Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
Αρχείο τευχών
19'81
~'83
01 - 09
19'84
~'86
10 - 21
19'87
~'89
22 - 33
19'90
~'92
34 - 45
19'93
~'95
46 - 57
19'96
~'98
58 - 69
19'99
~'01
70 - 81
20'02
~'04
82 - 93
20'05
~'07
94 - 105
20'08
~'10
106 - 118
20'15
~'17
119 - 125
20'18
~'20
126 - 134
Τεύχος 10, Φεβρουάριος 1984 No. of pages: 98
Κύριο Θέμα: Από την εισαγωγή στο «Πλάτωνος Συμπόσιο» Ιωάννης Συκουτρής

Πλάτων Ο εξαίρετος λόγιος, σκιαγραφώντας τον παιδικό έρωτα των αρχαίων Ελλήνων, κινείται ευαίσθητα ανάμεσα στην αρχαιογνωσία, τη φιλοσοφία και την ψυχολογία. Ο παιδικός έρωτας, γράφει, χρησιμοποιήθηκε για ν‘αναπτύξει το αίσθημα της τιμής στον πόλεμο αλλά, σε μη στρατοκρατικές πόλεις όπως η Αθήνα, ανάγεται σε σημαντικό παράγοντα ψυχοσωματικής αγωγής. Αυτός ακριβώς ο παιδαγωγικός του χαρακτήρας τον διαχωρίζει από άλλες, χρονικά και γεωγραφικά, ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Αδιανόητες είναι σήμερα οι αξιώσεις που είχε η αρχαία Αθήνα από τους πολίτες της, σημειώνει. Ανώτερες σχολές δεν υπήρχαν πριν τον 4ο αιώνα. Ο έφηβος ώφειλε ν‘αναζητήσει τη μόρφωσή του στην κοινωνία. Κάποιος μεγαλύτερος έπρεπε να του μεταδώσει τις γνώσεις και την πείρα του. Ο πατέρας δεν ενδείκνυται γι‘αυτόν το ρόλο όχι μόνο επειδή στην αρχαιότητα η οικογένεια δεν αποτελεί παράγοντα αγωγής, αλλά και επειδή του λείπει η απόσταση. Όπως «είχαν λεπτότατα παρατηρήσει οι Έλληνες», στη ζωή του εφήβου ο πατέρας οφείλει να αποσύρεται από το προσκήνιο.

Ο έρωτας στην αρχαία Eλλάδα: κοινωνικά σχήματα Claude Calame

Ζευγάρι αγκαλιασμένο στο νυφικό κρεβάτι, πήλινο κτέρισμα σε τάφο στη Μύρινα της Μ. Ασίας, 150-100 π.Χ., Μουσείο Λούβρου. Έρωτας της ποίησης, Έρωτας του μύθου. Γλυκύπικρο, τον λέει η Σαπφώ, λυσιμελή ο Ησίοδος στην αρχή της κοσμογονίας του. Δημιουργός για τους Ορφικούς, φτερωτός πάρεδρος της Αφροδίτης για τους Ολύμπιους. Κι ο έρωτας ως βίωμα; Πως μεταφράζεται η δύναμη κι η πρωτοκαθεδρία του στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων; Από τις περιγραφές της σεξουαλικής τους ζωής που οι ίδιοι μας δίνουν, συνάγεται ότι, με την ποικιλομορφία του, ο Έρωτας στηρίζει το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων. Όσο παράδοξο και αν φαίνεται σ‘εμάς, ο περίφημος «ελληνικός έρως», που αξιοποιεί τη διφορούμενη εφηβική σεξουαλικότητα, πρέπει να νοηθεί ως προπαιδευτικός τόσο της εξέλιξης του ερωτικού συναισθήματος στη «φυσιολογική»σχέση του γάμου, όσο και στη διάπλαση μελλοντικών πολιτών και στην αναπαραγωγή της πόλης. Ο άντρας της κλασικής εποχής έχει τη δυνατότητα να εκδηλώσει τη σεξουαλικότητά του με διάφορες μορφές που μπορεί και να συνυπάρχουν. Η απλή ικανοποίηση του ενστίκτου θεωρείται παρέκκλιση που εικονογραφείται από υπάνθρωπους σατύρους. Σχεδόν πάντα ο Έρωτας είναι παρών. Ποικίλλει μόνον η κοινωνική σχέση που απορρέει απ‘αυτούς τους διάφορους τρόπους έκφρασης της σεξουαλικότητας. Ήδη από τα επτά τους χρόνια, τα αγόρια αναπτύσσουν τη σεξουαλική τους ζωή στο γυμνάσιο και ειδικότερα στην παλαίστρα. Οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις που δημιουργούνται είναι ασύμμετρες, στα όρια της παιδεραστίας: μεγαλύτερος σε ηλικία, ο εραστής γοητεύεται από το κάλλος του ερωμένου, στον οποίο εκείνος προσφέρει ένα πρότυπο ανδρείας, αρετής και γνώσης. Στις σχέσεις που συνάπτονται, πρώτα στα γυμνάσια, κατόπιν στα συμπόσια, ομοφυλοφιλική και παιδευτική σχέση είναι αξεδιάλυτες. Το ίδιο ισχύει και για τα κορίτσια, τουλάχιστον στην αρχαϊκή εποχή, στο πλαίσιο όμως χορικών ομάδων που χορεύουν και τραγουδούν σε μυητικές τελετουργίες. Για τη γυναίκα το πέρασμα στην ωριμότητα γίνεται μέσα από τη «διαβατήρια τελετή» του γάμου που μετατρέπει τις ερωτικές σχέσεις σε κοινωνικές. Η Χρυσηίδα και η Βρισηίδα της Ιλιάδας είναι οι μυθικές πρόγονοι των ανώνυμων παλλακίδων που, στην κλασική Αθήνα, αποτελούν κοινωνική πραγματικότητα. Γυναίκα ελεύθερη, η παλλακίδα γεννά παιδιά που έχουν δικαιώματα ίσα μ‘εκείνα των νόμιμων τέκνων. Δούλες, κατά κανόνα, οι πόρνες (από το πέρνημι, πουλάω) αποκτούν όλο και σημαντικότερο ρόλο στις πόλεις που ο πληθυσμός τους μεγαλώνει, χωρίς όμως να απαλλάσσονται από την ξεκάθαρα προσβλητική χροιά, ενυφασμένη στ’όνομά τους. Ξεχωριστή περίπτωση συνιστούν οι εταίρες. Αυλητρίδες ή χορεύτριες, παρούσες στα συμπόσια των ανδρών, νοικιάζουν τις χάρες τους μόνο για λίγο. Οι χάρες τους όμως, και κάποτε η καλλιέργειά τους, ενδέχεται να είναι τέτοιες που να φέρουν στο παιχνίδι τον Έρωτα: Ασπασία και Περικλής.

