές φάσεις Τσαγγλί και Αράπη για άλλες βαλκανικές χώρες αντιστοιχούν με τη Μέση Νεολιθική. Στην γκρίζα κεραμική της φάσης Τσαγγλιού ανήκει η μαύρη στιλπνή κεραμική του πολιτισμού της Λάρισας, ενώ μία παράλληλη πολύχρωμη κεραμική εξελίσσεται στην πολύχρωμη κεραμική της φάσης Αράπη. Στις διμηνιακές φάσεις που έπονται (3900–3500 π.Χ.), τα διάφορα είδη διακόσμησης αποτελούν εξέλιξη προδιμηνιακών διακοσμητικών κατηγοριών. Παρά την καινοφανή χρήση επίθετου χρώματος (crusted decoration), oμαλή εξέλιξη της κεραμικής του Διμηνίου αποτελεί και η κεραμική της φάσης Ραχμάνι που αποτελεί τη Χαλκολιθική εποχή για τη Θεσσαλία. Οι ανασκαφές στην Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου έδωσαν πληροφορίες για τον προορισμό των νεολιθικών ειδωλίων. Δύο σχηματοποιημένα ανθρωπόμορφα ειδώλια είχαν κατατεθεί σε ταφές μαζί με τα τεφροδόχα αγγεία. Κάτω από δάπεδο σπιτιού, βρέθηκε πήλινο πρόπλασμα σπιτιού με είσοδο, υπερυψωμένο «κρεβάτι», σκεπαστή εστία (φούρνο), τριπτήρα (μυλόλιθο) και οκτώ ειδώλια που συνθέτουν μια οικογένεια. Από τη Δυτική Θεσσαλία προέρχεται ακέφαλο ανδρικό καθιστό ειδώλιο σε στάση «σκεπτόμενου» που χρονολογείται στην Αρχαιότερη ή Μέση Νεολιθική όπως και το σύμπλεγμα δύο ακέφαλων ανδρικών ειδωλίων από τον προϊστορικό οικισμό Δομένικο που βαδίζουν ή χορεύουν έχοντας περασμένο το ένα χέρι ο ένας πίσω από τους ώμους του άλλου.

Προϊστορικός οικισμός Σέσκλου Βασιλική Αδρύμη-Σισμάνη

Νεολιθικός οικισμός Σέσκλου. Γραπτό αγγείο της Μέσης Νεολιθικής. Το Σέσκλο κατοικήθηκε για πρώτη φορά στα μέσα της 7ης χιλιετίας (Προκεραμική περίοδος). Ο οικισμός εκτείνεται πάνω στο λόφο Καστράκι, που ονομάστηκε «Ακρόπολη», και στη γύρω του περιοχή. Στα οικήματα αυτής της περιόδου τοίχοι από κλαδιά και λάσπη υψώνονταν πάνω σε ελλειψοειδή αβαθή ορύγματα. Βρέθηκαν λεπίδες από πυριτόλιθο και οψιανό, πέτρινα και οστέινα εργαλεία, κοσμήματα και ειδώλια από πέτρα και πηλό. Τα σπίτια της Αρχαιότερης Νεολιθικής Ι ήταν μονόχωρα, τετράγωνα, με λίθινο θεμέλιο, καλαμωτούς τοίχους και ξυλόπηκτη στέγη. Στην Αρχαιότερη Νεολιθική ΙΙΙ τα σπίτια έχουν τοίχους από ωμά πλιθιά και δάπεδο από πατημένο πηλό. Ως προς την κεραμική της Αρχαιότερης Νεολιθικής (6η χιλιετία), την πρώτη φάση χαρακτηρίζει η μονοχρωμία, τη δεύτερη (Πρωτοσέσκλο) η εμφάνιση των πρώτων γραπτών αγγείων και την τρίτη (Προσέσκλο) η επικράτηση των μονόχρωμων αγγείων. Στη Μέση Νεολιθική (5η χιλιετία), ο οικισμός αποκτά πρωτοφανή έκταση και αρχιτεκτονική οργάνωση, σημειώνεται αύξηση της γραπτής κεραμικής και βελτίωση της τεχνικής του ψησίματος, μεγάλη χρήση λίθινων εργαλείων και αφθονότερη χρήση οψιανού από τη Μήλο. Σχεδόν όλα τα αρχιτεκτονικά λείψανα στον σημερινό αρχαιολογικό χώρο της «Ακρόπολης» προέρχονται από την τρίτη φάση της Μέσης Νεολιθικής (ΜΝ). Πάνω στο λόφο, κεντρικότερο κτίσμα είναι το «μέγαρο» και, πλάι του, το σπίτι του κεραμέα. Όλα τα σπίτια της ΜΝ έχουν λίθινο θεμέλιο, πλίνθινη ανωδομή και δικλινή στέγη με δοκούς σκεπασμένη με πηλό. Η γραπτή κεραμική του «πολιτισμού του Σέσκλου» είναι χαρακτηριστική, ιδίως στην ώριμη φάση της (linear style) όταν διακοσμητικές ταινίες με φλογόσχημα πέρατα περιβάλλουν το αγγείο, συνήθως λεκανίδα. Ο οικισμός στο τέλος της ΜΝ ΙΙΙ Β καταστράφηκε από πυρκαγιά.

Προϊστορικός οικισμός Διμηνίου Βασιλική Αδρύμη-Σισμάνη

Νεολιθικός οικισμός Διμήνι. Εγχάρακτο αγγείο της Νεότερης Νεολιθικής. Πάνω σε χαμηλό λόφο, το Διμήνι κατοικήθηκε πρώτη φορά στη Νεότερη Νεολιθική, στο τέλος της 5ης χιλιετίας. Μοναδικό αρχιτεκτονικό στοιχείο του οικισμού είναι οι περίβολοι. Πρόκειται για έξι λιθόκτιστες, ανισοϋψείς μάντρες που κατασκευάστηκαν σταδιακά γύρω από το λόφο κατά ζεύγη. Οι δύο πρώτοι περίβολοι ορίζουν μια ευρύχωρη κεντρική πλατεία. Τέσσερις στενόμακροι διάδρομοι, που διαπερνούν όλους τους περιβόλους ακτινωτά, χωρίζουν τον οικισμό σε τέσσερα μεγάλα τμήματα. Σε κάθε τμήμα χτίζονται ανάμεσα στα ζεύγη των περιβόλων δυο τρία μεγάλα σπίτια με παράπλευρα παράσπιτα. Ανάμεσα από τα σπίτια δημιουργείται κοινόχρηστη αυλή. Αντίθετα από τον Χρ. Τσούντα, που πίστευε ότι το κεντρικό μέγαρο Α ήταν η κατοικία του «άρχοντα» και ότι οι περίβολοι σχημάτιζαν ένα οχυρωματικό σύστημα για την προστασία του, ο Γ. Χουρμουζιάδης είδε τους περιβόλους ως απλά ρυθμιστικά στοιχεία στο πλαίσιο μιας πρώιμης πολεοδομικής αντίληψης, που προσδιόριζαν τις θέσεις όπου μπορούσαν να αναπτυχθούν σπίτια. Στην κεραμική, η φάση «Διμήνι» περιλαμβάνει «γραπτά» αγγεία, συνήθως φιάλες, και εγχάρακτα. Από την καθημερινή ζωή των κατοίκων βρέθηκαν πολλές λεπίδες από πυριτόλιθο και οψιανό, πέτρινα και οστέινα εργαλεία, πήλινα σφονδύλια και πηνία, κοσμήματα από κόκαλο, πέτρα ή κοχύλια και πολλά ανθρωπόμορφα ειδώλια. Στην αρχή της 3ης χιλιετίας, το Διμήνι ερημώνεται σχεδόν ολοκληρωτικά. Από μεσοελλαδικό οικισμό βρέθηκαν σπίτια και κιβωτιόσχημοι τάφοι. Ιδιαίτερα σημαντικά όμως είναι τα αρχιτεκτονικά λείψανα της Υστεροελλαδικής περιόδου που αποκαλύφθηκαν στην πεδιάδα ανάμεσα στο λόφο και τη θάλασσα. Από τον μυκηναϊκό οικισμό αποκαλύφθηκαν φαρδύς δρόμος και πέντε μεγάλες ιδιωτικές κατοικίες που χρονολογούνται στην ΥΕ ΙΙΙ, στο τέλος του 12ου αιώνα π.Χ.

Μυκηναϊκή Μαγνησία Βασιλική Αδρύμη-Σισμάνη, Ζωή Μαλακασιώτη, Ανθή Mπάτζιου-Eυσταθίου

Σκόπελος. Χρυσή λαβή ξίφους από τον τάφο στη θέση Στάφυλος. Στις περισσότερες από τις μυκηναϊκές θέσεις του νομού παρατηρείται μια συνέχεια από τα νεολιθικά χρόνια ως το τέλος των μυκηναϊκών ή και πέρα από αυτό. Το καλύτερο παράδειγμα αδιάσπαστης συνέχειας προσφέρουν οι Φερές. Κάτω από το ναό του Θαυλίου Δία του 4ου αιώνα π.Χ., που ανασκάφηκε ΒΔ της μαγούλας Μπακάλη, αποκαλύφθηκαν ίχνη παλαιότερων ιερών, του 6ου, του 7ου και 8ου αιώνα π.Χ., καθώς και κεραμική μυκηναϊκής περιόδου και ειδώλια, γεγονός που δηλώνει συνέχεια στη λατρεία. Από την πολύ εκτεταμένη μυκηναϊκή πόλη βρέθηκαν λείψανα μυκηναϊκών σπιτιών, θαλαμοειδής τάφος με αγγεία της ΥΕ Ι και ΥΕ ΙΙ, κεραμικός κλίβανος κ.ά. Άλλες μυκηναϊκές θέσεις στο νομό είναι η Πέτρα, η Μαγούλα Αϊδινιώτικη, η Μαγούλα Αλμυριώτικη, τα Ζερέλια, ο Κάτω Μαυρόλοφος, ο Πτελεός, όπου αποκαλύφθηκαν πέντε θολωτοί τάφοι, η Πύρασος, οι Φθιώτιδες Θήβαι, η Φυλάκη, η θέση «Κεφάλα» στη Σκιάθο και η θέση «Στάφυλος» στη Σκόπελο. Στην περιοχή του Βόλου αναπτύχθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα τρεις οικισμοί. Στα «Παληά» στο Κάστρο του Βόλου αποκαλύφθηκε μυκηναϊκό «ανάκτορο» της ΥΕ ΙΙΙΒ περιόδου, ενώ βρέθηκαν ειδώλια του τύπου Ψ και Φ της ΥΕ ΙΙΙB-C και όστρακα αγγείων με παραστάσεις πολεμιστών της ΥΕ ΙΙΙC. Υπομυκηναϊκά και πρωτογεωμετρικά λείψανα προηγούνταν των μυκηναϊκών, ανάμεσά τους, παιδικοί πρωτογεωμετρικοί τάφοι. Στο Διμήνι, ήδη από το 1886, 300 μ. ΝΔ από το λόφο με τον νεολιθικό οικισμό, είχε ανασκαφεί μεγάλος θολωτός τάφος της ΥΕ ΙΙΙ Α2 περιόδου με διάμετρο 8,50 μ., γνωστός ως Λαμιόσπιτο. Στο εσωτερικό της θόλου είχε χτιστεί λάρνακα από άψητες πλίνθους. Στα ευρήματα περιλαμβάνεται θησαυρός από χρυσά κοσμήματα, χάντρες, περιδέραια από υαλόμαζα, ελεφαντοστέινα εξαρτήματα και χάλκινα όπλα. Δεύτερος, συλημένος θολωτός τάφος της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου με διάμετρο 8,30 μ., αποκαλύφθηκε στη ΒΔ πλευρά του λόφου. Φέρει και αυτός ανακουφιστικό τρίγωνο πάνω από το υπέρθυρο κι έχει εσωτερικά κτιστή λάρνακα από πλακαρές πέτρες. Στη διάρκεια των ανασκαφών του νεολιθικού οικισμού βρέθηκαν στο λόφο δύο κιβωτιόσχημοι τάφοι με κτερίσματα της ΥΕ ΙΙΙΑ2 περιόδου, πήλινα ειδώλια σε σχήμα Φ, γραπτή ραμφόστομη πρόχους, σφαιρικό αλάβαστρο, χειροποίητο matpainted αγγείο και δύο θήλαστρα με γραμμικό διάκοσμο. Το 1980, στην πεδιάδα ανάμεσα στο λόφο και τη θάλασσα, ήρθε στο φως φαρδύς δρόμος και πέντε μεγάλες ιδιωτικές οικίες. Αυτό το εκτεταμένο μυκηναϊκό κέντρο, που κατοικήθηκε τουλάχιστον από την ΥΕ ΙΙΙΑ και εγκαταλείφθηκε στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ περιόδου, συνδέεται με το μεγάλο μυκηναϊκό ανάκτορο στο λόφο με τα νεολιθικά λείψανα. Οι δύο θολωτοί τάφοι είναι ασφαλώς βασιλικοί ενώ δεν αποκλείεται η ταύτιση αυτού του κέντρου με την Ιωλκό. Στη χερσόνησο Πευκάκια απέναντι από το Βόλο, θέση που ο Δ.Ρ. Θεοχάρης είχε ταυτίσει με τη μυκηναϊκή Νήλεια, παρατηρήθηκε συνεχής κατοίκηση από τη Νεότερη Νεολιθική ως την ΥΕ ΙΙΙΒ. Εισαγμένα ευρήματα αποκαλύπτουν πως ο εμπορικός σταθμός συνέδεε την ενδοχώρα με την Τροία, τα Βαλκάνια, τις Κυκλάδες. Πάνω από τα μεγαροειδή και αψιδωτά μεσοελλαδικά σπίτια βρέθηκε νεκροταφείο με κιβωτιόσχημους τάφους και προέκτασή του με χτιστούς ορθογώνιους τάφους με είσοδο.

Ο Αχιλλέας και η κοιλάδα του Σπερχειού Φανουρία Δακορώνια

Κάνθαρος από τη Λαμία. Η Θεσσαλία, ταυτισμένη αρχαιολογικά με τον νεολιθικό πολιτισμό, είχε καταχωρηθεί στην περιφέρεια του μυκηναϊκού κόσμου μέχρις ότου τα πρόσφατα ευρήματα την αναδείξουν σε σημαντικό τμήμα του. Παίρνοντας τον Όμηρο κατά γράμμα, στην κοιλάδα του Σπερχειού, ανάμεσα στη Θεσσαλία και τη Φωκίδα, πρέπει να αναζητηθεί το βασίλειο του Αχιλλέα. Από σωστικές κυρίως ανασκαφές προήλθαν ευρήματα που επιτρέπουν την εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων για την Ύστερη Εποχή του Χαλκού και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου στην κοιλάδα. 1. Ο Όμηρος αλλά και μεταγενέστερες γραπτές πηγές πρέπει να θεωρηθούν αξιόπιστοι μάρτυρες της παρουσίας Μυκηναίων εδώ. 2. Τα μέχρι στιγμής μυκηναϊκά ευρήματα συντονίζονται με τις εξελίξεις της τέχνης που γνωρίζουμε και από τη Θεσσαλία και από το νότο. 3. Η κεραμική και οι τύποι των κοσμημάτων της Πρωτογεωμετρικής εποχής δείχνουν στενότερη σχέση με τη Θεσσαλία. 4. Στη Μυκηναϊκή εποχή, η ταφική πρακτική, όμοια με εκείνη της νοτιότερης Ελλάδας, είναι οι θαλαμωτοί οικογενειακοί τάφοι που ανοίγονταν για κάθε νέο νεκρό της οικογένειας. Εξαίρεση αποτελεί στη Γλύφα ταφικός τύμβος με κιβωτιόσχημους τάφους που, αντίθετα, είναι συνηθισμένο φαινόμενο στη Θεσσαλία. 5. Στην Πρωτογεωμετρική εποχή ποικίλοι είναι οι τάφοι που χρησιμοποιούνται: παλιοί μυκηναϊκοί θαλαμωτοί τάφοι (Μπικιόρεμα) ή νέοι (Λαμία), μεγάλοι πίθοι πλαγιασμένοι (Συκά Υπάτης), κιβωτιόσχημοι και λακκοειδείς (Στυλίδα). Ίσως την προτίμηση καθόριζε η οικογενειακή ή φυλετική παράδοση. 6. Σε όλες τις περιπτώσεις που οι σκελετοί βρέθηκαν στη θέση τους, τόσο σε μυκηναϊκές όσο και σε πρωτογεωμετρικές ταφές, φαίνεται ότι οι νεκροί είχαν ταφεί συνεσταλμένοι.

Άγιος Γεώργιος Λάρισας Αθανάσιος Τζιαφάλιας

Πήλινο τεφροδόχο με καμένα κόκαλα. Από τους χαμηλούς ταφικούς τύμβους που απλώνονται σε αρχαϊκό νεκροταφείο έκτασης μεγαλύτερης των 600 στρεμμάτων, έχουν ανασκαφεί δύο, στο «Ξηρόρεμα» και στα «Καραέρια». Στο Ξηρόρεμα, ψηλότερα από τους αρχαϊκούς τάφους (τέλος 7ου αιώνα), είχαν προστεθεί έξι τάφοι των κλασικών χρόνων. Και στους δύο τύμβους, οι τάφοι απλώνονται με ακτινωτή διάταξη προς το κέντρο τους. Οι τάφοι των δύο τύμβων ήταν αβαθείς λάκκοι με σχήμα εσωτερικά ορθογώνιο ή ελλειψοειδές και εξωτερικά σχεδόν πεταλόσχημο. Κάποιοι είχαν τοιχώματα από ασβεστολιθικές πλάκες, άλλοι από εσωτερική ξερολιθιά και εξωτερική επένδυση από πλάκες. Η επικάλυψη γινόταν πρόχειρα με μεγάλες ασβεστολιθικές πλάκες. Στον πυθμένα των τεφροδόχων αγγείων είχαν τοποθετηθεί τα καμένα κόκαλα των νεκρών και πάνω τους τα κτερίσματα. Τα χάλκινα τεφροδόχα ήταν απλοί λέβητες και τα πήλινα, κυρίως αμφορείς, κρατήρες και υδρίες, ήταν διακοσμημένα με άνθη, ταινίες, γιρλάντες ή και υδρόβια πτηνά. Τα πήλινα αγγεία μιμούνται στη διακόσμηση αττικά θέματα των ύστερων γεωμετρικών χρόνων ή σε σχήμα και διακόσμηση μιμούνται τα αντίστοιχα κορινθιακά. Από τα σιδερένια όπλα, που συνολικά ξεπερνούν τα 650, οι μάχαιρες, τα μαχαιρίδια και οι αιχμές των δοράτων έχουν βρεθεί και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας αλλά τα μεγάλα ξίφη ανήκουν σε ντόπια παραλλαγή του τύπου Naue II. Το πιο αναπάντεχο εύρημα όμως ήταν τα σιδερένια μέρη τριών αρμάτων που βρέθηκαν στον τύμβο Καραέρια και προέρχονται από τετράτροχες άμαξες μεταφοράς γεωργικών προϊόντων. Άλλωστε, ο τύμβος Καραέρια περιέχει μόνο ανδρικές ταφές, πρόκειται δηλαδή για πολυάνδριο.

Αρχαία Λάρισα Αθανάσιος Τζιαφάλιας

Η στήλη του Θεότιμου. Η πρώιμη ιστορία της Λάρισας χάνεται στην αχλύ αβέβαιων παραδόσεων. Γνωρίζουμε ότι οι λίγες αριστοκρατικές οικογένειες των γαιοκτημόνων κυβέρνησαν την πόλη για αιώνες συμπεριλαμβάνοντας στην ατομική τους περιουσία τους «πενέστες»», τους δούλους που αποτελούσαν τη μάζα του λαρισαϊκού πληθυσμού. Ελεύθεροι πολίτες ήταν οι ιδιοκτήτες μικρής αγροτικής γης, οι τεχνίτες και οι έμποροι. Η Λάρισα, όπως και οι άλλες θεσσαλικές πόλεις, διέκριναν την εμπορική από την «ελεύθερη αγορά», που στέγαζε τους ναούς, τα δημόσια οικοδομήματα και τις κατοικίες των αρχόντων, ενώ η είσοδος σε αυτή ήταν απαγορευμένη στους αγρότες, τους χειρώνακτες και τους τεχνίτες. Πρωτεύουσα της Πελασγιώτιδας, μιας από τις τέσσερις θεσσαλικές τετραρχίες, και έδρα της νομισματικής και πολιτικής ένωσης των Θεσσαλών τον 6ο και 5ο αιώνα π.Χ., η Λάρισα παρέμεινε τον 4ο αιώνα έδρα του «Κοινού» των Θεσσαλών. Τους δύο πρώτους αιώνες, επί της ταγείας των Αλευάδων, η Λάρισα αναδείχθηκε σε πρώτη δύναμη στη Θεσσαλία. Από το 404 π.Χ. όμως ως το 354 π.Χ., οπότε ο Φίλιππος ο Β΄ επενέβη δραστικά, οι Λαρισαίοι υπέστησαν την εξουσία σειράς Φεραίων τυράννων. Από το 197 π.Χ., όταν αρχίζει η Ρωμαιοκρατία στη Θεσσαλία, η Λάρισα είναι έδρα των ρωμαϊκών στρατευμάτων και έδρα του νέου Κοινού των Θεσσαλών που συγκροτήθηκε από τους Ρωμαίους. Μετά τον Αύγουστο αρχίζει η παρακμή της πόλης. Τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι λιγοστά σε μια πόλη που κατοικήθηκε στην ίδια θέση για αιώνες. Τα τείχη, κατασκευασμένα από ωμά πλιθιά, δεν σώθηκαν. Από το ναό του Κερδώου Απόλλωνα, όπου στήνονταν τα ψηφίσματα της πόλης, βρέθηκαν σπόνδυλοι δωρικών κιόνων και τεράστια δωρικά κιονόκρανα. Πολυάριθμα αρχιτεκτονικά μέλη εντοιχισμένα στο τούρκικο Μπεζεστένι, πιθανόν προέρχονται από το ναό της Πολιάδος Αθηνάς των κλασικών χρόνων, όπου τοποθετούνταν οι αποφάσεις του Κοινού των Θεσσαλών. Οι σωστικές ανασκαφές αποκάλυψαν συγκροτήματα πολλών κατοικιών ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, δομημένων με το «ιπποδάμειο»σύστημα. Σε πολυτελή κατοικία του τέλους του 3ου αιώνα π.Χ. βρέθηκε το παλαιότερο ψηφιδωτό δάπεδο της Θεσσαλίας. Στους ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη απόκτησε πλήρες δίκτυο αποχέτευσης. Το πρώτο από τα δύο αρχαία θέατρα υπέστη στους ρωμαϊκούς χρόνους αλλοιώσεις και μετατράπηκε σε αρένα για την τέλεση θηριομαχιών και μονομαχικών αγώνων. Στο δεύτερο θέατρο, εκτός από θεατρικές παραστάσεις, φαίνεται πως τελούνταν αγώνες φιλολογικοί, χορευτικοί και μουσικοί στη μεγάλη πανθεσσαλική γιορτή της Λάρισας, τα «Ελευθέρια», προς τιμήν του Ελευθερίου Διός. Στα νεκροταφεία που εκτείνονται περιμετρικά γύρω από την πόλη και χρονολογούνται στα κλασικά, ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια, εμφανίζονται τα εξής είδη τάφων: μαρμάρινες μονολιθικές σαρκοφάγοι, κιβωτιόσχημοι, κεραμοσκεπείς, πήλινες λάρνακες, οστεοθήκες, κτιστοί με τούβλα, ταφικοί πίθοι και ανοιχτές ταφές.

Φεραί Αργυρούλα Δουλγέρη-Ιντζεσίλογλου

Τα ερείπια του ναού του «Θαυλίου Διός». Άποψη από ΝΑ. Σε «σημαντικό κέντρο των συγκοινωνιών» αναδείχθηκαν οι αρχαίες Φέρες χάρη στη θέση τους. Λείψανα αρκετών προϊστορικών οικισμών βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή σε χαμηλούς γήλοφους ή μικρά υψώματα, τις «μαγούλες». Στις αρχές της Πρωτοχαλκής περιόδου όμως, η ίδια η θέση των Φερών, φυσικό οχυρό και με τα νερά της Υπέρειας Κρήνης, προσήλκυσε τους πρώτους κατοίκους. Ο πυρήνας αυτού του οικισμού είναι η «Μαγούλα Μπακάλη». Η εξαιρετικής ποιότητας κεραμική από τη Μεσοχαλκή περίοδο μαρτυρεί ήδη μιαν ακμή που θα κορυφωθεί στα μυκηναϊκά χρόνια. Εδώ ανήκουν ο Άδμητος και η Άλκηστη, και ο γιος τους Εύμηλος. Αλλά και οι λαξευτοί θαλαμοειδείς τάφοι που αποκαλύφθηκαν. Η επόμενη φάση ακμής θα σημειωθεί στους κλασικούς χρόνους. Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. η πόλη κόβει τα πρώτα αργυρά νομίσματα. Στο τέλος του αιώνα αποκτά τυραννίδα. Ως τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., οπότε η πόλη θα βρεθεί υπό την κυριαρχία των Μακεδόνων, οι τύραννοι κατορθώνουν να αναλάβουν την ηγεσία του Κοινού των Θεσσαλών. Οι Ρωμαίοι θα επανιδρύσουν το Κοινό στο οποίο οι Φέρες θα καταλάβουν και πάλι ηγετική θέση. Από τον 13ο αιώνα μ.Χ. και μετά, η θέση των Φερών ονομάζεται Βελεστίνο. Ο ομώνυμος οικισμός θα ακμάσει από την Τουρκοκρατία ως σήμερα. Ο Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής σημείωσε πολλά από τα μνημεία της ιδιαίτερης πατρίδας του σε ένα είδος τοπογραφικού σχεδίου που ενέταξε στη «Χάρτα της Ελλάδος» (τέλη του 18ου αιώνα). Από τις αρχαίες Φέρες αποκαλύφθηκαν ερείπια του τείχους των κλασικών χρόνων, τα ερείπια του ναού του «Θαυλίου Διός» του 4ου αιώνα π.Χ., και εντυπωσιακά πολλοί κεραμικοί κλίβανοι διαφόρων εποχών. Πλούσια κτερισμένοι και φροντισμένοι κιβωτιόσχημοι τάφοι σε τύμβο του ΒΔ νεκροταφείου των Φερών διατήρησαν σε πολύ καλή κατάσταση κτερίσματα από οργανικές ύλες.

Δημητριάδα-Παγασές Ανθή Mπάτζιου-Eυσταθίου

Γραπτή στήλη δυο πολεμιστών. H Δημητριάδα οφείλει το όνομά της στον Δημήτριο τον Πολιορκητή που την ίδρυσε το 293/92 π.Χ. Δύο οικισμοί από το τέλος της Νεότερης Νεολιθικής εποχής δίνουν στην περιοχή το ιστορικό της βάθος. Από την Πρώιμη και Μέση Χαλκοκρατία βρέθηκαν μεγαροειδείς οικίες και κεραμική. Πριν από τη Δημητριάδα, στην περιοχή είχαν ακμάσει οι Παγασές, στη θέση πιθανόν όπου βρέθηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα σπιτιών με υστεροαρχαϊκή κεραμική και νεκροταφείο της κλασικής εποχής. Το 194 π.Χ. οι Ρωμαίοι ιδρύουν το Κοινό των Μαγνήτων και η Δημητριάδα γίνεται πρωτεύουσά του. Το 168 π.Χ. η Ρωμαϊκή Σύγκλητος ανακηρύττει τους Μάγνητες ανεξάρτητους και απαιτεί να κατεδαφιστούν τα τείχη της Δημητριάδας. Στο μιθριδατικό πόλεμο (88-86 π.Χ.) όμως, τα παράλια της Μαγνησίας λεηλατούνται και οι Δημητριείς, ενισχύοντας τα τείχη τους, χρησιμοποιούν ως οικοδομικό υλικό τις γραπτές επιτύμβιες στήλες της κάτω νεκρόπολης. Οι στήλες, που έτσι διατήρησαν τα χρώματά τους, μας πληροφορούν για την τεχνική της μεγάλης ζωγραφικής, τη διακίνηση ξένων στην πόλη, την τοπική λατρεία. Το α΄ μισό του 3ου αιώνα π.Χ., κτίστηκε ένα οχυρωμένο «Ανάκτορο», με άνδηρα και ισχυρά τείχη, και με περίστυλη αυλή με δωρικούς κίονες. Εδώ, όπου και η Ιερή Αγορά και ο ναός της Άρτεμης Ιωλκίας, πάλλεται η καρδιά της πόλης. Απέναντι από το Ανάκτορο κτίστηκε το Θέατρο και σε λόφο ψηλότερά του το Ιερό ή Ηρώο. Η βασιλική Α «της Δαμοκρατίας», από το όνομα της δωρήτριας των ψηφιδωτών, γνώρισε πέντε οικοδομικές φάσεις (αρχή 4ου-τέλη 6ου αιώνα). Βρέθηκαν επίσης κοσμικό αψιδωτό κτήριο με ψηφιδωτό δάπεδο και μικρό λουτρικό κτίσμα. Στην περιοχή του νότιου λιμανιού, βρέθηκε κοιμητηριακή βασιλική του τέλους του 4ου αιώνα με ψηφιδωτά στο δάπεδο του πρεσβυτερίου.

Τα τείχη της αρχαίας Φαρσάλου Στέλλα Κατακούτα, Γιώργος Τουφεξής

Τμήμα του δυτικού σκέλους του τείχους. Νότια από τη Λάρισα και μπροστά στο επίμηκες ανατολικό τμήμα της δυτικής θεσσαλικής πεδιάδας, η αρχαία Φάρσαλος έλεγχε από τη θέση της τους δρόμους επικοινωνίας με τη Νότια Ελλάδα. Γενέτειρα του Αχιλλέα, σε περιοχή με συνεχή κατοίκηση από τη Νεολιθική εποχή, η Φάρσαλος ευημερούσε κατά τους αρχαϊκούς χρόνους, έκοψε δικά της νομίσματα πριν από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., κι έφτασε στο απόγειο της ακμής της μετά τα μέσα του 4ου αιώνα, στα χρόνια της κατάληψης της Θεσσαλίας από τους Μακεδόνες. Η συνολική περίμετρος του τείχους της δεν πρέπει να ξεπερνούσε τα 5 χλμ. ενώ η ακρόπολη ήταν τειχισμένη χωριστά. Το ευάλωτο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης προστατευόταν με 11 πύργους, έναντι των επτά που σώζονται στο υπόλοιπο τμήμα του τείχους. Στους άξονες των κεντρικών δρόμων επικοινωνίας με τις γύρω περιοχές ανοίγονταν οι κύριες πύλες του τείχους. Ο ντόπιος τεφρός–σκουρότεφρος ασβεστόλιθος αποτέλεσε την πρώτη ύλη για την κατασκευή του τείχους. Ο τρόπος δόμησης στο μεγαλύτερο τμήμα του είναι το ισόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα. Σε τμήμα του ανατολικού σκέλους χρησιμοποιήθηκε το πολυγωνικό σύστημα (α΄ μισό του 5ου αιώνα π.Χ.) που έχει κτιστεί πάνω σε τείχος του 6ου αιώνα π.Χ., κατασκευασμένο από ακανόνιστους ογκόλιθους τοποθετημένους τυχαία. Το ισόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα χρονολογείται στις πρώτες δεκαετίες του 4ου αιώνα π.Χ. Τέλος, το νοτιοδυτικό σκέλος του τείχους που έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με το έμπλεκτο σύστημα ανήκει στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.

Αθαμανία-Αργιθέα (Kνίσοβο) Λεωνίδας Χατζηαγγελάκης

Ασημένια σκουλαρίκια από το νεκροταφείο της Αργιθέας (4ος αι. π.Χ.). Τα χωριά της ανατολικής και δυτικής Αργιθέας στα ορεινά του νομού Καρδίτσας αποτελούσαν στην αρχαιότητα τμήμα της Αθαμανίας. Η Αθαμανία, περιοχή της κεντρικής Πίνδου, περιλάμβανε τη νοτιοανατολική Ήπειρο στο χώρο που καλύπτουν τα Αθαμανικά όρη (Τζουμέρκα) και τη δυτική ορεινή Θεσσαλία, όπου μια σειρά κορυφών της Πίνδου σχηματίζει «ορεινό τείχος» ανάμεσα στην Αθαμανία και τη Θεσσαλία. Το τοπίο της χώρας των Αθαμάνων καθιστούσε την περιοχή ιδανική για κτηνοτροφία. Ανάμεσα στις μεγάλες περιοχές της Αιτωλίας, της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, οι δρόμοι που εξασφάλιζαν την επικοινωνία της Αθαμανίας την καθιστούσαν και, στρατηγικά, θέση–κλειδί στην κεντρική Ελλάδα. Ο Απολλόδωρος μάς πληροφορεί ότι ο τόπος οφείλει την ονομασία του στον βασιλιά Αθάμα. Οι περισσότεροι ερευνητές θεωρούν τους Αθαμάνες ελληνικό φύλλο που εγκαταστάθηκε ανάμεσα στη Θεσσαλία και την Ήπειρο τη 2η χιλιετία π.Χ. Για την προϊστορική περίοδο δεν έχουν βρεθεί αρχαιολογικά στοιχεία. Οι Αθαμάνες εμφανίζονται στα κοινά των Ελλήνων γύρω στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. και κατά καιρούς θα συμμαχήσουν με τους Λακεδαιμόνιους, τους Αθηναίους, τους Μακεδόνες αλλά θα στραφούν και εναντίον τους. Μακεδονική επαρχία το 191 π.Χ., η Αθαμανία το 168 π.Χ. δήλωσε υποταγή στη Ρώμη. Ως το 175 π.Χ. περίπου, οπότε οργανώνονται σε Κοινό, οι Αθαμάνες είχαν κληρονομική βασιλεία με πιο ονομαστό τους βασιλιά τον Αμύνανδρο. Βασική λατρευτική τους θεότητα ήταν η Διώνη. Λάτρευαν ακόμη την Αθηνά, τον Δία, την Αφροδίτη και τον Απόλλωνα. Τα ερείπια οικισμών και οχυρών των ιστορικών χρόνων που συνήθως βρίσκονται κατά μήκος αρχαίων δρόμων και διαβάσεων δύσκολα μπορούν να ταυτιστούν με τις πόλεις που αναφέρει ο Τ. Λίβιος. Η Αργιθέα, πιθανότατα πρωτεύουσα της Αθαμανίας, τοποθετείται κοντά στο χωριό Αργιθέα (Κνίσοβο). Ερευνητές και περιηγητές έχουν επιχειρήσει να ταυτίσουν τη Θευδορία ή Θεοδωρία, την Τετραφυλία, την Ηράκλεια, τη Χαλκίδα, το Πότναιο ή Πότνειο, το Αθήναιο και την Αιθιοπία ή Εθοπία. Κοντά στη θέση «Παλαιόκαστρο» του χωριού Πετρωτό, όπου βρέθηκαν ερείπια ελληνιστικού οχυρού, στη θέση «Πουρναράκια», αποκαλύφθηκε τμήμα του νεκροταφείου του οχυρού με κιβωτιόσχημους τάφους και κτερίσματα αιχμές δοράτων, ξίφος, αγγεία, νομίσματα, χάλκινες διπλές περόνες. Στο χώρο της αρχαίας Αργιθέας αποκαλύφθηκε αναλημματικός τοίχος, τοίχοι οικιών και σημαντικό τμήμα του ανατολικού νεκροταφείου της πόλης, ενώ εντοπίστηκε και άλλο νεκροταφείο στη δυτική πλευρά. Οι κιβωτιόσχημοι τάφοι χρονολογούνται από τον 4ο ως τον 1ο αιώνα π.Χ. Οι κτερισμένοι τάφοι περιέχουν αγγεία, λυχνάρια, υφαντικά βάρη, νομίσματα, ξίφη, αιχμές δοράτων, μαχαίρια, πόρπες, περόνες, σκουλαρίκια κ.ά. κοσμήματα. Σε δύο επιγραφές αναφέρονται τα ονόματα Σταθμοννώ και Κρατείας.

Ιστορικός πίνακας της Θεσσαλίας κατά την Παλαιοχριστιανική, Βυζαντινή και Mεταβυζαντινή περίοδο Αικατερίνη Σμπυράκη-Καλαντζή

Στο θεσσαλικό κάμπο: κόβεται το χορτάρι για τα ζώα (φωτ. Δ. Λέτσιου). Στον 2ο αιώνα μ.Χ., τη Θεσσαλία ζωντανεύουν μόνο τα αστικά κέντρα Λάρισα, Υπάτη, Δημητριάς και οι Φθιώτιδες Θήβες, λαμπρό χριστιανικό κέντρο που θα καταστρέψουν τον 7ο αιώνα οι Βελεγιζίται, ένα από τα σλαβικά φύλα που επέδραμαν στη Θεσσαλία για πάνω από τρεις αιώνες. Τον 10ο αιώνα οι Θεσσαλοί υποφέρουν από τις βουλγαρικές επιδρομές, τον 11ο αιώνα εμφανίζονται οι Βλάχοι ή Κουτσόβλαχοι, και στα τέλη του αιώνα αλλεπάλληλες είναι οι επιδρομές των Νορμανδών. Συγχρόνως, η ίδρυση αποικιών από Εβραίους, Βενετούς, Πισάτες και Γενουάτες δημιουργεί αξιόλογη εμπορική κίνηση στα λιμάνια του Παγασητικού. Τη Φραγκοκρατία στη Θεσσαλία (1204-1222) διαδέχθηκε η δεσποτεία διαφόρων βυζαντινών ευγενών. Έχοντας από το 1309 δοκιμάσει την κυριαρχία των Καταλανών, η Θεσσαλία θα ξαναγίνει βυζαντινή επαρχία το 1333 αλλά όχι για πολύ. Το 1348 ολοκληρώνεται η κατάκτησή της από τους Σέρβους που, αναγνωρίζοντας χρυσόβουλλα και άλλα δημόσια έγγραφα, κατοχύρωσαν τις γαιοκτησίες των θεσσαλών αρχόντων και την εκκλησιαστική περιουσία. Επί Τουρκοκρατίας, προκειμένου να κατοχυρώσουν τις περιουσίες τους οι άρχοντες αλλαξοπίστησαν και οι χιλιάδες Τούρκοι που μεταφέρθηκαν από το Ικόνιο καλλιεργούσαν τα κτήματά τους ως δουλοπάροικοι. Προνόμια επέτρεψαν σε ορισμένες κοινότητες να ακμάσουν (Μηλιές, Ζαγορά, Τύρναβος, Αμπελάκια, Ραψάνη, Τσαρίτσανη κ.ά.). Η Θεσσαλία προσαρτήθηκε στο ελληνικό κράτος το 1881.

Παλαιοχριστιανικά μνημεία Θεσσαλίας Ασπασία Ντίνα

Φθιώτιδες Θήβες (Νέα Αγχίαλος). Βασιλική Μαρτυρίου. Λεπτομέρεια ψηφιδωτού δαπέδου από το νάρθηκα. Από πολύ νωρίς διαδόθηκε ο χριστιανισμός στη Θεσσαλία που μόλις το 732-733 μ.Χ. πέρασε στη δικαιοδοσία του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως όντας νωρίτερα, ως μέρος του ανατολικού ιλλυρικού, στη δικαιοδοσία του Πάπα Ρώμης. Διάσπαρτα είναι τα παλαιοχριστιανικά κτήρια, κυρίως βασιλικές. Τέσσερις βασιλικές, οι τρεις με ψηφιδωτά δάπεδα, εντοπίστηκαν στο νομό Τρικάλων. Στο νομό Καρδίτσας, τρίκλιτη βασιλική ελληνιστικού τύπου, χτίστηκε πάνω σε ιερό της Αθηνάς, ενσωματώνοντας αρχαίο υλικό στην τοιχοδομία της. Τέσσερις είναι οι βασιλικές στο νομό Λάρισας. Στο χώρο της βασιλικής του Φρουρίου βρέθηκαν πολλοί τάφοι, ο πρώτος από τους οποίους ανήκει πιθανόν στον Άγιο Αχίλλειο, πρώτο αρχιεπίσκοπο Λάρισας. Περιστέρι με κλαδί ελιάς μέσα σε κύκλο ήταν το κεντρικό θέμα του ψηφιδωτού δαπέδου στο νάρθηκα της βασιλικής Ελασσόνας. Κατά την αποκόλλησή του αποκαλύφθηκαν τάφοι καλυβίτες και δίδυμος καμαροσκεπής. Βρέθηκαν επίσης παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο, δεξαμενή και ένα αστικό κτίσμα του 7ου αιώνα μ.Χ. με μεγάλο ψηφιδωτό δάπεδο. Εικονίζονται ο Διόνυσος και μορφές που σχετίζονται με τη λατρεία του, ο Πάνας, σκηνές κυνηγιού και προσωποποιήσεις των τεσσάρων εποχών, θέματα «εθνικών», απομονωμένα ανάμεσα στα ψηφιδωτά δάπεδα των βασιλικών με τα γεωμετρικά σχήματα, τα παγόνια και τα πουλιά που πάνε να πιουν από το «ύδωρ της ζωής», τα λίγα φυτικά μοτίβα. Τα σημαντικότερα και περισσότερα παλαιοχριστιανικά μνημεία της Μαγνησίας αποκαλύφθηκαν στις Φθιώτιδες Θήβες (Νέα Αγχίαλος) και στη Δημητριάδα. Το μεγαλύτερο μνημείο της Νέας Αγχιάλου είναι το συγκρότημα τριών επάλληλων βασιλικών «του Αρχιερέως Πέτρου» που καταλαμβάνουν χώρο 7.000 τ.μ. έχοντας κτιστεί πάνω σε μυκηναϊκά και υστερορρωμαϊκά ερείπια. Άλλες βασιλικές είναι του Αγίου Δημητρίου, του Επισκόπου Ελπιδίου, η βασιλική Μαρτυρίου, οι βασιλικές Ε΄και Θ΄, μια κοιμητηριακή βασιλική, τρίκλιτος ιδιότυπος ναΐσκος, υπόκαυστα, ιδιωτική έπαυλη, παλαίστρα και γυμνάσιο, πλακόστρωτη λεωφόρος, βαπτιστήριο, «επισκοπικό μέγαρο», νεκροταφείο, συγκρότημα δημοσίων κτηρίων και μεγάλο κτήριο με ψηφιδωτά δάπεδα. Στην αρχαία Δημητριάδα βρέθηκε η βασιλική της Δαμοκρατίας, κοσμικό αψιδωτό κτήριο και κοιμητηριακή βασιλική. Στον Βόλο αποκαλύφθηκαν τμήματα του τείχους, βασιλική, λουτρό και νεκροταφείο. Βασιλικές και άλλα παλαιοχριστιανικά λείψανα βρέθηκαν και σε άλλες πόλεις και οικισμούς (Πλατανίδια, Λάι, Θεοτόκου, Χόρτο, Λεφόκαστρο, Μηλίνα και Ολιζών) και, από τις Βόρειες Σποράδες, στη Σκιάθο, τη Σκόπελο και την Αλόννησο.

Η βυζαντινή ζωγραφική στη Θεσσαλία Λάζαρος Δεριζιώτης

Στρατιωτικός Άγιος. Τα πρώτα δείγματα βυζαντινής αγιογραφίας ανήκουν στον 10ο αιώνα και βρίσκονται στο ναό της Παναγίας, στην επαρχία Αγιά του νομού Λαρίσης. Στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Καλαμπάκα, οι άγιοι Βλάσιος, Πολύκαρπος Σμύρνης και Φωκάς αποδίδονται με τρόπο που προδίδει προ-παλαιολόγεια τέχνη στα τέλη του 12ου αιώνα. Ο ζωγραφικός διάκοσμος στο ναΐδριο της Ζωοδόχου Πηγής ή της Παναγίας Δούπιανης, τόπο τέλεσης της κυριακάτικης λειτουργίας για τους αναχωρητές των Μετεώρων, χρονολογείται στα τέλη του 12ου ή στις αρχές του 13ου αιώνα. Κοντά στα Τρίκαλα, ιδρύθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα ο ναός της «Πόρτα-Παναγιάς» ως το Καθολικό της μονής των «Μεγάλων Πυλών». Της ίδιας εποχής είναι η πρώτη φάση των τοιχογραφιών του και τα εντοίχια ψηφιδωτά, μοναδικά σε όλη τη Θεσσαλία. Ο 14ος αιώνας εκπροσωπείται από τη μονή της Παναγίας της Ολυμπιωτίσσης στην Ελασσόνα και εκείνη της Υπαπαντής των Μετεώρων. Ο τοιχογραφικός τους διάκοσμος εικονογραφεί δύο αντίρροπα ρεύματα. Η μονή της Παναγίας επιλέγει την τέχνη των Παλαιολόγων, την ονομαζόμενη «μακεδονική σχολή». Στη μονή της Υπαπαντής παραμένει η αρχαϊκή τεχνοτροπία, ρεύμα συντηρητικό που καλλιέργησαν κυρίως οι μοναχοί. Η ζωγραφική του 16ου αιώνα, ακρογωνιαίος λίθος της ιστορίας της θρησκευτικής τέχνης, τροφοδότησε όλη τη μεταβυζαντινή τέχνη της Θεσσαλίας. Οι μονές των Μετεώρων, του Αγίου Βησσαρίωνος, της Παναγίας της Κορώνας, της Παναγίας της Άνω Ξενίας, του Αγίου Βασιλείου της Ρεντίνας, της Πέτρας, της Παναγίας της Σπηλιάς, οι ναοί των Αγράφων, των Χασίων, των Αντιχασίων, του Τυρνάβου κ.ά. αγιογραφούνται από δόκιμους ζωγράφους όπως ο Θεοφάνης ο Κρητικός και ο Τζώρτζης ο Κωνσταντινουπολίτης.

Παραστάσεις κτητόρων στα μνημεία των Αγράφων Σταυρούλα Σδρόλια

Οι αδελφοί Μόσχος και Φράγκος Στραβοένογλου, κτήτορες της Μονής Ρεντίνας (1662). Τα Άγραφα, με το ειδικό καθεστώς αυτοδιοίκησης που τους παραχωρήθηκε από τις αρχές του 15ου αιώνα, γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Οι παραστάσεις κτητόρων αλλά και το πλήθος των αρχόντων στις κτητορικές επιγραφές σε περιοχές μάλιστα με ισχυρές οικογένειες, εντάσσει τις μορφές αυτές στη βυζαντινή παράδοση του 14ου και του 15ου αιώνα. Από τις έντεκα παραστάσεις κτητόρων, οι εννέα είναι λαϊκοί. Στη Μονή Κορώνας (1587) παριστάνεται ο κτήτωρ Ανδρέας Μπούνος με πολυτελή ενδυμασία, όπως και ο κτήτορας της γειτονικής μονής Πέτρας (1625) που πιθανόν ταυτίζεται με τον Παναγιώτη Κουσκουλά ή Μορφέση. Ο ίδιος σε μεγάλη ηλικία εμφανίζεται και στην επιγραφή της τοιχογράφησης (1646) του ναού της Ζωοδόχου Πηγής Μεσενικόλα. Το 1644 στη Μονή Βλασίου ζωγραφίστηκαν οι κτήτορες Γεώργιος Γραμματικός κι ο γιος του Κωνσταντίνος που ανήκαν στο «επίσημο γένος των Σλουτζιάριδων». Οι κτήτορες της Μονής Ρεντίνας (1662), τα αδέλφια Μόσχος και Φράγκος Στραβοένογλου, άρχοντες κι αυτοί, έχουν ενδυμασίες εξίσου πολυτελείς με εκείνες των κτητόρων της Μονής Βλασίου. Πιο απλά ντυμένοι είναι ο άρχοντας Θεοδόσιος Τζιοπέλης, κτήτωρ της Μονής Σπινάσας (1651), και ο ανώνυμος κτήτωρ του ναού του Χριστού στο Πετρίλιο (1662) που εικονίζεται με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους. Με τη γυναίκα του Αγόρω εμφανίζεται και ο Αποστόλης Μουσουράης στο ναό του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Άγραφα. Στο παρεκκλήσι του Προδρόμου της Μονής Κορώνας (1739) ο κτήτωρ Αποστολάκης από τα Βραγγιανά φοράει κι αυτός μακρύ πανωφόρι με γούνινη επένδυση (τζουμπέ) και σκούφο. Η πιστή απόδοση των ενδυμασιών καθιστά τις παραστάσεις αυτές και ένα πολύτιμο ενδυματολογικό αρχείο.

Τρικαλινοί ζωγράφοι του 17ου αι. Κρυστάλλω Μαντζανά

Ιερά Μονή Βαρλαάμ, παρεκκλήσι των Τριών Ιεραρχών. Ο Μυστικός Δείπνος (ζωγράφος Ιωάννης Ιερεύς εκ Σταγών, 1637). Στη σκιά της κρητικής σχολής και των Μετεώρων, όπου ο Θεοφάνης ο Κρης τοιχογράφησε την Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά (1527) και ο Τζώρτζης την Ιερά Μονή Δουσίκου (1557), τα Τρίκαλα και οι Σταγοί (Καλαμπάκα) αναπτύχθηκαν σε σημαντικά καλλιτεχνικά κέντρα. Ο «Ιερεύς Ιωάννης εκ Σταγών» τοιχογράφησε με τους γιους του το παρεκκλήσι των Τριών Ιεραρχών της Μονής Βαρλαάμ (1637). Ο Νικόλαος Καστρήνσιος ή Καστρίσιος, και αυτός από τους Σταγούς, τοιχογραφεί το παλαιό Καθολικό της Μονής Αγίου Στεφάνου Μετεώρων. «Εκ Σταγών» υπογράφει και ο Γεώργιος που εικονογραφεί τον μονόχωρο ναό των Αγίων Αποστόλων έξω από τη Σαρακίνα. Σε τμήμα τριπτύχου στη Μονή Μεταμορφώσεως Μετεώρων αναφέρεται το όνομα «Γεώργιος ιερεύς εκ Σταγών». Ο Δημήτριος «εκ Τρίκκης» ιστορεί το 1637 το εσωτερικό του ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στην επαρχία Τρικάλων και με το ίδιο όνομα υπογράφει ο ζωγράφος που το 1675 ιστορεί το παρεκκλήσι των Εισοδίων της Θεοτόκου της Μονής Αγίου Βησσαρίωνος.

Παραδοσιακή αρχιτεκτονική του Πηλίου Δημήτρης Παλιούρας

Βίλα Κοντού στα Άνω Λεχώνια. Τα είκοσι τέσσερα χωριά του Πηλίου γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη στα χρόνια της Τουρκοκρατίας χάρη στην τοπική αυτοδιοίκηση που εξασφάλισαν, την εύφορη γη τους με τα τρεχούμενα νερά, την εύκολη θαλάσσια μεταφορά και τις επενδύσεις που έκαναν οι εξ Αιγύπτου Πηλιορείτες. Στις αρχές του 18ου χτίστηκαν ορισμένοι πύργοι, ενώ στο β΄ μισό του 18ου αιώνα και κυρίως στις αρχές του 19ου χρονολογούνται τα αρχοντικά του Πηλίου που ανήκουν στον τύπο του βορειοελλαδίτικου σπιτιού. Πρόκειται για τριώροφες κυρίως κατασκευές με έντονο φρουριακό χαρακτήρα, λιθόκτιστες εκτός από τμήματα του τελευταίου ορόφου που είναι κατασκευασμένα από ελαφρά υλικά (τσατμάς). Προεξέχοντας, τα τμήματα αυτά δημιουργούν τα γνωστά σαχνισιά. Στον τελευταίο όροφο υπήρχε ο «καλός οντάς». Ο πλούσιος ζωγραφικός, ξυλόγλυπτος και λιθανάγλυφος διάκοσμος καθιστά πολλά αρχοντικά έργα τέχνης. Από τα μέσα του 19ου αιώνα άρχισε να εμφανίζεται ένας τύπος σπιτιού που συνδυάζει λαϊκά και αστικά νεοκλασικά στοιχεία, τοπικά γνωστός ως αιγυπτιώτικος ή αποικιακός, καθώς συνδέεται με τους εξ Αιγύπτου πλούσιους Πηλιορείτες. Η χρήση μικτών στοιχείων διατηρήθηκε μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881, οπότε καθιερώνεται ο νεοκλασικισμός. Μετά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, το Πήλιο γίνεται ο χώρος όπου πλούσιοι αστοί χτίζουν τις βίλες τους. Οι πιο αξιόλογες από αυτές στολίζουν τους τοίχους και τις οροφές τους με πλούσια γύψινη ή ζωγραφική διακόσμηση με θέματα παρμένα από τη μυθολογία και την αρχαία ελληνική ιστορία. Τον πολεοδομικό σχεδιασμό των χωριών συμπληρώνουν οι κρήνες, λιθόκτιστες κατασκευές, απλές ή σκεπαστές. Από τα τέλη του 19ου αιώνα οι κρήνες προδίδουν την επιρροή του νεοκλασικισμού.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου Ζωή Μαλακασιώτη

Άποψη του Αρχαιολογικού Μουσείου Βόλου. Ένα κομψό, νεοκλασικό κτήριο που κατασκευάστηκε με δωρεά του Α. Αθανασάκη στεγάζει από το 1909 το Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου. Το έναυσμα της ίδρυσής του έδωσαν οι γραπτές επιτύμβιες στήλες της ελληνιστικής Δημητριάδας. Αυτές οι στήλες απέσπασαν τη μεγαλύτερη φροντίδα του Δ.Ρ. Θεοχάρη στην επανέκθεση του 1961, που τις τοποθέτησε πάνω σε ενιαίο βάθρο από μαύρο μάρμαρο στις αίθουσες 2 και 4 και κατά μήκος των τοίχων τους καλύπτοντάς τις με συνεχείς υαλοπίνακες. Σε προθήκες εκτέθηκαν στην αίθουσα 2 ευρήματα από διάφορες μυκηναϊκές θέσεις της Θεσσαλίας, κτερίσματα από πρωτογεωμετρικούς και γεωμετρικούς τάφους του Καπακλί και της Πασπαλιάς και αναθήματα από το ναό του Θαύλιου Δία στο Βελεστίνο και από το ιερό της Αθηνάς στη Φίλια Καρδίτσας. Εκτέθηκαν επίσης τα ωραιότερα δείγματα κλασικών και ελληνιστικών χρόνων. Επηρεασμένος από τη νέα άποψη για τα μουσεία που προέτασσε τον εκπαιδευτικό τους ρόλο έναντι του αισθητικού, στην επανέκθεση του 1975 ο Γ.Χ. Χουρμουζιάδης κατάργησε τις προθήκες δημιουργώντας αίσθηση αμεσότητας. Στη συνέχεια επέλεξε τα αντικείμενα της έκθεσης όχι βάσει της καλλιτεχνικής τους αξίας αλλά βάσει της σπουδαιότητας που είχαν στις κοινωνικές διαδικασίες. Τον νεολιθικό πολιτισμό ανέδειξε χρησιμοποιώντας φιλικά του υλικά, όπως τοιχάρια αργολιθοδομής, λινάτσα, πέτρα, καλάμι. Στις αίθουσες 5 και 6 οι τάφοι και τα ταφικά ευρήματα τέθηκαν στην υπηρεσία μιας ανασκόπησης της λατρείας των νεκρών. Το 1985, το επιστημονικό προσωπικό του Μουσείου αποφάσισε να οργανώνει στην αίθουσα 1 περιοδική έκθεση με ευρήματα από πρόσφατες ανασκαφές.

Παλαιολιθική κατοίκηση στο σπήλαιο της Θεόπετρας Νίνα Κυπαρίσση-Αποστολίκα

Αγγείο με εμπίεστες νυχιές της αρχαιότερης νεολιθικής φάσης. Η έρευνα της προϊστορίας στη Θεσσαλία στηρίχτηκε ως τώρα σε ανασκαφές σε υπαίθριους νεολιθικούς οικισμούς (μαγούλες). Πρώτος ο Δ. Θεοχάρης αναφέρθηκε στο σπήλαιο της Θεόπετρας λόγω των εργαλείων της Μέσης Παλαιολιθικής εποχής που εντοπίστηκαν εκεί. Από ασβεστόλιθους της Ανώτερης Κρητιδικής περιόδου, η σπηλιά δεν έπαψε ποτέ να χρησιμοποιείται ακόμη και πρόσφατα ως καταφύγιο ή στάνη. Η τυπολογία των λίθινων εργαλείων πιστοποιεί την κατοίκηση του σπηλαίου κατά τη Μέση και την Ανώτερη Παλαιολιθική εποχή. Η τυπικά θεσσαλική κεραμική από την Αρχαιότερη, Μέση και Νεότερη Νεολιθική εποχή εμφανίζει δείγματα από τις τυπολογίες του Σέσκλου, Τσαγγλιού, Αράπη κ.ά., ενώ βρέθηκαν λίγα όστρακα των αρχών της Χαλκοκρατίας και λιγότερα ντόπιας μυκηναϊκής κεραμικής. Πέτρινος τοίχος και άλλες ενδείξεις για την ύπαρξη κτισμάτων περιμένουν την ερμηνεία τους. Τα νεολιθικά ευρήματα περιλαμβάνουν σφονδύλια, οστέινες βελόνες του ραψίματος, οστέινο κουταλάκι, κοσμήματα από κοχύλια, λίθινα εργαλεία, μυλόλιθους. Από το οστεολογικό υλικό διαπιστώνεται ότι οι κάτοικοι ήταν κυνηγοί ελαφιών, αγριόχοιρων κ.ά. ζώων που τα κουβαλούσαν ολόκληρα στη σπηλιά, όπου τα τεμάχιζαν και τα έψηναν στη φωτιά, πριν τα φάνε - ενδεχομένως με την παρέα σαρκοβόρων. Η ανασκαφή της Θεόπετρας προσφέρει για πρώτη φορά την απόδειξη συνεχούς κατοίκησης στο ίδιο σπήλαιο από την Παλαιολιθική ως το τέλος της Νεολιθικής εποχής. Πρόκειται για δύο εποχές που οι αρχαιολόγοι θεωρούν διαφορετικές καθώς καθεμιά τους είχε διαφορετικές περιβαλλοντολογικές συνθήκες.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Το μυκηναϊκό Νεκρομαντείο στο Παλαιόκαστρο Γορτυνίας. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Στο Μουσείο της Ακρόπολης θα στεγαστούν μετά τη συντήρησή τους οι 17 μετόπες του Παρθενώνα - Συμπληρώθηκαν 150 χρόνια από τότε που ο Νταγκέρ (Daguerre) τράβηξε την πρώτη του φωτογραφία - Μέτρα για τη διάσωση του θεάτρου της Επιδαύρου αποφάσισε να εφαρμόσει το ΚΑΣ - Πέντε τάφοι της κλασικής περιόδου με σημαντικά ευρήματα αποκαλύφθηκαν στη Βεργίνα

Συνέδρια

Με τίτλο «Θεσσαλία: Δεκαπέντε έτη ερευνών (1975-1990). Αποτελέσματα και προοπτικές» οργανώνεται Διεθνές Αρχαιολογικό Συνέδριο από 17 ως 23 Απριλίου 1990 – Δημοσιεύτηκαν τα Πρακτικά του Α΄ Διεθνούς Συμποσίου με θέμα την «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο» που είχε οργανωθεί στην Αθήνα, 13-15 Σεπτεμβρίου 1988 από το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του ΕΙΕ

Βιβλία

Κλωντ Μοσσέ, Οι τύραννοι στην αρχαία Ελλάδα, «Το άστυ», Αθήνα 1989 – Evangelia Balta, L’ Eubée à la fin du XVe siècle; Économie et Population. Les registres de l’année 1474, Εταιρεία Ευβοϊκών Μελετών, παρ. τόμου ΚΣΤ, Αθήνα 1989 - Χρ. Μπουλώτης (επιμ.), Παγκόσμια ιστορία: Η βαρβαρική εξάπλωση (1500 – 600 π.Χ.), Καπόπουλος (Time – Life), Αθήνα 1989- Alan H. Shapiro, Art and Cult under the Tyrants in Athens, Philipp von Zabern, Mainz 1989

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Συμπόσια

Το Α΄ Συμπόσιο Αρχαιομετρίας αφιερωμένο στη μνήμη του Κ. Κονοφάγου διεξήχθη στο Κέντρο Μελετών Ακροπόλεως στις 26-28 Ιανουαρίου 1990

Δημοσιεύσεις

N. Herz, A.P. Grimanis, H.S. Robinson, D.B. Wenner και M. Vassilaki-Grimani, «Science versus Art History: the Cleveland Museum head of Pan and the Miltiades Marathon Victory Monument», Archaeometry 31 (1989), σ. 161-168 – Y. Maniatis, V. Mandi, και A. Nikolaou, «Identification de marbres antiques à Delphes», Bulletin de Correspondance Hellénique, École Française d’ Athènes, τόμ. 113, 1989, Ι, Études, σ. 403-416

English summaries: Recent research in Neolithic Thessaly Kostas J. Gallis

Thessaly is one of the regions where research into the Neolithic Age in Greece started thanks to the pioneering projects carried out by Chr. Tsoundas, in the dawn of the century, and by A. Wace and M. Thompson later on. It is, also, in Thessaly that sites with Paleolithic tools were found ( on the banks of the river Peneios, close to Larissa) and were systematically researched for the first time in Greece due to the efforts of V. Milojcic and D. Theocharis, in the 1950s and 1960s .Intense research into the Neolithic Age in Thessaly has continued in the recent decades and has produced interesting results, some presented in this article. Due to the topographic work carried out in the last twenty years, about 100 new Prehistoric settlements have been located in the east Thessalian plain, thus raising their number to approximately 250 in this area. Furthermore, it has been established that the hilly circuit around the plain was densely inhabited in the Neolithic Age. The excavations at Souphli Magoula and Platia Magoula Zarkou brought to light the oldest known cremation burials in Greece, dating from the Early Neolithic period, in the first case.In the second case 300 m. north of the settlement an organized cremation cemetery dating from the beginning of the Late Neolithic period was found. Stratigraphic excavations in the aforementioned two settlements and in Makrychori 2, in combination with the conclusions of previous research, contributed to the elucidation of certain phases of the Neolithic Age, as well as to the ascertainment of the continuous evolution of Neolithic ceramics in Thessaly. The correct dating of the black burnished pottery of the so-called Larissa Culture in the beginning of the Late Neolithic period is of special importance, since this pottery frequently occurs elsewhere in the Balkans. Furthermore, of significant importance are the new data concerning the ideology and customs of Neolithic humans. In Platia Magoula Zarkou a clay house model with figurines was found, which had been placed under the floor of a Late Neolithic house as a foundation offering. Certain accidental surface finds, such as an "apotropaic mask" of the Middle Neolithic period, the figurine of a "thinker" and a group of two embracing figurines, combined with the aforementioned research results, lead to extremely interesting conclusions: Many kinds of artistic expression, as well as a variety of customs which appear in the historic era or in advanced prehistoric periods, are, in fact, deeply rooted in the Neolithic Age.

The prehistoric settlement of Sesklo Vassiliki Adrymi-Sismani

The prehistoric settlement is located close to the present village of Sesklo, fifteen kilometres to the SW of Volos. The settlement lies on the Kastraki hill, bounded by two streams and better known as the"Acropolis", and on the surrounding area. The first excavations were carried out on the "Acropolis" under Chr. Tsoundas (1901-1902). In 1956 D. Theocharis conducted a new excavation on the hill and after 1972 another dig in the adjacent area lasted until 1977. Sesklo was originally inhabited in the middle of the seventh millennium. The rare architectural remnants dating from this period are a few elliptic pits dug in the hard soil- Later, in the sixth millennium, houses with stone foundations are built on the "Acropolis" and the surrounding area. Almost all the architectural remnants visible today on the archaeological site belong to the Middle Neolithic period (fifth millennium), when the settlement shows an astonishing development. This period is identified with the "Civilization of Sesklo" and is characterized by the architectural layout of the settlement, the increase of painted ceramics - with a parallel improvement of firing -and also by an extensive use of stone tools. Around 4.400 BC the settlement is abandoned for more than 500 years, as a result of a natural disaster, fire or earthquake. In the Late Neolithic period Sesklo is partially reinhabited, strictly in the "Acropolis" area.

The prehistoric settlement of Dimini Vassiliki Adrymi-Sismani

The settlement of the Late Neolithic period is located on a low hill to the NW outskirts of Dimini village, five kilometres to the SW of Volos. Excavations were mainly carried out in the beginning of our century under the archaeologists V. Stais and Chr. Tsoundas (1901-1903) and were continued later under Professor G. Chourmouziadis (1974-1977). Dimini is a large and well organized Neolithic settlement which has been researched quite extensively. The architectural remnants discovered so far show a thoroughly organized Neolithic community characterized by a unique feature, the enclosures. The settlement is enclosed by six stone built folds, the enclosures, constructed in pairs. The two first enclosures circumscribe the central courtyard; four radial, narrow corridors starting from this court divide the settlement into four sectors. The houses are arranged around the central court and between the pairs of enclosures. According to the excavational data, the first inhabitants settled on the hill in the early years of the fifth millennium. Two millenniums later the hill settlement was abandoned with the exception of the "megaron A" of the central court and a few houses to the south of the hill that continued to be inhabited. The graves on the hill and some houses on the NE hill slope date from the Middle Helladic period. Later, in the Late Helladic period, the most important Mycenaean settlement of the region develops down on the plain, eastward of the hill.

Mycenaean Magnesia Vassiliki Adrymi-Sismani, Zoe Malakasioti, Anthi Batziou-Efstathiou

At the innermost part of Pagasiticos Bay, to the the west and to the south of the present town of Volos, three settlements developed with small differences in their time of foundation and abandonment. They show a parallel growth from the Late Neolithic to, approximately, the end of the Mycenaean period. These settlements are the so-called "Palia" -identified by D. Theocharis including Ancient lolkos, Dimini and Peukakia. From all three only the first has continuously been inhabited down to today. However, these three locations together represent a major Mycenaean centre. At Velestino, where ancient Pheres are located and in the area of the Bakali Magoula a prosperous Mycenaean settlement thrived. Also in the vicinity of Velestino the settlement called Petra is located on the shores of the drained Karla lake. The places called Aidiniotiki, Almyriotiki, Zerelia, Phylaki, Pteleosand Hagioi Theodoroi magulae are locations in the Almyros region that seem to had been inhabited from the Neolithic penod down to to Hellenistic years, at least some of them. As regards the Mycenaean finds in the North Sporades islands, a settlement on Skiathos (Kephala) and a tomb on Skopelos (Staphylos) have been so far located.

Achilles and the valley of the river Spercheios Fanouria Dakoronia

Until recently Thessaly has been considered as belonging to the periphery of the Mycenaean world, an approach based, mainly, on the scarcity of available information. This picture has been radically changed, since the conclusions of recent research speak for an area quite significant within the boundaries of the Mycenaean world. However, the data supplied lately by a number of excavations are not sufficient for the formation of a final theory as regards the Spercheios Valley during the Late Bronze and Early Iron Age. Nevertheless, they can support certain conclusions: 1. The Spercheios Valley, like Phocis and Thessaly, belongs to the sphere of the Mycenaean world. It seems that Homer as well as later ancient authors and poets, who relate Achilles with this area,give after all a reliable account of the presence of Mycenaeans in this region. 2. The up-to-date Mycenaean finds echo parallel artistic evolutions of their time as they were formulated in the southern Mycenaean centres and also exhibit influences from Thessaly. 3. Ceramics as well as the types of bronze jewels, dating from the Early Geometric period, show a close dependence on the art of Thessaly. 4. The burial practice is identical with that of Southern Greece.Family chamber-tombs were used exclusively for the burial of a family member. The Glypha tumulus with the cist graves is an exception to this rule a phenomenon, however, quite usual in Thessaly where the chamber-tombs are rather a rarity. 5. A variety of graves are used during the Early Geometric period.Old Mycenaean chamber tombs are reused (Bikiorema) or new are dug (Lamia).Large pithoi parallel to the ground with the dead in an embryo-like position (Syka, Hypati) or elsewhere cist and shaft graves (Stylis) prevail. It seems that the choice of a certain type of grave can be interpreted as a family or tribal tradition.

Hagios Georgios, Larissa Athanasios Tziafalias

An extended cemetery consisting of tumuli and dating from the Archaic period has been located at Hagios Georgios. Quite a few ancient tombs, containing collective burials and rich offerings have been discovered, the result of a prolonged archaeological research in two tumuli. These tombs, rectangular inside and horse-shoe shaped outside, were constructed with slabs of limestone. Clay or bronze ash urns had been placed on the tomb pavements.These urns preserved the cremated bones of the dead and their funerary offerings, mainly bronze clasps and iron weapons (swords, spearheads, small and large knives and arrowheads). In two tombs of the same tumulus the iron parts of three chariots have been found. The chariots must have been used for the cremation and thus they were also cremated. The custom of cremation prevails in this cemetery. The corpses must have been cremated at a place nearby from where the incinerated bones were transferred in big urns.

Ancient Larissa Athanasios Tziafalias

Ancient Larissa, like the present town, occupied the north eastern part of the Thessalic plain close to the bank of Pineios River.Inhabitation of this location has been uninterrupted since the Neolithic period. The hill called "Phrourio" (= castle) used to be the ancient acropolis where the temple of the patron goddess Athena as well as the sanctuaries of various other deities stood. A limited number of architectural remnants, besides the two theaters, have been preserved from the ancient town of Larissa. Nevertheless, quite a few indications, as regards the probable location of public edifices, have resulted from archaeological research. The course of the ancient town walls is considered to be identical with that of the Turkish fortification. The "free" agora coincides with the central square of the present town. The temple of Kerdoos Hermes was probably located at the present square of Ethnarchis Makarios. A great number of the archaeological finds, which come from the excavations of the ancient town and its cemeteries are on display at the local Archaeological Museum of Larissa.

Pherae Argyroula Doulgeri-Intzesiloglou

The ancient town of Pherae, one of the bigger and more important settlements of Thessaly, occupied such a suitable location as to become a transportation centre in antiquity. Its surrounding area was already inhabited in the Neolithic Age, while on the very site of ancient Pherae inhabitants had already settled at the beginning of the Early Bronze Age. The life of the settlement presents a remarkable continuity of three thousand years, its phases of prosperity coinciding with the Mycenaean era, during the years, that is, of Admetos, Alkestes and Eurnelos as well as with the years of the Pheraic tyranny in the fourth century BC. In the Roman period the town of Pherae was abandoned. During the years of Turkish occupation the settlement of Velestino revived here and prospers until today. The celebrated figure of the Greek Revolution, Regas Velestinlis or Pheraeos, comes from here. He was the first to be interested in the monuments of his native place and marked many of them on a topographic map of Pherae.This map was included in the "Χάρτα της Ελλάδος» (Map of Greece), which was drawn by him at the end of the eighteenth century. The systematic archaeological research in Pherae started in the early twentieth century by important archaeologists of their time (Tsoundas, Wace, Thompson, Arvanitopoulos, Bequignon) and is still being carried on quite intensively. The visible monuments of Pherae are only a few. To the SW of the town lie the two hills of the Acropolis. The "Magoula Bakali", which is the nucleus of the settlement,and the hill of St. Athanasios or of "Panaghia" on which the fourth century BC walls stand. The legendary spring, the so-called "Hypereia Krene", still exists in the middle of the ancient town, while the ruins of the "Thavlios Zeus" temple have been preserved to its NW side. The recent excavations reveal many aspects of the everyday life of the town, especially of the Hellenistic period. The agora area has been identified as well as the potters' quarters and parts of private dwellings. The most important cemeteries, to the SE and NW along with certain isolated tumuli of the Classical and Hellenistic period lie close to the roads leading to the other major Thessalic towns of antiquity.

Demetriada – Pagasses Anthi Batziou-Efstathiou

The site occupied by the Hellenistic town Demetriada had already been inhabited from the Neolithic period (Peukakia peninsula and westwards of the Theater). In the Peukakia peninsula and to the south a thriving settlement of the Early, Middle and Late Bronze Age developed. It became an important commercial centre via which the Thessalic inland communicated with distant lands such as Thrace, Asia Minor, the Aegean Islands and Southern Greece. In the same area the town of Pagasses reached its prime in the classic period. Demetriada was founded in 293/2 BC by Demetrios Poliorcetes, who united adjacent small villages. The thus created town became a fortified military station of the Macedonian kings. The town, enclosed by a strong wall built according to the pseudo-isodomic system, was organized in two sectors, the Eastern and Western one. The so-called Anaktoron, built on a natural hill, and the Sacred Agora with the temple of Artemis lolia at its centre, prevail in the eastern sector.The town, part of the same sector, is laid out in building quarters according to the Hippodamian town-planning. The Theater and the Heroon in the western sector were built opposite to the Anaktoron. From the first century AD onward, Demetriada started diminishing. The pilasters of the Roman aqueduct, the two Early Christian basilicas and the houses with the mosaics date from this late, dull phase of the town. In the middle of the sixth century AD, Demetriada was abandoned and its inhabitants emigrated to the site of Kastro (Palia) of Volos. The newcomers named the site Demetriada which remained thus known throughout the Middle Ages.

The walls of ancient Pharsalus Stella Katakouta, Georgios Toufexis.

The remains of ancient Pharsalus lie on the northern slope of a hill of the Narthakion mountain and occupy almost the same area as the modern town. Although the ancient circuit is preserved mainly on the southern part of the hillside, its total length is estimated as no more than 5 kms. During the Byzantine era the ancient acropolis was reused but the town itself was restricted considerably to a small area just below it. The acropolis was of equal importance in the post Byzantine period as repairs of the previous walls or construction of new ones bear witness to. A series of eleven small towers one close to the other protected the easily accesible southwestern flank of the city. Besides, seven other towers dispersed over several parts of the circuit are visible as well as four gates and two posterns. Two of the gates opened onto the acropolis walls. At least four succesive periods of construction of the ancient walls have been identified, as can be concluded by the study of the preserved parts of the walls and the results of archaeological excavations. First in the series is that part of the walls built to a manner akin to the dry and rubble system with large and irregular blocks . This method of building serves as evidence dating the walls back to to the 6th century BC. The greatest part of the circuit is consistently built as an isodomic trapezoidal with quarry or hammer face and dates well back into the first decades of the 4th century BC. The headers and stretches system dates to not long after, probably in the middle of the same century. The city flourished in the second half of the 4th century BC under the support offered by its alliance with the Macedonian kings.

Athamania and Argithea Leonidas Hatziangelakis

Athamania on the mountainous land of Pindos ranges between Epirus, Thessaly and Aetolia. Acheloos River, the ancient Inachos, runs across this land forming steep and deep ravines. The communication between Epirus and Thessaly was made possible only by mountainous passages.A network of roads crossing the land made Athamania an important political, financial and military place in antiquity. Athamas was the eponymous hero of the Athamanes who are mentioned as an Epirotan tribe, while after the second century BC they are considered to be Thessalians. They appear on the Greek scene in the early fourth century BC. Athamania flourished in the late third and early fourth century BC when the land was ruled by king Amynandros. An inscription of around 165 BC. mentions "The Commons of Athamanes" an institution further certified by another, later inscription of around 80 BC. Archaeological data of the historic period have been located in various sites of the area. Titus Livius mentions four towns of Athamania, Theudoria or Theodoria, Tetraphylia, Heracleia and Argithea, the latter being the capital of the region. Argithea is located by various travellers close to the omonymous village (Knisovo). At the site "Ellinika" of Argithea, where the ruins of an ancient town have been preserved, a part of the town cemetery has been excavated. The cist-shaped graves are made of limestone slabs. Many tombs contain various offerings such as pottery, weapons, jewelry, coins and other suitable objects. The inhabitants of Athamania were mainly cattle-breeders since the climate and landscape of their region favoured this occupation. To overcome the steep formation of their land they had to create small soil embankments for cultivation. Their towns were not fortified since nature provided them with the best possible protection. Athamanes, a competent society, even issued their own coin bearing the inscription ΑΘΑΜΑΝΩΝ and the representation of Athena or Dione, their patron goddesses.

A historic chartography of Thessaly during the early Christian, Byzantine and post-Byzantine period Ekaterini Kalantzi-Smpyraki

Thessaly, birthplace and cradle of Greek civilization, extended during the Early Christian, Byzantine and Post-Byzantine period over quite a remarkable area. Its boundaries were to the east the line starting from the mouth of Peneios River and reaching Thermopyles. To the south, Locrida, Phocida, Dorida and Aetolia. To the west, Athamania, Acarnania and Amphilochia, and to the north, the Macedonian districts of Elimea and Pieria. Already by the first century AD, inhabitants of Thessaly had become Christians, while until the fourth century AD only a few urban centres had developed, such as Larissa, Hypati, Demetrias and Phiotides Thebes. The latter, from the years of Constantine the Great on, grew and became an important Christian centre. This shows in the significant archaeological finds and by research and study of the bishops' lists (Notita Dignitatum) . The large geographic expanse along with the fertility of the land of Thessaly attracted the "interest" - realized in invasions-of a great number of barbaric races and tribes (Visigoths, Huns, Slavs, Bulgarians, Serbs) and nonbarbaric ones (Franks, Catalans). Turkish hordes liberated Thessaly from the Serbs only to rule over it for almost five centuries (early fifteenth -late nineteenth century).

Early Christian monuments of Thessaly Aspasia Ntina

The monuments being gradually brought to light through excavations bear witness to the importance of Thessaly during the first Christian centuries and its prominent role in the evolution of culture in general. The Christian faith found in Thessaly a most fertile soil and a considerable segment of its population had become Christians already in the first centuries of the Christian era. However, the question of who was the first herald of the new faith still remains a matter of dispute.Possibly it was Herodion, one of the seventy apostles or St. Andrew or even Onesimos, a follower of St. Paul, who is specifically mentioned in St. Paul's Epistle to Philemon. We lack precise information on Church administration. From the years of Constantine the Great until the first half of the eighth century the province of Thessaly had been subject to eastern Illyricum, under the jurisdictum of the Pope, and especially to the administration of Macedonia that was excercised by the Metropolitan of Salonica, a vicar to the Pope. A considerable number of Early Christian monuments, mainly basilicae, as well as secular monuments, public and private have been preserved within the geographical circuit of present day Thessaly. The most important of them are listed below in counties: A. County of Trikala: Early Christian basilica at the site Prophetes Elias; basilica (?) in the castle of Trikala; Early Christian basilica (church of the Dormition of the Virgin); Early Christian basilica at the side of the the national road that connects Larissa with Trikala. B. County of Karditsa: Basilica at the site Chamamia. C. County of Larissa: Early Christian basilica in the castle of Larissa; Early Christian basilica, unidentified as yet; Early Christian cemetery on the east of the Larissa castle; secular building; cistern; basilica of Elassona; Early Christian basilica of Pyrgeto. D. County of Magnesia: Seventeen monuments in Nea Anchialos; two in ancient Demetriada; basilica at Achilleio; a considerable number of Early Christian ruins and remnants in the town of Volos and on the islands of Skiathos, Skopelos and Alonnessos.

Byzantine painting in Thessaly Lazaros Deriziotis

Although examples of Byzantine monumental painting appear in Thessaly quite early, the wall-painted Byzantine monuments of this region have not been systematically studied. The church of Panagia at Vathyremma preserves samples of tenth century art, while close to Hagioi Anargyroi Monastery a cave-asceterio displays fragments of twelfth century painting. Wall-paintings, dating from the same period, have also been preserved elsewhere in Thessaly. Various other murals, which can be assigned to the so-called Macedonian School of painting, as well as to the "archaic" style,date back to the thirteenth and fourteenth century. Sixteenth century painting in Thessaly, a mainstay in the history of the religious art, is represented in a series of important monuments, such as the Monasteries of Meteora or that of Hagios Bessarion. These wall-paintings, along with those of the seventeenth and eighteenth century, compose a precise record of the expansion of post-Byzantine art in Thessaly. Some of the forementioned monasteries have been decorated by celebrated painters of their time, such as Theophanes the Cretan or Tzortzis the Constantinopolitan. These works of art prove in addition that the so called "Cretan School" of painting developed and evolved considerably in Thessaly.

Portraits of the Donor in monuments of Mount Agrapha Stavroula Sdrolia

The region of Agrapha was prosperous during the years of the Turkish occupation since already from the early fifteenth century its rulers had granted it with a special status of self-administration. In the following century and especially after the Treaty of Tamasion (1525), the communities of Agrapha were administered by a council seated at Neochori. Certain portraits of donors in churches bear reliable witness to the civilization which had developed in the region of Agrapha they also supply us with information on the society of their time. These representations of eleven, altogether, donors date from the sixteenth (one portrait), seventeenth (eight) and eighteenth century (two portraits). They show the artist or artists' effort to precisely render the age and costumes of the represented persons (hair, beard, ornaments), but not individual features. However, the representation of such a number of donors clearly shows the economic welfare of the region as well as the high religious feeling of the enslaved Greeks during the years of Turkish occupation.

Seventeenth century painters from Trikala Kristallo Mantzana

The Cretan School of painting is represented in the county of Trikala by a remarkable series of wall-painted monuments such as those to be seen at the monasteries of Meteora. Two famous hagiographers, the celebrated Theophanes the Cretan and Tzortzis have decorated and signed their work there, Theophanes in the Hagios Nicolaos Anapausas Monastery (1527) and Tzortzis in the Doutsikou Monastery (1557). Two important artistic centres Trikala and Stagoi, the present Kalambaka, rise from the painting tradition of these two monasteries and flourish. Therefore,distinguished painters from these parts of Greece create works in which the typical elements of the Cretan School are more than apparent. However, only very few of these hagiographers mention the place of their origin in the dedicatory inscriptions. This omission has not been explained as yet with a sound argument.

The traditional architecture of Mount Pelion Dimitrios Paliouras

Twenty four villages, known from the itineraries of Greek and foreign travellers, were created and developed on Mount Pelion during the years of the Turkish occupation. Many of them still preserve sufficiently their original features, therefore they number among the most important traditional settlements of Greece. Their old, impressive manors date from the second half of the eighteenth and mainly from the early nineteenth century. These are two and three-storied edifices, built with stone, besides certain parts of the upper storey that display a lighter construction (tsatmas). This construction by its gradual projection in all directions creates the typical elements known as sachnisia (= oriels), which are pierced by windows and skylights. A great number of these manors are richly decorated with wall-paintings, wood and stone carvings of such a quality and craftmanship that makes them unique art works of their kind. A new type of house exhibiting a combination of neoclassical and traditional architectural elements appears in the middle of the nineteenth century and remains in use until the liberation of Thessaly, in 1881 - Such houses belong to rich Greeks from Egypt, who returned and settled down on Mount Pelion during these years. From 1881, when Thessaly once again became part of Greece, neoclassical architecture is established as the official building style and so remains until the first quarter of the twentieth century.

The Archaeological museum of Volos Zoe Malakasioti

The mode of exhibition of the ancient objects in the Museum of Volos is dictated by both an aesthetic and by their educational evaluation. The re-exhibition in rooms 2 and 4 (D. Theocharis) has followed the beaten path.Objects were chosen on the basis of their aesthetic value and have been displayed as the most representative examples of a certain phase of civilization. In contrast to this approach the re-exhibition in rooms 3, 5 and 6 (G. Chourmouziadis) realizes the notion that the museum must be a museum of the History of Civilization; therefore, the visitor, regardless of his educational background, is informed of the cultural physiognomy of various historic unities. Finally, the temporary exhibition in room 1, organized by the scientific staff of the Museum of Volos, served the need that recently discovered archaeological material be publicly displayed. It is stressed that a museum is, above all, a place of creative cooperation between scientists, restorers, workmen, etc., whose objective it is to obtain new information through systematic research.

Paleolithic inhabitation in Theopetra Cave Nina Kyparissi-Apostolika

Theopetra Cave can be found on the NE side of the big rock that lies at the right hand of the road which leads from Trikala to Kalambaka. The cave was inhabited for the first time in the Middle Paleolithic period and was used continually until the end of Neolithic period. From the neolithic phase there is beautiful pottery, typically thessalian, as well as flint implements and bone tools, other clay objects and a wall made of stone. From the paleolithic phase, upper and middle, there are also flint implements and bone tools which characterize the period. Animal species that are represented in the bone material are sheep and goat, cow, pig, deer, dog, badger, hare and tortoise. There are also some human bones. C14 analysis has given a date about 38.000 B.P., but this is not from the deepest levels of the cave.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Η Ελληνική Πλαστική (III) Σταυρούλα Ασημακοπούλου

Αριστογείτων, γύρω στα 477-476 π.Χ., ρωμαϊκό αντίγραφο (Μουσείο Νεαπόλεως). Οι αρχαϊκές κόρες των αρχών του 6ου αιώνα π.Χ. ντυμένες με τον πέπλο παραχωρούν στα μέσα του αιώνα τη θέση τους στις κόρες που φορούν ιωνικό χιτώνα με πολλαπλές πτυχώσεις. Στο τέλος της περιόδου, στην «κόρη με τα αμυγδαλωτά μάτια» αποδίδεται εσωτερικός κόσμος. Στην κλασική εποχή (480-336 π.Χ.), στην πρώιμη περίοδο της γλυπτικής (αυστηρός ρυθμός: 480-450 π.Χ.), τα σώματα αποκτούν αυστηρή αρμονία κινήσεων και μια ηρεμία που τα απομακρύνει από το ρεαλισμό. Στη συνέχεια, το πάνω μέρος του σώματος στρέφεται και ο καλλιτέχνης πετυχαίνει τέλεια ισορροπία. Γνωστά παραδείγματα του διασκελιζόμενου τύπου είναι το σύνταγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα και του Ποσειδώνα (ή Δία) από το Αρτεμίσιο. Είναι επίσης η εποχή που αποδίδεται σημασία στην έκφραση και στα συναισθήματα, πράγμα που εξηγεί γιατί αυτή την περίοδο αρχίζει και η κατασκευή πορτρέτων.

Τεύχος 35, Ιούνιος 1990 No. of pages: 106
Κύριο Θέμα: Οικονομία πρώτης ύλης στη μέση παλαιολιθική εποχή Ανδρέας Ντάρλας

Πυρηνόμορφα εργαλεία. Αντλώντας έμπνευση από τη Νέα Αρχαιολογία και κυρίως από τις εργασίες του A. Leroi-Gourhan, η μελέτη της Παλαιολιθικής εποχής ξεπέρασε τα όρια της στρωματογραφίας και της τυπολογίας των εργαλείων. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός της βρέθηκαν η ζωή και οι δραστηριότητες του προϊστορικού ανθρώπου, σε συνδυασμό με το εξελικτικό του στάδιο και το φυσικό του περιβάλλον. Η τυπολογία παραμένει βέβαια το βασικό εργαλείο του αρχαιολόγου αλλά η κατανόηση του παλαιολιθικού ανθρώπου απαιτεί παράλληλες μελέτες, όπως είναι η σχετική με την οικονομία της πρώτης ύλης. Στη μελέτη μιας λιθοτεχνίας, σημαντικές πληροφορίες για την οικονομία της πρώτης ύλης δίνουν: α) η αναλογία των διαμορφωμένων εργαλείων προς τα αδιαμόρφωτα αποκρούσματα, β) η συχνότητα των πυρήνων και ο βαθμός εξάντλησής τους, γ) το πλήθος των λίθινων αντικειμένων μιας θέσης και δ) ειδικότερα για τη Μέση Παλαιολιθική, ο βαθμός χρήσης της τεχνικής Λεβαλουά (Levallois). Πολύ μεγάλης σημασίας είναι επίσης η απόσταση που χωρίζει τον καταυλισμό από την πηγή της πρώτης ύλης. Ένα πολύ καλό παράδειγμα για την οικονομία της πρώτης ύλης προσφέρει η λιθοτεχνία του σπηλαίου Lazaret στη Νίκαια της Γαλλίας. Η λιθοτεχνία του, που τοποθετείται στην αρχή του μεταβατικού σταδίου από την Αχελαία προς τη «Μουστέρια με άφθονα ξέστρα», ονομάστηκε «Προμουστέρια». Από τα πετρώματα που είχαν χρησιμοποιηθεί, πυριτόλιθος, χαλαζίας, πυριτιωμένος ασβεστόλιθος και αργιλικός ασβεστόλιθος, και την επεξεργασία τους προκύπτει ότι ο άνθρωπος της Μέσης Παλαιολιθικής εποχής, αξιοποιώντας κατάλληλα τις δυνατότητες που του πρόσφερε το περιβάλλον και κάνοντας μεγάλη οικονομία δυνάμεων και χρόνου, εκδηλώνει ήδη «σοφία».

Τα σκουπίδια στο Ακρωτήρι. Πεπτωκότα προϊόντα και απορρίμματα σε μια αιγαιακή προϊστορική πόλη Ίρις Tζαχίλη

Αυλή στο σημερινό Ακρωτήρι. Τίποτα δεν απορρίπτεται. Όλα περιμένουν τη σειρά τους να ξαναχρησιμοποιηθούν.

Έχουμε αναρωτηθεί πόσα μαθαίνουμε για το αξιολογικό σύστημα μιας κοινότητας και για τη σχέση της με τη φύση από τα υπολείμματά της; Με έναν τέτοιο προβληματισμό η συγγραφέας μάς εισάγει στο θέμα της. Σχηματικά, τα σκουπίδια διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: του σπιτιού (υπόλοιπα της κατανάλωσης) και του εργαστηρίου (υπόλοιπα της παραγωγής). Και στις δύο περιπτώσεις, στη λογική της συνολικής παραγωγής και κατανάλωσης που εμπλέκει ολόκληρη την κοινότητα, πρόκειται για υπόλοιπα από την πρώτη χρήση που κατά κανόνα ξαναχρησιμοποιούνται. Βέβαια, παραγωγή και κατανάλωση αλληλοεξαρτώνται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα κόκαλα των ζώων που γίνονται πρώτη ύλη για την κατασκευή οστέινων εργαλείων ενώ χρησιμοποιούνται στη δόρωση ως στερεωτικό. Πέρα από τους οικονομικούς λόγους που καθορίζουν συνήθως τη διαχείριση των σκουπιδιών, υπεισέρχονται και παράγοντες όπως η συναισθηματική ή συμβολική αξία ή και η πολιτισμική διάκριση σε καθαρό ή βρόμικο. Σε αυτό το πνεύμα, μια ομάδα αρχαιολόγων που εργάζονταν το 1987 στον προϊστορικό οικισμό του Ακρωτηριού αποφάσισαν να διερευνήσουν τι έκαναν τα σκουπίδια τους οι κάτοικοι αυτού του αστικού οικισμού – σχέδιο που δεν έμελλε να ολοκληρωθεί. Διέκριναν τρεις ομάδες σκουπιδιών ανάλογα με τον τόπο εύρεσης: στην πρώτη, προτελευταία πριν από την καταστροφή του οικισμού, ανήκουν όσα από τα υπολείμματα χρησιμοποιήθηκαν σε δεύτερη χρήση, στη δεύτερη ανήκουν όσα απορρίμματα βρέθηκαν στο στρώμα με τα μπάζα και στην τρίτη τα απορρίμματα του στρώματος καταστροφής. Ένδειξη συλλογικής διαχείρισης των σκουπιδιών δεν βρέθηκε. Τα πιο φανερά σκουπίδια, σε μεγάλες ποσότητες, ήταν τα κόκαλα ζώων. Μαζί βρέθηκαν ψαροκόκαλα και όστρεα μαλακίων. Άλλες μεγάλες κατηγορίες είναι τα απορρίμματα από προϊόντα γεωργίας και άφθονα όστρακα αγγείων. Το άρθρο κλείνει με λεξικολογικές παρατηρήσεις. Από τη λατινική λέξη scopa, «σκούπα», το σκουπίδι είναι ό,τι μαζεύει η σκούπα από το δάπεδο. Ακριβώς το ίδιο δηλώνει στην κλασική αρχαιότητα το ρήμα σαίρω, «σαρώνω». Αν συλλογιστούμε ότι το ρήμα που συνοδεύει την κίνηση των σκουπιδιών είναι το «πετώ», διώχνω μακριά, απομακρύνω, μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε την αρνητική απόχρωση της λέξης.

Περιβαλλοντική εκπαίδευση στον αρχαίο και σύγχρονο κόσμο Donald Hughes

Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας. Η 25η επέτειος του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας γιορτάστηκε στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στις 23 Μαΐου 1990 με την ομιλία του καθηγητή Ιστορίας J. Donald Hughes (Πανεπιστήμιο του Denver). Ο ομιλητής, που ειδικεύεται στην περιβαλλοντική ιστορία και την οικολογία των αρχαίων πολιτισμών, υποστήριξε ότι η ελληνική αρχαιότητα μπορεί και σήμερα να εμπνεύσει την ανάπτυξη περιβαλλοντικής συνείδησης. Στα αποσπάσματα που παρατίθενται εδώ αναφέρονται τρία παραδείγματα: α) το διάσπαρτο από ιερές περιοχές αρχαίο τοπίο, β) η μύηση των κοριτσιών στη μυστηριώδη σχέση με τα ζώα από την Άρτεμη στη Βραυρώνα και γ) η συμβολή της φιλοσοφικής σκέψης ενός Πυθαγόρα ή ενός Θεόφραστου στην περιβαλλοντική εκπαίδευση.

Εικόνες από την Αρχαιότητα Άννα Λαμπράκη

Ρυτό σε σχήμα υποδήματος. Θαλαμωτός τάφος, Βούλα Αττικής, 14ος αι. π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Με εικονογράφηση που καλύπτει το φάσμα από την κυκλαδική ως τη χριστιανική τέχνη, η συγγραφέας παρουσιάζει τον αρχαίο ελληνικό στοχασμό για το έμψυχο σύμπαν μέρος του οποίου είναι και ο άνθρωπος. Τη φύση που περιγράφει ο Όμηρος οι λυρικοί θα τη διακρίνουν στο «άγριο», ανέγγιχτο τοπίο και σε εκείνο που δημιουργείται με ανθρώπινη παρέμβαση. Σε ύμνο θα μετατρέψουν οι Αλεξανδρινοί τη χαρά της ζωής που αντλούν από τη φύση. Σε χορικό της Αντιγόνης (στ. 332-375), ο Σοφοκλής συμπυκνώνει σε δυνατές εικόνες τις επεμβάσεις του πολυμήχανου ανθρώπου στον κόσμο που τον περιβάλλει. Μόνο το Θάνατο δεν μπορεί να δαμάσει.

Ο Αριστοτέλης και το βιολογικό του έργο Γρηγόρης Τσούνης

Ζευγάρωμα χταποδιών: Το αρσενικό απλώνει, για να δείξει στο θηλυκό, το πλοκάμι που χρησιμεύει στο ζευγάρωμα. Τα βιογραφικά στοιχεία του Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.) σχετίζονται άμεσα με το επιστημονικό του έργο. Συγγραφέας βιβλίων ιατρικής και φυσικής, ο πατέρας του Νικόμαχος ήταν γιατρός στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Β΄. Επί είκοσι χρόνια, ο Αριστοτέλης μαθητεύει στην Ακαδημία του Πλάτωνα και, μετά το θάνατο του δασκάλου, θα εγκατασταθεί στη Μικρά Ασία και από εκεί στη Λέσβο. Τα έργα του μαρτυρούν την εντατική έρευνα που πυροδότησε η πλούσια χλωρίδα και πανίδα του νησιού και τις πληροφορίες που συγκέντρωσε από τους ντόπιους. Τη Λέσβο εγκαταλείπει το 343 π.Χ. για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση του 13χρονου Αλέξανδρου. Οι μακεδόνες βασιλείς χρηματοδοτούν τις επιστημονικές του συλλογές, ενώ απεσταλμένοι του Αλέξανδρου του φέρνουν από την Ασία όλα τα αξιοπερίεργα είδη αυτής της ηπείρου. Το 335 π.Χ., ο Αριστοτέλης επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει τη δική του Σχολή στο Λύκειον. Οι έρευνες του Αριστοτέλη για τη Ζωολογία και τη Βιολογία συμπεριλαμβάνουν παρατηρήσεις ανατομικές και εμβρυολογικές. Φαίνεται ότι είχε κάνει ανατομικές έρευνες σε περισσότερα από πενήντα ζώα αλλά και σε ανθρώπινα έμβρυα. Στα τρία του μεγάλα βιολογικά έργα, Περί ζώων ιστορίαςΠερί ζώων μορίων και Περί ζώωνγενέσεως, μνημονεύει περίπου 500 ζώα και περιγράφει αναλυτικά όργανα του σώματος, τρόπους αναπαραγωγής, τροφικές συνήθειες, οικοσυστήματα. Δεν λείπουν βέβαια ανακρίβειες που οφείλονται στην έλλειψη μέσων παρατήρησης ή σε μυθομανείς πληροφοριοδότες. Το γεγονός δεν επισκιάζει τον μνημειώδη χαρακτήρα του έργου του, θεμέλιο μιας επιστήμης που παρέμεινε αναλλοίωτη ως το 1800.

Η φροντίδα των Βυζαντινών για το φυσικό περιβάλλον των πόλεων Άννα Αβραμέα

Η Κωνσταντινούπολη από χειρόγραφο του 15ου αιώνα. Στη διάρκεια της πρωτοβυζαντινής περιόδου η φροντίδα για τις πόλεις εκδηλώνεται με αντιπλημμυρικά έργα, με δρόμους που ανοίγουν σήραγγες στα βουνά, με ανοικοδομήσεις ύστερα από σεισμούς, με έργα για την υδροδότηση. Στην Κωνσταντινούπολη η αισθητική φροντίδα για τις προσόψεις των σπιτιών και η χωροθέτησή τους ρυθμίζεται νομοθετικά: η θέα προς τη θάλασσα δεν πρέπει να εμποδίζεται, η ύψωση ενός σπιτιού δεν πρέπει να «κόβει» το φως από το σπίτι του γείτονα. Προδιαγραφές θεσμοθετούνται για τα ρείθρα, τα αποχωρητήρια και τους υπονόμους. Ωστόσο, μετά τον 7ο αιώνα το αστικό τοπίο προοδευτικά αγροτοποιείται ενώ οι αυτοκράτορες χρηματοδοτούν πλέον μόνο έργα αμυντικά.

Όψεις του αστικού και αγροτικού χώρου στο Βυζάντιο Αφέντρα Μουτζάλη

Νεαρός με το γάιδαρό του από μωσαϊκό του Μεγάλου Παλατίου της Κωνσταντινούπολης. Το Περί κτισμάτων του Προκόπιου είναι η κυριότερη πηγή για τις παρεμβάσεις των Βυζαντινών στη φύση: αλλαγές στην κοίτη ποταμών, διάνοιξη σήραγγας στα βουνά, κατασκευές για την υδροδότηση των πόλεων. Στις πόλεις της πρωτοβυζαντινής περιόδου, συγκεκριμένες πολεοδομικές διατάξεις ρύθμιζαν την ανέγερση των κατοικιών, νομοθετημένη ήταν η κρατική μέριμνα για τα υδραγωγεία, τους υπονόμους, την οδοστρωσία και την καθαριότητα των δρόμων. Οι βυζαντινές πόλεις ήταν στενά δεμένες με την αγροτική οικονομία. Τα κείμενα που προορίζονταν για χρήση των οικονομικών υπαλλήλων της εποχής μάς πληροφορούν για τους τύπους των αγροτικών συνοικισμών, τα ημερομίσθια, τις τιμές των προϊόντων, τα προβλήματα των γεωργών. Κινητήρια δύναμη της βυζαντινής αγροτικής οικονομίας ήταν ο θεσμός των παροίκων, ιδιαίτερα για την καλλιέργεια των μεγάλων αγροκτημάτων του θρόνου, της Εκκλησίας, των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και των μεγάλων γαιοκτημόνων. Από τον φοβερό λιμό του 927-928, που ανάγκασε πολλούς αγρότες να πουλήσουν τη γη τους σε εξευτελιστική τιμή, επωφελήθηκαν οι «δυνατοί». Η πολιτική των Παλαιολόγων αύξησε κι άλλο τη δύναμή τους σε βάρος των μεσαίων ιδιοκτητών. Τις αντιλήψεις των Βυζαντινών για τον κόσμο εκφράζει η Χριστιανική Τοπογραφία του Κοσμά του Ινδικοπλεύστη. Στην εποχή του Ιουστινιανού οι ψηφοθέτες παρεμβάλλουν στο διάκοσμο του δαπέδου των εκκλησιών κοσμολογικά ή γεωγραφικά θέματα. Σκηνές από την αστική και αγροτική ζωή των Βυζαντινών εμφανίζονται σε ψηφιδωτά, μικρογραφίες χειρογράφων, σε αντικείμενα μικροτεχνίας και σε υφάσματα. Η επίγεια ζωή στην παλαιοχριστιανική τέχνη δηλώνεται με την αλληγορία των μηνών και τις αντίστοιχες αγροτικές δραστηριότητες ενώ στη βυζαντινή τέχνη οι απεικονίσεις των αγροτικών δραστηριοτήτων συνδυάζονται με χωρία της Βίβλου. Σε Ευαγγέλια, Ψαλτήρια και λειτουργικές Ομιλίες εικονίζονται ελεύθεροι επαγγελματίες των πόλεων, όπως συμβολαιογράφος, σιδεράς, πλανόδιος έμπορος, ιστουργοί, συνεργείο οικοδόμων.

Το περιβάλλον και η αρχαιότητα Ειρήνη Βαλλερά, Μαρία Κορμά

Η πάλη του Ηρακλή με τον ποταμό Αχελώο σε αττικό ερυθρόμορφο στάμνο. Περ. 530-500 π.Χ. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο. Οι βασικές αρχές της οικολογίας, υποστηρίζουν οι συγγραφείς, έχουν τις ρίζες τους στη σκέψη και τη ζωή των αρχαίων Ελλήνων. Σε αντίθεση με τον ιουδαϊσμό και το χριστιανισμό που ανέδειξαν τον άνθρωπο σε κυρίαρχο επί της γης, η αρχαία ελληνική θρησκεία όριζε το σεβασμό του περιβάλλοντος και τη σωστή σχέση του ανθρώπου στο οικοσύστημα. Η «ενότητα» της φύσης, η επίδρασή της στην ανθρώπινη συμπεριφορά και η ανάδειξή της σε υπόδειγμα μέτρου για την ανθρώπινη κοινωνία χαρακτηρίζει τη σκέψη των Προσωκρατικών και του Ιπποκράτη. Στα έργα των φιλοσόφων ανιχνεύονται οι έννοιες της εντροπίας και της ανακύκλησης. Για τον Ξενοφώντα και τον Αριστοτέλη, που ασχολήθηκαν με την οικονομία, η φυσική τάξη πρέπει να μένει απαραβίαστη, η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων να είναι έλλογη και να μην ξεπερνά το επίπεδο της αυτάρκειας. Η ποιότητα του εδάφους έχει επίπτωση στον ανθρώπινο χαρακτήρα και την κοινωνική οργάνωση αφού τα εύφορα εδάφη δημιουργούν στέρεο δεσμό με τη γη, ενώ τα άγονα σπρώχνουν τους κατοίκους τους σε άλλες δραστηριότητες. Η επιλογή υγιεινής τοποθεσίας ήταν το πρώτο κριτήριο για τη χωροθέτηση των αρχαίων ελληνικών οικισμών που οριοθετούσαν τις χρήσεις γης κατά τομείς προς όφελος μιας σωστής πολεοδομικής εξυπηρέτησης. Δημόσια κτήρια που δεν έχαναν την αίσθηση του «μέτρου» και απλές ιδιωτικές κατοικίες εναρμονίζονταν με το περιβάλλον. Νομοθετικά μέτρα για τη ρύπανση στις πόλεις, την καθαρότητα του νερού, την εγκατάσταση βυρσοδεψείων κ.ά. συνδύαζαν τη δημόσια υγιεινή με τη φροντίδα του περιβάλλοντος.

Δίκαιο και περιβάλλον Γιάννης Καράκωστας

Η Ακρόπολη πνιγμένη από το νέφος της Αθήνας. Από τα άρθρα 24 και 117 § 3 και 4 του Συντάγματος, που προβλέπουν την προστασία του περιβάλλοντος ως αυτοτελούς έννομου αγαθού, απορρέει ο πολιτικός χαρακτήρας της, η δυνατότητα των πολιτών να ενεργοποιήσουν και να συμμετάσχουν στις διαδικασίες. Το ισχυρότερο όπλο στα χέρια των πολιτών είναι το ένδικο μέσο της αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η αίτηση μπορεί να ασκηθεί από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (δημοτικές, κοινοτικές αρχές) ή και ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα (περίοικοι εργοστασίου, κάτοικοι περιοχής). Στην ιδιότητα του περίοικου εμπλέκεται το κριτήριο της οικολογικής γειτνίασης που παίρνει υπόψη την επικινδυνότητα της ενδεχόμενης οικολογικής διατάραξης και τη γεωγραφική εμβέλεια της βλάβης. Tο πέρασμα από το Διοικητικό Δίκαιο στο Αστικό σηματοδοτεί την ιδιωτικού δικαίου έκφανση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος στο περιβάλλον. Θεωρώντας τα κυριότερα περιβαλλοντικά αγαθά κοινά και κοινόχρηστα, η αστική νομοθεσία αναγνωρίζει επάνω τους το δικαίωμα χρήσης που απορρέει από το δικαίωμα της προσωπικότητας. Η προστασία του περιβάλλοντος εξασφαλίζεται έμμεσα και με τις διατάξεις για την προστασία της κυριότητας και της νομής αλλά και με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Τέλος, ενδιαφέρουσα είναι η διάταξη του άρθρου 29 (ν. 1650/1986) που καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη προκειμένου περί οικολογικών ζημιών καθώς προϋποθέτει α) πράξη ή παράλειψη «παράνομη» που προκαλεί υποβάθμιση του περιβάλλοντος και β) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ παράνομης συμπεριφοράς και οικολογικής ζημιάς. H «Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη», που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1987, προσφέρει το νομοθετικό θεμέλιο για την ανάπτυξη κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής και κοινοτικού δικαίου για την προστασία του περιβάλλοντος.

Η νομική προστασία του πολιτιστικού μας περιβάλλοντος Γεώργιος-Ελευθέριος Τριχίλης

Ο παραδοσιακός οικισμός της Οίας στη Σαντορίνη είναι ο πρώτος διατηρητέος οικισμός της Ελλάδας. Σε αντιδιαστολή με το φυσικό περιβάλλον, το Σύνταγμα του 1975 ορίζει ως πολιτιστικό περιβάλλον «τα ανθρωπογενή στοιχεία του πολιτισμού και χαρακτηριστικά, όπως αυτά διαμορφώθηκαν από την παρέμβαση και τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον, περιλαμβανομένων των ιστορικών χώρων και της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής εν γένει κληρονομιάς της χώρας». Το έννομο αυτό αγαθό, του οποίου την προστασία το Σύνταγμα του 1975 καθιέρωσε και κατοχύρωσε, περιλαμβάνει δύο ενότητες: α) ιστορικούς και αρχαιολογικούς χώρους και β) κτήρια που κρίνονται «διατηρητέα» και οικισμούς «παραδοσιακούς». Όταν ένας χώρος χαρακτηριστεί με υπουργική απόφαση ιστορικός και αρχαιολογικός, στην ατομική ή μη ιδιοκτησία που βρίσκεται μέσα στον χαρακτηρισμένο χώρο τίθενται αμέσως περιορισμοί που φτάνουν ως την απαλλοτρίωση. Για οικοδομήματα παλαιότερα του 1830 ή μεταγενέστερα που όμως συνδέονται με ιστορικά πρόσωπα ή χαρακτηρίζονται ως έργα τέχνης, χρειάζεται άδεια της Διοίκησης για οποιαδήποτε οικοδομική εργασία ή επισκευή. Οι περιορισμοί έχουν οικονομικό αντίκτυπο για τον ιδιοκτήτη που καλείται να καλύψει τα έξοδα. Αν όμως ο δικαστής κρίνει ότι αυτά ξεπερνούν ένα εύλογο ποσό, το Σύνταγμα επιτρέπει στον ιδιοκτήτη να απαιτήσει τη συμμετοχή του Δημοσίου. Τέλος, από το 1986 μια σειρά αποφάσεων του ΣτΕ έφερε στην επιφάνεια τη δυνατότητα που έδινε στον ιδιοκτήτη άρθρο του κωδικοποιητικού νόμου 5351/32 να ανακτήσει το ακίνητό του αν, σε αίτησή του για απαλλοτρίωση, η Διοίκηση έμενε άπρακτη επί διετία. Το Σύνταγμα του 1975 όμως επεκτείνει την υποχρέωση του Κράτους για αυξημένη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος εις το διηνεκές.

Άλλα θέματα: Πότε άρχισε ο θεσμός της εφηβείας; Γιαννικόπουλος A.

Πραξιτέλης, «το παιδί του Μαραθώνα», 340-330 π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο χρόνος γένεσης του θεσμού της αθηναϊκής εφηβείας διχάζει τους ερευνητές που συνασπίζονται σε δύο στρατόπεδα. Το πρώτο επικαλείται την αυθεντία του Wilamowitz και υποστηρίζει ότι ο θεσμός καθιερώθηκε μόλις το 335 π.Χ., χρονιά που ο Επικράτης, ρήτορας και δημαγωγός, διέθεσε ένα υπέρογκο ποσό για να «ιδρύσει» και να συντηρήσει το θεσμό. Απλά για να «διευρύνει» το θεσμό, διορθώνουν οι άλλοι. Η πόλη των Αθηνών, επανέρχονται οι πρώτοι, αφυπνίστηκε μετά την πανωλεθρία στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.) και καθιέρωσε τη στρατιωτική εκπαίδευση ως υποχρεωτική. Υπήρχαν και προηγούμενες ευκαιρίες αφύπνισης, λέει ο αντίλογος. Άλλωστε, συνεχίζουν, θα τους επέτρεπε ο Αλέξανδρος, την ίδια χρονιά που κατέστρεψε τη Θήβα, να ανοίξουν αυτοί τις πύλες του εφηβείου; Η πρώτη ομάδα επιστρέφει με ένα διπλό επιχείρημα. Επιστρατεύει τη σιγή των κλασικών που έζησαν πριν από το 335 π.Χ., ειδικά του Πλάτωνα, συνδυάζοντάς την με τις μαρτυρίες Πλάτωνα και Ξενοφώντα περί πλήρους ελευθερίας των εφήβων. Η σιγή οφείλεται, λένε οι άλλοι, στο ότι ο θεσμός είναι τόσο κοινότοπος όσο και τα Απατούρια. Ο δε Πλάτωνας δεν αναφέρει ούτε την εκπαίδευση των ορφανών. Όσο για την ελευθερία των «εφήβων», η λέξη είναι αμφίσημη και εδώ αναφέρεται στις ηλικίες 14-18, όχι στις ηλικίες 18-20. Τέλος, η πρώτη ομάδα ανασύρει από το οπλοστάσιό της επιγραφή του 334/3 π.Χ., που είναι η αρχαιότερη από όσες αναφέρονται στο θεσμό της εφηβείας. Η δεύτερη ομάδα υποστηρίζει την παλαιότερη χρονολόγηση προβάλλοντας τα εξής επιχειρήματα: 1. Σε μαρμάρινη στήλη των Αχαρνών (β΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ.) διασώζεται ο όρκος των εφήβων που χαρακτηρίζεται «πατροπαράδοτος». Ο Λυκούργος διασώζει τον όρκο που έδιναν οι έφηβοι της πόλης στο ναό της Αγλαύρου και μας πληροφορεί ότι αυτόν απομιμήθηκαν οι Έλληνες στις Πλαταιές (479 π.Χ.). Τον όρκο στο ναό της Αγλαύρου αναφέρει ο Αλκιβιάδης στον Πλούταρχο αλλά και ο Δημοσθένης στον Περί παραπρεσβείας. 2. Το αγγείο που βρίσκεται στο Μουσείο Ερμιτάζ στο Λένινγκραντ και απεικονίζει ορκωμοσία εφήβου είναι μελανόμορφου ρυθμού, ασύμβατου με τη χρονολόγηση του θεσμού στο 335 π.Χ. 3. Σημαντικές πληροφορίες που συνηγορούν υπέρ της αρχαιότητας του θεσμού προσφέρει ο Αισχίνης μιλώντας για τον εαυτό του στην περίοδο της εφηβείας όταν διατέλεσε και περίπολος.

Ξεχασμένος χώρος Σοφία Σαρρή

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων. Το Λυγουριό, κτισμένο πάνω στα ερείπια της αρχαίας Λήσσας, ζει σήμερα στη σκιά του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου. Η συγγραφέας επισύρει την προσοχή στα μνημεία του που αξίζει να βγουν από την αφάνεια. Πρόκειται για την Πυραμίδα και για πέντε εκκλησάκια, τα τρία μεταβυζαντινά, που περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια. Μόνο η ΒΑ γωνία σώζεται από την Πυραμίδα που ο Παυσανίας περιγράφει να έχει απεικονισμένες ανάγλυφες ασπίδες, συνδέοντάς την με τον πόλεμο των γιων του βασιλιά του Άργους, του Προίτου και του Ακρίσιου. Υποστηρίχτηκε ότι η Πυραμίδα κτίστηκε γύρω στο 400 π.Χ. ως μικρό παρόδιο οχυρό και μόνο μετά την εγκατάλειψή της έγιναν στο χώρο ταφές. Δικιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο, ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Ελεήμονα χρονολογείται στο τέλος του 11ου αιώνα με νάρθηκα και σπαράγματα τοιχογραφιών του 12ου αιώνα. Εντυπωσιακή είναι η εντοίχιση αρχιτεκτονικών μελών από το Ασκληπιείο ή άλλα αρχαία κτήρια. Σταυροειδής εγγεγραμμένος τετρακιόνιος με οκτάπλευρο τρούλο είναι ο ναός της Παναγίτσας, που η κτητορική του επιγραφή χρονολογεί στο 1701. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκτεταμένη του εικονογράφηση. Ίδιου τύπου είναι ο ναός της Αγίας Μαρίνας με κτητορική επιγραφή που τον τοποθετεί στο 1713. Δυστυχώς, οι τοιχογραφίες του έχουν μαυρίσει και απολεπίζονται. Δικιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο είναι ο ναός του Αγ. Ιωάννη Θεολόγου, σπουδαίο μνημείο του 13ου αιώνα. Τέλος, μέσα σε ειδυλλιακό τοπίο βρίσκεται η βασιλική του Αγίου Μερκουρίου, καθολικό μεγάλης ανδρικής μονής που ιδρύθηκε στις αρχές της Τουρκοκρατίας και ερημώθηκε το 1835. Απλό εκκλησάκι με δίρριχτη κεραμοσκέπαστη στέγη βλέπει τις θαυμάσιες τοιχογραφίες του να καταστρέφονται.

Το πλοίο στις Kυκλάδες κατά την πρώιμη Xαλκοκρατία Αντώνης Μαστραπάς

«Τηγανόσχημο» σκεύος από τη Σύρο (ΠΚΙΙ περιόδου). Τα αρχαιολογικά δεδομένα μάς επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια σαφέστερη εικόνα για τη ζωή των Κυκλαδιτών της τρίτης χιλιετίας π.Χ. και μας αποκαλύπτουν τον καθοριστικό ρόλο που έπαιζε στις νησιώτικες κοινωνίες τους το πλοίο. Από τη δεύτερη φάση της πρώιμης εποχής του Χαλκού (ΠΚΙΙ/2800-2300 π.Χ.) προέρχονται οι χαραγμένες παραστάσεις πλοίων πάνω στην κυκλική επιφάνεια των «τηγανόσχημων» σκευών. Η μία, υπερυψωμένη άκρη τους επιστέφεται από το σκαρίφημα ψαριού μαζί με ένα «λάβαρο-σημαία». Το γεγονός ότι ο Σ. Μαρινάτος, περιγράφοντας τη μικρογραφία του ναυαγίου από το Ακρωτήρι της Θήρας (1500 π.Χ.), αναφέρει ότι ο πρόβολος είναι πρόσθετο αντικείμενο που φέρει διάφορα σύμβολα και προσαρμόζεται στην πρώρη ως εξάρτημα «σημαιοστολισμού», δίνει λαβή στο συγγραφέα να ερμηνεύσει την επίστεψη της υπερυψωμένης άκρης του πλοίου στα «τηγανόσχημα» σκεύη ως μακρύ «καμάκι» με το οποίο είχε νωρίτερα αλιευτεί ένα μεγάλο ψάρι. Πρόσθετη μαρτυρία προσφέρει όστρακο «τηγανόσχημου» αγγείου από τη Φυλακωπή της Μήλου (ΠΚΙΙΙ/2300-2000 π.Χ.). Στην πρύμνη πλοίου με πολλά κουπιά στέκεται ανθρώπινη μορφή, ο κυβερνήτης, κρατώντας μεγάλο κουπί που χρησιμεύει ως πηδάλιο. Πρόκειται για την πρωιμότερη ως σήμερα λεπτομερειακή απεικόνιση αιγαιοπελαγίτικου πλοίου.

Νεότερα στοιχεία για τη νεοκλασική Αγορά του Άργους Βασίλης Δωροβίνης

Το ξενοδοχείο «Ακταίον» στο Νέο Φάληρο έφερε τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της βιεννέζικης σχολής του αναγεννησιακού κλασικισμού Ο συγγραφέας έρχεται να συμπληρώσει άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 29 της Αρχαιολογίας. Εκεί συνέδεε τυπολογικά την Αγορά του Άργους με άλλα έργα του Τσίλλερ ενώ αναφερόταν και στον «δημοτικό γεωμέτρη» Πάνο Καραθανασόπουλο. Η έρευνα του καθηγητή στο ΕΜΠ Μάνου Μπίρη έφερε πάλι στο προσκήνιο τον Καραθανασόπουλο, έναν από τους επιδέξιους χειριστές της «σχολής» του Τσίλλερ –ίσως και συνεργάτη του. Δύο από τα πιο γνωστά του έργα στην Αθήνα δεν σώθηκαν: το ξενοδοχείο «Ακταίον» του Νέου Φαλήρου και η «Στοά Πεσματζόγλου» απέναντι από την Εθνική Βιβλιοθήκη. Ως προς την Αγορά του Άργους, τα σχέδια του Κώστα Μακρή για την αναστήλωσή της εγκρίθηκαν από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων στο τέλος του 1988. Από τα σχέδια της Ερμίνας Λειβαδίτη-Θεοφίλη για την κατασκευή στεγάστρου και την επικάλυψη του δαπέδου, το Συμβούλιο ενέκρινε μόνο το πρώτο.

Θέλουν οι Έλληνες την Ελλάδα; Βασίλης Δωροβίνης

Το σπίτι του Μακρυγιάννη στο Άργος όπως ήταν το 1984. Η παράλειψη ουσιαστικής μνείας της ελληνικής ιστορίας από την «κοινή» ευρωπαϊκή ιστορία και ο σάλος που εκ των υστέρων προκλήθηκε δίνει στο συγγραφέα την αφορμή να «ξεσπάσει» και για άλλα κακώς κείμενα. Στιγματίζει την αδιαφορία και την αδράνεια, το θράσος και την άγνοια, την έλλειψη φαντασίας της Πολιτείας, και χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την κλοπή στο Μουσείο της Κορίνθου που φέρνει στο προσκήνιο την αθλιότητα του (μη) συστήματος προστασίας της πολιτισμικής κληρονομιάς.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Ο Ερρίκος Σλήμαν. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή εκτίθενται λείψανα και πρόπλασμα από τους μικρόσωμους ελέφαντες που ζούσαν στην Τήλο πριν από 1.500-2.000 χρόνια – Στις 8 Νοεμβρίου 1989 στη Βοστώνη, το World Cultural Council απένειμε στην Επιτροπή Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως το βραβείο Leonardo da Vinci που παρέλαβε η κυρία Έβη Τουλούπα - Γενική είναι η κινητοποίηση των φορέων της Θεσσαλονίκης για τη διάσωση του κυρίως κτηρίου του συγκροτήματος Αλλατίνη

Συνέδρια

«Αρχαιολογία και Ερρίκος Σλήμαν, εκατό έτη από το θάνατό του» ήταν ο τίτλος του Διεθνούς Συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα (Πολεμικό Μουσείο, 14-22 Απριλίου 1990) – Υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και με τη συνεργασία του Δήμου Αρταίων το Ελληνικό Τμήμα του ICOMOS οργάνωσε τριήμερη επιστημονική συνάντηση (Άρτα, 11-13 Μαΐου 1990) με θέμα «Νέες πόλεις πάνω σε παλιές – το παράδειγμα της Άρτας» - Απολογισμός του Διεθνούς Αρχαιολογικού Συνεδρίου στη Λυών (17-22 Απριλίου 1990) με θέμα «Η Θεσσαλία. Δεκαπέντε έτη ερευνών (1975-1990): αποτελέσματα και προοπτικές»

Εκθέσεις

Το Μορφωτικό Γραφείο της Κυπριακής Πρεσβείας και το Αρχαιολογικό Μουσείο του Ιδρύματος Πιερίδη συνδιοργάνωσαν έκθεση για τη «Μεσαιωνική Κυπριακή Κεραμική» (Σπίτι της Κύπρου, 28 Μαρτίου-28 Απριλίου 1990)

Βιβλία

Loring Danforth, Firewalking and Religious Healing, Princeton Univ. Press, Princeton 1989 – Κάτε Συνοδινού, Ευρωπαϊκά κοσμήματα του 19ου αιώνα, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 1990 – R. Treuil, P. Darcque, J.-C. Poursat, G. Touchais, Les civilizations Egéennes du Néolithique et de l’Age du Bronze, P.U.F., Paris, 1989 - Σάνια Παπά, Διαβάζοντας τη Μεσαιωνική Κυπριακή Κεραμική μέσω της τέχνης του 20ού αιώνα, Ίδρυμα Πιερίδη, Λάρνακα 1990

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Συμπόσια – Συνέδρια

Στη Χαϊδελβέργη έγινε (2-6 Απριλίου 1990) το 27ο κατά σειρά Διεθνές Συμπόσιο Αρχαιομετρίας – «Fourth Australian Archaeometry Conference» είναι η επίσημη ονομασία του Συνεδρίου που θα πραγματοποιηθεί στο Australian National University στην Canberra, 11-14 Φεβρουαρίου 1991

Βιβλία

J. Henderson (επιμ.), Scientific Analysis in Archaeology, (Oxford University Committee for Archaeology, Monograph 19), 1989 – T.D. Price (επιμ.), The Chemistry of Prehistoric Human Bone, Cambridge UP, Cambridge 1989

English summaries: Material economy in the Middle Paleolithic Period Αndreas Darlas

The interest of an excavation on a Paleolithic site until recent years lay exclusively in the study of stratigraphy, paleontological remnants and the typology of tools. It is quite indicative that tools which did not appeal to the aesthetic standards of the excavator or retouched remainings were not even collected. This was because tradition had assigned the Paleolithic period to the science of geology, since geology had studied it first. Therefore, this period was in a way examined as a mere phase of the geological evolution; consequently, the focus of interest was placed on stratigraphy as well as on the successive development of fauna and of lithic industry. Recently, however, under the influence of New Archaeology and the decisive role of A. Leroi - Gourhan's work the life and activities of prehistoric man in combination with his evolutionary stage and natural environment have become the main objective of research. Thus, the Paleolithic period has today become a subject of interdisciplinary studies, while the primary concern during the excavation of a site as well as during the study of finds is that all information relevant to the aforementioned phases be collected and documented. Within this context the study of raw material economy, technique and typology of stone implements produces very useful data on prehistoric man; furthermore, it informs us how prehistoric man handled time and time again the problem of his dependence on the areas which could supply him with the raw material for necessary implements. Fundamental prerequisites for such a study is the careful and meticulous collection of all implements found in an excavation; also, the considerable size of the excavated area so that il can be representative of the entire prehistoric location. Unfortunately, the earlier excavations have not been carried out according to these standards and thus such a thorough study of their finds would be impossible. Consequently, a vast number of finds will remain insufficiently researched and more or less scientifically invalid.

Trash in Akroteri. Refuse, consumer goods and garbage in an Aegean prehistoric town Iris Tzahili

Acting as human entities,one at a time or all together, humans act and affect their environment. The choice of their intervention on the environment assigns to them the name and character of their occupation. They are farmers or cattle-breeders. Or they contribute to the formation of their environment: They are builders, carpenters or blacksmiths. But always by choice. However, to "choose" at the same time means to"reject", since we prefer this over the other. People are defined not only by what they do, but also and equally by what they do not do. What they get out of their surrounding world is of equal importance to their existence to what they do not get. Consequently, the individual or the society is defined not only by what they get, but also by what of it they keep and what they discard. What we consider as useless or worthless matter, when, where and how we get rid of it, surely represents a part of our identity both as individuals and as a community, like the clothes which characterize our appearance or the architecture which regulates our relation with the surrounding space. Garbage, refuse consumer goods, trash, the secondary wortd of the deficient, superfluous or unsuccessful production equally set the boundaries and potentialities of a community as the technical achievements which are considered positive.Tools and devices, ships, textiles, weapons, agriculture and cooking. Leftovers and their mode of utilization reveal the community's ideology and the way its members conceive their relationship with vast nature or their participation in nature's evolution as clearly as the various artistic representations and epic poems and probably more directly.

Aristotle and his contribution to biology Grigoris Tsounis

Aristotle was bom in 384 BC in Stagira, a small town of NE Chalkidiki peninsula. His father, Nikomachos,was the doctor of Amyndas II, King of Macedonia. Aristotle at the age of seventeen emigrated to Athens, where up to the age of thirty-eight he attended Plato's Academy studying a variety of sciences. In 354 BC he presents his own ideas and thoughts in his Dialogues. After Plato's death, he left Athens and settled in Assos, where he instituted a school; three year later, having been invited by Theophrastos, he travelled to Mytilene where the natural environment offers him a strong initiative for his research. The landscape of the island, forests, waters, animals as well as its inhabitants, and his acquaintance with fishermen, hunters and farmers furnish substantial material for his later works. In 342 Philipp II, King of Macedonia invites Aristotle to Macedonia and assigns to him the education of his son and heir Alexander the Great. However, Aristotle owes his fame to his reputation as a researcher in Zoology and Biology. In his biological writings he appears to have a good knowledge of over five hundred animal species, while his desriptions indicate that he must have performed anatomic research on more than fifty of them. In his three voluminous biological works he gives a full and detailed description of the various animal characteristics. The work of Aristotle never passed into oblivion. In eighth century Byzantium his writings enjoy fame and high reputation, while in the twelfth century they are translated into Latin and gain publicity in the West. Aristotle is the father of Biology, which retained the principles, content and form, that he had introduced and defined, until the nineteenth century.

The concern of the Byzantines for the natural environment of cities Anna Avramea

Byzantine people, living in an environment tamed millenniums ago, continued to face, change and exploit nature and its phenomena. Throughout the Early Byzantine era men show a special concern for their city, an attitude characteristic to ancient Greeks and Romans. The efforts of imperial governors and city officials and in a minor degree these of individuals are directed towards works best suited to the accommodation, adaptation and exploitation of nature's powers and potentialities. The legislation ruling town-planning proves the interest of the state in matters pertaining to the best possible aesthetic, practical and hygienic organization of cities. As the Early Christian period expires crucial changes take place in urban civilization.This shows in the different attitude taken towards the function and use of the environment causing many urban features to be spoiled.

Aspects of the Rural and Urban Sectors in Byzantium Afendra Moutzali

Each and every citizen of the Byzantine Empire, either living in the urban centres or in the country, had a strong bound with land and its production. The Byzantine towns were heavily depending on rural economy, not only because they were having a direct financial relation with their suburbs, but also because most of their inhabitants were working in the fields. The coexistance of the purely civil functions with the rural ones affects to a great extent the social structure of towns. The country side adjacent to a town depends on it and is thoroughly influenced by it, while it supplies the urban centre with agricultural products. The social and financial structure in Byzantium is affected by the schemes of production prevailing in the country. The relation of the Byzantine man with his natural environment and his intervention in the physiognomy of habitation along with the written documents, monuments and excavational finds, help us a great deal to approach and estimate better his real proportions. The social status of a Byzantine is mainly defined on the basis of the land he owns since what really accounts in a man's wealth is his property in real estate. The extensive land property is cultivated by paid land workers and peasants. The village is a substantial unit of production which includes wheat and grapewine fields, brooks, mills as well as its inhabitants, their fields and gardens, trees and animals. The main urban centres of Byzantium, smaller in size than the present cities, were offering a wide range of opportunities for work, education, entertainment and for an ecclesiastic, political or administrative career. The simple man of the Byzantine country - alike his Roman predecessor - bases his existance on the fertility of the fields and the temper of nature. His main concern is his family, home and production. The role that the natural environment has played in the human life and activity is absolutely decisive as it also becomes obvious through the research and study of Byzantine documents. Various scenes depicting the urban and rural life of the Byzantines appear in mosaics, illustrated manuscripts, Minor Arts objects and textiles. In Early Christian art the earthly life is represented through the allegories of months and seasons in the form of rural activities. While in Byzantine art the iconographic repertoire adopts farmer's activities, such as plowing, sowing, harvesting, pruning and fruit gathering, to illustrate the Old and New Testament texts. Rural scenes are also used to illustrate Menologia, Gospel books, liturgical Sermons as well as ancient texts, which are meticulously copied and decorated in the Byzantine scriptoria. The bloom of urban life is connected with the revival of the towns and the consequent creation of a middle class consisting of craftsmen and merchants. The miniatures of certain manuscripts offer additional information on the businessmen who were inhabiting the main or secondary urban centres of Byzantium. Thus, a variety of professions is represented in Psalters, Gospels and Sermons, such as notary, blacksmith, peddler, loom makers, even a team of builders. Scenes depicting urban everyday life are also decorating floor mosaics, consular diptychs and Minor Arts items. The Byzantine man being earthbound relies his wealth and prosperity on nature's mood and temper, therefore he sometimes tries to understand and tame it and others to appease it by prayers and magic acts of apotropaic character.

The Environment and antiquity Irini Vallera-Rickerson, Maria Korma

The basic principles of Ecology originate from the thought and life of the ancient Greeks. The holding of nature in respect as well as the governing rule of moderation in every human pursuit is the optimum law and guide. The pursuit of self-sufficiency, rational reduction, the division of needs into those that are necessary and those that are superfluous, creative work and the aesthetic of the environment must become our goals it we want to claim a high quality of life and to safeguard the existence of planet Earth in the future.

Law and the environment Ioannis Karakostas

With the exception of the State Council's jurisprudence, which has repeatedly in recent years faced the issue of environment protection with special sensitivity, Greek justice, in general, has not had the chance to deal sufficiently with the pollution of the environment and its relevant problems. Both in the public and private law of our country there exist a number of appropriate provisions as opposed to the law of foreign countries with environmental problems. There, quite often, it is asked of the legislalor and of the law to enact a legislation in support of an already established juridical practice. However, the absence of a wide jurisprudence in Greece is not so much due to the scarsity of environmental cases as to the inertia of the citizens that can be explained either by ignorance of the law or by indifference or even by financial shortcomings in the face of involvement in a lawsuit. Provisions for the protection of the environment have been included in the legislation of public and private law. Article 24 of the Constitution establishes the rights of the environment as an individual, social and political right. This means that every administrative act can be brought before the State Council, so that its agreeability or not with the content of the article 24 may be judged. Needless to say that this procedure is activated only if an individual or legal entity, which has a legitimate interest, asks for the invalidation of such a harmful to the enviroment administrative act. To facilitate the protection of the environment the State Council has broadened the content of the legal interest, since it is more than a necessary prerogative for an appeal. In Civil Law the environment is protected: 1. By the provisions referring to public goods (air, sea, running waters, sea-shore, forests, squares, streets, groves, etc.), which are the most important environmental goods, in combination with those referring to the protection of personality. Both Civil Law and jurisprudence fully accept that the individual has the right to use and enjoy these goods. This right can be legally protected through the suits for present suspension and future recovery of any act harmful to the goods and for compensation due to moral hazard. 2. By the provisions referring to the protection of ownership and posession in combination with those of the Neighbourhood Law. 3. By the article 29 of L. 1650/1986 on the protection of the environment. This article establishes civil responsibility for the recovery of ecological damage regardless of the liability of the person causing the damage (real objective liability); or through the article 914 of Civil Law on tori liability (recovery of ecological damage and moral hazard, CL 932).

The legal protection of our cultural environment George E. Trichilis

Our civilization, which has both a tangible and an intangible side to it, was born of the dialectical relationship between Man and environment. The material part of our civilization that is more tangible and concrete, forms the so called "cultural environment", which may be preserved by enacting special legal dispositions for its protection. The legislator relies on science and art in order to define it, and has set until now many rules of law of various legal validity- even constitutional articles for its preservation. The law, of course, has to make such protection concrete and effective. For many years the "Council of State" has judged, that archaeological and historical sites as well as "traditional' buildings and settlements, need to be declared as such by the Administration by a personal administrative act, It is also requested that permission be granted by the Administration for any kind of work on them. The property may also be confiscated for an archeological search and excavations or if it hinders the view of or access to a monument." Traditional" buildings, in particular, are liable to the same legal dispositions even it they are dilapidated and the cost of restoration is disproportionate. In this case the charge of restoration is transferred to the State or to the Local Administration. There are also restrictions on the external appearence of buildings which are included in "traditional" settlements: The Greek tribunals are real bastions for the protection of our "cultural environment". The "Council of State" specifically, based upon the 1975 Constitution wherein this protection is introduced, has even pronounced as unconstitutional a disposition of law.Justice, in general, accomplishes its mission by interpreting and completing the Law and by supporting the Administration in taking the right decisions.

The origin of the institution of adolescence Anastasios B. Giannikopoulos

Adolescence in ancient Athens had a dual significance, that of the physical maturity of a youth as well as the maturity of his personality that granted him the right to be enrolled as a citizen of the state. Therefore, the birth of the institution of adolescence has become a much researched topic by various sciences and an issue of controversy among scholars. Two quite different theories have prevailed so far. The first defines the year 335 BC as the starting point for millitary education. While the second accepts a much earlier date, undefined as yet, which in any case must be placed before the time of Epicrates. The eclectic presentation of the sound arguments supporting both theories along with our commentary has shown the inherent difficulties of those problem and has proven the superiority of the theory favouring the ancientness of the institution. The reader of this article will easily agree that the institution of epheboea (= adolescence) was born long before the notorious year 335 BC. and that the solidily of this conclusion relies on the following two decisive testimonies: a. The orator Lycourgos' statement that the oath of the Athenian ephebos has served as a model for a similar one, which was composed shortly before the battle of Plataeae. b. All the information relevant to the orator Aeschines' adolescence. The aforementioned testimonies prove as most probable that the origin of the institution of adolescence is deeply rooted in Athenian history and that it dates centuries before the defeat of the Athenians at Chaeroneia.

An overlooked place Sophia Sarri

On the way to the ancient theater of Epidaurus the visitor passes by the village of Lygourio, which remains unnoticed since the focus of interest is the sacred site of the healing god, lying ahead. However, the area around Epidaurus offers to the favourably disposed, willing visitor a number of sites and monuments worthy of his attention. First, Lygourio village itself which has been built on the ruins of the ancient Lissa, a settlement that lasted from the Prehistoric until the Roman period. According to Pausanias, Lissa was in his days a small town with a temple dedicated to Athena that also contained a xoanon of the goddess. Dominating Lissa was the mountain Sapyselaton (presently Arachnaion) with altars dedicated to Zeus and Hera to whom sacrifices were offered when rain was needed. The so-called "Pyramida" is a "rare" and worth noticing monument of debatable use and date.Unfortunately, it has been completely neglected and thus, it is steadily deteriorating. It should be restored and publicized, since examples of pyramidal buildings in Greece and especially in Argolida are rare. Five more monuments are hidden in the shadow of Epidaurus.These are small post-Byzantine churches, some with beautiful wall-painted decorations. They should also be restored and publicized, regardless of how "humble" they may appear, as they are part of our cultural heritage and bear witness to the artistic and other history of our country.

Ships in the Cyclades during the Earth Bronze Age. Some thoughts on the role ships played in the island communities Antonis Mastrapas

The geographic position of the Cyclads was the main factor for the creation and development of a great civilization during the Early Bronze Age. Archaeological data gives us a vivid picture of the Cycladites' life in the third millennium BC. Ships played a decisive role in their activities and development and greatly contributed to their financial and cultural achievements. The purpose of this article is to introduce certain issues and to give some answers as regards the ship and its role in the island communities. The issues arise from two representations of ships on "pan-shaped" utensils, that combined with the up-to-date archaeological data can lead us to the following theory, that the island inhabitants had developed a satisfactory knowledge of shipbuilding already since the Early Bronze Age. The depiction of a ship can also be interpreted as a medium clearly conveying important information about the insular societies of the third millennium BC. Certain Cycladic customs, as well as thoughts and ideas regarding the social structure of the islands are echoed in the depiction of the ship of that remote civilization.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Η Ελληνική Πλαστική (IV) Σταυρούλα Ασημακοπούλου

Ποσειδώνας, Απόλλωνας και Άρτεμη. Ανατολική ζωφόρος του Παρθενώνα (442-438 π.Χ.). Τρεις είναι οι γλύπτες που σφράγισαν το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. Ο Μύρων, όπως δείχνει το αντίγραφο του «Δισκοβόλου» του, καταφέρνει να κλείσει στο σώμα την ακρότατη μορφή της κίνησης. Με τον «Δορυφόρο», ο Πολύκλειτος μεταδίδει την ισόρροπη ένταση ανάμεσα στη στάση και την κίνηση, το σώμα και το πνεύμα. Και τους δύο όμως ξεπερνάει η τέχνη του Φειδία που ξεδιπλώνεται στις γλυπτικές συνθέσεις του Παρθενώνα. Βαθιά λαξευμένες πτυχές κυματίζουν δίνοντας στα πλούσια ενδύματα πνοή, ενώ οι γραμμές του σώματος διαγράφονται με σαφήνεια. Τα πρόσωπα έχουν μια έκφραση ηρεμίας και περίσκεψης, τα συναισθήματα αποσιωπώνται.

Τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990 No. of pages: 106
Κύριο Θέμα: Δομική έρευνα στο εκκλησιαστικό συγκρότημα του Οσίου Λουκά Φωκίδος Παύλος Μυλωνάς

Το εσωτερικό του τρούλου της Παναγίας. Το τύμπανο είναι χτισμένο με ορθογωνισμένους πωρόλιθους. «Με κάποια επιμονή» ο συγγραφέας αναζητεί και παρουσιάζει τις δομικές ενδείξεις που αποκαλύπτουν τη σειρά διαδοχής των κτισμάτων στο συγκρότημα του Οσίου Λουκά. Tο συγκρότημα αποτελείται από δύο συναπτόμενους ναούς, το Καθολικό και τον μικρότερο ναό της Παναγίας. Δύο δομικά στοιχεία που αποκαλύφθηκαν το 1964 απέδειξαν ότι η Παναγία προηγείται χρονικά από το Καθολικό, ανατρέποντας την ως τότε κρατούσα άποψη. Το συγκρότημα εμφανίζει δύο καινοφανείς αρχιτεκτονικές εξελίξεις. Ο ναός της Παναγίας, που ανήκει στον τύπο του σύνθετου εγγεγραμμένου σταυρού, έχει ένα δικιόνιο προθάλαμο, τη Λιτή. Στο Καθολικό, που ανήκει στον ηπειρωτικό οκταγωνικό τύπο, εμφανίζεται ένα νέο θολικό σύστημα, ο ευρύς άνευ τυμπάνου τρούλος και το βυζαντινό ημιχώνιο. Λύση αρχιτεκτονική και δείγμα της ανεξάρτητης πορείας του μεσοβυζαντινού ελλαδικού χώρου, το βυζαντινό ημιχώνιο επαναφέρει την αισθητική του λοφίου. Από τον «Βίο» του Οσίου Λουκά, γραμμένο ανάμεσα στο 966 και στο 997, μαθαίνουμε ότι γύρω στο 946 ανοικοδομήθηκε πλάι στο κελί του Οσίου ο πρώτος ναός της Αγίας Βαρβάρας και ότι, μετά το θάνατό του (953), το κελί του, όπου και τάφηκε, διαμορφώθηκε σε επιβλητικό Μνήμα. Με το Μνήμα πλάι στο ναό της Αγίας Βαρβάρας πραγματοποιείται το ιδιάζον για μαρτύρια δίδυμο Ναού και Μνήματος ή Μαρτυρίου. Το 955 οι πιστοί φοιτητές του Οσίου αρχίζουν τη διακόσμηση που θα ολοκληρώσει το ναό της Αγίας Βαρβάρας. Από ευγνωμοσύνη προς τον Όσιο που είχε προφητέψει την απελευθέρωση της Κρήτης από την αραβική κατοχή (961), ο Ρωμανός Β΄ στέλνει χρήματα και προσωπικό για να κτιστεί στον τάφο του αγίου ναός περικαλλής. Ο πολυτελέστατος ναός, «Ευκτήριον εν σχήματι σταυρού», αποπερατώθηκε το 966. Το Ευκτήριον, διώροφο επιτάφιο σταυροειδές μαρτύριο, είχε προσκυνηματικό ναό με το λείψανο του Αγίου στον όροφο, στη βόρεια κεραία του σταυρού του, ακριβώς πάνω από τη θέση του τάφου στην υπόγεια κρύπτη. Η θέση αυτή του τάφου καθόρισε την ακριβή θέση του Ευκτηρίου πλάι στην Αγία Βαρβάρα, ναό με στενό νάρθηκα που κατείχε τη σημερινή θέση της Παναγίας. Πιθανόν με δωρεά της Θεοφανώς, μετά το 977 και πάντως όχι μετά τις αρχές του 11ου αιώνα όπου τον κατατάσσει η ρυθμολογία του, άρχισε να κτίζεται ο ναός της Παναγίας ως επέκταση ή ανακατασκευή της Αγίας Βαρβάρας. Μέρος αυτής της επέκτασης ήταν και η Λιτή. Ο «χώρος» Λ ή Προσκυνητάριον ανεγέρθηκε συγχρόνως με το ναό της Παναγίας και σχεδιάστηκε ειδικά ως Προσκυνητάριον της Λειψανοθήκης του Οσίου Λουκά, κοινό και στους δύο ναούς. Αν η μετάθεση της λάρνακας του Οσίου Λουκά έγινε πράγματι το 1011, τότε, μέσω του «χώρου» Λ, στο ίδιο έτος χρονολογείται και ο ναός της Παναγίας. Ως προς τα χρονικά όρια ίδρυσης του Καθολικού, ομοιότητες σε διακοσμητικά στοιχεία με το ναό της Παναγίας υποδεικνύουν ότι η ανοικοδόμηση του ενός δεν ξεκίνησε πολύ αργότερα από την αποπεράτωση της άλλης, ενώ η ολοκλήρωση του Καθολικού δεν πρέπει να ξεπερνά το 1048. Αν και το Καθολικό αντιμετωπίζεται ως επέκταση του Ευκτηρίου, εδώ η μετατροπή είναι ουσιώδης καθώς από ένα ναό ελεύθερου σταυρού, μέτριο σε μέγεθος και χαμηλό σε ύψος συντελείται η μετάβαση σε ένα ναό μεγαλοπρεπή, διπλάσιο σε έκταση και τετραπλάσιο σε όγκο.

Άλλα θέματα: Ένα αρχαίο εργαστήριο στην εποχή μας Πάνος Βαλαβάνης

Ο δημιουργός του εργαστηρίου Ζ. Καλογήρου επανέρχεται συχνά στην «ενεργό υπηρεσία» στολίζοντας τα μικρά πιθάρια. Δέκα φοιτητές του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, που είχαν επιλέξει το μάθημα «Αττικά Αγγεία και Οικονομία», και μια φοιτήτρια της Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ επισκέφθηκαν, υπό την επίβλεψη του Πάνου Βαλαβάνη, ένα κεραμικό εργαστήριο στο Μαρούσι. Ήταν το χειμερινό εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 1988-1989. Με το νου στραμμένο στα εργαστήρια της αρχαιότητας, αναζητούσαν στο μαρουσιώτικο εργαστήρι αγγειοπλαστικής κοινά στοιχεία αλλά και πληροφορίες σχετικές με θέματα δομής και λειτουργίας που θα φώτιζαν τις αντίστοιχες αρχαίες διαδικασίες. Η ομάδα κατέγραψε το εργαστήρι, απολίθωμα από το παρελθόν, «φωτογραφίζοντας» με κάθε λεπτομέρεια τη διαμόρφωση των χώρων του και τις λειτουργίες τους, την προμήθεια του πηλού, τα είδη και την προετοιμασία του, το πλάσιμο, τη διακόσμηση και το ψήσιμο των αγγείων. Για το ψήσιμο, το εργαστήριο χρησιμοποιούσε τον «παλιό» φούρνο και όχι τον ηλεκτρικό και, εκτός από την ηλεκτροκίνηση του τροχού, οι αλλαγές στην τεχνική ήταν μικρές και εξωτερικές. Μια συνεχής πορεία της ελληνικής κεραμικής γίνεται αισθητή μέσα από ομοιότητες και αναλογίες. Ίσως επειδή ως τα μέσα του 20ού αιώνα, οπότε επικράτησαν τα φτηνά βιομηχανοποιημένα προϊόντα από γυαλί, μέταλλο και πλαστικό, ο πηλός υπήρξε το αδιαφιλονίκητο υλικό κατασκευής των χρηστικών ειδών. Το γεγονός ότι η τέχνη του πηλού μαθαίνεται από τρυφερή ηλικία, όταν το παιδί επιστρατεύεται στην οικογενειακή βιοτεχνία, καθιστά το επάγγελμα κληρονομικό. Ανάλογα παραδείγματα διαδοχής έχουμε και από την αρχαιότητα: ο Εργότιμος (γύρω στο 570 π.Χ.) έχει ως διαδόχους το γιο του Εύχηρο και τον εγγονό του, ο σύγχρονός του Νέαρχος τα παιδιά του Τλήσονα και Εργοτέλη, ο Αμάσης το γιο του Κλεοφράδη (β΄ μισό 6ου ή αρχές 5ου αιώνα), ο Βάκχιος τους γιους του Βάκχιο και Κίττο που μεταναστεύουν από την Αθήνα στην Έφεσο. Το εργαστήρι του Μαρουσιού ίδρυσε ο Ζανής Καλογήρου από τη Σίφνο, νησί διάσημο για τα κεραμικά του που ταξίδευαν σε όλο τον αιγαιακό χώρο. Σε όλο το Αιγαίο ταξίδευαν και οι Σιφνιοί, από την άνοιξη ως τα μέσα του φθινοπώρου, ως περιπλανώμενοι αγγειοπλάστες. Αντίστοιχη είναι η μετακίνηση των τεχνιτών στα χωριά του Μεσσηνιακού κόλπου και των «βεντεμάρων» από το Θραψανό του Ηρακλείου σε όλη την Κρήτη. Βέβαιο θεωρείται ότι περιπλανώμενοι ή μετανάστες αγγειοπλάστες υπήρχαν και στην αρχαιότητα, όπως π.χ. πιστεύεται για την ευβοϊκή και κυκλαδική παραγωγή αγγείων στα αρχαϊκά χρόνια.

Η ελληνική κοιμητηριακή γλυπτική του 19ου αιώνα Ηλίας Μυκονιάτης

Γ. Χαλεπάς, Τάφος Σοφίας Αφεντάκη (Κοιμωμένη), 1878. Η δημιουργία νεκροταφείων έξω από τις πόλεις, που στην Ελλάδα ίσχυσε από το 1834, αποδέσμευσε την εικονογραφία και το σχήμα των τάφων από εκκλησιαστικούς και καλλιτεχνικούς κανόνες. Εξαρτημένη από τον παραγγελιοδότη που απευθυνόταν κυρίως σε εργαστήρια ανώνυμων τεχνιτών, η ταφική γλυπτική, που έζησε ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, εκφράζει άμεσα την αισθητική της αστικής τάξης. Στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, το σημαντικότερο της χώρας, οι πολύ πλούσιοι έδειξαν ιδιαίτερη προτίμηση στα μαυσωλεία στον τύπο ναΐσκου, όπου τον τόνο δίνουν στοιχεία της κλασικής αρχιτεκτονικής. Δεν λείπουν και αντιγραφές μνημείων της αρχαιότητας, όπως του χορηγικού μνημείου του Λυσικράτη. Ωστόσο υπάρχουν και μνημεία αιγυπτιακού, γοτθικού, βυζαντινού ή και εκλεκτικιστικού ρυθμού. Αντίθετα, η γλυπτική είναι στραμμένη στο αρχαιοελληνικό ιδεώδες, σε μια «μέχρι παρωδίας προσκόλλησιν εις τα της αρχαίας Ελλάδος», σχολιάζει ο Δ. Βικέλας. Το παράδειγμα της στήλης είναι ενδεικτικό: η στηληφιλία που παρατηρείται στο ελληνικό νεκροταφείο είναι μοναδική περίπτωση στον κόσμο. Η αρχαιοπληξία της ελληνικής κοινωνίας από τη μία και η άνευ όρων υποταγή της στο διεθνές κλασικιστικό στυλ δεν επέτρεψαν στους καλλιτέχνες να δώσουν προσωπικές πρωτότυπες λύσεις. Φαίνεται ότι οι έλληνες καλλιτέχνες υιοθέτησαν πολύ νωρίς την τυποποίηση της παραγωγής που είχε εισβάλει στα ευρωπαϊκά εργαστήρια. Ο προσεκτικός παρατηρητής θα διαπιστώσει ότι στο Α΄ Νεκροταφείο, παρά τη φαινομενική ποικιλία, χρησιμοποιείται μικρός σχετικά αριθμός τύπων σε πολλές παραλλαγές. Η χρήση της τεχνικής του προπλάσματος βοήθησε αποφασιστικά σε αυτό το είδος της παραγωγής. Μια ταξινόμηση της κοιμητηριακής γλυπτικής με χαλαρά εικονογραφικά κριτήρια θα διέκρινε τρεις μεγάλες ομάδες: α) Μνημεία με απεικονίσεις του θανάτου που εκφράζεται με αλληγορικές μορφές, συνήθως γυμνό φτερωτό νέο που στηρίζεται σε ανεστραμμένο δαυλό ή λαμπάδα, σύμβολα της ζωής που σβήνει. Η εικαστική απόδοση του ήρεμου και ωραίου θανάτου από τον Canova και η παγκόσμια εμβέλεια της πλαστικής του έφερε, μέσω των Βαυαρών, το μοτίβο στην Ελλάδα, όπου επινοήθηκαν διάφοροι συνδυασμοί. β) Μνημεία στην ανθρώπινη επιτυχία. Γύρω από το άγαλμα ή την προτομή του νεκρού αναπτύσσονται διάφορες αλληγορικές μορφές, συνήθως αρετές που συχνά συνδυάζονται με την ιδιότητα του ευεργέτη. γ) Μνημεία με την εικόνα του νεκρού που αποδίδεται με περίοπτα γλυπτά, αγάλματα και προτομές ή με ανάγλυφα. Εδώ ανήκουν τα περισσότερα γλυπτά των κοιμητηρίων. Συχνότερες είναι οι προτομές, ανάγλυφες και σε κυκλικό πλαίσιο στην οθωνική περίοδο, ολόγλυφες μετά το 1870. Η απαίτηση για ομοιότητα προς το νεκρό έφερνε τους καλλιτέχνες όλο και κοντύτερα σε ρεαλιστικές προσπάθειες, που όμως υπονόμευε η αδυναμία τους να ξεφύγουν από τα κλασικιστικά γνωρίσματα. Η εικόνα του νεκρού δεν πέφτει στο επίπεδο του οικείου ούτε έχει σκοπό να εκφράσει φόβους για την άλλη ζωή. Η επιθυμία να διαιωνιστεί και να κατοχυρωθεί η μνήμη του σε αυτό τον κόσμο είναι η μεγάλη αλλαγή που έφερε ο νεοκλασικισμός στην αντιμετώπιση του θανάτου. Το άρθρο περιλαμβάνει φωτογραφίες 35 ταφικών μνημείων επώνυμων νεκρών και τα ονόματα των καλλιτεχνών που τα κατασκεύασαν.

Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής (1828-1833) (V) Βασίλης Δωροβίνης

Η Σοφία Καλλέργη σε νεαρή ηλικία. Το τμήμα του Μουσείου Άργους, που σήμερα στεγάζεται σε κτίριο γνωστό με το όνομα «Καλλέργειο», ήταν κάποτε κατοικία του στρατηγού Δημ. Καλλέργη και της οικογένειάς του. Ο Δημήτριος Καλλέργης (1803-1867) ήρθε το 1822 από την Πετρούπολη στην Ελλάδα μαζί με τους δύο αδελφούς του για να λάβουν μέρος στον Αγώνα. Φίλος του Καποδίστρια, συνταγματάρχης του Ιππικού από το 1832, συμμετέχει ενεργά με την πλευρά των Καποδιστριακών στην εμφύλια διαμάχη, γίνεται ο ήρωας στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Παντρεύτηκε τη Σοφία Ρέντη, νύφη περιζήτητη, με την οποία απέκτησε μια κόρη κι ένα γιο. Ο γιος, ο Εμμανουήλ (1835-1909), άριστος αξιωματικός, ερωτεύτηκε την αυτοκράτειρα Ευγενία της Γαλλίας και αναγκάστηκε να επανακάμψει στην Ελλάδα το 1861. Ήταν ο τελευταίος από τους Καλλέργηδες που κατοίκησε το σπίτι του Άργους. Γνωρίζουμε ότι στις αρχές του 1830 ο Δημ. Καλλέργης μένει σε νοικιασμένο σπίτι στο Ναύπλιο και ότι λίγο αργότερα ζητεί να αγοράσει μια έκταση στο Άργος, κοντά στην πλατεία και το στρατώνα, για να οικοδομήσει κατοικία, αίτημα που γίνεται δεκτό. Ο αρχιτέκτονας της οικοδομής, που ολοκληρώθηκε το 1830, δεν είναι γνωστός αλλά δεν είναι απίθανο να ήταν ο Ντεβώ. Πολύ σύντομα ο Καλλέργης θα προτείνει στην Κυβέρνηση να του αγοράσει την κατοικία με αντίτιμο την παραχώρηση εθνικών γαιών στην επαρχία Άργους για την αποκατάσταση προσφύγων από την Κρήτη. Επιτροπή ειδικών εκτιμητών ορίζει το ποσό των 49.351,70 φοινίκων. Ιούνιος του 1831 και δεν έχει ακόμη δοθεί στον Καλλέργη γη ως αντάλλαγμα για την κατοικία του που αποκαλείται επίσημα «Δημόσιον Παλάτιον» και «Παλάτιον της Κυβερνήσεως». Την πολυτάραχη περίοδο της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης και λίγο πριν από τη δολοφονία του Καποδίστρια, γίνεται συνεννόηση μεταξύ του Καλλέργη και του αδελφού του Κυβερνήτη Αυγουστίνου για να επιστραφεί στον πρώτο το σπίτι του Άργους. Ο Ιανουάριος του 1833 βρίσκει τη Σοφία Καλλέργη εγκατεστημένη εκεί. Αυτό το κομψό σπίτι που οι περιηγητές θαυμάζουν, όπου ο Όθων παραθερίζει, προς το τέλος του αιώνα ξεπέφτει και το 1909, όταν ο Εμμ. Καλλέργης πεθαίνει, ο αθηναϊκός τύπος το χαρακτηρίζει «διώροφον και ημιερειπωμένον». Στη σύγχρονη ιστορία του το «Καλλέργειον» θα «μεταβληθεί σε αποχωρητήρια Άργους και περιχώρων» ώσπου, τον Οκτώβριο του 1931, οι κληρονόμοι Καλλέργη ανακοινώνουν ότι δωρίζουν το κτίριο για να στεγάσει Μουσείο και Θέατρο. Το 1956-57, το Κράτος αποφασίζει να ιδρύσει στο χώρο Μουσείο του Άργους που αναλαμβάνει να κατασκευάσει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή με έξοδα του γαλλικού κράτους και με αρχιτέκτονα τον Φομίν. Το «Καλλέργειο» - Μουσείο εγκαινιάστηκε το 1957 και η νέα πτέρυγα που δημιούργησε ο Φομίν το 1961.

Ανάγλυφα του Δ. Κόσσου και του Λ. Δρόση στο Mουσείο της Πόλεως των Aθηνών Δημήτρης Παυλόπουλος

Λ. Δρόσης, Κεφάλι Ήρας Ο Δημήτριος Κόσσος (1819-1872) ασκήθηκε από μικρός κοντά στον πατέρα του στην ξυλογλυπτική και εξοικειώθηκε με τη λαϊκή θεματογραφία. Με υποτροφία του Βασιλείου της Ελλάδος, το 1849 πηγαίνει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του φεύγει για το Παρίσι αλλά επιστρέφει στην Αθήνα το 1865, όταν του προσφέρεται η έδρα της Πλαστικής στο Σχολείον των Τεχνών. Δύο του κυκλικά, χαμηλά ανάγλυφα (tondi) από γύψο, προπλάσματα μεταλλίων, με τις προσωπογραφίες του Όθωνα και της Αμαλίας χρονολογούνται στο 1855. Η μορφή του Όθωνα αναπτύσσεται με τις συμβάσεις ενός λαϊκότροπου ακαδημαϊκού ρεαλισμού. Στην Αμαλία, που μοιάζει με θεά του Ολύμπου, οι ιδεαλιστικοί τύποι εμφανίζονται σαφέστερα. Ο Κόσσος, γλύπτης που δεν υπολειπόταν στην τεχνική αλλά υστερούσε σε τόλμη και φαντασία, περιορίστηκε στην κατηγορία των μεταλλίων. Ο Λεωνίδας Δρόσης (1834-1882), γιος του βαυαρού μουσικού Karl von Dörsch και μιας Σπετσιώτισσας, σπούδασε στο Σχολείον των Τεχνών κοντά στον Christian Siegel, όπου και εξελλήνισε το όνομά του. Με υποτροφία του ελληνικού κράτους, το 1857 πηγαίνει στο Μόναχο και, δύο χρόνια αργότερα, φτάνει στη Δρέσδη. Αποφασιστικής σημασίας για τις σπουδές και τις παραγγελίες που επρόκειτο να λάβει ήταν η θερμή υποστήριξη του βαρόνου Σίμωνα Σίνα. Ο Σίνας ανέθεσε στον Δρόση τον γλυπτό διάκοσμο της Ακαδημίας, εργασία που αποκαλύπτει τις αρετές και τους περιορισμούς του καλλιτέχνη. Στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών υπάρχει μια δική του ανάγλυφη κεφαλή της Ήρας από λευκό πεντελικό μάρμαρο. Η θεά, που φοράει επιχρυσωμένο στέμμα, γίνεται το αιώνιο πρότυπο του ωραίου, αν και η απόδοση του προσώπου της δεν πείθει ούτε συγκινεί.

Ο Ερμής του Πραξιτέλους: ελληνικό πρωτότυπο ή ρωμαϊκό αντίγραφο; Ντόρα Κατσωνοπούλου

Ο Ερμής του Πραξιτέλη. Η σύγχρονη ιστορία του αγάλματος του Ερμή, που ο Παυσανίας γύρω στο 175 μ.Χ. είδε στην Ολυμπία, στο ναό της Ήρας, άρχισε τον Μάιο του 1877 όταν γερμανοί ανασκαφείς το ανακάλυψαν στον ίδιο χώρο. Ως το μόνο πρωτότυπο έργο από τα χέρια του Πραξιτέλη, το άγαλμα απολάμβανε τον αμέριστο θαυμασμό. Έως το 1927. Τότε ο Karl Blümel διατύπωσε την άποψη ότι ο Ερμής δεν ανήκει στον 4ο αιώνα π.Χ. αλλά είναι αντίγραφο των ρωμαϊκών χρόνων. Το 1948 ο Blümel επιστρέφει με νέα άποψη: πρωτότυπο το άγαλμα αλλά ο γλύπτης είναι κάποιος ελληνιστικός Πραξιτέλης. Στο συμπόσιο του 1931 για τον Ερμή, η Gizela Richter αντικρούει τα επιχειρήματα του Blümel που επικεντρώνονται στην ακατέργαστη πίσω πλευρά του αγάλματος, στη στήριξή του πάνω σε κορμό δέντρου και στην πλαστικότητα του ενδύματος. Πρόσφατα (1984), η Brunilde Ridgway χρονολόγησε το άγαλμα στον 2ο αιώνα π.Χ. επισημαίνοντας ακόμη ότι, βάσει της ιστορίας του υποδήματος, σε αυτό τον αιώνα ανήκει και το σανδάλι του Ερμή. Το 1937 ο Oscar Antonsson ισχυρίστηκε ότι το άγαλμα είναι πρωτότυπο μεν, έχει όμως υποστεί μεταγενέστερες μεταβολές. Επιπλέον, το αρχικό σύνολο δεν απεικόνιζε τον Ερμή αλλά τον Πάνα με τον μικρό Διόνυσο και περιλάμβανε μια ακόμη μορφή μαινάδας ή νύμφης. Τα δύο επιγράμματα και η αναφορά στον Πλίνιο που ο Antonsson επιστρατεύει για να ισχυροποιήσει τη θέση του υπέρ του Πάνα δεν αντέχουν στον έλεγχο. Η ιδέα του όμως ότι το πρωτότυπο έργο του Πραξιτέλη τροποποιήθηκε στους ρωμαϊκούς χρόνους εξηγεί τις τεχνικές ατέλειες που οδήγησαν το 1927 τον Blümel να θέσει θέμα πρωτοτυπίας του έργου.

Αρχαϊκή και κλασική γλυπτική στην Kύπρο Ντόρα Βασιλικού

Κεφαλή ιερέα (;) από την Ταμασσό. Πηλός. Ύψ.: 0,36 μ. Πρωτοκυπριακός ρυθμός, 660-600 π.Χ. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο. Στην καρδιά του πολιτισμένου κόσμου της αρχαιότητας, στη διασταύρωση των εμπορικών δρόμων, με πλούσια μεταλλεία χαλκού η ίδια, η Κύπρος τράβηξε το ενδιαφέρον πολλών γειτόνων της. Απορροφημένη από την Ανατολή ως το 1400 π.Χ., έρχεται στη συνέχεια σε επαφή με τον ελληνικό κόσμο, πρώτα με τους μυκηναίους έμπορους και τεχνίτες που εγκαθίστανται στο νησί προτού, γύρω στο 1200 π.Χ., οι Έλληνες την αποικίσουν συστηματικά. Η Κύπρος θα στραφεί οριστικά προς το Αιγαίο χωρίς όμως να απαρνηθεί ποτέ τις ανατολικές επιδράσεις που διαμορφώνουν την παράδοσή της. Η γεωμετρική και η αρχαϊκή εποχή είναι για την Κύπρο εποχές με έντονη δημιουργική έκφραση. Τις πολλές όψεις και τις αντιθέσεις του κυπριακού χαρακτήρα συνδέει το ετεοκυπριακό υπόστρωμα που διασφαλίζει μια ταυτότητα χαρακτηριστικά κυπριακή παρά τις πολλές επιδράσεις. Στα αρχαϊκά χρόνια (750-475 π.Χ.) το νησί γνώρισε την κατοχή των Ασσυρίων, των Αιγυπτίων και των Περσών. Στα εκατό χρόνια ελευθερίας που μεσολάβησαν ανάμεσα στις κατοχές Ασσυρίων και Αιγυπτίων (669-569 π.Χ.), η κυπριακή τέχνη δίνει τα πιο εμπνευσμένα έργα της. Η μνημειώδης γλυπτική εμφανίζεται στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. ως μια μορφή της ειδωλοπλαστικής σε μεγάλη κλίμακα. Τα πρωτοκυπριακά γλυπτά (650-550 π.Χ.) είναι πήλινα, με δυνατό πλάσιμο και προέρχονται από ιερά, κυρίως από το ιερό της Αγίας Ειρήνης. Τυποποιημένα, πολύ εκφραστικά και διακοσμητικά, τα γλυπτά της πρώτης αρχαϊκής περιόδου παραμελούν την απόδοση του σώματος για να τονίσουν το πρόσωπο. Εκτός από αυτό το «ανατολικό» στοιχείο, τα πρωτοκυπριακά έργα συγγενεύουν τεχνοτροπικά και με τα ετρουσκικά. Στη δεύτερη αρχαϊκή περίοδο, στη γλυπτική εμφανίζονται τρεις ρυθμοί: α) ο κυπροαιγυπτιακός, β) ο νεοκυπριακός, που κατάγεται από τον πρωτοκυπριακό και εμφανίζεται γύρω στο 580 π.Χ., και γ) ο κυπροελληνικός ρυθμός που εμφανίζεται γύρω στο 540 π.Χ. και ακμάζει γύρω στο 500 π.Χ. Ο ιωνικής έμπνευσης κυπροελληνικός ρυθμός, που θα φέρει τους Κούρους και τις Κόρες, θα επικρατήσει σε όλη την Κύπρο. Προς το τέλος της αρχαϊκής εποχής, σβήνει βαθμιαία το μειδίαμα και η τυποποίηση των μορφών, αραιώνουν τα διακοσμητικά στοιχεία και μαζί με το νατουραλισμό έρχεται στην τέχνη το μέτρο. Στην κλασική εποχή (475-325 π.Χ.) γίνεται φανερό πόσο η ελληνική επίδραση εξουδετέρωσε την κυπριακή έμπνευση. Στις πολιτιστικές της σχέσεις με την Ελλάδα η Κύπρος θα είναι πια μόνο δέκτης. Τα γλυπτά της κλασικής εποχής διακρίνονται σε α) έργα εισηγμένα από ελληνικές περιοχές ή φτιαγμένα στην Κύπρο από έλληνες τεχνίτες και β) έργα που ονομάζονται κυπροελληνικά (ή κυπροκλασικά), φτιαγμένα από Κύπριους που ακολουθούν τα ελληνικά πρότυπα χωρίς να απεμπολήσουν την τοπική τους παράδοση. Η συγγραφέας αξιοποιεί τις πολλές φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο της σε διαφωτιστικές συγκρίσεις.

Ο θρακικός τάφος του Kαζανλούκ Τάσος Ιατρού

Τα άλογα του ευγενούς – λεπτομέρεια από την παράσταση της νεκρικής γιορτής στο θόλο του νεκρικού δωματίου. Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Σκάβοντας ορύγματα πάνω στο λόφο που υπερδεσπόζει του Καζανλούκ, ανατολικά της Σόφιας, μια ομάδα στρατιωτών ανακαλύπτει θολωτό τάφο. Οι ανασκαφές ολοκληρώθηκαν το 1946. Για τις εντυπωσιακά διατηρημένες τοιχογραφίες του, το 1966 η Unesco εντάσσει τον τάφο στην Παγκόσμια Λίστα Μνημείων με Ιστορική Σημασία. Τη δεκαετία του 1960 συμπληρώνονται τα μέτρα προστασίας του ενώ το 1974 δημιουργείται ακριβές αντίγραφο του τάφου επισκέψιμο από το κοινό. Ο τύπος του θολωτού τάφου μαρτυρεί την πολιτιστική διείσδυση των Ελλήνων που είχαν κατακλύσει με αποικίες τον Εύξεινο Πόντο από τον 8ο και 7ο αιώνα π.Χ. Ωστόσο, ο θρακικός τάφος που ανήκει στο β΄ μισό του 3ου αιώνα π.Χ. απομακρύνεται από τους αντίστοιχους θολωτούς της Υστεροελλαδικής περιόδου ήδη κατασκευαστικά, καθώς αποτελείται όχι από δύο αλλά από τρεις χώρους: έναν ανοικτό προθάλαμο χτισμένο με πέτρα, έναν κλειστό δρόμο και το νεκρικό δωμάτιο χτισμένα με τούβλα. Οι αμφικλινείς τοίχοι του δρόμου στο επάνω μέρος τους και σε όλο τους το μήκος απεικονίζουν σκηνές με έφιππους Θράκες σε γυμνάσια ή σε πόλεμο. Στη θολωτή στέγη του νεκρικού δωματίου, οι τοιχογραφίες απεικονίζουν τη νεκρική γιορτή που ακολουθεί το θάνατο του ευγενούς. Εικονίζεται ο νεκρός και η σύζυγός του, οι προσωπικοί υπηρέτες του και τα αγαπημένα του άλογα ράτσας. Στην κορυφή της θολωτής στέγης απεικονίζονται οι αγώνες αρμάτων προς τιμήν του νεκρού. Χρωστικές ουσίες, όπως κόκκινο Πομπηίας και ώχρα, επικαλύπτουν τους τοίχους του δρόμου και του νεκρικού θαλάμου. Πλάι στον πρωτότυπο τάφο, υπάρχει και άλλο νεκρικό, θολωτό κτίσμα οθωμανικής προέλευσης κτισμένο γύρω στα μέσα του 14ου αιώνα μ.Χ.