Τα εγκλήματα κατά των ηθών στην Αθήνα των κλασικών χρόνων Στέλιος Ξηρουχάκης

Σάτυρος καταδιώκει μαινάδα (από σκύφο). Εγκλήματα κατά των ηθών ονομάζονται οι πράξεις καταπάτησης των κανόνων που διέπουν τις σεξουαλικές σχέσεις. Βιασμός: Γυναίκα, άντρας, παιδί ή δούλος είναι τα πιθανά θύματα βιασμού. Αν ο βιασμός οφείλεται σε πάθος, ο δράστης καταβάλλει χρηματική ποινή δύο φορές, μία στο θύμα και μία στην πόλη. Όταν όμως ο βιασμός αποβλέπει στην ατίμωση του θύματος, όχι μόνον το θύμα ή οι συγγενείς, αλλά ο οποιοσδήποτε Αθηναίος μπορεί να κινήσει την δίκη. Η προβλεπόμενη ποινή είναι από χρηματική έως θανατική. Ἑταίρησις: ο όρος δηλώνει την αντρική πορνεία που εμπλέκει τα σεξουαλικά ώριμα αγόρια (12-20 ετών). Εξίσου τιμωρούνται και τα δύο μέρη της χρηματικής δοσοληψίας. Η ιδιαίτερα βαριά ποινή, πλήρης στέρηση των δικαιωμάτων του πολίτη, απηχεί τον αποτροπιασμό της πόλης μπρος στον ευτελισμό του θεσμοθετημένου παιδαγωγικού έρωτα. Τα ανώριμα αγόρια προστατεύονται αυστηρά. Θανατική ποινή αντιμετωπίζει όποιος μεγαλύτερός τους παρεισφρέει σε σχολείο. Για την έκδοση από συγγενείς τιμωρούνται και τα δύο μέρη της χρηματικής συναλλαγής. Και ναι μεν το παιδί απαλλάσσεται, το χρήμα όμως έχει σπιλώσει το μητρώο του: σύμφωνα με το νόμο περὶ δοκιμασίας ρητόρων, έχει χάσει το δικαίωμα της δημόσιας αγόρευσης. Η προαγωγεία αναγνωρίζεται μόνον αν το θύμα, γυναίκα ή ελεύθερο αγόρι, ήταν ηθικά άμεμπτο. Για τον δράστη, άντρα ή γυναίκα, ο νόμος τον 4ο αιώνα π.Χ. προβλέπει θάνατο. Αιμομιξία: Χωρίς νομική απαγόρευση, οι σχέσεις ανάμεσα σε ανιόντες και κατιόντες συγγενείς θεωρούνται ανόσιες. Ο γάμος ανάμεσα σε αδέλφια από πατέρα επιτρέπεται, εφ’όσον δεν έχουν την ίδια μητέρα, ενώ η ενδογαμία δεν είναι άγνωστη. Πέρα από την προστασία της αγνότητας και της ελευθερίας των σχέσεων, το αθηναϊκό δίκαιο μεριμνούσε κυρίως για την πόλη και τους θεσμούς της. Με τα λόγια του Αισχίνη,«ο νομοθέτης έκρινε ότι όποιος πουλάει το ίδιο του το σώμα θα πουλήσει και τα συμφέροντα της πόλης».