Η συμβολή των ανασκαφών του Σπηλαίου Πετραλώνων στη γνώση για τη βιοστρωματογραφία του Eυρωασιατικού Kάτω-Mέσου Πλειστοκαίνου Νίκος Πουλιανός

Άποψη του εσωτερικού του Σπηλαίου Πετραλώνων. Με τον όρο «βιοστρωματογραφία» ανασκαφικής θέσης υποδηλώνεται η συνολική εικόνα της στρωματογραφίας σε σχέση με τα παλαιοοικολογικά, πολιτισμικά, χρονολογικά και παλαιοβιολογικά δεδομένα. Βάσει της βιοστρωματογραφίας, οι ανασκαφές διακρίνονται σε α) (παλαιο)ανθρωπολογικές, β) αρχαιολογικές, γ) παλαιοντολογικές. Τα βιοστρωματογραφικά δεδομένα του Σπηλαίου των Πετραλώνων εντάσσονται στην εποχή του Πλειστόκαινου, που υποδιαιρείται σε Κατώτερο, Μέσο και Ανώτερο. Στο άρθρο υποστηρίζεται ότι το χρονικό όριο του Κάτω-Μέσου Πλειστόκαινου είναι τα 700.000 χρόνια. Τα ευρήματα του Σπηλαίου των Πετραλώνων, κυρίως παλαιοανθρωπολογικά καθώς και παλαιοβοτανολογικά και παλαιοντολογικά, είναι ηλικίας 550-750 (ή και 600-800) χιλιάδων ετών. Η ανεύρεση λίθινων και οστέινων εργαλείων σχεδόν σε όλα τα στρώματα του Σπηλαίου, ειδικά στα κατώτερα, δείχνει ότι οι Αρχάνθρωποι δεν μπορούσαν να εξαπλωθούν βορειότερα κατά την ψυχρότατη Χαλκιδίκεια περίοδο. Τα συνδυασμένα δεδομένα των ευρωασιατικών ανασκαφών αλληλοσυμπληρώνουν τη γενική εικόνα της εποχής του Κάτω-Μέσου Πλειστόκαινου, ενώ τα ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στο Σπήλαιο Πετραλώνων χρησιμεύουν ως αναγκαία πληροφόρηση για την ακριβή βιοστρωματογραφική αλληλουχία και τελικά οδηγούν στην αναθεώρηση των παλαιοανθρωπολογικών θεωριών σχετικά με την εξέλιξη του Ανθρώπου.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του Αγίου Μηνά στη Δρυοπίδα Κύθνου. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Τρία κυκλαδικά αντικείμενα γλίτωσαν τον πλειστηριασμό του Sotheby’s και επαναπατρίστηκαν χάρη στην Ντ. Γουλανδρή και τον Ι.Β. Γουλανδρή - Ο ουμανισμός της Αναγέννησης αναβιώνει στην Ιταλία καθώς σύγχρονοι Μαικήνες επενδύουν στην πολιτιστική κληρονομιά – Μετά τους τάφους του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ., αποκαλύφθηκαν στην Τανάγρα 135 κιβωτιόσχημοι τάφοι του 4ου αιώνα π.Χ. - Ασύλητος θολωτός τάφος (1100-900 π.Χ.) βρέθηκε στη θέση Καμινάκι της κοινότητας Παχείας Άμμου της Ιεράπετρας

Συνέδρια

Ο Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος της Άρτας «Ο Σκουφάς», το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και η Η΄ Εφορεία Αρχαιοτήτων οργάνωσαν στην Άρτα, 27-31 Μαΐου 1990, επιστημονικό Συμπόσιο με θέμα «Το ‘Δεσποτάτο’ της Ηπείρου» - Οργανώθηκε στην Αθήνα, 16-17 Μαΐου 1990, το Έβδομο Διεθνές Συνέδριο του Σουηδικού Ινστιτούτου με θέμα: «Η γεωργία στην αρχαία Ελλάδα» - Το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών πραγματοποίησε στις 11 Μαΐου το Α΄ Συνέδριο Μαντείας με θέμα: «Τέχνη μαντική, τέχνη ανθρώπων»

Εκθέσεις

Στις 4 Ιουλίου 1990 εγκαινιάστηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου έκθεση αφιερωμένη στη ζωή και το έργο του Κίτσου Α. Μακρή – Με αφορμή τα 50 χρόνια από το θάνατο του πατέρα της Ψυχανάλυσης πραγματοποιήθηκε έκθεση στο University Art Museum, State University of New York με 60 αντικείμενα της συλλογής του - «Το τεμαχισμένο σώμα» ήταν ο τίτλος πρωτότυπης έκθεσης που οργανώθηκε στο Μουσείο του Orsay τον Μάρτιο και Ιούνιο, και στο Schirn Kunsthalle της Φραγκφούρτης τον Ιούλιο και τον Αύγουστο

Βιβλία

Γιάννης Γκίκας, Κάστρα – Ταξίδια στην Ελλάδα του θρύλου και της πραγματικότητας, Αστήρ, Αθήνα 1990 – Χρ. Μπουλώτης (επιμ.), Παγκόσμια Ιστορία: Ανερχόμενες αυτοκρατορίες (400 π.Χ.-200 μ.Χ.), Καπόπουλος (Time – Life), Αθήνα 1990 – Σωτήρης Δημητρίου, Η εξέλιξη του ανθρώπου, τόμ. Α, Καστανιώτης, Αθήνα 1990 - Χ. Μακαρόνας και Ε. Γιούρη, Οι οικίες του Διονύσου και της αρπαγής της Ελένης στην Πέλλα, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αρ. 109, Αθήνα 1989

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Το Ερευνητικό Εργαστήριο Αρχαιομετρίας του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» οργάνωσε το 1990 νέα σειρά σεμιναρίων για θέματα χρονολόγησης, μελέτης των αρχαίων κεραμικών και μελέτης του αρχαίου μαρμάρου – Το Ερευνητικό Εργαστήριο Αρχαιομετρίας του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» κυκλοφόρησε, με τίτλο «ΔέλτΑ», το πρώτο τεύχος του ενημερωτικού του εντύπου

Συνέδρια

Το 6ο Ειδικό Διεθνές Συνέδριο για τη χρονολόγηση με θερμοφωταύγεια (TL) και συντονισμό ηλεκτρονικού σπιν (ESR) έγινε στο Clermont Ferrand της Γαλλίας στις 2-6 Ιουλίου 1990

Βιβλία

Β. Παπαζάχου και Κ. Παπαζάχου, Οι σεισμοί της Ελλάδας, Ζήτης, Θεσσαλονίκη 1989

English summaries: A revived ancient workshop Panos Valavanis

In the winter semester of the academic year 1988-1989, the students of the Department of History and Archaeology of Athens University who had chosen the course "Attic Pottery and Economy" had the opportunity to visit a pottery workshop at Marousi, Attica. This scheduled educational activity proved to be a unique experience.In an atmosphere both remote and unreal, compared to the nearby modern Kifissias highway and the European shopping centres of the district, the students encountered a pottery workshop where the working methods and pottery procedure as well as the social structure of antiquity had been revived almost completely.

Nineteenth – century Greek funerary sculpture Ilias Mykoniatis

The character of nineteenth - century Greek funerary sculpture is still impossible to define. Before we can proceed with such research, a photographic corpus must be compiled, so that we can study the material in its sum total and in all its variety. However, even at this stage, some characteristics can be discerned. Attempts have been made to survey aspects such as material, style and iconography in connection with economic attitudes and socio - ideological tendencies. Consequently a preliminary attempt of thematical classification is proposed.

The «Kallergheion» or «Palace of Government» in Argos Vasilis Dorovinis

The building known as "Kallergheion", which since 1957 houses a part of the Archaeological Museum of Argos, represents a peculiar case in the building history of the Capodistrian period of Argos. The author has included this building in a series of articles on the public edifices of the period that is regularly published in this periodical representing part of a broader research scheme focusing on the space organization attempted by the Capodistrian administration in Greece. The subject of the erection and the up-to-day use of the "Kallergheion" is approached from a historic view point and is clarified on the basis of new and unkown data, primarily coming from the General State Archives and the various press editions of Argolis. As a result, the question regarding the information about the building itself, contradictory until now, is answered. It is in full accordance with a real situation, which is characterized by alternating ownership ,status and uses. In the first part of the article the author presents and analyzes the information published so far on the history of the building that also supplies data about its form and the surroundings. In the second part basic information is supplied concerning Demetrios Kallerghis and those members of his family who were connected with the building until the year 1909. In the third part a thorough account is given on the erection of the edifice in 1830. On its cession to the Government by Demetrios Kallerghis on condition of its being exchanged with public land, on its use as a "Palace of the Government" and on its recovery by its original owner in 1832, since the condition of exchange had not been honoured by the Government. The entire procedure is examined within the framework of public land being granted for the erection of private buildings and also of Kallerghis' effort to obtain dwelling premises in Argos and Nauplion. Then, the actual condition and the destiny of the building is followed up to the beginning of the twentieth century via testimonies of foreign travellers and the information of the local press. The fourth and closing part meticulously records the evolution of the building for half a century and its decline into desolation, degradation, degeneration and the cycle of the various proposals for its "upgrading". Finally, full reference is made to the alterations made so as to become part of the Museum that caused the partial demolition of its south side, onto which the new Museum wing, on Fomin's plans, was "injected", and which was officially inaugurated in 1961.

Reliefs by Demetrios Kossos and Leonidas Drosis in the museum of the City of Athens Dimitrios Pavlopoulos

Two reliefs of cyclical shape (tondi) executed by the sculptor Demetrios Kossos and another one showing a head, a work of the artist Leonidas Drosis, are exhibited at the Museum of the City of Athens, recent acquisitions of the institution. The two works of Kossos were purchased by Lambros Eutaxias, the Museum's founder, in 1983, while the work of Drossis is a donation of Constantine Tsopotos to the Museum. These three works of scupture, although almost unknown to the public, are representative of their creators, whose artistic profile and personality have remained obscure, especially that of Kossos. Furthermore, the study of these reliefs increases even to a slight degree our inadequate knowledge of Greek sculpture during the first decades following the Greek Revolution.

Praxiteles’ Hermes. Greek original or Roman copy? Dora Katsonopoulou

The statue of Hermes found in Olympia in 1877 is a most celebrated work of art, being the only surviving original piece made by Praxiteles, the famous fourth century BCsculptor.The Hermes had been considered as an original work of art at least from the time of its discovery until 1927, when the debate on the issue of its authenticity began. Karl Bliimel, a German archaeologist, became the fatal person in the case of Hermes, since he was the one who created the issue of its authenticity by publishing in 1927 a work on "The Technique of Ancient Greek Sculpture". In this book, Blumel supported the argument that the statue of Hermes was not an original work of Praxiteles but a mere copy of the Roman period.His "heretic" argument was based on various technical characteristics of the statue. Oscar Antonsson claimed a few years later that the statue, although a original work of Praxiteles, displays various later sculptural modifications. He also argued that the statue is not representing Hermes, the messenger of gods but Pan, the god of pasture and wild life, who is carrying the child Dionysus. As was expected, Blumel reentered the debate in 1948 with a new theory about the statue. Hermes is indeed an original work by Praxiteles, not however of the famous fourth ceutury BC sculptor, but of another Praxiteles, an artist of the second half of the second century BC, (that is, of a Praxiteles of the Hellenistic period). Thus, it is probable that the statue, known to us as Hermes of Praxiteles supplies us with a piece of rare as well as significant evidence from antiquity. It combines the original work of a great Greek artist as well as the modifications performed by some Roman sculptor a few centuries later.

Ancient Cyprian sculpture Dora Vassilikou

The geographic position of Cyprus in the centre of the then known civilized world of antiquity has determined not only its historic route, but also its cultural expression. Cyprus had developed close relations with the neighbouring East until 1400 BC, when Mycenaean merchants settled on the island. From then on, Cyprus started a progressive orientation towards the Greek world and during the twelfth and eleventh centuries BC it was systematically colonized by the Greeks as a result of the disasters the mainland country had gone through. During the Mycenaean age, a very characteristic style of art developed on the island, an art displaying a good number of Eastern and Greek features. In the Geometric and Archaic period, the art of Cyprus appears to oscillate between Greece and the East and to be affected some times by Greek, at other times by Eastern artistic factors depending on the historic circumstances. The influence of the East had been periodically reinforced as much by the Phoenician colonization as by the successive occupation of the island by the Assyrians, Egyptians and Persians. However, starting from the year 499 BC, on the date of the Ionian revolution, Cyprus developed such strong and creative bonds with Greece in the spiritual field that the Greek way of life, morals and customs as well as art became predominant. Monumental scultpure makes its first appearance on Cyprus around 650 BC and its first stylistic phase is called Early Cyprian. It exhibits a lively modelling and strong expression and although it is obviously affected by the art of the East, it manages to retain its distinct Cyprian character. The two successive phases which follow, the Cyprian-Egyptian and Neo-Cyprian style, show less inspiration. The Cyprian-Greek style appears around 540 BC and is closely related to Greek art which was transmitted to the island by the Greek cities of Ionia, therefore the works belonging to this style have a strong Ionian flavour. At the beginning Cyprian-Greek art has a dynamic quality and is full of initiatives but progressively it starts fading and becomes stylized, The sculpture of the classical period in Cyprus includes certain works which are Greek creations, however most of its products are purely Cyprian, following the Greek model and exhibiting an outstanding variety. The best of these Cyprian works of the classical period have kept their Cyprian identity. From the classical period on Cyprian art starts loosing its autonomy as it enters the sphere of the Greek world. It now becomes a peripheral, provincial art and its style shows nothing more than a combination of local, conservative, Archaic as well as eclectic artistic elements.

The Kazanlouk Thracian grave Tasos Iatrou

The Kazanlouk Thracian grave in central Bulgaria offers a most significant topic of research into the relatively unknown everyday life of the ancient Thracians with whom the Greek city-states developed mutual relations that were beneficial to both nations. The Kazanlouk grave represents one of the few examples of the impact of Mycenaean art on the life and culture of the ancient Thracians.They were people of Indo-European origin who in the twelfth century BC settled in a wide region of the Balkans, part of which is now the present Bulgarian state.

«The contribution of the Petralona cave excavations to our knowledge of the Euroasiatic Nikos A. Poulianos

The famous Petralona cave was discovered and first explored in 1959. Nine years later, in 1968, Aris Poulianos conducted the first excavation of the cave that was carried out according to modern excavational methodology. The conclusions thus drawn have led to a revision of the paleoanthropological theories as regards not only the appearance of the first Europeans but also to the evolution of Man during the Lower -Middle Pleistocene period, thai is 700,000 years ago, approximately. The analysis of the "bioskaligraphical" data of the Petralona cave, compared to similar excavations in Euroasia, verifies the aforementioned conclusions, which enrich our knowledge of the paleoecological changes, that have affected the paleoanthropological cultural evolution, with new and accurate information.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Η Ελληνική Πλαστική (V) Σταυρούλα Ασημακοπούλου

Κνιδία Αφροδίτη, έργο του Πραξιτέλη, περί το 350-330 π.Χ. Ρωμαϊκό αντίγραφο. Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. τη γλυπτική χαρακτηρίζει γλυκύτητα και χάρη, τα αγάλματα αποκτούν εκφραστικά πρόσωπα. Μεγάλοι γλύπτες της εποχής είναι ο Τιμόθεος, ο Βρύαξις, ο Λεωχάρης αλλά κυρίως ο Σκόπας, ο Πραξιτέλης και ο Λύσιππος. Σε συνθέσεις που στροβιλίζονται, τα έργα του Σκόπα ξεχωρίζουν για το νευρώδες ύφος και τη ζωηρή τους έκφραση. Αντίθετα, τα σώματα του Πραξιτέλη με σάρκα ήρεμη και επιδερμίδα απαλή, γέρνουν και στρέφονται με χάρη. Ο καινοτόμος όμως ήταν ο Λύσιππος. Αλλάζοντας το σύστημα αναλογιών αύξησε την εντύπωση του ύψους. Σπάζοντας τους άξονες και στρέφοντας κορμό, κεφαλή και άκρα προς διαφορετικές κατευθύνσεις, ζωντάνεψε την εντύπωση της κίνησης. Προπάντων όμως, αλλάζοντας τη δομή και τη στάση του σώματος και την ανάπτυξή του μέσα στο χώρο, έδωσε για πρώτη φορά στην πλαστική την τρίτη διάσταση.

Τεύχος 37, Δεκέμβριος 1990 No. of pages: 106
Κύριο Θέμα: Ο αρχαίος κόσμος στο διεθνή κινηματογράφο Χρήστος Χαλκιάς

«Κλεοπάτρα»: Λιζ Τέηλορ (1963), Κλωντέτ Κολμπέρ (1934) Α. Βωβός κινηματογράφος Ένας μάγος-ταχυδακτυλουργός, ο Ζωρζ Μελιές, γύρισε το 1899 το πρώτο ιστορικό φιλμ, την «Κλεοπάτρα», που δεν ήταν παρά μια κινηματογραφημένη θεατρική πράξη κατά τα πρότυπα της εποχής. Η χώρα που απέκτησε πάθος με τις ιστορικές παραγωγές ήταν η Ιταλία, ούτε αυτή όμως ξέφυγε από τα κινηματογραφημένα σκετς. «Οι τελευταίες ημέρες της Πομπηίας» (1908) των Αρτούρο Αμπρόσιο και Λουίτζι Μάγγυ συγκεντρώνει για πρώτη φορά τις προδιαγραφές ενός ιστορικού φιλμ. Χάρη στο πρωτοποριακό της γύρισμα, η «Καμπίρια» (1913) του Τζιοβάνι Παστρόνε σημειώνει έναν δεύτερο μεγάλο σταθμό. Ύστερα από πολλές συμπαραγωγές Ιταλών και Γάλλων, ο γαλλικός κινηματογράφος αποσύρεται από τις επικές παραγωγές ενώ οι Ιταλοί θα κατακλύσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο «Μπεν Χουρ» (1907) του Σίντνεϊ Όλκοτ ήταν η πρώτη ιστορική ταινία που γυρίστηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η «Μισαλλοδοξία» (1916) του Ντ. Γκρίφιθ, «το μεγαλύτερο φιλμ που έγινε ποτέ», θεωρείται σταθμός και αφετηρία στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο Γκρίφιθ συνδύασε ιδιοφυώς την έρευνα, αρχαιολογική και φιλολογική, με ένα κολοσσιαίο υπερθέαμα. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης που επηρέασε την παραγωγή των επικών ταινιών όσο κανείς άλλος είναι ο Σεσίλ ντε Μιλ που με την Paramount γύρισε το 1923 τις «10 Εντολές». Η περίοδος του βωβού κλείνει το 1929 με την «Κιβωτό του Νώε» του Μάικλ Κέρτιτζ. B. Ηχητικός κινηματογράφος Το 1949 θεωρείται η απαρχή της αναβίωσης των ιστορικών παραγωγών του νεότερου ηχητικού και έγχρωμου κινηματογράφου. Τη χρονιά αυτή προβάλλεται το θρυλικό «Σαμψών και Δαλιδά» του Σεσίλ ντε Μιλ που «σπάει» τα ταμεία. Το 1951 η Metro Goldwin Mayer αντεπιτίθεται με το «Κβο Βάντις», το 1953 η 20th Century Fox παρουσιάζει το «Χιτώνα», το πρώτο σινεμασκόπ στην ιστορία του κινηματογράφου. Οι ταινίες «10 Εντολές» (1956), «Μπεν Χουρ» (1959), «Κλεοπάτρα» (1963), «Ο Χιτών» (1953), «Η Βίβλος» (1966), «Σπάρτακος» (1960) και «Κβο Βάντις» (1951) κέρδισαν συνολικά πάνω από 30 Όσκαρ και ανήκουν στα 100 πιο κερδοφόρα φιλμ όλων των εποχών. Επιστρατεύοντας μεγάλους σκηνοθέτες και διάσημους ηθοποιούς, ο ηχητικός επικός κινηματογράφος δεν στοχεύει στην απομίμηση αλλά στην κινηματογραφική επανερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, στη μέθεξη των βιωμάτων των ηρώων. Παράλληλα συνδυάζει την τέρψη με την ηθική ανύψωση του κοινού καθώς το καλό πάντα θριαμβεύει. Μετά το τέλος της δεκαετίας του '70 οι ιστορικο-επικές παραγωγές εγκαταλείφθηκαν οριστικά. Σχολιάζονται το ιστορικό πλαίσιο, η κινηματογραφική προσαρμογή και η ιστορική αυθεντικότητα των ταινιών: «Η Βίβλος» (1966) του Τζων Χιούστον, «Αδάμ και Εύα» (1956) του Αλμπέρτ Γκατ, Η Κιβωτός του Νώε» (1929) του Μάικλ Κέρτιτζ, «Σόδομα και Γόμορρα» (1963) του Ρόμπερτ Άλντριτζ, «Οι πατριάρχες της Βίβλου» (1963) του Μαρτσέλο Μπάλτι, «Ο Ιωσήφ και τα αδέλφια του» (1962) του Ίρβιγκ Ρέηπερ, «Οι 10 Εντολές» (1956) του Σεσίλ ντε Μιλ, «Σαμψών και Δαλιδά» (1949) του Σεσίλ ντε Μιλ, «Δαβίδ και Βηθσαβέε» (1951) του Χένρυ Κινγκ, «Ο Σολομών και η βασίλισσα του Σαββά» (1959) του Κινγκ Βιντόρ, «Σπάρτακος» (1960) του Στάνλεϋ Κιούμπρικ, «Ο τελευταίος Ρωμαίος» (1968) του Ρόμπερτ Σιόντμαν. Τέλος, ομαδοποιούνται θεματικά σε κατάλογο ιστορικές ταινίες του ηχητικού κινηματογράφου για: την Παλαιά Διαθήκη, την αρχαία Αίγυπτο, τον Τρωικό πόλεμο, την αρχαία Ελλάδα, την αρχαία Ρώμη, τις κατακτήσεις της Ρώμης, τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα χρόνια της Καινής Διαθήκης, τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα χρόνια της παρακμής και, τέλος, τη διαίρεση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που δημιουργεί το Βυζάντιο.

Ελληνικός κινηματογράφος και ιστορία: μια σκιαγράφηση Τάσος Γουδέλης

«Πέτρινα Χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη, 1984. Πώς να ενταχθεί ο κινηματογράφος, αλαζονικό πλουσιόπαιδο του βιομηχανικού πολιτισμού, σε μια καχεκτική Ελλάδα που, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, έχει εισπράξει την καθυστέρηση σε όλα τα επίπεδα του πολιτισμικού γίγνεσθαι; Ακόμη και η αυταρχική πολιτική εξουσία, ανίκανη να εκμεταλλευτεί την εμβέλεια της μεγάλης οθόνης και να συντάξει μέσω αυτής την «επίσημη Ιστορία», θα περιοριστεί στην άσκηση λογοκρισίας. «Το ανάθεμα» (1916), φιλμ-ζουρνάλ του Χεπ, απαγορεύεται. Οι μυθοποιήσεις του παρελθόντος θυμίζουν κακές σχολικές παραστάσεις: η «Γκόλφω του Μπαχατόρη (1914) ή η «Μαρία Πενταγιώτισσα» (1928) του Μαδρά, ο «Οδυσσέας Ανδρούτσος» (1925) του Μανάκια και το σύγχρονο «Λάβαρο του 1821» του Λελούδα. Πλάι σε βουκολικά δράματα, όπως η «Αστέρω» (1952) του Δημόπουλου, γυρίζεται το «Πικρό ψωμί» (1951) του Γρηγορίου. Πρώτο μεταπολεμικό ιστορικό φιλμ: το ντοκιμαντέρ του Βασίλη Μάρου «Τραγωδία του Αιγαίου» (1961). Η προσέγγιση της αρχαιότητας εξαντλείται προπολεμικά σε δύο εκδοχές του «Προμηθέα δεσμώτη» (1927) και στο «Δάφνις και Χλόη» (1931) του Ορέστη Λάσκου. Το 1961 ο Τζαβέλλας γυρίζει την «Αντιγόνη». Αν το 1962 ο Ζάρπας καταγράφει απλά την παράσταση της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή στην Επίδαυρο, με την ευριπίδεια «Ηλέκτρα» του (1962), ο Κακογιάννης εγκαινιάζει έναν πρωτότυπο διάλογο με την τραγωδία, κάτι που δεν θα πετύχει στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» (1977). Στη διάρκεια της χούντας η «Μήδεια» εμπνέει δύο ταινίες, ο Δαδήρας γυρίζει το ψευδοϊστορικό «Ιπποκράτης και δημοκρατία» και ο Ζερβουλάκος διασκευάζει κοινότοπα τη «Λυσιστράτη». Μεταχουντικά, Φέρρης (1975) και Θέος (1976) δημιουργούν δυο φιλόδοξες δοκιμιακές ταινίες. Παιδιά της δεκαετίας του '60, οι ταινίες μικρού μήκους εκπροσωπούνται από τις «100 ώρες του Μάη» (1963) των Λαμπρινού-Θέου και τις «Περιπτώσεις του Όχι» (1965) των Παπαστάθη-Αυγερινού. Με αρετές εμφανίζονται οι ταινίες των Μανουσάκη(1965), Γλυκοφρύδη(1966), Μανθούλη και Σταμπουλόπουλου(1966, 1967), και Δαμιανού(1966). Επί δικτατορίας ευδοκιμεί το είδος της πομπώδους επετειακής ιστορικής ταινίας, παραγωγής Τζέιμς Πάρις. Τον εγχώριο κινηματογράφο αναζωογονεί ο Θόδωρος Αγγελόπουλος με την «Αναπαράσταση» (1970) και τις «Μέρες του ’36» (1972). Το 1971, ο Κατσουρίδης γυρίζει το «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;» και ο Δαμιανός την «Ευδοκία». Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης η πολιτική ταινία απογειώνεται: «Θίασος» (1975) του Αγγελόπουλου, «Χάπυ Ντέι» (1976) του Βούλγαρη, «Κελί μηδέν» (1975) του Σμαραγδή, «Μαρτυρίες» (1975) του Καβουκίδη, «Μάης» (1976) του Ψαρρά, «Γράμμα στον Ναζίμ Χικμέτ» (1976) του Αριστόπουλου. Με την υπόθεση Πολκ, οι Μαλλιάρης (1981) και Γρηγοράτος (1987) στρέφονται στη σύγχρονη ιστορία. Διαφορετικές προσεγγίσεις της Ιστορίας προτείνουν οι «Κυνηγοί» (1977) και ο «Μεγαλέξαντρος» (1980) του Αγγελόπουλου και ο «Ελευθέριος Βενιζέλος» (1978) του Βούλγαρη. Προσωπογραφίες δημιουργούν ο Τζήμας στον «Άνθρωπο με το γαρύφαλλο» (1981) και ο Λαμπρινός στον «Άρη Βελουχιώτη» (1981). «Στον καιρό των Ελλήνων» (1981) και στον «Θεόφιλο» (1987), ο Παπαστάθης συνθέτει ένα δοξαστικό στις αξίες του ελληνισμού. Στη δεκαετία του ’80 η αποτίμηση του παρελθόντος αποκτά ανθρώπινα χαρακτηριστικά: «Κάθοδος των εννιά» (1984) του Σιοπαχά, «Ταξίδι στα Κύθηρα» (1982) του Αγγελόπουλου και «Πέτρινα χρόνια» (1986) του Βούλγαρη. Ξεχωρίζει η αισθητική του «Δοξόμπους» (1987) του Λαμπρινού και της «Υπόγειας διαδρομής» (1983) του Δοξιάδη. Μέσα από τις νέες μυθοπλασίες («Πρωινή περίπολος» -1987 του Νικολαΐδη και «Βιοτεχνία ονείρων» -1990 του Μπουλμέτη), η Ιστορία πια αφορά το μέλλον και γίνεται νοητή ως μια απειλητική οικολογική Νέμεσις.

Η περίπτωση του Παζολίνι Νίκος Ξένιος

Η Μήδεια του Παζολίνι με το πρόσωπο της Μαρία Κάλλας Πιερ Πάολο Παζολίνι (1922-1975): Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός, ζωγράφος, συγγραφέας και ποιητής, καθηγητής φιλολογίας με σύντομη διδασκαλική καριέρα. Στα 53 του, το σώμα του βρίσκεται κατακομματιασμένο. Στην πρωτόλεια ταινία του «Accatione», ο Παζολίνι στρέφει το βλέμμα ενός θρησκευόμενου στο υπο-προλεταριάτο της Ρώμης, κοινωνικό χώρο που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του κινηματογραφικού του έργου. Οι ταινίες «Mamma Roma» και «La Ricotta» (1962) προδίδουν τη στράτευσή του στην Αριστερά. Στο «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» (1964), η ματιά του σκηνοθέτη διασταυρώνεται ισότιμα με τη ματιά του πιστού. Παράλληλα, μια ολόκληρη μικροαστική αλλά και εμπορική εικονογραφία ανατρέπεται. Ο Παζολίνι δεν κρύβει την πολεμική του διάθεση ενάντια στο φανατισμό ενός ορισμένου μαρξισμού και ενός ορισμένου λαϊκισμού. Η άποψή του κρίθηκε αιρετική από το πνευματικό κατεστημένο της εποχής. Σε επανειλημμένες δίκες, όχι μόνον οι κληρικοί αλλά και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας στρέφονται εναντίον του. Ο δικός του «Οιδίπους τύραννος» (1967) ενσαρκώνει τον τραγικό ήρωα που, απογυμνωμένος από οποιαδήποτε δείγματα αστικής νοοτροπίας, οδηγείται στην τελική του συντριβή στην προσπάθειά του να καταλύσει εδραιωμένες κοινωνικές δομές. Η αντισυμβατικότητα του Οιδίποδα γίνεται φανερή στην προσέγγιση της μητέρας του Ιοκάστης. Ο Παζολίνι επεκτείνει την προβληματική του Σοφοκλή ενσωματώνοντας σε αυτή τη φροϋδική θεωρία και το ρόλο που αυτή αναγνωρίζει στα αρχέγονα ένστικτα και το υποσυνείδητο. Η «Μήδεια» (1970) αντιπαραβάλλει τη βαρβαρότητα της Ανατολής στον «πολιτισμό» της Δύσης. Η συγκλονιστική κραυγή της στην τελευταία σκηνή μεταφράζει την απόγνωση μπροστά στο πολιτισμικό αδιέξοδο των καιρών μας.

Άλλα θέματα: Ο αρχαιολογικός έλεγχος των εκσκαφών για τον κεντρικό αποχετευτικό αγωγό Ρόδου: εκπλήξεις και προβλήματα Εριφύλη Κανίνια

Η υστεροελληνιστική επιτύμβια σύνθεση Γ 1499 προτού οι πλάκες συναρμολογηθούν μεταξύ τους. Η συγγραφέας, που είχε την ευθύνη του αρχαιολογικού ελέγχου της εκσκαφής, ανοίγει το ημερολόγιό της. Μέσα στο στενό όρυγμα της οδού Δημητρίου Αναστασιάδη ερευνήθηκαν κιβωτιόσχημοι τάφοι λαξευμένοι στον φυσικό πωρόβραχο, θήκες και δύο χτιστοί τάφοι-θάλαμοι. Σε μικρό λαξευμένο κιβωτιόσχημο τάφο, βρέθηκε εξαίσιο χρυσό στεφάνι από το β’ μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Αποτελείται από δύο κλαδιά ελιάς με 28 φύλλα το καθένα που συνδέονται με μικρό «ηράκλειο» κόμβο. Στη Φανερωμένη αποκαλύφθηκε ευρύτερο σύνολο τάφων σε πυκνή διάταξη, από τους οποίους οι 60 περίπου που ερευνήθηκαν χρονολογούνται στο τελευταίο τέταρτο του 4ου και στον 3ο αιώνα π.Χ. Αρκετοί είναι υπόγειοι «συρταρωτοί» με δίδυμους τάφους-προθαλάμους. Από διαταραγμένες επιχώσεις περισυλλέχτηκαν πάνω από 40 ταφικά μέλη, ανάμεσά τους κυλινδρικός επιτύμβιος βωμός του 1ου αιώνα π.Χ. με γιρλάντες και βουκράνια, ανάγλυφη παράσταση νεκρόδειπνου και επιγραφή. Νοτιότερα οι εκσκαφές διακόπηκαν σε δύο σημεία. Πρώτα στα κτήματα Καζούλη, όπου αποκαλύφθηκε τετράπλευρος χώρος ταφικού μνημείου λαξευμένος στον φυσικό πωρόβραχο, προσβάσιμος με λαξευμένη κλίμακα καθόδου. Στις πλευρές του εντοπίστηκαν τέσσερις λαξευμένοι θαλαμωτοί τάφοι, διάφορα λαξεύματα θηκών ή μικρότερων «συρταρωτών» τάφων. Οι θαλαμωτοί τάφοι θα σχημάτιζαν μνημειώδη πρόσοψη που θα επιστεφόταν με γείσα. Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα επιτύμβια μέλη με επιγραφές που δίνουν πλούσιο προσωπογραφικό υλικό. Οι δύο εκπλήξεις όμως που περίμεναν στο Βόδι ήταν απρόσμενες. Σε σπαράγματα βρέθηκε μεγάλη ανάγλυφη σύνθεση σε τρεις πλάκες, δουλεμένη σε αλλεπάλληλα, εναλλασσόμενα επίπεδα βάθους, με μια κεντρική μορφή ήρωα-πολεμιστή πλαισιωμένη από δύο εφηβικές μορφές δούλων. Ο ένας κρατάει το δόρυ του πολεμιστή ενώ γέρνει σε κορμό δέντρου στο οποίο είναι τυλιγμένο φίδι. Ο άλλος, με υψωμένα τα χέρια, προσπαθεί να συγκρατήσει ένα άλογο από τα χαλινάρια. Ο πολεμιστής έχει ριγμένη στους ώμους χλαμύδα, με το αριστερό χέρι κρατάει ξίφος σε θηκάρι ενώ απλώνει το δεξί σε οριζόντια θέση, κίνηση που θέλει να ελέγξει την ορμή του αλόγου. Σε ξεχωριστή πλάκα είχε δουλευτεί το ανώτερο μέρος, που δεν σώζεται, με το κεφάλι του ήρωα, του αλόγου, του φιδιού και πιθανόν το φύλλωμα του δέντρου. Η επιτύμβια σύνθεση χρονολογείται στον 1ο αιώνα π.Χ. Όχι πολύ μακρύτερα, σπασμένη σε τρία κομμάτια, βρέθηκε μεγάλη επιτύμβια στήλη των χρόνων του αυστηρού ρυθμού. Διασώζει αλληγορική σκηνή με μικρό έφηβο που προσφέρει πετεινό σε νεαρό άντρα. Η επίστεψη της στήλης θα πρέπει να ήταν αετωματική. Το έργο, πιθανόν προϊόν περιφερειακού εργαστηρίου, χρονολογείται στο τέλος του πρώτου ή στην αρχή του δεύτερου τέταρτου του 5ου αιώνα π.Χ.

Δίδυμο ταφικό μνημείο: συμβολή στη μελέτη των ροδιακών νεκροπόλεων Αντώνης Μαστραπάς

Πρόσοψη δίδυμου ταφικού μνημείου στη Ρόδο. Στην περιφέρεια της σύγχρονης πόλης της Ρόδου, σε οικόπεδο προορισμένο για ανοικοδόμηση, αποκαλύφθηκε τμήμα της νοτιοδυτικής αρχαίας νεκρόπολης. Ο ίδιος χώρος είχε χρησιμοποιηθεί από την αρχαιότητα και ως λατομείο εξόρυξης πωρόλιθου. Στο οικόπεδο εντοπίστηκαν τα κατάλοιπα μέρους εκτενέστερου νεκροταφείου με δεκαοκτώ λαξευτούς κιβωτιόσχημους τάφους, δύο κτιστούς κιβωτιόσχημους, δύο λαξευτούς θαλάμους, πέντε θήκες λαξευμένες ή κτιστές που περιείχαν καύσεις σε τεφροδόχα αγγεία ή οστεοθήκες με ιστορική συνέχεια από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. ως τους ρωμαϊκούς χρόνους και δεκατρείς ελεύθερες επιφανειακές ταφές από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου, λαξευμένο σε ενιαίο τμήμα φυσικού βράχου, βρέθηκε δίδυμο ταφικό μνημείο, τμήμα ευρύτερου ταφικού συγκροτήματος όπως δείχνει η επέκταση του περιβόλου του. Οι είσοδοι των δύο ταφικών θαλάμων ήταν σφραγισμένες με καλυπτήριες πέτρες. Οι πανομοιότυποι τάφοι έχουν ορθογώνιο σχήμα και αετωματική οροφή. Ο πρώτος ταφικός θάλαμος ήταν σφραγισμένος αλλά είχε συληθεί. Δεν βρέθηκε καν ίχνος από οστά. Τα ευρήματα, που προέρχονται από την επίχωση, είναι τέσσερα μυροδοχεία ατρακτοειδούς σχήματος των ύστερων ελληνιστικών χρόνων, το κάτω μέρος οξυπύθμενου αμφορίσκου, λυχνάρι με αποκρουσμένο μυκτήρα και πήλινο δισκοειδές αντικείμενο. Ο δεύτερος θάλαμος ήταν ασύλητος. Ο νεκρός είχε τοποθετηθεί σε ύπτια θέση. Πάνω του, στην αριστερή θωρακική χώρα, είχε τοποθετηθεί αργυρό ομφαλωτό φιαλίδιο. Τα υπόλοιπα κτερίσματα, από τα πλέον χαρακτηριστικά των νεκροπόλεων της Ρόδου, ήταν δύο οξυπύθμενοι αμφορίσκοι, ένα μυροδοχείο, ένα λυχνάρι και σιδερένια στλεγγίδα. Κυρίως από το μυροδοχείο και το λυχνάρι, η γυναικεία αυτή ταφή χρονολογείται στο α’ τέταρτο του 3ου αιώνα π.Χ.

Οι κυρίαρχες αντιλήψεις για τον άνθρωπο στον Eλληνισμό και τον Xριστιανισμό Αντώνης Παπαρίζος

Λεπτομέρεια τοιχογραφίας από το Καθολικό της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου. Με αφετηρία την άποψη ότι η αντίληψη για τον άνθρωπο έχει κομβική θέση στη ζωή μιας κοινωνίας καθώς συνδέεται με την αντίληψη για το θεό, ή τους θεούς, και τον Κόσμο, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο μετασχηματισμός οποιασδήποτε κοινωνίας σηματοδοτείται από την κριτική που αρχίζει να ασκείται από τα μέλη της στην κυρίαρχη αντίληψή της για τον άνθρωπο. Στην αρχαία Ελλάδα, στην πρώτη περίοδο ίδρυσης της «πόλης», ο άνθρωπος είναι ο πολίτης στην προσπάθειά του για συλλογική επιβίωση και σωτηρία ενώ, στην περίοδο της ακμής της, ο άνθρωπος γίνεται άσκηση για την αρετή. Στην ελληνιστική περίοδο, ο άνθρωπος της Μεσογείου μετατρέπεται σε έναν παθητικό κοσμοπολίτη που αρχίζει να επιδιώκει την αθανασία και τη σύνδεση με έναν άλλο Κόσμο, καλύτερο από τον επίγειο. Στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, ο «μεσογειακός άνθρωπος» μέχρι και τον 3ο αιώνα μ.Χ. αναπτύσσει τρεις βασικές αντιλήψεις για τον εαυτό του. Τον άνθρωπο/«Λόγο», για τους στωικούς, τον άνθρωπο/κοσμικό κύτταρο φωτός σε κατάσταση πτώσης, για τα ρεύματα του γνωστικισμού, και τον άνθρωπο/ψυχή που ελπίζει σε μια άλλη ζωή ή την αθανασία, για τις ποικίλες μυστηριακές λατρείες και το νεοπλατωνισμό. Όλες σχεδόν οι μεσογειακές αντιλήψεις της εποχής για το τι είναι άνθρωπος συναντιούνται και συγκρούονται στη μορφή του Ιησού Χριστού. Κατά τον ελληνικό Μεσαίωνα, υπήκοος και υπάκουος του αυτοκράτορα και της Εκκλησίας, ο άνθρωπος έχει μια ενιαία αντίληψη για τον εαυτό του: είναι χριστιανός που κινδυνεύει να χάσει τη σωτηρία και την ψυχή του. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ο Ιησούς Χριστός γίνεται η κεντρική συμβολική μορφή, η κεντρική αντίληψη μέσω της οποίας οι Έλληνες μπορούν να συλλάβουν τον εαυτό τους και να αντιπαρατεθούν στον κατακτητή: συνδέονται άμεσα με τα Πάθη του και την ελπίδα της Ανάστασης.

Αρχαιολογικοί τόποι και αρχαιολογικοί χώροι Βασίλης Δωροβίνης

Άποψη του Φιλιππείου στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας. Δημοσιεύεται τμήμα της ανακοίνωσης του συγγραφέα στο συνέδριο του ελληνικού τμήματος του ICOMOS «Νέες πόλεις πάνω σε παλιές – το παράδειγμα της Άρτας». Θεωρώντας την προσφυγή στη νομολογία «κλειδί» σε θέματα πολιτισμικής κληρονομιάς, ο συγγραφέας ανατρέχει σε αυτή προκειμένου να διακρίνει εννοιολογικά τους αρχαιολογικούς τόπους από τους αρχαιολογικούς χώρους. Αφού διευκρινιστεί ότι η σχέση τόπου προς χώρο είναι σχέση όλου προς μέρος, ο συγγραφέας θέτει και άλλα ερωτήματα: ποιος είναι αρμόδιος να χαρακτηρίσει τόπους και χώρους ως «αρχαιολογικούς», πότε απαγορεύεται και πότε όχι η εκτέλεση έργων σε αρχαιολογικούς χώρους ή, δεδομένης της άγριας οικοπεδοποίησης της γης, τι μέριμνα έχει λάβει ο νομοθέτης για την εναρμόνιση των Υπουργείων Πολιτισμού και Χωροταξίας;

Εκλεκτικιστικές κατοικίες στην Κηφισιά στα χρόνια της «Μπελ Επόκ» Ελένη Παπανδρέου

Χαρακτηριστικό εκλεκτικιστικό παράδειγμα: η κατοικία της οδού Κόκκοτα 3 στην Κηφισιά, χτισμένη το 1900 για την κόμισα De Brooke. Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, οι ομογενείς που επαναπατρίζονται, μαζί με τα κεφάλαιά τους, εγκαινιάζουν στην Ελλάδα τον ευρωπαϊκό τύπο της δεύτερης κατοικίας (villa). Μετά το 1880, επαύλεις αρχίζουν να ανεγείρονται στις παρυφές των μεγάλων αστικών κέντρων. Η δεύτερη κατοικία όφειλε να διαφοροποιείται από το μέγαρο της πόλης, εμφανίζοντας έναν όχι αμιγή κλασικισμό και μια γραφική-ρομαντική σύνθεση, εναρμονισμένη με το ελληνικό τοπίο. Στην Κηφισιά, τόπο παραθερισμού των εύπορων Αθηναίων, σώζονται σήμερα 114 διατηρητέα, χτισμένα ανάμεσα στο 1870 και το 1936. Τα νεοκλασικά της σπίτια είναι λιγοστά. Στον πρώιμο αυστηρό Νεοκλασικισμό (1833-1863) κατατάσσονται εκείνα με τη λιτή διάθεση που αποκλείει τις ρομαντικές εξάρσεις. Στον ώριμο Νεοκλασικισμό (1863-1897) ανήκει η έπαυλη «Χρυσάνθεμο», χτισμένη το 1890, που διατηρεί τα επιμέρους στοιχεία του Νεοκλασικισμού συνδυάζοντάς τα με ελεύθερες και ασύμμετρες κτηριολογικές συνθέσεις. Στον Τσίλερ αποδίδεται η έπαυλη «Ατλαντίς», χτισμένη το 1897. Ο αρχιτέκτονας αντικαθιστά τα ρωμαϊκά μορφολογικά στοιχεία με ελληνικά. Οι εκλεπτυσμένες αναλογίες και η πειθαρχημένη ποικιλία των στοιχείων που δίνουν στη σύνθεση μια κάποια ελευθερία εμπλουτίζουν τελικά τη νεοκλασική συμμετρία του συνόλου. Το 1910, η βίλα Καζούλη παραμορφώνει τις κλασικιστικές αρχές καθώς τις εισάγει στο σύστημα της αναγεννησιακής μορφολογίας. Το Ρομαντισμό υιοθέτησε και μια άλλη κατηγορία σπιτιών, τα γραφικά «Picturesque» με τις ξύλινες εξωτερικές διακοσμήσεις. Ρυθμολογικά εντάσσονται στην αγροτική αρχιτεκτονική. Κατεξοχήν εικονογραφικό τους πρότυπο υπήρξε η κατοικία του αρχιτέκτονα C.F. Schinkel στο Πότσνταμ (1829-1831). Στην Ελλάδα, ο Τσίλερ συνθέτει με ελληνικά μορφολογικά στοιχεία. Το στιλ του, που ονόμασαν «ελληνοελβετικό», εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στη θερινή κατοικία του βασιλιά Γεωργίου στο Τατόι. Οι «γραφικές» κατοικίες διακρίνονται σε εκείνες που είναι συμμετρικές και κλειστές έτσι ώστε, αν αφαιρούνταν τα ξύλινα διακοσμητικά στοιχεία τους θα θύμιζαν έργα του Νεοκλασικισμού, και σε άλλες, στις οποίες κυριαρχεί το πνεύμα της αγροτικής αρχιτεκτονικής και η ελεύθερη διάρθρωση των χώρων. Η κατοικία της οδού Κόκκοτα 3, αν και ανήκει στην πρώτη κατηγορία, με τους δύο ακραίους «μεσαιωνικούς» πύργους της μετατρέπεται σε χαρακτηριστικό εκλεκτικιστικό παράδειγμα. Αλλά και οι κατοικίες της δεύτερης κατηγορίας, παρά το λαϊκό-αγροτικό χαρακτήρα τους, επειδή εμφανίζουν πολλά ετερόκλητα ρυθμολογικά στοιχεία μπορούν να καταταγούν στον εκλεκτικισμό. Το κτήριο του 1910 στην οδό Κασσαβέτη 19, αποτελεί σύζευξη της αγγλικής προαστιακής βίλας με μια πέτρινη διασκευή του ρυθμού Swiss Cottage. Οι εκλεκτικιστικές κατοικίες είναι πλούσιες σε αναφορές ιστορισμού. Ο Ρομαντισμός προκρίνει ως κύρια πηγή μορφολογικής ανανέωσης τη φρουριακή αρχιτεκτονική και τους πύργους που εκφράζουν τη μυθολογία του Μεσαίωνα. Την πυργοειδή-μεσαιωνική μορφή εκπροσωπεί μια έπαυλη του 1872 στην οδό Εμμ. Μπενάκη 8 και Πεσμαζόγλου που διατηρεί, κατ’ εξαίρεση, μορφές του Νεοκλασικισμού συνδυάζοντάς τες με στοιχεία του γαλλικού Μπαρόκ. Πρόδηλα μεσαιωνικός είναι ο χαρακτήρας του πύργου στην οδό Τατοΐου και Δεληγιάννη, χτισμένος το 1915 σε σχέδια βέλγου αρχιτέκτονα. Στις κατοικίες με γοτθικίζοντα στοιχεία, παραλλαγή των φρουριακών κτισμάτων, ανήκει η κατοικία του 1897 στην οδό Στροφυλίου 25 και Πεσμαζόγλου. Στα βυζαντινίζοντα εκλεκτικιστικά κτήρια ανήκει η έπαυλη της οδού Τατοΐου 31, κατοικία του Ιωάννη Μεταξά από το 1939, που χτίστηκε το 1890 από τους αρχιτέκτονες αδελφούς Αξελούς.

Μοντέρνα αρχιτεκτονική και προβλήματα διατήρησης Αντρέας Γιακουμακάτος

Θ. Βαλεντής – Π. Μιχαηλίδης, προοπτικό σχέδιο της οικίας Αβέρωφ, Κηφισιά, 1940. Η υπάρχουσα νομοθεσία στην Ελλάδα στοχεύει κυρίως στην προστασία κτηρίων του 19ου αιώνα και παραδοσιακών οικισμών. Ωστόσο, στις ευρωπαϊκές χώρες, από τη δεκαετία του ’80, διεθνείς οργανισμοί κινητοποιήθηκαν για τη συντήρηση αξιόλογων αρχιτεκτονημάτων και συνόλων του 20ού αιώνα. Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει συστήσει ειδική Επιτροπή μελέτης και το ICOMOS εξέδωσε μια πρώτη σειρά οδηγιών. Το DOCOMOMO προσανατολίζεται στη διάσωση του έργου των ιστορικών πρωτοποριών και του μοντέρνου κινήματος στην Ευρώπη ενώ, στο πλαίσιο της Unesco, λειτουργεί διεθνής ομάδα ειδικών για τη συντήρηση της αρχιτεκτονικής «Art nouveau» σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική. Στην πολιτισμική αξιολόγηση και διάσωση περιλαμβάνονται το ίδιο το φυσικό περιβάλλον και οι κατασκευές που εντάσσονται δημιουργικά σε αυτό και το ολοκληρώνουν (ενδεικτικά: τα tucul στα χωριά της Αβησσυνίας ή οι υδροφράκτες κατά μήκος των βελγικών καναλιών). Η προβληματική που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών συμπίπτει σε κάποια κοινά σημεία: καταρχήν, κάθε χώρα καλό θα ήταν να συντάξει και να δημοσιοποιήσει καταλόγους έργων που κρίνονται άξια προστασίας. Η επιλογή δεν πρέπει να δεσμεύεται από «πολιτισμικές προκαταλήψεις» υπέρ του μοντέρνου αλλά να καταγράφει και αντιπροσωπευτικά δείγματα του ακαδημαϊσμού ή περιφερειακών τάσεων. Να επιλέγονται έργα στα οποία να αναγνωρίζεται «ιστορική μνήμη» ή μία από τις νέες τυπολογίες του 20ού αιώνα (κινηματογραφικές αίθουσες, τα καταφύγια της γραμμής Maginot κ.ά.). Πρωταρχική σημασία έχει το νομικό πλαίσιο και η εξασφάλιση πόρων. Από επιστημονική άποψη όμως, προέχει η μελέτη των κατασκευαστικών μεθόδων και υλικών, που εξασφαλίζει την ορθή ανάγνωση της παθολογίας του κτηρίου και την υιοθέτηση των καταλληλότερων μεθόδων επέμβασης.

Οι Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Το χρυσό δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο (5ος αι. π.Χ., Παντικάπαιον) είναι το έμβλημα των εκδηλώσεων «Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα». Τον Απρίλιο του 1991 στο Λονδίνο, σε συνεργασία με το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του King’s College, η Πολιτιστική Εταιρεία «ΠΑΝΟΡΑΜΑ» οργανώνει και παρουσιάζει ένα πολύπτυχο πρόγραμμα για τους «Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα». Το πρόγραμμα περιλαμβάνει Έκθεση στο King’s College που παρουσιάζει ο Sir Steven Runciman, παρουσίαση του βιβλίου The Greeks in the Black Sea, ακαδημαϊκή ημερίδα, ξεναγήσεις για τα αγγλικά σχολεία και για τα μέλη της ελληνικής παροικίας, ξεναγήσεις και εργαστήρια για τα παιδιά της ελληνικής και της κυπριακής κοινότητας, διαλέξεις για το αγγλικό και το ελληνικό κοινό, προβολές βιντεοταινιών. Στο πλαίσιο του προγράμματος, εκδόθηκε το βιβλίο της Μαριάννας Κορομηλά Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Καλυκωτός κρατήρας του αγγειογράφου Ευφρονίου και του κεραμέα Ευξιθέου, περ. 510-500 π.Χ. Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Στο Ενημερωτικό Δελτίο της Αρχαιολογικής Εταιρείας αναγγέλλεται η επαναλειτουργία της Σχολής Διδασκαλίας της Ιστορίας της Τέχνης, από 7 Νοεμβρίου 1990 μέχρι 13 Μαρτίου 1991 – Αποκαλύφθηκε στη Βεργίνα άγαλμα του 4ου αιώνα π.Χ. που εικονίζει τη θεά της δόξας Εύκλεια, αφιέρωμα της γιαγιάς του Μεγάλου Αλεξάνδρου Ευρυδίκης – Στη φετινή ανασκαφή του νεκροταφείου της αρχαίας Μεσημβρίας (Θράκη) αποκαλύφθηκε μεγάλος αριθμός τάφων του 5ου, 4ου και 3ου αιώνα π.Χ. σε ποικιλία μορφών και με ποικίλα κτερίσματα. Δηλώνουν ταφική λατρεία οι τρεις μνημειακές λίθινες κατασκευές;

Εκθέσεις

Στο Μουσείο του Λούβρου (ως τις 31.12.90) εκτίθενται εξήντα περίπου έργα του Ευφρόνιου, του μεγαλύτερου ζωγράφου ερυθρόμορφων αγγείων - «Κυκλαδικός Πολιτισμός – Η Νάξος στην 3η χιλιετία» είναι ο τίτλος έκθεσης στο Μουσείο Γουλανδρή (22.10.90-31.3.91)

Συνέδρια

Το 9ο Διεθνές Συνέδριο για τα μυκηναϊκά και αιγαιακά κείμενα οργάνωσαν το «Κέντρο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος» και η «Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών» (Αθήνα, 2-6.10.90) – Τριήμερο Εργασίας με θέμα την ιστορία του ελληνικού κρασιού οργάνωσε στη Σαντορίνη (7-9.9.90) το Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ με χορηγό την εταιρία «Ι. Μπουτάρης & Υιός ΑΕ»

Βιβλία

Μενέλαος Χριστόπουλος, Οι θεότητες της Μουσικής στην ομηρική και αρχαϊκή ποίηση, Αθήνα 1985 – Μαρίζα Ντεκάστρο, Βυζαντινή Τέχνη. Οδηγός για παιδιά, Κέδρος, Αθήνα 1990 – Μ. Χατζηδάκης, Δ. Σοφιανού, Ιστορία και τέχνη στο Μεγάλο Μετέωρο, Interamerican, Αθήνα 1990 – Νίκος Βασιλάτος, Όπλα 1790-1860. Μνημεία ελληνικής ιστορίας και τέχνης, ΕΟΜΜΕΧ, Αθήνα 1989

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Απολογισμός της δεκαετούς περίπου δράσης της Αρχαιομετρικής Εταιρείας – Κυκλοφόρησε στις αρχές Νοεμβρίου 1990 το 2ο τεύχος του Δελτίου Αρχαιομετρίας (ΔελτΑ) – Συνεχίζοντας μια σχεδόν δεκαετή παράδοση επαναλαμβάνονται από 31.10.90 τα σεμινάρια Αρχαιομετρίας στο Εργαστήριο Αρχαιομετρίας του Κέντρου «Δημόκριτος» - Παρουσίαση των ερευνητικών δραστηριοτήτων του Χημικού Εργαστηρίου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου

Συνέδρια

• 2nd Biennial Asmosia Meeting: Συνάντηση αφιερωμένη στη διακίνηση και την προέλευση του αρχαίου μαρμάρου έγινε στο Leuven του Βελγίου (15-19.10.90) • Fourth Australian Archaeometry Conference: το Συνέδριο θα γίνει στην Kamperra (Αυστραλία), 29.1-1.2.1991, με θέματα: χρονολογήσεις, προέλευση, αναλύσεις υλικών, εφαρμογές υπολογιστικών μεθόδων, μελέτες αυθεντικότητας και μελέτες DNA • 3rd International Symposium on ESR Dosimetry and Applications: το Συμπόσιο θα γίνει στην Ουάσινγκτον (ΗΠΑ), 14-18.10.1991, και θα περιλαμβάνει και θέματα εφαρμογής της τεχνικής ESR στην αρχαιολογία

English summaries: The ancient world in the international cinema Christos Chalkias

Epic and historical films have been favourite subjects of the Cinema since its birth. One of the major reasons for this phenomenon is that in these kind of productions movie makers have the opportunity to use their creative abilities to the full and to act as independent artists rather than to bear the risk of "failure", as often happens in the live theatre. In other words, Cinema has the privilege of directly convincing, impressing and creating "atmosphere" through the powerful effect of the image as opposed to live theatre which heavily depends on dialogue. This fact relies on the undisputed aphorism that a picture is equal to a thousand words. During the silent Cinema era super-productions on historical subjects used to make headlines, offering the producers big profits or heavy losses. The competition was mainly between the American and the Italian cinema and names like Griffith or Cecil DeMille made history. Soon after the introduction of the talkies, in 1927, the idea of spectacular epic production was put on the shelf, since its extremely high cost increased the chance of financial failure and thus no producer was willing to undertake this risk. However, DeMille after endless arguments with Zuckor of Paramount finally managed to make three epic films with a limited budget. In 1949, ten years after "Gone with the Wind", DeMille made an old dream of his come true. He made "Samson and Delilah". Metro-Goldwin-Mayer (MGM) counter- attacked defending its reputation with an amazing production, the "Quo Vadis» and 20th Century Fox followed with the first movie filmed in cinemascope, "The Robe". Shortly thereafter, a great number of epic and historical productions were made in the Golden Hollywood era. When the excessive making of epics led to a natural decline, the great minds of Hollywood gathered in Beverly Hills to discuss a counter attack against the "magic" of the small screen. The result of that summit? A few more masterpieces like "Cleopatra", "Lawrence of Arabia". "Mutiny on the Bounty» and so on. In the mid-sixties, Hollywood stopped making epics for good. The great era had ended. The primacy in spectacle passed to Europe, where Italy easily gained the leading role since its film makers, as we already have mentioned, had a great liking for super productions. However, in the early seventies Europe also gave up the making of historical and epic films. What has finally remained is an inheritance of about 270 productions in which we can follow the birth and development of historical and epic films.

Greek films and history. A survey Tasos Goudelis

A survey of Greek historic films from the years when they made a first appearance (Balkan Wars) in the form of new releases until the 1970s (Th. Angelopoulos and "militant" documentaries) leads to the conclusion that such films were strongly affected by the general political climate of the country. This kind of film was not especially successful before 1974, in the so-called "old", commercial cinema, due to the lack of freedom in ideological expression. Thus, the folk and anniversary-like approach to and treatment of historic subjects [see, "foustanella" (= an evzone's petticoat) or war epopoeiae with melodramatic exaggeration] became the political instrument, which was used to prevent any deviation from the official and showed the prevailing authority's interpretation of the historic past. Adding the lack of technical prerequisites of Greek film-making to this major motive, we can easily explain the reasons of the disappointing quality of the Greek historic film of that period. The intense political climate prevalent in the years following the overthrow of junta directly affected, as it was natural to happen, the historic film and resulted to a "counter attack", occasionally out of bounds, of the politically militant film makers. In the 1980s the political-historic film gradually loses ground and is succeeded by more anthropocentric films which approach history in a less schematic or dogmatic way. The relation Greek cinema has with ancient literature has not been especially fruitful. Apart from the three pre-World-War II atttempts to make films with an ancient Greek tragic and pastoral repertory (two "Prometheus Bound" in the late 1920s by Gaziadis Brothers and D. Meravidis, respectively, films which were based on the staging of the play by Sikelianos during the Delfi Festival and "Daphnis and Chloe" in 1931 by Orestes Laskos on Loggos' script) no others can be mentioned on similar subjects. Only in 1961 G. Tzavellas shoots a film on Sophocles' "Antigone", while two films on "Electra" - the one based on Sophocles' and the other on Euripides' play - follow, directed by Ted Zarpas (a mere filming of the National Theater's performance in Epidaurus) and M. Kakoghiannis, respectively. There after, antiquity will be represented in the movies either by "historic" anniversary films and adaptations of tragic plays during the years of the military dictatorship (e.g., "Hippocrates and Democracy") or by experimental films inspired by the ancient Greek world [e.g., "Prometheus se Theftero Prosopo» (= Prometheus in Second Person) in 1974 by K. Ferris, "Diadikasia" (= Procedure) in 1975 by D. Theos. In 1977 M. Kakoghiannis returns to the sphere of ancient tragedy directing "lphigeneia in Aulis".

The case of Pasolini Nikos Xenios

Both in his writings and in his films P.P. Pasolini revives antiquity, approached and interpreted, however, through his personal, Marxist world image, which is essentially different from the narrative form of Hollywood and Cineccita. The major classical works that have attracted his attention, intellect and creativity are "Oedipus the King", "Oresteia" and "Medea", not to mention his interest in the phiiosophic-biosofic content and message of Christianity.

The archaeological investigation of sewage duct works in the city of Rhodes. Surprises and questions Eryfilli Kaninia

The rescue archaeological investigations during the opening of the trenches for the installation of the city of Rhodes main sewage duct brought to light important new finds. During the rescue excavation in the trench on Demetriou Anastasiadi street, some cist graves, caskets as well as two chamber tombs were investigated. They belong to the eastern sector of the urban neckropoleis extending to the south-east of the Hellenistic wall; an exquisite gold olive wreath was found in a small cist grave belonging to the 4th century BC. Approximately two kilometres south of the Karakonero funerary emplacements, on the western side of the road to Kallithea, a rectangular rock-hewn courtyard approached by steps of a Late Hellenistic funerary monument was researched; many grave members were collected bearing rich inscriptional evidence for the family of ΜΕΛΩΝΟΣ ΑΡΙΣTOKPITOY ΝΕΤΤΙΔΑ. In 1986, seven hundred metres to the west of the outlet of the main sewage duct at Cape Vodi (about five kilometres away from the city of Rhodes), pieces of a Late Hellenistic relief composition were found.The lower part of this composition was found in situ forming part of the southern of two parallel flanking walls which have not as yet been fully investigated. The composition has been worked on in three adjoining marble slabs and depicts a central frontal figure of a hero-warrior holding his sword and standing in front of his horse between two servant boys. The upper part of the composition, which would have been worked on one or more separate slabs, is missing. The above composition dates from the 1st century BC. Two years later, in 1988, three pieces of a large grave stele were found buried under a huge accumulation of earth a few metres away from the site where the Late Hellenistic composition had been discovered. The stele can be said to date from the first half of the 5th century BC. It depicts a young boy offering a rooster to a young man in a fine scene of tender allegory. The rescue excavations during the construction of the city of Rhodes' main sewage ducts required close cooperation between the Archaeological Service and the Local Administrative Authority responsible for the project.

A twin burial monument. A contribution to the study of a Rhodian necropolis Antonis Mastrapas

The article is based on the results of a rescue excavation at the modern city quarters of Rhodes island and aims to present the archaeological data of a burial monument located in a necropolis of the ancient city of Rhodes. The research conclusions have contributed to our knowledge of burial architecture and customs and to the reconstruction and appreciation of the social canvas of the island in general.

The prevailing concepts of man in Hellenism and Christianity Antonis Paparizos

Societies are structured and formed through the cosmotheoretical image of what they really represent. The nucleus of the concept of this representation is man himself. In the autonomous ancient Greek city man is a free citizen.In the universal Christian society he is a Christian subject and a bondman; while in a free, contemporary, national society he is a continuously emerging and self-created human being.

Houses of special interest in Kifissia of the «belle epoque» Eleni Papandreou

The old prestige of the city of Athens was revived when the city became the capital of the modern Greek state. The installation of Otto' s reign in Greece had as a natural aftermath the introduction of the then contemporary notions and concepts of German architecture to the country; therefore, the "neoclassical" style appears to prevail both in public as well as in private buildings. However, by the end of the nineteenth century the wealthy Greeks of the Diaspora, such as Sygros, Papoudoff, Negrepondis, Averoff and others, return to their fatherland bringing along not only their wealth, but also their refined Europeanized mentality and education, which was going to affect greatly the general attitude of the upper-class Athenian society. The spirit of Maeecenas, the benefactor, which becomes predominant, finds its most authentic expression in a series of manors and villas, not inferior to European ones. The plutocratic social segment of Athens warmly adopts the notion of the suburban, "romantic" in style villa as it attempts to be released from the restraints of classical architecture. These villas that appear mainly in the Athenian suburbs become progressively the exclusive private buildings of Kifissia, because their romantic air was perfectly suited to the purely rural character of the surburb which was also easily accessible by train. One of the typical stylistic features of these villas is the obvious dependence of their form on the rural architecture of central Europe. Thus, both a unique suburb - a "museum" of the most eccentric and ostentatious specimens - and a unique architecture - extremely picturesque and daring - were created in the outskirts of Athens. The typology of these villas sought to adapt a picturesque and romantic architectural style compatible with the Greek landscape and avoiding social symbolism or implications. In this determinative yet vague framework many architects tried to combine harmoniously a variety of styles. Ernst Ziller among then also follows this objective in the model that Hansen created for the villas of his upper class Viennesse clientele. The representative stylistic examples of the Kifissia villas exhibit a more or less similar treatment of architectural composition and a wide variety of formation elements, which are often so heterogeneous as to make their stylistic classification extremely difficult if not impossible. Apart from the few "neoclassical" specimens, a broad range of styles and variations appear: "art nouveau", "wood carved", "rustic"; degenerated or exact applications of Victorian architectural "fantasies" with Middle-Age turrets ant ramparts. These styles and variations either form a random conglomeration οr a successful novelty, depending on the architect's genius and ability. The Kifissia villas are undoubtedly products of a transitional period, which is characterized by an ideological inconsistency and lack of orientation, by a rearrangement of the aesthetic values and by the superficial adoption and adaptation of international architectural models. These manors although cannot be considered as typical examples of Greek tradition, nevertheless they are characteristic of a specific phase of our recent history.

Modern architecture and restoration problems Andreas Giakoumakatos

The issue of restoration or of the reconstruction of works of architectural tradition lately is being reconsidered. Due to a continuously developing historic and cultural awareness, it is being approached beyond the "traditional" way. Until recently a "reconstruction" was, almost exclusively, limited to a restoring or reconstructing intervention upon the architecture of monuments of buildings that have a significant artistic value. The major aim of this intervention was to handle effectively the critical structural deficiencies caused either by time or destructive natural phenomena (earthquakes, etc.). However, in the 1980s the need for an effective approach to the problems concerning the restoration of important works of architecture of the 20th century became quite urgent. These problems, needless to say, are much more complex and difficult to solve than they originally appear to be.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Η Ελληνική Πλαστική (VI) Σταυρούλα Ασημακοπούλου

Νεαρός ιππέας (τζόκεϊ), 240-200 π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Η ελληνιστική εποχή (336-31 π.Χ.) προβάλλει τον τρισδιάστατο χώρο και την έκρηξη των συναισθημάτων. Τα πορτρέτα εκφράζουν τον έντονο ατομικισμό, τα συμπλέγματα διηγούνται μια ιστορία. Παρά τις έντονες αλληλεπιδράσεις, διακρίνονται η αλεξανδρινή σχολή, η περγαμηνή και η σχολή της κυρίως Ελλάδας. Στην πρώιμη ελληνιστική περίοδο (300-230 π.Χ.) επικρατούν η σχολή του Πραξιτέλη (αττική) και του Λύσιππου (πελοποννησιακή). Στη μέση ελληνιστική περίοδο (230-150 π.Χ.) διακρίνεται το στυλ «μπαρόκ», που εκφράζει η Πέργαμος με τα γλυπτά της ζωφόρου στο Βωμό του Διός Σωτήρος, και το στυλ «ροκοκό» που αντλεί από την πραξιτέλεια παράδοση. Στην ύστερη ελληνιστική εποχή (150-31 π.Χ.), ένας ακαδημαϊκός κλασικισμός συμβιώνει με μορφές που αναπτύσσονται τολμηρά και στις τρεις διαστάσεις του χώρου.

Τεύχος 38, Μάρτιος 1991 No. of pages: 106
Κύριο Θέμα: Μουσείο Kυκλαδικής Τέχνης: Οι εκπαιδευτικές μουσειοσκευές Μαρίνα Πλατή

Αρχαία ελληνικά αγγεία στη μουσειοσκευή του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Οι τέσσερις μουσειοσκευές του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης καλύπτουν τα εξής θέματα: «Κυκλαδικός πολιτισμός». Εκτός από το έντυπο ενημερωτικό υλικό, η μουσειοσκευή περιέχει πέντε αντίγραφα των αντιπροσωπευτικότερων ειδωλίων και άλλα πέντε των κυριότερων σκευών, τις πρώτες ύλες στις Κυκλάδες της 3ης χιλιετίας (φύλλο χαλκού, μάρμαρο, οψιδιανό, ελαφρόπετρα και σμύριδα) και αντίγραφα χάλκινων εργαλείων. «Το παιχνίδι στην αρχαία Ελλάδα». Στόχος αυτής της μουσειοσκευής είναι να μάθουν τα παιδιά τις ρίζες και την εξέλιξη διάφορων παιχνιδιών, την αρχαία ονομασία τους, με ποιο όνομα επιβίωσαν στα χρόνια μας, τους κανόνες τους κ.ά. Τα παιδιά μπορούν να περιεργαστούν τα υλικά των παιχνιδιών της μουσειοσκευής και να παίξουν πλειστοβολίνδα («βεζίρης»), ψηλαφίνδα (τυφλόμυγα) κ.ά. παιχνίδια που περιγράφονται στο ενημερωτικό έντυπο. «Η αρχαία ελληνική ενδυμασία». Η μουσειοσκευή αυτή δημιουργήθηκε σε συνεργασία με το Κέντρο Μελετών Ακροπόλεως (βλ. σ. 17-19) «Αρχαία ελληνικά αγγεία». Η μουσειοσκευή απευθύνεται κυρίως σε μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου και έχει οργανωθεί σε τέσσερις ενότητες: Μια σειρά από πήλινα άβαφα αντίγραφα αγγείων για να τα περιεργαστούν τα παιδιά. Ενημερωτικό υλικό που αναφέρεται στα στάδια κατασκευής ενός αγγείου, στην εξέλιξη των κεραμικών ρυθμών από τον 10ο ως και τον 5ο αιώνα π.Χ. και στην κατάταξη των βασικών σχημάτων των αγγείων ανάλογα με τη χρήση τους. Μικρή φωτογραφική έκθεση και μια σειρά εκπαιδευτικών παιχνιδιών.

Α’ Εφορεία Προϊστορικών και Kλασικών Aρχαιοτήτων: Οι εκπαιδευτικές μουσειοσκευές Κορνηλία Χατζηασλάνη

Μουσειοσκευή της Μικρής Ζωφόρου «Η Ζωφόρος του Παρθενώνος». Στη μουσειοσκευή, η ζωφόρος διαιρέθηκε σε τμήματα σύμφωνα με τις θεματικές ενότητες των τεσσάρων πλευρών της (ιππείς, άρματα, πομπή της θυσίας, θεοί). Περιέχεται το κάθε αντίγραφο τμήματος της ζωφόρου με τη φωτογραφία του, ενώ η δυτική ζωφόρος έχει αναλυθεί σε μεμονωμένους λίθους, ο ένας χρωματισμένος για να θυμίζει την αρχική μορφή. Την πραγματική κλίμακα δίνει μικρό κεφάλι της Ίριδας. Οι μαθητές θα κληθούν να συνθέσουν με τα αντίγραφα τις πλευρές της ζωφόρου και θα γνωρίσουν την πρώτη ύλη δουλεύοντας με αρχαία εργαλεία σε ένα κομμάτι μάρμαρο. «Η Δυτική Ζωφόρος του Παρθενώνα». Τα εκμαγεία από το δυτικό τμήμα της ζωφόρου συνοδεύονται από τις πλαστικοποιημένες φωτογραφίες των άλλων τμημάτων στην ίδια κλίμακα. Υπάρχουν πάντα οι πρώτες ύλες, λίθος με χρωματική απόδοση και μικρό κεφάλι εφήβου σε πραγματική κλίμακα. Μήτρες από πλαστικό επιτρέπουν στους μαθητές να φτιάξουν το εκμαγείο ενός λίθου ή να συνθέσουν μια πλευρά ή και ολόκληρη τη ζωφόρο. «Το Ιερό της Ακροπόλεως». Η μουσειοσκευή αποτελείται από δύο μέρη: α) αντίγραφο του Βράχου με τα επίπεδα που διαμορφώθηκαν τον 5ο αιώνα για να υποδεχτούν τις βάσεις των κτηρίων και β) τις μακέτες κτηρίων, βωμών, αναθημάτων κ.λπ. Τα παιδιά μπορούν να τοποθετήσουν τα δικά τους αναθήματα, να εξοικειωθούν με την τοπογραφία της Ακρόπολης και, με ειδική χειροτεχνία (χάρτινοι προσκυνητές, πεζοί, ιππείς, βόδια για τη θυσία), να αναπαραστήσουν την πομπή των Παναθηναίων. «Λιθοξοϊκή». Η μουσειοσκευή έχει δύο επίπεδα: Στο ανώτερο τοποθετούνται ο πήχυς, η γωνία, το κουμπάσο (διαβήτης) και το μολύβι. Στο κατώτερο, μαζί με δύο μαντρακάδες (σφυριά της λιθοτεχνίας) και προστατευτικά γυαλιά, έχει προσαρμοστεί ένα κομμάτι μάρμαρο (που πάνω του έχουν λαξευτεί διαδοχικά ίχνη εργαλείων) και έχουν τοποθετηθεί τα αντίστοιχα εργαλεία. Στα παιδιά δίνεται η ευκαιρία, κάνοντας πρακτική εφαρμογή σε μάρμαρα και έχοντας παρατηρήσει τα εργαλεία της μουσειοσκευής και τα ίχνη του καθενός, να μάθουν να αναγνωρίζουν τα ίχνη αυτά πάνω σε αρχαία μάρμαρα. «Αρχαία Ελληνική Ενδυμασία». Η μουσειοσκευή, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, περιέχει ενημερωτικό υλικό, τις πρώτες ύλες και τους πιο αντιπροσωπευτικούς τύπους της αρχαίας ελληνικής ενδυμασίας, που τα παιδιά μπορούν να αναγνωρίσουν σε αγγεία και γλυπτά από τον 6ο ως τον 4ο αιώνα π.Χ. Ο καλύτερος τρόπος για να μάθουν τα παιδιά να ξεχωρίζουν τις ενδυμασίες είναι να ντυθούν τα ίδια. Στη μουσειοσκευή περιέχονται πέπλος, χιτών, ιμάτιο, χλαμύς και εξωμίς. Διάφορα εξαρτήματα συνοδεύουν τα ρούχα, όπως περόνες, κουμπιά, υποδήματα κ.ά. «Αρχαία Ελληνικά Μουσικά Όργανα». Η μουσειοσκευή περιλαμβάνει: μια αφίσα του Γ. Πολύζου με την κιθάρα, υλικό για τον εκπαιδευτικό με διαφάνειες, βιβλία, προτάσεις για χειροτεχνίες και την κασέτα με τη μελέτη του Gregorio Paniagua με τη μουσική της Αρχαίας Ελλάδας. Σε ειδικές θήκες έχουν τοποθετηθεί τα εξής μουσικά όργανα: βάρβιτος, σάλπιγγα, λύρα, δύο σύριγγες του Πανός, κύμβαλα, κέρας, τύμπανο, δύο ζευγάρια κρόταλα και οι αυλοί με τη φορβειά. Δημοσιεύεται το σύνολο του εποπτικού υλικού που το Μουσείο Ακροπόλεως έχει συντάξει ειδικά για τους εκπαιδευτικούς.

Μουσείο Μπενάκη: Οι εκπαιδευτικές μουσειοσκευές Μάρια Διαμάντη, Καλυψώ Mιλάνου και άλλοι

Το κασελάκι του αγιογράφου. Η μουσειοσκευή «Οι ελληνικοί παραδοσιακοί κεφαλόδεσμοι» απευθύνεται σε παιδιά 8-12 χρονών. Στον εκπαιδευτικό παρέχει οδηγίες, βιβλία και άρθρα για την παραδοσιακή ενδυμασία. Στα παιδιά προσφέρονται διαφάνειες με επεξηγηματικό κείμενο, αφίσες με κεφαλόδεσμους, μεγάλη ασπρόμαυρη φωτοτυπία αθηναϊκού κεφαλόδεσμου για να τη χρωματίσουν και να την κρατήσουν, δείγματα κεφαλόδεσμων μεταγραμμένα σε οικεία στα παιδιά υλικά (χαρτόνι, κόλες γλασέ, χαρτί γκοφρέ, ύφασμα, κ.ά.) που συνοδεύονται από ενημερωτικές καρτέλες και οδηγίες κατασκευής, δύο κεφάλια από κούκλες για να δοκιμάσουν πάνω τους τους κεφαλόδεσμους. Την αναβίωση της εποχής ενισχύει κασέτα με παραδοσιακά τραγούδια. Η χειροτεχνική φάση έχει εύκολα και δύσκολα στάδια: Να ζωγραφίσουν ένα κεφαλόδεσμο ή να τον κατασκευάσουν; Να ζωγραφίσουν μια ολόκληρη φορεσιά ή να διαλέξουν ένα μοτίβο από ένα υφαντό μαντίλι και να το κεντήσουν σε σελιδοδείκτη; Μήπως να το ζωγραφίσουν πάνω σε τζάμι ή σε πλακάκι; «Το κασελάκι του αγιογράφου» απευθύνεται σε μαθητές του Γυμνασίου και του Λυκείου. Είναι εξοπλισμένο με εργαλεία και υλικά αγιογραφίας από το 15ο και το 16ο αιώνα, από τότε δηλαδή που οι κρητικοί ζωγράφοι ξαναζωντανεύουν την παράδοση της κωνσταντινουπολίτικης αγιογραφίας. Διαφάνειες επιτρέπουν τη σύγκριση της οργάνωσης και των υλικών ζωγραφικής ενός κρητικού εργαστηρίου με αντίστοιχα εργαστήρια στην Ιταλία και τις Κάτω Χώρες. Τα υλικά, που ακολουθούν τα στάδια της ζωγραφικής, είναι η ξυλεία, η ζωική κόλλα (που προερχόταν και από την επεξεργασία μουσούδας τράγου), το ύφασμα, ο νεκρός γύψος, ο κρόκος του αβγού, τα χρώματα, ο χρυσός και το βερνίκι. Η τεχνική δεν είναι απλή. Για την αποτύπωση του σχεδίου χρησιμοποιούνταν τα «ανθίβολα», «νύχι» από αχάτη ολοκλήρωνε το στίλβωμα του χρυσώματος. Το «κασελάκι» εναποθέτει στα χέρια του καθηγητή ένα κείμενο και διαφάνειες για τα εργαστήρια, τα υλικά και την τεχνική της αγιογραφίας. Στα παιδιά προσφέρει τα υλικά σε μπουκαλάκια και βάζα, τα εργαλεία (πινέλα, «νύχι», γουδί, αχιβάδες κ.λπ.) και, τέλος, το ανθίβολο και μια εικόνα σε πέντε διαδοχικά στάδια κατασκευής. Η μουσειοσκευή «Τα λαϊκά παιχνίδια», που βασίζεται στην προσωπική συλλογή της Μαρίας Αργυριάδη, απευθύνεται σε παιδιά του Δημοτικού και περιέχει αυθεντικά παλιά παιχνίδια πλάι στις διαφάνειες και τα επεξηγηματικά κείμενα. Στα λαϊκά παιχνίδια περιλαμβάνονται η κουδουνίστρα, τα ζώα (πάνινα, πήλινα, ξύλινα), η κούκλα των κοριτσιών. Εδώ επιβάλλεται μια παρένθεση: γύρω στα τρία της, το κορίτσι του χωριού αποκτούσε από τη μητέρα της την πρώτη του, πάνινη, «κουτσούνα». Γύρω στα 8 με 12, το κορίτσι έπαιρνε από τον πατέρα του μια ξύλινη κουτσούνα ντυμένη με αστική φορεσιά. Στην εφηβεία, το κορίτσι αποκτούσε μια κούκλα με νυφική φορεσιά που θα συνόδευε τα προικιά της και δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ. Το τόπι, «σφαίρα» στην αρχαιότητα, ήταν αρχικά κοριτσίστικο παιχνίδι, όπως και τα κότσια, οι «αστράγαλοι». Στην αρχαιότητα υπήρχαν δύο ειδών κούνιες, η «σφενδόνη» και το «πέταυρον». Το γιο-γιο είναι ένα λαϊκό πανηγυριώτικο παιχνίδι. Αγορίστικα παιχνίδια είναι η ροκάνα, οι κατασκευές αντικειμένων (αμάξια, καραβάκια, κ.λπ.) και οι σφυρίχτρες, ήδη γνωστές στην Αίγυπτο τουλάχιστον από τον 10ο αιώνα π.Χ.

Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών: εκπαιδευτικά προγράμματα και υλικό Όλγα Γκράτζιου

Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών. Πέρα από τις τρεις εκπαιδευτικές εκδηλώσεις με τη μορφή ανοιχτής ημέρας του Μουσείου (1989-1991), το Βυζαντινό Μουσείο, χάρη στα εκπαιδευτικά προγράμματα που εγκαινίασε το 1988, έχει συγκεντρώσει τον πυρήνα μιας μελλοντικής μουσειοσκευής. Ο μεγάλος αριθμός μαθητών που επισκέπτονται το Μουσείο υπέδειξε την ανάγκη προετοιμασίας των συνοδών εκπαιδευτικών. Το εκπαιδευτικό υλικό που ετοιμάστηκε περιλαμβάνει 10λεπτη βιντεοκασέτα για τον βυζαντινό πολιτισμό και έξι φυλλάδια για τη βυζαντινή τέχνη. Στη διάρκεια της επίσκεψης, τα παιδιά μπορούν να παρατηρήσουν εννέα διαδοχικές φάσεις κατασκευής μιας εικόνας. Στο Πωλητήριο διατίθενται τέσσερα παζλ με μια εικόνα του Μουσείου και με ψηφιδωτά του Δαφνιού.

Νομισματικό Μουσείο: εκπαιδευτικά προγράμματα και υλικό Μίνα Γαλάνη-Κρίκου

Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα στο Νομισματικό Μουσείο. Το Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα του Νομισματικού Μουσείου απευθύνεται στις δύο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού και τις δύο πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Πριν από την επίσκεψη, αποστέλλεται στον εκπαιδευτικό «Ενημερωτικός Φάκελος» με: α) ενημερωτικό φυλλάδιο, β) ανάτυπο άρθρου που παρουσιάζει τη φιλοσοφία του Προγράμματος και περιγράφει τη δραστηριότητα των παιδιών στο Μουσείο, γ) Πληροφορίες και οδηγίες για το παιχνίδι «Το Κυνήγι του Θησαυρού» και δ) Το βασικό Φυλλάδιο του Εκπαιδευτικού Προγράμματος που κατευθύνει τους μαθητές πάνω από τις προθήκες. Τις μοναχικές επισκέψεις του εκπαιδευτικού με την τάξη του διευκολύνουν η διάθεση του βασικού Φυλλαδίου από άλλα μουσεία και το πρόγραμμα του Νομισματικού Μουσείου «Ενημέρωση των Εκπαιδευτικών».

Κέντρο εκπαιδευτικών προγραμμάτων του YΠΠO: εκπαιδευτικά προγράμματα και υλικό Κέντρο εκπαιδευτικών προγραμμάτων YΠΠO

Χώρος του κτιρίου στο οποίο στεγάζεται το Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και Επικοινωνίας του ΥΠΠΟ. «Η Γέννηση της Γραφής» και «Ο Δημόσιος Βίος στην Αρχαία Αθήνα» είναι τα δύο εκπαιδευτικά προγράμματα που το Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του ΥΠΠΟ απευθύνει σε παιδιά από την Δ΄ Δημοτικού ως την Γ΄ Λυκείου. Και στα δύο, ειδικευμένοι εκπαιδευτές εξοικειώνουν τα παιδιά με το αντικείμενο με τη βοήθεια εποπτικού υλικού και οπτικοακουστικών μέσων. Η πρακτική εφαρμογή έχει μορφή παιχνιδιού. Άλλα παιδιά γράφουν στα ιερογλυφικά, στη σφηνοειδή, στη Γραμμική Β και άλλα αναπαριστούν στην Αρχαία Αγορά τους Ηλιαστές, την Εκκλησία του Δήμου, τους Μετρονόμους, χρησιμοποιώντας αντίγραφα αντικειμένων που είδαν στο Μουσείο της Στοάς του Αττάλου. Πλούσια ενημερωτικά φυλλάδια χορηγούνται στους εκπαιδευτικούς.

Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης: Οι φορητές εκπαιδευτικές μονάδες Ευρυδίκη Αντζουλάτου-Ρετσίλα

Του Μουσείου τα μιλήματα» (Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, 1990). Δύο τύπους μικρών ειδικών αποσκευών έχει δημιουργήσει το Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης: «Το μπαουλάκι της Πανδώρας», διακοσμημένο εξωτερικά από τον λαϊκό ζωγράφο Γιώργο Σαββίδη, επιδιώκει, με το όνομά του, να διεγείρει την περιέργεια για το περιεχόμενό του. Τα αντικείμενα που κρύβει, κατάλληλα επιλεγμένα, προέρχονται από τις συλλογές του Μουσείου. Καθώς το κοινό του προγράμματος ποικίλλει (μαθητές κάθε ηλικίας, ενήλικες, άτομα με ειδικές ανάγκες), τα μουσειακά αντικείμενα προσαρμόζονται και το μπαουλάκι εμπλουτίζεται αναλόγως. Πάντοτε όμως, η εκπαιδευτική διαδικασία αποσκοπεί στην ενεργό συμμετοχή του κοινού που καλείται να εκφράσει στο τέλος τις εντυπώσεις του με λόγο, με σχέδιο, με κίνηση. Η αποσκευή «Του Μουσείου τα Μιλήματα» δημιουργήθηκε για να προετοιμάσει την επίσκεψη των σχολικών ομάδων. Ο εκπαιδευτικός δανείζεται την αποσκευή και τη χρησιμοποιεί στην τάξη. Κεντρικό στοιχείο του περιεχομένου της είναι μια σειρά από διαφάνειες με έργα από τις συλλογές του Μουσείου. Συνοδεύονται από κασέτα με επεξηγηματικό σχολιασμό σε απλό και άμεσο προφορικό λόγο. Η αμεσότητα του λόγου στηρίζεται στη σκέψη ότι «το Μουσείο έρχεται και μιλά μέσα στην τάξη», σκέψη που έδωσε στην αποσκευή το όνομά της. Η αποσκευή περιέχει επίσης: μικρογραφίες χαρακτηριστικών αντικειμένων, πλήρη σειρά εκδόσεων του Μουσείου, μαγνητοσκοπημένη ξενάγηση στο Μουσείο και μια σειρά ενημερωτικά έντυπα για τον εκπαιδευτικό, ανάμεσά τους και κατάλογο λαογραφικών ταινιών που προβάλλονται στο Μουσείο.

Κοινοτικό Τοπικό Μουσείο στις Mηλιές Πηλίου: Μουσειοσκευές για τη ζωή στο χωριό Ελένη-Φαίη Σταμάτη

Η μουσειοσκευή για το επάγγελμα του πεταλωτή από τις Μηλιές Πηλίου Το Κοινοτικό Μουσείο στις Μηλιές ετοίμασε για τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού μια σειρά από μουσειοσκευές με γενικό θέμα «Η ζωή σε ένα χωριό του Πηλίου». Η πρώτη μουσειοσκευή για το επάγγελμα του σαμαρά, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων όλα τα απαραίτητα εργαλεία και υλικά για να κατασκευάσει κανείς ένα σαμάρι, αποδείχθηκε βαριά και δύσχρηστη. Αντικαταστάθηκε από μικρότερες μουσειοσκευές για τα εξής επιμέρους θέματα: «Η καλλιέργεια της ελιάς», «Το σπιτικό καρβέλι», «Το πετάλωμα», «Το πηλιορείτικο αρχοντικό», «Ο πηλιορείτικος γάμος», «Από το μαλλί στο υφαντό». Καθεμιά τους περιλαμβάνει πληροφοριακό κείμενο για τον εκπαιδευτικό και φυλλάδιο για τα παιδιά, διαφάνειες, φωτογραφίες, παιχνίδι, χειροτεχνία κ.ά.

Παιδικό Mουσείο: εκπαιδευτικά προγράμματα και υλικό Ελένη Γερουλάνου, Σοφία Ρωκ-Μελά

Με ένα διαβατήριο τα παιδιά του Παιδικού Μουσείου ταξιδεύουν στο χρόνο μέσα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Με εκπαιδευτικά προγράμματα και υλικό, το Παιδικό Μουσείο απευθύνεται στα παιδιά του Δημοτικού και τους δασκάλους τους για να τους ευαισθητοποιήσει στις ειδικές μεθόδους διδασκαλίας στα Μουσεία. Από τα τρία προγράμματα, το «Ταξίδι στο χρόνο» και «Οι δώδεκα θεοί» αφορούν την αρχαία Ελλάδα και «Η Ελληνική Επανάσταση στο Μουσείο» τη νεότερη ιστορία. Στους δασκάλους παρέχεται υλικό που θα τους βοηθήσει να προετοιμάσουν τους μαθητές για τα εξής μουσεία: Βοτανικό, Βυζαντινό και Χριστιανικό, Δημοτική Πινακοθήκη, Εθνικό Αρχαιολογικό, Εθνικό Ιστορικό, Πολεμικό, Κέντρο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης Δήμου Αθηναίων, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Μουσείο και Κέντρο Μελέτης Ελληνικού Θεάτρου, Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Βορρέ.

Εκπαιδευτικό πρόγραμμα στον Εθνικό Κήπο Τέτη Χατζηνικολάου

Ο χάρτης του Εθνικού Κήπου παρουσιάζει τα ενδιαφέροντα σημεία του και επισημαίνει τις σημαντικές χρονιές της ζωής του. Το πρόγραμμα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στον Εθνικό Κήπο παρουσιάστηκε τον Απρίλιο του 1988. Για τη δημιουργία του συνεργάστηκαν το Ελληνικό Τμήμα του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM) και η Επιτροπή Δημοσίων Κήπων και Δενδροστοιχιών. Εκπαιδευτικό φυλλάδιο για παιδιά ηλικίας 7-11 ετών συμπληρώνει το ειδικό έντυπο για τους εκπαιδευτικούς. Το έντυπο έχει στη μία όψη του έγχρωμο χάρτη του Κήπου με σημειωμένα όλα τα ενδιαφέροντα σημεία του και, στο περιθώριο, πληροφορίες και χρονολογίες. Η άλλη όψη διηγείται την ιστορία του Κήπου, μιλάει για τα φυτά και τα ζώα του και περιγράφει τις φροντίδες που δέχεται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Σύλλογος για την προστασία της θαλάσσιας χελώνας: Μουσειοσκευή Άννα Κρεμέζη-Μαργαριτούλη

Πανώ φωτογραφικής έκθεσης με λεζάντες για τη βιολογία της χελώνας. Το Πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης Μαθητών επιδιώκει να δημιουργήσει οικολογική συνείδηση στα παιδιά προβάλλοντας το παράδειγμα ενός πανάρχαιου ερπετού που κινδυνεύει από εξαφάνιση στη σύγχρονη εποχή. Για να ανταποκριθεί στις πολλές αιτήσεις για ενημέρωση, συχνά από απομακρυσμένες περιοχές, ο Σύλλογος δημιούργησε τη «Βαλίτσα της Χελώνας», που υλοποιήθηκε με την ενίσχυση της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς και του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η βαλίτσα διατίθεται σε τέσσερα επίπεδα, ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα, και περιέχει 14 αντικείμενα: έκθεση φωτογραφίας και έντυπου υλικού, τη βιντεοταινία «Caretta», διαφάνειες, ερωτηματολόγιο, οδηγίες για τους εκπαιδευτικούς, δώρα κ.ά. Παρατίθεται κατάλογος των εκδόσεων για παιδιά στο Πωλητήριο του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας.

Βυζάντιο και Kίνα: Ο θαλάσσιος δρόμος του μεταξιού Γιάννης Ρούσκας

Κινεζική γιόνκα στο Quanzhou σήμερα. Το όραμα του Αλέξανδρου κληροδότησε τρεις δρόμους για τη σύνδεση της Ανατολής με τη Μεσόγειο. Ο βόρειος περνούσε από τη Βακτριανή, την Κασπία και τη Μαύρη θάλασσα. Ο κεντρικός ένωνε τις Ινδίες με τον Περσικό διαμέσου του Τίγρη στη Σελεύκεια. Από εκεί, διά ξηράς, τα εμπορεύματα έφταναν στην Αντιόχεια και την Έφεσο. Ο νότιος δρόμος από τις Ινδίες, μέσω της Αραβικής χερσονήσου και της Ερυθράς θάλασσας, κατέληγε στο λιμάνι των Πτολεμαίων Βερενίκη. Την έκφραση «Δρόμοι του μεταξιού» εγκαινίασε τον 19ο αιώνα ο γερμανός γεωγράφος Ferdinand von Richthofen, επειδή το πολυτιμότερο αγαθό, που την παραγωγή του η Κίνα κρατούσε μυστική, ήταν το μετάξι. Από τις εξαγωγές πορσελάνης και κεραμικών της Κίνας, ο δρόμος του μεταξιού ονομάστηκε και «porcelain» ή «ceramic road», ενώ το όνομα «spice road» οφείλεται στη μεγάλη διακίνηση μπαχαρικών προς την Κίνα. Ήδη από τον 1ο αιώνα π.Χ., οι κίνδυνοι στους χερσαίους δρόμους έστρεψαν το εμπόριο προς τη θάλασσα. Ο Ινδικός ωκεανός έγινε ένας θαλάσσιος διάδρομος που ένωνε τον ρωμαϊκό κόσμο με τα λιμάνια της Ινδίας και τα παράλια της Κίνας. Οι θαλάσσιοι δρόμοι επωφελήθηκαν όχι μόνο από το έργο των γεωγράφων αλλά και από τις μελέτες του Ίππαλου για τους μουσώνες. Αξιοποιώντας τους μουσώνες, τα πλοία με κατεύθυνση την Ανατολή διέσχιζαν τον Ινδικό την άνοιξη και, φορτωμένα με τα προϊόντα της, έκαναν το αντίστροφο ταξίδι το χειμώνα. Το εμπόριο με την Κίνα είχαν στα χέρια τους οι μεγαλέμποροι της Αλεξάνδρειας, κυρίως Έλληνες, και οι Σύροι στα λιμάνια τους. Με την άνοδο του Ισλάμ τον 7ο αιώνα, οι Άραβες έγιναν οι διαμεσολαβητές του εμπορίου της Κίνας με τη Βενετία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Ωστόσο, εξίσου σημαντική υπήρξε η παρουσία των Κινέζων. Τα πλοία τους, με το ένα και μοναδικό πρυμναίο πηδάλιο, μπορούσαν να πλέουν κόντρα στον άνεμο. Ο άνεμος ήταν η κινητήρια δύναμή τους και τα λίγα κουπιά ήταν επικουρικά. Είχαν συνήθως τέσσερις ιστούς και δυο ειδών ιστία, για ανέμους από την πρύμνη και για ανέμους από την πλώρη. Από τον 11ο αιώνα η χρήση της πυξίδας γενικεύτηκε. Οι πλοηγοί πορεύονταν με τα άστρα τη νύχτα, τον ήλιο τη μέρα και την πυξίδα στη συννεφιά. Πρωτοπόρος στην αστρονομική ναυσιπλοΐα, η Κίνα καλλιέργησε όσο κανείς την «επιδεξιότητα να σε οδηγούν τα άστρα». Στις δυναστείες Tang, Song και Yuan (7ος-14ος αιώνας μ.Χ.), από τα λιμάνια Hepu, Guangzhou (Καντώνα), Quanzhou και Yanghou, τα κινεζικά πλοία ταξιδεύουν στον Περσικό κόλπο, την Ερυθρά θάλασσα, την ανατολική Αφρική. Όπως γράφει ο Μάρκο Πόλο, που επισκέφθηκε την Κίνα το 1275 μ.Χ. και έμεινε εκεί 17 χρόνια, η κίνηση στο λιμάνι του Quanzhou ήταν 100 φορές μεγαλύτερη από την κίνηση στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Η εμβάθυνση της πολιτισμικής όσμωσης ανάμεσα στους λαούς Ανατολής και Δύσης ήταν το σημαντικό παράπλευρο όφελος που προέκυψε από τους δρόμους του μεταξιού.

Άλλα θέματα: Το στενό της Σκύλας και ο Οδυσσέας: Ερμηνευτική προσέγγιση στο κείμενο της Οδύσσειας Μενέλαος Χριστόπουλος

Η Σκύλλα και ένας κάβουρας εικονίζονται σε νόμισμα του Ακράγαντα από τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. Βοστόνη, Museum of Fine Arts. Το πέρασμα από το στενό της Σκύλλας και της Χάρυβδης είναι για τον Οδυσσέα αναγκαστικό. Αν ακολουθούσε την εναλλακτική που του εμφανίζει η Κίρκη, να περάσει ανάμεσα από τις Πλαγκτές πέτρες όπως η Αργώ, ο ήρωας του έπους θα έπρεπε να ξεπεράσει το κλέος του Ιάσονα. Ασύμβατες διαδρομές. Συμβολικά η Αργώ εγκαινιάζει τη γενιά των ποντοπόρων πλοίων. Ο Οδυσσέας χάνει το στόλο του και καταλήγει κυβερνήτης μιας σχεδίας, προτού το κύμα τον ξεβράσει ολόγυμνο στο νησί των Φαιάκων. Η Αργώ ήταν «σε όλο τον κόσμο ξακουσμένη». Το πλοίο του Οδυσσέα δεν είχε όνομα. Η Οδύσσεια όμως θα κάνει «στον κόσμο ξακουστό» τον ήρωά της. Αφηγούμενος τις περιπέτειές του, ο Οδυσσέας δανείζει τη φωνή του όταν μεταφέρει είτε αυτολεξεί τα λόγια κάποιων προσώπων είτε άλλων τα λόγια που τα άκουσε. Το θαλασσινό του ταξίδι αποκαλύπτεται εν μέρει από τα λόγια των άλλων. Ο Οδυσσέας με δικά του λόγια συμπληρώνει τα κομμάτια που λείπουν. Ήχοι, θραύσματα από φωνές, αποσπάσματα από ομιλίες η μια μέσα από την άλλη, συνθέτουν το ναυτικό ταξίδι του Οδυσσέα. Για τη Σκύλλα, πρώτα απ’ όλα μαθαίνουμε για τη φωνή της, πως είναι όμοια με θηλυκό κουτάβι που γαβγίζει. Στην κατηγορία του θηλυκού, όπως όλοι οι θανάσιμοι κίνδυνοι για τον Οδυσσέα, η Σκύλλα συνδέεται με μυθικές μορφές όπως η Λάμια, η Έμπουσα, η Έχιδνα, η Εκάτη κ.ά. Κανείς δεν μπορεί να πολεμήσει ένα τέτοιο πλάσμα, λέει η Κίρκη. Ο Όμηρος την ονομάζει «αθάνατον κακόν». Μια άλλη εκδοχή εμφανίζει τη Σκύλλα όχι αθάνατη αλλά αναστημένη. Ο πατέρας της Φόρκυς την ξαναφέρνει στη ζωή όταν την κομματιάζει ο Ηρακλής. Ο διαμελισμός της από τον Ηρακλή υπογραμμίζει το συνονθύλευμα από ζώα που συνθέτει το σώμα της Σκύλλας: όνομα και φωνή σκύλου, τρεις σειρές δόντια όπως τα σκυλόψαρα, δώδεκα πόδια και έξι λαιμοί σαν γιγάντιος πολύποδας κ.λπ. Συνδυάζοντας την εικόνα ενός μικρού σκυλιού που θηλάζει η μητέρα του με την ιδέα ενός θανάσιμου κακού, πίσω από την εικόνα αυτής της «σκύλακος νεογιλής» προβάλλει ένα τέρας με παιδική φωνή. Η μητέρα της Σκύλλας Κράταιις, που καλείται να επέμβει για να περιορίσει τις επιθέσεις της κόρης της, ενισχύει το θέμα της παιδικότητας. Έχοντας μιλήσει για την αφθαρσία της Σκύλλας, την τροφή της και την επέμβαση της μητέρας της, ο Όμηρος συνεχίζει περιγράφοντας τα βόδια και τα πρόβατα του Ήλιου που ζουν αιώνια. Στο νησί της Θρινακίας, ξαναβρίσκουμε τα θέματα της μητρότητας, της τροφής και της αθανασίας. Αυτά τα θέματα είναι και ο συνδετικός κρίκος με το επόμενο στάδιο του ταξιδιού, όταν ο Οδυσσέας θα χάσει τους συντρόφους του πριν ξαναβρεί την ατομικότητά του.

Πορτρέτα από τη νεολιθική Θεσσαλία Κώστας Γαλλής, Λάια Ορφανίδη

Πήλινο φυσιοκρατικό κεφάλι (τύπος Α1) από άγνωστη θέση της Θεσσαλίας. Πάνω από 2.500 είναι τα αδημοσίευτα νεολιθικά ειδώλια από τη Θεσσαλία, ανατολική και δυτική, ευρήματα επιφανειακών κυρίως ερευνών. Από τα εκατοντάδες κεφάλια που έχουν ήδη μελετηθεί προκύπτει μια τυπολογία βασισμένη στη μορφολογία τους: διακρίνονται τα φυσιοκρατικά (Α) και τα σχηματοποιημένα (Β). Στα σχηματοποιημένα, το κεφάλι είναι απλά ένα τριγωνικό κομμάτι πηλού ή πέτρας. Στα φυσιοκρατικά, στοιχεία του ανθρώπινου κεφαλιού αποδίδονται, έστω και υπαινικτικά. Τα φυσιοκρατικά κεφάλια είναι κυρίως πήλινα, τα σχηματοποιημένα είναι πήλινα και λίθινα. Τα πήλινα έχουν πλαστεί γύρω από κυλινδρικό, επιμήκη, πήλινο πυρήνα που πάνω του επικολλήθηκε το πρόσωπο. Χαμηλό ανάγλυφο ή εγχάραξη αποδίδουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου με έμφαση στα μάτια και τη μύτη, και τα δύο επίθετα. Μικρή, οριζόντια σχισμή ζωγραφίζει το στόμα, τα αυτιά δεν θεωρείται απαραίτητο να δηλωθούν, οι κομμώσεις ενδέχεται να είναι περίτεχνες. Εννέα τύποι ξεχωρίζουν στα φυσιοκρατικά κεφάλια (Α1-9), δύο στα σχηματοποιημένα (Β1-2). Η μελέτη αναδεικνύει την ιδιαιτερότητα των θεσσαλικών ειδωλίων στη νεολιθική Ελλάδα. Μάλιστα, η κατηγορία Α1 δεν απαντά πουθενά αλλού. Γυναίκες απεικονίζουν οι τύποι Α2 και Α3 που υπογραμμίζουν την κόμμωση. Με τον τύπο Α4 η φυσιοκρατία αγγίζει την αποκορύφωσή της. Εδώ ο ειδωλοπλάστης έχει αναπτύξει δεξιοτεχνία τέτοια που του επιτρέπει να φτιάχνει προσωπογραφίες. Οι προχωρημένες φάσεις της Μέσης Νεολιθικής φαίνεται ότι αποτελούν την αφετηρία για σχηματοποίηση. Τα κεφάλια συνεχίζουν να αποδίδονται φυσιοκρατικά αλλά η μορφή γίνεται πιο στυλιζαρισμένη. Ο ειδωλοπλάστης διακοσμεί με χρώμα και εγχαράξεις όπως στην κεραμική. Τα κεφάλια από τη Νεότερη Νεολιθική είναι πολύ σχηματοποιημένα: τραπέζια, τρίγωνα, ελλείψεις αντικαθιστούν τα προσωπικά χαρακτηριστικά.

Από την παθολογία στην αρχαιολογία του βιβλίου Κωνσταντίνος Χούλης

Κώδικας 13ου αιώνα με στάχωση από ύφασμα που φέρει κεντημένο το μονόγραμμα των Παλαιολόγων. Ρώμη, βιβλιοθήκη μονής Grottaferrata Ο όρος «παθολογία», επιβεβλημένος από το Ινστιτούτο που ίδρυσε το 1938 στη Ρώμη ο Alfonso Gallo, θεωρείται παρωχημένος. Ο διεπιστημονικός όρος «αρχαιολογία του βιβλίου» δηλώνει τη γνώση των υλικών (ξύλο των πινακίδων, προέλευση του δέρματος του καλύμματος, είδος μετάλλου για τα κλείστρα) αλλά και της τεχνικής που τα συνδυάζει για να φτιάξει τη στάχωση του βιβλίου. Αντικείμενο μελέτης της είναι κυρίως το μεσαιωνικό βιβλίο. Οι παλαιότεροι συντηρητές, αν έκριναν ότι η παλιά βιβλιοδεσία αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο για τα φύλλα με το κείμενο, την πέταγαν και την αντικαθιστούσαν με νέα, καλλιτεχνική. Η μεγαλύτερη καταστροφή παλαιών βιβλιοδεσιών έγινε μεταπολεμικά και, στην Ιταλία, οι πλημμύρες της Φλωρεντίας και της Βενετίας (1966) την επέτειναν. Την ιστορία της βιβλιοδεσίας επηρέασε το μνημειώδες τρίτομο έργο του Ιταλού De Marinis (1960) που στήριζε την καλλιτεχνική αξία μιας βιβλιοδεσίας μόνο στη διακόσμηση του καλύμματος. Εκτός όμως από τα διακοσμητικά στοιχεία του καλύμματος για τα οποία χρησιμοποιούνται στάμπες, σε συνδυασμό με φύλλα χρυσού στη Δύση, ιστορική αξία έχουν μεταξύ άλλων: ο τρόπος ραφής των τετραδίων, οι αποστάσεις μεταξύ των σημείων ραφής, το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα πιθανά νεύρα και, το βασικότερο, ο τρόπος με τον οποίο στηρίζονται οι ξύλινες (αργότερα χαρτονένιες) πινακίδες στο σώμα του βιβλίου. Οι επεμβάσεις αποκατάστασης της βιβλιοδεσίας σήμερα περιορίζονται στο ελάχιστο. Η αλλαγή προσέγγισης αντικατοπτρίζεται στα δύο μεγάλα προγράμματα, στη Γαλλία και την Ιταλία, για την καταγραφή και αρχειοθέτηση των δομικών στοιχείων των μεσαιωνικών βιβλιοδεσιών που φυλάσσονται σε μουσεία και σε βιβλιοθήκες, κρατικές και εκκλησιαστικές.

Θεσσαλικά χερνιβόξεστα και σαλτσερά των τελευταίων βυζαντινών αιώνων Γιώργος Γουργιώτης

Θεσσαλικός επιχύτης για το πλύσιμο των χεριών, Λαογραφικό Μουσείο Λαρίσης. Καθώς έτρωγαν με το χέρι, πριν το φαγητό οι Βυζαντινοί νίβονταν ή χειρονίβονταν χρησιμοποιώντας ένα χρηστικό σύστημα δύο σκευών, το «χερνιβόξεστο». Το ένα σκεύος ήταν το «χέρνιβο», η λεκάνη που δεχόταν τα απόνερα, και το άλλο ο «επιχύτης», το δοχείο με το νερό. Η μορφή του χέρνιβου δεν μας είναι γνωστή. Κεραμικά αγγεία διαφόρου χωρητικότητας, οι επιχύτες από τον θεσσαλικό χώρο έχουν σφαιρικό ή κυλινδρικό σώμα, επίπεδη βάση, εκροή με κλίση προς τα επάνω, ταινιοειδές χερούλι. Είναι πάντα ακόσμητοι, με καστανοκίτρινη ή καστανοπράσινη εφυάλωση. Ένα δεύτερο οικιακό σκεύος είναι επιτραπέζιο. Γνωρίζουμε ότι οι Βυζαντινοί περιχύναν το φαγητό τους με κάποια ζεστή σάλτσα που χρειαζόταν ένα ειδικό σκεύος για την εναπόθεσή της. Τα σκεύη αυτά θερμαίνονταν μέσα στη χόβολη. Οι Βυζαντινοί τα ονόμαζαν «σαλτσάρια» ή «σαλτσερά». Απλούστερα στη μορφή από εκείνα που βρέθηκαν στην Κόρινθο, στην Αγορά των Αθηνών κ.α., τα θεσσαλικά σαλτσάρια εμφανίζουν δύο παραλλαγές: είτε έχουν σχήμα ημισφαιροειδές και είναι διαφόρου χωρητικότητας, με ή χωρίς περιχείλωμα ή είναι σκεύη μεγάλης χωρητικότητας, με επίπεδο πυθμένα και σχεδόν κατακόρυφα τοιχώματα. Εφυαλωμένα μέσα κι έξω, μονόχρωμα και αποίκιλτα, στηρίζονται σε κολουροκωνικά κοίλα πόδια με τριγωνικά ή σχισμοειδή ανοίγματα και έχουν χοντρά τοιχώματα για περισσότερη θερμοχωρητικότητα. Από τα άφθονα θεσσαλικά ευρήματα καθημερινής χρήσης που χρονολογούνται από το 13ο αιώνα και μετά, διαφαίνεται ότι μετά τη φραγκική κατάκτηση τα επαρχιακά κεραμουργεία αναπτύχθηκαν σε αυτοδύναμες μονάδες και πρόσφεραν στην τοπική αγορά σκεύη υψηλής ποιότητας με έντονα επιτόπια χαρακτηριστικά.

Περιβαλλοντική Αρχαιολογία Λίλιαν Kαραλή

Συγκριτική ανατομία ανθρώπου – γάτας. Αν το περιβάλλον είναι το κέλυφος μέσα στο οποίο και διά του οποίου επιβιώνει ο άνθρωπος με σχέση δυναμικής αλληλεπίδρασης, τότε όλα τα εξελικτικά βήματα του ανθρώπινου είδους βρίσκονται χαραγμένα στο κέλυφος αυτό σαν σε χάρτη και, επομένως, είναι ανιχνεύσιμα. Με την ανίχνευση, αποκρυπτογράφηση και ερμηνεία τους ασχολείται η περιβαλλοντική αρχαιολογία. Δύο κυρίως παράγοντες καθιστούν το έργο αυτό επίπονο και σχολαστικό: η αποσπασματικότητα των αρχαιολογικών δεδομένων και η παρεμβολή αλλαγών τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στον ανθρώπινο παράγοντα που συχνά αλλοιώνουν την εικόνα του περίγυρου και την κάνουν δυσανάγνωστη. Ο περιβαλλοντικός αρχαιολόγος οφείλει να αντιλαμβάνεται τις αλλαγές στην επιφάνεια της γης, να αναλύει και να ερμηνεύει τα ιζήματα και το ρόλο τους στον τρόπο ζωής, να συμπεραίνει τη διατροφή πληθυσμών από τις ασθένειες που διαφαίνονται στα οστά τους, να αναγνωρίζει θαλασσινά από τα όστρεα και τα λοιπά κατάλοιπά τους, είδη της χερσαίας πανίδας από τα οστά τους, είδη της χλωρίδας από τη γύρη και τους σπόρους των φυτών. Τη βοήθειά τους προσφέρουν άλλες επιστήμες, όπως η Γεωλογία, η Οικολογία, η Φυσική Ανθρωπολογία, η Παλαιοζωολογία, η Παλαιοβοτανική και η Παλαιοπαθολογία.

Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής.Η αρχή και η ερείπωση: άγνωστα ντοκουμέντα για το «Καλλέργειο» του Άργους Βασίλης Δωροβίνης

Άργος: η οικία Δημ. Καλλέργη σε φωτογραφία του 1934 από το αρχείο του Τάσου Τσακόπουλου. Σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 36 της Αρχαιολογίας, ο συγγραφέας υποστήριζε την ισχυρή πιθανότητα ύπαρξης προστυλίου στην ανατολική πλευρά της οικίας που έκτισε το 1830 ο Δημήτρης Καλλέργης. Στο μεταξύ, είχε την ευκαιρία να δει κάποια σχέδια που φιλοτέχνησε το 1833 ο Χάνσεν στο Άργος. Ένα από αυτά απεικονίζει το «Καλλέργειο» από τα ΒΔ., αποδίδοντάς του σοφίτα και προστύλιο. Την ύπαρξη του προστυλίου υποστηρίζουν άλλωστε απόσπασμα του σχεδίου πόλεως του 1847, παλιές φωτογραφίες του κτιρίου και το σχέδιο Φομίν. Δύο φωτογραφικές μαρτυρίες του 1934 από το αρχείο του Τάσου Τσακόπουλου απεικονίζουν τις αλλαγές στη μορφή του κτιρίου.

Η Παλαιοπαθολογία Άννα Λαμπράκη

Σημάδια που άφησαν ρίζες φυτών πάνω στο κόκαλο. Η Παλαιοπαθολογία διερευνά τις ασθένειες των προϊστορικών ανθρώπων αξιοποιώντας τα σημάδια που αυτές άφησαν πάνω στα οστά. Οι ειδικοί έχουν καταλήξει στα εξής συμπεράσματα: 1. Ο προϊστορικός άνθρωπος ασκούσε μόνος του ένα είδος κινησιοθεραπείας θέλοντας να θεραπεύσει την αγκύλωση των κλειδώσεων, 2. Γνωστή, η κρανιακή χειρουργική είχε μεγάλο ποσοστό επιτυχίας, 3. Προς τους άρρωστους παρεχόταν ιατρική φροντίδα. Επομένως, οι προϊστορικές κοινωνίες δεν ήταν τόσο σκληρές και άγριες όσο νομίζουμε. Η «ταφονομία» ασχολείται με τη διατήρηση ή την καταστροφή των οστών. Για παράδειγμα, καταστροφή προκαλούν οι ρίζες φυτών που, επειδή παράγουν κάποιο οξύ, αποτυπώνονται πάνω στο κόκαλο.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Ένα άγνωστο οχυρό της αρχαίας Mήθυμνας Μάκης Αξιώτης

Λεσβία δομή στο τείχος της Νότιας πλευράς του οχυρού στην αρχαία Μήθυμνα. Σε έξι επικράτειες ήταν χωρισμένη η Λέσβος, όσες και οι αιολικές της πόλεις. Εκτός από τα τείχη των ίδιων των πόλεων, οχυρωματικά έργα υπήρχαν και στο εσωτερικό της κάθε επικράτειας. Τα οχυρά έχουν συνήθως ορθογώνιο σχήμα, αν και υπάρχουν και κάποια με σχήμα ακανόνιστο ή κυκλικό. Κοινό τους χαρακτηριστικό είναι η κατασκευή του τείχους με τη λεσβία δομή. Οι πλευρές των λίθων λαξεύονταν ώστε οι εξωτερικές τους επιφάνειες να αρμόζουν απόλυτα. Στις πιο επιμελημένες κατασκευές, μετά βίας χωράει ανάμεσα στους λίθους η λεπίδα μαχαιριού. Αργότερα, στον 2ο αιώνα π.Χ., όταν η Ερεσός έχτισε τέτοια οχυρά χρησιμοποίησε το ισόδομο σύστημα με τους ορθογώνιους λιθόπλινθους που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Στην ανατολική παραλία της Μηθυμναίας είχαν βρεθεί τάφοι ελληνιστικοί, παλαιοχριστιανικά ερείπια, βυζαντινοί ναοί και το μεσαιωνικό κάστρο της Κλειούς, δεν είχε βρεθεί όμως οχυρωματικό έργο. Ωστόσο, δικόρυφο οχυρό υψώνεται σε στρατηγικό σημείο ανάμεσα στον κάμπο της Λαγκάδας του Μανταμάδου και στο Γενί-Λιμάνι της Κάπης. Το ύψωμα είναι διαμορφωμένο σε ωοειδές πλάτωμα και το τείχος ζώνει το χείλος του πλατώματος. Φτιαγμένο κάπως πρόχειρα με μικρές πέτρες κατά το έμπλεκτο σύστημα έχει πάχος 1 περίπου μ. Χαρακτηριστικό της αρχαιότητας του περιβόλου είναι το τμήμα του τείχους στο ανατολικό άκρο της νότιας πλευράς, φτιαγμένο με επιμελημένη λεσβία δομή. Όστρακα από αγγεία τεφρά λεσβιακά και μελαμβαφή συνηγορούν υπέρ της αρχαιότητας των κτισμάτων. Στη ΒΔ άκρια του πλατώματος έχει χτιστεί πρόσφατα η Αγιά Σωτήρα.

Δομική έρευνα στο εκκλησιαστικό συγκρότημα του Οσίου Λουκά Φωκίδος (συμπληρωματική περίληψη) Παύλος Μυλωνάς

Άποψη του εκκλησιαστικού συγκροτήματος του Οσίου Λουκά. Συζητώντας με αρχαιολόγους και ιστορικούς, ο συγγραφέας αντιλήφθηκε ότι με το άρθρο του στο τεύχος 36 της Αρχαιολογίας δεν είχε καταστήσει απολύτως σαφή τα βασικά του επιχειρήματα, ότι οι δομικές παρατηρήσεις είναι από μόνες τους ικανές να στήσουν το ιστορικό πλαίσιο του συγκροτήματος του Οσίου Λουκά και ότι, επίσης, η μελέτη του εκείνη αποκάλυπτε και χωροθετούσε δύο ακόμη κτήρια. Την παρανόηση καλλιέργησε εν μέρει η αναφορά στα αμφίβολης αξιοπιστίας Υπομνήματα που δημοσίευσε ο Κρέμος. Εδώ ο συγγραφέας χρησιμοποιεί, από γραπτές πηγές, τον Βίο του Οσίου και δύο μελέτες που χρονολογούν το Καθολικό στα 1011, ενώ παράλληλα παραπέμπει στο αρχικό του άρθρο. Έχοντας ανακεφαλαιώσει ένα προς ένα τα δομικά επιχειρήματά του, καταλήγει και πάλι σε δύο ιστορικά συμπεράσματα: α) κάτω από το ναό της Παναγίας και το Καθολικό, υπάρχουν άλλα δύο κτήρια, τα αρχικά: ο ναός της Αγίας Βαρβάρας και το Ευκτήριο και β) η σειρά των κατασκευών έχει ως εξής: 1. Αρχική Αγία Βαρβάρα (946) και ολοκλήρωσή της (955 - 958/959/960) 2. Ευκτήριο (960; - 965;) 3. Μεταποίηση της Αγίας Βαρβάρας σε Παναγία και σύνδεση με το Ευκτήριο μέσω του «χώρου Λ» (1000; - 1011) 4. Κατασκευή του Καθολικού με πυρήνα το Ευκτήριο (μετά το 1011 και πριν το 1048) Αποδεικνύεται ότι η χρήση των Υπομνημάτων στην αρχική μελέτη συνέβαλε απλά στο να χρονολογηθεί το Ευκτήριο στα 961-966 (αντί του περίπου 960; - 965;) και να προταθεί ως αρχή ανεγέρσεως της Παναγίας η περίοδος μετά το 997, αντί περίπου 1000.

Βόμβες στο λίκνο του πολιτισμού μας Κλαίρη Ευστρατίου

Ζιγκουράτ στην αρχαία πόλη της Ουρ. Η συγγραφέας, εξαιτίας του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, εκπέμπει σήμα κινδύνου για τα μεγάλα κέντρα του μεσοποταμιακού πολιτισμού. Η ιστορία της Μεσοποταμίας αρχίζει την 9η χιλιετία με τη «νεολιθική επανάσταση». Στο σημερινό Κουρδιστάν, την 7η χιλιετία αρχίζει η αστικοποίηση του ανθρώπου και ανακαλύπτεται η κεραμική. Γύρω στα 2600 π.Χ. ανακαλύπτεται η γραφή. Η στήλη του νομοθέτη βασιλιά Χαμουραμπί με τη σφηνοειδή γραφή, ο Ναβουχοδονόσωρ στη Βαβυλώνα με τους κρεμαστούς κήπους, τα κλιμακωτά παλάτια, η Ουρ και η Ουρούκ, η Νινευή και η Νιμρούδ, τα βασιλικά πορτρέτα και οι ανάγλυφες συνθέσεις: ο πολιτισμικός θησαυρός της Μεσοποταμίας που κινδυνεύει είναι αμύθητος.

Aρχαιολογικά Nέα: ειδήσεις, συνέδρια, εκθέσεις, βιβλία, αλληλογραφία Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Άποψη Κασταλίας κρήνης Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Ολοκληρώνονται οι εργασίες για τη σταθεροποίηση των βράχων στην Κασταλία Πηγή των Δελφών - Κτίσμα μουσουλμανικής αρχιτεκτονικής παλαιότερο του 16ου αιώνα στο νομό Πέλλας και τουρκικό λουτρό του 18ου αιώνα στη Λάρισα κηρύχτηκαν «ιστορικά διατηρητέα μνημεία» - Στη Γαλλία ολοκληρώθηκε η αναστήλωση τμημάτων της «Γραμμής Μαζινό» που άνοιξαν πλέον στους επισκέπτες

Εκθέσεις

Από τις 6 ως τις 20 Νοεμβρίου, στην Αθήνα, στο Πάρκο Ελευθερίας, οργανώθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων της Καλαβρίας φωτογραφική έκθεση της περιοχής όπου βρισκόταν το αρχαίο ελληνικό Σκυλλήτιον και αργότερα το ρωμαϊκό Scolacium - Με θέμα «Η τέχνη του κοροπλάστη: Ελληνικά πήλινα έργα του ελληνιστικού κόσμου» οργανώθηκε στα τέλη του 1990 έκθεση στο Art Museum του Πανεπιστημίου του Princeton - Με θέμα « Ο χρυσός της Ελλάδας: Κοσμήματα από το Μουσείο Μπενάκη» έγινε έκθεση στο Μουσείο Cooper - Hewitt της Νέας Υόρκης

Συνέδριο

Το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του ΕΙΕ οργάνωσε επιστημονική ημερίδα (27.10.90) με θέμα «Πολιτισμικές και εμπορικές ανταλλαγές ανάμεσα στον ελληνικό κόσμο και την Ανατολή κατά τη βυζαντινή και την οθωμανική περίοδο»

Βιβλία

Γιώργος Γραμματικάκης, Η κόμη της Βερενίκης, Παν/κές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1990 - P.E. Easterling / B.M.W. Knox, Η Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Παπαδήμα, Αθήνα 1990 – Έφη Καρποδίνη-Δημητριάδη, Κάστρα της Πελοποννήσου, Adam, Αθήνα 1990 - Κ. Μανάφης (επιμ.), Σινά, οι θησαυροί της Μονής, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1990 - Στυλιανός Αλεξίου (επιμ.), Βασίλειος Διγενής Ακρίτης και τα άσματα του Αρμούρη και του Υιού του Ανδρονίκου, Ερμής, Αθήνα 1990

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Το Εργαστήριο Fitch της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής διοργανώνει από τις 25 Φεβρουαρίου ως τις 26 Μαρτίου 1991 σειρά 4 σεμιναρίων για τα αρχαία κεραμικά – Στον αρχαίο Ευρωπό Παιονίας, πλάι στις ανασκαφικές δραστηριότητες, έχει αναληφθεί και πρόγραμμα γεωφυσικών διασκοπήσεων

Βιβλία – περιοδικά

R. Desbrosse / J. Koslowski, Hommes et climats à l’âge du Mammouth, Masson 1989 – J.P. Mohen, Métallurgie préhistorique - Introduction à la paléométallurgie, Masson 1990 – M.-Cl. Berducou, La conservation en archéologie, Masson 1990

Συνέδρια – Συναντήσεις

Το Τμήμα Γεωλογίας του Παν/μίου Πατρών διοργανώνει το 1ο Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Γεωεπιστήμες και Περιβάλλον» από 15 ως 18 Απριλίου 1991 – Συμπόσιο Αρχαιομετρίας διοργανώνει η European Geophysical Society στο Wiesbaden της Γερμανίας από 22 ως 26 Απριλίου 1991 – «ESR Dosimetry and Applications» είναι το θέμα του 3ου Διεθνούς Συμποσίου που οργανώνει και φιλοξενεί το National Institute of Standards and Technology στο Gaithersburg των ΗΠΑ από 14 ως 18 Οκτωβρίου 1991

English summaries: The museum of Cycladic Art. The museum goes to school Marina Plati

"When Schools do not go to the Museum, then the Museum must go to School". To realize this slogan the Museum of Cycladic and Ancient Greek Art has created its first educational museum-kit. Its main purpose is to introduce children to the Cycladic Civilization, the civilization, that developed in the Cyclades during the third millennium BC, the so-called Early Bronze Age. The museum-kit contains casts of the representative marble idols and utensils of the third millennium BC, copies of tools, rough materials and relevant elucidating material (scientific catalogue, museum publications for children on the Cycladic civilization, slides, maps and handicrafts). The project's main aim is to enable children to be tought the Cycladic Civilization not only through seeing and listening, but through the knowledge of the rough materials that the ancient inhabitants of the Cyclades used (marble, bronze, opsidian, emery, pumice-stone); to feel and experience the copies of the Museum exhibits and to experiment with copies of Early Bronze Age tools. The museum-kit can be used at school, either as a visit substitute when a class for various reasons cannot visit the Museum; or for an adequate preparation of the children before a museum visit. Owing to the teachers' enthusiasm and everpresent zeal, the museurn-kits have already "travelled" to more than sixty schools, mainly in Attica, but also as far as Kalamata, Karpathos, Spetses, Chalkida, Zakynthos, Naxos and Mytilini. The subjects to which the kits refer are the Cycladic Civilization, the Play in Ancient Greece, Ancient Greek Attire and Ancient Greek Vases. For any participation in the Museum of Cycladic and Ancient Greek Art educational programs the teacher must contact the Museum in advance. Besides the museum-kit, a wide range of educational material is available at the Museum, some of it can be obtained on loan, other material must be purchased.

A’ ephorate of prehistoric and classical antiquities Kornilia Chatziaslani

Each museum-kit is a complete unit which can be easily used by anyone who reads the accompanying instructions. It is addressed to certain school ages but it can also be appropriately adjusted so as to meet the educational needs of various other ages. Relevant analytic material (scientific monographs and publications) or a simple elucidating text is available to teachers for the effective use of the museum-kit contents. The purpose of the educational museum-kits varies. Through the constructive entertainment some aim at the development of creativity, while others at the achievement of a faster knowledge. The purpose, however, is multiple and by combining all the educational components it results in an overall improvement of the student's educational status. The teacher has the experience of his students' mental and knowledge potentialities. Thus, depending on his specialization and his specific pursuits, he can make the best ouf of the museum-kit, since each of them has been planned to cover an entire topic. The topics of the museum-kits are: 1. The Parthenon Frieze 2. The Acropolis Sanctuary 3. Stone Carving 4. Ancient Greek Attire 5. Ancient Greek Musical Instruments.

The Benaki museum. An educational program Niki Psaraki-Belesioti

A few years ago certain school teams started visiting the museums of Greece not any more as mere spectators, but as participants in «dromena», In order that continuous contact between children and museum develop we have started lending relevant material in museum-kits to schools, cultural societies and institutions. The museum-kits travel from school to school making accessible to children material relevant to a specific subject or explaining an entire topic. The subject/ topic is introduced to children through elucidating texts, slides, photographs, museum copies or originals, proposals for educational activities or handicrafts. When presenting the museum-kit to his class the teacher's work is made much easier by the concrete information and the simple instructions which accompany the kit. The choice of subject of a museum-kit aims at the following objectives,to emphasize certain collections of the Benaki Museum,to make known to the public the work of the Museum departments and to develop specific topics related to art. The museum-kits are designed and realized by the Department of Educational Programs of the Benaki Museum in cooperation with specialists. All scientific information is adapted to the educational objectives dictated by the age of the children to which they are addressed. «The Greek Traditional Headbands-are intended for children eight to twelve years of age, but also for younger ones if properly adapted. "The Folk Games» are intended for children of Elementary Education levels. "The Hagiographer's Kit» is intended for high-school students.

Centre of educational programs, Greek ministry of culture AUTHOR NOT MENTIONED

The centre of Educational Programs of the Ministry of Culture presents in Athens two educational programs, which are addressed to children, aged 9-14: a. The Birth of Writing. Presented all the year round at the centre's premises, on 9 Prytaneiou St., Plaka. b. The Public Life in Ancient Athens. Presented in Spring and Fall in the Ancient Agora site. Both programs run in two phases: 1. Specialized personnel introduces the children to the basic components of the program, using for best results relevant illustrative and audio-visual material. 2. The children exercise the knowledge thus obtained through specially designed forms of play. In the Birth of Writing program the children are invited to try the hieroglyphic, sphenoid or Linear Β writing; while in the Public Life in Ancient Athens they revive the classical Athenian Democracy by playing the part of Heliastes of the Ecclesia tou Demou (= Assembly of Free Citizens) and by using copies of the exhibits they have already seen in the Museum of the Attalos' Stoa. All relevant printed material is available at the centre of Educational Programs.

The portable museum-kits of the Greek Folk Art museum Evridiki Antzoulatou-Retsila

The Greek Folk Art Museum has created two types of portable, educational units, the "Pandora's Chest" and "Museum Chat". The "Pandora's Chest" includes representative, authentic objects from the museum's collections. They have so been chosen as to serve properly the educational program and the museum staff, who accompany the kit, to the various schools where it is sent. The "Museum Chat" includes audiovisual material that refers to the Greek Folk Art sectors, relevant objects in miniature scale, printed information and ideas for creative handicrafts. It is lent out to schools for a defined period of time.

The Children’s Museum. Educational material for teachers Eleni Geroulanou, Sophia Roque-Mela

One of the pursuits of the Children's Museum is to plan and produce educational programs and relevant material appropriate to the needs of teachers and pupils of Elementary Education. These programs seek to introduce the teacher to the special method required for an effective educational project realized in a Museum. The teacher's participation in such a program gives him the chance to experience these methods so as to make the best out of them when he visits another Museum. In addition he is supplied with the necessary educational material which he can utilize in order to prepare his pupils for a future visit to a Museum (behaviour, approach, observation, description of the exhibits). For example, in the case of the National Archaeological Museum, a pamphlet and a "Passport" are available to the teacher. The pamphlet contains ideas and activities which can be applied and performed before the educational visit to the Museum. The passport enables the visiting pupil to "travel" via the exhibits through the centuries.

An educational program in the National Gardens of Athens Teti Hatzinikolaou

This educational program aims at the best utilization of the National Gardens' potentialities, being the major assembly of plants in the Greek capital, for the environmental education of youth and for the general public. The program is the result of the cooperation between the Greek Section of ICOM (International Council of Museums) and the Commitee of Public Gardens and Alleys, and was for the first time realized in April, 1988, on the occasion of the European Year for the Environment. Taking into consideration that the National Garden lies in the centre of Athens, has a rich vegetation and serves as an easily accessible pastime area to many Athenians, the Greek Section of ICOM carefully planned and published a special leaflet, useful to teachers and to anyone interested. It contains a colour map ot the Garden with all its worth-seeing sites marked and commented on by an elucidating brief text. The reverse of the leaflet gives information relevant to the Garden.Its history and stages of development,plants and animals residing in it, the necessary care for its proper maintenance and the staff required. Finally, this leaflet, available at the "institutions" of the National Garden-the Botanic Museum and the Children's Library - is accompanied by a special educational pamphlet for children, aged 7-11.

The sea- turtle protection society of Greece. The turtle kit Anna Kremezi-Margaritouli

The Society for protection of the Sea-turtle is a non-profitable organization, which has as its objective the study of the sea turtle in Greece and the channeling of the relevant information to the authorities and public. The Program of Environmental Information for students that started in 1986 belongs to this " framework". The program is supported by the Ministry of Education and financed by the European Economic Communities and the International Fund for wild life (WWF Int.). The sea turtle is used as an example of an agelong serpent which is seriously threatened by modern man's competition and materialistic greed. Thus, this program does not simply aim to introduce the turtle to students of all grades. Its main target is to make them understand the responsibility each and every one of us holds for the environment's degeneration and to propose an alternative, harmless for the environment, way of life. Knowing thoroughly the biology, habits and difficulties that a sea turtle faces, many examples can be presented in support of the forementioned ideas. The students' response is very positive and the schools interested in our program are more than we can easily accomodate. Therefore, our desire to satisfy all applications, even those of remote schools, as well as the need for an educational material easily used led to the creation of the "Turtle Kit". This kit is a complete mobile program for Environmental Education that has been realized thanks to the support given by the General Secretariat of New Generation and the Ministry of Environment. The "Turtle Kit" contains: - Photographic exhibition on turtle biology and on the project of its study and protection. - Relevant printed information. - Video-tape (27') entitled "Caretta"; filmed at Zakynthos island from 1980 to 1983. - Four series of slides, accompanied by texts, on Nature's functions and the tighs existing among living organisms. - Gifts for the teachers and the school communities. - A questionaire. - Instructions for the teachers, etc. By entrusting the "Turtle Kit" to the teachers to use it as a creative tool we hope that they will succeed in transferring theirs as well as our own environmental problematic and worries to the students. We strongly believe that we all will live in a better world tomorrow if children are properly informed today.

Byzantium and China Yannis Rouskas

The East experienced Hellenism thanks to Alexander the Great. Without him, the Greek word and spirit would not have reached the heart of Asia, the Greek language would not have become the common instrument of the then known universe and the gift of Hellenism that he so enthusiastically offered would not have embraced "so erotically and insurmountably by an attractive and thrilling as ever Asia". Alexander the Great infused new power into the Asiatic life. The meeting of the Asiatic peoples with the people of the West as well as the cultural exchanges that followed as a natural altermath were for the first time realized in the sixth to fourth centuries BC in the Empire of the Achaemenids. It was to Persepolis that people from all over the Empire sped, while towns in the peripheral provinces, such as Vaktra, Samarkand and Taxila, which were destined to become later important stations of the routes of silk, were connected with roads and developed into meeting points of East and West. The routes of silk date from the first centuries of the Early Christian period. Via these routes, silk and other precious or exotic products from China and India were transferred to the Western world. And via these same routes the bounds of coexistence and the cultural dialogue of the West and East were founded, developed and flourished. The people using these routes towards the West or East followed various land or sea courses which in rather a symbolic way show the close and effective communication of people.

The straits of Skylla and Odysseus Menelaos Christopoulos

This article proposes an interpretive and semasiological analysis of certain data contained in the Homeric narration and referring to the Odysseus' passing through the straits of Skylla. Specifically noted are - The relation between Odysseus' and Jason's ships (contrary to the Argonautic epos the importance in the Odyssey is given to Odysseus not to his ship). - The significance of the voice as a "representational" medium and the function of the multiple narration in the composition of the "oral" geography in Odyssey, in Odysseus' narration the words of others are almost narrated). - The description of Skylla made by Circe in relation to certain characteristic faculties, which are assigned to Skylla (voice of a female puppy). - The relation of Skylla with other terrifying mythical creatures, its killing by Heracles, its revival by Phorcys, its resemblance to the appearance of a dog and its feminine substance (invulnerable, therefore fatal). - The persistence of the Homeric description of Skylla in certain elements relevant to food, immortality and mainly to childishness. - The role of food, maternity and immortality in the Homeric narrations about Skylla and the Threnacia island, the inclusion of the Skylla episode in Odysseus' return and its importance for the definition of the general concept of time in Odyssey (separation of Odysseus from his companions, regaining of individuality by Odysseus, his interposition in a time that exclusively concerns him).

Portraits from neolithic Thessaly Kostas J. Gallis, Laya Orphanidi-Georgiadi.

This article is only the summary of a joint publication on the figurines in private collections of Thessaly. The relevant project was carried out by the Research centre for Antiquity of the Athens Academy and the IE' Ephorate of Prehistoric and Classic Antiquities at Larissa. The article refers to a choice of twenty Neolithic figurine heads found on various sites of Eastern and Western Thessaly. These heads have been selected from over 2.500 unpublished figurines, which belong to private collections. They have been rendered with such an expressive power and realistic features that they could be considered as portraits of unknown members of the Neolithic Thessalian society. These heads, apart from exhibiting a very interesting modeling technique, contribute a lot to out knowledge of the appearance of the Neolithic face. However, since these figurines are surface finds, it is not easy to classify them in precise chronological groups. Nevertheless, an attempt of classifying them in chronological and topographical entities is made by comparing them to relevant pottery and to other published or unpublished figurines from Thessaly and the surrounding area. Two main groups of heads seem to prevail so far, the naturalistic and the schematic one. The first group of heads, usually made of clay, can be subdivided in two entities, the one sharing common characteristics - a fact possibly indicating the existence of figurine workshops; the other displays heads of free, plastic rendering with an emphasis on certain facial features. The overall handling of these heads shows the artist's effort to portray specific members of the Neolithic community, an effort which often produces individual faces of ovewrhelmmg expression. The second group includes figurine heads made of marble or other stone. Some of them are acroliths, while others do not bear any specific characteristics.

From the pathology to the archeology of books Konstantinos Houlis

Until recently the interest of scholars, historians and paleographers was mainly focused on the books' text, while the case studies dealing with the structural elements of old books were a rarity. However, the scientific knowledge of the materials and techniques required for and applied to book binding is not only necessary for a book restorer but it seems to be an indispensable tooI for the historian and the old books specialist, in general. A new scientific discipline, "the Archaeology of Books" has as its object the thorough study of materials and special techniques of book making, mainly of the manuscript. The major pursuit of this new science is the collection and utilization of ail information relevant to the history of the book. At the same time it has set the ambitious objective to reconstruct bit by bit the overall appearance as well as the production of a Mediaeval scriptorium.

Environmental archaeology Lilian Karali-Giannakopoulou

Environmental Archaeology is a new concern of archaeological science ,co-ordinating and dealing with different disciplines, such as geology, biology, ecology, anthropology, paleobotany. paleozoology, etc. Its main scope is the study of man and his environment, their mutual interaction and the archaeological evidence coming from that relationship, such a artifacts, ecofacts and a complex of factors which it is difficult to fully understand.

The complex of St Luke of Stiris. Chronology according to structural facts Pavlos Mylonas

Discussing with friends the article on the "Complex of St Luke" (ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, 36. Sept. 1990) I detected an underestimation of the importance of structural remarks in framing the history and dating of the Complex. Thus, a reaffirmation of the proposed chronology, based only on structural remarks seems necessary. Reference will be made to the English Summary of the said article ipp. 29, 30), to the Vita of the Saint and to two papers dating the Catholicon to 1011, namely: "A propos de la date... etc", Ca. Arch. XIX, 1969, and "Περί Μονής Οσίου Λουκά Νεώτερα", Ελληνικά, 25, 1972. Features in the church of the Panaghia disclose remains of an older building, which can be no other than the church of St Barbara, mentioned in the Vita. Between the two existing churches, namely the Panaghia and the Catholicon, lies "space Λ", housing the relics of the Saint. The said space, because of its decorated masonry, identical to and continuous with that of the Panaghia, is considered as contemporary to the latter. Other features, such as deviation "δ" (p. 30, col. 1) and a blocked former skylight, indicate that "space Λ" connected the "new" Panaghia to an older building. Other details, such as other blocked skylights and the plan of the Crypt, confirm the fact that the Catholicon has enveloped an older building on the same site, which should be identified with the Euktenon in the shape of a Cross, mentioned in the Vita. Three facts, connected with the erection of the Catholicon, must be emphasized: (a).- The addition of an eastern cross-vault to "space Λ" (b).-the fact that the said cross-vault lacks decorations ("A propos... etc", p. 131), and (c).- the fact that in the N.E. gallery, the wall of the Panaghia had to be demolished, to give the Catholicon its normal dimensions. These facts indicate that the Catholicon had to respect "space Λ", which was already in existence and in use as a sanctified place of worship (p. 30, §IX). "Space" "Λ", was designed, from the time of its erection (Ελληνικά, ρ. 308) to house the relics of the Saint. However, the said paper was composed when it was generally believed that "space Λ" formed part of the N.E. compartment of a totally "new" Catholicon, which replaced a modeste oratoire ("A propos.-. etc", p. 128) or a small oratory (ένας μικρός "ευκτήριος οίκος", "Περί Μονής" p. 300). The same papers rightly indicate that the translation of the relics into "space Λ" occured on the 3rd of May of 1011. This date was then accepted as the date of erection of the Catholicon, because "space Λ" was believed to form part of the latter. However, according to the new discoveries, "space Λ" was erected prior to the Catholicon, simultaneously with the Panaghia. Obviously then, the date of 1011 should be assigned to "space Λ" and accordingly to the Panaghia, as well. As mentioned already in ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, p. 27 end of § μα1 and n. 80, the preponderance of structural facts should lead to a reexammation of ambiguous texts. Tentative Chronology a. Si. Barbara, begun 946 (Vita) and was decorated plentifully (955 and after, 955-960?) (Vita). b. Euktenon, some time after the above (960-965"?) (Vita). c. Panaghia, finished shortly before 1011, having begun a decade (?) earlier (1000-1011?). d. Catholicon, date uncertain, later than 1011 and earlier than 1048. Conclusion It is obvious that the above tentative chronology, based solely on structural facts, coincides almost exactly with the one already proposed. A slight deviation is to be noted only in Irelation to the date of the Euktenon ("960?-965?" instead of "961-966"), as well as that of the beginning of the Panaghia ("1000?" instead of "after 997").

Εκπαιδευτικές σελίδες: Οι ελληνικοί αρχιτεκτονικοί ρυθμοί (I) Σταυρούλα Ασημακοπούλου

Δωρικός ναός του 5ου αι. π.Χ., αφιερωμένος στη θεά Ήρα. Σεγέστα Σικελίας. Στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. η Ελλάδα βλέπει τη γέννηση των μνημειακών ναών. Ξεκινώντας από την ηπειρωτική Ελλάδα, ο δωρικός ρυθμός θα επικρατήσει στις αποικίες της Δύσης, ενώ ο ιωνικός στην ανατολική Ελλάδα και τα νησιά. Τρίτος ρυθμός, ο κορινθιακός, θα περιμένει τον 4ο αιώνα π.Χ. Οι κυριότερες διαφορές δωρικού και ιωνικού ρυθμού σημειώνονται στην ανωδομή τους, πολύ φανερά στα κιονόκρανα. Οι βραχύτεροι και πιο χοντροί δωρικοί κίονες πατούν απευθείας στο στυλοβάτη, όχι σε βάση όπως οι ραδινοί ιωνικοί. Έχουν 16-20 ραβδώσεις με κοίλη τομή που σχηματίζουν μεταξύ τους οξείες ακμές αντί για τις 22-44 ραβδώσεις, χωρισμένες με κατακόρυφη ταινία, των ιωνικών κιόνων.

Τεύχος 39, Ιούνιος 1991 No. of pages: 114
Κύριο Θέμα: Αφιέρωμα στα ιερά της Αττικής Κλαίρη Ευστρατίου

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Βραυρώνας. Ο αναγνώστης καλείται να κλείσει τα μάτια στο κακοποιημένο αττικό τοπίο, το υποτιμημένο φυσικό περιβάλλον, την άναρχη και κακόγουστη δόμηση, τα πεταμένα σκουπίδια, τα ανενόχλητα μπάζα. Μήπως και καταφέρει να δει τι αντίκριζαν οι αρχαίοι του κάτοικοι. Ισχυρά αλλά προσιτά βουνά, η Πάρνηθα, η Πεντέλη, ο Υμηττός, ακρογιαλιές με φυσικά λιμάνια, ο Ιλισός κι ο Κηφισός μέσα από κοιλάδες εύφορες, ο κάμπος του Μαραθώνα και τα Μεσόγαια, θάλασσα, διάχυτο φως, μενεξεδένια σούρουπα. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, με τις αισθήσεις που αυτό ξυπνά, με χαρακτήρα περιορισμένο και οικογενειακό στο ξεκίνημά τους γεννήθηκαν τα πρώτα θρησκευτικά κέντρα στην ύπαιθρο Αττική.

Η αρχαία Αττική και τα ιερά της Βασίλειος Πετράκος

Το ιερό του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Για τα ιερά της Αττικής είναι αδύνατο να έχουμε συνολική εικόνα. Ακόμη και αν τα γνωρίζαμε όλα, οι πηγές μας, που είναι πολλές, με σπουδαιότερες τις επιγραφικές, είναι όλες αποσπασματικές. Νέα ευρήματα με ονόματα νέων θεοτήτων ή πρωτόφαντες επικλήσεις παλαιών φανερώνουν καθημερινά ότι η άγνοιά μας είναι μεγαλύτερη από τη γνώση μας και ότι τα συμπεράσματά μας είναι προσωρινά. Το βέβαιο είναι ότι το πλήθος των θεοτήτων που λατρεύονταν στην Αττική είναι εντυπωσιακό. Nαοί και ιερά ανήκαν όλα σε κάποιο δήμο, ήταν οι εκκλησίες των αρχαίων Αθηναίων. Το φυσικό περιβάλλον της Αττικής, που πολλές φορές ήταν και η αιτία ίδρυσης των ιερών, έχει χαθεί. Σε ακραία αντίστιξη βρίσκονται το ιερό της Αρτέμιδος Ταυροπόλου στις Αλές Αραφηνίδες, τη σημερινή Λούτσα, δυσδιάκριτο ερείπιο μέσα στην άμμο και ξένο σώμα, και το γειτονικό ιερό της Αρτέμιδος Βραυρωνίας με τους αμπελώνες και τους κήπους, τον ποταμό Ερασίνο, τα νερά που αναβλύζουν και λιμνάζουν, τους απείρακτους γύρω λόφους. Στον Ραμνούντα, όπου σώζονται το τοπίο, τα ιερά, τα νεκροταφεία, τα λιμάνια και ο δήμος με το φρούριο, τα σπίτια και τα εργαστήρια, φαίνεται ακόμα καλύτερα η σχέση ιερού, τόπου και ανθρώπων. Tο ιερό του Αμφιαράου στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας, κατατάσσεται στα αττικά ιερά. Λείψανα ιερών βρέθηκαν στοn Μαραθώνα, στις Αχαρνές, στο Σούνιο, στη Ζωστήρα άκρα (Βουλιαγμένη), στην Ικαρία, στην Ελευσίνα. Δεν είναι λίγες οι θεότητες που λατρεύονταν μέσα στο άστυ και, αν οι λατρείες του Πειραιά δεν είχαν την πυκνότητα των αθηναϊκών, ήταν και εκεί πολλές και σημαντικές.

Η Αττική στους προϊστορικούς χρόνους Μαρία Παντελίδου-Γκόφα

Τάφος (Ι) βασιλιά στο Βρανά με το σκελετό του αλόγου του. Αδιάσπαστη φαίνεται η συνέχεια της ζωής στην Αττική από το 5500 π.Χ. ως το τέλος περίπου της Nεολιθικής, πριν από το 3000 π.Χ. Ο παλαιότερος νεολιθικός οικισμός είναι εκτεταμένος και βρίσκεται στην παραλία της Νέας Μάκρης. Οι κάτοικοι ταξιδεύουν στη Στερεά, τη Θεσσαλία, την Πελοπόννησο και στη Μήλο για τον οψιανό της. Τα πρώτα χρόνια της εποχής του Χαλκού, η κατοίκηση πυκνώνει και σημειώνεται μεγάλη στροφή προς τη θάλασσα. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι οικισμοί στο Ασκηταριό της Ραφήνας και στον Άγιο Κοσμά και τα νεκροταφεία στον Άγιο Κοσμά και στο Τσέπι του Μαραθώνα. Στην ενδοχώρα στενότερες είναι οι επαφές με τη Στερεά και την Πελοπόννησο. Από τη Μεσοελλαδική εποχή, που αρχίζει γύρω στο 2000 π.Χ., τα σημαντικότερα ευρήματα είναι ταφικός τύμβος στην Άφιδνα, τρεις τύμβοι στον Βρανά του Μαραθώνα και καλοδιατηρημένα σπίτια στον Θορικό. Τους πρώτους χρόνους του μυκηναϊκού πολιτισμού, η Αττική επικοινωνεί πολύ αραιά με την Πελοπόννησο. Θολωτοί τάφοι βρέθηκαν στο Λαύριο και στον Βρανά του Μαραθώνα. Στον Βρανά, αν και μόνο ένα χρυσό κύπελλο διασώθηκε από τα κτερίσματα, στην αρχή του μακρού δρόμου, βρέθηκαν θαμμένα αντικριστά τα δύο άλογα του βασιλιά. Με την αρχή της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ περιόδου, γύρω στο 1400 π.Χ., πολλαπλασιάζεται και εξαπλώνεται στην ενδοχώρα ο μυκηναϊκός πληθυσμός, συντηρητικός και συγκρατημένος. Στα παράλια κατοικούν φιλήσυχοι ψαράδες. Οι κάτοικοι των Αθηνών, αφήνοντας τον επάνω βράχο στους ηγεμόνες, συνεχίζουν να κατοικούν νοτιότερα, από το Ολυμπιείον ως τον Κεραμεικό, σε μικρές ομάδες σπιτιών. Αυτή η «κατά κώμας» διάταξη διαμόρφωσε εκείνα περίπου τα χρόνια τη διατύπωση του προελληνικού ονόματος Αθήναι στον πληθυντικό. Η σημαντική εξάπλωση του μυκηναϊκού πολιτισμού αρχίζει μετά το 1300 π.Χ. Στην Αττική, αν οι απομιμήσεις μυκηναϊκών σκευών και κοσμημάτων είναι άτεχνες και επαρχιακές, δηλώνουν ωστόσο στενή παρακολούθηση των εξελιγμένων μυκηναϊκών κέντρων. Ο βασιλιάς των Αθηνών οικοδομεί πάνω στο βράχο ανάκτορο και το οχυρώνει με ισχυρό κυκλώπειο τείχος και κρυφή κάθοδο σε υπόγεια κρήνη μεταβάλλοντας τη θέση σε ακρόπολη. Με την αρχή του 12ου αιώνα π.Χ., ανάπτυξη και ευημερία ανακόπτονται, πολλοί οικισμοί εγκαταλείπονται. Εξαίρεση αποτελεί το νεκροταφείο της Περατής με τα πλούσια κτερίσματα που διηγούνται την ιστορία των νεκρών: έμποροι και ναυτικοί, ανεξάρτητοι από κάθε κεντρική διοίκηση, χωρίς να διακόψουν τις επαφές με την Αργολίδα, στρέφονται στις αγορές του Αιγαίου φτάνοντας ως την Κύπρο και την Ανατολή.

Το Αμφιάρειο του Ωρωπού Βασίλειος Πετράκος

Το ανάγλυφο που αφιέρωσε ο Αρχίνος από τον Ωρωπό με την παράσταση της θεραπείας του. Το Αμφιάρειο του Ωρωπού ιδρύθηκε στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. , μετά την εγκατάλειψη του θηβαϊκού Αμφιαρείου. Στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας, διετέλεσε κατά μεγάλα διαστήματα στην κατοχή της Αθήνας και, στο β΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ., είχε σχεδόν εξαττικιστεί. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα περιορισμένης εμβέλειας ιερά της Αττικής, θρησκευτικά κέντρα κάποιου δήμου, το Αμφιάρειο του Ωρωπού ήταν το εθνικό ιερό μιας πόλης και είχε φήμη που ξεπερνούσε τα εθνικά της όρια. Εκεί δημοσιεύονταν τα επίσημα έγγραφα της πόλης και, για μεγάλο διάστημα, του Κοινού των Βοιωτών. Πλήθος ανθρώπων από όλα τα μέρη της Ελλάδας, τη Μικρά Ασία, την Ιταλία συνέρρεε στα «Αμφιάρεια τα μεγάλα», αθλητικούς και μουσικούς αγώνες που τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια. Η είσοδος του ιερού του Αμφιάραου στην αρχαιότητα ήταν από τα ανατολικά, στην κατάληξη του δρόμου που ερχόταν από τον Ωρωπό ή το ιερό λιμάνι Δελφίνιο. Τα κτήριά του κατασκευάστηκαν στις όχθες ενός χειμάρρου, «Χαράδρας» έλεγαν οι αρχαίοι, που διασχίζει ένα από τα ωραιότερα πευκοδάση της Αττικής. Όποιος έμπαινε στο ιαματικό ιερό πλήρωνε δικαίωμα εισόδου παίρνοντας ως απόδειξη μολυβένιο εισιτήριο. Στην αριστερή όχθη βρίσκονται πρώτα τα λουτρά κι ευθύς αμέσως η μεγάλη στοά μήκους 110 μ., κτίσμα και αυτή του 4ου αιώνα π.Χ., εγκοιμητήριο επισκεπτών και ασθενών. Στα δύο δωμάτια που υπήρχαν στα άκρα της γινόταν η εγκοίμηση όσων ζητούσαν χρησμό ή θεραπεία από τον Αμφιάραο. Σύμφωνα με το τυπικό, οι πιστοί θυσίαζαν όχι μόνο στον Αμφιάραο αλλά και σε όλους όσων τα ονόματα είναι γραμμένα πάνω στο βωμό. Έχοντας θυσιάσει ένα κριάρι, έπεφταν για ύπνο πάνω στο νωπό δέρμα του περιμένοντας το φανέρωμα του ονείρου. Μετά τη θεραπεία ή το χρησμό, οι πιστοί έριχναν στην πηγή του ιερού χρυσά ή ασημένια νομίσματα. Από πολύτιμα μέταλλα ήταν και τα πολλά αφιερώματα. Με τη στοά-εγκοιμητήριο συνδέεται η επιγραφή με τον ιερό νόμο (α΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ.). Ο χώρος μπροστά από τη στοά χρησίμευε ως στάδιο στους αγώνες που γίνονταν στο ιερό. Πίσω από τη στοά, το θέατρο με τους περίφημους πέντε μαρμάρινους θρόνους είναι σκαμμένο μέσα στο λόφο. Δυτικά της στοάς, παράλληλα με το δρόμο που οδηγούσε στο ναό, βρίσκεται η σειρά των βάθρων. Ο ναός, φτιαγμένος από ωραίο πωρόλιθο, είχε εξωτερικά λεπτό κονίαμα στολισμένο με μαιάνδρους και ανθέμια. Το νότιο τμήμα του ναού παρασύρθηκε από το ποτάμι στην ύστερη αρχαιότητα. Ούτε το άγαλμα του Αμφιάραου σώθηκε. Ανατολικά του ναού βρίσκεται ο βωμός του ιερού, αφιερωμένος σε πολλές θεότητες. Πολύ κοντά του, ανάμεσα από βαθύσκια πλατάνια, αναβλύζει ακόμα η ιερή πηγή από την οποία, πίστευαν οι Ωρώπιοι, αναδύθηκε ως θεός ο Αμφιάραος.

Το ιερό της Νέμεσης στον Ραμνούντα Βασίλειος Πετράκος

Αναπαράσταση της ανατολικής όψης του ναού της Νεμέσεως του 5ου αι. π.Χ. κατά τον John Peter Gandy Deering. Κυνηγημένη από τον Δία, η Νέμεσις μεταμορφώνεται σε κύκνο. Ο Δίας θα πάρει και αυτός τη μορφή κύκνου και θα ενωθεί μαζί της στον Ραμνούντα. Από το αυγό που γέννησε η Νέμεσις βγήκε η Ελένη. Αυτός ο ιδρυτικός μύθος του ιερού ενισχύεται από την ανάγλυφη παράσταση στη βάση του αγάλματος της θεάς. Η Λήδα, θετή μητέρα της Ελένης, εμφανίζεται να την οδηγεί στην πραγματική της μητέρα, τη Νέμεση. Η προπαγάνδα των Ραμνουσίων θα εξάρει το ρόλο της Νέμεσης στη μάχη του Μαραθώνα. Η θεά τιμώρησε την ύβριν των Περσών που έρχονταν με ένα μεγάλο κομμάτι παριανό μάρμαρο που σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν για το τρόπαιο που θα έστηναν μετά τη νίκη τους. Το μάρμαρο αυτό, λέει ο Παυσανίας, το έκανε ο Φειδίας άγαλμα της θεάς. Επισκιάστηκε έτσι πλήρως το παρελθόν του ιερού που όμως σώζεται από επιγραφές, κεραμική και αρχιτεκτονικά λείψανα. Ωστόσο, η Νέμεσις του Ραμνούντος είχε εντελώς αντίθετες ιδιότητες. Χθόνια θεότητα την εμφανίζουν οι μύθοι, μητέρα της Ελένης, αιώνιο σύμβολο ομορφιάς. Την τρομακτική, εκδικητική της φύση ο μύθος την αγνοεί. Όπως δηλώνει και το όνομά της (νέμω: απονέμω και οδηγώ στη βοσκή), η Νέμεση είναι η αγροτική θεά που μεριμνά για τη διατήρηση της αγροτικής τάξης και εκδικείται τη διατάραξή της, την ύβριν. Με τη Νέμεση συλλατρευόταν στον Ραμνούντα μια άλλη χθόνια θεότητα, η Θέμις. Στο ιερό της Νέμεσης δεσπόζουν τα ερείπια δύο ναών. Ο παλαιότερος χτίστηκε στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. με πολυγωνική πολεοδομία. Ο μικρός ναός που σώζεται σήμερα διαδέχτηκε έναν παλαιότερο πώρινο. Ο αρχαιότερος όμως ναός του ιερού της Νέμεσης είναι ένα κτήριο των αρχών του 6ου αιώνα π.Χ., από το οποίο σώζονται λείψανα λακωνικής κεράμωσης. Έργο του αρχιτέκτονα του Θησείου θεωρούν ορισμένοι τον μαρμάρινο αττικό ναό που χτίστηκε στο διάστημα 436-432 π.Χ. Ο ιερός ναός δεν αποπερατώθηκε: το τμήμα κάτω από τα κιονόκρανα έμεινε ατελείωτο, οι κίονες δεν απόκτησαν ποτέ ραβδώσεις, στυλοβάτης και βαθμίδες δεν λαξεύτηκαν ολοκληρωτικά. Στο βάθος του σηκού βρισκόταν το άγαλμα της Νέμεσης, έργο του Αγοράκριτου.

Η κεραμική του ιερού της Νέμεσης στον Pαμνούντα Ελένη Θεοχαράκη-Tσίτουρα

Κεφάλι «σφίγγας» (600-575 π.Χ.) αφιερωμένο στη Νέμεση. Τις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα π.Χ., πρώτη περίοδος του ιερού της Νέμεσης, γενναιόδωροι προσκυνητές αφιέρωσαν αμφορείς, υδρίες, λουτροφόρους, πινάκια, τριποδικές πυξίδες, σκύφους. Τα αγγεία διακοσμούνται με επάλληλες σειρές ζώων και δαιμονικών πλασμάτων, όπως επέτασσε η κορινθιακή κεραμική. Ο μεγαλύτερος αριθμός τους αποδίδεται στο εργαστήριο του Ζωγράφου του Πόλου. Στο β΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ., η λουτροφόρος αναδεικνύεται στο προσφιλέστερο ανάθημα στη χθόνια θεά. Σε θραύσματα διακρίνονται πομπές γυναικών και ανάγλυφα ή ζωγραφιστά φίδια. Στην αρχή του 5ου αιώνα π.Χ., κύλικες μαζικής παραγωγής με άτεχνο διονυσιακό διάκοσμο μεταφέρουν εικόνα φτώχιας. Ωστόσο, ο μεγάλος τους αριθμός δείχνει ότι η άσκηση της λατρείας συνεχίζει αμείωτη. Στη θεά αφιερώνονται, χωρίς να την απεικονίζουν, και πήλινα γυναικεία ειδώλια.

Περιήγηση στον αρχαιολογικό χώρο του Ραμνούντος Βασίλειος Πετράκος

Το Αμφιάρειο του Ραμνούντος. Αναπαράσταση (σχ. Κ. Ηλιάκη). Ο Ραμνούς ανήκε στο δήμο της Αιαντίδος. Εκτός από τα δύο του ιερά, της Νέμεσης και του Αμφιάραου, τον Ραμνούντα αποτελούν η Βόρεια και η Νότια οδός, και το πυκνοκατοικημένο φρούριο με τα μαρμάρινα τείχη, με κτήρια δημόσια και ιδιωτικά. Διττός ήταν ο προορισμός της φρουράς: να φυλάει τα σύνορα της Αττικής με τη Βοιωτία και να εξασφαλίζει το ανεμπόδιστο πέρασμα των αθηναϊκών πλοίων που περιπολούσαν τον Ευβοϊκό διατηρώντας τον ελεύθερο από τους πειρατές. Χωρίς τα φρούρια του Ραμνούντος και του Σουνίου η Αθήνα αποκοβόταν από την Εύβοια που την προμήθευε με στάρι. Πλησιάζοντας την περιοχή του Ραμνούντος από το δρόμο της Σταμάτας, βρισκόμαστε στην πεδιάδα του Λιμικού, που τότε διέσχιζε απ’ άκρου σ’ άκρο η Νότια οδός, πλαισιωμένη από ταφικούς περιβόλους του 4ου αιώνα π.Χ. από άσπρο, ντόπιο μάρμαρο. Η οικογένεια του Μενεστίδου μάς άφησε ένα επιτύμβιο ανάγλυφο και ο Ευφράνωρ μια επιτύμβια στήλη. Το τελευταίο, λιθόστρωτο τμήμα της Νότιας οδού οδηγεί στο ναό της Νέμεσης. Σήμερα βλέπουμε τα ερείπια δύο ναών του 5ου αιώνα π.Χ. Πριν από αυτούς υπήρξε ένας ναός από τις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα, στα τέλη του οποίου χτίστηκε άλλος ναός, δωρικού ρυθμού, από ωραίο λευκό πουρί της Αττικής που υποθέτουμε ότι καταστράφηκε από τους Πέρσες. Μετά τα Περσικά, χτίστηκε τρίτος ναός της θεάς, που συνήθως λέγεται πολυγωνικός ή μικρός ναός. Όταν χτίστηκε ο τέταρτος ναός της Νέμεσης, ο μικρός ναός έγινε «θησαυρός», αποθήκη αναθημάτων. Ο νέος ναός της Νέμεσης, περίστυλος, δωρικού ρυθμού, από άσπρο ντόπιο μάρμαρο, άρχισε να οικοδομείται στα μέσα περίπου του 5ου αιώνα π.Χ. και έμεινε σε πολλά σημεία ημιτελής. Από τα κεραμίδια του από πεντελικό μάρμαρο σώθηκε, ως «περιπλανώμενος λίθος», όπως θα έλεγε ο Louis Robert, ένας στρωτήρας που βρέθηκε στη Σκάλα Ωρωπού. Το λατρευτικό άγαλμα και η βάση του, έργα και τα δύο του αγαπημένου μαθητή του Φειδία Αγοράκριτου, θρυμματίστηκαν μετά μανίας από τους χριστιανούς. Ο Βόρειος δρόμος του Ραμνούντος έχει μνημεία μεγάλα και πολυτελή. Ξεχωρίζουν ο περίβολος της Μνησικράτειας και του Λυσίππου, του Πυθάρχου, του Φανοκράτους και, ιδιαίτερα, του Ιεροκλέους. Κατηφορίζοντας τον βόρειο δρόμο, ο αρχαίος Ραμνούσιος αντίκριζε στο τέρμα του ένα μικρό ακριτικό χωριό, προστατευμένο από ισχυρό τείχος, το φρούριο. Δύο δρόμοι, ο ανατολικός και ο δυτικός, οδηγούσαν στο κέντρο του χωριού, την αγορά, που εδώ χρησίμευε και ως θέατρο. Γύρω της υπήρχαν μαγαζιά, εργαστήρια και κατοικίες, συχνά διώροφες. Στο γυμνάσιο γυμνάζονταν και οι στρατιώτες της φρουράς. Από τη λαμπαδηδρομία κατά τα Νεμέσεια, έχουν σωθεί αρκετά από τα αναθήματα των εφήβων με χαραγμένα τα ονόματά τους. Στον άνυδρο Ραμνούντα οι αρχαίοι άνοιξαν πλήθος πηγαδιών, αντλώντας το νερό με ένα μηχανισμό με αντίβαρα, με τον «κήλωνα» ή «κηλώνειον» που σήμερα ονομάζεται «γεράνι». Το ψηλότερο μέρος του φρουρίου ανήκε στους στρατιωτικούς που, με ιδιαίτερη δίοδο, μπορούσαν να βρεθούν γρήγορα στην ακτή σε περίπτωση ανάγκης. Τέλος, ιατρική φροντίδα παρείχε από τον 5ο αιώνα π.Χ. το μικρό ιαματικό ιερό του ήρωα γιατρού Αριστόμαχου. Τον υποκατέστησε ο Αμφιάραος με ένα μικρό ιερό χτισμένο κοντά στο φρούριο, πάνω στα βράχια.

Τα ιερά της Τετραπόλεως του Μαραθώνα Άρτεμις Ωνάσογλου

Ο Τύμβος του Μαραθώνα σήμερα. Ήταν τόσο ασύλληπτο αυτό που συνέβη το 490 π.Χ., ώστε οι Έλληνες απέδωσαν τη νίκη στην ανάμειξη των θεών. Μαζί με τον Μιλτιάδη, τον Καλλίμαχο και τους άλλους, στη γνωστή εικόνα της Ποικίλης Στοάς της Αγοράς των Αθηνών, ο Πάναινος κατέγραψε την παρουσία της Αθηνάς, του Πάνα, του Ηρακλή, του Θησέα, του Μαραθώνα, του Εχετλαίου. Στην περιοχή της Τετραπόλεως, που απαρτίζεται από τους οικισμούς του Μαραθώνα, της Τρικορύθου, της Οινόης και της Προβαλίνθου, πιστοποιείται τόσο η λατρεία του Ηρακλή και του Πάνα όσο και της Αθηνάς. Ωστόσο, μόνο δύο είναι τα ταυτισμένα ιερά: το ρωμαϊκό ιερό της Ίσιδας στην Μπρεξίζα και η σπηλιά του Πάνα στην Οινόη. Από επιγραφή του πρώιμου 5ου αιώνα π.Χ. πληροφορούμαστε ότι η γιορτή και οι αγώνες για τον Ηρακλή, που προσφωνείται και «εμπύλιος», τώρα αναβαθμίζονται. Πολυθάλαμη σπηλιά, φορτωμένη σταλακτίτες και σταλαγμίτες, με έντονη χρήση από τα νεολιθικά ως τα υστεροελλαδικά χρόνια, γίνεται τόπος λατρείας του Πάνα από τον 5ο αιώνα π.Χ. Βρέθηκε μεγάλος αριθμός ειδωλίων του Πάνα και των Νυμφών που λατρεύονταν στη σπηλιά μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η τρίτη θεότητα που συσχετίζεται με τη μάχη του Μαραθώνα είναι η Αθηνά «Ελλωτίς». Το ιερό του Διονύσου, όπου στήνονταν τα ψηφίσματα της Τετραπόλεως, τοποθετείται στην πεδιάδα. Εκεί κοντά βρισκόταν και ο τάφος του ήρωα ιατρού Αριστόμαχου. Ο Φιλόχωρος μας πληροφορεί για την ύπαρξη δύο ιερών του Απόλλωνα, ως Πυθίου στην Οινόη και ως Δηλίου στον Μαραθώνα. Τη λατρεία της Άρτεμης βεβαιώνει επιγραφή πάνω σε μαρμάρινα μέλη βωμού.