Ερωτικές παραστάσεις και συμβολισμός Συντακτική επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Ερωτική σκηνή ζεύγους όπου τα πρόσωπα σχηματίζουν έναν κλειστό κύκλο υπογραμμίζοντας την τρυφερότητα της έκφρασής τους. Από τα αθηναϊκά ζωγραφισμένα αγγεία με ερωτικά θέματα (6ος-4ος αι. π.Χ.), κάποια έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα και συνδέονται με τη γονιμότητα στη φύση και τους ανθρώπους. Συχνά απεικονίζουν γυναίκα με ή χωρίς παιδί, ιθυφαλλική μορφή, ερωτικές σκηνές. Άλλα πάλι, με κύριο σύμβολο το φαλλό, έχουν αποτροπαϊκό χαρακτήρα, όπως και οι ερμείες. Σε μια τρίτη ομάδα ανήκουν αγγεία με παραστάσεις καθαρά ερωτικές ή και χιουμοριστικές. Η ερωτική απόλαυση αποτυπώνεται και σε ζευγαρώματα θεών με θνητές, ώριμων αντρών με εφήβους. Ωστόσο, η πληθώρα των αγγείων απεικονίζει τη συνεύρεση αντρών με εταίρες ή πόρνες. Το άρθρο, που συνοδεύει πλούσια εικονογράφηση, καταλήγει με την υπενθύμιση ότι η βικτωριανή ηθική ευθύνεται για την απόκρυψη των ερωτικών παραστάσεων στις αποθήκες των μουσείων.

Η μικρή ιστορία ενός μεγάλου ρήτορα (Υπερείδης) Παναγιώτης Δ. Δημάκης

Η Αφροδίτη της Κνίδου. Ρωμαϊκό αντίγραφο έργου του Πραξιτέλη. Λέγεται ότι η Φρύνη υπήρξε το μοντέλο για το έργο αυτό. Ο Υπερείδης, δεύτερος μετά τον Δημοσθένη στον «Κανόνα»των Αθηναίων ρητόρων, με αντιμακεδονική στάση, τιμημένος με αποστολές και αξιώματα, το 322 π.Χ. καταδικάζεται από την πόλη του σε θάνατο. Το άρθρο εστιάζει στην προσωπική ζωή ενός ρήτορα ως προς ταἀφροδίσια κατωφερῆ. Συνηθισμένη ήταν η σχέση ρήτορα και εταίρας. Επαγγελματικά επιτυχημένος, ο Υπερείδης μπόρεσε κάποια στιγμή να συντηρήσει ταυτόχρονα τρεις. Έως ότου συνάντησε τη Φρύνη, το πρότυπο του Πραξιτέλη για την Αφροδίτη Κνιδία. Ο Υπερείδης υπερασπίζεται την εταίρα που, στη γιορτή των Ελευσινίων, κολύμπησε γυμνή μπρος στα ιερά, αναδυόμενη όπως η θεά. Ο αρθρογράφος συμμερίζεται την άποψη του Μεριμέ, που θα ήθελε να μπορούσε ν’ανταλλάξει τμήμα της ιστορίας του Θουκυδίδη με μέρος από το ημερολόγιο της Ασπασίας.

Η ερωτική ζωή στην αρχαία Ελλάδα Ανδρέας Λεντάκης

Ερωτική σκηνή σε ορειχάλκινο καθρέφτη από την Κόρινθο. Μέσα του 4ου αι. π.Χ. Μουσείο Καλών Τεχνών Βοστώνης. Το άρθρο εκτείνεται χρονικά από τους προϊστορικούς χρόνους έως και τους ελληνιστικούς και, γεωγραφικά, από τις δυτικές αποικίες έως τη Μ. Ασία και τις κτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου. Στην περίοδο της πατριαρχίας, η γυναίκα υπηρετεί τον άντρα από διάφορες θέσεις. Η μονογαμία που καθιέρωσε ο Κέκροψ, αναιρείται στην Αθήνα λόγω λειψανδρίας μόνο στο διάστημα που ακολουθεί τους πολέμους. Γυναίκα και παλλακίδα γεννούν παιδιά εξίσου γνήσια. Οι εταίρες προσφέρουν στους άντρες ηδονή που αμείβεται αδρά. Η ελάχιστη είναι εξαπλάσια εκείνης που εισπράττει η πόρνη. Φθηνότερες πόρνες ήσαν εκείνες που εργάζονταν υπαίθρια, οι λεωφόροι. Την Ιερά Πορνεία ασκούσαν αρχικά μέσα στους ναούς οι παρθένοι άπαξ, ως προγαμιαία προσφορά στη θεά. Στη συνέχεια, οι ιερόδουλες, μόνιμες θεράπαινες της θεάς, την ασκούν επαγγελματικά Πρώτη η Κρήτη καθιερώνει την παιδεραστία νομοθετικά. Επηρεασμένη, η Σπάρτη τη θεσμοθετεί. Τα 150 ζευγάρια του Ιερού Λόχου μιλούν εύγλωττα για τη Θήβα , ενώ η ευχή πλεύσειας εἰς Μασσαλίαν σ’έστελνε σ’έναν παιδεραστικό παράδεισο. Εἷς ἔρως γνήσιος, ὁ παιδικός ἐστιν, διακήρυσσαν οι Αθηναίοι ρήτορες. Εδώ εμφανίζονται όλα τα συμπτώματα του μεγάλου έρωτα: αϋπνίες, δακρύβρεχτες καντάδες (τα παρακλαυσίθυρα), αυτοκτονίες. Οι εραστές γράφουν το όνομα του αγαπημένου τους στους τοίχους, στα δέντρα, παντού. Στην Αθήνα, η παιδεραστία επιτρέπεται μόνο στους ελεύθερους άντρες. Στα ανδρικά πορνεία της Αθήνας και του Πειραιά, τα μειράκια ήταν αποκλειστικά δούλοι ή αιχμάλωτοι πολέμου. Η έκδοση επί χρήμασι ελεύθερου άντρα επιφέρει στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων (ἀτιμία). Χωρίς ίχνος θηλυπρέπειας, η ομοφυλοφιλία συνάπτει ισχυρούς δεσμούς, εξ ου και διώκεται από τους τυράννους. Αρκεί να αναλογιστούμε το ζευγάρι του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα.

Η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα Γιούλη Βελισσαροπούλου

Το εξώφυλλο του βιβλίου από έκδοση του 1999. Παρουσιάζεται το ομότιτλο βιβλίο της Claude Mossé (1983). Η ιστορικός αναζητεί στα αρχαία κείμενα τη θέση της γυναίκας στην ανδροκρατούμενη αρχαιότητα (7ος-4ος αιώνας). Το βιβλίο διαπραγματεύεται επίσης το ζήτημα της προίκας, τη θέση της γυναίκας ειδικά στη Γόρτυνα και, γενικά, στη θρησκεία και τον έρωτα. Η νομική και κοινωνική θέση της γυναίκας ορίζεται αποκλειστικά βάσει της συνέχισης του οἴκου του συζύγου της μέσω της εξασφάλισης νόμιμων απογόνων. Υφάντρες, μαγείρισσες, οικοδέσποινες, κυράδες των δούλων τους. Και αποκλεισμένες από αυτό το«club των ανδρών» που είναι η αρχαία πόλις. Η θέση του έρωτα και της σεξουαλικότητας στη ζωή της αρχαίας Ελληνίδας μας είναι άγνωστη. Από παραστάσεις, λατρευτικές τελετές, την αθυροστομία της κωμωδίας, αντιληφθήκαμε ότι οι αρχαίοι δεν έπασχαν από σεμνοτυφία. Ψιμύθια και δίαφανες χλαμύδες, λέει η Λυσιστράτη, είναι τα όπλα της ερωτευμένης απέναντι σε συζύγους και εραστές. Ωστόσο, ερωτικά συναισθήματα ομολογούνται μόνο για τις αντρικές ή γυναικείες ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Όταν, τον 4ο αιώνα π.Χ., η πολιτική ζωή παρακμάζει και ο ιδιωτικός βίος αποκτά μεγαλύτερη σημασία, οι θεατρικές ίντριγκες εμφανίζουν έρωτες, πόθους και πάθη στο πλαίσιο συζυγικών σχέσεων.