Το ιερό της Ίσιδας στον Μαραθώνα Ιφιγένεια Δεκουλάκου

Άγαλμα Ίσιδος, Γόρτυνα (180-190 μ.Χ.). Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Το σπουδαιότερο κέντρο λατρείας του Σάραπη και της Ίσιδας στην Ελλάδα, σε όλη την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, ήταν στη Δήλο, όπου το πρώτο Σαραπείο ιδρύεται το 220 π.Χ. Στον Μαραθώνα, δίπλα στη θάλασσα, στο έλος της Μπρεξίζας και 1.500 μ. νότια από τον τύμβο των Αθηναίων, βρέθηκαν τα λείψανα μεγάλου αιγυπτιακού ιερού της Ίσιδας του 2ου αιώνα μ.Χ. Από τον περίβολο διατηρείται τμήμα με μνημειακό πρόπυλο. Μπροστά από το πρόπυλο βρέθηκε αιγυπτιάζον μαρμάρινο άγαλμα σε υπερφυσικό μέγεθος: Νεαρός άντρας στη γνωστή μετωπική στάση, με τα χέρια κολλημένα στα πλευρά, προβάλλει το αριστερό πόδι. Φοράει περίζωμα και πόλο. Μαζί του βρέθηκε το κάτω μέρος μαρμάρινου αγάλματος της Ίσιδας, με τις χαρακτηριστικές πτυχές του ιματίου που δένεται μπροστά στο στήθος (ισιακόν άμμα). Σε τμήμα από το υπέρθυρο της εισόδου σώζεται ανάγλυφος ηλιακός δίσκος και γύρω του ουραίος (φίδι), σύμβολα της θεάς. Από το μνημειακό πρόπυλο, μαρμαροστρωμένη πομπική οδός οδηγεί στο ναό της Ίσιδας. Μέρος της λατρείας τελείται στον υπαίθριο χώρο του ναού, στην αποκορύφωσή της όμως φτάνει μέσα στο άδυτο, όπου και το άγαλμα της θεάς. Στη ρωμαϊκή εποχή είχαν καθιερωθεί δύο μεγάλες γιορτές της Ίσιδας. Στα Πλοιαφέσια, ιερέας και μυημένοι εγκαινίαζαν τη νέα περίοδο της ναυσιπλοΐας ρίχνοντας το πλοίο της Ίσιδας στη θάλασσα. Στα Ισεία, γιόρταζαν τη «ζήτηση» και «εύρεση» του Όσιρη, που συμβόλιζε το θάνατο και την ανάσταση του θεού. Στην ανατολική πλευρά του περιβόλου, ήρθε στο φως πολυτελές βαλανείο, σύγχρονο με το ναό. Δεν είναι διόλου απίθανο τα δύο οικοδομήματα να συσχετίζονται με την οικοδομική δραστηριότητα του Ηρώδη Αττικού

Ο ναός της Ταυροπόλου Αρτέμιδος στη Λούτσα Κλαίρη Ευστρατίου

Πήλινος αναθηματικός πίνακας με παράσταση Αρτέμιδος πάνω σε ταύρο. Τέλος 6ου αι. π.Χ. Μουσείο Βραυρώνος. Ο πώρινος δωρικός περίπτερος ναός είναι σχεδόν ολόκληρος θαμμένος κάτω από την άμμο. Νότιά του αποκαλύφθηκαν μεγάλο κτηριακό συγκρότημα και μικρό ιερό με πρόναο και άδυτο. Τα ευρήματα στον αποθέτη, ειδώλια, κοσμήματα, κεραμική γεωμετρικής εποχής και οι τυπικοί κρατηρίσκοι με τις διπλές λαβές, συγγενεύουν με εκείνα του ιερού της Βραυρώνας. Οι γραπτές πηγές, ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια εν Ταύροις (1449-1461) και ο Μένανδρος στους Επιτρέποντες, υποβάλλουν την ιδέα μιας οργιαστικής λατρείας της θεάς, με γλέντια διονυσιακού περιεχομένου και μίμηση ανθρωποθυσιών, στοιχεία που για την Άρτεμη ξενίζουν. Είναι φανερό ότι δεν έχουν γίνει ακόμη σαφείς οι ιδιότητες της Αρτέμιδος ως Ταυροπόλου.

Το ιερό της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα Κλαίρη Ευστρατίου

Αναθηματικό ανάγλυφο που εικονίζει τη θεά Άρτεμη καθιστή σε βράχο να ακούει τους ικέτες. Λίγοι τόποι θα ήταν εξίσου ταιριαστοί για την ίδρυση ενός ιερού στην Άρτεμη. Στην αρχαιότητα, πλάι στο ιερό έρρεε ο ποταμός Ερασίνος που, εκβάλλοντας στη γειτονική θάλασσα, σχημάτιζε πλατιά αμμουδερή γη, το έλος. Με τον ποταμό ενώνονται άφθονα υπόγεια νερά. Το φυσικό τοπίο, πράο αλλά ανήμερο, για ζώα και φυτά ελεύθερα και ανέγγιχτα από χέρι ανθρώπου, είναι αναπόσπαστο μέρος της ιερότητας του χώρου. Η παρέμβαση του ανθρώπου, ειδικά του σημερινού, παραμένει ανεπιθύμητη. Οι παλαιότεροι κάτοικοι της Βραυρώνας, γύρω στο 3500 π.Χ., ιδρύουν την προϊστορική τους ακρόπολη στον πτυχωτό λόφο με το σχήμα φεγγαριού. Στην ύστερη πρωτοελλαδική και μεσοελλαδική περίοδο η περιοχή ακμάζει. Ο πληθυσμός μεγαλώνει στα μυκηναϊκά χρόνια, στα υπομηκηναϊκά χρόνια όμως η περιοχή εγκαταλείπεται. Ο Θουκυδίδης μάς πληροφορεί ότι η Βραυρώνα είναι μία από τις δώδεκα προϊστορικές πόλεις που ο Θησέας οδήγησε στο «συνοικισμό». Ο Ηρόδοτος διηγείται το περιστατικό της απαγωγής των αθηναίων γυναικών, που βρίσκονταν στο ιερό της Βραυρώνας, από τους Πελασγούς της Λήμνου. Και ο Ευριπίδης, στην Ιφιγένεια εν Ταύροις, εμφανίζει την Αθηνά να προλέγει στην κόρη του Αγαμέμνονα πως της Άρτεμης ιέρεια θα γίνει στη Βραυρώνα, όπου και θα ταφεί σαν έρθει η ώρα, κι αφιερώματα θα παίρνει τα ωραιότερα ρούχα γυναικών που πέθαναν στη γέννα. Πράγματι, κοντά στο βωμό του ιερού εντοπίστηκε το «κενήριον», ο τάφος της Ιφιγένειας, και μικρός ναός, το ηρώον της. Η Βραυρωνία Άρτεμις, θεότητα παλαιά, είναι ευπρόσδεκτη στην Ακρόπολη των Αθηνών τον 6ο αιώνα π.Χ. , όταν ο Πεισίστρατος τής κτίζει το Βραυρώνιο. Από το Βραυρώνιο ξεκινούσε η πομπή της μεγάλης γιορτής των Βραυρωνίων που γινόταν κάθε πέντε χρόνια. Τα παλαιότερα ευρήματα που σχετίζονται με τη λειτουργία του ιερού στη Βραυρώνα ανάγονται στον 9ο αιώνα π.Χ. Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. κτίζεται ο μεγάλος πώρινος δωρικός ναός της Άρτεμης πάνω από το μέρος όπου υπόγεια φλέβα του Ερασίνου αναβλύζει νερό. Από το ναό σώζονται μόνο τα θεμέλια. Το λατρευτικό άγαλμα της θεάς, που θεωρείται έργο του Πραξιτέλη, δεν σώθηκε. Προς το τέλος του ίδιου αιώνα κτίζεται σε σχήμα Π η «στοά των άρκτων», που πλαισιώνει προς Β τον υπαίθριο χώρο του ναού σχηματίζοντας ορθογώνια αυλή. Στα δωμάτια της στοάς έμεναν τα παιδιά στη διάρκεια της θητείας τους. Μπροστά από το ναό υπήρχε ο βωμός, τόπος θυσίας αλλά και λατρευτικών τελετών που απεικονίζονται στους πήλινους κρατηρίσκους με διπλές λαβές, χαρακτηριστικούς της λατρείας της Άρτεμης και ως Ταυροπόλου και ως Μουνιχίας. Κοριτσάκια γυμνά ή με κοντούς, κροκωτούς χιτώνες, κάποια με μηνοειδές στεφάνι στα μαλλιά, τρέχουν και χορεύουν γύρω από το βωμό στη διάρκεια της «αρκτείας» τους, διαβατήριου έθιμου προς την ενηλικίωση. Σε ένα από τα μεγαλύτερα ιερά της αρχαιότητας αναδεικνύουν το ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος το πλήθος και η ποιότητα των ευρημάτων. Αγάλματα παιδιών, ανάγλυφα με σκηνές λατρείας, κοσμήματα, παραστάσεις στα αγγεία, τα χρυσοϋφασμένα ρούχα των γυναικών, κι ας μη σώθηκαν, δείχνουν ξεκάθαρα τη θέση της θεάς στον πλουμιστό κόσμο των γυναικών.

Το ιερό του Σουνίου Μαρία Οικονομάκου-Σαλλιώρα

Ο ναός της Αθηνάς στις Καβοκολόνες. Πίνακας του W.H. Barlett, 1830. Το Σούνιο, στην είσοδο του Σαρωνικού και του Ευρίπου, ήταν ζωτικής σημασίας για την άμυνα της Αττικής. Ένα από τα πέντε σημαντικότερα φρούριά της, χτισμένο στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., στέγαζε μόνιμη φρουρά. Στο νοτιότερο άκρο της χερσονήσου βρέθηκαν πρωτοελλαδικοί κιβωτιόσχημοι τάφοι, λεπίδες οψιανού και τμήματα κυκλαδικών ειδωλίων που αποδίδονται σε υπαίθριο πανάρχαιο ιερό. Άλλωστε, η πρώτη αναφορά στο «ιερό Σούνιο» βρίσκεται στην Οδύσσεια (γ 278). Στο ψηλότερο σημείο της απόκρημνης άκρης της χερσονήσου, ο πώρινος, περίπτερος δωρικός ναός στον Ποσειδώνα (τέλος 6ου αιώνα π.Χ.) καταστράφηκε στις περσικές επιδρομές. Επί Περικλή συνεχίστηκε η κατασκευή του ερειπωμένου ναού που τώρα ήταν μαρμάρινος, περίπτερος και με δύο κίονες μεταξύ παραστάδων στον πρόναο και το σηκό. Πάνω από τον πρόναο υπήρχε ζωφόρος με σκηνές Κενταυρομαχίας. Από τα αρχαϊκά αναθήματα βρέθηκαν πολλά κομμάτια κούρων από τα οποία συναρμολογήθηκαν δύο. Οι κούροι ήταν τοποθετημένοι γύρω από τον πώρινο ναό. Στην κορυφή ενός χαμηλότερου λόφου, στην ανατολική πλευρά της χερσονήσου, ιδρύθηκε το ιερό της Αθηνάς Σουνιάδος. Ο σηκός χωριζόταν με κιγκλίδωμα σε δύο μέρη, και στο ανατολικό υπήρχε το βάθρο της θεάς. Κιονοστοιχίες υπήρχαν μόνο στις δύο πλευρές, νότια και ανατολική, ιδιομορφία που εντυπωσίασε τον Βιτρούβιο. Στη βορειοανατολική πλευρά του περιβόλου της Αθηνάς υπήρχε μικρότερος ναός. Όταν ο Παυσανίας περιηγείται την Αττική αποδίδει στην Αθηνά το ναό του Ποσειδώνα, που διατηρούσε πλέον μόνο τις κιονοστοιχίες. Η λανθασμένη απόδοση διατηρήθηκε ως τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το λάθος του Παυσανία διόρθωσαν οι ανασκαφικές έρευνες του Β. Στάη (1899 και 1900).

Τα ιερά του Πειραιά Γεώργιος Σταϊνχάουερ

Ανάγλυφο από το Ασκληπιείο Πειραιά, αρχές 4ου αι. π.Χ. Θεραπεία ασθενούς από τον Ασκληπιό. Πίσω του η Υγεία. Μουσείο Πειραιώς. Τρεις είναι οι πειραϊκές λατρείες που διεκδικούν παναθηναϊκή ακτινοβολία. Αν το ιερό της Άρτεμης στην άκρα της Μουνιχίας είναι το αρχαιότερο και το πιο σημαντικό, το κατεξοχήν πειραϊκό ιερό είναι το Διισωτήριο, ιερό του Διός Σωτήρος και της Αθηνάς. Η επίκληση του Δία που, επιπλέον, κρατά τη Νίκη, πιθανόν συνδέει την ίδρυση του ιερού με τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Με την ίδρυση του λιμανιού σχετίζεται και το ιερό της Αφροδίτης που ιδρύθηκε από τον Θεμιστοκλή και ξανά από τον Κόνωνα. Η τρίτη μεγάλη πειραϊκή λατρεία τοποθετείται στη Ζέα, όπου ο Ασκληπιός αποβιβάστηκε φτάνοντας στην Αθήνα. Εκεί ιδρύεται το πρώτο αττικό Ασκληπιείο και γιορτάζονται τα Επιδαύρια. Η θάλασσα του Πειραιά φιλοξενούσε τις λεμβοδρομίες των Παναθηναίων και των Αιαντείων, το ιερό λουτρό του αρχαίου αγάλματος της Αθηνάς στα Πλυντήρια ή των μυστών την πρώτη μέρα των Ελευσινίων. Από τις δημοτικές γιορτές διάσημα είναι τα Διάσια, αφιερωμένα στον Δία Μειλίχιο που λατρευόταν με μορφή φιδιού, τα Πληρώσια, τα Θεσμοφόρια, τα Θήσεια. Τα Διονύσια του Πειραιά, με παραστάσεις τραγωδιών και κωμωδιών, τοποθετούνται σε ίση μοίρα με τα Λήναια και τα Διονύσια εν άστει. Τον Πειραιά χρωμάτιζαν οι εξωτικές, ξένες λατρείες. Από τα αρχαιότερα ιερά (5ος αιώνας π.Χ.) είναι αυτά της θρακικής Βενδίδος, που συγγενεύει με την Άρτεμη, της φρυγικής Μητέρας των Θεών, που συνοδεύεται από τον Άττη, του Σαβαζίου και, πιθανόν, της Αιγύπτιας Ίσιδος. Στα ελληνιστικά χρόνια θα προστεθούν οι λατρείες του Άμμωνος και του Σαράπιδος αλλά και άλλων θεοτήτων, φρυγικών, καρικών, συριακών και φοινικικών. Στους ρωμαϊκούς χρόνους ακμάζει ιδιαίτερα ένα από τα παλαιότερα Ίσεια της Ελλάδας, όπου η θεά συνδέεται με τη ναυσιπλοΐα.

Το ιερό της Αρτέμιδος Μουνιχίας Λυδία Παλαιοκρασσά

Κεφάλια πήλινων γυναικείων ειδωλίων (Πειραιάς, Αρχαιολογικό Μουσείο Το 1935, ανάμεσα στην κατεδάφιση της έπαυλης Κουμουνδούρου και την οικοδόμηση του κτηρίου για τον Ναυτικό Όμιλο Ελλάδος, μόνο μια σωστική ανασκαφή πρόλαβε να παρεμβληθεί στην κορυφή της μικρής χερσονήσου που δεσπόζει του λιμανιού της Μουνιχίας, του Τουρκολίμανου. Τα περισσότερα από τα κινητά ευρήματα ήταν αναθήματα των κοριτσιών πριν από το γάμο τους. Πήλινα ειδώλια νηπίων, αγοριών και κοριτσιών, γυναικών και πλαγγόνων αναδεικνύουν τις ιδιότητες της Άρτεμης ως Κουροτρόφου, ως της θεάς που επιβλέπει την ενηλικίωση και οδηγεί από την παιδική ηλικία στην εφηβεία και το γάμο. Η ιστορία της περιοχής, αδιάσπαστη, αρχίζει στο τέλος της Νεολιθικής περιόδου. Το ιερό, που ιδρύθηκε τουλάχιστον το 10ο αιώνα π.Χ., γνώρισε μεγάλη ακμή στον 8ο και 7ο αιώνα π.Χ., όπως μαρτυρούν η κεραμική αλλά και τα άφθονα πήλινα ειδώλια. Μια δεύτερη άνθηση σημειώνεται μετά τα Περσικά, όταν η «αρκτεία» γίνεται η κυριότερη εκδήλωση της λατρείας. Στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. αρχίζει να διαφαίνεται η παρακμή του ιερού. Σύμφωνα με την παράδοση, το ιερό ίδρυσε ο μυθικός βασιλιάς της Αττικής Μούνιχος. Ιερέας ήταν ο Έμβαρος, όταν ξέσπασε λοιμός ύστερα από το φόνο μιας άρκτου. Ο Έμβαρος τότε εξασφάλισε κληρονομική ιεροσύνη επειδή πρόσφερε την κόρη του στη θεά. Στη θυσία όμως, ο Έμβαρος αντικατέστησε την κόρη του με μια γίδα. Σε ανάμνηση του περιστατικού, οι κόρες έπρεπε να «αρκτεύουν» στη θεά πριν από το γάμο τους. Αρχαίες επιγραφές μάς πληροφορούν ότι και οι έφηβοι είχαν καθήκοντα προς την προστάτιδά τους. Συμμετείχαν στη γιορτή της θεάς στις 16 του μήνα Μουνιχιώνα, έπαιρναν μέρος σε αγώνες με τα ιερά πλοία, σε θυσίες στη θεά και σε πομπές προς τιμήν της.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα: ειδήσεις, συνέδρια, εκθέσεις, βιβλία, αλληλογραφία Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Το αρχαίο θέατρο στην περιοχή της Τρυπητής, στη Μήλο. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Το ελληνικό τμήμα του ICOM / Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων αφιέρωσε φέτος τη Διεθνή Ημέρα των Μουσείων (18η Μαΐου) στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο – Η Ασπασία Παπαθανασίου και οι συνεργάτες της δημιουργούν το «Κέντρο Έρευνας και Πρακτικών Εφαρμογών του Αρχαίου Ελληνικού Δράματος» - Τμήμα ψηφιδωτού του 3ου αιώνα μ.Χ. με κεφαλή Μέδουσας επέστρεψε στο Μουσείο Σπάρτης από όπου είχε κλαπεί – Η ιστιοσανίδα (surf) ξεκίνησε από την Αφροδίτη, υποστήριξε ο καθ. C. Bérard σε διάλεξη στην Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή

Συνέδριο

Το «Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Κέντρο για την Πολιτισμική Κληρονομιά» στο Ravello, κοντά στη Νεάπολη της Ιταλίας, διοργάνωσε για δεύτερη φορά το ευρωπαϊκό εργαστήριο «Τεχνολογία και ανάλυση των αρχαίων γλυπτών λίθων» (9-12 Δεκεμβρίου 1990).

Εκθέσεις

Στο Σπίτι της Κύπρου άνοιξε έκθεση με 60 αρχαιολογικά εκθέματα του Μουσείου του Ιδρύματος Πιερίδη - Στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης άνοιξε έκθεση με πάνω από 200 κυπριακά νομίσματα, συλλογή του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Κύπρου - Στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης εγκαινιάστηκε έκθεση (29.4.1991-5.2.1992) με θέμα «Τα μεταξωτά της Προύσας. Από το κουκούλι στο μετάξι και στα μεταξωτά υφάσματα»

Βιβλία

Piero Ventura / Gian Paolo Ceserani, Τροία. Αναζητώντας τους χαμένους πολιτισμούς, Άμμος, Αθήνα 1990 – Πωλ Φωρ, Η καθημερινή ζωή την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου, Παπαδήμας, Αθήνα 1991 – Κλοντ Μοσσέ, Η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα, Παπαδήμας, Αθήνα 1991 – Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Ο γελωτοποιός και η αλήθεια του, Καστανιώτης, Αθήνα 1991

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Διαλέξεις

Με πρωτοβουλία της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας (Ε.Α.Ε.), νέα σειρά διαλέξεων προγραμματίστηκε για το τρίμηνο Μαρτίου-Μαΐου 1991

Συνέδρια

Με μεγάλη επιτυχία έγινε στους Δελφούς, από 19 ως 21 Απριλίου 1991, το 2ο Διεθνές Συνέδριο Αρχαιομετρίας για τη Νότια Ευρώπη Στην Κίνα, 2-9 Αυγούστου 1991, θα διεξαχθεί το 13ο Συνέδριο INQUA (International Congress on Quaternary Research) - Tο International Symposium on Ancient and Historic Metals: Conservation and Scientific Research θα φιλοξενηθεί από το Μουσείο J. Paul Getty των ΗΠΑ, 21-23 Νοεμβρίου 1991

Βιβλία

C.A. Brebbia (επιμ.), Structural Repair and Maintenance of Historical Buildings, Φλωρεντία 1989 - M. Nordon, L'eau conquise: Les origines et le monde antique, Masson, Παρίσι 1991 – D.A. Hardy κ.ά. (επιμ.), Thera and the Aegean World III, Proceedings of the Third International Congress, Santorini, Greece, 3-9 September 1989, Λονδίνο 1990

English summaries: Attica in prehistoric times Maria Pantelidou Gofa

The first human settlement in Attica dates back to the early years of the Prehistoric era. The earliest traces of inhabitation can be found in the vicinity of Ramnous, Marathon, Raphina, Loutsa, Vravrona and Lavrion. Furthermore, Anavyssos, Laghonissi and then Athens as well as various sites alongside the rivers of Ilissos and Kifissos are areas which have supplied us with adequate information on human habitation during the Late Neolithic period. The oldest settlement lies on the Nea Makri sea-shore under the present town. Its houses, large and well built, were equipped with storage rooms for the safekeeping of goods. The inhabitants were peasants, hunters and seamen who managed to maintain mutual relations with Sterea, Thessaly and the Cyclades. During the Proto-Helladic period the population increased and new settlements were created. In the Mycenean era, the entire area of Attica was inhabited and followed the development of the main Mycenean centers of the rest of Greece. By the end of the Mycenean world many settlements in Attica were abandoned or diminished, thus paving the way for the rise and dominance of the city of Athens.

The Amphiaraeion of Oropos Vasileios Petrakos

At the northernmost point of Attica, amidst a pine- forest is located the major sanctuary of ancient Greece, dedicated to the chthonian god Amphiaraos. It was founded at the end of the fifth century BC and was a healing sanctuary. People suffering from physical illness or from the burden of crucial problems asked the god's help in order to be cured or relieved. To achieve their objective, the god's suppliants had to follow a certain procedure. Instructions were given to them either by the sanctuary's personnel or by the text incised on a specific stele (sacred law). The physical or psychological disease was healed or counseled by the god while the patient was asleep. The edifices of the sanctuary are built along the banks of the ravine torrent. On the left bank the official buildings are located (the stoa, theater, temple, altar, e.t.c), while to the right the living quarters lie.

The sanctuary of Nemesis at Ramnous Vasileios Petrakos

The happy for the Athenians conclusion of the Persian wars made the until then obscure sanctuary of Nemesis famous. The renowned statue of the goddess Nemesis, a work by Pheidias' pupil Agorakritos, maintained its fame until the end of the ancient world. Τhe equally important relief representation decorating the statue 's base shows Helen to be led by Leda, her stepmother, and by Nemesis, her natural mother. Nemesis personifies retributive, divine justice but also order, moderation and balance. In the Ramnous sanctuary, the religious centre of Ramnous municipality, the ruins of two temples prevail, the smallest of whch scholars relate to Themis, goddess of justice, who was also worshiped here. Excavations of recent years have brought to light much new data concerning the religious and political life of the Ramnous municipality.

Ceramics from the temple of Nemesis at Ramnous Helen Theocharaki-Tsitoura

The ceramics from the temple of Nemesis at Ramnous, dating from the early sixth to the mid-fifth century BC, comprise shards of ex votos, black-figured and black painted pottery, utensils of domestic use and figurines. Typical sixth century vessels are the loutrophoroi dedicated to the chthonian nature of Nemesis, while the cylices are characteristic earthenware of the fifth century.

The sanctuaries of the Marathon Tetrapolis Artemis Onassoglou

Marathon is closely related to the famous battle of 490 BC, which has been vividly described by Herodotus. The heroes and gods who contributed to this Greek victory were worshiped in the Marathon tetrapolis which consisted of the Marathon, Trikorynthos, Oenoe and Provalinthos settlements. Apollo, Artemis as well as Dionysus were deities who were also worshiped in Marathon. Heracles was considered to be the patron and major hero of Marathon. His sanctuary is located at the Valaria vicinity, while Pan and the Nymphs were worshiped in a multi-chambered cave to the NW of Oenoe. The sanctuaries of the other deities, known from literary sources, have not as yet been located with certainty.

The sanctuary of Isis at Marathon Ifigenia Dekoulakou

Isis belongs to the older Egyptian deities and according to the Pyramid Texts she is the daughter of Geb and Nut, sister of Set and Nephthis, sister and wife of Osiris. The myth of Isis and Osiris is narrated by Plutarch and according to Herodotus, who visited Egypt in the fifth century BC, they were the only gods worshipped at the time. The cult of Isis becomes very popular and spreads to the entire Mediterranean area, Greece included. The trading relations between Athens and Egypt resulted among other things in the importing of the cult of Isis to Piraeus, already in the fourth century BC. Thereafter, Isis is ascribed with faculties belonging to Demeter, is identified with Aphrodite and is Hellenized since her cult is adopted in many Greek regions. Her sanctuary at Marathon by the sea was brought to light in 1968. A ruined part of the enclosure and its monumental propylon, from which the processional way leads to the temple, have been preserved. An intact, colossal Egyptian statue of a young man as well as the lower body of a statue of Isis have been discovered in front of the propylon. The sanctuary was founded in the second century AD. Contemporary with the Iseion is the Roman valaneion (=baths), found to the east of the enclosure.

The sanctuary of Artemis at Vravron Clairie Eustratiou

On the eastern coast of Attica, between the present Porto-Rafti and Rafina, flourished one of the most important sanctuaries of antiquity. It was dedicated to Artemis, the great goddess of nature. Life at the vicinity of Vravrona commences in the Neolithic Age (3.500 BC.). Until the end of the Mycenean era settlement is confined to the rocky hill — the prehistoric acropolis — towering over the southern part of the valley. A cemetery, dating from the end of the Mycenean period, has been excavated on the slopes of the neighbouring hill, called Lapoutsi. The sanctuary is famous from the Geometric age, when the first temple was erected. The important demos of Philaides was located at the area, a demos which supplied Athens with renowned politicians and military. During Peisistratos' tyranny in sixth century BC Athens, an edifice with a stoa, the so-called Vravroneion, was erected next to the Chalkotheke and dedicated to Artemis Vravronia. In the fifth century BC the sanctuary reached its climax. The poros Doric temple was built, the bridge was constructed and the stoa was erected in which the so-called "arktoi" (=bears) stayed. The site has been related to the sacrifice of Iphigenia, which took place before the departure of the Greek fleet for the Trojan war. The young offspring of Athenian families used to perform here the Arctaia ritual by imitating bears. The archaeological finds from the excavations conducted there by the most gifted archaeologist loannis Papademetriou are very rich and witness the cult of the great prehistoric goddess Artemis. Gold-woven dresses, jewelry, mirrors, vases, statuettes and other offerings are dedicated to the goddess Artemis as well as to her priestess Iphigenia who, according to myth, is buried here.

The sanctuary of Sounion Mary Salliora- Oikonomakou

Cape Sounion is the southernmost tip of Attica. On the flat top of the cape, the sanctuary of Poseidon was founded and fortified. To the northeast of this sanctuary, on another, lower hillock was erected the temple of Sounias Athena . In the second century AD, when Pausanias visited the ruins of the Poseidon temple, he misconceived them as been the remnants of the Athena temple. This erroneous interpretation has been perpetuated until the early years of the twentieth century, when the excavations conducted by V. Stais in 1989 and 1990 brought to light the fortress and the two sanctuaries, which this time were correctly assigned to the deities to which they had originally been dedicated. Architectonic members from the Poseidon temple — mainly pieces of columns — have been smuggled by seamen and archaeophiles and transferred to various European countries.

The sanctuaries of Piraeus George Steinhauer

Piraeus was a major political and military centre next to Athens, therefore many of the cults flourishing in this town obtained a Panathenaic character. The sanctuary of Artemis Mounichia is considered to be the most important among all others located in the vicinity. The sanctuaries of Zeus Soter and Athena Sotera at the central harbour of Kantharos must also be noted. The third significant cult is that of Asclepius, whose sanctuary was erected at Zea where, according to the myth, he came on shore when he arrived in Attica. In addition, a number of religious festivals testify to the existence of cults such as Diassia, in honour of Zeus Milichius (-Clement Zeus), Perossia, Thersmophoria, Thessia, Dionyssia. Foreign cults, mostly alien to the Greek pantheon, also existed in Piraeus, such as thecult of Voudina, in the fifth century B., and those of Cybele, Savazios, Cyprian Aphrodite, as well as of Isis, Ammon, Sarapis and of other, mainly Phrygian, deities.

The sanctuary of Artemis Mounichia Lydia Palaiokrassa

The ruins of the sanctuary of Artemis Mounichia were discovered in 1935, during construction works, on the south side of the Mounichia harbour — the present Tourkolimano — and on the Koumoundouros peninsula. The researched finds indicate that life at this site already existed in the last phase of the Neolithic Age. Furthermore, it has been ascertained that the cult of the goddess was active in the tenth century BC and reached its climax in the eighth and seventh centuries. The finds dating mainly from the fifth century BC and especially the small craters with double handles prove that the cult and religious hypostasis of the goddess corresponded to those of the Vravronian Artemis. The performed rites are related to the entering maturity procedure of the young Athenean korae and ephebi and the Arctaia ritual is also here an indispensable part of the typikon, as in Vravron.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Οι ελληνικοί αρχιτεκτονικοί ρυθμοί (II) Σταυρούλα Ασημακοπούλου

Περγαμηνό κιονόκρανο από τη Στοά του Ευμένη. Το επιστύλιο στους δωρικούς ναούς επιστέφεται από στενή ταινία στην οποία προσαρμόζονται οι κανόνες. Από τους κανόνες κρέμονται έξι συνήθως σταγόνες ή ήλοι. Στον ιωνικό ρυθμό, η πρόσοψη του επιστυλίου είναι χωρισμένη σε τρεις οριζόντιες τανίες. Η δωρική ζωφόρος εναλλάσσει τρίγλυφα και μετόπες ενώ η ιωνική είτε φέρει τους γεισήποδες είτε διακοσμείται με ανάγλυφες μορφές. Το κορινθιακό κιονόκρανο αποτελείται από τον κάλαθο που περιβάλλουν δύο κάτω ζώνες με οκτώ φύλλα άκανθας η καθεμιά και μια ανώτερη, με έλικες αντί για φύλλα. Στα αιολικά κιονόκρανα δεσπόζουν δύο σχεδόν κατακόρυφοι έλικες που χωρίζονται με ενιαίο ανθέμιο. Περγαμηνά ονομάζονται τα φοινικόσχημα κιονόκρανα της ελληνιστικής Περγάμου, με τα βαθιά αυλακωτά σχηματοποιημένα φύλλα (αυλούς).

Τεύχος 40, Σεπτέμβριος 1991 No. of pages: 106
Κύριο Θέμα: Οι Έλληνες στη Mαύρη Θάλασσα Μαριάννα Κορομηλά

Μονή Τσαλέντζικχα, Γεωργία: οι τοιχογραφίες έγιναν από τον κωνσταντινουπολίτη αγιογράφο κυρ Μανουήλ Ευγενικό το 1384. Το προλογικό αυτό κείμενο διευκολύνει τον αναγνώστη στην κατανόηση του πρωτεύοντα ενοποιητικού ρόλου που διαδραμάτισαν οι Έλληνες στη διαμόρφωση της ιστορίας και της πολιτισμικής φυσιογνωμίας αυτού του Άξενου ή Εύξεινου κόσμου. Εδώ, στα «μαύρα πέλαγα», οι αρχαίοι Έλληνες ήρθαν σε επαφή με φιλοπόλεμους και ιπποτρόφους νομάδες, κτηνοτρόφους απλοϊκούς και γεωργούς φιλήσυχους, άσχετους με τη θάλασσα και το εμπόριο, χωρίς πόλεις, χωρίς γραφή. Οι μόνοι λαοί που μέσα στους αιώνες διατήρησαν την πολιτισμική τους ταυτότητα και ζουν μέχρι σήμερα στα παράλια και στα ενδότερα της ευξεινοποντιακής λεκάνης είναι οι δύο αρχαιότεροι: Έλληνες και Καυκάσιοι. Η ελληνική ήταν η μόνη γραπτή γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε από όλα τα έθνη ως τον 9ο αιώνα, με εξαίρεση τους Καυκάσιους που, τον 4ο αιώνα, όταν εκχριστιανίστηκαν, απέκτησαν δικό τους αλφάβητο. Τον εξελληνισμό των αρχαίων λαών κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους ακολούθησε ο εκχριστιανισμός Χαζάρων, Βουλγάρων και Ρώσων (9ος-10ος αιώνας) από το Βυζάντιο, που επέβαλε στους νεοφώτιστους το δικό του σύστημα αξιών. Παρόμοια, η ναυτιλία και το εμπόριο ήταν αποκλειστικά στα χέρια αρχαίων Ελλήνων και Βυζαντινών ως το 1204, όταν εμφανίστηκαν οι Βενετοί. Ακόμη και ως υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Έλληνες μοιράστηκαν με τους Τούρκους την εμπορική ναυτιλία μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα. Το 1900, οι Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας και της Προποντίδας έφταναν τα 3.000.000. Οι μισοί ζούσαν στις παραδοσιακές εστίες: ανατολική και βόρεια Θράκη, Βιθυνία, Παφλαγονία και Πόντο. Οι υπόλοιποι ζούσαν στις παραδοσιακές περιοχές της ελληνικήςδιασποράς: στο βόρειο τμήμα του Ευξείνου, από τον Δούναβη ως τον Καύκασο.

Ο Άξενος Πόντος των Άθλων. Από τη μυκηναϊκή εποχή ως τα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια. Θεοί, ημίθεοι, ήρωες και ποντοπόροι (1400-635 π.X.) Μαριάννα Κορομηλά

Η πενηντάκωπη Αργώ. Ομοίωμα από το Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, Πειραιάς. Το πέταγμα του Φρίξου και της Έλλης προς την Κολχίδα δεν είναι παρά το προοίμιο. Ο θρύλος της Αργοναυτικής Εκστρατείας είναι εκείνος που θα εκφράσει τη διείσδυση στον «Άξενο Πόντο», με την πενηντάκωπη Αργώ να περνάει τον Βόσπορο τον 13ο αιώνα π.Χ. Οι μύθοι που συνδέθηκαν με τη Μαύρη Θάλασσα δημιουργήθηκαν από τον 14ο-13ο αιώνα ως τον 6ο-5ο αιώνα π.Χ.: οι τέσσερις τελευταίοι άθλοι του Ηρακλή, ο Θησέας στη χώρα των Αμαζόνων, οι μάγισσες Μήδεια και Κίρκη, η γυναίκα-φίδι, η Ιφιγένεια στη χώρα των Ταύρων, και, από τον Τρωικό πόλεμο, ο Αχιλλέας, ο Πάτροκλος, ο Αίαντας κ.ά.

Ο Eύξεινος Πόντος και η Προποντίδα. Aπό τα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια ως την ύστερη αρχαιότητα (630 π.X.-330 μ.X.) Μαριάννα Κορομηλά

Ο θεός Διόνυσος. Οινοχόη του 1ου αι. π.Χ., Ελληνική Μεσημβρία. Ίστρο ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες το προσπελάσιμο για τα πλοία τους τμήμα του Δούναβη, από τις Σιδηρές Πύλες ως τις εκβολές του. Η Ίστρια, που χτίστηκε ανάμεσα στη θάλασσα και τη λιμνοθάλασσα για να ελέγχει το στόμιο του ποταμού, γρήγορα ανέπτυξε εμπορικές ανταλλαγές με τους Γέτες και Δακούς των Καρπαθίων. Πρώτοι οι Σκύθες αρχίζουν τις επιδρομές, ακατάπαυστες μετά το 281 π.Χ., όταν οι Κέλτες περνούν τον Δούναβη. Βουλιάζοντας ανάμεσα στα έλη και υποφέροντας από τις επιδρομές Σλάβων και Αβάρων, η ζωή της Ίστριας έχει τελειώσει προτού φανούν, το 670, οι Πρωτοβούλγαροι Ονογκούρ. Τον εμπορικό και ναυτικό κόσμο της περιοχής συγκέντρωσε η αρχαία αποικία των Μιλησίων Τόμις, που μετονομάστηκε σε Κωνσταντιανά. Στα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β΄ συντρίβει τους Οδρυσούς στην ενδοχώρα της Θράκης, ιδρύει τη Φιλιππούπολη και θεμελιώνει αγροτικές κωμοπόλεις με έποικους από τη Μακεδονία και τον Νότο που θα εξελληνίσουν τους πεδινούς και ημιορεινούς πληθυσμούς. Στα ρωμαϊκά χρόνια, η Φιλιππούπολη γίνεται πρωτεύουσα της επαρχίας Θράκης και ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς της Διαγωνίου οδού που κατασκεύασαν οι Ρωμαίοι. Το 422 π.Χ., σε στρατηγική θέση στο νοτιοδυτικό άκρο της Κριμαίας, οι Δωριείς από την Ηράκλεια του Πόντου ιδρύουν την πόλη Χερσόνησο. Ως τα τέλη του 14ου αιώνα, η βυζαντινή Χερσών θα είναι το αυτοκρατορικό «στρατηγείο» που συγκεντρώνει πληροφορίες για όλους τους λαούς της στέπας. Το 860/1, οι Κύριλλος και Μεθόδιος από τους Χερσωνίτες παίρνουν πολύτιμες πληροφορίες για το Χανάτο των Χαζάρων του Βόλγα-Δον. Εδώ, το 989, γίνεται ο γάμος της πορφυρογέννητης Άννας με τον πρίγκιπα Βλαδίμηρο του Κιέβου. Με τη Βασιλεύουσα στα χέρια Φράγκων και Βενετών και την αντικρινή της Σινώπη ενσωματωμένη στο σελτζουκικό Σουλτανάτο του Ρουμ, η Χερσών δεν μπορούσε να ζήσει. Δημιουργείται η ποντιακή Περατεία, ένα δίκτυο κάστρων και χωριών του κριμαϊκού αιγιαλού, που περνάει στη διοίκηση των Μεγαλοκομνηνών της Τραπεζούντας. Την ώρα που ο Μιχαήλ Παλαιολόγος ανακαταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη (1261), Γενοβέζοι και Βενετοί δημιουργούν αποικίες στην Κριμαία. Η Χερσών μαραίνεται. Γύρω στα 302 π.Χ., ο Μιθριδάτης Α΄ ιδρύει το μικρό βασίλειο του Πόντου με επίσημη γλώσσα τα ελληνικά. Ο τελευταίος Μιθριδάτης θα το επεκτείνει στο μεγαλύτερο μέρος της Μαύρης Θάλασσας. Ο Πομπήιος, το 66 μ.Χ., δίνει οριστικό τέλος στο θαλασσινό βασίλειο που στηρίχτηκε στις δεκάδες ελληνικές πόλεις και τα πλοία τους. Στο βορειότερο άκρο της θάλασσας του Αζόφ (Μαιώτις λίμνη) εκβάλλει ο ποταμός Τάναϊς (Δον), σύνορο Ευρώπης και Ασίας κατά τον Στράβωνα. Οι αρχαίοι Έλληνες έκτισαν εδώ την Ταναΐδα στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., το πιο προωθημένο εμπορικό κέντρο των αποικιών του Κιμμέριου Βοσπόρου. Στον στρατηγικό χώρο του Δον κατέληγαν όλες οι ορδές που ξεκινούσαν από την Κεντρική Ασία. Πρωτεύουσα της περιοχής ήταν το Παντικάπαιον-Βόσπορος, σημερινό Κερτς, στην είσοδο της Αζοφικής. Το Βυζάντιο χρησιμοποίησε κάθε μέσο για να εξασφαλίσει την παρουσία του εδώ αφού, ακόμη και τη νάφθα για το «υγρόν πυρ» από τις αγορές της Αζοφικής την προμηθευόταν. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος θα μνημονεύσει τόσο την «άφθαν», όσο και το «βερζίτικον», τον οξύρρυγχο της Κασπίας και της Αζοφικής που έδινε θαυμάσιο χαβιάρι και έναν σπανιότατο μεζέ.

Ο Ανατολικός Πόντος Μαριάννα Κορομηλά

Ο ηγεμόνας Ιερεμίας Μοβίλα προσφέρει το μοντέλο της εκκλησίας που έχτισε στον Παντοκράτορα. Μονή Σουτσεβίτσα (1582-96). Το συγκρότημα των Ποντικών Άλπεων, παράλληλο προς τη θάλασσα, καταλαμβάνει ολόκληρο τον ανατολικό Πόντο. Δυτικά από τις εκβολές του ποταμού Πυξίτη, σχηματίζοντας τρεις τραπεζοειδείς ταράτσες, ένας επιμήκης λόφος φτάνει ως τη θάλασσα. Αυτόν το λόφο στη χώρα των Κόλχων διάλεξαν οι Σινωπείς για να χτίσουν την αποικία τους τον 7ο αιώνα π.Χ. Μπρος στη δική της θάλασσα ανέκραξαν οι Μύριοι του Ξενοφώντα. Η διάνοιξη από τους Ρωμαίους του ορεινού δρόμου που συνέδεσε την παλιά ελληνική αποικία με την Περσία, την Αρμενία, τη Μεσοποταμία και τη Συρία, ο ελλιμενισμός του στόλου, ο στρατωνισμός των λεγεώνων, η αυξημένη κίνηση, τη μετέτρεψαν σε μεγαλούπολη. Τον 5ο αιώνα ιδρύεται η Επισκοπή Τραπεζούντος, η πόλη γίνεται κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου εξυπηρετώντας συγχρόνως τον ανεφοδιασμό στρατού και στόλου. Εδώ κατέληγε ο δρόμος της Ανατολής, από εδώ έφευγαν τα καράβια για την Κωνσταντινούπολη. Όταν οι περσικές επιδρομές κλείνουν το δρόμο του μεταξιού, η πόλη χάνει την εμπορική της σημασία, παραμένει όμως ιδανική βάση. Με τους Άραβες προ των πυλών έζησε ο ανατολικός Πόντος από τον 7ο ως τον 12ο αιώνα. Η Τραπεζούντα ανασυγκροτείται διοικητικά και στρατιωτικά. Γίνεται πρωτεύουσα του βυζαντινού «θέματος» της Χαλδίας, η Επισκοπή της ανυψώνεται σε Μητρόπολη. Θρυλικό ήταν το «βάνδον» Ματζουκάων της Τραπεζούντας με τους ροπαλοφόρους κτηνοτρόφους που φύλαγαν με τη «ματσούκα» τα περάσματα του βουνού. Μέσα στις πτυχές του βουνού της Ματσούκας, στη χαρακιά ενός πελώριου βράχου, δύο μοναχοί από την Αθήνα εναπόθεσαν την εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας δημιουργώντας, στις αρχές του 11ου αιώνα, τον ασκητικό πυρήνα της Παναγίας στο όρος Μελά. Το 1074, με τους Σελτζούκους προ των θυρών, ο δουξ της Χαλδίας Θόδωρος Γαβράς κηρύσσει τον Πόντο ανεξάρτητο, οργανώνει τους χωρικούς και αναχαιτίζει τη σελτζουκική προέλαση. Η Τραπεζούντα θα εξελιχθεί σε πρωτεύουσα μιας περιοχής που ξέρει να αυτοδιοικείται και να αυτοαμύνεται. Στη διάρκεια της αυτοκρατορίας των Μεγαλοκομνηνών της Τραπεζούντας η ασκητική πολιτεία του όρους Μελά ενισχύεται. Οι Οθωμανοί θα σεβαστούν τη μεγάλη της περιουσία, την απαλλαγή από φόρους και την υπαγωγή της στο Πατριαρχείο. Η Μονή Σουμελά εγκαταλείπεται μόνο μετά την Καταστροφή, το 1923. Τον 17ο και 18ο αιώνα, οι αρχιμεταλλουργοί της Αργυρούπολης αναπτύσσουν ισχυρότατες σχέσεις με το Μοναστήρι. Η Μονή ανακαινίζεται, γίνονται πολλά νέα οικοδομήματα, νέες τοιχογραφίες καλύπτουν τις βυζαντινές. Σήμερα, οι σαθροί σοβάδες φέρουν τοιχογραφίες του 1686, του 1712, του 1744. Τη μονή συνέδραμαν όλοι οι ορθόδοξοι της Μαύρης Θάλασσας και όλες οι διασπορές των Ποντίων. Τον 17ο αιώνα, ξεχωρίζει η μορφή του Τραπεζούντιου Σεβαστού Κυμινήτη. Το 1683, ιδρύει στον Πόντο το Φροντιστήριον της Τραπεζούντος, εκπαιδευτικό ίδρυμα γυμνασιακής και ανώτερης παιδείας. Το 1689 αναλαμβάνει το Ελληνικό Φροντιστήριο στο Βουκουρέστι και γίνεται ο πρώτος καθηγητής-διευθυντής της Πριγκηπικής Ακαδημίας. Εξέχουσα προσωπικότητα υπήρξε και ο Δοσίθεος Νοταράς που καταπολέμησε την καθολική προπαγάνδα και πυροδότησε πολλές εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες. Το έργο του Δωδεκάβιβλος εκδόθηκε το 1715 στο Βουκουρέστι σε τυπογραφείο που είχε ο ίδιος οργανώσει. Το 1707, ο ανιψιός του Χρύσανθος ιδρύει την Πριγκηπική Ακαδημία του Ιασίου.

Άλλα θέματα: Καλαθοπλεκτική και ψαθοπλεκτική: τέχνες με παρελθόν Μαρία Μπελογιάννη

Τεχνική διαπλοκής με σχισμή (split twine). Ελλείψει αποδείξεων, η γέννηση των δύο τεχνών τοποθετείται μετά το 10000 π.Χ. Τα πρωιμότερα δείγματα καλαθοπλεκτικής και ψαθοπλαστικής έδωσαν νεολιθικές θέσεις της Εγγύς Ανατολής, ενώ η πρώτη ευρωπαϊκή μαρτυρία προέρχεται από τους λιμναίους οικισμούς της Ελβετίας, γύρω στο 2500 π.Χ. Ωστόσο, η κατασκευή μιας καλύβας ή μιας παγίδας για ψάρια αποτελούν ενδείξεις ότι ο παλαιολιθικός άνθρωπος γνώριζε την τεχνική της διαπλοκής. Γρήγορα οδηγήθηκε στην κατασκευή του καλαθιού. Καλάθια και ψαθιά, χρησιμεύοντας ως στήριγμα για το στέγνωμα των αγγείων πριν από το ψήσιμο, άφησαν εντυπώματα. Η επίδραση που άσκησε η καλαθοπλεκτική και η ψαθοπλεκτική στη μορφή και το διάκοσμο των κεραμικών αγγείων της Προϊστορικής Ελλάδας καθιστά αναμφίβολη την παρουσία τους. Ανασκαφικές έρευνες σε θέσεις Νεολιθικής και Χαλκής εποχής έφεραν στο φως ικανοποιητικό αριθμό εντυπωμάτων ψάθας στην κυρίως Ελλάδα, την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου. Τέσσερις είναι οι μεγάλες κατηγορίες των τεχνικών καλαθοπλεκτικής και ψαθοπλεκτικής. Η τεχνική διαπλοκής απαντά κυρίως στην ψαθοπλεκτική για την παραγωγή μεταφορικών δοχείων, ψαθιών, σάκων καθώς και ψαροπαγίδων και διχτυών. Εξίσου διαδεδομένη είναι και η τεχνική σπείρας που χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στην παραγωγή καλάθινων δοχείων. Η τεχνική απλής ή διαγώνιας πλέξηςστηρίζεται στην τεχνική των υφαντών και χρησιμοποιείται και από τις δύο τέχνες. Τελευταία χρονικά, η τεχνική λυγαριάς παίρνει το όνομά της από το υλικό. Χρησιμοποιεί τις στρωτές και πολύ ευλύγιστες βίτσες του φυτού κύρια για την παραγωγή καλαθιών. Η βάση τους έχει τη μορφή άστρου είτε στρογγύλου κέντρου, σταυροειδούς ή ωοειδούς. Η τεχνική αυτή κυριαρχεί σε όλες σχεδόν τις θέσεις της Χαλκής εποχής

Ένας Aθηναίος αρχιτέκτονας στην επαρχία: ο Πάνος Καραθανασόπουλος στο Άργος Βασίλης Δωροβίνης

Ταχυδρομικό δελτάριο τυπωμένο στην Ατλάντα των ΗΠΑ με το αρχικό σχέδιο για το ναό του Κεφαλαριού. Ο συγγραφέας συμπληρώνει δύο προηγούμενα άρθρα του (Αρχαιολογία, τεύχη 29 και 35), στα οποία εξέφραζε τη βάσιμη υποψία ότι ο αρχιτέκτονας της δημοτικής νεοκλασικής αγοράς του Άργους, αλλά και του πρόσθετου κτηρίου στο σημερινό δημαρχείο της πόλης, δεν είναι άλλος από τον Πάνο Καραθανασόπουλο, «της σχολής Τσίλερ». Άρθρο του λόγιου Κ. Ολύμπιου σε τοπική εφημερίδα του 1933 έρχεται να επιβεβαιώσει τις υποψίες του. Παράλληλα, τον θέτει στα ίχνη του Καραθανασόπουλου, που την περίοδο 1918-1924 παρουσιάζεται στο Άργος ως αρχιτέκτονας-επιχειρηματίας. Το 1918, ύστερα από έκρηξη που κατέστρεψε τον παλαιότερο ναό της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι του Άργους, ο αρχιτέκτονας αναλαμβάνει την οικοδόμηση νέου, ογκώδους ναού. Οι βαριές κατασκευές και οι μεγάλες επεμβάσεις αστικού τύπου σε ένα τοπίο φυσικό και αγροτικό ήταν άραγε έμπνευση του Καραθανασόπουλου ή του επιβλήθηκαν από τους χρηματοδότες του ομογενείς Αργίτες των ΗΠΑ; Ο συγγραφέας παραθέτει γλαφυρό απόσπασμα από το άρθρο του Κ. Ολύμπιου που έχει μια καλή κουβέντα για όλους: οι Αργείοι είναι «ψωροφαντασμένοι», ο Καραθανασόπουλος είναι «παλαιάς σχολής», οι «οψίπλουτοι ταλαράδες» της Αμερικής είναι και «δολλαριόπουλοι».

Ένα σύμβολο της εσωτερικής επικοινωνίας στη βυζαντινή τέχνη Έφη Αθανασίου

Το «Τρίτο Μάτι» στο μέτωπο του Αγίου Αββάκυρου. Άτριο της Βασιλικής της Santa Maria Antiqua στο Forum της Ρώμης Στο πρόσωπο του Παντοκράτορα της Μονής Δαφνίου μια οριζόντια γραμμή διατρέχει το μέτωπο. Από το μέσον της γραμμής, στην προέκταση της μύτης, κατεβαίνει ένα σχεδόν δακρυόσχημο περίγραμμα ελαφρά διαπλατυσμένο στη βάση του. Στο μέσον της βάσης ζωγραφίζεται μικρό τρίγωνο που επαναλαμβάνεται ανάμεσα στα φρύδια. Σε σπάνιες περιπτώσεις, όπως στον Κωνσταντίνο του ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, το σύμβολο αποκτά τέτοια γεωμετρική σχηματοποίηση ώστε αποκλείει την πιθανότητα να πρόκειται περί ρυτίδας. Με μεγάλη σαφήνεια εμφανίζεται το σύμβολο αυτό στο μέτωπο του Αγίου Αββάκυρου στο άτριο της Βασιλικής της Santa Maria Antiqua, στο Forum της Ρώμης. Το άρθρο διαπραγματεύεται το νόημα αυτού του σχήματος που συμβολίζει το Τρίτο Μάτι (μάτι της σοφίας) και το άνοιγμά του, που επιτυγχάνεται με ορισμένες τεχνικές αυτοσυγκέντρωσης. Το Τρίτο Μάτι, ερμητικό σύμβολο που παρατηρείται κυρίως στη μεσοβυζαντινή ελλαδική τέχνη και συχνότερα σε μοναστικά παρά σε εκκλησιαστικά μνημεία, παραπέμπει στο μυστικισμό και παρέχει ενδείξεις κοινωνικού και θεολογικού περιεχομένου. Στην ιατρική το Τρίτο Μάτι είναι γνωστό ως ένας αδένας, ο κωνοειδής, που βρίσκεται βαθιά μέσα στον εγκέφαλο. Ο Descartes τον αναφέρει ως «έδρα της ψυχής». Μια και σε άλλους πολιτισμούς (αιγυπτιακό, ινδικό, βουδιστικό κ.ά.) το εν λόγω σύμβολο έχει άμεση σχέση με την εσωτερική άσκηση, ενδέχεται στη βυζαντινή τέχνη να συσχετίζεται με κινήματα όπως ο χριστιανικός γνωστικισμός ή ο ησυχασμός.

Μια νέα προϊστορική θέση στη Λέσβο Μάκης Αξιώτης

Το ύψωμα Αγγουρέλια (και ο Αι-Γιάννης) στη ΒΑ Λέσβο. Η Λέσβος δεν ήταν αμέτοχη στον λαμπρό «Πολιτισμό του ΒΑ Αιγαίου» (2800-2000 π.Χ.). Στη Θερμή αποκαλύφθηκε μεγάλος οικισμός που κατοικήθηκε από το 2400 ως το 1200 π.Χ. Ανάλογος θα ήταν και ο οικισμός στη θέση Κουρτήρ του Λισβοριού. Τρίτος οικισμός βρέθηκε στις Χαλακιές της Νυφίδας, ενώ διάσπαρτα σε όλο το νησί είναι τα απομεινάρια αυτής της εποχής. Στη ΒΑ Λέσβο, στην περιοχή της Σαρακήνας, ανακαλύφθηκε μια νέα προϊστορική θέση: ένας μικρός, οχυρωμένος οικισμός πάνω στο ύψωμα Αγγουρέλια που είχε διαμορφωθεί σε ακρόπολη. Περίβολος από αλάξευτες πέτρες, λίγα θεμέλια σπιτιών, όστρακα αγγείων, λεπίδες από πυριτόλιθο, γουδιά, πήλινο σφοντύλι, ένα σπασμένο πιθάρι.

Ιστορία του ξενοδοχείου της «Μεγάλης Βρετανίας» Ελένη Παπανδρέου

Έργο του Θεόφιλου Χάνσεν, το «Μέγαρο Δημητρίου» στην αρχική του μορφή. Η οικία του Αντώνη Δημητρίου, απέναντι από το βασιλικό παλάτι, άρχισε να κτίζεται το 1842. Αν και το κτήριο εντάσσεται στον πρώιμο νεοκλασικισμό, ο αρχιτέκτονας Θεόφιλος Χάνσεν κατάφερε να «σπάσει» την αυστηρή συμμετρία με μια πιο ελεύθερη οργανική διάταξη των χώρων και με παράλληλη χρήση αναγεννησιακών μορφολογικών στοιχείων. Όταν ο Στάθης Λάμψας, με ξενοδοχειακές σπουδές στο Παρίσι, επιστρέφει με σκοπό να δημιουργήσει ξενοδοχείο εφάμιλλο των ευρωπαϊκών, το «Μέγαρο Δημητρίου», τώρα ιδιοκτησίας Σάββα Κέντρου, στεγάζει τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Το 1873, Λάμψας και Κέντρος συνεταιρίζονται και μετατρέπουν το Μέγαρο σε ξενοδοχείο που αρχίζει να λειτουργεί τον ίδιο χρόνο με το όνομα «Μεγάλη Βρετανία». Σε πέντε χρόνια η «Μεγάλη Βρετανία» ήταν ήδη το καλύτερο ξενοδοχείο της Εγγύς Ανατολής και, ως τους δεύτερους Ολυμπιακούς αγώνες του 1906, είχε αποκτήσει πανευρωπαϊκή φήμη. Ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος, γαμπρός του Λάμψα, αναλαμβάνει το 1909 τη διεύθυνση του ξενοδοχείου. Επί των ημερών του αρχίζουν οι σταδιακές επεκτάσεις, ανάμεσά τους και η προσθήκη μιας νέας πτέρυγας στην οδό Πανεπιστημίου το 1930. Το 1957 αποφασίζεται η κατεδάφιση της παλιάς πτέρυγας «Petit Palais» και η ανέγερση στη θέση της νέας πτέρυγας σε σχέδια του πολιτικού μηχανικού Κώστα Βουτσινά. Με τη νέα πτέρυγα, το ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρετανίας» θα περιλάμβανε συνολικά 401 υπνοδωμάτια. Η επέκταση του 1930 προς την Πανεπιστημίου με άλλα ύψη ορόφων, διαφορετική διάρθρωση και κακή μίμηση των άψογων αναλογιών του Χάνσεν, καθώς και η ανέγερση νέου κτηρίου στη θέση του «Petit Palais» συνετέλεσαν στην ολοκληρωτική παραποίηση του μνημειώδους αυτού έργου, αλλοιώνοντας ριζικά σημαντικό μέρος της ιστορικής και αισθητικής του αξίας.

Πρόγραμμα για παιδιά. Παράδειγμα για μεγάλους Μαριάνθη Ημέλλου-Χαραλαμπίδη

Διήμερο εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο Φιλώτι της Νάξου εξοικειώνει τα παιδιά με τον Κυκλαδικό πολιτισμό. Η εκπαιδευτικός Μαριάνθη Ημέλλου-Χαραλαμπίδη οργάνωσε στο Φιλώτι της Νάξου (9-10 Αυγούστου 1991) εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τον κυκλαδικό πολιτισμό που απευθύνθηκε σε παιδιά ηλικίας 8-13 ετών. Για να μυήσει τα παιδιά στη «ζωή και την τέχνη στη Νάξο την 3η χιλιετία π.Χ.», η εκπαιδευτικός χρησιμοποίησε διαφάνειες, αντίγραφα και άλλα χειροπιαστά αντικείμενα. Τη δεύτερη μέρα τα παιδιά επισκέφθηκαν το Αρχαιολογικό Μουσείο της Χώρας Νάξου κρατώντας 16σέλιδο έντυπο με ερωτήσεις, περιλήψεις, σχέδια, παιχνίδια και ασκήσεις. Το απόγευμα έγιναν συζητήσεις, διορθώθηκαν οι ασκήσεις, διαβάστηκαν εργασίες και ακούστηκαν οι εντυπώσεις των παιδιών. Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν κατασκευάζοντας από πηλό αντίγραφα μουσειακών αντικειμένων.

Μουσείο: Τα αρχαιολογικά μουσεία της Ελλάδας Δέσποινα Ευγενίδου

Xάλκινο άγαλμα έφηβου αθλητή, από τη θάλασσα του Mαραθώνα. Γύρω στο 340-330 π.X. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Γιατί η Αρχαιολογία εγκαινιάζει μια νέα σειρά δισέλιδων με θέμα τα ελληνικά αρχαιολογικά μουσεία; Η σειρά, που αρχίζει με τα μουσεία της επαρχίας, αισιοδοξεί να προκαλέσει το ερέθισμα για μια επίσκεψη. Απώτερος στόχος της όμως είναι να συντελέσει στον εκσυγχρονισμό των μουσείων. Είναι καιρός να διευρύνουν τα μουσεία το ρόλο τους που έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια της φύλαξης και της συντήρησης. Αντιμέτωπα με νέους τρόπους έκθεσης, εκπαιδευτικά προγράμματα, περιοδικές εκθέσεις, πολιτιστικές εκδηλώσεις, τα μουσεία τώρα ανοίγονται στο κοινό.

Μουσείο Νεμέας Φανή Παχύγιαννη-Καλούδη, Stephen G. Miller

Γενική άποψη του Μουσείου Νεμέας από το Ιερό του Διός. Κτισμένο από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Berkeley, σχεδιασμένο ως αναπόσπαστο τμήμα του αρχαιολογικού χώρου του Ιερού του Διός, το Μουσείο παραδόθηκε στο ελληνικό κράτος το 1984. Το Ιερό και το αρχαίο Στάδιο παρουσιάζονται σε πρόπλασμα. Εκτίθενται τρεις κίονες του ναού, το καλύτερα διατηρημένο κορινθιακό του κιονόκρανο, νομίσματα, ευρήματα από το ναό του ήρωος-νηπίου Οφέλτη που ο θάνατός του συνδέεται με την εγκαθίδρυση των αθλητικών αγώνων γνωστών ως «Νέμεα», καθώς και ευρήματα σε γειτονικές θέσεις από τα προϊστορικά ως και τα γεωμετρικά χρόνια. Ένα μεγάλο παράθυρο μετρήθηκε έτσι ώστε, σε περίπτωση αναστήλωσης του ναού, να του προσφέρει το πλαίσιο που θα δημιουργεί την εντύπωση «φυσικού πίνακα».

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Άποψη από τα αρχαία Στάγειρα. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Άγνωστη φαραωνική πόλη του 2600-2100 π.Χ. αποκαλύφθηκε κοντά στα πόδια της Σφίγγας - Ευρήματα στο νομό Πρεβέζης, που χρονολογούνται πριν το 500000 π.Χ., αποδεικνύουν την παρουσία ανθρώπου στον ελλαδικό χώρο κατά την αρχαιότερη παλαιολιθική εποχή - «Έργα τέχνης» χαρακτηρίστηκαν οι βοτσαλωτές αυλές και τα πεζοδρόμια τριών κτηρίων, «ιστορικών διατηρητέων μνημείων», στη Χώρα Χίου

Εκθέσεις

Το 11ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Μελετών Ακροπόλεως (31 Μαΐου-2 Ιουνίου 1991) με θέμα «Κυρίαρχες τάσεις στην Τέχνη και την Αρχιτεκτονική του 16ου αιώνα» - Στη Μονεμβασία και στο τελευταίο δεκαήμερο του Ιουλίου, πραγματοποιήθηκε το Δ΄ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, στη διάρκεια του οποίου ο σερ Στήβεν Ράνσιμαν ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης Μονεμβασίας

Βιβλία

Ρομπέρ Μοντράν, Η καθημερινή ζωή στην Κωνσταντινούπολη τον αιώνα του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, Παπαδήμας, Αθήνα 1991 - Μαριάννα Κορομηλά, Οι Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα από την Εποχή του Χαλκού ως τις αρχές του εικοστού αιώνα, Πανόραμα, Αθήνα 1991 - R.D. Dawe (εκδ.), Σοφοκλέους, Οιδίπους τύραννος. Κριτική και ερμηνευτική έκδοση, μτφ. Γ.Α. Χριστοδούλου, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1991

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Συνέδρια

Το Κέντρο Μελετών Ακροπόλεως φιλοξένησε Διεθνή Διεπιστημονική Συνάντηση (13-15 Ιουνίου 1991) με θέμα «Earthquakes in the archaeological record: Palaeoseismological and archaeological aspects» - Η Ετήσια Συνάντηση της American Anthropological Association (AAA) θα γίνει στο Σικάγο, 20-24 Νοεμβρίου 1991

Βιβλία - Δημοσιεύσεις

Ετοιμάζεται η έκδοση των Πρακτικών του Α΄ Συμποσίου Αρχαιομετρίας της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας (1990) και του 2ου Συνεδρίου Αρχαιομετρίας της Νότιας Ευρώπης (1991) - Y. Maniatis / B. Kromer, «Radiocarbon dating of the Νeolithic Early Bronze Age site of Mandalo, W. Macedonia», Radiocarbon 32/2 (1990), σ. 149-153 - E. Photos, «The question of meteoric versus smelted nickel-rich iron: archaeological evidence and experimental results», World Archaeology 20/3 (1989), σ. 403-421

English summaries: The Greeks in the Black Sea Marianna Koromila

The Black Sea is geographically unique. Greek harbour and trade installations transformed its shores into a centre of culture about which however, the information available is too scarce to provide an overall, complete picture. What is really needed is a major international interdisciplinary program that would produce a substantial body of research, something at present glaringly absent from international bibliography. Most scholars of the ancient and mediaeval period state ignorance on the subject; the association of the black colour of the sea with their dim, barely lit knowledge is a common joke in scientific circles. So long as crucial knowledge is missing, the history of the Greeks in the Black Sea will remain limited. Local excavational archaeology has not so far succeeded in bringing necessary data to the other historic sciences. Long lasting excavations of ancient Greek, Early Christian and Byzantine towns cover only a part of the famous Ionian and Byzantine “lake”, as the Euxine Pontus was called from the seventh BC to the thirteenth century AD. It is hard to find translations of any relevant scientific articles.

The Axenos (inhospitable) Pontus of Mythic Labours. From the Mycenaean Age to Early Archaic Years. Gods, Semi-gods, Heroes and Seafarers 1400-635 BC Marianna Koromila

There are countless myths relating to the superhuman efforts made to explore the territory lying beyond the northeastern Aegean. One of the earliest is the tale of Phrixos and Helle, a story marked by the tragic death of the heroine. It would, however, be many centuries and many more heroic deeds and sacrifices later before ships sailing from Aeolis, Ionia and Attica would bring the first Greek settlers to the Hellespont and the Propontis, and from there to the Euxine Pontus. The first long voyages and the adventures of the pioneering, daring seamen are all creatively mentioned in the legend of the Argonautic Expedition. The original account refers to a voyage which must have taken place during the fourteenth or thirteenth century BC, when the Mycenaean kingdoms flourished. All myths connected with the Black Sea, the heroic deeds, the monsters, hybrid creatures like the Amazons and the woman-snake, the head-hunters who used to sacrifice shipwrecked sailors, as well as the sorceresses Medea and Circe, all the fantastic tales succesfully coexisted within the ancient Greek mentality. The Black Sea might symbolically, be called Axenos Pontus (a propitiatory appelation of this Inhospitable Sea). Ancient authors of Late Antiquity mention Axenos Pontus, in their desire to stress the overwhelming difficulties and trials awaiting early seafarers, especially before the first Greek colonies were established along its coastline.

The Euxine Pontus and the Propontis From the Early Archaic Period to Late Antiquity (630 BC – 330 AD). The Greek «Lake» that lies Beyond the Symplegades (the jostling rocks) Marianna Koromila

The Propontis forms the geographical and historical entry to the Black Sea . From the seventh century BC to the fourth century AD the key-city which kept the roads of communication open was called Byzantion. In 330 AD the emperor Constantine the Great brought the capital of the Roman Empire to ancient Byzantion , which was renamed Constantinople, after the emperor's name. Byzantion-Constantinople, located on the northest tip of the Propontis, kept the passage of the Symblegades (jostling rocks) continuously open for twenty six centuries. The Istros-Danube and Metropolitan Istria The river Danube has its sources in the Black Forest and flows into the northwest of the Black Sea, forming a broad, extensive delta. Istria, the most important metropolitan colony on the west coast of the Black Sea was built on a peninsula. When, in 330 AD, the emperor Constantine transferred the capital of the Roman Empire from the West to the East, the Danube border became the spine of Byzantine defences. Most commercial activity was transferred to Tomis (the present-day Constantza). From the Danube Delta to the Bosphoros Southwards from the riverine and maritime Istria a series of large and small coastal colonies and anchorages was created The earliest of these colonies was ApolIonia, the Byzantine Sozopolis, the present Sozopol. Penetration to the Hinterland of Thrace and the Early Hellenization of the Ancient Thracians In the middle of the fourth century BC, when Philip II, the king of Macedonia, had conquered the Thracian coast from Aegean to the Propontis ,right in the middle of present day Bulgaria Philip founded Philippoupolis. The city is located on the principal road-artery connecting the Aegean with the Danube. Alexander, Philip 's son, was the first to cross this axis and reached the great river with his army, in May 335 BC. The ancient Greek Chersonisos -Byzantine Cherson - Modern Sebastopol At the southwestern end of the Crimea, where the Tauroi head-hunters lived, the Dorians from Herakleia of Pontos founded the city of Chersonesos in 422 BC. Its exceptional harbour is the present naval base of the Soviet Black Sea fleet. The Kingdom of Pontos or the Kingdom of the Mithridatians 302 (?)-64 BC The cradle of this peculiar "Hellenistic" kingdom was Amaseia, a well-fortified city in the hinterland of Pontos, built on the top of a ravine of the river Iris. The account of its foundation is directly associated with the campaign of Alexander the Great in western Asia.

East Pontus ( East Black Sea) Marianna Koromila

The Holy, Imperial, Patriarchal and Stavropegic Monastery of the All-Holy Mother of God of Soumela, the Most Reverent Relic of Pontic Hellenism. After 1071, when the last free territories were confined to the mountainous Pontos, the cave inhabitants of Mount Mela and the people of Upper Matsouka lived among the Seljuk Turks, the Tourkomans and the Mongols of the Grand Komnenoi, and when the enemy retreated, the emperors rearranged the defense of the mountain, built castles and strengthened the ascetic city of Mount Mela by founding a well organized monastic center, able to control the pathways to Kromna and the belligerent border. The second prosperous period in the history of the Monastery of Soumela, during the seventeenth to eighteenth centuries, is associated with the opening of the famous mines of Pontos, located on the south slopes of the Pontic Alps, where Gümüshane-Argyroupolis, the City of Silver was founded.Spiritual and financial relations between the master miners and the monastery were continuous and very strong. The Monastery of Soumela is now ruined. However, the visitor will find dozens of holy figures painted on the external walls of the rock-hewn church and of the nine chapels which gradually climb up to the top of the cave. The dilapidated plaster covering the walls is decorated with paintings dating from 1686, 1712 and 1744. The role the Monastery played in the cause of Orthodoxy and Hellenism during the Ottoman period is too important to be correctly evaluated. Even today, on the eve of the feast of the Dormition of the Virgin many Turks set off in groups from all the villages of the Pontic Alps to come and venerate the Mother of God in the «Mariemana Monastir». Sevastos Kyminitis and the Educational Institutions in Trebizond and Bucarest Sevastos Kyminitis, the most eminent educationalist in Pontos and Wallachia in the late seventeenth century, originated from the Trapezuntine village Kymina. In 1683 he founded the Phrondistirion of Trebizond, an institution for grammar and humanistic studies. Six years later he was appointed director of the Greek Phrondistirion of Bucarest, operating in the Monastery of St Savvas. Furthermore, the Trapezuntine teacher was the first professor in the Princely Academy of Bucarest (Iasion).

Basketry and matting. Grafted by the past onto the present Maria Beloyanni

Evidence of the existence and apllication of basketry and matting crafts come down to us from the Neolithic Age and not earlier than 10.000 BC. However, proof of the use of products made with the twining technique exist even earlier, when Neolithic man stopped using pot-like objects found in nature, like coconuts and shells. These were employed for the transportation of equipments and tools during the endless wanderings dictated by nomadic life. The archaeological research of Neolithic and Bronze Age sites both in the East and West brought to us a great number of identical baskets and mats — which have been preserved until today thanks to the favourable environmental conditions — mat impressions on house floors and on the bases of various pottery items as well as pottery casts of basketry. The thorough study of these finds led to the identification of the material and technique used for making baskets and mats as well as to a significant conclusion: that the crafts of basketry and matting as regards their material and technique have remained unchanged throughout the centuries, despite the triumph of mechanization and the technological evolution of our time.

A spiritual symbol Efi Athanassiou

The representations of Christ as well as those of emperors in Byzantine wall-paintings quite often display a characteristic iconographic symbol on the forehead, between the eyes. At first sight it looks like a wrinkle, however, a more carefull observation reveals that it is a sign, the symbol of the "third eye", which suggests the spiritual properties of the represented figure. This iconographic element implies that Byzantine art is not only figurative and symbolic, but that it also offers to the believer the possibility of exalting himself to a high level of self-knowledge, wisdom, fulfilment and knowledge of the universe.

The history of the «Grande Bretagne» hotel Eleni Papandreou

The mansion of Antonis Demetriou —later known as the "Grande Bretagne" hotel— a work of the Danish architect Th. Hansen was probably the most mature, classicizing, with Renaissance elements, edifice built in Athens in about the middle of the nineteenth century. It has been closely associated with the political and social history of Greece and functioned as the center of the country 's leisured class activities for many years. Unfortunately, the new hotel erected in the same position, after the demolition of the old, has brutally copied the balanced, perfect proportions and the characteristic elements with which Hansen had endowed the original building. Thus, a considerable part of the historic and aesthetic value of the monument has been altered and lost.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Κοροπλαστική (I) Σταυρούλα Ασημακοπούλου

Πενθούσα, περί το 670 π.Χ. Τέχνη 4.000 χρόνων, η κοροπλαστική στην Ελλάδα γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη μετά τον 8ο αιώνα π.Χ. Πήλινα ειδώλια βρέθηκαν σε τάφους, ιερά και σπίτια. Στα ιερά συνήθως απαντούν μορφές ζώων από πηλό. Κάποια ειδώλια χρησίμευαν ως κούκλες και παιχνίδια. Από τα ταφικά ειδώλια, άλλα θάβονται ως τμήμα της περιουσίας του νεκρού και άλλα είναι καθαρά ταφικά, όπως η «πενθούσα». Κάποια διαιωνίζουν πανάρχαια νεκρικά έθιμα, άλλα αναπαριστούν μορφές της καθημερινότητας. Οι απεικονίσεις αυτές λιγοστεύουν από τον 5ο αιώνα π.Χ. Τον επόμενο αιώνα, με την επικράτηση του σκεπτικισμού, πολλά ταφικά αγαλματίδια θυμίζουν χαριτωμένες εικόνες της ζωής. Στην ελληνιστική εποχή, πλήθος είναι τα ειδώλια θεοτήτων που αποπνέουν χαρά και ηδυπάθεια.

Τεύχος 41, Δεκέμβριος 1991 No. of pages: 106
Κύριο Θέμα: Εικόνες του Άνδρα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Ο Δορυφόρος (αντίγραφο έργου του Πολυκλείτου, 5ος αι. π.Χ.). Πρόκειται για τον γνωστό «κανόνα», υπόδειγμα τελειότητας. Από τις πρώτες απεικονίσεις του ανθρώπου, οι λιγοστές που παριστάνουν αντρική μορφή αποδίδουν το πρόσωπο αφαιρετικά, προσδίδοντάς του μάλιστα στοιχεία αλόγου. Αν και η γυναίκα ταυτίζεται με τη γονιμότητα και τη μητρότητα, θα χάσει κάθε εξουσία μόλις ο άντρας συνειδητοποιήσει το ρόλο του στη διαδικασία της γονιμοποίησης. Ο άντρας όμως πρέπει να είναι και τέλειος. Η ανάγκη ενός «συμπληρώματος» του δημιουργεί κρίση ταυτότητας. Από την κρίση θα βγει όταν αποδεχθεί τα δύο φύλα ως ισότιμα, αντίληψη που εδραίωσε ο χριστιανισμός με την πίστη στην ισότιμη ποιότητα των δύο φύλων.

Εικονογραφία της νεολιθικής εποχής και της πρώιμης Χαλκοκρατίας Χριστίνα Μαραγκού

Λίθινο φαλλικό περίαπτο της Ύστερης Νεολιθικής εποχής από τη Σπηλιά του Κίτσου στην Αττική. Πλήθος ανθρώπινων μορφών της Νεολιθικής εποχής και της Πρώιμης Χαλκοκρατίας δεν παρέχουν καμιά ένδειξη φύλου ενώ άλλες, σπανιότερες, είναι ερμαφρόδιτες ή υβριδικές. Φυσιοκρατική και σχηματική απόδοση συμβαδίζουν ή και συνυπάρχουν. Σε μια γυναικοκρατούμενη και άφυλη θεματική, δυσερμήνευτη παραμένει η σπανιότητα της ανδρικής παρουσίας που δεν ξεπερνά το 2-10% του συνόλου των ανθρωπόμορφων ειδωλίων. Πέρα από τα ειδώλια, ανδρικές μορφές, εγχάρακτες, ανάγλυφες ή γραπτές, μαρτυρούνται σε αγγεία. Η αυτόνομη πρώιμη πλαστική δεν περιορίζεται στην απεικόνιση ολόσωμων ανθρώπων αλλά προβάλλει και μέρη του σώματος, ιδίως φαλλούς και πόδια, συχνά περίαπτα. Ο τεχνίτης δίνει μάλιστα φαλλική μορφή σε κεφάλια ειδωλίων με μακρύ λαιμό, ας είναι και γυναικεία. Από τα ειδώλια, άλλα είναι όρθια, άλλα καθιστά και άλλα μισοξαπλωμένα. Τα καθιστά σε σκαμνί ή «θρόνο» δεν είναι βέβαιο ότι παριστάνουν άνδρες. Πιθανότατα απεικονίζουν την ανάπαυση μέλους μιας οικογένειας στη νεολιθική, γεωργοκτηνοτροφική της καθημερινότητα. Τα πρωτοκυκλαδικά ειδώλια εμφανίζονται ως μουσικοί, κυνηγοί/πολεμιστές ή σε στιγμή πρόποσης χάρη στα εξαρτήματά τους: άρπα, αυλός, εγχειρίδιο, ζώνη, αορτήρ, ποτήρι. Το γεγονός της κοινωνικής διαφοροποίησης εντάσσεται στη νέα πραγματικότητα της Πρώιμης Χαλκοκρατίας με τη σαφή εξειδίκευση των επαγγελμάτων. Δυσερμήνευτοι είναι και οι σκοποί που εκπλήρωναν τα ειδώλια. Τα ιθυφαλλικά ειδώλια και όσα τοποθετούν το ένα ή και τα δύο χέρια στο φαλλό σε εκδήλωση ερωτισμού ή έκκλησης για αναπαραγωγή, αντιστοιχούν στις γυναικείες μορφές που παριστάνονται έγκυοι, με πληθωρικό στήθος, με αιδοίο λεπτομερώς διαμορφωμένο ή σε στάση γέννας. Υπάρχουν όμως και μη ιθυφαλλικά ειδώλια, όπως υπάρχουν και ειδώλια γυναικών που δεν τονίζουν την ερωτική ή αναπαραγωγική πλευρά τους, και αυτά θεωρείται ότι αποδίδουν άνδρες και γυναίκες σε μεγάλη ηλικία.

Άντρες με μειωμένη ισχύ στις κωμωδίες του Aριστοφάνη Παναγιώτης Δημάκης

Η Αφροδίτη αποκρούει τις ερωτικές ορμές του Πάνα. Δήλος, γύρω στο 100 π.Χ., Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. «Καθρέφτες πιστούς της μικροαστικής κοινωνίας του 5ου αιώνα π.Χ.» θεωρεί ο συγγραφέας τις αριστοφανικές κωμωδίες και από αυτές θα σταχυολογήσει επιχειρήματα για να υποστηρίξει ότι οι αρχαίοι Αθηναίοι δεν ήταν φύλο τόσο ισχυρό όσο νομίζουμε. «Ανθρωπίσκοι», όπως λέει ο Αριστοφάνης, κινδύνευαν να γίνουν οι συμπολίτες του για διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς ήταν ο γάμος με Ατθίδα ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό τον καημό εκφράζει στιςΝεφέλες ο χωριάτης Στρεψιάδης, που πήγε και παντρεύτηκε την ανιψιά του Μεγακλή, πρωτευουσιάνα από σόι. Εξουσία πάνω στους άντρες τους αποκτούσαν και όσες γυναίκες πήραν με το γάμο τους μεγάλη προίκα. Γιατί αν ζητούσε κάποια στιγμή η σύζυγος διαζύγιο (δικαίωμα «απολείψεως»), ο σύζυγος όφειλε να επιστρέψει την προίκα στον πατέρα ή τον αδελφό της. Επειδή όμως στο μεταξύ την είχε κατασπαταλήσει, μπορούσε μόνο να τη συγκεντρώσει από την εκποίηση δικών του περιουσιακών στοιχείων. Για τον ίδιο λόγο, ο σύζυγος που θα ήθελε να πάρει διαζύγιο από τη γυναίκα του, αναγκαζόταν να κάνει υπομονή. Όταν ο Δημοσθένης και ο Αισχίνης, θέλοντας να επηρεάσουν την ψήφο των πολιτών, τους καλούν να αναλογιστούν τι απάντηση θα δώσουν στις γυναίκες τους και τα παιδιά τους όταν ερωτηθούν, περιγράφουν την παραεξουσία που, στο σπίτι, ασκεί κριτική. Σε υποδεέστερη θέση βρισκόταν προφανώς και ο γέρος σύζυγος νεαρής γυναίκας. Άλλωστε αυτό που έτρεμαν περισσότερο οι τότε άνδρες της Αθήνας ήταν η τυχόν απιστία των γυναικών τους.

Ο άνδρας ως αξιωματούχος και επαγγελματίας στην κοινωνία του Βυζαντίου Αφέντρα Μουτζάλη

Ακροβάτες και θηριοδαμαστές σε τμήμα μαρμάρινου ανάγλυφου του 5ου αιώνα μ.Χ. Η διαπίστωση ότι μια πατριαρχική κοινωνία, όπως η βυζαντινή, ευνοούσε περισσότερο τους άντρες παρά τις γυναίκες δεν αποτελεί είδηση. Άλλωστε, στο Βυζάντιο οι γυναίκες είχαν δικαίωμα να ασκήσουν μόνο το ιατρικό επάγγελμα. Τη διαβάθμιση των κοινωνικών τάξεων σε ανώτερη, μέση και κατώτερη καθόριζαν η ευγενική καταγωγή, το μέγεθος της περιουσίας, η θέση στην κρατική ή εκκλησιαστική ιεραρχία. Στα μεσοβυζαντινά χρόνια, η ανώτερη τάξη είναι μια τάξη ρευστή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής αναρρίχησης αποτελεί ο ιδρυτής της δυναστείας των Μακεδόνων, Βασίλειος Α΄, γιος χωρικών και στο ξεκίνημά του ιπποκόμος. Στην κατώτερη τάξη ανήκε ένα ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων χωρίς περιουσία ή μόνιμη απασχόληση, ενώ στο περιθώριο της κοινωνίας βρισκόταν ο βυζαντινός υπόκοσμος, οι ρεμβοί, οι πόρνες και οι λεπροί. Σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού, οι μοναχοί βρίσκονταν εκτός κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Οι λόγιοι, ομάδα μικρή αλλά όχι «κλειστή», μετρούσαν μέλη από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Τους άρχοντες διορίζει ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Παράδειγμα ο «κόμης των θείων λαργιτιόνων» ή «των θείων θησαυρών», που ελέγχει τα δημόσια οικονομικά, μεταλλεία, νομισματοκοπεία, δημόσιες αποθήκες και κρατικά εργαστήρια, με προϊστάμενο τον «βασιλικό σακελλάριο». Μεγάλος αριθμός ανώτερων και κατώτερων υπαλλήλων, οι περισσότεροι ευνούχοι, εργάζεται στο «Ιερόν Παλάτιον». Πολλοί οι παλατιανοί αξιωματούχοι, όπως ο «πραιπόσιτος του ιερού κουβικλίου», που διευθύνει τις αυλικές υπηρεσίες, ο «πρωτοαηκρήτης», επικεφαλής της αυτοκρατορικής γραμματείας, ο «παπίας» ή «τατάς», θυρωρός της αυλής, ο «πιγκέρνης», που σερβίρει στο αυτοκρατορικό ζεύγος το καλό κρασί που οφείλει να έχει προμηθευτεί κ.ά. Ένας από τους σημαντικούς αξιωματούχους του βυζαντινού κράτους ήταν ο «έπαρχος της πόλεως» που διοικούσε και φρόντιζε την Κωνσταντινούπολη. Ήλεγχε όλα τα σωματεία («συστήματα»), σε αυτόν υπάγονταν οι «κριταί των ρεγεώνων», οι συνοικιακοί δικαστές, οι «γειτονάρχες», οι «δήμαρχοι» και ο «παραθαλασσίτης», υπεύθυνος για τον έλεγχο των εμπορικών πλοίων στο λιμάνι. Αποκλειστικά με την περιουσία του στέμματος ασχολούνταν ο «μέγας κουράτωρ» και, από την εποχή του Βασιλείου Α΄, ο «κουράτωρ των Μαγγάνων». Μικρογραφία του βυζαντινού κράτους, η Εκκλησία έχει τη δική της διοικητική οργάνωση που εξυπηρετείται από πολυάριθμους ιερωμένους. Από τα πιο σημαντικά οφφίκια είναι του «μεγάλου οικονόμου», του «μεγάλου σακελλάριου», του «άρχοντα των μοναστηρίων», του «ραιφενδάριου». Πολύτιμες πληροφορίες για τα επαγγέλματα στις πόλεις και την ύπαιθρο παρέχουν, εκτός από το Επαρχικό Βιβλίο, τα νομικά κείμενα και τους Βίους των Αγίων, οι ταφικές επιγραφές, τα παρασελίδια «σημειώματα» των κωδίκων, ψηφιδωτά, εικόνες, μικρογραφίες χειρογράφων, υφάσματα και έργα μικροτεχνίας. Στις παραστάσεις κολαζομένων ανδρών, που εμφανίζονται ήδη από τον 12ο αιώνα, περιλαμβάνονται αγροτικά επαγγέλματα, όπως ο «παραθεριστής», ο γεωργός που κλέβει το στάρι του διπλανού του, ο «παραμυλωνάς», που κλέβει το αλεύρι κ.ά.