Η ερωτική ζωή των βυζαντινών μέσα από το ποινικό τους Δίκαιο Σπύρος Τρωιάνος

Η τιμωρία του πόρνου (μοιχού) και της ματαιόδοξης (από εκκλησία της Καστοριάς). Οι επιλογές ανάμεσα στο Δίκαιο και την Ηθική είναι εκείνες που καθορίζουν τα «εγκλήματα κατά των ηθών». Το κανονικό δίκαιο, επομένως, έχει προχωρημένες αξιώσεις από τα μέλη της Εκκλησίας καταδικάζοντας, για παράδειγμα, όλες τις εκδηλώσεις της σεξουαλικότητας που δεν αποβλέπουν στη σύλληψη τέκνου. Στο βυζαντινό δίκαιο διαφαίνονται τόσο οι ρωμαϊκές του ρίζες όσο και η επίδραση της χριστιανικής ηθικής. Οι εκτός γάμου σχέσεις, που για πρώτη φορά ποινικοποίησε ο Ιούλιος νόμος (τέλη του 1ου αιώνα π.Χ.), τιμωρούνται με μερική δήμευση της περιουσίας και εξορία. Αν όμως εμπλέκεται μοναχή, ο μεν άντρας θανατώνεται ενώ στη «νύμφη Χριστού» επιβάλλεται ποινή μοιχείας. Ως προς την αιμομιξία, ο Ιουστινιανός επαναδραστηριοποίησε την αυστηρότητα του ρωμαϊκού δικαίου. Ωστόσο οι Ίσαυροι, ενσωματώνοντας τη χριστιανική διδασκαλία, την επεκτείνουν για τους συγγενείς εξ αίματος μέχρι και τον 6ο βαθμό, για τους εξ αγχιστείας μέχρι και τον 4ο, περιλαμβάνοντας και την πνευματική συγγένεια (βάπτιση). Η Εκλογή των Ισαύρων αντικαθιστά την κεφαλική ποινή με τον ακρωτηριασμό της μύτης σε περιπτώσεις μοιχείας, αιμομιξίας, αρπαγής, «φθοράς» παρθένου. Η τελευταία περίπτωση, νοούμενη ως αφαίρεση «αγαθού», επισύρει περιουσιακή αποζημίωση από τον δράστη. Στους ομοφυλόφιλους, από τα μέσα του 4ου αιώνα, επιβάλλεται θανάτωση με ξίφος, αν και στην πράξη οι ένοχοι παιδεραστίας τιμωρούνται με «καυλοτομή». Ίδια ποινή ισχύει, από την Εκλογή ως το τέλος της βυζαντινής περιόδου, και για τους κτηνοβάτες, ποινικά αδιάφορους μεν στους Ρωμαίους, καταδικαστέους όμως σε θάνατο από το μωσαϊκό δίκαιο. Ενδιαφέρουσα είναι η διάκριση του κανονικού δικαίου μεταξύ κτηνοβασίας και πτηνοβασίας. Η φαινομενική «στασιμότητα»των πολιτειακών διατάξεων ως προς τη σεξουαλική συμπεριφορά των Βυζαντινών στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου, οφείλεται στο ότι η Εκκλησία και το Δίκαιό της υποκαθιστούν βαθμιαία τομείς της κρατικής δραστηριότητας.

Το προπατορικό αμάρτημα «σεξουαλικό αμάρτημα»; Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Αδάμ και Εύα, Οκτάτευχος, 12ος αι. (Κωνσταντινούπολη, Κωδ. 8, σ. 43 v). Ο ιουδαίος Φίλων ο Αλεξανδρεύς (13 π.Χ.-54 μ.Χ.) είναι ο πρώτος που ανέφερε ότι το προπατορικό αμάρτημα ήταν πράξη «σεξουαλική». Όλοι οι μετέπειτα θεωρητικοί τον ακολούθησαν. Το 1984, ο Ζαν Μποτερό αντικρούει αυτή την ερμηνεία με το επιχείρημα ότι, την εποχή που συντάσσονται τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, ο έρωτας και ο ερωτισμός δεν θεωρούνται αμαρτήματα. Μάρτυράς του το Άσμα Ασμάτων. Τέτοια κείμενα, από τα οποία ο Θεός είναι απών, πηγάζουν από τη μεσοποταμιακή παράδοση. Το προπατορικό αμάρτημα συνίσταται στην ανυπακοή που οδήγησε τους πρωτόπλαστους στη γνώση. Παρατίθενται αποσπάσματα από το Άσμα Ασμάτων στο πρωτότυπο και στη μετάφραση του Γ. Σεφέρη.