Ανδρικά μοντέλα στον ελληνικό κινηματογράφο Τάσος Γουδέλης

Ο Κ. Κακκαβάς ενσαρκώνει ένα από τα μοντέλα του «ζεν-πρεμιέ» στη δεκαετία 1955-1965. Την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, η εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή «ψιττακίζει» παρουσιάζοντας τον ευτραφή και κοσμικό Σπυριντιών, ενώ στους κωμικούς Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ και Βιλάρ η κατάφαση σε ανδρικά μοντέλα του διεθνούς σινεμά είναι απόλυτη. Ο βασικός ανδρικός τύπος που διασχίζει τις ταινίες του μεσοπολέμου είναι ένα «υβρίδιο»: οι αστικής προέλευσης ταινίες φουστανέλας υπηρετούν φολκλορικές αφέλειες φορώντας «μάσκα» δανεισμένη από τους αμερικανούς σταρ του βωβού. Εξίσου φασματικός είναι ο ανδρικός τύπος στα μελό και τις ηθογραφίες. Τις δεκαετίες του ’40 και του ’50, τα αδέξια μελό (ποιμενικά και «αστικά») μαζί με τη φαρσοκωμωδία συνιστούν μονόδρομο. Ο κύριος ανδρικός τύπος, με τη μορφή του «ζεν-πρεμιέ», συγκεκριμενοποιείται στην ευγενική αστική φυσιογνωμία και την ηθική προσωπικότητα. Ο Χορν, ο Χατζίσκος, ο Κωνσταντάρας θα ενσαρκώσουν τον νεαρό ήρωα των λαϊκών ρομάντζων. Υπήρξαν όμως και οι αντι-ήρωες. Στον «Δράκο» (1956), ο Κούνδουρος καινοτόμησε νωρίς βάζοντας τον Ηλιόπουλο να υποδυθεί τον καταπιεσμένο και φοβισμένο μικροαστό της εποχής. Στους «Παράνομους» (1958), ο ίδιος σκηνοθέτης θα αξιοποιήσει το ευγενικά αινιγματικό πρόσωπο του Φυσσούν για να μεταφέρει ό,τι, λόγω της λογοκρισίας, ελάνθανε. Ο «λαϊκός» νέος διαφέρει από τους «ζεν-πρεμιέ» μόνο φαινομενικά. Η παρέκκλιση που υπαινίχθηκε η προσωπικότητα του Φούντα καταργήθηκε για χάρη ενός ψευδεπίγραφου εξωτισμού, του τύπου «ο μάγκας με την αγνή καρδιά». Την εμφάνιση του Φούντα, μαύρο παντελόνι και λευκό ή μαύρο πουκάμισο με ανοικτό γιακά, θα υιοθετήσουν και άλλοι ανάλογοι τύποι. Αντίθετα ο Ξανθόπουλος, τόσο με την εμφάνισή του όσο και με την εξευγενισμένη λαϊκή του «αργκό», μοιάζει να δικαιολογεί την καταγωγή του προκειμένου να ενταχθεί στο μικροαστικό σκηνικό του ’60. Την καθαυτό μορφή του Κακού στα φιλμ της περιόδου υποδύθηκαν νεαροί ηθοποιοί όπως ο Στρατηγός ή ο Κούρκουλος, μιμούμενοι τον υπόκοσμο του Χόλιγουντ. Από τους τυπικούς «κακούς» του αμερικανικού σινεμά κατάγεται ο Ανέστης Βλάχος. Ακαταμάχητη στο μεταπολεμικό σινεμά είναι η γοητεία των νεαρών πρωταγωνιστών με το ευγενικό και αρρενωπό παρουσιαστικό: Κακκαβάς, Νικολινάκος, Μπάρκουλης, Παπαμιχαήλ κ.ά. Ο κομψός ήρωας τύπου Μπάρκουλη γίνεται το είδωλο των κοριτσιών. Στις φαρσοκωμωδίες του ’50 και των αρχών του ’60 με τους Σταυρίδη, Γκιωνάκη, Αυλωνίτη, Φωτόπουλο, Μακρή, Χατζηχρήστο κ.ά., οι θαυμάσιοι αυτοί τυπίστες «αποκαθιστώντας» πάντα τις αρραβωνιαστικές τους ή «πιάνοντας την καλή» υπηρέτησαν άξια τις ηθικολόγες συμβάσεις. Μεγάλη γκάμα θεατών αναγνώρισαν τον εαυτό τους σε αυτούς τους ανδρικούς τύπους της κωμωδίας. Το πρώτο σπουδαίο δείγμα αυτής της ταύτισης συναντάμε στα φιλμ του Σακελλάριου με πρωταγωνιστή τον Λογοθετίδη που διαδέχθηκε στον τύπο του «άτακτου» μεσήλικα ο Κωνσταντάρας. Τη δεκαετία του ’60 όμως, πλάι στο «παλιό» σινεμά, ανατέλλει η εποχή του σινεμά «δημιουργού» με την ελεγειακή και λυρική δραματουργία του Κανελλόπουλου. Σκηνοθέτες όπως ο Μανθούλης, ο Κολλάτος, ο Δαμιανός εισάγουν ήρωες που είναι περισσότερο σύμβολα καταστάσεων παρά ατομικότητες. Αργότερα, το σινεμά του Αγγελόπουλου θα οδηγήσει αυτή τη λογική στα άκρα. Το ίδιο περίπου ισχύει και για τον Βούλγαρη ή τον «γκονταρικό» Παναγιωτόπουλο. Το συμπέρασμα είναι ότι ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος πρότεινε ένα εντελώς «ανοικτό» μοντέλο. Θα μπορούσαμε μάλιστα να υποστηρίξουμε ότι τα ανδρικά μοντέλα στον ελληνικό κινηματογράφο είναι … οι ίδιοι οι σκηνοθέτες του.

Συγγένεια και έρωτας στο λαϊκό τραγούδι Λευτέρης Οικονόμου

Στέλιος Καζαντζίδης, Τόλης Βοσκόπουλος. Επιγραμματικά θα λέγαμε ότι ο Καζαντζίδης βιώνει την ερωτική σχέση στο πλαίσιο ενός ιδιώματος που διέπεται ακόμα ισχυρά από τη συγγένεια, ενώ ο Βοσκόπουλος την καταλαβαίνει μέσω ενός ιδιώματος ερωτευμένων. Η προσέγγιση του καθενός δεν είναι βέβαια ανεπηρέαστη από τη «βαθιά κρίση που περνάει σε αυτή τη φάση η ελληνική κοινωνία [και που] έχει σχέση με το βασικό δίλημμα, ατομιστική πορεία ή συλλογικότητα». Το κατεξοχήν συναίσθημα που τραγούδησε ο Καζαντζίδης είναι ο πόνος του αδικημένου. Ο έρωτας, ένα μόνο από τα στοιχεία του πόνου, είναι σχεδόν πάντα συνδεδεμένος με την προδοσία και το διαλυμένο σπιτικό, από μια γυναίκα που καταπατά τον κώδικα της συγγένειας. Στα τραγούδια του Βοσκόπουλου, ο πόνος χάνει την οικονομική και κοινωνική σήμανση. Ενώ ο Καζαντζίδης συνεχίζει να επικαλείται την εργατιά της φτώχειας και της εκμετάλλευσης, ο Βοσκόπουλος είναι «και του λιμανιού και του σαλονιού». Η στάση του Καζαντζίδη νοηματοδοτείται τόσο από το πρότυπο του ασυμβίβαστου άνδρα, όσο και από το πρότυπο του καλού οικογενειάρχη. Η γυναίκα καταξιώνεται στο ρόλο της μάνας. Αν αυτόν τον κώδικα της συγγένειας οι ήρωές του τον καταπατούν, είναι γιατί τους αναγκάζει η φτώχεια, ο ξεριζωμός και η εγκατάλειψη. Στον αντίποδα, για τον Βοσκόπουλο ο ιδανικά ερωτευμένος είναι μόνος. Η συγγένεια, αν δεν απουσιάζει εντελώς, βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο. Η προδοσία γίνεται μόνο δίλημμα και κατεξοχήν πηγή ερωτικής συγκίνησης. Ο ερωτικός δεσμός χωρίς στεφάνι γίνεται σκοπός ζωής. Σε μια κοινωνία με ισχυρή παράδοση συγγενικών σχέσεων, τον κατεξοχήν δεσμό πάθους αποτελεί ο παράνομος δεσμός που εισάγεται στο τραγούδι την εποχή του Βοσκόπουλου.

Ο «τρανσβεστισμός» και το καρναβάλι Μαρία Ιωσηφίδου

Η «Μπάμπω». Αποκριάτικο έθιμο της Β. Ελλάδας, όπου άντρας ντυμένος γριά γυναίκα, «συμβάλλει» στη γονιμότητα της γης. Στο πλαίσιο μιας τελετουργίας, η υιοθέτηση του ενδύματος ή και της συμπεριφοράς του αντίθετου φύλου είναι φαινόμενο παγκόσμιο. Στην Ευρώπη, το πιο χαρακτηριστικό τελετουργικό πλαίσιο είναι το καρναβάλι, κατεξοχήν τελετουργία αντιστροφών. Στην Ελλάδα, η αποκριάτικη περίοδος των κοινωνικών ανατροπών και των καταχρήσεων ακολουθείται από τη Σαρακοστή, περίοδο μετάνοιας και εγκράτειας. Οι δύο αυτές αντιθετικές περίοδοι έρχονται σε ισορροπία στον εορτασμό του Πάσχα. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εξεταστεί η φύση του τρανσβεστισμού στο καρναβάλι. Η συγγραφέας αναφέρεται στην επιτόπια έρευνά της το χειμώνα του 1986 στο Πέτα, χωριό έξω από την Άρτα, στη διάρκεια της οποίας συνέλεξε τις αναμνήσεις των ηλικιωμένων του χωριού από τις Απόκριες. Πιο έντονη ανάμνηση ήταν το Γαϊτανάκι, όπου πέντε ή έξι ζευγάρια, κρατώντας ο καθένας μια από τις δέκα ή δώδεκα κορδέλες που κρέμονταν από ψηλό κοντάρι, χόρευαν πρώτα αριστερόστροφα πλέκοντας τις κορδέλες, ύστερα δεξιόστροφα ξεπλέκοντάς τες. Όλοι οι χορευτές ήταν άντρες, οι μισοί ντυμένοι τσολιάδες, οι άλλοι μισοί γυναίκες. Ρακένδυτοι Αραπάδες, με μουντζουρωμένο πρόσωπο, με κρεμασμένα τραγοκούδουνα, μάζευαν λεφτά από τους θεατές κάνοντας πειράγματα και χειρονομίες σεξουαλικού περιεχομένου. Ο ένας τους βαστούσε το κοντάρι. Το απόγευμα, άντρες με γκροτέσκες μεταμφιέσεις κατευθύνονταν στην πλατεία του χωριού λέγοντας άσεμνα αστεία. Η διόγκωση του σώματος με καμπούρα ή πελώρια μύτη αναπαριστά αντίστοιχα την κοιλιά της εγκύου και το φαλλό σε στύση και σηματοδοτεί τη διόγκωση μιας νέας ζωής. Η μεταμφίεση με την αλλαγή ρούχων γινόταν μόνο από τους άντρες κι έπαιρνε δύο μορφές: μία σοβαρή στο γαϊτανάκι και μια άλλη, μπουφόνικη, με γελοιοποίηση της γυναικείας γονιμότητας και σεξουαλικότητας. Σήμερα το Γαϊτανάκι χορεύεται από εφήβους και κορίτσια. Αράπης υπάρχει μόνο ένας για να βαστάει το κοντάρι. Ήδη πριν από το 1986, θεσμοθετήθηκε παρέλαση γυναικών, μεταμφιεσμένων σε άντρες, που καταλήγει το βράδυ σε ταβέρνα. Οι γυναίκες οικειοποιούνται έτσι την ανδρική κοινωνική δύναμη όπως αντίστοιχα οι άντρες, ντυμένοι γυναίκες, οικειοποιούνται την αναπαραγωγική δύναμη των γυναικών. Μέρος μιας κοινωνικής και προσωπικής δήλωσης, ο τρανσβεστισμός μπορεί και να εκφράσει, μόνο στο πλαίσιο της Αποκριάς και ανεξάρτητα από χρονικές περιόδους ή κοινωνικές συνθήκες, διαφορετικές κοινωνικές και προσωπικές επιθυμίες και απαιτήσεις.

Παραστάσεις του ανδρισμού στην ορεινή Κρήτη Michael Herzfeld

Δυο αδέλφια -στολισμένα με «τεκμήρια ταυτότητας». Φρόνιμοι και νοικοκυροί δε ζουν στον Ψηλορείτη Οι κουζουλοί την κάμανε αθάνατη την Κρήτη. Σοβαρά διλήμματα ταυτότητας επιφέρει η ζωοκλοπή, συνταυτισμένη με τη «ληστεία» από τις κρατικές αρχές, αφομοιωμένη όμως από τους ορεσίβιους κτηνοτρόφους στο θρύλο της «κλεφτουριάς». Οι βοσκοί έχουν προ πολλού συνειδητοποιήσει τις πρακτικές και ρητορικές δυνατότητες που τους προσφέρει η αμφίσημη έννοια αυτού του θεσμού. Σε μια ζωή όπου κάθε κοινωνική σχέση ακόμα και μεταξύ πολίτη και κράτους είναι διαπραγματεύσιμη, η ζωοκλοπή λειτουργεί σαν πλούσιο είδος «συμβολικού κεφαλαίου». Η καλλιέργεια από τους βοσκούς της κοινωνικής αμφισημίας υπήρξε η ραχοκοκαλιά μιας εκτενέστερης μελέτης του συγγραφέα για την καθημερινή αναπαραγωγή της κοινωνικής ιδεολογίας του ανδρισμού σε κάποιο κρητικό χωριό. Κάθε «κλεψιά» προκαλεί ποικιλία ερμηνειών και, όπως συμβαίνει με την ποιητική έκφραση, έτσι και η έννοια όλων των πράξεων πηγάζει από τη συγχώνευση ερμηνειών και από τη μεταφορικότητα κάθε τέτοιας ενέργειας. Σε τέτοιου είδους «κοινωνική ποιητική» δεν ισχύει αποκλειστικά μία μόνο εξήγηση. Στο παρόν άρθρο τονίζονται ιδιαίτερα οι οπτικές διαστάσεις αυτής της ποιητικής. Στις συνοδευτικές φωτογραφίες διαπιστώνεται εύκολα ο κεντρικός ρόλος της χειρονομίας, της γκριμάτσας, της επιδεικτικής κατανάλωσης, του σηκωμένου ποτηριού. Η καθημερινότητα είναι το κατεξοχήν πεδίο όπου αδιάκοπα και ποικιλόμορφα αναπαράγεται η κοινωνική ιδεολογία του ανδρισμού –στο καλαμπούρι, στο γλέντι, στο ποτό, στο χορό, θεαματική εκδήλωση που συνδυάζει χάρη και δύναμη, ισορροπία και τόλμη –τις αντιπαρατιθέμενες αρετές δηλαδή του ανδρισμού. Μήπως όμως οι παραστάσεις του ανδρισμού στην καθημερινή συμπεριφορά, η έντονη επιδεικτικότητα, αποτελούν συνειδητή αντίσταση στην όλο και επιταχυνόμενη τυποποίηση της παράδοσης; Αντί για υποταγή, η στάση τους πρέπει να ερμηνευτεί ως ένα ακόμη δείγμα της εκπληκτικής τους προσαρμοστικότητάς στις απαιτήσεις της στιγμής. Δικαιολογημένα θα μιλούσαμε για μια ποιητική του τουρισμού.

Κοινωνικό φύλο, ομοκοινωνικότητα, σεξουαλικότητα Κώστας Γιαννακόπουλος

Δυτικοί ερευνητές θεώρησαν δείγμα σεξουαλικών σχέσεων τις στενές σωματικές επαφές στην ανδρική ομοκοινωνικότητα Όρος σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα, η «ομοκοινωνικότητα» εκφράζει ωστόσο μια γνωστή μας κοινωνική πραγματικότητα: με κύρια χαρακτηριστικά την ανδρική κυριαρχία και τον απόλυτο διαχωρισμό των φύλων, η ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα η «παραδοσιακή», υπήρξε κατεξοχήν ομοκοινωνική. Όλος ο δημόσιος χώρος ήταν οργανωμένος με βάση τις προσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε άνδρες. Ένα παράδειγμα θεσμοθετημένης ανδρικής σχέσης είναι η αδελφοποιία. Θεσμοθετημένη ή αυθόρμητη, η ανδρική ομοκοινωνικότητα προϋποθέτει την υπεραρρενωπότητα (machismo). Γνωρίζοντας ότι η σεξουαλικότητα ή η φιλία είναι κοινωνικές κατασκευές, θα εστιάσουμε στο περιεχόμενο που δίνει η νεοελληνική «παραδοσιακή» κοινωνία στους όρους σεξουαλικότητα και ανδρισμός. Η ανεξέλεγκτη ηδυπάθεια και η ακόρεστη σεξουαλική «πείνα» των γυναικών, που έρχεται σε αντίθεση με το πρότυπο της ασεξουαλικής μάνας, πρέπει να καθυποταχθεί από την ανδρική σεξουαλική δύναμη προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος της εκθήλυνσης που ένας άνδρας μόνιμα διατρέχει. Η ευρεία διάδοση της ενεργητικής ομοφυλοφιλίας ως τη δεκαετία του ’70 στηρίζεται στη λαϊκή αντίληψη ότι ο ενεργητικός άντρας δεν εκθηλύνεται, αντίθετα κάνει επίδειξη του ανδρισμού του. Ο φόβος του ευνουχισμού/εκθήλυνσης και η επίδειξη του ανδρισμού δεν οδηγούν μόνο στην ανάδειξη της ετερο-φυλοφιλίας, της υποταγής του θηλυκού στους άντρες, ως κυρίαρχης μορφής σεξουαλικότητας αλλά δομούν και τις ομοκοινωνικές σχέσεις των ανδρών διαγράφοντας και τα όριά τους. Η «εκθήλυνση» κάποιου μέλους της ανδρικής ομάδας, είτε με τη μορφή της ομοφυλοφιλίας είτε της φυσικής αδυναμίας και τρυφερότητας ή μιας «συναισθηματικής» ετεροφυλοφιλίας, «μπλοκάρει» το σύστημα της ανδρικής αλληλοεκτίμησης και αλληλοαναγνώρισης. Η ανδρική τάξη καταλύεται. Γίνεται, λοιπόν, κατανοητό γιατί η λανθάνουσα ομοφυλοφιλία της ανδρικής ομοκοινωνικότητας δεν μετατρέπεται σε ομοφυλοφιλία.

Άλλα θέματα: Σφάγιον: το φυσικό Δίκαιο σε Θεοδικία Νίκος Ξένιος

Ο Εσταυρωμένος του Χριστιανισμού στην εκδοχή της θυσίας. Andrea del Castagno (1421-1457), «Η Σταύρωση». Η «φύσις» και ο «νόμος» στην αρχαιότητα συνιστούν αντιθετικό ζεύγμα. Η «πολιτική» ύπαρξη έρχεται να υποσκάψει την ίδια τη «φυσικότητα» της ύπαρξης, όπως τουλάχιστον την επαγγέλλεται η διονυσιακή λατρεία, φτάνοντας μέχρι του σημείου να την καταργήσει. Την «επιστροφή στη φύση» ενσαρκώνει ο διονυσιασμός που, στην ινδική χερσόνησο, θα συναντήσει τον σιβαϊτισμό. Εξισορροπώντας ανάμεσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι και τη φυσική πραγματικότητα που τον περιβάλλει, ο αρχαίος Έλληνας χρησιμοποίησε τη θυσία και για να εξευμενίσει τα φυσικά στοιχεία. Ο «πολιτικός» ήρωας, άρρηκτα συνδεδεμένος με το δημοκρατικό πολίτευμα, εντάσσεται στην «πόλη» ως ενεργό μέλος της πολιτικής κοινότητας. Για να είναι μια θυσία «πολιτικό» γεγονός, θα έπρεπε να εμπλέκεται με τα πολιτικά πράγματα, να προάγει τον κοινό βίο των πολιτών, να αντικαθιστά μια ενέργεια «πολιτικής προαίρεσης» και να αποκτά πιθανές προεκτάσεις στο χώρο της Μεταφυσικής. Πώς όμως επιβιώνει μέσα στο χρόνο το μοτίβο της θυσίας; Γιατί, στη μυθολογία και τον Ησίοδο, το «σφάγιον» (το θύμα) είναι ευγενούς καταγωγής; Είναι «εξιλαστήριο θύμα», «φαρμακός»; Τον τραγικό ήρωα μπορούμε να τον θεωρήσουμε υποψήφιο «σφάγιο»; Για τον Ευριπίδη, άρνηση της θυσίας σημαίνει άρνηση της θεότητας και των ηθικών της καταβολών. Αντίστοιχα, στο πλαίσιο της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής τέχνης, η θυσία συμβολίζει τη μοναδική οδό εξιλασμού του ανθρώπινου γένους, στο όνομα του «απολωλότος προβάτου». Ανιχνεύοντας τα αίτια της έκπτωσης στο στίβο της πολιτικής πρακτικής, ο Ευριπίδης καταλήγει στην αποκοπή του ανθρώπου από τις φυσικές του ρίζες, στην «ενοχικότητα» του πολιτισμού. Στο βωμό μιας συναισθηματικής αρτίωσης, μιας πολιτικής ωρίμανσης ή μιας ερωτικής ολοκλήρωσης, ο ήρωας της τραγωδίας κατατεμαχίζεται, για να αναδυθεί από τη στάχτη του το βλαστάρι μιας νέας γενιάς ιδεωδών. Αυτή είναι η τραγική άποψη της θυσίας, αλληγορία ενός γενικότερου πολιτισμικού προτύπου, που συντάσσεται ως σωτηρία από την ασχημοσύνη, την ηθική έκπτωση, τον εκφυλισμό, τη διχόνοια: πάντα στο πνεύμα της αδελφωμένης, συνδαιτημόνος κοινότητας των προκλασικών χρόνων. Και με έδεσμα τις σάρκες του εξιλαστήριου αμνού, της θεότητας: η αναφορά στη θυσία Εκείνου δεν παύει να είναι το κατεξοχήν Μυστήριο.

Θυσία ταύρων και νεκρικά έθιμα στ’ αγρίδια της Ίμβρου Ελένη Ψυχογιού

Οι θυσιαστές δρουν υπό την άμεση επίβλεψη του γερο-χασάπη των Αγριδιών. Ανοίκειο το σκηνικό στην Ίμβρο. Ερειπωμένα σπίτια ελληνικά και ασιάτες έποικοι. Τουρκικός στρατός παντού, ατμόσφαιρα κατοχής. Αλλά, σε πείσμα όλων αυτών, τα ορεινά Αγρίδια με τους ελάχιστους πια ηλικιωμένους Έλληνες, τον Δεκαπενταύγουστο πανηγυρίζουν. Στο πανηγύρι περιλαμβάνονται δύο τελετουργίες αρχαϊκής μορφής: α) η αιματηρή δημοτελής θυσία βοοειδών («κουρμπάνι») με μαγείρεμα και διανομή του θύματος στους πανηγυριστές και β) το νεκρόδειπνο, η προσφορά τροφών στους νεκρούς με συνεστίαση στους τάφους. Οι ταύροι που θυσιάζονται στα Αγρίδια είναι πολλοί, προσφορές κατοίκων του χωριού αλλά και Ίμβριων της Διασποράς. Η όλη τελετουργία είναι αποκλειστικά ανδρική υπόθεση. Οι γυναίκες θα ξενυχτήσουν στην εκκλησία το λείψανο της Παναγίας, μοιρολογώντας την με ψαλμωδίες. Την παραμονή, μετά τον εσπερινό, οι άνδρες ρίχνουν το κρέας, κομμένο κομματάκια, σε χαλκωματένια λεβέτια. Πρώτα μπαίνουν στη φωτιά τα δυο λεβέτια με τα κόκαλα και ένας τέντζερης με εντόσθια -μεζές για όσους θα ξενυχτήσουν βράζοντας το κρέας. Τα χαράματα, στο ζουμί από τα κόκαλα θα βράσει το σπασμένο στάρι για να γίνει η «κουρκούτα». Στην πανηγυρική λειτουργία της ημέρας χοροστατεί ο επίσκοπος Ίμβρου και Τενέδου. Η κουρκούτα μοιράζεται στο εκκλησίασμα αφού την έχει διαβάσει ο επίσκοπος με ειδικές ευχές. Επιβίωση μιας πανάρχαιας νεκρολατρείας, οι προσφορές τροφής απευθύνονται στη δαιμονική-θεϊκή φύση που συν τω χρόνω αποκτά ο νεκρός. Στα Αγρίδια τον Δεκαπενταύγουστο, μετά το μοίρασμα της κουρκούτας και με επικεφαλής τον επίσκοπο και τους ιερείς, όλο το χωριό πηγαίνει στο νεκροταφείο. Πάνω στους τάφους υπάρχουν δίσκοι με γλυκά και φρούτα, κεράσματα για όλους. Στο εκκλησάκι του Αγίου Μόδεστου, γονατιστός ο επίσκοπος ψάλλει ειδική δέηση και κάνει ομαδικό τρισάγιο. Επιβιώνοντας παρά τις αλλεπάλληλες μεταβολές και τις αντίξοες συνθήκες, έθιμα και θρησκευτικές εκδηλώσεις διασχίζουν το χρόνο όπως οι πολιτισμοί του F. Braudel που «θριαμβεύουν απέναντι στη διάρκεια». Πτυχές του πανηγυριού στα Αγρίδια, που η ερευνήτρια κατέγραψε το 1990, ανάγονται στην αρχαία λατρεία των χθόνιων θεοτήτων. Επιπλέον, η αρχαϊκότητά του συσχετίζει το πανηγύρι με την πελασγική μυστηριακή θρησκεία των Καβείρων.

Η Ίμβρος στην αρχαιότητα Ηλίας Ανδρέου, Ιωάννα Ανδρέου

Τμήμα του τείχους της αρχαίας Ίμβρου στο Κάστρο. Βουνά και κοιλάδες σε εναλλαγή φτιάχνουν μια Ίμβρο «παιπαλόεσσα», κυματιστή. Προϊστορικά ευρήματα σε τρεις λόφους αποδεικνύουν ότι οι θέσεις αυτές κατοικήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού, από την Πρωτοελλαδική ως και την Ύστερη Μυκηναϊκή περίοδο. Τα νεολιθικά εργαλεία όμως που ανέφερε το 1908 ο C. Fredrich φανερώνουν δραστηριότητα σε χρόνους ακόμη πρωιμότερους. Μόνο συστηματικές ανασκαφές θα αποκαλύψουν την ιστορία που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα μυκηναϊκά χρόνια και τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. όταν, αξιοποιώντας τη στρατηγική θέση του νησιού, η πόλη των Αθηνών δημιουργεί αποικία αθηναίων κληρούχων. Οι κληρούχοι, που παρέμεναν αθηναίοι πολίτες, οργάνωσαν τον Δήμο των «Αθηναίων των εν Ίμβρω» κατά τα πρότυπα της αθηναϊκής πολιτείας, ακολούθησαν το αττικό μηνολόγιο, ονόμασαν τον μεγαλύτερο ποταμό του νησιού Ιλισσό και χρησιμοποίησαν αθηναϊκούς τύπους στα νομίσματά τους. Δεν είναι τυχαίο ότι, το 1419, ο φλωρεντινός περιηγητής Buodelmonti βρήκε να αγοράσει στην Ίμβρο χειρόγραφο του Πλούταρχου. Ούτε ότι αναθηματικές επιγραφές του Δήμου της Ίμβρου βρέθηκαν στην Αγορά των Αθηνών και στο ιερό των Δελφών. Την Ίμβρο θα αποσπάσει από τη μητρόπολή της ο Σεπτίμιος Σεβήρος στις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ. Ο σπουδαιότερος χώρος εγκατάστασης των Αθηναίων ταυτίζεται με το σημερινό Κάστρο. Στα βυζαντινά και τα νεότερα χρόνια το αρχαίο υλικό αξιοποιήθηκε ποικιλότροπα: σαρκοφάγοι έγιναν δεξαμενές για ύδρευση, επιγραφές ενσωματώθηκαν στο δάπεδο εκκλησίας κ.ο.κ. Ενδείξεις για κατοίκηση σε άλλες θέσεις βρέθηκαν τόσο στη βόρεια πεδιάδα όσο και στη νότια ακτή του νησιού. Στο νοτιοδυτικό άκρο της Ίμβρου τοποθετείται η θέση του αρχαίου Ναυλόχου, όπου λέγεται ότι υπήρχε πηγή με μαγικές ιδιότητες. Στην περιοχή Ροξάδο έχουν εντοπιστεί σημαντικά ερείπια που αποδίδονται είτε σε φρουριακή κατασκευή είτε σε τεχνητό φράγμα – δεξαμενή που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της αρχαίας πόλης της Ίμβρου ή του ιερού των Μεγάλων Θεών. Γιατί οι αθηναίοι κληρούχοι μετέφεραν μεν τις θρησκευτικές παραδόσεις της πατρίδας τους αλλά ασπάστηκαν και τις τοπικές προελληνικές λατρείες: του Ερμή ως Ιμβράμου και Ορθάνη, των Μεγάλων Θεών ή Καβείρων, της Κυβέλης, της Ίσιδος και του Διόνυσου, που εδώ λατρευόταν ως χθόνιος. Ερείπια και περιηγητές μας πληροφορούν για τις βυζαντινές θέσεις κατοίκησης στο νησί: Κάστρο, Αρασιά, Παλιόκαστρο, Πύργος Σχοινουδιού. Τον 18ο αιώνα διαμορφώθηκαν τα οικιστικά σύνολα του νησιού όπως διατηρούνται ως σήμερα. Σπουδαίοι τεχνίτες, οι Ίμβριοι χτίζουν χωριά και εκκλησίες χρησιμοποιώντας την ντόπια ηφαιστειογενή πέτρα. Οι εκκλησίες ακολουθούν τον πρώιμο τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με μόνη ιδιομορφία τις εξωτερικές αντηρίδες. Στα πανηγύρια επιβιώνουν πανάρχαιες συνήθειες, όπως η θυσία βοδιών και οι προσφορές στους νεκρούς τον Δεκαπενταύγουστο. Σήμερα, την ώρα που οι παροικίες των Ίμβριων μέσα και έξω από την Ελλάδα ακμάζουν, μαραζωμένο το ελληνικό στοιχείο του νησιού βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο ολοσχερούς αφανισμού.

Μουσείο: Μουσείο Δίου Δημήτριος Παντερμαλής

Η πρώτη μεγάλη αίθουσα του μουσείου Δίου με ευρήματα από τις Θέρμες και το Ιερό της Ίσιδας. Τη δημιουργία του Μουσείου επέβαλαν τα πλούσια ευρήματα από τα ιερά και τις λατρείες του Δίου που αποκαλύφθηκαν στο ιερό κέντρο των αρχαίων Μακεδόνων τη δεκαετία του 70. Στον λατρευτικό χώρο των μεγάλων δημόσιων λουτρών (Θέρμες) βρέθηκε σύνολο αγαλμάτων που εικονίζει τους Ασκληπιάδες. Από το Τέμενος της Ίσιδος ξεχωρίζουν τα λατρευτικά αγάλματα της Υπολιμπιδίας Αφροδίτης και της Ίσιδος Τύχης. Γλυπτά, πήλινα ειδώλια, αγγεία, επιγραφές, κοσμήματα βρέθηκαν στο Ιερό της Δήμητρας, όπου η λατρεία της θεάς ανάγεται στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. Η έκθεση περιλαμβάνει ευρήματα από τα Ιερά του Ασκληπιού, του Διονύσου και προ παντός του Ολυμπίου Διός, ταφικά μνημεία και κτερίσματα, νομίσματα, κ.ά.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Συνέδρια

Στο τυπογραφείο βρίσκονται τα Πρακτικά του Α΄ Συμποσίου Αρχαιομετρίας που οργανώθηκε πέρυσι από την Ελληνική Αρχαιομετρική Εταιρεία

Διαλέξεις - Μαθήματα

Συνεχίστηκαν τους μήνες Νοέμβριο-Δεκέμβριο 1991 οι διαλέξεις που διοργανώνει η Ελληνική Αρχαιομετρική Εταιρεία – Για την επιμόρφωση των προπτυχιακών φοιτητών του, το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης διοργανώνει σειρά διαλέξεων Αρχαιομετρίας – Η υπεύθυνη του Χημικού Εργαστηρίου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου έδωσε σειρά μαθημάτων σε πτυχιούχους Αρχαιολογικού και Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών

Βιβλία – Δημοσιεύσεις

C. Renfrew / P. Bahn, Archaeology: Theories, Methods and Practice, Thames & Hudson, London 1991 – D. A. Scott, The Metallography and Microstructure of Ancient and Historic Metals, Getty Conservation Institute & J. Paul Getty Museum, Santa Monica, Ca, 1991 – Y. Liritzis / L. Orphanidis-Georgiadis / N. Efstratiou, «Neolithic Thessaly and the Sporades: Remarks on cultural contacts between Sesklo, Dimini and Aghios Petros based on trace element analysis and archaeological evidence», Oxford Journal of Archaeology 10/3 (1991), σ. 307-313

English summaries: Iconography of the Neolithic and Early Bronze Age. The (deceptive) rarity of the male presence Christine Marangou

The more one stands back from the present, the more difficult it becomes to interpret a long forgotten reality. Time lapses are multiplied due to more recent memories intervening and to the automatisms gained, which unconsciously affect even the most objective researcher of the past. Thus, it is only natural that the works of art, images of this reality, present even more difficulties in their interpretation.If, in theory, the identification of the human figure, whether male or female, should be a relatively easy task, the archaeological material itself does not cease to pose new questions. Indeed, a multitude of human figures from the Neolithic and Early Bronze Age do not reveal their sex, while others, very rare ones, are hermaphrodite or hybrid beings with zoomorphic features. And we are referring only to the more obvious human representations and not to the numerous male and female symbols, which already in the Palaeolithic period have been painted or incised —along with realistic everyday scenes— on cave walls and transportable finds, everywhere in Europe.

Men with diminished power in Aristophanes’ comedies Panayotis Dimakis

It is a commonplace to state that men in classical Greece were, indisputably, the stronger sex. They were supposed to be the lords of their house and family and they alone used to influence the destinies of their city without the help or participation of women. However, even this commonplace, like any other, reveals only a part of the truth.This is easily understandable, if one reads Aristophanes' comedies, which truly mirror the Athenian middle-class society of the fifth century BC. When Dionysios the Younger, tyrant of Syracusae, asked Plato to recommend a work presenting a picture of contemporary Athens, the latter simply sent him a selection of Aristophanes' comedies. Therefore, one is fully justified when choosing these comedies, to study amongst other topics, the status of men in classical Greece.

Man as official and professional in Byzantine society Afendra Moutzali

The position, career and diminishing status of men is closely related to the structure of Byzantine society, which has been radically changing in its thousand years course. However, throughout this long period both institutions and beliefs were more in favour of men than of women. The structure of Byzantine society was clearly a partiarchal one. Within the boundaries of the family,the power of the male leader mirrors his secular authority within the framework of the state. The Byzantine Empire recognized the important role of woman both in the family and in society. She was also granted certain financial and judicial rights along with the potential to exercise some professions, such as that of midwife and codex copyist. Nevertheless, a man in his capacity as an official, a professional or even a eunuch had more going for him compared with a woman, because the institutions, concepts and mentality of the time did not impose any limits to him in regards to his entertainment, education, career and the realization of his personal ambitions.

Models of men in the Greek cinema Tasos Goudelis

The "Semiology of a type of male and female as proposed by one film or by groups of films dominates all other elements of fiction. Furhtermore, it adds to the content of narrative cinema, as a cultural product, through the aesthetic and sociological components of the latter. The basic male type,a constant in the Greek movies of the mid-war period of the 20s and 30s, was a "hybrid", the product of the union of different morals, his bourgeois origin was in the popular pictures and his borrowed "mask" was from American or other stars of the silent cinema.Apart from being naive he created a miserable example without any meaning.Whether he is in films about love, social conflicts,war, the country side, or in comedies,the "jeune premier" of our post-war cinema, the dark, good-looking, reliable young man is omnipresent. He is a petit bourgeois with extreme emotional purity and courtesy for a proper bridegroom, a model of behaviour in a society which is by custom compelled —or deeply desires after its civil-war experiences— to conform. The deceptive differentiation of the "popular", young man, as represented by G. Foundas, perfectly fits this logic. The white or black shirt with the unbuttoned collar and the black trousers, Foundas' typical outfit, gradually becomes the standard costume of similar "heroes" both on screen and in life. The model advertized by the "jeune premier" of the 1950s remains valid throughout the 1960s until new, more demanding fictionsl bring new depths to the psychological portrait of the hero, abolishing the established prototype of the handsome bourgeois in the portrait of the main male character. The Greek cinema of the 1950s and the early 1960s signifies for many of us primarily comedy played by the unique actors of this genre. The comedy of that period managed to become extremely popular to a broad spectrum of the public, which recognized itself in the everyday "idiom" of its great but ordinary-looking actors. In the mid-1960s and next to the "old" cinema that continues to produce male "idols" —usually with a perfect Greek profile, appropriate for being exported abroad— heroes with more realistic features appear, who, nevertheless lack individuality as they also mirror the trivial needs of contemporary society. Finally, modern Greek cinema proposes an absolutely "open", flexible male model, which can seriously be identified with its film directors themselves.

Affinity and love in folk song Eleftherios N. Economou

This article deals with the evolution of male identity in Greek society by comparing the work and appearance of Stelios Kazantzidis and Tolis Voskopoulos, two especially popular folk singers. The study is based on analysing the different way the two men perceive love. While Kazantzidis thinks of love only within the framework of traditional marriage, Voskopoulos looks at it through the eyes of a lover independent of any such social relationship. As a result, in spite of the points in common and affinity between these artists, two altogether different male ideals clearly appear in their songs, connected to each other in spite of their divergent social orientation and mode of singing.

Transvestism and the carnival M. Iosifidou

Apokries (the Carnival) marks the reversal or breakdown of social boundaries. Authority is ridiculed. People are no longer who they seem to be. In fact, they are not definable even by gender. The presence of the Arapadhes (The Blacks), the masked faces in the evening, the unusually high activity at night and its associated sense of danger also indicates a reversal of norms. The blatant sexual jokes and satirizing of sexual taboos and the danger sensed by women when walking alone at night "on such days" reflects a sense of uncontrolled sexuality — a time when order gives way to social license. A major aspect of this ritualised social chaos is the masquerading of men dressed as women and women as men. These acts of transvestism are not psychological or cultural maladjustments, but rather means whereby expressions of power and authority are voiced. Men take on the role of the fertile woman, by appropriating her socially recognised power to reproduce. Yet, in so doing their ultimate inability to reproduce is marked. It is perhaps then that the contradiction between the recognised power of female reproduction and the subordinate position of women lead ultimately to the comedy and the buffooning of the transvestite men. Carnival as remembered by the elderly is a time of danger and laughter. It is a time of social chaos, of excess before the fast of Lent and the reestablishment of a brighter and cleaner social order with Easter. But Carnival may also create a context within which groups can express their dissatisfactions and their dissent. It may be a time when social boundaries are tested, pushed to their limits. Such I feel is the Apokria parade of the women in town. Dressed as men, these women appropriate male public status through the arrogation of male dress and confine their menfolk, in word if not in deed, to home and the caretaking of children. With the end of Apokries ends their dress and also social appropriation of male identity, but not without the lasting sense that women, too, now have "personalities", they are more and more participating in public acts of display, and they are increasingly finding their own public voice. Thus, transvestism, is not one act but many. It is part of a social as well as a personal statement. And even within the single ritual context of Apokries it can at different moments in time and under different social circumstances express different social and personal desires and demands.

Displays of masculinity in mountainous Crete Michael Herzfeld

One can only wonder whether or not the displays of masculinity in everyday behaviour are a conscious resistance to the rapidly accelerating standardization of traditions. Showing off stands perhaps one step before complete assimilation. Some mountainous villages in Crete can be seen as a case study. The inhabitants of these villages have already been organizing "Cretan dances"and "Cretan feasts" for tourists. Needless to say such a false attitude can affect the villagers' everyday behaviour , and in the long run spoil their very nature. Day after day, these mountain people are exposed to strong currents of new and alien influences and demands. Are they then being submissive through their attitudes to folklore or are they proving to be extraordinarily able in adjusting themselves to the demands of the moment, as we have reasons to believe? This phenomenon can likewise be compared with the most traditional public displays of masculinity, the only important difference being that the role of women has now infiltrated public activities and has become an indispensable part of the local culture. Is it then a " poetry "of tourism that we are dealing with? The term can be justified given the fact that the inhabitants themselves consider that through this adjustment to circumstance they are grasping opportunity from the very teeth of the commercial shark, as, even today, they snatch laughter from death, a quibble from the clumsy verse of the antagonist, the fiance from the house of her strict father, and the best lamb from the worthy opponent, only to offer it later in a meal to the unsuspected representatives of the Law, while the latter are enjoying the best possible hospitality in the home of the wanted perpetrators, which is also home to the Law.

Social sex, homosociality, sex Kostas Giannakopoulos

Public activities in "traditional" Mediterranean societies were organized on the basis of interpersonal relationships between men. The intense emotion and the close physical contact between men have led many Western scholars to the conclusion that these relationships are homosexual . For a better understanding of these relations we think it necessary that one take into consideration the meaning each society has placed upon the terms sexual / sexuality, emotions/frendship, masculinity /femininity as well as the manner in which the above phenomena are expressed in the overall social and financial structure of each society.Bearing this in mind we can approach Greek "traditional" society, a society both heterosexual and homosocial. Heterosexual, because all sexuality is confined to the relationship between males and females, that is, between the sovereignty of men and the submission of women. The fear of feminization and the display of virility do not only lead to the submission of women to men as a prevailing symbol of sexuality. It also eatablishes the relations between men within the framework of homosociality and defines its limits.

The sacrificial victim. Natural law as divine law Nikos Xenios

The study of Sacrifice both as a social practice, religious mystery and political allegory leads us to the conclusion that each group of people, social entity and organized society has employed and used Sacrifice in its attempt and pursuit to approach the Divine or to complete human Nature. This act is man's willing effort of reconciliation with the physical and metaphysical framework, defined by each civilization for its people. Undoubtedly, the subject is vast and a brief examination can only superficially offer the study of classical authors, the research of political philosophy, the conclusions of Social Anthropology and the understanding of political violence and ecological destruction. It is true that theory precedes action and if one is to make ethical evaluations one should first consider thoroughly the motives, philosophical environment, scientific completeness and the degree of consciousness and responsibility for every sacrifice. Does the need to return to the origins of human civilization and to reevaluate the ideals of our time have to take into consideration the existence of teleology in social conditions? Is Euripides today surprisingly relevant? Finally, is our effort to investigate the true essence of all things and the principles of Justice inevitably opposed to the vengefulness of an older, more mighty and invisible natural power?

Bull sacrifice and funerary rites at Aghridia on the island of Imbros Eleni Psychogiou

Despite the fierce persecutions against the Greek population of the island, that naturally has caused its diminishing, many rites, religious and other ,still survive that derive from the Hellenic and Prehellenic antiquity. Among other customs is the sacrifice of bulls on the 15th of August at Aghridia and the" necrodeipnon", that is the visit to the cemetery on that same day, which is accompanied by food offerings to the dead and the living having their meals on the tombs. This article not only includes a description of the specific customs, as they were performed in August 1990, but also underlines the particular features indicative of the continuous cultural presence of Hellenism on the island of Imbros.

Imbros in antiquity Elias Andreou, Ioanna Andreou

Throughout the centuries Imbros has born true witness to its history and Greek character, through none other than the remains of works of art, left behind by all those who had inhabited the island from the prehistoric period down to the present day. In spite of the deterioration of the natural environment in recent years, almost all Imbro's settlements and primarily the composition of its population, its antiquities and monuments continue to speak for themselves. Building foundations, stone tools and pottery sherds prove the existence of prehistoric settlements on the south coast and the Megalos Potamos plain since the Neolithic period. These finds as well as relevant references in the Homeric poems confirm the ever important role Imbros played in sea travel to Thrace, the Hellespont and the Black Sea. The existence of a fortified settlement as well as other inhabited groups, cemeteries, sanctuaries. harbours, hydraulic and various other installations —on the fertile northern plain and in other locations of the island— dating from the classical, Hellenistic and Roman age verify all the information of ancient authors. The epigraphic evidence reveals that the Athenian immigrants brought to the island the political organization of the Attic demos and their religious traditions, although they embodied in the latter the local popular deities and rituals. Furthermore, the same sources manifest the contacts of Imbrians with other lands and also the settlement of families from the insular and mainland Greece on the island.They also make clear that in the second century AD the inhabitants of Imbros in spite of Roman rule, continued to retain the Athenian model of organization and to keep their ethnic names, as declarative of their origin. The century old name of the island, the pure Hellenic population element and the civilization of Imbros have been perpetuated throughout the Early Christian and Byzantine period and the Turkish occupation and have survived until today. Unfortunately, even the near future of the Hellenic character and civilization of the island seems most uncertain since its destruction is pursued. This harsh fact must motivate, as soon as possible, not only the Imbrians and the Greeks but also every intellectual and scientist all over the world and, most importantly, all those who decide on the destinies of lands and people of Earth , to come to the rescue of Imbros.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Κοροπλαστική (II) Σταυρούλα Ασημακοπούλου

Βοιωτικό ειδώλιο του 8ου αι. π.Χ. Βοστώνη, Museum of Fine Arts. Γεωμετρική και δαιδαλική περίοδος (περ. 900-550 π.Χ.): Ίπποι, ιππείς και πτηνά είναι οι δημοφιλέστεροι τύποι των γεωμετρικών και υπογεωμετρικών ειδωλίων. Ιδιόρρυθμος είναι ο τύπος των ειδωλίων της Βοιωτίας, εντυπωσιακά είναι τα μεγάλα πήλινα προσωπεία (Γοργόνων;) από την Τίρυνθα. Από τα πήλινα ειδώλια του δαιδαλικού ρυθμού, ξεχωρίζουν η «πότνια θηρών» και τα μυθολογικά συμπλέγματα. Στην αρχαϊκή περίοδο (περ. 550-475 π.Χ.), τα ειδώλια αποδίδουν κυρίως γυναικείες μορφές, όρθιες ή καθιστές, σε στάση συγκρατημένη. Τέτοιες μορφές χρησιμεύουν και ως υδρίες. Βρέθηκαν επίσης μεγάλες προτομές γυναικείων θεοτήτων, μυθικές μορφές, ζώα και πλαγγόνες, κομψά γοργόνεια και προσωπεία. Ιδιαίτερα είναι τα ύστερα αρχαϊκά αγαλμάτια ή συμπλέγματα από τη Βοιωτία, που απεικονίζουν καθημερινές ή επαγγελματικές ασχολίες.

Τεύχος 42, Μάρτιος 1992 No. of pages: 114
Κύριο Θέμα: Η Iστορία της Eύβοιας Πέτρος Καλλιγάς

Πήλινο γοργόνειο από την «οικία με τα ψηφιδωτά», 4ος αι. π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ερέτριας. Τα προϊστορικά ίχνη στην Εύβοια γίνονται σαφέστερα στη Νεολιθική εποχή. Στην Πρωτοελλαδική περίοδο διαπιστώνονται ήδη επαφές με τις Κυκλάδες. Στα μέσα της 3ης χιλιετίας, κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου με τις Κυκλάδες, τα νησιά του Β. Αιγαίου και τα μικρασιατικά παράλια, αναδεικνύεται η Μάνικα με το εκτεταμένο οικιστικό κέντρο και το νεκροταφείο με τους ιδιόρρυθμους θαλαμωτούς τάφους. Από την Υστεροελλαδική περίοδο ανασκάφηκαν, διασκορπισμένοι στο νησί, θολωτοί και θαλαμωτοί τάφοι. Τον 11ο αιώνα, η Εύβοια κατακλύζεται από το αιολόφωνο φύλο των Αβάντων. Η κοινωνία που προέκυψε στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (10ος-9ος αιώνας π.Χ.) χαρακτηρίζεται από διάσπαρτη, μεμονωμένη οίκηση, ύπαρξη μεμονωμένων αψιδωτών «οίκων», και από τη σημαντική θέση του αρχηγού της οικογένειας, του οποίου την ταφή σημειώνει συχνά χωμάτινος τύμβος. Σε αυτά τα «χρόνια της πρωτογεωμετρικής κεραμικής» κατοικήθηκαν η Χαλκίδα και η Ερέτρια, εξαιτίας των αξιόλογων κτερισμάτων της όμως ξεχωρίζει η περιοχή της Τούμπα-Λευκαντί. Στα τέλη του 9ου αιώνα π.Χ., η παλαιά πατριαρχική κοινωνία ανατρέπεται και ιδρύονται νέοι, οχυρωμένοι οικισμοί στην Ερέτρια και τη Χαλκίδα. Αυτοί θα αποτελέσουν τον πυρήνα της αρχαίας ελληνικής πόλης. Στην Ερέτρια ιδρύεται για πρώτη φορά ανεξάρτητο οίκημα για τη λατρεία, ο ναός του Απόλλωνα. Ωστόσο, Χαλκίδα και Ερέτρια, παρά τις αποικίες, τον πλούτο και τη ναυτική τους δύναμη θα ανακόψουν την εξέλιξή τους εξαιτίας του μακρόχρονου εμφύλιου «πόλεμου για το Ληλάντιο πεδίο». Την ανάπτυξη άλλων πόλεων, της Ιστιαίας, της Καρύστου, της Δύστου και της Κύμης, ανέκοψε η αναδυόμενη δύναμη της Αθήνας. Το 506 π.Χ. οι Αθηναίοι νίκησαν τους Χαλκιδείς και εγκατέστησαν αθηναίους κληρούχους στο Ληλάντιο. Με στρατηγό τον Περικλή, υπέταξαν την Ιστιαία εγκαθιστώντας και εκεί αθηναίους κληρούχους. Στα χρόνια της μακεδονικής κυριαρχίας, η ακμή της Ερέτριας αποτυπώνεται στα πλούσια σπίτια και στην Αγορά της, ενώ τους στενούς δεσμούς της με τους μακεδόνες βασιλείς φανερώνουν οι σημαντικοί κτιστοί τάφοι μακεδονικού τύπου. Στη ρωμαϊκή περίοδο, κύρια πόλη του νησιού παρέμεινε η αρχαία πόλη της Χαλκίδας που θα εγκαταλειφθεί στα πρώτα χρόνια του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-620 μ.Χ.), για να μεταφερθεί δυτικότερα, στη νέα στρατηγική της θέση πάνω στον Εύριπο. Οχυρωμένη πόλη και ύπαιθρος δεν γνώρισαν κατακτητές ως τις Σταυροφορίες. Την επικυριαρχία της Εύβοιας αποκτά η Βενετία. Οι Βενετοί, που μετονόμασαν τη Χαλκίδα σε «Νεγρεπόντε», άφησαν πίσω τους λίγα κάστρα και πολλούς τετράγωνους αμυντικούς πύργους στην ύπαιθρο. Στην Τουρκοκρατία (1470-1833 μ.Χ.), η Εύβοια αποτελούσε, μαζί με τη Βοιωτία και την Αττική, το «Πασαλίκι του Εγρίπου». Ο ξεσηκωμός του 1821, που οργάνωσαν οι Αγγελής Γουβιός, Κριεζώτης και Φαβιέρος, δεν κατάφερε να κάμψει την αντίσταση των Τούρκων που θα παραδώσουν το νησί μόνο στον εκπρόσωπο του Όθωνα το 1833. Στο νέο κράτος, την οικονομική ανάπτυξη συνόδευσε η αστικοποίηση, που προίκισε τη Χαλκίδα με πολλά νεοκλασικά σπίτια και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, κάνοντάς την όμως και να ασφυκτιά μέσα στην παλιά της περίμετρο. Τα αρχαία τείχη της πόλης έπεσαν στο βωμό της ανάπτυξης. Το 1922, όπως μαρτυρούν τα γύρω τοπωνύμια, ο πληθυσμός της πόλης, που είχε ήδη μια σημαντική εβραϊκή κοινότητα, εμπλουτίζεται και με Μικρασιάτες. Η ιστορική μνήμη του νησιού έχει καταφέρει να διατηρηθεί χάρη στις ιστορικές και αρχαιολογικές μελέτες.

Παλαιολιθικά λατομεία-Εργαλεία στη Νέα Αρτάκη Ευβοίας Εύη Σαραντέα-Mίχα

Ογκώδες λιάνιστρο (chopping tool) της Κατώτερης Παλαιολιθικής. Βρέθηκε στο Βόλερι, κατασκευασμένο από ντόπιο πυριτόλιθο. Η αφθονία και η ποικιλία των παλαιολιθικών ευρημάτων δηλώνουν ότι η Νέα Αρτάκη υπήρξε «κέντρο» στη διάρκεια της απώτερης Προϊστορίας. Οι ήπιες κλιματολογικές συνθήκες, το χαμηλό υψόμετρο, η ύπαρξη νερού αλλά κυρίως η αφθονία πυριτολιθικού πετρώματος προσήλκυσαν κυνηγετικές-συλλεκτικές ομάδες που εγκαταστάθηκαν κοντά στις λατομειακές θέσεις. Το μεγαλύτερο μέρος των προϊστορικών εργαλείων βρίσκεται στις θέσεις Φανερωμένη και Βολέρι, όπου εμφανίζονται μεγάλες συγκεντρώσεις καστανού πυριτόλιθου (τσακμακόπετρα ή στουρναρόπετρα). Τα παλαιότερα εργαλεία Φανερωμένης και Βολεριού κατατάσσονται σε πρώιμη φάση της Μέσης Αχελαίας περιόδου (400.000-300.000 χρόνια πριν από σήμερα). Τυπολογικά διακρίνονται σε σειρές χειροπελέκεων, τσεκουριών, λιανιστών, αξινών, ξέστρων, κοπτών, σφυριών κ.ά. Αναγνωρίζονται όλες οι φάσεις κατασκευής εργαλείων, πυρήνες και απολεπίσματα από την επεξεργασία του τοπικού πετρώματος, καθώς και βότσαλα που είχαν χρησιμοποιηθεί ως επικρουστήρες. Σε περιορισμένο αριθμό βρέθηκαν εργαλεία από οψιδιανό, οπάλιο, πρασινόλιθο και ραδιολαρίτη. Τα πέτρινα κατάλοιπα των πληθυσμών της Μέσης Παλαιολιθικής ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες, γεγονός που υποδηλώνει αύξηση του πληθυσμού. Οι λιθοτεχνίες κατά ένα μέγιστο ποσοστό είναι «μουστέριες», ενώ τα εργαλεία, μικρότερα σε μέγεθος, έχουν εξειδικευτεί σε λεπτότερες και απαιτητικότερες εργασίες. Τα είδη των παλαιολιθικών λιθοτεχνιών υποδεικνύουν διαβίωση ειδών Homo Erectus και Homo Sapiens Neandertalensis στην Εύβοια πριν από την εμφάνιση του δικού μας Homo Sapiens Sapiens.

Προϊστορική Σκύρος Λιάνα Παρλαμά

Ψηφιδωτό από το Ζεύγμα, τέλος 2ου-πρώτο τέταρτο 3ου αι. Ο Οδυσσέας ανακαλύπτει τον Αχιλλέα στο ανάκτορο του Λυκομήδη. Την προϊστορική Σκύρο ανέδειξαν οι έρευνες του Δ. Θεοχάρη. Όταν ο Θεοχάρης εντόπισε ίχνη της Τελικής Νεολιθικής, δεν θεώρησε πως είναι τα αρχαιότερα. Ευρήματα από την περιοχή της ακρόπολης, από τις Γούρνες και κυρίως από τον όρμο Αχίλλι, τον έκαναν να πιστεύει ότι υπήρχε ανθρώπινη παρουσία στο νησί κατά τη Μεσολιθική περίοδο, ίσως και τους τελευταίους παλαιολιθικούς χρόνους. Η συστηματική ανασκαφή που ενδεχομένως θα τον επιβεβαίωνε δεν έχει γίνει ακόμη. Το νησί ακμάζει στην περίοδο της Πρώιμης Χαλκοκρατίας. Η κεραμική που βρέθηκε μαρτυρεί στενές σχέσεις με τις Κυκλάδες αλλά και βόρειες επιδράσεις. Στο πέρασμα από το τέλος της 3ης χιλιετίας στις αρχές της 2ης χρονολογείται ο ακμαίος οικισμός που αποκαλύφθηκε στον όρμο Παλαμάρι, στραμμένος προς το βορειοανατολικό Αιγαίο, την Πολιόχνη και την Τροία. Την προσπάθεια να κατανοήσουμε πώς διαμορφώθηκαν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των συγκεντρωτικών βασιλείων που κυριάρχησαν στην Ύστερη Χαλκοκρατία και συνέθεσαν τον μυκηναϊκό πολιτισμό δυσχεραίνουν τα κενά που παρατηρούνται στη μεταβατική περίοδο της Μέσης Χαλκοκρατίας. Η παντελής έλλειψη αρχαιολογικών στοιχείων για το μεγαλύτερο μέρος της Ύστερης καθιστά το πρόβλημα οξύτερο. Ένα πλαίσιο από τα τέλη του 14ου ως και τον 12ο αιώνα δίνει η κεραμική από τους τάφους γύρω από την ακρόπολη. Την ανίχνευση της ίδρυσης του μυκηναϊκού βασιλείου της Σκύρου έρχεται να συνεπικουρήσει η φιλολογική παράδοση: Θέτις και Αχιλλέας, τραγικός θάνατος του Θησέα, μινωικός αποικισμός και Ενυεύς. Η κεραμική στην Ατσίτσα προδίδει μια αδιαμφισβήτητα ανθηρή μυκηναϊκή κοινότητα. Οι τεχνίτες με φαντασία και έντονο τοπικό χρώμα ερμηνεύουν ελεύθερα γνωστά μυκηναϊκά διακοσμητικά θέματα.

Προϊστορική Eύβοια: τα θραύσματα ενός πολιτισμού Νίκος Ξένιος

Ασημένιο αγγείο της Πρωτοελλαδικής περιόδου από την Εύβοια. Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη. Η θέση της Εύβοιας ευνόησε τη σύνθεση κυκλαδικού και μεσοελλαδικού πολιτισμού. Τα νεολιθικά κεραμικά ευρήματα, όστρακα χειροποίητων αγγείων, urfirnis, τεφρά με στίλβωση, ερυθρά τύπου Σέσκλου και αμαυρόχρωμα γραμμικά τύπου Διμηνίου παραπέμπουν όλα στην προϊστορική Θεσσαλία. Στην Πρώιμη Χαλκοκρατία ανήκει το κυκλαδικό νεκροταφείο στη Μάνικα. Τα κεραμικά όστρακα, ο οψιανός και οι επεκτάσεις νεολιθικών σχηματισμών στο Αλιβέρι, στο Μυλάκι, τη Λίμνη και την Κάρυστο βεβαιώνουν ότι η Εύβοια υπήρξε σταθμός στη διάδοση του κυκλαδικού πολιτισμού της εποχής του Χαλκού. Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, στα σπάργανα κατά την Ύστερη Ελλαδική περίοδο, αντανακλά στην αρχιτεκτονική, την κεραμική, στα ταφικά έθιμα του νησιού.

Εύβοια. Iστορικοί χρόνοι Έβη Τουλούπα

Φοινικικό περιδέραιο από υαλόμαζα (750-725 π.Χ.) που μαρτυρεί τις σχέσεις της αρχαίας Κύμης με την Ανατολή. Πρωτοπόροι ανάμεσα στους Έλληνες στην ίδρυση αποικιών, οι Ευβοείς άφησαν στα παράλια της νότιας Ιταλίας τη λατρεία του Απόλλωνα και το αλφάβητό τους, από το οποίο εξελίχθηκε το λατινικό. Η Χαλκίδα ανέπτυξε γύρω στα 800 π.Χ. τη βιοτεχνία των μετάλλων και την αλιεία της πορφύρας. Χάρη στο λιμάνι της, η Ερέτρια αναδείχθηκε σε ναυτική δύναμη, ενώ υπήρξε και καλό ορμητήριο για την κατάληψη της Αθήνας, γεγονός που αξιοποίησαν Πεισίστρατος και Αλκμεωνίδες. Οι Ερετριείς πήραν μέρος στα Περσικά, στις ναυμαχίες του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας και στη μάχη των Πλαταιών. Μαζί με όλη την Εύβοια, η Ερέτρια υπήρξε ο πυρήνας της Αθηναϊκής Συμμαχίας, αν και αποπειράθηκε να αποσχιστεί τρεις φορές: στασιάζοντας, στρεφόμενη στους Λακεδαιμόνιους και με την ένταξή της στη Βοιωτική Συμμαχία. Γύρω στο 357 π.Χ., όταν οι Ευβοείς επανέρχονται στην Αθηναϊκή Συμμαχία, ιδρύεται και το πρώτο Ευβοϊκό Κοινό. Με την ανάμειξη του Φιλίππου Β΄ στα εσωτερικά των ελληνικών πόλεων, η Εύβοια μπαίνει σε μια τρικυμισμένη περίοδο και δεν θα ηρεμήσει πριν από την ανακήρυξη ως ελευθερωτή της Ελλάδας του Τίτου Φλαμινίνου το 196 π.Χ. Τον 1ο αιώνα π.Χ. όμως, οι διάδοχοί του αρπάζουν καλλιτεχνικούς θησαυρούς και ερημώνουν τα ιερά, καταστροφή που θα ολοκληρώσει η εκδίκηση των Ρωμαίων για τη συμπαράταξη των Ευβοέων με τον Μιθριδάτη. Τη στρατηγική σημασία της Χαλκίδας θα επαυξήσει η απώλεια του Ακροκορίνθου. Η πόλη, πλαισιωμένη από κήπους, θα πλουτιστεί με μνημεία. Αντίθετα, στα τέλη του 1ου αιώνα, η Ερέτρια θα εγκαταλειφθεί και λόγω των πυρετών, χρησιμεύοντας μόνο για «λατομείο» και καλλιεργήσιμη γη.

Η Ερέτρια τον 8ο π.Χ. αι. Eργαστήριο χρυσοχοΐας Πέτρος Θέμελης

Ο σκύφος με το θησαυρό από χρυσά τάλαντα και κοσμήματα. 8ος αι. π.Χ. Μουσείο Ερέτριας. Μεγάλη εμπορική-ναυτική δύναμη ήταν στη Μεσόγειο η Ερέτρια κατά τον 8ο αιώνα π.Χ., ιδιαίτερα στο β΄ μισό του. Στο πέρασμα από τον 8ο στον 7ο αιώνα ανήκει ο αψιδωτός εκατόμπεδος ναός μέσα στο ιερό τέμενος του Απόλλωνα, το παρακείμενο Δαφνηφορείο και το τριγωνικό Ηρώο κοντά στη δυτική πύλη της πόλης. Ο οικισμός παρακμάζει ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 7ου αιώνα π.Χ. Στην ανασκαφή τού 1980, ο συγγραφέας εντόπισε κάτω από το δάπεδο κτίσματος των γεωμετρικών χρόνων ένα σκύφο in situ, καλυμμένο με πώμα άλλου αγγείου. Ο σκύφος περιείχε χρυσό θησαυρό από τάλαντα και αποτυχημένα ή ελλιπή κοσμήματα, συνολικού βάρους 510 γρ. Ήταν φανερό ότι επρόκειτο για θησαυρό χρυσοχόου που τον ασφάλισε φεύγοντας, με σκοπό να τον ανακτήσει στην επιστροφή του. Ως προς τα τάλαντα, η ποικιλία στο βάρος και τη μορφή τους αποκλείει το ενδεχόμενο να είχαν συγκεκριμένη ανταλλακτική αξία. Το μεγαλύτερο έχει σχήμα οβάλ, δύο έχουν χυθεί μέσα σε θαλασσινά κοχύλια, πολλά είναι αρτόσχημα, άνισου πάχους και σφυρηλατημένα. Μια ομάδα από τριάντα πέντε τάλαντα έχουν χυθεί σε ακανόνιστα στρογγυλά καλούπια και έχουν κοπεί σε σχήμα ημικύκλιου ή τεταρτημόριου του κύκλου, ενώ την πολυπληθέστερη ομάδα αποτελούν ακανόνιστα κομμάτια ταλάντων. Εννέα ανομοιομεγέθη σφαιρίδια προέρχονται από τη διαδικασία καθαρμού του χρυσού από τις φυσικές του προσμείξεις. Ο ερετριέας χρυσοχόος του 8ου αιώνα π.Χ., δηλαδή, πραγματοποιούσε ο ίδιος τον καθαρισμό του χρυσού με τη μέθοδο της κυπέλλωσης – «όβρυζας» στα αρχαία ελληνικά. Τα εννέα σφαιρίδια επομένως καταρρίπτουν τη θεωρία περί ανακάλυψης της μεθόδου αυτής στο εργαστήριο του 580 π.Χ. στις Σάρδεις της Λυδίας. Από τα κοσμήματα ξεχωρίζει ακέραιο διάδημα με κεντρικό γλωσσίδι που προεξέχει. Από τον έκτυπο διάκοσμο διακρίνονται άρματα, πολεμιστές και αιλουροειδή. Ο θησαυρός περιλαμβάνει και σύρματα σε διάφορα πάχη, θραύσματα από στριφτές ράβδους, ένα αναδιπλωμένο και στρεβλωμένο συρματερό που πιστοποιεί ότι ο χρυσοχόος ήταν εξοικειωμένος και με αυτή την τεχνική. Δύο θραύσματα από χρυσές πόρπες που ανήκουν σε κοινό τύπο ίσως αποδειχθούν μοναδικές λόγω του υλικού τους. Ο συγγραφέας, τέλος, εντάσσει το χρυσοχόο στην εποχή του. Στην κοινωνία της γεωμετρικής περιόδου, που πάνω κάτω ταυτίζεται με την κοινωνία του έπους, χάρη στην προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο οι τεχνίτες εντάσσονται στην κατηγορία των «δημιοεργών», λέξη που στο έπος δεν έχει ακόμη αποκτήσει ταξική χροιά. Οι ικανότητές τους θεωρούνται δώρο θεϊκό από την Αθηνά και τον Ήφαιστο, τα θαυμαστά χρυσά έργα τους διαθέτουν μαγική δύναμη και μεταφυσικούς συμβολισμούς. Αυτές οι ιδιότητες των έργων της μεταλλοτεχνίας σφραγίζουν με δαιμονική δυσμορφία και έλλειψη φερεγγυότητας τους μυθικούς τεχνίτες, τον Ήφαιστο, τους Τελχίνες, τους Κύκλωπες και τους Δακτύλους. Μάλλον γι’ αυτό τα εργαστήρια βρίσκονται κατά κανόνα σε δημόσιους χώρους ή σε άμεση σχέση με ιερά. Αυτό συμβαίνει στην Έγκωμη, στην Ταμασσό και στο Κίτιο της Κύπρου, στο λυδικό εργαστήριο των Σάρδεων, στη Λαυρεωτική της Αττικής. Είναι επομένως πιθανή η παρουσία ιερού του 8ου αιώνα π.Χ. πολύ κοντά στο αψιδωτό οικοδόμημα όπου είχε αποθησαυριστεί το χρυσάφι.

Χαλκίδα, η μητρόπολη της Εύβοιας Αμαλία Καραπασχαλίδου

Αναθηματικό ανάγλυφο νεκροδείπνου που πιθανότατα απεικονίζει τον Ασκληπιό και την Υγεία. 2ος αι. μ.Χ. Μουσείο Χαλκίδας. Ο Φίλιππος την αποκαλούσε «κλείδα» ή «πέδη» της Ελλάδος. Γεωγράφοι και περιηγητές θαύμασαν το λιμάνι και το απόρθητο τείχος της. Η Χαλκίδα πρωταγωνίστησε στην ιστορία του νησιού. Στο απόγειο της εμπορικής της ανάπτυξης έφτασε στους κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους. Άλλωστε, κατά μία εκδοχή το όνομά της ετυμολογείται από το πορφυρούχο κοχύλι «χάλκη» ή «κάλχη», που απέφερε κέρδη στους αλιείς του. Οι άλλες δύο εκδοχές συνδέουν την πόλη με τη Χαλκίδα, κόρη του ποταμού Ασωπού, ή με τα ορυχεία χαλκού. Οι λίγες γραπτές πηγές μάς πληροφορούν ότι στα ρωμαϊκά χρόνια η πόλη εξακολουθεί να ευημερεί, κοσμείται με ιερά, δημόσια έργα, άνετες ιδιωτικές κατοικίες. Στην ύστερη ρωμαιοκρατία, τα κτίσματα έχουν διαφορετική τοιχοδομία, πολύ γερά θεμέλια και κάποια είναι διώροφα. Σε ύψωμα είναι κτισμένες οι πολυτελείς κατοικίες με τα ψηφιδωτά δάπεδα. Τις ανάγκες της Χαλκίδας για νερό κάλυπτε η πηγή Αρέθουσα, που αποτελούσε και χώρο λατρείας της νύμφης, λατρεία τοπική όπως και εκείνη της αρχηγέτιδας Χαλκίδας. Στις θεότητες του ολυμπιακού πανθέου προστέθηκαν οι θεότητες από την Ανατολή, όπως η Κυβέλη, η Ίσιδα, ο Σάραπις, ο Άνουβις, ο Άπις. Την αποσπασματική γνώση για τη γλυπτική της Χαλκίδας που πρόσφεραν μεμονωμένα και σποραδικά παραδείγματα ήρθε να διαφωτίσει ένα σημαντικό σύνολο γλυπτών που βρέθηκε το 1951 στο οικόπεδο Α. Ζέρβα. Στη συνέχεια, η συγγραφέας περιγράφει αναλυτικά ένα ανάγλυφο νεκροδείπνου του 2ου αιώνα μ.Χ., που βρίσκεται στο Μουσείο Χαλκίδας και πιθανότατα απεικονίζει τον Ασκληπιό και την Υγεία.

Λευκαντί, ο αρχαιολογικός χώρος που επέβαλε τον επαναπροσδιορισμό των Σκοτεινών Xρόνων Νότα Κούρου

Χειροποίητο κύπελλο βαρβαρικού ρυθμού. Ανάμεσα Χαλκίδα και Ερέτρια, στο σημερινό χωριό Λευκαντί και στον παράλιο λόφο της Ξερόπολης, αποκαλύφθηκε οικισμός με αλλεπάλληλες φάσεις, από τους πρωτοελλαδικούς ως και τους γεωμετρικούς χρόνους. Το αρχαίο του όνομα είναι άγνωστο. Λευκαντί ονομάστηκε από το σημερινό χωριό. Εισαγωγές και πολιτισμικές επιρροές από την Κύπρο και την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου διαπιστώνονται ήδη από τον 12ο αιώνα π.Χ., ενώ η παρουσία χειροποίητου κυπέλλου του δωρικού ή βαρβαρικού ρυθμού φανερώνει ότι Λευκαντί και μυκηναϊκή Πελοπόννησος υπόκεινται στα ίδια πολιτισμικά ρεύματα. Λίγο βορειότερα από τον οικισμό αποκαλύφθηκαν 179 τάφοι και 93 πυρές. Οι ταφές σε συστάδες μαρτυρούν την ύπαρξη πέντε μικρών νεκροταφείων. Σε ένα από αυτά, στο νεκροταφείο της Τούμπας, βρέθηκαν 69 τάφοι και 23 πυρές, καθώς και τεράστιο μακρόστενο αψιδωτό οικοδόμημα του α΄ μισού του 10ου αιώνα. Στο κεντρικό του δωμάτιο βρέθηκαν δύο ταφές βασιλικού χαρακτήρα, ένας γυναικείος ενταφιασμός και μια ανδρική καύση, καθώς και ταφή τεσσάρων αλόγων. Από κατοικία του άρχοντα, το κτίσμα μετατράπηκε μετά το θάνατό του σε ταφικό οικοδόμημα, καλύφθηκε με χωμάτινο τύμβο και αποτέλεσε Ηρώον. Ωστόσο, γεμάτοι πολύτιμα κοσμήματα και αντικείμενα εισαγμένα από μακρινές περιοχές είναι οι περισσότεροι τάφοι στα νεκροταφεία, επιβεβαιώνοντας τις επαφές με την Κύπρο και τη συροφοινικική ακτή. Από την άλλη, ευβοϊκή κεραμική του τέλους του 10ου αιώνα βρέθηκε στην Αμαθούντα της Κύπρου και στην Τύρο της Φοινίκης. Τον 9ο αιώνα οι ευβοϊκές εξαγωγές τυποποιούνται σε συγκεκριμένο σχήμα αγγείου, το «σκύφο με τα κρεμάμενα ημικύκλια». Όταν, από το 800 π.Χ., οι Ευβοείς θα στραφούν προς τη Δύση θα έχουν σήμα κατατεθέν ένα άλλο αγγείο, το «σκύφο με τις ενάλληλες».

Τα «Δρακόσπιτα» Νικόλαος Μουτσόπουλος

Εξωτερική όψη του δρακόσπιτου της Όχης. Από τα πολλά δρακόσπιτα που βρίσκονται στη δυτική πλευρά της ορεινής μεσημβρινής άκρης της Εύβοιας, κοντά στα Στύρα, το σπουδαιότερο είναι το Πάλλη λάκα δραγκό, στην πλαγιά του βουνού Κλιόσι. Οι ντόπιοι, εντυπωσιασμένοι από τη σοφή και τολμηρή διάταξη των μεγάλων γκριζωπών ασβεστόλιθων, θεώρησαν τα μεγαλιθικά κτίσματα έργα κυκλώπων και κατοικίες δράκων και τα ονόμασαν «Ντραγκό» ή «Δραγκό». Ασύγκριτα σπουδαιότερο όμως είναι το δρακόσπιτο που στέκεται στην κορυφή της Όχης, πάνω από την Κάρυστο. Η διαδρομή από την Κάρυστο στην κορυφή της Όχης περνάει από τους Μύλους που γειτονεύουν με σημαντικά αρχαία λατομεία πρασινόφαιου μαρμάρου. Κοντά τους κείτονται μεγάλοι μονόλιθοι κίονες. Ο πρώτος που ανακάλυψε το δρακόσπιτο στην κορυφή της Όχης ήταν ο M.P. Hawkins το 1797 και το εξέλαβε ως ναό. Άλλοι υποστήριξαν πως πρόκειται για κατοικία βοσκών, άλλοι μίλησαν για τάφο ή φρυκτώριο. Το «Σπίτι του Δράκου» είναι κτίσμα πλατυμέτωπο με κάτοψη 4,85 x 9,80 μ. και με την είσοδο στην πλατιά πλευρά. Το εκφορικό σύστημα στέγασης προσδίδει ιδιομορφία σε όλη την κατασκευή. Κυκλώπειων διαστάσεων πλακόπετρες εισέχουν εσωτερικά σε διαδοχικές στρώσεις και από τις τέσσερις πλευρές. Ο τρόπος αυτός επεξοχής έχει εφαρμοστεί στην κάλυψη όλων των δρακόσπιτων. Στο εσωτερικό του κτίσματος βρέθηκε μεγάλο πλήθος ακέραιων αγγείων (μόνωτα κυάθια), θραύσματα μελανόμορφων, ενεπίγραφα όστρακα, λυχνάρια κ.ά. της Αρχαϊκής εποχής. Της ίδιας εποχής ήταν και τα ευρήματα που βρέθηκαν έξω από το κτίσμα, πιθανότατα γύρω από αρχαίο υπαίθριο βωμό. Ο συγγραφέας είναι πεπεισμένος ότι πρόκειται για ιερό του Δία και της Ήρας.

Συμβολή στην κυκλοφορία των ευβοϊκών νομισμάτων. H μαρτυρία των «θησαυρών» Ηώ Τσούρτη

Αργυρό δίδραχμον Ερέτριας, π. 500–480 π.Χ. Οπισθότυπος: Χταπόδι. Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο. Χαλκίδα και Ερέτρια ήταν από τις πρώτες πόλεις που έκοψαν νομίσματα, ακολουθώντας την Αίγινα, την Αθήνα και την Κόρινθο. Οι αρχαϊκές κοπές της Χαλκίδας, 540-520 π.Χ., θυμίζουν τα Wappenmünzen, τα «εραλδικά» νομίσματα, και τις πρωιμότατες γλαύκες των Αθηνών. Νομίσματα της Χαλκίδας, της Ερέτριας και των Αθηνών πρωτοεμφανίζονται σε «θησαυρούς» που θάβονται στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Κάποιοι από αυτούς μαρτυρούν ότι αρχαϊκά ευβοϊκά νομίσματα ταξίδεψαν στη Φοινίκη και την Αίγυπτο. Όταν οι ευβοϊκές πόλεις συμμαχούν με τους Βοιωτούς και οργανώνεται, το 375 π.Χ., η Ευβοϊκή Συμπολιτεία κόβονται οι πρώτοι στατήρες του Κοινού των Ευβοέων που εναλλάσσουν, στον εμπροσθότυπο και στον οπισθότυπο, καθιστό μοσχάρι που στρέφει προς τα πίσω την κεφαλή και το κεφάλι της νύμφης Εύβοιας με την επιγραφή ΕΥΒ. Όταν, το 357 π.Χ., οι Ευβοείς θα επαναπροσεγγίσουν την Αθήνα, οι ίδιες απεικονίσεις κοσμούν όχι πια τους στατήρες αλλά τα αθηναϊκά τετράδραχμα και τις δραχμές. Στη μακεδονική περίοδο, τα νομίσματα του Κοινού και των ευβοϊκών εργαστηρίων κυκλοφορούν ευρέως σε όλη την Εύβοια. Παράλληλα κυκλοφορούν αθηναϊκά τετράδραχμα, νομίσματα της κεντρικής Ελλάδας, της Μ. Ασίας, της Ρόδου κ.ά. Οι πληροφορίες για το β΄ μισό του 3ου αιώνα π.Χ. είναι τόσο λιγοστές όσο και τα ευρήματα από τον 2ο αιώνα. Σε «θησαυρούς» από το β΄ μισό του 2ου και από τον 1ο αιώνα π.Χ. εντυπωσιακή είναι η παρουσία των αθηναϊκών τετράδραχμων New Style. . Χάλκινα νομίσματα βρέθηκαν σε επτά «θησαυρούς», ενώ η κυκλοφορία μεμονωμένων χάλκινων νομισμάτων είναι κυρίως γνωστή από τις ελβετικές ανασκαφές στην Ερέτρια.

Το νησί της Eύβοιας την εποχή της Ρωμαιοκρατίας Αμαλία Καραπασχαλίδου

Το άγαλμα του Αντίνοου που βρέθηκε στην Αιδηψό, 2ος αι. μ. Χ. Μουσείο Χαλκίδας. Παρά την υποταγή της Εύβοιας στους Ρωμαίους το 191 μ.Χ., διάφορες πόλεις γνώρισαν σποραδική άνθηση: στη Χαλκίδα έγιναν δημόσια έργα, στην Αιδηψό οι ιαματικές πηγές και τα λουτρά της προσήλκυαν πλήθος επώνυμων επισκεπτών. Στα πρώιμα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας, οι ευβοϊκές πόλεις βρέθηκαν αναγκαστικά εναντίον της ομοσπονδίας των Αχαιών. Ένα χρόνο πριν ηττηθεί από τους Ρωμαίους, νικητής το 192 π.Χ. ο Αντίοχος παντρεύεται στη Χαλκίδα τη νεαρή κόρη Εύβοια. Έχοντας συμμαχήσει με τους Αχαιούς, Χαλκίδα και Θήβα καταστρέφονται το 146 π.Χ. Όταν ο βασιλιάς Μιθριδάτης μεταφέρει το πεδίο μάχης με τους Ρωμαίους στην Ελλάδα, θα χρησιμοποιήσει την Εύβοια ως ορμητήριο του στόλου του και ως δρόμο διαφυγής.

Οι ξένες Aρχαιολογικές Σχολές στην Eύβοια Μαρία Οικονομάκου-Σαλλιώρα

Από τις ανασκαφές της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Ερέτρια. Άποψη του ιερού της Αθηνάς από τα ΝΔ. Ελβετοί και Έλληνες αρχαιολόγοι ανέδειξαν την Ερέτρια ως έναν από τους σημαντικότερους οικισμούς των γεωμετρικών χρόνων στη Μεσόγειο. Η Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή επικέντρωσε τις έρευνές της στη μνημειώδη Δυτική Πύλη και τη δυτική νεκρόπολη, αποκάλυψε το τριγωνικό Ηρώο, χώρους λατρείας των αφηρωισμένων νεκρών ηγεμόνων, τα Ανάκτορα Ι και ΙΙ. Στο Λευκαντί, η συνεργασία άγγλων και ελλήνων αρχαιολόγων οδήγησε στην αποκάλυψη ενός εξαιρετικά σημαντικού οικισμού που χρονολογείται από τους πρωτοελλαδικούς ως τους γεωμετρικούς χρόνους. Οι ανασκαφές που άρχισαν το 1964 στην Ξερόπολη και συνεχίστηκαν στην Τούμπα κ.α., φωτίζουν την ιστορική εξέλιξη του ελλαδικού χώρου στα χρόνια ανάμεσα στον 11ο και τον 9ο αιώνα.

Αρχαιολογικά βυζαντινής και μεταβυζαντινής Eύβοιας Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος

Ο σταυρεπίστεγος ναός της Αγίας Παρασκευής στη Λούτσα, στους πρόποδες της Δίρφυς. 15ος-16ος αι. Το άρθρο διατρέχει τις εξής περιόδους: Παλαιοχριστιανική και Πρωτοβυζαντινή (4ος-8ος αιώνας), Μεσοβυζαντινή (9ος-12ος αιώνας), Υστεροβυζαντινή ή περίοδο Φραγκοκρατίας (13ος-15ος αιώνας), Μεταβυζαντινή ή περίοδο Τουρκοκρατίας (1470-1833). Για την κάθε περίοδο, ο συγγραφέας α) δίνει το ιστορικό πλαίσιο, β) παρουσιάζει τα μνημεία, γ) εντοπίζει τα προβλήματα. Πίνακας συγκεντρώνει τα κυριότερα μνημεία όλων των περιόδων που ταυτόχρονα αποτυπώνονται σε χάρτη του νησιού. Στο επιλογικό του σημείωμα, ο συγγραφέας επισημαίνει την ανάγκη κατάρτισης ενός «συντάγματος» (corpus) των σωζόμενων τοιχογραφιών, γλυπτών και επιγραφών, αποτύπωσης των εκκλησιαστικών και των οχυρωματικών μνημείων, δημοσίευσης των έργων μικροτεχνίας και των ευβοϊκών «θησαυρών», καταλογογράφησης και σχολιασμένης δημοσίευσης των πηγών και συμπλήρωσης της βιβλιογραφίας. Τέλος, παρουσιάζοντας την εμβρυακή κατάσταση της ανασκαφικής έρευνας και την ανυπαρξία προστασίας των μνημείων, προτείνει την άμεση ίδρυση μιας σωστά επανδρωμένης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Ευβοίας και Βορείων Σποράδων.