Τα περί τους έρωτες στο Βυζάντιο Δημήτρης Ναλπάντης

Οι φιλήδονες. Εξωνάρθηκας μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους, 1568. Για τους έρωτες στο Βυζάντιο αντλούμε πληροφορίες από εκκλησιαστικές πηγές (λόγοι Πατέρων, αγιολογικά κείμενα, κανόνες Ιερών Συνόδων) και νομοθετικά κείμενα. Οι ευκαιρίες να συναντηθούν ένας νέος και μια νέα έχει προβλεφθεί να είναι ελάχιστες. Συχνά οι νεαροί έκαναν καντάδες κάτω από το παραθύρι της εκλεκτής τους. Σπανιότερα αντάλασσαν και φιλιά στο λαιμό και τα μάτια. Το κορίτσι, βέβαια, θα αποκτήσει σεξουαλικές σχέσεις μετά το γάμο. Ο άντρας όμως έχει δυνατότητα εκτόνωσης στα πορνεία. Ο όροςπόρνη στο Βυζάντιο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα «παρεκκλίνουσας» γυναικείας συμπεριφοράς: είναι και η γυναίκα που συζεί εκτός γάμου, και η μοιχαλίδα, και το κορίτσι που πέφτει θύμα αποπλάνησης ή απαγωγής και βιασμού. Οι περισσότερες πόρνες προέρχονται από κοινωνικά κατώτερες τάξεις, ελεύθερες, δούλες ή αιχμάλωτες. Με τη φροντίδα του Κράτους ιδρύονται δημόσια πορνεία σε απομακρυσμένες συνοικίες. Ωστόσο, ιδιώτες νοικιάζουν τα σπίτια τους σε πορνοβοσκούς παρά τις αυστηρές κυρώσεις του νόμου. Η αμοιβή που ο πελάτης προκαταβάλλει είναι μικρή. Η φορολογία που επιβλήθηκε στις πόρνες στις αρχές της αυτοκρατορίας καταργείται από τον Αναστάσιο (491-518). Νόμος του Ιουστινιανού που απαγορεύει στους θεατρώνες να ασκούν το επάγγελμα του πορνοβοσκού επιβεβαιώνει ότι, σε μεγάλο ποσοστό, οι θεατρίνες (μιμάδες), οι χορεύτριες και οι αυλητρίδες ασκούσαν και την πορνεία. Στα καπηλειά και τα πανδοχεία, γυναίκες προσφέρουν και ερωτικές υπηρεσίες. Το Κράτος θεσπίζει νόμους που προστατεύουν τις πόρνες τόσο από τους πορνοβοσκούς όσο και από τους πελάτες. Ευαισθητοποιημένος, ο Ιουστινιανός τις υποστηρίζει νομοθετικά και χρηματικά. Η Θεοδώρα και, αργότερα, ο Μιχαήλ Δ΄ (1034-1041) ιδρύουν οίκους Μετανοίας. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι το συναπάντημα με πόρνη, στη ζωή ή στο όνειρο, θεωρείται ευτυχής οιωνός. Ποινές προβλέπονται για κάθε μη «αποδεκτή» έκφραση της σεξουαλικότητας. Ειδικά η ομοφυλοφιλία, ο «σοδομιτισμός», εξαιρετικά διαδεδομένη τον 4ο και 5ο αιώνα, αντιμετωπίζει τη συστράτευση Εκκλησίας και Κράτους. Ο Μ. Κωνσταντίνος την ποινικοποιεί. Στο τέλος της αυτοκρατορίας, λόγιοι μοναχοί της επιρρίπτουν την ευθύνη για την υποδούλωση στους Οθωμανούς.

Η «μηχανή εργένης», ένα σύμβολο του μοντέρνου ερωτισμού Αντρέας Ιωαννίδης

Το Μεγάλο Γυαλί. Μια νέα ιστορία της σεξουαλικότητας τι ρόλο θα απέδιδε στο συμβολισμό της μηχανής; Τον 19ο αιώνα, στον απόηχο της βιομηχανικής επανάστασης και του Διαφωτισμού, η μηχανή θριαμβεύει την ώρα που ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στο άτομο. Ο συνδυασμός των δύο αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στη «μηχανή εργένη»του Ντυσάν αλλά και σε λογοτεχνικά κείμενα με γραφικές απεικονίσεις καταστάσεων που αφηγείται ο συγγραφέας (Ζαρύ, Ρουσέλ, Κάφκα, Λωτρεαμόν, Βερν). Ακόμη και οι τεχνητές φαντασιώσεις που δημιουργούν οι νέες οπτικές ή ακουστικές εικόνες (κινηματογράφος, ραδιόφωνο κ.ά.) έχουν τώρα μηχανικό και βιομηχανικό υπόβαθρο. Αποτελούμενη από δύο ισοδύναμα σύνολα, το σεξουαλικό και το μηχανικό, η «μηχανή εργένης» δομείται βάσει των αντιθετικών ζευγών άντρας/γυναίκα και ζωή/θάνατος, μετατρέποντας τον έρωτα σε μηχανική του θανάτου. Το μήνυμα; Ο τεχνολογικός πολιτισμός υποδουλώνει αλλά και απελευθερώνει τον άνθρωπο: απελευθέρωση της σεξουαλικότητας, υποδούλωση στον παγωμένο ασκητισμό ενός υπέρμετρου ναρκισσισμού. Άξονας της απελευθέρωσης γίνεται η επιθυμία. Όλο το ερωτικό δυναμικό του ανθρώπου, απαλλαγμένο από την υποχρέωση της τεκνοποιίας, στρέφεται στην ελεύθερη αναζήτηση της απόλαυσης. Ωστόσο, η μηχανοποίηση συμβολίζει την μοναξιά του ανθρώπου, την μετατροπή του έρωτα σε θάνατο. Το άρθρο εικονογραφείται από έργα που παρουσιάστηκαν, το 1976 στο Παρίσι, στην έκθεση «Μηχανές εργένηδες».