Η μνημειακή ζωγραφική στην Εύβοια κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας Μελίτα Εμμανουήλ

Ναός της Οδηγήτριας στις Σπηλιές (1311). Η Δέηση (λεπτομέρεια). Από την εποχή της Φραγκοκρατίας προέρχεται το μεγαλύτερο μέρος των βυζαντινών μνημείων που έχουν διασωθεί στο νησί, αρχίζοντας από το 1245 και τον Όσιο Ιωάννη τον Καλυβίτη στα Ψαχνά και φτάνοντας στο 1393, έτος διακόσμησης του ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Αλιβέρι. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται άλλες εννέα εκκλησίες. Ύστερα από πρόσφατη επισκευή, ο Όσιος Ιωάννης, κάποτε Καθολικό ομώνυμης μονής, έχει τη μορφή τρίκλιτης βασιλικής. Ο Άγιος Νικόλαος στον Πύργο, η Κοίμηση της Θεοτόκου στο Αλιβέρι και η Αγία Άννα στον Οξύλιθο είναι μονόχωροι καμαροσκέπαστοι ναοί. Η Μεταμόρφωση του Σωτήρα στο Πυργί, η Αγία Θέκλα στο ομώνυμο χωριό, η Κοίμηση της Θεοτόκου στον Οξύλιθο, ο Άγιος Δημήτριος στο Μακρυχώρι, ο Άγιος Δημήτριος στο Αυλωνάρι, ο Άγιος Νικόλαος στον Οξύλιθο και η Οδηγήτρια στις Σπηλιές ανήκουν στον τύπο του σταυρεπίστεγου ναού. Τέσσερις ναοί έχουν νεκρικό χαρακτήρα, που υποστηρίζεται από εικονογραφικό πρόγραμμα με σκηνές της Δέησης και της Δευτέρας Παρουσίας, με τα θαύματα του Παραλυτικού και του Τυφλού, με τον Χριστό ανάμεσα σε δύο αγγέλους, το όραμα του Αγίου Ευσταθίου, τον αρχάγγελο Γαβριήλ με το ανοιχτό ειλητάριο κ.ά. Οι ιδιαιτερότητες της εικονογράφησης των εκκλησιών οφείλονται εν πολλοίς στην απουσία τρούλου. Σχεδόν παντού ο Παντοκράτορας έχει μεταφερθεί στο ιερό με τη μορφή του Παλαιού των Ημερών. Ο διάκοσμος εμπνέεται κυρίως από το Δωδεκάορτο. Στην τεχνοτροπία, η επαφή Ελλήνων και Βενετών εκφράζεται είτε με ασυνήθιστες λεπτομέρειες στην εικονογραφία είτε με την ιδιαίτερα ζωηρή ή πιο ανθρώπινη έκφραση των προσώπων. Πάντως δεν θα επηρεάσει τον βυζαντινό χαρακτήρα αυτής της ζωγραφικής.

Πληροφορίες για τη νεοκλασική αρχιτεκτονική της Eύβοιας Ιωάννης Κουμανούδης

Περίθυρο από δόμους κατά το κυφωτό σύστημα σε ιδιότυπο ισόγειο κατάστημα της Κύμης. Ο συγγραφέας μοιράζεται τις εντυπώσεις του από την επιτόπια παρατήρηση ποικίλων νεοκλασικών αρχιτεκτονημάτων σε πόλεις και χωριά της Εύβοιας, και τις εικονογραφεί με αδημοσίευτες φωτογραφίες από το αρχείο του. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, πόλεις και χωριά, με δρόμους στενούς και σκολιούς, ήταν χτισμένα εμπειρικά και με αταξία. Τα εναπομείναντα σπίτια της Χαλκίδας μαρτυρούν έντονη την επιρροή των βορειοελλαδίτικων συντεχνιών ενώ, στις παραλιακές ζώνες, η μορφολογία είναι αιγαιακή. Οι πλατιοί και ευθύγραμμοι οδικοί άξονες, που στην Εύβοια χαράχτηκαν επί Όθωνα σε πόλεις όπως η Κάρυστος, η Ερέτρια, η Χαλκίδα, η Λίμνη, ευνόησαν το πνεύμα του κλασικισμού. Ωστόσο, νεοκλασικά κτήρια παρατηρούνται και σε πόλεις με άτακτο πολεοδομικό ιστό, όπως το Βασιλικό, το Αυλωνάρι, το Αλιβέρι, η Κύμη. Στα χωριά, τέλος, το νεοκλασικό στοιχείο πλάθεται με το τοπικό και ο νεωτερισμός ελέγχεται από τη σεμνότητα. Στα μικρά ιδιωτικά κτήρια πρωταγωνιστούσε ο σοφός τοπικός πρωτομάστορας και, αργότερα, ο ευσυνείδητος παλαιός εργολάβος. Οι αντιγραφές τους από επίσημα κτήρια δημιούργησαν πλείστες ρυθμολογικές αποκλίσεις. Ακραιφνές νεοκλασικό ύφος χαρακτηρίζει κυρίως τα διώροφα κτήρια με ή χωρίς ισόγειο κατάστημα. Στα τυπικά νεοκλασικά κτήρια τηρούνται η τριμερής διαίρεση, οι άξονες συμμετρίας, η τετράρρικτη κεραμοσκέπαστη στέγη, ο μαρμάρινος με «κιλλίβαντες» εξώστης, τα μαντεμένια χυτά κιγκλιδώματα, η πλάγια τοποθετημένη ακάλυπτη σκάλα. Ο συγγραφέας περιγράφει τα επιμέρους αρχιτεκτονικά στοιχεία και τα χρώματα στην όψη και το εσωτερικό των κτηρίων. Σημειώνει, τέλος, ότι ο διάκοσμος των στηθαίων με πήλινα αγάλματα ή κιονίσκους είναι σπάνιος παρά το ότι αυτά τα διακοσμητικά στοιχεία έφταναν στην Αθήνα από τα κεραμουργεία της Χαλκίδας.

Νεοκλασικά ταφικά μνημεία στο νεκροταφείο Σπύρος Κοκκίνης

Τάφος Ελένης Σκουτερίδη στο νεκροταφείο της Χαλκίδας. Χαρακτηριστικό έργο του Ιάκωβου Μαλακατέ. Το νεκροταφείο της Χαλκίδας ιδρύθηκε γύρω στα 1840. Οι τάφοι του συνιστούν μνημεία μαρμαρογλυπτικής και μάρτυρες της ιστορίας της πόλης. Από τα σωζόμενα νεοκλασικά ταφικά μνημεία, τα περισσότερα είναι έργα Τηνιακών: των αδελφών Μαλακατέ, Ιάκωβου ή Γιακουμή και Φραγκίσκου, του Ιωάννη Καρπάκη, των Αλέξιου Λαύδα και Αλέξιου Πίτικα, του Εμμανουήλ Βούλγαρη, του Ιωάννη Βιτσάρη και του Δημήτριου Φιλιππότη. Οι αδημοσίευτες φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο προέρχονται το φωτογραφικό αρχείο νεοκλασικής αρχιτεκτονικής της Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος.

Η λίμνη του Δύστου ως αντικείμενο νομικής περιβαλλοντικής προστασίας Ιωάννης Καράκωστας

Λίμνη Δύστου. Πανοραμική άποψη. Ο συγγραφέας, ειδικός στο Δίκαιο Περιβάλλοντος, παρουσιάζει την περίπτωση της λίμνης του Δύστου, ενός απειλούμενου υγρότοπου με υδρόβια πτηνά. Τη λίμνη θέτουν σε κίνδυνο η άντληση νερού, το κάψιμο των καλαμιών και η σε βάρος της επέκταση των χωραφιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι, το καλοκαίρι, η λίμνη χάνει εντελώς το νερό της. Το αστικό δίκαιο αναγνωρίζει το δικαίωμα χρήσης των περιβαλλοντικών αγαθών, την απόλαυση και την ωφέλεια που προκύπτουν από τη χρήση αγαθών κοινόχρηστων. Στο χώρο του δημοσίου δικαίου, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της λίμνης του Δύστου συνεπάγεται τη δυνατότητα ενεργοποίησης της συμμετοχής των πολιτών με τη μορφή είτε ενός σωματείου προστασίας του περιβάλλοντος ή μέσα από τους Ο.Τ.Α. Ο συγγραφέας σχολιάζει τις συγκεκριμένες διατάξεις του δημοσίου και του αστικού δικαίου και το Κοινοτικό Δίκαιο που διασφαλίζουν την έννομη προστασία της λίμνης.

Η Εύβοια και το φυσικό της περιβάλλον Γρηγόρης Τσούνης

Υγρότοποι Ιστιαίας. Στη φυσική ομορφιά της Εύβοιας συντελούν οι περιοχές με τα σπάνια ενδημικά φυτά αλλά και τα δάση και οι πολλοί της υδροβιότοποι όπου βρίσκουν καταφύγιο πλήθος ζώα και πουλιά. Στη βόρεια Εύβοια, στην περιοχή του δάσους του αγίου Νικολάου, «διατηρητέου μνημείου της φύσης», και στη λίμνη του Δύστου που βρίσκεται κοντά στο Αλιβέρι, ζει ένα από τα σπανιότερα θηλαστικά της Ευρώπης, η βίδρα. Η Δίρφη είναι το ψηλότερο βουνό του νησιού. Στα δυτικά της κεντρικής Εύβοιας βρίσκεται το Ληλάντιο πεδίο. Στη Χαλκίδα, ο πορθμός του Ευρίπου και το φαινόμενο της παλίρροιας προκαλούσαν το θαυμασμό και την απορία από την αρχαιότητα.

Φυτά της Eύβοιας Πέτρος Μπρούσαλης

Τυπικά λουλούδια των βουνών της Εύβοιας: ανεμώνη η χαρίεσσα, όρχις ο τετράστικτος και ρανούνκουλος η φικάρια (Σχ. Γ. Σφίκας). Τα βουνά της Εύβοιας καλύπτονται κυρίως από πεύκα του είδους Πεύκη η χαλέπιος. Ανάμεσά τους συχνά ξεπηδούν αυτοφυείς κουκουναριές. Ψηλότερα φυτρώνει και το ελληνικό ενδημικό έλατο, Ελάτη η κεφαλωνική. Σε πολλά μέρη δημιουργούνται συστάδες από Δρυς, του σπάνιου είδους Δρυς η βραχύφυλλος. Άλλου τύπου, βέβαια, είναι η βλάστηση στους λόφους ή στα ποτάμια και τις ρεματιές. Από τα πιο ενδιαφέροντα και εντυπωσιακά φυτά είναι η μεγάλη άσπρη παιωνία, ελληνικό είδος που συναντιέται μόνο στην Εύβοια, την Άνδρο, την Πάρνηθα και τον Ταΰγετο, τα 58 είδη ορχεοειδών και τα πολλά ενδημικά είδη όπως η κίτρινη φριτιλάρια, ο Sideritis Euboea, τοπικό τσάι του βουνού, οι πολλές Καμπανούλες και πλήθος άλλα.

Πολιτιστικό Κέντρο Xαλκίδας. Εργαστήρι Τέχνης Χαρίκλεια Μυταρά

Η Χαρίκλεια Μυταρά με τους μικρούς μαθητές της στο Εργαστήρι Τέχνης της Χαλκίδας. Το 1978, ο Δήμαρχος Χαλκίδας Γιάννης Σπανός μαζί με τους Δημήτρη και Χαρίκλεια Μυταρά ίδρυσαν το «Εργαστήρι Τέχνης». Το 1984, στο αναπαλαιωμένο κτήριο της παλαιάς Δημαρχίας, το Εργαστήρι δημιούργησε αίθουσες διδασκαλίας, εκθεσιακούς χώρους και άλλους βοηθητικούς, ενώ αργότερα προστέθηκε ένα πλήρες εργαστήρι κεραμικής. Στα τμήματα δημιουργικής έκφρασης, για τα παιδιά διδάσκει απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών. Εννέα από τους πρώτους ενήλικες μαθητές αποτελούν το αιρετό συμβούλιο που έχει την ευθύνη όλου του Εργαστηρίου. Εκθέσεις μικρών και μεγάλων μαθητών έχουν οργανωθεί μέσα και έξω από την Ελλάδα. Η Χαλκίδα έχει γίνει παράδειγμα και υπόδειγμα για όσους πιστεύουν ότι η διδασκαλία της Τέχνης συντελεί στην ισορροπημένη ανάπτυξη του ανθρώπου.

Η Εταιρεία Eυβοϊκών Σπουδών: η συμβολή στη διάσωση και προβολή των ευβοϊκών μνημείων Μαρία Σταϊκίδου

Ο πρώτος τόμος του Αρχείου Ευβοϊκών Μελετών. Στις 20 Αυγούστου 1935, οκτώ ευβοείς επιστήμονες, οι Ν. Πετσάλης, Π. Χατζηπάνος, Γ. Φουσάρας. Χ. Θηβαίος, Ε. Ρούσσος, Π. Μίχος, Γ. Αιγιαλείδης και Α. Σταμέλος, ίδρυσαν την Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών. Στόχοι της Εταιρείας ήταν η έρευνα και η προαγωγή των ευβοϊκών ζητημάτων, καθώς και η έκδοση περιοδικού συγγράμματος. Η επιστημονική επετηρίδα με τίτλο «Αρχείο Ευβοϊκών Μελετών» έχει ως σήμερα συμπληρώσει 28 ογκώδεις τόμους και 16 αυτοτελή παραρτήματα. Η συγγραφέας αποδελτιώνει εδώ με χρονολογική σειρά τους τόμους και τα παραρτήματα του Αρχείου, συγκεντρώνοντας τους τίτλους των άρθρων που αφορούν την αρχαία, βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Αναφέρονται επίσης Ημερίδες, Συνέδρια και Παρεμβάσεις της Εταιρείας που συνδυάζουν τη φροντίδα για τα μνημεία με θέματα περιβάλλοντος.

Φωτογραφικό Aρχείο Aνώνυμης και Nεοκλασικής Aρχιτεκτονικής στη Xαλκίδα Σπύρος Κοκκίνης

Το Δημαρχείο Χαλκίδας που στεγάζεται στο Μέγαρο Κότσικα. Το πολιτισμικό παρελθόν της Χαλκίδας άρχισε να αποτυπώνεται φωτογραφικά πριν από 30 χρόνια. Το υλικό που θησαυρίστηκε διακρίνεται σε: α) ιστορικά μνημεία και β) ανώνυμη και νεοκλασική αρχιτεκτονική. Αφού παραθέσει την ισχνή βιβλιογραφία για την ανώνυμη αρχιτεκτονική στη Χαλκίδα, ο συγγραφέας παρουσιάζει σε δύο χωριστούς καταλόγους τα κτήρια της ανώνυμης αρχιτεκτονικής, σχεδόν αποκλειστικά οικίες, και τα νεοκλασικά κτίσματα.

Μουσείο: Μουσείο Ερέτριας Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη

Κένταυρος πρωτογεωμετρικών χρόνων από το νεκροταφείο της Τούμπας στο Λευκαντί. Το Μουσείο της Ερέτριας εγκαινιάστηκε το 1991. Ο προθάλαμος στεγάζει ευρήματα από την περιοχή της Ερέτριας και από τον Μαλακώντα. Στην πρώτη αίθουσα εκτίθενται ευρήματα προϊστορικών χρόνων (2500-1100 π.Χ.) από το Λευκαντί, την Αμάρυνθο και την Ερέτρια, ευρήματα πρωτογεωμετρικών χρόνων από το Λευκαντί και γεωμετρικών-αρχαϊκών χρόνων από την Ερέτρια. Στη δεύτερη αίθουσα δεσπόζει το δυτικό αέτωμα από τον δωρικό ναό του Δαφνηφόρου Απόλλωνα. Αποθέτης ιερού της Αμαρυσίας Αρτέμιδος έδωσε ευρήματα από το τέλος του 8ου ως τον 1ο αιώνα π.Χ. Στη Στοά έξω από το Μουσείο, εκτίθενται επιγραφές, επιτύμβιες στήλες και ένας ακέραιος κεραμικός κλίβανος από την αρχαία Αγορά.

English summaries: A historic survey of the island of Euboea Petros Kalligas

The geographic position and the geologic composition of the island of Euboea have been the determining factors for the development of human activity on it, from the dawn of History to the present. The human presence on the island goes back to the Paleolithic and Mesolithic periods, while already in the early third millenium and during the Proto-Helladic phase Euboea has developed mutual relations with the Cyclades, the Asia Minor coast across the Aegean and the neighbouring areas of mainland Greece. These relations will become most fruitfull in the middle of the third millenium when the island is going through a period of prosperity. It is then that the coastal district of Manika becomes an important center of transit-trade. The so-called Middle Helladic phase, that corresponds to the first half of the second millenium B.C., can be traced almost everywhere on the island, while the picture becomes more clear during the Late Helladic phase, which corresponds to the second half of the millenium (Mycenaean period). The significant Mycenaean domed and chamber tombs excavated so far all over the island can support the theory that Euboea was at that time divided in a number of small, independed kingdoms. The area to the north of the present town of Chalkida must have been the center of an important kingdom of the fourteenth to thirteenth century B.C. that had developed close relations with the prominent anactoric center of Thebes in Boeotia. However, in the end of the twelfth or the beginning of the eleventh century B.C. the Mycenaean world all over Greece was rapidly deteriorating for reasons not clearly identified as yet. This heavy crisis of the Mycenaean world is overcharged by the shift of various Greek tribes within the boundaries of the broader Greek area. It seems that the Aeolian speeking tribe of the Avandes is in the eleventh century B.C. separated from the Aeolians of Thessaly have migrated over the entire island of Euboea. During the Proto Geometric period the area of Chalkida is firstly inhabited as the finds from scattered clusters of humble tombs indicate. It is probable that the Eretria district was inhabited alike. However, the most important settlement remains that of the Toumba Leukandi vicinity, because of the most significant and rich finds of tombs excavated in that area. In the late ninth century B.C. (830-800 B.C.) a strong upheaval is observed in the entire mainland and insular Greece. It is quite probable that Euboea was at that time invaded by the lonians who thus obliged the Aeolian speeking Avandes to flee to the Aegean islands and Asia Minor. New settlements are created in Chalkida and Eretria districts. The eighth century B.C. is a period of great social agitation which resulted, among others, to a remarkable colonization movement. However, the wealth accumulated in Chalkida and Eretria, the naval power obtained and the rivalries between the aristocratic families ruling the two cities led to a long civil war, known as "the war over the Lilandion pedion "the Lilandion valley" which finally disrupted the development of both cities. In the centuries that follow other independent cities flourish in the island, such as Istiaia to the North and Karystos to the South, not to mention Distos and Kyme, each with its own administration and coin issues. However, the rising power and prestige of Athens in the neighbouring Attica was only natural to influence the Euboean cities. Already in 506 B.C. the Athenians defeated the Chalkidians and installed Athenian peasants in the fertile fields of the Lilandion valley, a practice they also repeated in the case of Istiaia after their victorious campaign (446/5 B.C.). The fall of the Athenian leadership set the Euboean cities free, although Eretria participated and in the second Athenian League (378 B.C.). After the battle of Chaeroneia (338 B.C.), when the Athenians and their allies were defeated and the Macedonian rule was extended all over central Greece, the Euboean cities followed the common destiny. The Macedonian kings were highly evaluating the strategic position of Chalkida, not to mention the close relations they had developed with Eretria, as the important, built tombs of Macedonian style that have been excavated in the city cemeteries prove. The institution of "the Euboeans' Commons" was an effort for closer and more efficient links among the Euboean cities having common administrative model and coinage. Unfortunately, the rising power of Rome restrained all attempts and resistance, as the destruction of Eretria in 198 B.C. made absolutely clear. In the years of Roman occupation and especially in the imperial period Chalkida remained the main city of the island. Perhaps in the age of the Byzantine emperor Justinian, but more probably in the beginning of Heraclius reign (610-620 A.D.) the ancient city was definitely abandoned and the new one was founded westwards, on the small hill close to the Euripus' straits. The city of Chalkida at its new, wisely chosen position by the Euripos remained unconquered and survived throughout all Slabic and Arabic invasions which repeatedly and for centuries had threatened the Byzantine Empire and represents the nucleus of the medieval and modern city. The smooth evolution of the city was interrupted by the disaster of 1204 A.D., when Constantinople, the capital of the Empire fell in the hands of the western Crusaders and the Byzantine State was abolished. The dismembering of the Empire that followed assigned Euboea first to three Lombard barons and to Venice later (1205-1470). The Venetians were succeeded by the Turks in 1470 AD after a long and hard siege of Chalkida. During the years of Turkish occupation (1470-1833 AD) Eboea was a part —along with Boeotia and Attica— of the "Pashaliki of Evripou" , while Chalkida retained in this administrative division a prominent position. The wind of freedom also blew over Euboea in the beginning of the nineteenth century. However, in spite of the heroic efforts of the Greek fighters under Gouvios, Kriezotis and Favieros the resistance of the Turks ceased only in 1833, when they handed the island over to the already free Greek State. The liberation of Euboea marks a new era in the historic route of the island. The parallel course of urbanization and industrialization in the late nineteenth century enriched Chalkida with a great number of elegant, neoclassical houses as well as with many industrial installations. New, creative Greek powers reinforced the age-long roots of the island, when refugees from the across coast the Agean found shelter in the fatherland of Euboea in 1922. As far as the components of the Chalkida population is concerned we should make special reference to the formerly thriving Jewish community, which was existing in the city already since the Venetian period. Needless to say that the historic memory of a land must continuously remain active and alive if it deserves to participate in the steadily progressing contemporary life. The historic and archaeological studies are the main vehicle and instrument of memory preservation and Euboea can present in this field quite satisfactory achievements. Of special importance in these terms is the contribution of the Society of Euboean Studies mainly through the publication of the significant "Archive of Euboean Studies" which is creatively continued until today. Worth noting is also the effort of the recently instituted Euboean Archaeophile Society —it has already published two volumes of the periodical edition "Anthropologic and Archaeologic Chronicle"— and the effective work of the local Ephorate of Antiquities which operates all over the island since 1978, advancing the archaeological research and organizing and supervising in the best possible way all relevant subjects and projects on and for the island.

Palaeolithic quarries and workshops at Nea Artaki on the island of Euboea Evi Sarantea Mikha

Among the Euboean sites, in which flint implements have been located, Nea Artaki presents the most impressive picture as far as the area, number and variety of findings are concerned. Thousands of stone tools have been found on the surface together with a few fragments of pottery from the historical period. A few shells from the Middle Palaeolithic period and a pile of shells from the Chalcolithic age have also been found on different sites. The actual area of this prehistoric site is estimated to be even more extensive. A part of it has been taken over by the modern Nea Artaki town and by the sea . The bulk of stone tools is mainly concentrated in two sites, where large quantities of flint appear. In these two sites (about 1 km. apart from each other) all phases of prehistoric tool cutting from local flint are apparent. Cores, flakes, finished and unfinished tools, broken tools and even pebbles which were probably used as hammerstones. The two rich flint deposits at Nea Artaki have evidently been used as quarries and work sites for the construction of lithic implements during different Palaeolithic (and possibly Mesolithic) phases. The same sites must also have had a residential use. According to the typology of tools (found by groups at different locations) and construction techniques the finds can be classified in the Lower, Middle, Upper Palaeolithic period, and probably in the Mesolithic, and Neolithic period as well. Hence, we assume that a series of prehistoric cultures existed on the island of Euboea. Due to corrosion and ploughing, traces from different cultures can be found on the ground's surface. The high density of prehistoric implements found near the two flint locations supports the hypothesis that the abundance of flint to be found in Nea Artaki drew humans to inhabit this area. This hard and compact stone deposit is perfectly suitable for making tools with high impact and long resistance. Furthermore, it is highly probable that the mild climate, the low altitude and the existence of food and water in this area created favourable conditions for the settlement of human groups near the "quarry" and working sites. Sites have not been excavated as yet. The classification of artifacts is based upon typotechnological data. Tools illustrated here are from the author's collection.

Prehistoric Skyros Liana Parlama

A survey of the prehistoric period of the island of Skyros proves its homogeneous cultural continuity from the early Neolithic phase to the dawn of the historic era. Archaeological evidence pinpoints two periods of special prosperity, those of the Early Bronze age and Late Bronze Age respectively, since the existing gaps in research do not allow a more precise evaluation of the island 's entire cultural evolution. As the excavation at Palamari progresses, the real contribution of Skyros to the Aegean civilization will be better appreciated and knowledge of the island 's prehistory will greatly help clarify the entire prehistory of the Aegean.

Prehistoric Euboea. Fragments of a civilization Nikos Xenios

Prehistory is a quite dark period for Euboea and its neighbouring island of Skyros. Surface finds have recorded the existence of human activity in the area of South Artaki already in the Paleolithic Age. Research concerning the Middle Bronze and Neolithic Age has recently started. However, we should point out that a specific characteristic of Euboea does not facilitate its assignment as part of the Aegean (Cycladic) civilization of the Middle Helladic sphere: this "feature" is the position of the island between two systems of cultural influence each complementing the other that results in a broad synthesis of various characteristics in every aspect of the island's life.

Euboea in the Historic period Evi Touloupa

Only thirty years ago, archaeological research started to throw some light on the so-called "Dark Ages" (11 th-8th century BC) through continuous work at Leukandi and Eretria. At the beginning of this period, the local works of art exhibited a short-lived influence from the East. A new artistic blossoming marked the tenth century: the settlement at Leukandi is enlarged and the funerary offerings discovered in its three cemeteries are rich and sophisticated. A monumental, templeshaped heroon (1.000 BC), excavated in one of the cemeteries, has produced an urn with the bones of the "hero", the skeleton of a woman with rich jewels and horses' skeletons. The finds of Leukandi attest to relations not only with the neighbouring regions but also with Egypt,the Near East and Cyprus. The ninth century is characterized by a return to local traditions and an increase in exports. Around 800 BC the settlement is abandoned and the inhabitants of Leukandi flee to other towns of the vicinity or they emigrate and establish colonies. Significant burials of warriers found at Eretria date from the end of the eight century, while at about the same time the town of Chalkida develops its outstanding mining and dying enterprises. The Euboeans, first among all Greeks, established colonies not only in NE Greece (from Pydna to the Crimean peninsula) but also as far away as Italy and Syria. An impressive Ionic temple dedicated to Apollo Daphniphoros (= the laurel bearer) has been discovered in Eretria. This city became an important naval power and showed a most agressive attitude towards Athens, therefore it was finally punished. During the Persian wars, the Persians retaliating for the arson of Persepolis by the Greeks ruined Eretria completely, but the town managed to recover rather quickly. Decades later the Lacedaemonians occupied the entire Euboea. After the end of the Peloponnesian war (401 BC.) the cities are reformed and the bridge with the two fortifications, connecting the island with the mainland country, is built. In 377 BC. the Euboeans rejoin the Athenian League while later the Euboean' s Common is established. The years between 350 and 198 BC mark a time of new adventures for the island that passes under Macedonian rule and is finally devastated and looted by its Roman conquerors.

Eretria in the eighth century BC. A goldsmith’s workshop Petros Themelis

The recent work of Greek and Swiss archaeologists has shown that Eretria, the well known coastal Euboean town, had been one of the most important Mediterranean settlements in the Geometric period, especially during the years 800 to 700 BC, with the second half of the eighth century marking its climax. Vaulted and rectangular buildings dating from this phase have been excavated mainly by the harbour, revealing most significant finds: An intact skyphos was discovered in situ containing a quantity of gold in a variety of sizes and shapes. This unique and precious find is the hoard of a goldsmith who was both a caster and jewel maker. The talanda of gold found in this hoard bear no relation either with those of Salamina, Cyprus, or with the Babylonian shekel and the Homeric talanda. The great variety of their size, shape and weight make their identification as trading units most improbable. The hoard did not however contain only talanda but also misshapen jewelry which would be melted so as to take the shape of the talandon, that is the raw material of a goldsmith's workshop. Although evidence is scarce at present, it must be seriously considered as probable that a temple of the eighth century BC existed in close proximity to the edifice containing the treasured gold . Nevertheless, the existence of a sacred temenos with a temple in the Roman period as well as of workshops and shops in the third and second centuries BC has been positively ascertained.

Chalkida, the metropolis of Euboea Amalia Karapaschalidou

Chalkida, the metropolis of Euboea, has played a leading role in the course of the island's history. It has always been a city of progress and development and a permanent source of debate among the various invadors. In regard to the origin of the city's name there are three major scientific proposals: The first links its name to the bronze (= chalkos) mines, the second to the daughter called Chalkida of the Assopos river and the third to chalki or kalki, the porphyritic shell traded by the Phoenicians to the city of Chalkida. The literary sources along with the excavational finds make up a picture of the city which continues to thrive as late as the early Roman period.

Leukandi. An archaeological site which brought about a reassessment of the Dark Ages Nota Kourou

The joint Greek and British excavations of the last twenty-five years (1964-1986) at Leukandi on the island of Euboea, have created a landmark in the archaeology of the Early Historic Years. The new data produced from the finds of these excavations have radically altered the picture of the period, exclusively known until then as the"Dark Ages". The term seemed to be perfectly suited to the era between the end of the Mycenaean civilization and the creation of the city-state in the eighth century BC. Our knowledge of this period was limited, vague and fragmentary and the overall idea of these centuries was of an isolated civilization in decline and deterioration. The intentional double meaning of the term "Dark Ages" was in full accordance both with our state of knowledge and the cultural level assigned to the interval from 1100 BC. to about 750 BC. However, the excavational finds from the settlement and mainly from the cemeteries of Leukandi gave another, completely different dimension to the archaelogical research and led to a radical reconsideration of the period. The wealth of finds and the presence of jewels made of gold and other precious and semi-precious materials bear witness to prosperity, while the various imports from the eastern Mediterranean basin are abundant and already start from the eleventh century BC. Thus, it is evident that complete isolation of Greek territory never existed and that the procedure of the development of Hellenism which resulted in the colonization of the West, the adoption of the alphabet and the creation of writing started much earlier than the eighth century BC.

The «Drakospita» (= Dragons houses) Nikos K. Moutsopoulos

Hawkins was the first to discover the drakospito (dragon's house) on the summit of Mount Ochi, on September 11, 1797. The attention paid to their chronology in the various publications on the drakospita of the Mounts Ochi and Styra show that they are many and that all visitors have been deeply impressed; as a matter of fact each one of them has tried in his own way to give an explanation of the buildings' purpose and function. The most important of these is situated on the summit of Ochi, while many others are scattered in the broader district of SW Euboea .The most wellknown among them is the Palli Laka Drago on the slope of mount Kliossi. A great number of these drakospita show an interesting structure in their groundplan and are used as sheep-folds. They strongly resemble the Cretan "mitata" that function as secondary structures in pastoral units used especially for the cheese-making process. Undoubtedly these edifices can be assigned to the broad category of buildings classified by scientists in the category of «megalithic» constructions located in the islands of the western Mediterranean. They exhibit a variety of plan, mostly cyclical or elliptical and are commonly known as "navetta". Regarding the date of the erection of the drakospita , it is difficult to attempt and the opinions expressed so far differ considerably .Scholars of former times have considered the Ochi drakospito as one of the most ancient sactuaries in Greece (Hawkins 1797), while Ulrichs thinks that this edifice must be the oldest Greek temple. All relevant views are thoroughly presented in our study on the drakospita of the SW Euboea (pp. 455-463). Finally, we must also stress here the threat the existence of these monuments is exposed to as long as they remain at the mercy of nature and time. The state should take care of the restoration of their micro-environment so that these buildings can peacefully coexist within the landscape in which they have stood for centuries.

The coinage of Euboea Eos Tsourti

Due to its geographic position Euboea played a significant role in the development of navigation and trading abroad from the ninth century BC. The Euripos straits were an important and convenient sea route leading from central Greece to the Aegean islands. Chalkida, Eretria and Karystos issued their coins in the last quarter of the sixth century BC in order to compete with the power of the neighbouring Athens, while Istiaia, famous for its grape, issued its coins much later, in the middle of the fourth century BC. The circulation of the archaic coins of Chalkida and Eretria coincides with that of the Wappenmunzen and the archaic "owls" of Athens. They are rare issues,having mainly been used in Euboea and Attica and their discovery in Eastern treasure troves is quite significant for the study of their circulation. In the middle of the fifth century BC when Athens had become a great economic and political power, the cities of Euboea came under its influence. The local mints closed and the circulation of coins is carried out exclusively in the form of Athenian tetradrachma. After the defeat of the Athenians in Sicily, in the fourth century BC, the Euboean cities instigated the Euboean's Commons and issued coins of the alliance in 370 BC.The local mints reopened later, around 338 BC. After the battle of Chaeroneia the Euboean's Commons came to an end. The Macedonian phase is the richest in numismatic finds. The general conclusion reached by the study of these finds is that Athenian coins as well as coins of the Commons and of the various local mints circulated together with coins of central Greece, Boeotia, Lokrida, Phokida, coins of the Macedonian kings and of the island of Rhodes. In the second century BC the cities of Euboea were in a state of agitation due to the three Macedonian wars, therefore the local mints have a limited production. Coins of the Aetolian and Achaian League as well as New Style tetradrachma of Athens are in circulation. Also worth noting is also the circulation of bronze coins of the Euboean's Commons along with coins of Thessaly, Boeotia, Athens and Macedonia.

The island of Euboea under Roman rule Amalia Karapaschalidou

In 191 BC Euboea fell to the Romans and the period of Roman rule started for which we possess only bits of literary evidence. Various relevant inscriptions that have survived make up for this lack of information. During Roman occupation Euboea suffered serious disasters while at the same time many Euboean cities went through periods of prosperity, especially Chalkida and Aedipsos, famous for its healing waters and baths.

Byzantine and post-Byzantine Euboea Demetrios Triantafyllopoulos

The article deals with the historical evolution of the island of Euboea from the fourth to the nineteenth century dividing it into four main periods. The Early Christian and Early Byzantine period (4th-8th century),The Middle Byzantine period (9th-12th century),The Late Byzantine period (13th-15th century) and Post Byzantine (15th-19th century) period. A brief outline of the most important monuments of each period is presented simultaneously as well as the problems of their research. Finally, a synopsis of the entire period is given and solutions are proposed concerning the protection and upgrading of the monuments. The author is convinced that systematic research and scientific use of the information provided by the monuments of Euboea will considerably broaden the field of history of Byzantine and Post Byzantine art in Greece.

Monumental painting in Euboea under Frankish rule Melita Emmanuel

The artistic production which exists in Euboea during the years of Frankish rule is worth mentioning. It reaches its peak mainly in the thirteenth and fourteenth centuries. Eleven monuments have survived from this period in the central part of the island exhibiting an important painted decoration. As a matter of fact, the four of them have a funerary character and display an interesting relevant iconography. The study of the style of this painting reveals a tendency for monumentality, which is a feature of the late phase of Byzantine art and is expressed in a variety of modes. Quite often the impact of the Late Comnenean models becomes stronger. Of special interest is to study the influence of the West on the Byzantine painting of Euboea. The former has added an exquisite flavour to the latter.

Information on the neoclassical architecture of Euboea Ioannis Koumanoudis

The Neoclassical style first appeared in cities under the state's initiative and gradually, having been accepted by the private sector, it spread to minor settlements in Greece. As a natural result a grading of the number and the size of the buildings had been observed. It must be pointed out that the buildings I have approached, so far unknown to science, all located in big Euboean towns, are in no way inferior in morphology, beauty and elegance to their relatives in Athens.They exhibit a balanced inner and outer aesthetic scale and harmony, which are undoubtedly very important artistic virtues. In this article I make a brief presentation of the unknown Neoclassical wealth of Euboea accompanied by few of the unpublished photographs from my archive. Thus, I would like to believe that the reader will obtain a more or less complete picture of this significant aspect of Euboea and that he will get the message: We must at any cost safeguard and thoroughly study the Neoclassical architecture of this island, so that we can prevent the rest of the beautiful island of Euboea from being destroyed for the sake of profit as is the case of Chalkida and Karystos.

Neoclassical funerary monuments in the Chalkida cemetery Spyros Kokkinis

In the cemetery of Chalkida, which was founded in 1840, a number of Neoclassical funerary monuments have survived. They are the work of sculptors from the island of Tinos. The photos illustrating this article have been published by permission of the commercial Bank of Greece. The archive has been created under the Photographic Archive of Neoclassical Architecture supervised by the archaeologist Dr. A. Kokkou.

The lake of Distos as a subject of Legal Environmental Protection Ioannis Karakostas

The protection is based on the provisions of articles 24 and 117, paragraphs 3 and 4 of the Constitution, where the fundamental right to protect the environment is secured as a right of the individual for the creation and preservation of these conditions that guarantee life, health and its quality , physical and spiritual, and the environment in itself as a directly protectable legal value. Consequently, the components of the environment are thus protected independently of the gift of life, health and dignity.Until recently they alone legally guaranteed the right for a healthy and ecologically balanced environment. The lake of Distos is protected as an environmental entity which has an ecological or biological value so the process of nature, the balance of ecosystems and their particularities can be safeguarded. The fundamental right of protecting the environment is supplemented by a series of other provisions of Public Law ,of local or "Eurocommunity" origin,Private, mainly Civil Law also deals with these issues by conveying the constitutional order of the article 24 to the Legislator so that he can take all necessary legal measures for the protection of the environment.

The island of Euboea and its natural environment Grigoris Tsounis

The island of Euboea extends over an area of 3.660 square kilometers,it is 175 kilometers long and has a width ranging from 6 to 50 kilometers. In antiquity Euboea was considered to be part of central mainland Greece that had been detached from it during an earthquake. The narrowest part of the Euboean gulf is called Euripos and is hardly 40 meters wide.It is connected with the mainland by a bridge, and one can observe a unique phenomenon of the tides. Every six hours the movement of the sea water passing under the bridge changes directions from North to South and vice versa. Euboea displays quite important water ecosystems which are meeting places for a variety of birds, amphibia, reptiles and mammalia, and where many migratory birds find shelter.

Plants of the island of Euboea Peter Broussalis

The island of Euboea which has high mountains, deep ravines, rivers, forests and rich flora, is one of the most interesting Greek isles both for the nature lover and the ordinary traveller. Mountain ranges divide the island into three sections (North-Central-South) and create a variety of climatic zones that favour the growth of many groups of plants. The spots at the foot of the mountains have flora common to that location, while as the altitude rises we find more and more "rare" plants growing there. Among the most impressive and important are the Paeonia mascula-hellenica, about fifty eight kinds of Orchis and Ophys as well as various endemic kinds of plants, such as the yellow Fritillaria euboeica, Sideritis euboea, Stachys euboica, Verbascum euboicum, Linum euboicum, Alissurn euboicum Centaurea ebenoides and many Campanulae.

The cultural center of Chalkida and its Art Workshop Charikleia Mytara

Chalkida, although not far from the capital, is a typical example of a provincial Greek town. Cultured societies with good intentions and meagre support by the state try to deal with a sensitive, clever and often disorientated people. However, the true face of the town is to be found in its young people. Most of them are left essentially helpless by their families and teachers, very seldom having the chance to express their creative impulses. They become gradually lost in a swamp of trivia or flee to Athens to study there and rarely return to their home town. Thus, in 1978 a workshop named Art Workshop of Chalkida for education in Fine Arts was founded by Jannis Spanos, mayor of the city, the painter Dimitris Mytaras and myself. Its objective was to support and contribute to the cultural development of the town. Due to its Art Workshop Chalkida has become an example and a role model for those believing that Greece can see better days if the country invests in exposing young people to art. The golden metal of the City of Chalkida with which the municipality has honoured Dimitris Mytaras and myself I believe belongs to the board, the teachers and the youth of the municipality.

Society of Euboean Studies Maria Staikidou

The Society of Euboean Studies (S.E.S.) was established in 1935 by eight Euboean scientists,whose objective was the research and promotion of Euboean issues, as well as the publication of a periodical manual containing studies about Euboea and of the North Sporades islands. The title of this manual is "Archion Evoikon Meleton" (- Archive of Euboean Studies), (A.E.M.), and has never ceased to be published —except for the years of the German occupation. The S.E.S. publications now amount to 28 large volumes and 16 independent appendixes. S.E.S. 's presence in the intellectual movement and cultural efforts in Euboea has promoted it to the first and most important intellectual Society of the Euboean county. In 1964, the Academy of Athens awarded it a prize, in acknowledgement of its significant work from a scientific and national point of view, which aimed at raising Greek standards in general, and particularly those of the Euboean public . Apart from the above publications which cover the entire spectrum of Euboean interests such as history, archaeology, the environment, bibliography, architecture, music etc., S.E.S. organizes a great number of lectures of scientific interest, as well as congresses, symposiums and scientific weekends in the province of Euboea. Also, in cooperation with the competent authorities, it takes care of the protection of archaeological sites and of the preservable buildings of Euboea, as well as seeing to the rescue of the Euboean environment. This article contains studies concerning only the ancient, Byzantine and Post-Byzantine periods, included in the volumes of A.E.M. as they have been published chronologically. Congresses and symposiums as well as environmental matters are also included.

The photographic archive of anonymous and neoclassical architecture in Chalkida Spyros Kokkinis

The compilation of the photographic archive referring to the cultural past of the city of Chalkida started about thirty years ago. Its material has been divided into two entities: Historic Monuments and Anonymous Neoclassical Architecture. A documentation from the latter entity is presented here and one hopes that it will be completed in the future.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Κοροπλαστική (III) Σταυρούλα Ασημακοπούλου

Βελλερεφόντης, μηλιακό πήλινο ανάγλυφο του 475-450 π.Χ. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο. Στα ντυμένα αγαλμάτια και τις κοίλες κούκλες, το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ. προσθέτει ηθοποιούς, χορευτές, στολισμένες γυναίκες. Ξεχωρίζουν τα ανάγλυφα από τη Μήλο, τους Λοκρούς της Ν. Ιταλίας και τον Τάραντα. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. και εξής τα πήλινα ειδώλια, όπως οι Ταναγραίες, γίνονται ιδιαίτερα δημοφιλή. Τα ελληνιστικά ειδώλια απεικονίζουν πλαγγόνες, καρικατούρες, θέματα παρμένα από ιερές τελετές κ.ά. Η Μύρινα στη Μ. Ασία, από το τέλος του 3ου ως τον 1ο αιώνα π.Χ., κατασκευάζει πήλινα ειδώλια που ξεχωρίζουν για το ρεαλισμό, τις ζωηρές στάσεις, τις συχνά γκροτέσκες μορφές. Η Αφροδίτη, ο Έρωτας και η Νίκη αποτελούν αγαπητά θέματα. Στην Αλεξάνδρεια κατασκευάζονται πήλινες σπουδές ξένων φυλών. Στα ρωμαϊκά χρόνια επικρατεί τυποποίηση. Τον 1ο αιώνα π.Χ., πήλινα αγαλμάτια, επιχρυσωμένα για να μοιάζουν χάλκινα, αναπαράγουν περίφημα έργα, όπως τον Διαδούμενο.

Τεύχος 43, Ιούνιος 1992 No. of pages: 106
Κύριο Θέμα: Η προϊστορική φύση στην Ελλάδα Γεώργιος Σφήκας

Μαινάδα, στεφανωμένη με φίδι, σείει πάνθηρα. Κύλικα του ζωγράφου του Βρύγου (490-480 π.Χ.), Staatliche Antikensammlungen, Μόναχο Η Ελλάδα άρχισε να αναδύεται από το βυθό μιας απέραντης θάλασσας, της Τυθής, στη διάρκεια της αλπικής ορογένεσης. Πλούσιο απολιθωματοφόρο στρώμα στο Πικέρμι της Αττικής, που πηγαίνει πίσω στα 9 εκατομμύρια έτη, αποκαλύπτει την ύπαρξη διάφορων ζώων: αλογάκι με τρεις οπλές στο κάθε πόδι, Γαζέλα η βραχύκερος, Χαλικοθήριο το γκολντφούσιο, Αγκυλοθήριο το πεντελικό, Μαχαιρόδους ο αφανιστής και άλλα πολλά. Παράλληλα, η Ελλάδα βρίθει από μεγάλα προβοσκιδωτά ζώα, όπως είναι ο Χοιρολοφόδων ο πεντελικός, ο Βουνολοφόδων ο μακρόρυγχος, ο Άναγκος ο αρβερνέσιος, το Δεινοθήριο το γιγάντιο κ.ά. Την ίδια περίοδο πάντα, την Πλειόκαινο (12-2 εκατομμύρια χρόνια πριν), φύονται γιγάντια κωνοφόρα: Σεκοϊάδενδρο, Κεδρόξυλο, Γλυπτόστροβος, Άλνος, Σασσαφράς κ.ά. Στο Πλειστόκαινο, χλωρίδα και πανίδα στην Ελλάδα αλλάζουν. Κάποια είδη εξαφανίζονται, νέα είδη όπως ο Τριχωτός Ρινόκερος και το Τριχωτό Μαμούθ κάνουν την εμφάνισή τους. Στα νησιά του Αιγαίου δημιουργούνται νάνες μορφές ελεφάντων, ρινόκερων και ιπποπόταμων. Υπήρχαν όμως και ζώα με μορφή που θυμίζει τα αντίστοιχα σημερινά, πρόγονοι των λιονταριών και των αγελάδων, βίσωνες, πάνθηρες, λύγκες, αρκούδες, αγριογούρουνα. Εγκαταλείποντας τη ζωή του κυνηγού-τροφοσυλλέκτη για να ασχοληθούν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, οι άνθρωποι της Νεολιθικής περιόδου άρχισαν να εξοντώνουν τα ζώα, με πρώτα τα μαμούθ και τους νάνους ελέφαντες του Αιγαίου. Σταδιακά χάθηκαν οι βίσωνες, οι λεοπαρδάλεις, τα λιοντάρια και άλλα μεγάλα θηλαστικά. Ωστόσο, την ύπαρξη λιονταριών μαρτυρούν πηγές του 2ου αιώνα μ.Χ., ενώ σε παραστάσεις αγγείων και ψηφιδωτών απεικονίζονται με μεγάλη πιστότητα λεοπαρδάλεις και γατόπαρδοι.

Μετρολογικό ανάγλυφο στη Σαλαμίνα Ιφιγένεια Δεκουλάκου

Σχέδιο του μετρολογικού αναγλύφου της Σαλαμίνας από τον αρχιτέκτονα Τ. Τανούλα. Από σκληρό πωρόλιθο, η πλάκα του αναγλύφου βρισκόταν εντοιχισμένη, ως το 1985, στο ξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου στα Περιβόλια της Σαλαμίνας. Τα ανθρώπινα μέλη που απεικονίζονται παριστάνουν μετρικές μονάδες που διαφωτίζουν ως προς την εφαρμογή των κανόνων της μετρολογικής κλίμακας στην αρχαία πολεοδομία και αρχιτεκτονική. Στο σωζόμενο τμήμα του ανάγλυφου της Σαλαμίνας απεικονίζονται για πρώτη φορά τα περισσότερα από τα γνωστά μέτρα μήκους της αρχαιότητας: οργυιά, πήχυς, σπιθαμή, κανόνας και πόδι. Διαπιστώνονται δύο διαφορετικά μετρικά συστήματα. Το ένα με μονάδα μέτρου τον κανόνα, που αντιστοιχεί σε πόδι 0,322 μ., αντιπροσωπεύει το παλιό μετρικό σύστημα που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα από την αρχαϊκή εποχή ως τον 4ο αιώνα π.Χ. Το άλλο έχει ως βάση πόδι 0,301 μ. και εμφανίζεται κατά την εποχή του Αλεξάνδρου. Η συνύπαρξη διαφορετικών μετρικών συστημάτων διαπιστώνεται και στο ανάγλυφο του Μουσείου Ashmolean στην Οξφόρδη, στην πλάκα που είναι τοποθετημένη στην αγορά της Leptis Magna και στον μετρολογικό πίνακα στην Announa Thibilis της Αλγερίας. Φαίνεται ότι με την εισαγωγή των νέων μετρικών συστημάτων στην ελληνιστική εποχή τα παλιά μετρικά συστήματα δεν καταργούνται. Αν το ανάγλυφο της Σαλαμίνας αναρτήθηκε ως υπόδειγμα για τα επίσημα μέτρα του κράτους, αυτό πρέπει να έγινε όταν και τα δύο πόδια, δωρικό και ελληνιστικό, ήταν σε χρήση.

Το Nυμφαίο της Φλώρινας Χριστίνα Ζαρκάδα-Πιστιόλη

Νυμφαίο. Αρχοντικό Δημ. Παπαδόπουλου (1900). Το Νυμφαίο, που ως το 1930 ονομαζόταν Νέβεσκα, είναι χτισμένο σε οροπέδιο του ανατολικού Βίτσι. Από τους κατοίκους, άλλοι οδηγήθηκαν στη μετανάστευση και άλλοι, εξειδικεύοντας και εμπορευματοποιώντας την τοπική παραγωγή, άρχισαν να συναλλάσσονται με τις αγορές του εξωτερικού και να συγκεντρώνουν κεφάλαιο. Το Νυμφαίο γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση μετά το 1864. Η συντεχνία των αργυροχρυσοχόων έγινε πανίσχυρη. Ο πλούτος επέτρεψε σε Νεβεσκιώτες να κυριαρχήσουν στο χρηματιστήριο βάμβακος της Αλεξάνδρειας και στα μακεδονικά καπνά, φτάνοντας ως την αυλή του Σουλτάνου και τις καπναγορές του Αμβούργου, του Λονδίνου κ.α. Το εμπόριο του βαμβακιού ανέδειξε ως ισχυρότερη την εμπορική οικογένεια του Μίχα Τσίρλη, σύγχρονη με την καπνεμπορική δυναστεία των Σωσσιδαίων. Ο κοσμοπολίτικος αέρας τον οποίο προσέδωσε στο Νυμφαίο η τάξη των πλουσίων αντανακλά στα αντίστοιχα σπίτια. Στην παλαιότερη φάση (1899-1903), διακρίνονται τύποι σπιτιών σε «γάμμα», «πι» ή ορθογώνιο που θυμίζουν τυπολογίες άλλων ορεινών αστικών κέντρων της Δυτικής Μακεδονίας του προηγούμενου αιώνα, ενώ συνυπάρχουν (1867-1900) αρχοντικά που το κεντρικό τμήμα της πρόσοψής τους προεξέχει ελαφρά και φέρει μεγάλη αετωματική επίστεψη. Η β΄ φάση εξέλιξης του οικισμού (1867-1900) μαρτυρεί ξεκάθαρη την επίδραση του πρώιμου κλασικισμού της Αθήνας. Ο μεγαλύτερος αριθμός των αρχοντικών που διασώθηκαν ανήκουν σε αυτή την τυπολογία που απαντά μόνο στο Νυμφαίο. Παράλληλα, τρεις άλλοι τύποι σπιτιών διακρίνονται ανάλογα με το πώς μεταχειρίζονται τον κεντρικό χώρο της εξωτερικής όψης στο σημείο της εισόδου. Τη δεκαετία του 1920, στη γ΄ φάση εξέλιξης του οικισμού, από τις επίπεδες όψεις το ενδιαφέρον συγκεντρώνει και πάλι η πρόσοψη με τη σκάλα που οδηγεί στον πρώτο όροφο, τον εξώστη του β΄ ορόφου και την αετωματική κεντρική απόληξη με τα μπαρόκ στοιχεία. Τα σπίτια του Νυμφαίου σχεδίασαν και έχτισαν συνεργεία μαστόρων από άλλα χωριά, κάποια από αυτά βορειοηπειρώτικα. Ως οικοδομικό υλικό χρησιμοποιήθηκε η άφθονη πέτρα. Στην κάλυψη των σπιτιών οι σχιστόπλακες εγκαταλείφθηκαν και αντικαταστάθηκαν από λαμαρίνες. Κουφώματα, δάπεδα και τα περισσότερα ταβάνια κατασκευάζονται από ξύλο οξιάς, ενώ πόρτες και παράθυρα είναι δρύινα. Στο εσωτερικό, στο ισόγειο βρίσκονται οι χειμερινοί οντάδες με τα τζάκια, η κουζίνα και οι βοηθητικοί χώροι, ενώ στον όροφο οι θερινοί οντάδες και το σαλόνι υποδοχής. Πέρα από τα τζάκια, τη θέρμανση των αρχοντικών εξασφάλιζαν περίτεχνες πήλινες σόμπες. Έντονη είναι η επίδραση του νεοκλασικισμού στον εσωτερικό ζωγραφικό διάκοσμο. Οι ζωγράφοι, κατά κύριο επάγγελμα αγιογράφοι, επιδίδονται σε αρχαιοπρεπείς απομιμήσεις μυθικών ή ιστορικών προσώπων, τοπίων ή αρχιτεκτονικών στοιχείων. Στον λαϊκό νεοκλασικισμό του Νυμφαίου επιβιώνουν και παραδοσιακά θέματα, ενώ δεν λείπουν μπαρόκ στοιχεία. Το Νυμφαίο, ο καλύτερα διατηρημένος οικισμός στον βορειοελλαδικό χώρο, χαρακτηρίστηκε διατηρητέο στο σύνολό του.

Άλλα θέματα: Απόλλων: Δήλος και Άδηλος Νίκος Ξένιος

Απόλλωνας, Διόνυσος και Ερμής σε συμπόσιο. Απουλιανή ερυθρόχρωμη situla, 350-330 π.Χ. Μαδρίτη, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Είναι άραγε ο ολύμπιος Απόλλωνας, ο φωτεινός θεός των ηθικών καθαρμών στους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους, ο ίδιος θεός που, στην ομηρική εποχή, συνδέεται με ανθρωποθυσίες προς τιμή των θεών του Κάτω Κόσμου; Ο συγγραφέας απαντά στην ερώτηση εμπνεόμενος και από τις θεωρίες των Jung και Kerényi. Με μικρασιατική προέλευση, ο Απόλλωνας πρωτοεμφανίζεται στα μυκηναϊκά θρησκευτικά κέντρα ως «μάντης», υποσκελίζοντας αυτόχθονες θεότητες και κληρονομώντας τις ιδιότητές τους. Στους Δελφούς, όπου ο Απόλλωνας θα σκοτώσει τον Πύθωνα και θα εκτοπίσει τη Γαία και τη Θέμιδα, στο άδυτο του ιερού υπήρχε, κατά τον Φιλόχορο, ο τάφος («σήμα») του Διόνυσου. Στη Ρήνεια, απέναντι από τη Δήλο, η λατρεία των θεών του Κάτω Κόσμου ακτινοβολούσε σε όλη τη Μεσόγειο. Από τη θάλασσα που ενώνει την κυρίως Ελλάδα με τα μικρασιατικά παράλια, θα αναδυθεί σαν Ήλιος ο θεός που θα γίνει η απαρχή της ποιητικής δημιουργίας. Ωστόσο, το μέλος προστατεύεται και από τον όμαιμο και ομότροπο αδελφό του Διόνυσο. Πρόκειται αναμφίβολα για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το φως του Διόνυσου είναι το φως του φεγγαριού που συνοδεύει στη φύση όλες τις νυχτερινές «αναχωρητικές» ή οργιαστικές λατρείες, τους Βακχευτές, τις Μαινάδες, τους λατρευτές των χθόνιων θεών. Το «ιλαρόν» φως του ΄Ηλιου ομογενοποιεί τις πατριαρχικές λατρείες των Δωριέων, τον πολιτισμό του μέτρου, της ευταξίας και του ορθολογισμού. «Περιπλανώμενο» χαρακτηρίζει ο Ευριπίδης τον Απόλλωνα, το θείο βρέφος από το οποίο προέκυψε η επίγεια ζωή και που παρουσιάζεται αλλού ως Ζευς, αλλού ως Διόνυσος, αλλού ως Απόλλων. Είναι «γέννημα» και «γεννήτωρ», ο genius cucullatus που δίνει τη ζωτική ενέργεια στον κόσμο, που λατρεύεται στη βάση όλων των εγχώριων θρησκειών.

Σκέψεις γύρω από τη θεώρηση του φαινομένου του σεισμού στην αρχαία Ελλάδα Λάζαρος Πολυμενάκος

Ο Ποσειδώνας εξακοντίζει την τρίαινα. Πίσω όψη αργυρού τετράδραχμου, 301-295 π.Χ. Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο. Οι αναφορές στον Ποσειδώνα στις πινακίδες της Πύλου, τους Ορφικούς Ύμνους, τα ομηρικά έπη και τα ησιόδεια έργα τον αναδεικνύουν πρώτιστα σε κύριο της γης και σύζυγο της Γαίας, ιδιότητα που εκφράζουν τα επίθετα «γαιάƑοχος» και «γαιήοχος». Στην Ιλιάδα, την Οδύσσεια και τον Ησίοδο, ο Ποσειδώνας χαρακτηρίζεται σταθερά ως «ενοσίχθων», «ενοσίγαιος» και «γαιήοχος». Τα επίθετα αυτά συνοδεύονται από αναφορές-περιγραφές σεισμών με χαρακτηριστικό τους τα μεγάλα θαλάσσια κύματα. Ωστόσο, προοδευτικά σημειώνεται μια υποβάθμιση της σημασίας του θεού που συμπίπτει με την εγκαθίδρυση της λατρείας των ολύμπιων θεών και την ερμηνεία του κοσμικού γίγνεσθαι από τους φιλοσόφους. Επίκουρος, Θαλής, Στωικοί, Δημόκριτος βλέπουν τη γη να κάθεται πάνω σε ένα υγρό στοιχείο που την κινεί. Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, Αναξαγόρας και Αρχέλαος θεωρούν ότι κύρια αιτία των σεισμών είναι το πνεύμα που ενίοτε συνδυάζεται με το πυρ. Ο Αριστοτέλης είναι εκείνος που θα μελετήσει τους σεισμούς συστηματικά. Τους εντάσσει στα γήινα φαινόμενα, τους συνδέει με υπέδαφος μη συνεχές, τους αποδίδει στην εκτόνωση συσσωρευμένου πνεύματος στις υπόγειες κοιλότητες. Ο Πυθαγόρας ενσωματώνει την οντότητα του Ποσειδώνα με την αντίληψή του για το κοσμικό γίγνεσθαι. Αποκαθιστά έτσι μια φυσική συνέχεια μεταξύ της σκέψης των προ-ομηρικών χρόνων και αυτής της κλασικής εποχής.

Η πορεία της Iεράς Οδού και η σημασία της Ιωάννα Τσιριγώτη-Δρακωτού

Τέμενος της Αφροδίτης κατά μήκος της Ιεράς Οδού, κοντά στον Σκαραμαγκά, με λαξευτές θυρίδες για την υποδοχή των αναθημάτων. Στις αρχές του φθινοπώρου, η πομπή των Ελευσινίων Μυστηρίων βγαίνοντας από την Ιερά Πύλη του Κεραμεικού ακολουθούσε την Ιερά Οδό προς την Ελευσίνα. Σε όλο της το μήκος, η Ιερά Οδός πλαισιωνόταν από μνημεία, τάφους και ιερά. Στο πρώτο τμήμα της βρέθηκαν ταπεινές ταφές, κεραμοσκεπείς, καύσεως και απλοί λάκκοι, από το τέλος του 6ου αιώνα π.Χ. ως το τέλος του 1ου αιώνα μ.Χ. Στην τοποθεσία Σκίρον άρχιζε ο μεγάλος ελαιώνας της πεδιάδας του Κηφισού. Ανάμεσα στη σημερινή Γεωπονική Σχολή και τη γέρικη «ελιά του Πλάτωνα» υπήρχε ιερό της Δήμητρας και της Κόρης, όπου λατρεύονταν επίσης η Αθηνά και ο Ποσειδώνας. Στο κοντινό τέμενος του Μειλίχιου Δία είχαν υποδεχτεί οι Φυταλίδες τον Θησέα. Γνωστή για τους «γεφυρισμούς» ήταν η γέφυρα του Κηφισού, λίγο πριν από τον Δήμο του Έρμου με τα πλούσια ταφικά ευρήματα. Στα όρια του σημερινού Δήμου Χαϊδαρίου βρέθηκαν δύο μεγάλοι ταφικοί περίβολοι και βάθρο ταφικού μνημείου ενώ, δυτικότερα, υψωνόταν το μεγαλοπρεπέστερο ίσως μνημείο της Ιεράς Οδού, το κενοτάφιο της εταίρας Πυθιονίκης. Στην περιοχή της Μονής Δαφνίου ο Παυσανίας είχε δει ναό του Απόλλωνα και στοά με κίονες. Σπόνδυλοι και κιονόκρανα είναι διάσπαρτα στο μοναστήρι. Ένας κίονας έχει ενσωματωθεί στο ναό, τρεις άλλους μετέφερε στο Λονδίνο ο λόρδος Έλγιν. Ακολουθεί το ιερό της Αφροδίτης, όπου βρίσκεται και το καλύτερα διατηρημένο τμήμα της Ιεράς Οδού με αυλακώσεις από τους τροχούς των αμαξών. Η σημερινή λίμνη Κουμουνδούρου ήταν οι αρχαίοι Ρειτοί, αφιερωμένοι στη Δήμητρα και την Κόρη. Το 124-127 μ.Χ. ο Αδριανός έχτισε τετράτοξη γέφυρα του ελευσινιακού Κηφισού που σώζεται ως σήμερα.

Η ανάγλυφη παράσταση της επιγραφής IGXII.2.15 Μάκης Αξιώτης

Ο Καλυδώνιος Κάπρος στην πίσω όψη αργυρού τριώβολου Αιτωλικής Συμπολιτείας, π.220-189 π.Χ. Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο. Στη συμφωνία που συνάπτει με τον Δήμο των Μυτιληναίων γύρω στα 214-213 π.Χ., το Κοινό των Αιτωλών, που ασκεί νόμιμη πειρατεία, υπόσχεται να μη βλάψει τους Μυτιληναίους. Η επιγραφή με το κείμενο της συμφωνίας χαράχτηκε σε μεγάλο βάθρο που αφιερώθηκε στο Ασκληπιείον της πόλης και σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Μυτιλήνης. Στην ανάγλυφη παράσταση πάνω από την επιγραφή ο Patton που τη δημοσίευσε διέκρινε ένα πλοίο. Έκτοτε η άποψή του δεν έχει αμφισβητηθεί. Ωστόσο, ο συγγραφέας διακρίνει την κάτω γνάθο κάπρου που παραπέμπει στον μυθικό Καλυδώνιο Κάπρο, η κάτω γνάθος του οποίου απεικονίζεται σε νομίσματα των Αιτωλών. Πρόκειται δηλαδή για εμβληματική «σφραγίδα» των Αιτωλών.

Η κλήρωση στις ελληνικές πόλεις (εκτός Αττικής) Ελένη Κόλλια

Κληρωτήρια αθηναϊκών δικαστηρίων. Λίθινα με πέντε κάθετες στήλες εγκοπών. Συνυφασμένη με τη δημοκρατία, η επιλογή δικαστών ή αρχόντων με κλήρο εμφανίστηκε στην Αθήνα στο α΄ μισό του 5ου αιώνα, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη και πριν από την επιβολή της κλήρωσης στις Ερυθρές (450 π.Χ.) Το κληρωτήριο, κληρωτρίδα ή κληρωτικόν ήταν ένα πέτρινο κατασκεύασμα που περιλάμβανε την υδρία με τους κύβους της κλήρωσης και, πλάι της, τις κανονίδες, όπου οι υποψήφιοι τοποθετούσαν τα πινάκιά τους. Στη διαδικασία, που περιγράφεται με τα ρήματα «κληρώ» και «λαγχάνω», οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τόσο συχνά ως λαχνό τον κύαμο, ώστε αυτός έγινε συνώνυμο του κλήρου. Η εφαρμογή της κλήρωσης επεκτάθηκε και εκτός Αττικής: είτε εξάγεται από την ίδια την Αθήνα σε πόλεις στις οποίες εκείνη επιβάλλει το δημοκρατικό καθεστώς, είτε υιοθετείται με μικρές διαφοροποιήσεις από πόλεις που βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής της ή, τέλος, εμφανίζεται, με ριζικές όμως μεταβολές, σε πόλεις με ολιγαρχικά πολιτεύματα. Η κλήρωση επιβλήθηκε από την Αθήνα στις Ερυθρές της Ιωνίας, στην Ιουλίδα της νήσου Κέας, στη Δήλο και στους Δελφούς, στην Εστιαία (ή Ιστιαία) της Εύβοιας και, στον δικαστικό τουλάχιστον τομέα, στη Θάσο. Την κλήρωση υιοθέτησαν η Σινώπη της Παφλαγονίας, οι Αλιείς της Αργολίδας, το Σίλλυον, η Σμύρνη και η Έφεσος στη Μικρά Ασία, η Κάλυμνος, η Λίνδος, η Τροιζήνα, η Κυρήνη. Τέλος, η κλήρωση εφαρμόστηκε και στις Συρακούσες, τον Τάραντα, τη Θήβα και τη Σπάρτη.

Εξέλιξη πήλινου λύχνου από την παλαιοχριστιανική εποχή ως το τέλος των βυζαντινών χρόνων Γιώργος Γουργιώτης

Θεσσαλικά λυχνάρια με χερούλι, δυο ελαιοφόρα κύπελλα με μυξούς υπό γωνία, ελαφρά κωνικό στήριγμα και στρογγυλή βάση. Στις Φθιώτιδες Θήβες βρέθηκε παλαιοχριστιανικό λυχνάρι (4ος-5ος αιώνας) που για πρώτη φορά αποπειράται να στηριχτεί σε λυχνοστάτη. Από την Αγορά των Αθηνών προέρχεται λύχνος του 10ου ή του 11ου αιώνα, με δύο ελαιοφόρα κύπελλα στην κορυφή ενός ελαφρά κωνικού στηρίγματος που πατά σε κυκλική βάση. Δεν γνωρίζουμε τους χαμένους κρίκους ανάμεσα στα δύο, ο δεύτερος τύπος πάντως θα επικρατήσει πιθανόν ως και την πρώιμη Τουρκοκρατία. Όταν, με τη Φραγκοκρατία, η κεραμική παραγωγή αποσυνδέεται από την κεντρική διοίκηση, οι τοπικοί κεραμίστες από τη Λάρισα, τα Τρίκαλα, τον Τύρναβο ρίχνουν στην αγορά σκεύη υψηλής ποιότητας. Τα λυχνάρια, με χερούλι, με γυαλωμένα μόνο τα κύπελλα ή όλη τους την επιφάνεια, συχνά παραλλάσσουν το βασικό τους σχήμα: ένα μόνο κύπελλο, μικρού ύψους στήριγμα κ.ά. Οι κηροστάτες επηρεάζονται από τα λυχνάρια διττά: κάποιοι εμπνέονται από το σχήμα των κυπελλοφόρων λυχναριών, άλλοι από τα λυχνάρια με την κωνική και ευρείας διαμέτρου βάση.

Μακεδονική Αναγέννηση Έφη Αθανασίου

Εικονογράφηση ψαλτηρίου (Par. Gr. 139). Την ιουστινιάνεια χρυσή εποχή της βυζαντινής τέχνης διέκοψε η βαθιά τομή της εικονοκλαστικής περιόδου. Οι μαζικές καταστροφές που προκλήθηκαν καλλιέργησαν τις συνθήκες για μια αποφασιστική στροφή προς το ελληνικό κλασικιστικό ιδεώδες. Η στροφή αυτή, που συμπίπτει σε διάρκεια με τη Δυναστεία των Μακεδόνων (867-1057), αγγίζει ολόκληρο το φάσμα της βυζαντινής τέχνης: τοιχογραφίες και ψηφιδωτά, εικονογράφηση χειρογράφων, εικόνες φορητές, έργα μικροτεχνίας. Η σύνθεση ανάμεσα στο ελληνικό κλασικό πνεύμα και στην πνευματικότητα καταργεί την αντίθεση ανάμεσα σε μορφή και περιεχόμενο που είχε καταλήξει στην εικονομαχία. Χαρακτηριστικές είναι οι προσωποποιήσεις με κλασικές φιγούρες που εντάσσονται σε χριστιανικές σκηνές. Στην αρχιτεκτονική εισάγονται οι δύο τύποι ναών με τρούλο, ο εγγεγραμμένος σταυροειδής και οι μεταβατικοί τύποι των παραλλαγών του (ανάμεσά τους και ο τετρακιόνιος), και ο οκταγωνικός. Σειρά χειρογράφων του 10ου αιώνα με κλασικιστικές επιδράσεις επηρεάζουν τις τοιχογραφίες και τον ψηφιδωτό διάκοσμο των ναών. Σημαντικότερα από τα χειρόγραφα είναι το ψαλτήριο της Βιβλιοθήκης του Παρισιού αρ. 139, οι Ομιλίες Γρηγορίου, αρ. 510 στην ίδια βιβλιοθήκη, και το Μηνολόγιο Βασιλείου Β΄ στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού. Οι σχεδόν γλυπτικές μορφές που παρουσιάζουν δηλώνουν έμπνευση από αρχαία πρότυπα σε βαθμό αντιγραφής. Στον 10ο αιώνα ανήκει ο μεγάλος αριθμός έργων μικρογλυπτικής σε ελεφαντόδοντο. Τρία μοναστικά συγκροτήματα στην κυρίως Ελλάδα εκπροσωπούν την αρχιτεκτονική της Μακεδονικής Αναγέννησης: ο Όσιος Λουκάς, η Νέα Μονή και το Δαφνί. Το αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα του νεοαττικού ρυθμού της προσφέρει η Κοίμηση της Θεοτόκου στο Δαφνί με το ολοκληρωμένο εικονογραφικό της πρόγραμμα που αναπτύσσεται στις εβδομήντα έξι παραστάσεις του ψηφιδωτού της διακόσμου.

Ο Σοφοκλής και ο Mύθος. Χθόνια λατρεία Αντιγόνη Μώρου

Η αυτοκτονία του Αίαντα. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας, π. 530 π.Χ. Museé du Chateau, Boulogne-sur-mer, Γαλλία. Μακριά από την ομηρική αντίληψη, ο Σοφοκλής υποστηρίζει με τα έργα του την πίστη στη μεταθανάτια ζωή που καλλιέργησαν οι Ορφικοί και τα Ελευσίνια Μυστήρια. Ο μύθος του ορφικού Διόνυσου-Ζαγρέα που κατασπαράσσεται από τους Τιτάνες και ανασταίνεται ως Διόνυσος-Φάνης-Έρωτας γίνεται σύμβολο της αθανασίας. Η πίστη στην επιβίωση της ψυχής παρά τις μετενσαρκώσεις της διαμορφώνεται σε φιλοσοφικό δόγμα από τους Πυθαγόρειους. Στον Αίαντα του Σοφοκλή, η προσευχή του ήρωα στον Θάνατο και η επίκλησή του στους χθόνιους Δία και Ερμή λίγο πριν πέσει πάνω στο ξίφος του προδίδουν πίστη στη μεταθανάτια ζωή. Ο θάνατός του, που παρουσιάζεται ως τελετουργική επανάληψη του ιερού δράματος του ορφικού Διόνυσου-Ζαγρέα, οδηγεί στη θεοποίησή του. Στην Αντιγόνη, ο Σοφοκλής όταν βάζει την ηρωίδα να λέει πως δεν είναι φτιαγμένη για να μοιράζεται έχθρες αλλά αγάπη (στ. 523), κάνει τον Έρωτα το κύριο μήνυμα της τραγωδίας. ΣτονΦιλοκτήτη, ο βασανισμένος ήρωας περιμένει τη λύτρωση μόνο από το θάνατο και τους θεούς του Κάτω Κόσμου. Εδώ, η θέση του Σοφοκλή απέναντι στην άλλη ζωή εκφράζεται από τον Ηρακλή που λέει στον Φιλοκτήτη ότι η ευσέβεια στους θεούς μετράει και μετά το θάνατο του ανθρώπου. Τέλος, ολόκληρος ο Οιδίπους επί Κολωνώ είναι αφιερωμένος στη λατρεία των χθόνιων θεοτήτων και των νεκρών. Με την Ανάληψη του ήρωα στο τέλος του έργου, η διονυσιακή φύση νικά τη γήινη.

Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής (1) Βασίλης Δωροβίνης

Το Κυβερνείο όπως το σχεδίασε ο Andalbert Marc γύρω στο 1833. Πρόκειται για το πρώτο από δύο άρθρα που ο συγγραφέας αφιερώνει σε κατασκευές κτιρίων στο Ναύπλιο. Εδώ παρουσιάζει την περίπτωση της οικίας του Καποδίστρια αντλώντας τις σχετικές πληροφορίες από ιστορικές και αρχειακές πηγές. Ανεξακρίβωτη παραμένει η πληροφορία ότι ο Κυβερνήτης είχε μετατρέψει σε αναπαυτήριο έναν τούρκικο τεκέ κάτω από το Παλαμήδι, κοντά στην Πρόνοια. Αντίθετα, πολλές πηγές μαρτυρούν ότι ο Καποδίστριας, αφού επισκέφθηκε τα καλύτερα σπίτια του Ναυπλίου, ανάμεσά τους εκείνα των Αγά Πασά, Νικηταρά και Ε. Ξένου, επέλεξε την οικία του τελευταίου. Ο Καποδίστριας θα νοικιάσει την οικία Ξένου την 1η Ιανουαρίου 1828 και θα την εγκαταλείψει οριστικά στο τέλος Αυγούστου του 1830, προφανώς για να εγκατασταθεί στο Κυβερνείο.

«Αρχαία» και «Πολίτης» Δημήτριος Κωνστάντιος

Άρτα, πυλώνας αγίας Θοδώρας. Έκδηλη η δυσαρμονία μεταξύ παλαιού και νέου κτίσματος. Πρόκειται για την ανακοίνωση του συγγραφέα στο επιστημονικό τριήμερο που οργάνωσαν το ελληνικό τμήμα του ICOMOS και ο Δήμος Αρταίων στην Άρτα (11-13 Μαΐου 1990) με θέμα: «Νέες πόλεις πάνω σε παλιές. Το παράδειγμα της Άρτας». Εξοπλισμένος με τις θεωρητικές προσεγγίσεις πολλών ερευνητών, και ιδιαίτερα του H. Lefebvre, ο συγγραφέας αναλύει τους όρους «παλιά πόλη», «κατοικείν», «habitat», «κόσμος», «monde» κ.ά., αναδεικνύοντας τα προβλήματα που είναι σύμφυτα με τις «ιστορικές πόλεις». Ως προς την έννοια του «πολίτη», επισημαίνεται ότι η ευαισθητοποίησή του δεν είναι αρκετή αλλά πρέπει να υποστηρίζεται από τη βούληση και την ενεργή συμμετοχή όλης της κοινωνίας που αντιπροσωπεύεται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, σε συλλόγους, ιδρύματα, κόμματα, την Εκκλησία κ.α. Έτσι θα υποχρεωθεί και το κράτος να εκσυγχρονιστεί, να θεσμοθετήσει τον Ενιαίο Φορέα Προστασίας και να υλοποιήσει τον επιτελικό σχεδιασμό σε εθνική κλίμακα. Στόχος δεν είναι η προστασία ενός «μνημείου», αλλά η ένταξη στη ζωή της σύγχρονης πόλης κάθε ιστορικής μνήμης που σηματοδοτεί το πολιτισμικό της περιβάλλον. Στην περίπτωση της Άρτας, η αρχαία Αμβρακία, η βυζαντινή Άρτα και η Άρτα της Τουρκοκρατίας είναι ταυτόχρονα «χρονόσημα» και «τοπόσημα» μιας ιστορικής διαδρομής που κατέληξε στη σύγχρονη πόλη.

Αντίγραφα και παραλλαγές αρχαίων έργων στη Νεοελληνική Γλυπτική Δημήτρης Παυλόπουλος

Λεωνίδας Δρόσης, Πηνελόπη, 1873. Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη. Σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα, στις Σχολές Καλών Τεχνών της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας, η ακαδημαϊκή διδασκαλία στηριζόταν στην αντιγραφή έργων της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Εκτός από την πιστή απόδοση των πρωτοτύπων, υπάρχουν και οι παραλλαγές που παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Το 1815 ο Επτανήσιος Παύλος Προσαλέντης δημιουργεί την προτομή του «δαιμονίου Πλάτωνος». Στο Βασιλικόν Πολυτεχνείον της Αθήνας η γλυπτική αρχίζει να διδάσκεται το 1847. Από τους πρώτους απόφοιτους, ο Λεωνίδας Δρόσης εισάγει ένα μεγαλεπήβολο πρόγραμμα στον γλυπτό διάκοσμο της Ακαδημίας των Αθηνών. Στη «Γέννηση της Αθηνάς», θέμα του κεντρικού αετώματος, ο Δρόσης αξιοποιεί πολυκλείτεια πρότυπα. Μπροστά από το κεντρικό κτήριο, τα αγάλματα του Απόλλωνα και της Αθηνάς πάνω σε ιωνικούς κίονες παραλλάσσουν τον Απόλλωνα Belvedere του Βατικανού και τον τύπο της φειδιακής Αθηνάς Προμάχου. Οι κλασικιστικές μεταβολές του Δρόση εκφράζονται σαφέστατα στους ανδριάντες του Σωκράτη και του Πλάτωνα στη σκάλα μπροστά στην Ακαδημία. Τις παραλλαγές κλασικών προτύπων από τον Δρόση εκπροσωπεί παραστατικά η Πηνελόπη του (1873). Παρουσιάζονται οι γλύπτες Δημήτριος Φιλιππότης, Γεώργιος Βιτάλης, Γεώργιος Βρούτος, Γιαννούλης Χαλεπάς, Ιωάννης Λαμπαδίτης, Γεώργιος Παπαγιάννης, Γεώργιος Μπονάνος, ο σημαντικότερος κλασικιστής ανδριαντοποιός της νεοελληνικής γλυπτικής, Θωμάς Θωμόπουλος, Μιχάλης Τόμπρος κ.ά.

Λαχείον «Υπέρ των Αρχαιοτήτων» Κώστας Κρεμμυδάς

Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, η στήριξη του πολιτισμού ήταν η πρώτη και μοναδική επιλογή. Με βασιλικά διατάγματα, το 1862 και το 1864, καθορίστηκε το πλαίσιο κυκλοφορίας του «Λαχείου υπέρ των Αρχαιοτήτων» και ορίστηκε η «Επιτροπή Φιλαρχαίων» με πρόεδρο τον Γ. Σταύρου και μέλη, εξαιρουμένου του Α.Ρ. Ραγκαβή, διευθυντικά στελέχη της Εθνικής Τράπεζας. Το μεγαλύτερο μέρος των εισπράξεων από την πρώτη κλήρωση (1867) αποφασίστηκε να διατεθεί για την ανασκαφή των Δελφών. Μετά το θάνατο (1869) του Γ. Σταύρου, η Επιτροπή Φιλαρχαίων διαλύεται και μεταβιβάζει την ευθύνη του νέου ετήσιου λαχείου «Υπέρ των Αρχαιοτήτων» στην Αρχαιολογική Εταιρεία. Το λαχείο διαφοροποιείται μορφολογικά τόσο στα χρόνια της Επιτροπής Φιλαρχαίων όσο και στις τρεις περιόδους της Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Μερικά ελληνικά εκθέματα του Mουσείου Γκετί Ειρήνη Βαλλερά-Rickerson, Μαρία Κορμά

Αττικός μελανόμορφος κιονωτός κρατήρας, π. 520 π.Χ. O Διόνυσος με σάτυρους και μαινάδες. Λος Άντζελες, Μουσείο Γκετί. Περιγράφεται η φιλότεχνη ζωή του εκατομμυριούχου συλλέκτη Ζαν Πολ Γκετί (1892-1976). Επιλεγμένα από τον ίδιο, τα σχέδια του νέου μουσείου, που άνοιξε λίγο πριν από το θάνατό του (1974), αντιγράφουν τη «Βίλα των Παπύρων» από τα περίχωρα του Ερκολάνου. Αν και τα αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά εκθέματα αποτελούν τον βασικό κορμό της συλλογής του, ονομαστές είναι και οι συλλογές γαλλικών επίπλων και ζωγραφικών πινάκων. Το κληροδότημα Γκετί επέτρεψε στο Μουσείο να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο σε δραστηριότητες που αφορούν τα μουσεία, τις ιστορικές και φιλολογικές σπουδές, καθώς και την Ιστορία της Τέχνης. Το άρθρο εικονογραφούν 15 αρχαία ελληνικά εκθέματα με αναλυτικό σχολιασμό.

Το Eβραϊκό Μουσείο Ελλάδας Κάλλι Πλαϊνού

Ρωμανιώτικη συναγωγή Πατρών. Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδας, Αθήνα. Οι πρώτοι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα τον 3ο αιώνα π.Χ. Στη διάρκεια της ρωμαιο-βυζαντινής περιόδου πήραν το όνομα Ρωμανιώτες. Τον 15ο αιώνα αναμείχθηκαν με τους Σεφαραντείμ που είχαν εκδιωχθεί από την Ισπανία. Ιδιαίτερα ανθηρή υπήρξε η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης που καταστράφηκε από τους Ναζί. Το Μουσείο, μοναδικό στο είδος του, χαρακτηρίστηκε από τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» ένα από τα έξι καλύτερα της Ελλάδας. Περιλαμβάνει τις εξής θεματικές ενότητες: Ιστορική Εισαγωγή, Θρησκευτική Ενότητα, Φορεσιές, Εβραϊκή ζωή στις αρχές του 20ού αιώνα, Ολοκαύτωμα και Συναγωγή της Πάτρας.

Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα Μαρία Βελλιώτη

Ναύπλιο, παραμονές Πάσχα 1990. Παιδιά πουλάνε τις λαμπάδες που είχαν προηγουμένως στολίσει. Με έδρα το Ναύπλιο, το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα ιδρύθηκε το 1974. Το 1981 απέσπασε το ευρωπαϊκό βραβείο του Μουσείου της Χρονιάς λόγω και της πρωτοτυπίας των εκπαιδευτικών του προγραμμάτων. Αρχικά, το ΠΛΙ συνέδεσε τη χορευτική του ομάδα με προγράμματα για την εθιμική ζωή. Στην αύξηση του αριθμού των παιδιών και στον εμπλουτισμό των παιδικών του συλλογών λύση πρόσφερε η ίδρυση του «Σταθμού» στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό του Ναυπλίου. Απέναντι από την είσοδό του έχει στηθεί το γλυπτό-παιχνίδι «Πλαγγόνα». Τα παιδιά που επισκέπτονταν το μουσείο είχαν την ευκαιρία να κατασκευάσουν ένα ύφασμα εξαρχής ή να γνωρίσουν το Ναύπλιο του 19ου αιώνα μέσω μιας περιήγησης στην πόλη.

Μουσείο: Μουσείο Λευκού Πύργου Ευτυχία Κουρκουτίδου-Νικολαΐδου

Λευκός Πύργος, Έκθεση ιστορίας και τέχνης της Θεσσαλονίκης (3ος όροφος). Χτισμένος στο τέλος του 15ου αιώνα, ο Λευκός Πύργος είναι ο μόνος που σώθηκε από τη θαλάσσια οχύρωση της Θεσσαλονίκης. Η αναστήλωση και η μετατροπή του σε εκθεσιακό χώρο από την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων βραβεύτηκε το 1989 από την Europa Nostra. Η μόνιμη έκθεση για τη Θεσσαλονίκη καλύπτει την περίοδο 300-1430 μ.Χ. Στο ισόγειο παρουσιάζεται ο ιδιωτικός βίος, ο αστικός χώρος, η οικονομική ζωή. Στον 1ο όροφο, η παλαιοχριστιανική τέχνη και η λατρεία του Αγίου Δημητρίου. Ο 2ος όροφος προβάλλει τα ταφικά έθιμα και τις παλαιοχριστιανικές ταφικές τοιχογραφίες. Ο 3ος όροφος είναι αφιερωμένος στη μέση και ύστερη βυζαντινή περίοδο. Οι επόμενοι δύο όροφοι στεγάζουν τη δωρεά του Δ. Οικονομόπουλου.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού

Απολιθωμένος κορμός στο απολιθωμένο δάσος της Λέσβου, το οποίο έχει χαρακτηριστεί Εθνικό Διατηρητέο Μνημείο. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Με «ανένδοτο αγώνα κατά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας» και με λαϊκή εξέγερση ανάλογη εκείνων στο Ηράκλειο, τη Θήβα και την Πάτρα απειλεί ο Δήμαρχος Ερέτριας που κατέστρεψε εν κρυπτώ τη νύχτα του Σαββάτου 28.9.1991 σημαντικό αρχαιολογικό χώρο στην καρδιά της Αρχαίας Αγοράς. – Στο 3ο Διεθνές Σαλόνι Μουσείων και Εκθέσεων που άνοιξε στις 14.1.1992 στο παρισινό μουσείο του Ορσέ, όπου 280 μουσεία εκπροσώπησαν διάφορες χώρες, η Ελλάδα απουσίαζε

Εκθέσεις

Με 65 σπάνια αντικείμενα συμμετέχει το Μουσείο Μπενάκη στην έκθεση «Τα καλύτερα Μουσεία Παιχνιδιών στην Ευρώπη» (24 Απριλίου-11 Οκτωβρίου 1992), που διοργάνωσε το Μουσείο Παιχνιδιών του Μέχελεν στο Βέλγιο – Στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, σε συνεργασία με τη Φινλανδική Πρεσβεία και το Φινλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών, οργανώθηκε έκθεση με τίτλο «Γράμματα από την αρχαιότητα» με πάπυρους που προέρχονται από το «χάρτινο παραγέμισμα» που είχαν οι μούμιες

Συνέδρια

Το Ζ΄ Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο πραγματοποιήθηκε στο Ρέθυμνο (25-31 Αυγούστου 1991) – Για πρώτη φορά η γνησιότητα ενός αρχαίου αντικειμένου έγινε θέμα διεθνούς Colloquium που πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης τον Μάιο του 1992 για τον Κούρο του Μουσείου J.-P. Getty

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Συνέδρια

Στο 28ο Διεθνές Συμπόσιο Αρχαιομετρίας που οργανώθηκε φέτος στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας (23-27 Μαρτίου), έξι έλληνες συμμετέχοντες παρουσίασαν δώδεκα πρωτότυπες εργασίες – «Αρχαιομετρικές και Αρχαιολογικές έρευνες στη Μακεδονία και τη Θράκη» είναι το θέμα του Β΄ Συμποσίου Αρχαιομετρίας που αποφάσισε να διοργανώσει η Ελληνική Αρχαιομετρική Εταιρεία στη Θεσσαλονίκη, 26-28 Μαρτίου 1993

Δημοσιεύσεις

Mitropoulos P. / Sideris C. / Grimanis A.P. / Vasilaki-Grimani M. / Philipakis S.E., «Provenance studies on ancient flinds from Frachthi cave in the Peloponnese, Greece: A geochemichal approach», στο E. Pernicka / G.A. Wagner (επιμ.), Archaeometry 90 (1991), Birkhäuser, Βασιλεία, σ. 485-494

English summaries: A metrological relief in Salamis Ifigenia Dekoulakou

To the well-known and so far unique metrological relief of Oxford in the Ashmolean Museum a similar one has been added found in 1985 on the island of Salamis. After studying this relief we have concluded that first, it must be dated after the introduction of the later measurement of the foot, equal to 0.301 m, that was in use since the time of Alexander the Great, and secondly, that the Doric foot remains in use at least till the third quarter of the fourth century BC.

The Nymphaion of Florina Christina Zarkada-Pistioli

The settlement of Nymphaion, built on the slopes of the Vitsi Mountain, dates back to the 14th century AD. The foundation of local mountain handicrafts and commercial centers that traded with markets abroad resulted in the accumulation of capital and the creation, among others, of the first Greek bourgeois. Therefore, next to the traditional buildings of the eighteenth century stand impressive manors of the nineteenth century along with neoclassical houses with charming wall-paintings.

Prehistoric nature in Greece

During the Mesozoic period Greece was the sea bed of an extended ocean, therefore fossils of Dinosaurs have not been found in our country, while a multitude of remains of sea organisms still exist in its mountain ranges. During the period of the Alpic formation Greece started to emerge from the water and thirteen -fourteen million years ago this land was inhabited by various peculiar and wild animals like the Choirolophodon the Chios, a cousin of the known elephant, and others. Later, other animals appear many of which were later wiped out by man himself. The vegetation of Greece was also very rich during the prehistoric age. The knowledge of vegetation and animal species of our country is the necessary prerequisite for the study of man in the relevant period.

Peloponnesian Folk Institute Maria Velioti

The Peloponnesian Folk Institute in Nauplion offers two kinds of educational programs, one for children who visit the Museum individually and another for students who visit the Museum as a class. The programs for children take place at the old railway station depot, granted to the Peloponnesian Folk Institute by the Municipality of Nauplion. The depot underwent restoration and was used to house the Museum collections related to children as well as its educational programs. Being primarily focused on Greek folk dancing lessons the programs for the children of Nauplion are planned according to the order of the folk calendar, but they also refer to other topics: The Shadow Theater, the -discovery» of the city of Nauplion through painting, experiencing the natural environment near the city. Pupils of elementary school can attain the educational program: "Making a Textile" on the premises of the Institution. This program refers to a permanent exhibition in the Museum that displays the procedure in the "production, refinement and application of materials for weaving". Students of the third grade of the Gymnasium as well as those of the Lyceum have the opportunity to get accustomed to "Nineteenth Century Nauplion" through a tour in the older quarters of the city. The teachers interested can use as educational material the publications of the Institute that deal with folk culture and especially with folk costumes and music. In addition, another educational activity of the Peloponnesian Folk Institute is the organisation of meetings and seminars for the teachers of Nauplion and its vicinity.

The evolution of clay lamps from the Early Christian Age to the End of the Byzantine Era Georgios Gourgiotis

Lamps,a necessary daily object, were produced in large quantities and their use was continuous. During pagan antiquity they present a limited variety of shapes, while after the spreading of Christianity their production decreased owing to the wide use of candles, a habit that as a result introduced a new but indispensable object, the candlestick.

The Macedonian «Renaissance» Efi Athanassiou

The Macedonian "Renaissance" and its effect on Byzantine art cannot by any means be considered as the impact of another cultural period. Judging from its diverse expressions it clearly appears as the natural continuation of a very old civilization, constantly renewed in its eternal, fertile sources.

The design in relief on an inscription Makis Axiotis

A third century BC inscription of "immunity" is exhibited in the Archaeological Museum of Mytilene. The immunity was granted by the people of the Aetolians to the Municipality of Mytilene. Till recently Patton's interpretation of the relief decorating the inscription as depicting a ship was generally accepted. However, a more careful examination of the relief has led us to the conclusion that what is represented here is the lower jaw of a wild boar, and more precisely the jaw of the Calydonian boar, which is also depicted on Aetolian coins.

The drawing of lots in Greek cities (with the exception of Athens) Eleni Kollias

The choice of judges and lords by the drawing of lots is one of the topics of scientific interest among historians and archaeologists. Literary sources indicate that this procedure was transferred by the city of Athens to certain cities, to be used as a necessary stratagem when the democratic regime was being established there.It is adopted by other Greek cities that influenced by Athens borrowed this procedure and then applied it with minor differences; or, finally, the drawing of lots was also exercised in cities with a tradition in similar regimes or holigarchical ones, where it was radically altered so as to serve the state mechanisms.

Lottery in support of antiquities K. Kremmydas

A brief survey of the institution of the lottery in support of the state's cultural programme is presented in this article. The first "Lottery in Support of Antiquities" was established in 1860, long before the present Lotto had started to contribute with a portion of its income to the realization of the cultural programmes of our country.

Citizens and antiquities Dimitrios Konstantios

In this article Arta has been chosen as an example to illustrate how new towns relate with their predecessors and to make obvious that as long as people exist as well as necessities of life the painful dialogue with historic memory will continue. What we should do as responsible citizens is to try and affect positively this procedure which is vital and crucial to our cultural future.

Sophocles and myth Antigoni Morou

In all his plays Sophocles interweaves archaic law with the (chthonic) cult of the underworld.Both these elements are concepts of a mythical past represented by Orphism - the religion characterized by faith in the immortality of the soul, by the Orphic and Eleusinian Mysteries as well as by the first philosophical and religious doctrine of the Pythagorian philosophers. In Sophocles' tragedies "Aias"," Antigone"," Philoctetes" and" Oedipus the King", we can investigate the close bonds of the tragic hero to the Under World and the chthonic deities. As a matter of fact the death of Aias can be interpreted as a ritual repetition of the sacred drama of the Orphic Dionysos / Zaghreas. The entire second part of the tragedy is devoted to the conflict concerning the deceased and his burial. The play ends with the ceremonial burial of the hero. The deification of the man who overcomes death, an interpretational axis in Sophocles , in our opinion, is completed in Oedipus the King, by the hero's Assumption at the end of the play.

Apollo: Delian and Adelos (=evident and dubious) Nikos Xenios

The relationship of Apollo with the Underworld was an obscure one. This god was more closely connected with the luminous firmament and the purifications achieved through Fire. In the Homeric age Apollo was supposed to have demanded through his Delphic oracle certain human sacrifices.This contradiction can however be explained by an old relation of Apollo with Leto, Artemis and Dionysos, that was transformed to a cult with a dual character: of a luminous and at the same time of a mystic and chthonian nature.

The Jewish museum of Greece Kalli Plainou

Number 36 Amalias Str. is the home of the Jewish Museum of Greece, which has been listed by the New York Times as one of the six best museums of the country. The historic and religious material and the popular atrefacts that are exhibited there, according to the principles of modern museology, cover a period of 2500 years of the continuous presence of Jews in Greece.

A consideration of the phenomenon of earthquakes in ancient Greece Lazaros Polymenakos

This article gives a brief critical survey of the various concepts of Greek antiquity as regards the phenomenon of the earthquake. Information is presented concerning mainly the pre - Homeric age and the god Poseidon the prevailing figure of the seismic plenomenon in its early phase, is examined.

Hiera Hodos =»the sacred way» Ioanna Tsirigoti-Drakotou

The ancient road connecting Athens to Eleusis was named Hiera Odos, "the Sacred Way", because the procession of the Eleusinian Mysteries - celebrated in honour of Demeter and Persephone - followed its route. Along the Hiera Hodos there was a multitude of sanctuaries, various monuments and graves, of which very few have survived.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Αρχαία ελληνικά νομίσματα (I) Σταυρούλα Ασημακοπούλου

Ο Ερμής με τον μικρό Αρκάδα στην πίσω όψη αργυρού δίδραχμου. 370-369 π.Χ. και αργότερα. Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο. Η νομισματοκοπία είναι ελληνική ανακάλυψη. Γύρω στο 600 π.Χ., τα νομίσματα αποκτούν στην κύρια όψη εικόνες χαρακτηριστικές για κάθε πόλη: κάποιο σύμβολο της τοπικής θεότητας (ζώο, φυτό), αργότερα την κεφαλή ή τη μορφή θεότητας ή ήρωα, μια μυθολογική σκηνή. Στην πίσω όψη η μορφή εμφανίζεται μετά το 500 π.Χ., εκτοπίζοντας ένα απλό έγκοιλο ή σφυρήλατο τετράγωνο με σφραγίδα σε σχήμα φτερών ανεμόμυλου. Τα νομίσματα κατασκευάζονταν από ήλεκτρο, χρυσό, άργυρο και χαλκό. Οι ονομασίες τους ποικίλλουν κατά πόλεις. Στην Αθήνα, η δραχμή υποδιαιρείται σε οβολούς, στην Κόρινθο ο στατήρας υποδιαιρείται σε δραχμές. Επιγραφές σε συντετμημένο τύπο συχνά δηλώνουν το όνομα της πόλης, κάποτε και τον καλλιτέχνη.

Τεύχος 44, Σεπτέμβριος 1992 No. of pages: 106
Κύριο Θέμα: Εκατό χρόνια δουλειάς: μια επέτειος Ευάγγελος Πεντάζος

Το Στάδιο στους Δελφούς. Φθορές στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών προκαλούν οι πλημμύρες ύστερα από καταιγίδα, οι σεισμοί και οι κατολισθήσεις βράχων, τα διερχόμενα αυτοκίνητα, η ελεύθερη διακίνηση των επισκεπτών πάνω στα αρχαία. Για την προστασία των μνημείων, οργανώθηκαν διαδρομές για τους επισκέπτες, τους οποίους σύντομα θα διευκολύνει και η επέκταση του Μουσείου. Για την αποκατάσταση του δελφικού τοπίου καλύφθηκε ή φυτεύτηκε το κανάλι του Μόρνου. Απομακρύνθηκαν οι σύγχρονοι τοίχοι στερέωσης και όσοι ξανακτίστηκαν καλύφθηκαν με κισσό και θαμνοειδή. Κόπηκαν 150 δέντρα που κατέστρεφαν τα μνημεία και φυτεύτηκαν 3.500 θαμνοειδή για τη στερέωση του εδάφους. Αν ο σημερινός δρόμος μεταφερθεί, ο ενοποιημένος αρχαιολογικός χώρος θα μας ταξιδεύει στην αρχαιότητα.

Δελφοί. Iστορία των ανασκαφών Olivier Picard

Δελφοί, αρχή των ανασκαφών: το δίκτυο του μικρού σιδηροδρόμου (décauville). Για την ανασκαφή των Δελφών ήταν επιβεβλημένη η μετατόπιση του χωριού Καστρί και η απαλλοτρίωση των εκτάσεών του. Δεδομένου ότι την ανασκαφή στην Ολυμπία είχαν αναλάβει οι Γερμανοί, η κυβέρνηση Κουμουνδούρου δεσμεύεται να αναθέσει την ανασκαφή των Δελφών στους Γάλλους. Πριν ψηφιστεί ο σχετικός νόμος, έρχεται στην εξουσία ο Χαρίλαος Τρικούπης που επιδιώκει να συνδυάσει την ανάθεση των ανασκαφών με μια εμπορική σύμβαση για την εξαγωγή σουλτανίνας στη Γαλλία. Τελικά, το 1891 η γαλλική βουλή ψηφίζει τη διάθεση μισού εκατομμυρίου χρυσών φράγκων. Την οργάνωση της «Μεγάλης Ανασκαφής» ανέλαβε ο Th. Homolle. Το 1896, χρονιά των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων, έφτασε το πρώτο πλοίο με τουρίστες στην Ιτέα. Αρχαιολογικός χώρος και Μουσείο εγκαινιάστηκαν μαζί το 1903. Το Ιερόν του Απόλλωνα, που περικλείεται από τον περίβολο, είναι ένας χώρος που ξεπερνάει τα 20 στρέμματα. Αφιερώθηκε στο θεό μετά τον Α΄ Ιερό πόλεμο, γύρω στο 590 π.Χ. Τότε χτίστηκε και ο πρώτος μεγάλος δωρικός ναός που κάηκε το 548 π.Χ. Από τον δεύτερο δωρικό ναό, που καταστράφηκε από σεισμό το 373 π.Χ., σώζονται τα αετώματα με την άφιξη του Απόλλωνα σε άρμα και τη Γιγαντομαχία. Από τον επόμενο ναό, σήμερα διακρίνονται το κρηπίδωμα και κάποιοι κίονες της πρόσοψης. Τα αετώματα παρίσταναν τον Απόλλωνα καθισμένο πάνω στον ομφαλό, περιτριγυρισμένο από Μούσες, και τον Διόνυσο ανάμεσα στις Θυιάδες. Ανατολικά του ναού βρίσκεται ο μεγάλος βωμός. Οι ανασκαφές του χώρου, που κατοικήθηκε πρώτα από Μυκηναίους γύρω στο 1550 π.Χ., αποκάλυψαν σπάνια θρησκευτικά αντικείμενα, που όμοια τους έχουν βρεθεί μόνο στις Μυκήνες. Η μεγάλη κλίση του εδάφους απαιτούσε την κατασκευή αναχωμάτων. Ο Άλως, κάτω από το πρώτο ανάχωμα του ναού, ήταν χώρος τελετουργιών. Τα μεγαλοπρεπέστερα αναθήματα ήταν οι Θησαυροί. Στα κοινόχρηστα κτίρια ανήκαν οι στοές, το γυμνάσιο, το στάδιο, ο ιππόδρομος, το θέατρο. Ένα δεύτερο Ιερό ήταν αφιερωμένο στην Αθηνά Προναία. Το πολυτελέστερο και αινιγματικότερο μνημείο είναι η Θόλος με τους δωρικούς και κορινθιακούς κίονες και τις μετόπες που διακοσμούνται από Αμαζονομαχία και Κενταυρομαχία. Στα σημαντικά ευρήματα των Δελφών συγκαταλέγονται χάλκινα ειδώλια του 8ου αιώνα π.Χ. Ελεφαντοστέινο ειδώλιο λογχοφόρου άντρα με λιοντάρι (μέσα 7ου αιώνα π.Χ.) ίσως απεικονίζει τον Απόλλωνα Πότνιο Θηρών. Κλέοβις και Βίτωνας ή Κάστωρ και Πολυδεύκης, οι κολοσσιαίοι δίδυμοι του Άργους αφιερώθηκαν γύρω στο 580 π.Χ. Αριστουργήματα της χρυσοχοϊκής του 6ου αιώνα π.Χ. είναι τα ελεφαντοστέινα τμήματα χρυσελεφάντινων αγαλμάτων. Την τελειότητα στην τεχνική του σφυρήλατου αγγίζει μεγάλος ταύρος (πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ.). Η ζωφόρος του Θησαυρού των Σιφνίων (525 π.Χ.) αποκάλυψε σκηνές γνωστές μόνο από την αγγειογραφία. Προσφορά που συνδέεται με μια νίκη στα Πύθια το 478 ή 474 π.Χ. αποτελεί ο χάλκινος Ηνίοχος, κατασκευασμένος από πολλά κομμάτια με την τεχνική του «χαμένου κεριού». Ο αρχαιότερος θησαυρός δωρικού ρυθμού είναι εκείνος που πρόσφεραν οι Αθηναίοι μετά τη μάχη του Μαραθώνα. Στη ζωφόρο του ο αθηναίος ήρωας Θησέας παραλληλίζεται με τον πανελλήνιο ήρωα Ηρακλή. Το 330 π.Χ. περίπου, ο Θεσσαλός Δάοχος προσφέρει μια ομάδα αγαλμάτων που απεικονίζουν όλη του την οικογένεια. Στη μαρμάρινη κεφαλή του «Μελαγχολικού Ρωμαίου» –ο Τίτος Φλαμινίνος;– εκφράζεται ιδιαίτερα η ψυχική διάθεση.

Η θέση των Δελφών στην αρχαία ελληνική θρησκεία Ευάγγελος Πεντάζος

Ο Απόλλωνας προσπαθεί να αποσπάσει τον τρίποδα από τον Ηρακλή. Αττική κύλικα, π. 525-515 π.Χ. Antikensammlungen, Μόναχο. Γιος του πατέρα, ο Απόλλωνας κυριάρχησε στους Δελφούς εκθρονίζοντας τη Γη από το μαντείο της και φονεύοντας το φύλακά του Πύθωνα που έμεινε να σαπίζει. Από το ρήμα «πύθω» (σαπίζω), ο Απόλλωνας ονομάστηκε Πύθιος και ο τόπος Πυθώ. Σε ανάμνηση αυτής της νίκης γιορτάζονταν τα Σεπτήρια. Το κατοπινό όνομα Δελφοί ετυμολογείται από το «δελφύς», που σημαίνει τη μήτρα, το κοίλον. Παλαιότατη μάντισσα ήταν η μυθική Σίβυλλα και αργότερα η Ηροφίλη. Στα νεολιθικά χρόνια, οι δράκοντες Πύθωνας και Δελφίνη λατρεύονταν στο Κωρύκιον άντρο του Παρνασσού, όπου λειτούργησε το πρώτο μαντείο. Όταν η φήμη των Δελφών το επισκίασε, στο άντρο επικράτησε η λατρεία του Πάνα και των Νυμφών ενώ, αργότερα, γιορτάζονταν με μαιναδικά όργια τα Δαδοφόρια για τη γέννηση του Διονύσου. Η Πυθία χρησμοδοτούσε αρχικά μια φορά το χρόνο, στις 7 του μηνός Βυσσίου, γενέθλια μέρα του Απόλλωνα, και αργότερα στις 7 κάθε μηνός, με εξαίρεση τους τρεις μήνες που ο Απόλλωνας έφευγε για καθαρμό στα Τέμπη και ο Διόνυσος γινόταν κυρίαρχος του Ιερού. Τους διφορούμενους χρησμούς που έδωσαν στον Απόλλωνα το προσωνύμιο Λοξίας κατασκεύαζαν μάλλον οι ιερείς, δεδομένου ότι η μεγάλης ηλικίας Πυθία ήταν αμόρφωτη. Τον Απόλλωνα τιμούσαν με τα Πύθια, τα Δελφίνεια, τα Θαργήλεια, τα Θεοφάνια και τα Σεπτήρια. Προς τιμήν του Διονύσου γινόταν ο Λικνίτης, η Χάριλα, η Ηρωίς, τα Δαδοφόρια, τα Ευμένια, τα Σωτήρια και τα Ελαφηβόλια. Με τον ΟΗΕ συγκρίνουν ορισμένοι το θεσμό της Αμφικτυονίας, μιας ένωσης 12 φυλετικών ομάδων που από θρησκευτική εξελίχθηκε σε πολιτική. Μετά τον Α΄ Ιερό πόλεμο, η Αμφικτυονία ανέλαβε τον έλεγχο του Ιερού.

Η ιστορία του Iερού και του Μαντείου των Δελφών Μαρία Πεντάζου

Ο Αιγέας συμβουλεύεται το Μαντείο των Δελφών. Αττική κύλικα, ζωγράφος του Κόδρου, π. 440-430 π.Χ. Antikensammlungen, Βερολίνο. Ο Πύθιος Απόλλων έχει ήδη εγκατασταθεί στους Δελφούς τον 8ο αιώνα π.Χ., συμβουλεύοντας όσες ελληνικές πόλεις επιχειρούν πολιτειακές αλλαγές ή ιδρύουν αποικίες. Στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., οι Δελφοί εντάσσονται στην Αμφικτυονία. Στον Α΄ Ιερό πόλεμο (600-590 π.Χ.), η γειτονική Κρίσα αφανίζεται και η γη της αφιερώνεται στο Ιερό. Τα Πύθια, αγώνες γυμνικοί και ιππικοί που οργανώθηκαν για να γιορταστεί αυτή η νίκη, εδραιώνουν την πανελλήνια φήμη του Μαντείου. Ο ναός καταστρέφεται από πυρκαγιά το 548 π.Χ. Στους Περσικούς πολέμους το ιερατείο των Δελφών μηδίζει. Στον Β΄ Ιερό πόλεμο το Μαντείο αναδεικνύεται σε «μήλον της έριδος» ανάμεσα σε Φωκείς, Αθηναίους και Σπαρτιάτες. Το χειμώνα του 373 π.Χ. ο ναός καταστρέφεται από σεισμό. Θα χρειαστούν 43 χρόνια για να αποπερατωθεί. Παράλληλα, αλλάζουν οι πολιτικές ισορροπίες στον ελληνικό κόσμο. Ο Γ΄ Ιερός πόλεμος (356-346 π.Χ.) λήγει με ολοκληρωτική ήττα των Φωκέων από τον Φίλιππο της Μακεδονίας. Ο Φίλιππος συμμετέχει στην Αμφικτυονία και προεδρεύει στα Πύθια του 346 π.Χ. Δίνοντας τέλος και στον Δ΄ Ιερό πόλεμο με την άλωση της Άμφισσας, αντιμετωπίζει τους συνασπισμένους Έλληνες στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.). Στα ελληνιστικά χρόνια η σημασία του Μαντείου διαρκώς φθίνει. Το 290 π.Χ. η Αιτωλική Συμπολιτεία καταλαμβάνει την πόλη και το Ιερό των Δελφών που θα παραδώσει το 190 π.Χ. στους Ρωμαίους. Το μαντείο λεηλατείται από τον Σύλλα (86 π.Χ.) και από θρακικά φύλα (83 π.Χ.). Με εξαίρεση τον Νέρωνα, που αποχώρησε με 500 αγάλματα, οι ρωμαίοι αυτοκράτορες το σεβάστηκαν. Ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερε πολλά αφιερώματα στην Κωνσταντινούπολη, ο Ιουλιανός προσπάθησε μάταια να το ζωντανέψει και ο Θεοδόσιος (394 μ.Χ.) του επέφερε το τελειωτικό χτύπημα.

Στην «ιεράν γαν» των Δελφών Δέσποινα Σκορδά

Περιοχή Δελφών. Κάτω κοιλάδα Πλειστού. «Ιεράν γαν» ονομάζουν οι δελφικές επιγραφές την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή γύρω από το μαντείο. Πρόκειται για την κοιλάδα του μικρού ποταμού Πλειστού, ανάμεσα στους ορεινούς όγκους του Παρνασσού, της Κίρφης και των σημερινών πρόβουνων της Γκιώνας, που καταλήγει στον «Κρισαίο κόλπο». Οι Δελφοί, που ακόμη τότε ονομάζονταν Πυθώ, ιδρύονται την περίοδο της κυριαρχίας των Μυκηνών, γύρω στο 1400 π.Χ. Σε αντίθεση με όλους τους άλλους οικισμούς, η επιλογή της θέσης είχε μόνο κριτήριο την επιβλητικότητα που της προσδίδουν οι δυο θεόρατοι βράχοι των Φαιδριάδων, το συγκλονιστικό χάσμα της Κασταλίας και τα άφθονα νερά. Χάλκινοι αναθηματικοί τρίποδες και ανδρικά ειδώλια βεβαιώνουν την επικράτηση του Απόλλωνα από το τέλος του 9ου αιώνα π.Χ. Εάν οι Δελφοί είναι ο «ομφαλός» της γης, η γεωγραφική τους θέση μετέτρεψε την κοιλάδα του Πλειστού στον «ομφάλιο λώρο» τους: κανείς προσκυνητής δεν μπορούσε να φτάσει στο δελφικό μαντείο χωρίς να χρησιμοποιήσει τους μεσόγειους δρόμους της και, κυρίως, το λιμάνι της. Κίρρα ή Κρίσα ονομάζουν οι πηγές την ισχυρή φωκική πόλη που ήλεγχε τους δρόμους της κοιλάδας και εισέπραττε διόδια από τους προσκυνητές του μαντείου. Με τον Α΄ Ιερό πόλεμο (600-590 π.Χ.), ο αμφικτυονικός συνασπισμός, στον οποίο είχαν ήδη ενταχθεί οι Δελφοί, αφάνισε την πόλη και αφιέρωσε στο θεό τη γη της, απαγορεύοντας την καλλιέργειά της. Την ισχύ μιας απαγόρευσης, που λειτουργούσε ως δικλείδα ασφαλείας, την εξασφάλιζαν περιοδικοί έλεγχοι από τους ιερομνήμονες. Το ειδικό καθεστώς διαχείρισης μιας «ιεράς χώρας» απέκοψε τους Δελφούς από το φωκικό έθνος στο οποίο ανήκαν. «Οι Δελφοί πεφεύγασιν ονομάζεσθαι Φωκείς» αναφέρει ο Παυσανίας.

Η περί τον Παρνασσό χώρα Φώτης Ντάσιος

Ο πολυγωνικός τοίχος-άνδηρο στις πηγές Κηφισού. Η αρχαία Φωκίδα εκτείνεται ολόγυρα από τον Παρνασσό, από την κοιλάδα του Κηφισού ως τους δύο κόλπους της Αντίκυρας και του Κρισαίου (ή της Κίρρας). Στη Λίλαια ήταν οι πηγές του Κηφισού. Στη σημερινή πηγή της Αγίας Ελεούσας βρέθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη κρηναίου οικοδομήματος, λαξευμένα καθίσματα και βάθρα αγαλμάτων. Όχι μακριά, βρίσκονται τα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής του Αγίου Χριστόφορου και η μεσοβυζαντινή εκκλησία της Αγίας Ελεούσας. Στην επικράτεια του γειτονικού Έρωχου ανήκε αγροτικό ιερό αφιερωμένο στη Δήμητρα. Η Τιθορέα μοιράζεται με τη Λίλαια τα επιβλητικότερα τείχη της περιοχής και το «συνοικισμό» των φωκικών πόλεων που ακολούθησε την καταστροφή του Φιλίππου Β΄ (346 π.Χ.). Ο Νεών, οι Παραποτάμιοι και οι Πεδιείς, η Τριταία, η Λέδων έπαψαν να υπάρχουν ως ξεχωριστές πόλεις μετά το τέλος του Γ΄ Ιερού πολέμου. Μεγαλύτερη πόλη της Φωκίδας έγινε σιγά σιγά η Ελάτεια. Για τη Δαύλεια με την πολύ ισχυρή ακρόπολη οι πηγές αναφέρουν τις λατρείες της Αθηνάς Πολιάδος, της Σώτειρας Αρτέμιδος, του Σαράπιδος και του ήρωα Αρχηγέτη, ενώ βρέθηκαν ερείπια από τη βουλή των φωκικών πόλεων, το «Φωκικό». Παράλληλα στο ρέμα του Πλατανιά, που σχηματίζουν οι απότομες πλαγιές του Ελικώνα, της Κίρφης και του Παρνασσού, ανηφορίζει η «Σχιστή οδός» με το μοιραίο για τον Λάιο και τον Οιδίποδα τρίστρατο. Η «Σχιστή οδός» οδηγούσε και τις Θυιάδες της Αττικής και της Βοιωτίας στις γιορτές του Διόνυσου στον Παρνασσό. Κοντά στο τρίστρατο βρισκόταν η αρχαία Άμβρυσσος. Ανηφορίζοντας τη Σχιστή οδό προς Δελφούς, μπαίνουμε στην «ιερή χώρα» όπου περνοδιαβαίνουν οι ακόλουθοι του Διόνυσου και του Απόλλωνα, οι τραγοπόδαροι σάτυροι και οι νύμφες του Παρνασσού.

Δελφοί, μήλον της Έριδος: στιγμιότυπα Ευάγγελος Πεντάζος

Ραφαήλ, «Ο Παρνασσός», 1509-1510. Stanza della Segnatura, Βατικανό, Ρώμη. Η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και η Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών ερίζουν διεκδικώντας την ανασκαφή των Δελφών. Βάδιγκτων και Κουμανούδης ξιφουλκούν. Το 1887 προστίθεται και η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, ενώ στο παιχνίδι τρυπώνει αθέατα και η Γερμανική Αρχαιολογική Σχολή. Οι δυνατότητες της Αρχαιολογικής Εταιρείας οφείλονταν στο λαχείο αρχαιοτήτων που δεν ξέφυγε τη σάτιρα του Σουρή. Η επίσημη πενταετής παραχώρηση της ανασκαφής στους Γάλλους συνδυάστηκε εκβιαστικά από τον Τρικούπη με τη λύση του «σταφιδικού προβλήματος». Η σύμβαση προέβλεπε τη συμμετοχή της Ελλάδας με 60.000 γαλλικά φράγκα για τις απαλλοτριώσεις, συμπληρωματικά στα 500.000 φράγκα που είχε εγκρίνει η γαλλική κυβέρνηση. Το μουσείο εγκαινιάστηκε την άνοιξη του 1903.

Έλληνες αρχαιολόγοι στους Δελφούς Φώτης Ντάσιος

Προτομή Χρήστου Τσούντα (1857-1934), έργο του Αθ. Λημναίου, τοποθετημένο στον προθάλαμο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Ο Ευθύμιος Καστριώτης βρίσκεται στους Δελφούς το 1892, στο ξεκίνημα των ανασκαφών. Το βιβλίο-οδηγός του Δελφοί (1894) δεν θα περιλαμβάνει τις γνώσεις που προήλθαν από αυτές. Είχαν προηγηθεί ο Παναγιώτης Σταματάκης και ο Χρήστος Τσούντας (1888-1890), που συνέταξε τον πρώτο κατάλογο κινητών ευρημάτων. Τις εργασίες των ανασκαφών επιστατούσαν καθημερινά οι Ι.Μ. Λύρης, Γ. Λάππας και Αλ. Κοντολέων. Ο Κοντολέων εξέδωσε ανέκδοτες δελφικές επιγραφές και μικρούς οδηγούς. Το 1905 έφορος της περιοχής διορίζεται ο Αν. Κεραμόπουλος που, ανάμεσα σε άλλα, εξέδωσε και τον πολύτιμο Οδηγό των Δελφών (1908). Παρατίθεται κατάλογος με τα ονόματα των εφόρων αρχαιοτήτων που υπηρέτησαν στους Δελφούς από τον Κεραμόπουλο ως τις μέρες μας.

Το Mουσείο [των Δελφών] Ευάγγελος Πεντάζος

Οι χορεύτριες από τον κίονα με τις άκανθες (340-330 π.Χ.) στον ανασκαφικό χώρο, λίγο μετά την αποκάλυψή τους. Το Μουσείο των Δελφών οικοδομήθηκε το 1901. Δύο πτέρυγες προστέθηκαν με δωρεά του Ανδρέα Συγγρού. Επεκτάσεις έγιναν στα χρόνια 1938-1940 και 1957-1960. Η τωρινή επέκταση από τον Αλέξανδρο Τομπάζη αντιμετωπίζει τα ζητήματα εξυπηρέτησης των επισκεπτών και ένταξης του μουσείου στο δελφικό τοπίο. Με την άφιξη του νέου θεού, τρίποδες αντικαθιστούν τα μυκηναϊκά ειδώλια και τα μινωικά ρυτά. Τα πρώιμα χάλκινα αναθήματα περιλαμβάνουν περικεφαλαίες, κρητο-κυπριακές ασπίδες, διακοσμητικές λαβές αγγείων, ειδώλια και τον μικρό χάλκινο «δαιδαλικό κούρο». Πρώιμοι αρχαϊκοί, οι δίδυμοι κούροι εκτίθενται μαζί με την πώρινη ζωφόρο του Θησαυρού των Σικυωνίων. Από τα πολύτιμα αρχαϊκά αναθήματα πόλεων της ανατολικής Ελλάδας που βρέθηκαν στους αποθέτες της Ιεράς Οδού εντυπωσιακότερα είναι η απολλώνια τριάδα και ο αργυρός ταύρος. Από τον Θησαυρό των Σιφνίων παρουσιάζονται η ζωφόρος, το ανατολικό αέτωμα, το περίθυρο και οι Καρυάτιδες. Στον ίδιο χώρο εκτίθεται η Σφίγγα των Ναξίων. Από τον Θησαυρό των Αθηναίων εκτίθενται οι μετόπες με τους άθλους του Θησέα και του Ηρακλή. Προσφορά των Αλκμεωνιδών ήταν το μαρμάρινο ανατολικό αέτωμα του αρχαϊκού ναού του Απόλλωνα με τη θριαμβική άφιξη του θεού. Στο αντίστοιχο πώρινο δυτικό αέτωμα εμφανίζονται η Αθηνά και ο Εγκέλαδος. Εδώ εκτίθενται και οι δύο ύμνοι στον Απόλλωνα με μουσικά σύμβολα. Από τη Θόλο παρουσιάζονται μια αναπαράσταση μικρού της τμήματος, ένα δωρικό και ένα κορινθιακό κιονόκρανο, οι μετόπες και δύο ζωφόροι. Από τους υστεροκλασικούς-ελληνιστικούς χρόνους ξεχωρίζουν ο ακανθωτός κίονας με τις χορεύτριες και το σύμπλεγμα του Δαήοχου, και από τους υστεροελληνιστικούς-ρωμαϊκούς ο κυκλικός βωμός από την Προναία, ο Αντίνοος, το πορτρέτο του «Φλαμινίνου». Ο Ηνίοχος έχει τη δική του αίθουσα.

Οι Δελφοί και ο Σικελιανός Ευάγγελος Πεντάζος

Την επιμέλεια των αναπαραστάσεων στις Δελφικές γιορτές είχε η Εύα Πάλμερ-Σικελιανού. Οι τραγωδίες του Αισχύλου Προμηθέας Δεσμώτης και Ικέτιδες, που παίχτηκαν στους Δελφούς το 1927 και 1930 αντίστοιχα, σημείωσαν τόση επιτυχία ώστε, αντί να προωθήσουν, επισκίασαν τη Δελφική Κίνηση του Σικελιανού. Οι αρχές αυτού που ο ποιητής θα αποκαλέσει αργότερα «Δελφική Ιδέα» άρχισαν να διαμορφώνονται μέσα του από το 1925. Οι Δελφοί είναι ο ομφαλός της γης επειδή είναι το πνευματικό κέντρο της γης. Καλείται τώρα να γίνει η εστία μιας παγκόσμιας εκπαιδευτικής και αναγεννητικής αποστολής, στερεωμένης με ιδρύματα, σχολές, συνέδρια και λοιπά «που θα υπάκουαν όλα ρυθμικά στις βασικές καθολικές αρχές της Δωρικής Ορθοδοξίας». Στη στροφή προς την απολλώνια ισορρόπηση του κόσμου, ο «Απολλώνειος Άθλος της Ψυχής» αντιπαρατίθεται στο στρεβλωμένο «κριτήριο του Ελέους». Η αρχή θα γινόταν «με κάποια πράξη καθαρά συνθετική και ομαδική, τοποθετώντας μες στο κέντρο της ένα αιώνιο και παγκόσμιο σύμβολο (όπως είναι ο αισχύλειος Προμηθέας) και συγκεντρώνοντας τριγύρω του όλα τα στοιχεία της λαϊκής αυθορμησίας που απομέναν στην Ελλάδα, Έκθεση Λαϊκής Βιοτεχνίας, λαϊκούς χορούς και αγώνες, ώστε και η ίδια η Ελλάδα να αντικρίσει συνθεμένο τον εαυτό της ξαφνικά...». Το άρθρο απαρτίζεται από αποσπάσματα γραπτών του Άγγελου Σικελιανού, της γυναίκας του Εύας Πάλμερ-Σικελιανού και των Κωστή Παλαμά, Γιάννη Τσαρούχη και Κώστα Ουράνη.

Άλλα θέματα: Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής (2) Βασίλης Δωροβίνης

Η κύρια όψη του Κυβερνείου στο Ναύπλιο, σε σχέδιο του Α. Κοντόπουλου. Το σπίτι Τούρκου που με τον περιβάλλοντα χώρο του είχε αγοράσει ο Πανούτσος Νοταράς, το μεταπώλησε προκειμένου να μετατραπεί σε Κυβερνείον ή «Παλάτιον της Κυβερνήσεως». Οι εργασίες διαμόρφωσης του κτιρίου με αρχιτέκτονα τον ιταλό Πασκουάλε Ιππολίτι ολοκληρώθηκαν μέσα στο 1829. Η δαπάνη για το κτίριο ήταν μικρή και η επίπλωσή του απέριττη. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, στο κτίριο αυτό έγινε το δημόσιο προσκύνημα στη σορό του και αυτό υπήρξε έδρα του διαδόχου και αδελφού του Αυγουστίνου. Χρησιμοποιήθηκε ως ανάκτορο από τον Όθωνα ακόμη και μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα. Στη συνέχεια, και ως το 1929 οπότε κάηκε από πυρκαγιά, στέγασε τη Νομαρχία. Αμέσως άρχισε μια έντονη ανταλλαγή επιχειρημάτων υπέρ ή κατά της ανακατασκευής του κτιρίου. Αν και το «οικόπεδο» κηρύχτηκε διατηρητέο ιστορικό μνημείο, ο χώρος ανεμπόδιστα μετατράπηκε σε πάρκο. Το 1978, μια νέα απόπειρα προώθησης της ιδέας περί ανακατασκευής προσέκρουσε, φαίνεται, στις αντιδράσεις των περιοίκων.

Δομική έρευνα στο εκκλησιαστικό συγκρότημα του Οσίου Λουκά Φωκίδος Παύλος Μυλωνάς

Ο Άγιος Λουκάς. Ψηφιδωτό στο Καθολικό της ομώνυμης Μονής. Καυστική απάντηση του συγγραφέα στον Δημήτριο Σοφιανό για άρθρο του (1992) με τίτλο «Η Μονή του Οσίου Λουκά. Έλεγχος και Κριτική της Αξιοπιστίας των Πηγών». Ο συγγραφέας έχει ήδη αναλύσει σε δύο άρθρα (Αρχαιολογία 36 και 38) ότι η αρχιτεκτονική ιστορία του συγκροτήματος είναι θέμα δομικής και ρυθμολογικής έρευνας, ότι οι μόνες γραπτές πηγές που πράγματι χρειάζονται είναι ο Βίος του Οσίου και η χρονολόγηση της μετακομιδής των λειψάνων του στο 1011. Εδώ θα αναγκαστεί να συνοψίσει τα επιχειρήματα επί τροχάδην απευθυνόμενος στον Σοφιανό που, αντί να εντρυφήσει στη φιλολογική ανάλυση των κειμένων, επιδίδεται σε πρόχειρες αρχιτεκτονικές αναφορές αγνοώντας επιδεικτικά τα αποφασιστικά στοιχεία που έφερε στο φως ο συγγραφέας.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Το Λαογραφικό Μουσείο Στεμνίτσας. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Στο Λονδίνο ιδρύθηκε το FOI (Friends of the Ionian) με σκοπό να σωθούν τα νησιά του Ιονίου – Το 1991 ο αρχαιολόγος Manfr. Bietak αποκάλυψε στην Αβάριδα της Κάτω Αιγύπτου τοιχογραφίες που μοιάζουν εκπληκτικά με εκείνες των μινωικών ανακτόρων της Κρήτης – Το Μουσείο Κρητικής Εθνολογίας που βρίσκεται στους Βώρους Ηρακλείου προκρίθηκε στα 6 πρώτα ευρωπαϊκά μουσεία στα οποία ο διεθνής οργανισμός «Ευρωπαϊκό βραβείο για το Μουσείο της χρονιάς» θα απονείμει βραβεία ή επαίνους

Συνέδρια

Με τη συμμετοχή ελλήνων και ξένων ειδικών οργανώθηκε στη Μονεμβασιά το Ε΄ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης με αντικείμενο τις πόλεις της βυζαντινής Πελοποννήσου – Με την ευκαιρία του εορτασμού της Διεθνούς Ημέρας των Μουσείων, το Λαογραφικό Μουσείο Στεμνίτσας οργάνωσε Συμπόσιο με θέμα «Στεμνίτσα: Ιστορία-Κοινωνία-Τέχνες» (15-16.5.1992) στη Στεμνίτσα

Εκθέσεις

«Δελφοί, στις πηγές του Απόλλωνα. Ένας αιώνας γαλλικών αρχαιολογικών ερευνών» είναι ο τίτλος της έκθεσης που θα φιλοξενήσει το Μουσείο Μπενάκη από 18 Σεπτεμβρίου ως 27 Δεκεμβρίου 1992 – Η πολιτιστική εταιρεία «Πανόραμα» θα παρουσιάσει στα «Δημήτρια ΚΖ΄» (11/10-8/11) και στην Κομοτηνή (22/11-6/12) πολύπτυχο πρόγραμμα εκδηλώσεων και μεγάλη έκθεση με θέμα «Οι Έλληνες στη Μαύρη θάλασσα. Από την εποχή του Χαλκού ως τις αρχές του 20ού αιώνα»

Βιβλία

Richard Jenkyns, Dignity and Decadence, Harper Collins, Λονδίνο 1992 – Ευάγγελος Ρούσσος, Ηράκλειτος, Περί φύσεως, Παπαδήμας, Αθήνα 1992 - Paul Faure & Marie-Jeanne Gaignerot, Guide grec antique, Hachette, Παρίσι 1991 – Αλεξάνδρα Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους μέσους χρόνους της Τουρκοκρατίας (1538-1699), Εστία, Αθήνα 1992 - Χριστιάνα Λυτ, Στην Αθήνα του 1847-1848, Ερμής, Αθήνα 1992

Aρχαιομετρικά Nέα Γιάννης Μπασιάκος

Το λογότυπο της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Συνέδρια – Συμπόσια

Το Β΄ Συμπόσιο Αρχαιομετρίας της Ελληνικής Αρχαιομετρικής Εταιρείας θα γίνει στη Θεσσαλονίκη από 26 ως 28 Μαρτίου 1993 – Το Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης ανέλαβε τη διοργάνωση του «Second European Meeting on Ancient Ceramics» που θα διεξαχθεί μέσα στο πρώτο 15θήμερο του Νοεμβρίου 1993 – To «Triple Α», η Ετήσια Συνάντηση της American Anthropological Association, θα διεξαχθεί στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνιας από 2 έως 6 Δεκεμβρίου 1992

Βιβλία – Περιοδικά

A.G. Dawson, Ice Age Earth: Late Quaternary Geology and Climate, Routledge, Λονδίνο 1992 – R.F. Tylecote, A History of Metallurgy, The Institute of Metals, Coleford, Gloucestershire 19902 – B. Rothenberg (επιμ.), The Ancient Metallurgy of Copper: Archaeology, Experiment, Theory, The Institute for Archaeometallurgical Studies, Λονδίνο 1990

English summaries: DELPHI. The history of excavations Olivier Picard

Delphi represent a case study: a famous archaeological site which was brought to life during the Middle Ages when the village Kastri was founded there. Although in the beginning the existence of the village was rather an annoyance to the first excavators of the site, it gradually proved to be most useful since its inhabitants saved Delphi from antique-smugglers.They safeguarded mobile and immobile works of art and monuments- and created the possibilities, to a certain extent, for the achievement of the "Great Excavation" as this enterprise was named by the French from the very beginning. It is due to an inscription that in the fifteenth century the location was identified as Delphi by Kyriakos, a merchant from Ancona. In the eighteenth century French and English travelers visited the site and paved the way for the "crowds" of German travelers who would arrive there in the nineteenth century. It was in 1829, during the goverment of Capodistrias, that the first excavations began. From that time on a long debate over Delphi started on the issue of archaeological pre-eminence which terminated in 1891. Then the Greek-French contract was signed and the 'Great Excavation" under Th. Homolle began. In 1903, when the Museum of Delphi opened and most archaeologists believed that the excavation was about to be completed, a new excavational phase began with the collaboration of the Greek Archaeological Service and the French Archaeological School of Athens. The sanctuary of Delphi owes its present monumental appearance to reconstructions carried out in the years 1938-1942. Today, after a century of excavational work this sacred site still holds many secrets to its self. There are many spots still to be excavated and as the technology and science of our time offer the possibility for a wide deciphering of and the extraction of information from the various finds, a more careful and time-consuming study and research is required. The excavation at Delphi will come to an end not when archaeological material becomes scarse but when our interest in classical times ceases to exist. Topography The sanctuary of Apollo, the temenos, is a trapezoid area of approximately five acres which is surrounded by a wall, the perivolos. To counterbalance the sloping ground formation terraces were created. On one of them two important monuments lie.The temple in which the oracles were delivered and the altar on which animals were sacrified in honour of Apollo. The first inhabitants of the location were Myceneans, who already in 1500 BC had built a big town there as well as a fortification wall, part of which was discovered under the temple of Apollo in 1990. The destruction of the Mycenean world (1200-1100) caused the decline of the town, which however continued to be inhabited throughout the Dark Ages, as the excavations of 1991 -92 prove. The years after 825 BC come down to us in written sources in connection with the oracles regarding the correct choice of land for colonization, a fact that is most probably related to the numerous dedicatory offerings dating from the same period. In the early sixth century one of the first Doric temples of the ancient Greek world was built there, which was destroyed by fire in 548 BC. At that point in time Delphi and the Amphictyony called upon all Greeks to contribute to the erection of a new temple, the so-called temple of the Alcmeonides, that stands on a terrace dating from 525 BC. The numerous buildings beside the religious ones are divided in two categories: a. Monumental buildings offered by various cities, kings or wealthy individuals. Most impressive among them are the thesauroi, almost miniature temples, dedicated to Apollo by numerous cities and their inhabitants such as the thesaurus of the Corinthians (7th century), Siphnians (525 BC), Athenians (490 BC), etc. b. Utilitarian architecture, such as the hippodrome, theatre, gymnasium, stadium, etc. The Landscape The sanctuary of Delphi was built in a landscape greatly affected by the menace of nature: floods, earthquakes, etc. Throughout the history of Delphi whenever the sanctuary was endangered by natural phenomena the god intervened miraculously and protected his sacred site. In antiquity the sanctuary suffered only few serious destructions, one of the major ones being its ruination by an earthquake in 373 BC. Quite a few recent damages have been recorded in photographs.

Greek archaeologists in Delphi Fotis Dassios

The first Greek archaeologists who worked in Delphi were the Ephor of Antiquities P. Stamatakis (1882-83), who recorded the archaeological finds discovered up to then in a scientific catalogue, and Chr. Tsoundas (1888-90). In 1894 , the first book-guide of the site called "Delphi", written by the then Ephor Ev. Kastriotis, was published. The same year Kastriotis was replaced by Tsoundas and later by K. Kourouniotis. A. Kontoleon greatly contributed to the excavations until his death in 1942, while at the same time he published many Delphic inscriptions and archaeological guides. In 1905 A. Keramopoulos was appointed Ephor of Delphi and was succeeded by N. Papadakis (1911-26), Chr. Karouzos (1927-35), N. Platon (1936-37), I. Threpsiadis (1938-43), Ph. Petsas (1944), loanna Konstantinou (1945), Ev. Mastrokostas (1950-54), loanna Konstantinou (1954-64), Angeliki Andriomenou (1964-66). Varvara Philippaki (1966), Yvonne Nikolopoulou (1966-69), V. Petrakos (1969-73), Photeini Zapheiropoulou (1973-76), P. Themelis (1976-80) and Ev. Pendazos since 1980 .

Mount Parnassus and its region Fotis Dassios

In antiquity, Delphi and Mount Parnassus belonged to Phocis. The cities of Phocis that had till now been neglected by archaeologists,because of the mesmerizing splendour of the Pythian sanctuary, have started attracting travellers and archaeological interest. A tour though these cities by necessity starts from the valley of the Kephissos river which flows from the Lilaea area, where important remnants of religious architecture survive as well as the ruins of the city of Lilaea and its acropolis. The cities of Erochos and Tithorea have been located further to the NE, the latter fortified with strong walls. Among the other most important known cities is Dalitsa, a religious center and the seat of the Phocian Assembly, secured with a well fortified acropolis.

Delphi and Greek religion Vangelis Pendazos

Myth, closely intertwined with Delphi, has been perfectly nourished by the surrounding landscape. The first oracles were delivered by Mother-Earth, who was then ousted by Apollo, the symbol of divine light and order. The original myth gradually developed and was enriched since all desired that even through an oracle their past and traditions be derived from or be related to Delphi. All the known ways of prophesying had been used in Delphi, finally however the oracle given by Apollo through Pythia was the one that prevailed. Although in all Apollo's oracles men were the vehicles of the god, in Delphi, where matriarchy was deeply rooted, a woman had been chosen as the god's medium. Every Pythia, which was a title not a name, had to be over fifty years of age, illiterate and naive, so as to deliver the foretelling through inarticulate cries, which were later interpreted by the priests. The two major gods in Delphi were Dionysus representing matriarchy and Apollo representing patriarchy who managed to set aside his brother but not to replace him altogether. Apollo by establishing the purification -after a judgement of the oracle — introduced the idea of justice in customary law. A number of feasts were celebrated in Delphi, some dedicated to certain sacred events, others to the god. Pytheia, the most famous and popular feast, was celebrated every four years (originally eight), and had a distinct musical character, since music was a characteristic property of Apollo. Finally, the important institution of Amphictyony, that has been often successfully compared to the United Nations, was introduced for the first time in Delphi.

The history of the Oracle and the Sanctuary of Delphi Maria Sarla-Pentazou

The history of the oracle and the sanctuary of Delphi is closely connected with the history not only of Greece but also of the entire world as it was known then. The oracle and its forecasting the future responses have played a decisive role both in the historical process and the events of the time such as the oracle to king Croesus, and in the establishment of the Greek colonies. Because of its wealth and strong influence it soon became the object of discord among the Greek cities and the most desired prey for all the -barbarian" nations and tribes and remained that way for over a thousand years. Walking among the ruins of a splendour long past one recalls the great moments of Greek history , its exalted moments and petty political competitions. The sanctuary is the true mirror of ancient Greek history, since it has directly or indirectly participated in all the events marking this glorious course.

The sacred land of Delphi Despoina Skorda

An important chapter in the history of the Delphic oracle refers to its relations with its broader geographic region. The four sacred wars undertaken by the Amphictyony were aimed either at extending or keeping not only the oracle under its control but also the entire area around it. The Pleistos valley,which is the district of Delphi, is the natural pass connecting the eastern to the western mainland of Greece. The older excavations of the French Archaeological School of Athens, the more recent ones of the Greek Archaeological Service as well as the surface survey still in progress have supplied us with valuable information as regards the history of the valley and its mountainous part where the site of Delphi is located. According to the latest archaeological data the original settlement lies in the valley, by the sea in the site of modern Kirra. An important prehistoric settlement, inhabited uninterruptedly until the end of the Mycenean world (2100-1100 BC) has been discovered there. Quite unexpectedly, the Mycenean settlement of Delphi occupies a steep slope at the highest spot of the mountainous part of the valley, far away from its natural accesses. This new settlement owes its extremely impressive character to the two huge rocks of the Phaedriads, the thrilling, sacred gorge of Castalia and the abundant springs scattered all over the mountain slope. The topographic peculiarity of the Delphian settlement distinguishes it from all other settlements of the time in the vicinity . It could be explained assuming that a sanctuary already existed there, functioning as the nucleus of the inhabitation as was common in antiquity.

Εκπαιδευτικές σελίδες: Αρχαία ελληνικά νομίσματα (II) Σταυρούλα Ασημακοπούλου

Αργυρός στατήρ Αίγινας, π. 480 π.Χ. Στη μπροστινή όψη, θαλάσσια χελώνα. Νομισματικό Μουσείο, Αθήνα. Η Αίγινα ήταν μάλλον η πρώτη που έκοψε νομίσματα (580-560 π.Χ.) με έμβλημα τη νεροχελώνα. Οι πρώτες κοπές στην Αθήνα (570-520 π.Χ.) είναι τα δίδραχμα ή «νομίσματα σημάτων» που ακολουθούνται από τα τετράδραχμα με την κρανοφόρο κεφαλή της Αθηνάς στην μπροστινή όψη και τη γλαύκα στην πίσω. Στους αργυρούς στατήρες της, η Κόρινθος απεικονίζει τον Πήγασο. Πλούσιες σε εικόνες είναι οι κοπές της βόρειας μητροπολιτικής Ελλάδας, ενώ εκείνες των Ελλήνων της Κάτω Ιταλίας διαφέρουν εντελώς από όλες τις άλλες: η εικόνα προβάλλει θετική και ανάγλυφη στην μπροστινή όψη, αρνητική και «εν κοίλω» στην πίσω. Ξεχωρίζουν νομίσματα των Συρακουσών και οι στατήρες του Τάραντα με τον Απόλλωνα Υάκινθο.

Τεύχος 45, Δεκέμβριος 1992 No. of pages: 106
Κύριο Θέμα: Πώς άντεξαν στη διάβρωση τόσων αιώνων οι σιδερένιοι σύνδεσμοι των ναών της Ακρόπολης Γιώργος Βαρουφάκης

Η κοπή του συνδέσμου αποκάλυψε τη σύστασή του: μια στρώση μαλακού σιδήρου συγκολλημένη ανάμεσα σε δυο στρώσεις σκληρού χάλυβα. Οι εργασίες στα μνημεία της Ακρόπολης και η αντικατάσταση των αρχαίων συνδέσμων και γόμφων με νέους από κράμα τιτανίου επέτρεψαν στο συγγραφέα να εξετάσει μεγάλο αριθμό συνδέσμων σε βάθος. Ιδιαίτερα βοηθητική υπήρξε και η μελέτη όσων αρχαίων κειμένων αναφέρονται σε οικοδομικές εργασίες, καθώς μαρτυρείται η χρήση σιδήρου κλεισμένου μέσα σε μολύβι, όπως συμβαίνει και στους ναούς της Ακρόπολης. Η εσωτερική δομή του συνδέσμου, που αποκάλυψε η κοπή του κατά τη διαμήκη φορά, συνίσταται από το συνδυασμό μαλακού σιδήρου και σκληρού χάλυβα. Με τον ίδιο συνδυασμό πρέπει να κατασκευάζονταν τα όπλα και τα εργαλεία. Σύνδεσμοι και γόμφοι διαθέτουν εξαιρετική αντιδιαβρωτική αντοχή που οφείλεται στη μεγάλη καθαρότητα του σιδήρου και, ιδιαίτερα, στην πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο. Η φοβερή έκρηξη στον Παρθενώνα, που προκάλεσε ο βομβαρδισμός του Μοροζίνη τον 17ο αιώνα, αποκάλυψε πολλούς συνδέσμους και γόμφους που έμειναν απροστάτευτοι για αιώνες χωρίς να σκουριάσουν. Εύλογο είναι το ερώτημα της προέλευσης τόσο καθαρών μεταλλευμάτων. Το Λαύριο είναι η φυσική υπόθεση και δεν μπορεί να αποκλειστεί. Καθόλου δεν αποκλείεται όμως να εισάγονταν στο Λαύριο μεταλλεύματα από άλλες περιοχές, όπως είναι η Λακωνία και η Κρήτη. Ολόκληρη η Ελλάδα και όχι μονάχα το Λαύριο, αποτελούσε ένα αξιόλογο μεταλλουργικό κέντρο παραγωγής αργύρου, μολύβδου, χαλκού, αλλά και σιδήρου και χάλυβα.

Οδοιπορικό στις μεταβυζαντινές εκκλησίες της Φθιώτιδας Χρήστος Πανουσάκης, Ροζαλία Xριστοδουλοπούλου

Το Καθολικό της ερειπωμένης Μονής των Ταξιαρχών κοντά στο χωριό Νεράιδα της Στυλίδας. Μέσα 18ου αι. Από το υλικό που συγκέντρωσαν οι συγγραφείς (1988-1991) ενόψει της καταγραφής των νεότερων εκκλησιαστικών μνημείων (1453-1830) από το Ε.Μ.Π., δημοσιεύονται εδώ, για πρώτη φορά, τα σχετικά με τις επαρχίες Λοκρίδας και Φθιώτιδας. Το σωζόμενο Καθολικό της σταυροπηγιακής Μονής της Παναγίας (16ος αιώνας) έχει τοιχογραφίες του αγιογράφου από το Ναύπλιο Δημητρίου Κακκαβά (1599). Ο ναός των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου είναι λαϊκό έργο του 17ου ή 18ου αιώνα. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου Σφάκας, μονόκλιτος, σταυρεπίστεγος, κοινοτικό εκκλησιαστικό κτίσμα χρονολογείται μεταξύ 1562 και 1571, με τοιχογραφίες του 16ου και του 18ου αιώνα και στοά του 12ου ή 13ου αιώνα. Στο Μόδιο, το Καθολικό ερειπωμένης σταυροπηγιακής Μονής, αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, χρονολογείται στο 1571. Έντονα κοινό χαρακτήρα εμφανίζουν τα Καθολικά δύο Μονών, αφιερωμένων στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Είναι η Μονή Δαδίου, της Παναγίας της Γαυριώτισας, και η Μονή Δαμάστας. Ορμητήρια του Ανδρούτσου και του Διάκου αντίστοιχα, κάηκαν το 1821 από τους Τούρκους. Το Καθολικό της Μονής Δαδίου ανακηρύχτηκε σταυροπήγιο το 1798, οι τοιχογραφίες του 18ου αιώνα επιζωγραφίστηκαν το 1878. Ο παλαιός μητροπολιτικός ναός του Αγίου Νικολάου στην Υπάτη, χτισμένος στη θέση της παλαιοχριστιανικής μητρόπολης, ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής. Η περίφημη Μονή Αγάθωνος είναι αφιερωμένη στην Παναγία. Το Καθολικό, σταυροειδής τετρακιόνιος μετά τρούλου ναός, με τέσσερα παρεκκλήσια, είναι το μοναδικό παράδειγμα ναού καθαρά αγιορείτικου τύπου που σώζεται σήμερα στη Φθιώτιδα. Πλησιέστερο παράδειγμα αυτού του τύπου είναι η κατεστραμμένη Μονή Αντινίτσας που χρονολογείται, όπως και η Μονή Αγάθωνος, στο β΄ μισό του 15ου αιώνα. Στα δυο κεφαλοχώρια Μεγάλη Κάψη και Μαυρίλο, συναντάμε τους ενοριακούς ναούς της Αγίας Τριάδας (1749) και του Αγίου Δημητρίου (1728) αντίστοιχα. Οι δυο ναοί και ο Άγιος Νικόλαος στην Υπάτη αποτελούν τρία παραδείγματα ενοριακών ναών του 17ου και 18ου αιώνα του τύπου της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής, πολύ συνηθισμένης στην όψιμη Τουρκοκρατία. Πάνω από τη Στυλίδα βρίσκεται η Μονή του Αγίου Βλασίου. Το Καθολικό, καλυμμένο με κυλινδρική καμάρα και οκταγωνικό τρούλο, είναι του 1741. Μονόκλιτο ναΐδιο, αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, έχει νάρθηκα και μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Βλασίου. Ανεβαίνοντας τη νότια πλαγιά της Όθρυος εμφανίζεται πρώτη η Μονή του Αγίου Γεωργίου Μυγδαλιάς. Το μοναστικό σύνολο αποτελείται από τρία μέρη: το Καθολικό του Αγίου Γεωργίου, το προσαρτημένο παρεκκλήσι του Αγίου Ανδρέα Κρήτης και το νάρθηκα. Ναός και παρεκκλήσι χρονολογούνται στο 1753. Ο ναός, σταυροειδής εγγεγραμμένος με χορούς στις εγκάρσιες κεραίες, αποτελεί τυπική περίπτωση Καθολικού αγιορείτικου τύπου. Η κάλυψη γίνεται με τρούλο και δύο φουρνικά στο μεσαίο κλίτος, ενώ τα πλάγια κλίτη καλύπτονται με ημικυλινδρικούς θόλους. Από την ερειπωμένη Μονή των Ταξιαρχών, κοντά στο χωριό Νεράιδα, σώζεται το Καθολικό αγιορείτικου τύπου. Είναι τρίκλιτη βασιλική με πρόσθετο ανοιχτό εξωνάρθηκα και χορούς στην εγκάρσια κεραία της. Το κεντρικό κλίτος καλύπτεται με ημικυλινδρική καμάρα και επιβλητικό τρούλο, ενώ τα πλάγια κλίτη με τέσσερα φουρνικά το καθένα.

Το παλαιό Εθνικό Τυπογραφείο στην Αθήνα. Οι μεταμορφώσεις ενός ιστορικού κτηρίου Κατερίνα Κορρέ, Κατερίνα Μόμτσιου-Τοκατλίδη

Γραφική αποκατάσταση των όψεων του Βασιλικού Τυπογραφείου και Λιθογραφείου. Το αρχικό οθωνικό κτήριο κτίστηκε το 1834-1835 από τον βασιλικό αρχιτέκτονα Joseph Hoffer για να στεγάσει το Βασιλικό Τυπογραφείο και Λιθογραφείο. Το 1854, πυρκαγιά αποτέφρωσε τον β’ όροφο που είχε παραχωρηθεί ως κατοικία στον διευθυντή Ι. Καρπούνη. Επισκευασμένο πρόχειρα, το κτήριο παρέμεινε μονώροφο για 78 χρόνια. Μεγάλες επισκευές στις όψεις του και προσθήκες στην πίσω μέρος του έγιναν γύρω στα 1890. Το 1905-1906, το Εθνικό πλέον Τυπογραφείο μεταστεγάζεται στο κτήριο της οδού Καποδιστρίου. Το 1931-1932, με σχέδια του Φοίβου Ζούκη, αρχιτέκτονα της Υπηρεσίας Δημοσίων Κτηρίων, οι όψεις αναμορφώνονται και προστίθεται β’ όροφος. Με τη μορφή αυτή το κτήριο στέγασε υπηρεσίες του Πρωτοδικείου Αθηνών. Πέρα από τη βιβλιογραφική και εικονογραφική έρευνα σε αρχεία και βιβλιοθήκες, οι συγγραφείς επιδόθηκαν σε λεπτομερή οικοδομική έρευνα στο ίδιο το κτήριο προκειμένου να τεκμηριώσουν τις αρχιτεκτονικές του αλλαγές καθώς και τις πολεοδομικές αλλαγές του οικοδομικού τετραγώνου. Από την εξονυχιστική μελέτη του κτηρίου θα αναφερθούν ενδεικτικά δυο παραδείγματα. Προσεκτική εξέταση αποκάλυψε την ύπαρξη οκτώ παραστάδων. Όσα τμήματα των επικράνων τους σώζονται φέρουν δωρικό κυμάτιο και αντιγράφουν σχεδόν πιστά τα επίκρανα των παραστάδων των πτερύγων των Προπυλαίων στην Ακρόπολη. Το γεγονός πρέπει να συνδυαστεί με τον αρχιτέκτονα Hoffer, γνωστό για τις μελέτες του στον Παρθενώνα και τα Προπύλαια. Στην όψη της Σταδίου αποκαλύφθηκαν κατακόρυφες εσοχές, παρόμοιες με αυτές που υπάρχουν στο Πανεπιστήμιο, στην οικία Βούρου και στην Tourelle της δούκισσας της Πλακεντίας. Παραστάδες και εσοχές διαιρούν την όψη του κτηρίου σε πέντε μέρη. Σε πολύτιμο στοιχείο για τη μελέτη των μετατροπών του κτηρίου αναδείχθηκαν οι οπτόπλινθοι, υλικό δομής δύο ειδών: συμπαγείς χωρίς σκάφη και συμπαγείς με σκάφη. Οι πρώτοι ανήκουν στην αρχική φάση του κτηρίου. Οι δεύτεροι, σε χρήση σχεδόν ως προπολεμικά, φέρουν στικτά εντυπώματα που δηλώνουν τον κατασκευαστή ή και τον τόπο, π.χ.: ΦΚ, ΓΓ, Λαρεντζάκης-Χαλκίς, κοκ., διευκολύνοντας έτσι την ομαδοποίησή τους.

Άλλα θέματα: Οι αρχαιολόγοι: σκηνογράφοι του παρελθόντος Νίκος Ξένιος

Μακέτα σκηνικού του Κλ. Κλώνη για τον «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου (1963). Με αφορμή μια μακέτα για το έργο του Emilio Isgrò «Oresteia di Tibellina», η σκηνογράφος Θάλεια Ιστικοπούλου αναφέρθηκε στα «χαμένα ίχνη του παρελθόντος» όπως αναδύονται από αεροφωτογραφίες ή φωτογραφίσεις δορυφόρων του σεισμόπληκτου εδάφους της Tibellina. Κατέληξε σε ένα εντυπωσιακό και ουτοπικό σκηνικό: έδαφος χρωματισμένο με τις διαφορετικές σκοτεινότητες της δορυφορικής λήψης, που αναδεικνύουν τα διαφορετικά χρονικά στάδια της ζωής στην επιφάνειά του. Στον αντίποδα, ο Διονύσης Φωτόπουλος, σκηνογράφος και σκηνοθέτης της όπερας δωματίου «Πυλάδης», τοποθέτησε τους θεατές στο ερμητικό σκηνικό της Αποθήκης του Μεγάρου Μουσικής, «σφάλισε» τις πόρτες σαν ένα ψυγείο κρεάτων, ακινητοποίησε την σκοτεινότητα και αναπηρία της ζωής και την πλημμύρισε με οθόνες video. Το πρόβλημα του Δράματος όμως συμπτύσσεται πάντα στο ίδιο ζητούμενο: ποια είναι η κλασική Ιδέα του τραγωδού, άσχετα αν θα παρασταθεί στο αρχαίο θέατρο ή στην υπόγεια Αποθήκη ενός Μεγάρου Μουσικής.

Ηλέκτρα του Σοφοκλή. Η τραγωδία της θηλυκής υπόστασης Αντιγόνη Μώρου

Σκίτσο του Ι. Κόκκου για τα σκηνικά της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή. Με κριτήριο τις σχέσεις συγγένειας αίματος στην Ηλέκτρα, και με τον τρόπο του Lévi Strauss, προβάλλει το αντιθετικό ζευγάρι της υπερτίμησης – υποτίμησης της συγγένειας. Υπερτιμημένες είναι οι σχέσεις της Ηλέκτρας και του Ορέστη με τον πατέρα τους ή της Ηλέκτρας με τον αδελφό της. Αντίστοιχα, υποτιμημένες είναι οι σχέσεις της Ηλέκτρας και του Ορέστη με τη μητέρα τους. Άλλη κατηγορία σχέσεων προσδιορίζει ο φόνος. Πριν από το φόνο υπάρχει σχέση των ηρώων με τη γη-θάνατο/χθόνιες θεότητες. Μετά το φόνο έρχεται η αποδέσμευση από τη γη-ζωή/ουράνιες θεότητες. Αυτά αντανακλώνται στις διαφορετικές ετυμολογίες του ονόματος της Ηλέκτρας: «ά-λεκτρη», «ήλεκτρον».

Η αποκατάσταση της νεότερης ζωγραφικής διακόσμησης της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης Δήμητρα Καμαράκη, Πελαγία Αστρεινίδου

Τμήμα από το ψηφιδωτό του τρούλου στην Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης. Δυο δεκαετίες μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1890, η οθωμανική διοίκηση αποφάσισε τις εργασίες στερέωσης της Αγίας Σοφίας που ανέλαβαν οι Γάλλοι (1907-1911) και επέβλεψε ο Κάρολος Ντηλ. Στο διάστημα από το 1908 ως την απελευθέρωση της πόλης, το 1912, πραγματοποιήθηκαν στην Αγία Σοφία δύο «νέες» διακοσμήσεις που απηχούν διαφορετικές αισθητικές αντιλήψεις της εποχής. Η πρώτη, ζωγραφική του «στένσιλ», σε φωτεινό χονδροκόκκινο και μπλε Πρωσίας, θεματικά απηχεί την τρέχουσα «παραδοσιακή» ισλαμική αισθητική. Η δεύτερη, επηρεασμένη χρωματικά και σχεδιαστικά από τα ψηφιδωτά που είχαν μόλις αποκαλυφθεί, εντάσσεται στην αισθητική της Δυτικής Ευρώπης. Κατά κάποιον τρόπο, απεικονίζονται η ισλαμίζουσα και η δυτικόφιλη τάση του οθωμανικού κόσμου αυτή την εποχή. Το 1896 ο Αβδούλ Χαμίτ ορίζει επικεφαλής των αυτοκρατορικών αρχιτεκτόνων τον ιταλό αρχιτέκτονα R. D’Aronco, υποστηρικτή του κινήματος art nouveau. Ο D’Aronco θα εργαστεί στην Αγία Σοφία. Η πρωτοτυπία και η ποιότητα του έργου ενός αρχιτέκτονα ζωγράφου είναι φανερές στη συνδυασμένη χρήση γεωμετρικών και φυτικών θεμάτων, στο ρόλο του χρώματος στη διαμόρφωση και ολοκλήρωση της αρχιτεκτονικής. Χονδροκόκκινο, ώχρα και πράσινο χρησιμοποιήθηκαν για την απομίμηση της ορθομαρμάρωσης. Με την κίνηση των φύλλων στα κιονόκρανα του ναού συνδιαλέγονται τα φύλλα στα σφαιρικά τρίγωνα του θόλου που αποκτούν κίνηση από την ελεύθερη απόδοση και τους χρωματικούς τόνους. Σήμερα, προκειμένου να αποφασιστεί ο τρόπος της επέμβασης, ερευνήθηκε η τεχνική της ζωγραφικής. Τις ζημιές στο ζωγραφικό διάκοσμο προκάλεσε είτε ο χρόνος είτε η έρευνα στο μνημείο μετά τους σεισμούς του 1978. Συγκεκριμένη προβληματική καθοδήγησε την αποκατάσταση της «πληγωμένης» τοιχοποιίας και τη συμπλήρωση των κενών.

Η παραδοσιακή θρησκευτική αρχιτεκτονική στην Κεφαλλονιά Ηλίας Μπεριάτος

Ναός Αγίου Σπυρίδωνα Πουλάτων στην Κεφαλλονιά. Η είσοδος στην κύρια (βόρεια) όψη (φωτογραφία 1976). Διαγράφοντας πρώτα το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, ο συγγραφέας υπενθυμίζει ότι στα Επτάνησα η Φραγκοκρατία διακόπτει τη βυζαντινή παράδοση ήδη τον 12ο αιώνα. Τη Φραγκοκρατία ακολουθούν η ενετική και η αγγλική κυριαρχία. Διαχωρισμένα από τη μοίρα του ελλαδικού χώρου, τα Ιόνια νησιά αναπτύσσουν την κοινωνική και πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα. Για πολιτικοθρησκευτικούς λόγους, παλαιοχριστιανικοί και βυζαντινοί ναοί δεν εμφανίζονται μετά τον 12ο αιώνα. Στην Ενετική περίοδο (16ος-19ος αιώνας) υιοθετείται ο τύπος της ξυλόστεγης μονόκλιτης βασιλικής, της λεγόμενης «επτανησιακής». Το ιερό εμφανίζει συχνά αποκλίσεις από την ανατολή, η κύρια είσοδος τοποθετείται σε μια από τις μεγάλες πλευρές δημιουργώντας στο ναό έναν εγκάρσιο άξονα. Τα καμπαναριά διακρίνονται στα «πλακέ» ή «φράγκικα» (απλά) και στα «βενετσιάνικα» (πυργοειδή). Τα πρώτα έχουν τοίχωμα που είναι κυρίως συνέχεια της μιας μεγάλης όψης του ναού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το καμπαναριό της μονής του Αγ. Γεράσιμου στα Ομαλά. Τα καμπαναριά του β΄ τύπου τοποθετούνται στο χώρο με ελευθερία, σε αρμονική σύνθεση με το ναό. Και στους δύο τύπους ανήκουν έργα εξαιρετικής κατασκευαστικής τόλμης και καλλιτεχνικής έκφρασης. Η ρυθμολογική και μορφολογική ιδιαιτερότητα της θρησκευτικής αρχιτεκτονικής στην Κεφαλλονιά, και γενικά στα Επτάνησα, οφείλεται στη δημιουργική αφομοίωση των ισχυρών δυτικών επιδράσεων του ουμανισμού της Αναγέννησης και αργότερα του μπαρόκ που δημιουργεί μια μείξη αρχιτεκτονικών μορφών και στοιχείων. Λιτότητα στη σύνθεση, κλίμακα προσαρμοσμένη στην ελληνική αντίληψη του μέτρου, απλοποίηση και ανάπτυξη σε ένα επίπεδο είναι από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το «επτανησιακό μπαρόκ».

Ένας ερυθρόμορφος κρατήρας από την Αρχαία Αγορά Ολυμπία Θεοφανοπούλου

Μετά τη συντήρηση. Αυλητής στην κύρια όψη κιονοειδούς ερυθρόμορφου κρατήρα (490-480 π.Χ.) από την αρχαία Αγορά της Αθήνας. Η συγγραφέας, με αφορμή τα προβλήματα ενός κιονόσχημου κρατήρα, ξεναγεί τον αναγνώστη σε κάποιο εργαστήριο αγγειοπλαστικής στην αρχαία Αθήνα. Πώς γίνεται η επεξεργασία του πηλού και το πλάσιμο των αγγείων; Πώς πλάστηκε ο συγκεκριμένος κρατήρας; Τα στάδια της διακόσμησης, η λείανση και το γυάλισμα, το μελανό γυάλωμα. Ο κιονοειδής ερυθρόμορφος κρατήρας, που απεικονίζει αυλητή στη μία πλευρά και δισκοβόλο στην άλλη, χρονολογείται στα 490-480 π.Χ. Βρέθηκε στην Αθήνα το 1937, στις ανασκαφές της Αρχαίας Αγοράς, συγκολλήθηκε και συμπληρώθηκε πριν από πολλά χρόνια. Μια τυχαία πτώση του επέβαλε νέα επέμβαση συντήρησης και αισθητικής αποκατάστασης. Σε αρκετά σημεία της ερυθρόμορφης διακόσμησης υπήρχαν μαύρα στίγματα. Τμήματα γύψινων συμπληρώσεων παρέμεναν κολλημένα σε κομμάτια του αγγείου ιδίως στο εσωτερικό. Στις συγκολλήσεις είχε χρησιμοποιηθεί γομαλάκα, φυσική ρητίνη που με τα χρόνια χάνει κάθε πλαστικότητα και δημιουργεί πίεση στις ενώσεις, με αποτέλεσμα να ξεκολλούν τα κομμάτια με το παραμικρό. Στο τέλος γίνεται πολύ πιο σκληρή από το ίδιο το κεραμικό κι έτσι, όταν ξεκολλούν δυο κομμάτια, συχνά αποσχίζεται μέρος της μιας επιφάνειας της ένωσης. Η συντήρηση άρχισε με τα τέσσερα στάδια καθαρισμού των κομματιών. Στη συγκόλληση χρησιμοποιήθηκε ακρυλική κόλλα με δράση εύκολα αντιστρεπτή, με ιδιότητες που δεν αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου και με την επιθυμητή θερμοπλαστική συμπεριφορά που έχει και η γομαλάκα. Στις εργασίες συμπλήρωσης χρησιμοποιήθηκαν καλούπια από λάστιχο σιλικόνης ή από ελαστομερές οδοντοτεχνικό υλικό, φύλλα οδοντιατρικού κεριού και οδοντιατρικός γύψος. Για την αισθητική αποκατάσταση ο λευκός γύψος χρωματίστηκε με ακρυλικό χρώμα, μαύρο ή κοκκινωπό, έναν τόνο ανοιχτότερο από την αρχαία βαφή.

Ελάτεια Φανουρία Δακορώνια

Ο αρχαιολογικός χώρος της Ελάτειας. Μόνον οι Δελφοί ξεπερνούσαν σε σημασία την πρωτεύουσα της Φωκίδας Ελάτεια. Τα αρχαιολογικά ευρήματα στην Ελάτεια αρχίζουν από την 6η χιλιετία π.Χ. Η πρώιμη (Πρωτοελλαδική) και η μέση εποχή του Χαλκού (Μεσοελλαδική) άφησαν άφθονη κεραμική, τάφους και άλλα ίχνη. Οι πρώιμες φάσεις της Υστεροελλαδικής (Ι και ΙΙ) δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί. Η ύστερη φάση της όμως, η γνωστή Μυκηναϊκή εποχή, αποκαλύφθηκε στο νεκροταφείο στη θέση Αλωνάκι. Η ανασκαφή έγινε με τη συνεργασία της συγγραφέως που εκπροσωπούσε την ΙΔ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και της καθηγήτριας Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Salzburg, Sigrid Deger-Jalkotzy. Στο Αλωνάκι επικρατεί ο τύπος του μυκηναϊκού θαλαμωτού τάφου με δρόμο, είσοδο και θάλαμο που ανάγεται στην αρχή του 14ου αιώνα π.Χ. Αξιοσημείωτο είναι ότι η μεγάλη άνθηση της Ελάτειας τοποθετείται στην περίοδο από το τέλος του 12ου ως τις αρχές του 10ου αιώνα π.Χ., όταν στις άλλες περιοχές της Ελλάδας σημειώνεται «υποχώρηση του πολιτισμού». Εδώ οι τάφοι μαρτυρούν το υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων, την ανάπτυξη της μεταλλουργίας, της κεραμικής και της μικρογλυπτικής. Την κοινωνική διαφοροποίηση μεταξύ των νεκρών μαρτυρεί τύπος τάφου «οιωνεί» θαλαμωτού. Με την έναρξη της πρωτογεωμετρικής εποχής παύει η άνθηση της Ελάτειας, το νεκροταφείο εγκαταλείπεται σταδιακά. Οι τάφοι στο Αλωνάκι εγκαταλείπονται τελείως στην αρχαϊκή και κλασική εποχή για να επαναχρησιμοποιηθούν στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Η συγγραφέας περιγράφει πως, με τη συνεργασία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, διοργανώθηκε έκθεση φωτογραφιών και ομοιωμάτων από την ελληνοαυστριακή ανασκαφή στο Αλώνι και από σωστικές ανασκαφές, που μίλησε στον καθημερινό άνθρωπο ενθουσιάζοντας τους κατοίκους.

Οι ανακαλύψεις των αρχαίων ελληνικών μνημείων και οι πρώτες τους δημοσιεύσεις Αντρέας Ανδρέου

The Antiquities of Athens: Measured and Delineated by James Stuart, FRS and FSA, and Nicholas Revett, Painters and Architects. Πρωτοπόροι, οι άγγλοι αρχιτέκτονες και ζωγράφοι James Stuart και Nicholas Revett ήρθαν στην Ελλάδα το 1751 αλλά τα χαρακτικά τους με τα αθηναϊκά μνημεία εκδόθηκαν το 1762. Το 1758 είχαν εκδοθεί τα σχέδια ελληνικών μνημείων του γάλλου αρχιτέκτονα Julien Le Roy. Ιωνικά μνημεία περιλαμβάνει ο πρώτος τόμος (1769) των Richard Chandler, Nicholas Revett και William Pars, ενώ ο δεύτερος (1787) είναι αφιερωμένος στην Αθήνα. Ο Γερμανός Heinrich Gentz αποτυπώνει το 1790 τους δωρικούς ναούς της Ποσειδωνίας. Φθάνοντας το 1830 στην Ελλάδα, οι μαθητές του Schinkel, Eduard Schaubert και Σταμάτιος Κλεάνθης, αναλαμβάνουν να εκπονήσουν το σχέδιο πόλεως των Αθηνών.

Μουσείο: Μουσείο Αγρινίου Γιάννης Νεραντζής

Το αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου. Ο χώρος που στεγάζει το Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου, δωρεά των Αδελφών Παπαστράτου, έχει μετατραπεί σε Αποθήκη λόγω του πλήθους των ευρημάτων. Τα εκθέματα εικονογραφούν τα νεολιθικά χρόνια, τα μυκηναϊκά, με τα αγγεία από τους θολωτούς τάφους της Ιθωρίας, τα γεωμετρικά, με τα μεταλλικά ειδώλια και αγγεία, φθάνοντας ως και τη ρωμαϊκή περίοδο. Δείγμα της επιχώριας αρχιτεκτονικής είναι μαρμάρινη θύρα από τον «τάφο-ηρώο της Καλυδώνας». Δυο επιτύμβια επιγράμματα του 7ου αιώνα π.Χ. από τη Βλαχομάνδρα, μια επιγραφή του 6ου αιώνα από την αρχαία Στράτο, γραμμένη βουστροφηδόν, αποτελούν μοναδικές μαρτυρίες για την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας. Το εύρημα όμως που προκαλεί θαυμασμό και απορία είναι ο μοναδικός μικρός χάλκινος Κούρος με κεφαλή αλόγου.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Ο Νικόλαος Πλάτων και η Ακρόπολη Πέτρος Γ. Καλλιγάς

Νικόλαος Πλάτων. Σε εκδήλωση στη μνήμη του Νικολάου Πλάτωνα, ο Διευθυντής Ακροπόλεως επιλέγει να παρουσιάσει το λιγότερο γνωστό έργο του Πλάτωνα στην Ακρόπολη (1962-1965). Το πρώτο πράγμα που επισημαίνει ο Πλάτων μόλις αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Ακρόπολης, είναι η επείγουσα ανάγκη αναστηλωτικής εργασίας στην πρόσταση των Καρυατίδων του Ερεχθείου. Πολλά ζητήματα περίμεναν λύσεις. Από το 1963 ο Πλάτων προωθεί το θέμα της τακτοποίησης του αρχαιολογικού υλικού, αρχιτεκτονικού και επιγραφικού, διάσπαρτου σε όλο το χώρο της Ακρόπολης. Στο τέλος του 1965 σημειώνει ότι περαιώθηκε η αποδελτίωση, φωτογράφιση και ταξινόμηση όλων των γλυπτών και των πώρινων αρχιτεκτονικών κομματιών από τις αποθήκες. Στο πρόγραμμα στερέωσης και διαμόρφωσης των αρχαιολογικών χώρων γύρω από την Ακρόπολη αξιοποιήθηκε η μεγάλη πείρα που ο Πλάτων είχε αποκτήσει στην Κρήτη. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 1962 από το χώρο του Ασκληπιείου και επεκτάθηκαν ως τη Στοά του Ευμένους. Για να τονίσει την ενότητα του χώρου διαμόρφωσε την αρχαία οδό των Παναθηναίων συνδέοντας την Ακρόπολη με την Αρχαία Αγορά. Θετική υπήρξε και η εργασία στη Ρωμαϊκή Αγορά. Το οξύ πρόβλημα όμως ήταν η κατάσταση των ίδιων των μνημείων της Ακρόπολης. Με εισήγηση του Πλάτωνα δημιουργήθηκε το 1965 η «Επιτροπή Διασώσεως των Μνημείων Ακροπόλεως» που έμεινε ανενεργή. Δέκα χρόνια αργότερα, η «Ομάδα Εργασίας Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως» θα βαδίσει πάνω στα χνάρια του παλαιού