Η αγάπη στην οικογένεια Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Σ. Βικάτος, Το χριστουγεννιάτικο δένδρο (αχρονολόγητο;). Λάδι σε καμβά, 77x105 εκ. Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδος. Πόσα από τα αισθήματα που θεωρούμε δεδομένα και παγκόσμια δεν είναι παρά τα πολιτισμικά μας στερεότυπα; Άλλοι λαοί σε άλλες εποχές, αλλά και η σύγχρονή μας ανάδυση της πατρικής στοργής, αναθεωρούν το μύθο της μητρικής αγάπης ως συναισθήματος φυσικού και αυτονόητου. Ακόμη και η 4η εντολή του μωσαϊκού νόμου που ανταμείβει το σεβασμό των παιδιών προς τους γονείς, υποδεικνύει πως ίσως το συναίσθημα αυτό δεν είναι φυσικό αλλά διδάσκεται. Το πρότυπο της πατρικής-συζυγικής εξουσίας ανάγεται μεν στην Ινδία αλλά είναι σε πλήρη ισχύ και στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Ο Αριστοτέλης το θεωρητικοποιεί ανάγοντάς το στη φυσική κατωτερότητα της γυναίκας. Αν και ο λόγος του Χριστού στηρίζει το μυστήριο (και όχι το συμβόλαιο) του γάμου στην αγάπη και την ισότητα των δύο φύλων, η εβραϊκή προέλευση της χριστιανικής θρησκείας βαραίνει: στην Εύα δεν οφείλεται η καταστροφή του ανθρωπίνου γένους; Ο απόστολος Παύλος κηρύσσει την ανωτερότητα του άντρα, στον οποίο η γυναίκα οφείλει υπακοή όπως στον Κύριο.

Ο έρωτας στο πιάτο Συντακτική επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Τα οστρακοειδή εξακολουθούν να θεωρούνται αφροδισιακή τροφή. Αφροδισιακή τροφή θεωρούσαν οι αρχαίοι τους βολβούς αλλά και τους κοχλιούς. Το πρώτο σαλιγκαροτροφείο οργανώθηκε στη Ρώμη το 50 π.Χ. Ανάλογες ιδιότητες αποδίδονται και στα αυγά, ενώ η φήμη των οστρακοειδών επέζησε ως σήμερα. Τα ρεβύθια ξεχωρίζουν ανάμεσα στα όσπρια και τα καρότα ανάμεσα στα λαχανικά. Για το μαρούλι, αφροδισιακό για τους Αιγύπτιους, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν διαμετρικά αντίθετη άποψη.

Άλλα θέματα: Συντήρηση έφυδρου ξύλου Αντώνης Πατεράκης, Αλίκη Πατεράκη

Το Wasa, ανάμεσα στα δύο πλωτά ανυψωτικά μηχανήματα κατά τη διάρκεια της επιχείρησης διάσωσής του. Έφυδρο ονομάζεται το ξύλο που διαποτίστηκε λόγω παρατεταμένης παραμονής σε υγρό περιβάλλον, όπως είναι η θάλασσα, οι βάλτοι, τα πηγάδια. Το έφυδρο ξύλο υφίσταται βιολογικό εκφυλισμό από βακτηρίδια, μύκητες ή και σκουλήκια εντόμων. Το περιεχόμενο σε υγρασία, επομένως η απορροφητική ικανότητα του ξύλου, επηρεάζει τη μέθοδο συντήρησης. Στόχος της συντήρησης είναι η απομάκρυνση του νερού χωρίς την πρόκληση συρρίκνωσης. Οι μέθοδοι συντήρησης περιγράφονται αναλυτικά. Οι αρθρογράφοι επέλεξαν ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ένα ναυάγιο υπό ιδανικές συνθήκες. Το πλοίο Wasa ναυπηγήθηκε το 1625 για τον βασιλιά Γουσταύο Αδόλφο της Σουηδίας. Στα τρία του χρόνια, το πλοίο ανατράπηκε και βυθίστηκε μέσα στο λιμάνι της Στοκχόλμης. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα πλοίο καινούργιο, με εξακριβωμένη ταυτότητα, που ναυάγησε σε προφυλαγμένο περιβάλλον βάθους 30 μ. Όταν διασώθηκε, το 1961, είχε περάσει 333 χρόνια στο βυθό. Το άρθρο κλείνει με την πραγματιστική επισήμανση ότι, παρά τις προόδους στις μεθόδους συντήρησης, τον αποφασιστικό ρόλο διαδραματίζουν τα διαθέσιμα κονδύλια.

Το καθολικό της μονής Βαρνάκοβας και ο αρχιτέκτων Ανδρέας Γάσπαρης Κάλανδρος Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη

Η δυτική όψη του καθολικού της Βαρνάκοβας. Σύγχρονο περίπου με τα Μετέωρα, το μοναστήρι της Βαρνάκοβας κοντά στη Ναύπακτο, ιδρύθηκε τον 12ο αιώνα και γνώρισε μεγάλη ακμή στους βυζαντινούς χρόνους. Στην Τουρκοκρατία χάνει τη δύναμή του και, το 1826, ανατινάζεται από τη στρατιά του Κιουταχή. Το καθολικό ξαναχτίζεται το 1831. Αυτή την τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα και κυρίως ναό αποτύπωσε ο Α. Ορλάνδος το 1919. Η κτητορική επιγραφή του 1831 μνημονεύει τον Ιωάννη Καποδίστρια που ενέκρινε 2.400 φοίνικες για την ανοικοδόμηση, ζητώντας παράλληλα από τον Έκτακτο Επίτροπο Ανατολικής Ελλάδος Κ. Μεταξά να τον τηρεί ενήμερο. Ο Μεταξάς, με τη σειρά του, απευθύνεται στον αρχιτέκτονα της Ανατολικής Ελλάδος Α. Κάλανδρο. Άλλωστε, με ψήφισμα του Κυβερνήτη, απαγορευόταν η οικοδομή ή η επισκευή χωρίς την έγκριση του σώματος των «επί των οχυρωματοποιών και αρχιτεκτονικής αξιωματικών». Ο Κάλανδρος κατηύθυνε πράγματι τις εργασίες αλλά είναι αμφίβολο αν ο ίδιος επισκέφθηκε το ναό. Το μόνο στοιχείο που είναι σίγουρα δικό του έργο είναι το καμπαναριό, που συνηγορεί υπέρ της επτανησιώτικης καταγωγής του αρχιτέκτονα. Ο Μεταξάς σε αναφορά του εξαίρει την "επιτηδειότητα", του Κάλανδρου. Πράγματι, το κόστος για την Κυβέρνηση περιορίστηκε στους 1800 φοίνικες. Έγγραφα από τα αρχεία της Μονής και από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους περιγράφουν γλαφυρά τις συμφωνίες, τα κοστολόγια σε είδος και σε χρήμα, τις οδηγίες, τις συνεννοήσεις για την ανοικοδόμηση του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Το φαινόμενο του Κλασικού Νικόλαος Γιαλούρης

Ακρόπολις Αθηνών (σχέδιο Charles Nicod, 1912). Το άρθρο διαπραγματεύεται την έννοια του όρου «κλασικός», όπως εφαρμόζεται στα γράμματα και τις τέχνες της αρχαίας Ελλάδας. Ο όρος ετυμολογείται από τον λατινικό classicus, που έχει ταξική προέλευση και προσδιόριζε την ανώτερη και πλουσιότερη ρωμαϊκή τάξη. Ξεπερνώντας την εποχή τους, την περίοδο ανάμεσα στους Περσικούς πολέμους (481-479 π.Χ.) και το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (323 π.Χ.), οι αρχαιοελληνικές «κλασικές» δημιουργίες αναδείχθηκαν σε υποδειγματικό πρότυπο. Έγιναν ο χρυσούς κανόνας με τον οποίο συγκρίθηκαν και αναμετρήθηκαν πολιτισμικά επιτεύγματα από όλες τις εποχές σε όλο τον κόσμο. Ο αρθρογράφος παραθέτει αποσπάσματα που στηρίζουν τον όρο «κλασικός», όπως αυτός καθιερώθηκε ιδεολογικά από τη γερμανική επιστήμη του 19ου αιώνα.

Οι τοιχογραφίες του Aγήνορα Aστεριάδη και η αναστήλωση από τον Ε. Τσίλλερ του βυζαντινού ναού της Παλαιάς Επισκοπής στην Τεγέα Νίκος Γρηγοράκης

Αγιογράφηση του Αγήνορα Αστεριάδη στο ναό της Παλαιάς Επισκοπής Τεγέας. Ο βυζαντινός ναός της Παλαιάς Επισκοπής, σήμερα αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αρχικά χτίστηκε πάνω στο κοίλο του αρχαίου θεάτρου της Τεγέας, με υλικά από το θέατρο, τις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες και το μεσαιωνικό τείχος. Ο ναός χρονολογείται στον 11ο αιώνα, ίσως και στο δεύτερο μισό του 10ου. Ταξινομείται στους ναούς ανατολικού τύπου με νάρθηκα και, ειδικά, στον πεντάτρουλο τύπο του ναού της Αγίας Σοφίας. Η Παλαιά Επισκοπή ήταν σταυροπηγιακή και ανήκε οργανικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, μετά την επανάσταση όμως περιήλθε στον Τεγεατικό Σύνδεσμο. Ανήσυχος και δραστήριος, ο ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του Συνδέσμου Λεωνίδας Σβώλος διοργανώνει το 1885 το πρώτο πανηγύρι για τον Δεκαπενταύγουστο και καλεί τον Τσίλερ για να αναστηλώσει το ναό. Η αναστήλωση, που ολοκληρώνεται στις 20 Νοεμβρίου του 1888, είναι το πρώτο εκτός Αθηνών έργο του διάσημου αρχιτέκτονα. Στη δεκαετία 1930-1940 ο ναός φιλοτεχνείται. Ο μαρμαρογλύπτης Νίκος Σκαρής κατασκευάζει το τέμπλο και τον δεσποτικό θρόνο, η Έλλη Βοϊλα φτιάχνει δυο μωσαϊκά έργα ενσωματωμένα στο τέμπλο και ο ξυλογλύπτης Θανάσης Νομικός τα βημόθυρα της ωραίας πύλης και των πλαϊνών θυρών. Ο ναός όμως αποκτά και διάσταση εικαστικού χώρου, καθώς διασώζει το μεγαλύτερο και σημαντικότερο έργο του ζωγράφου Αγήνορα Αστεριάδη. Ο Αστεριάδης ανέλαβε ν‘αγιογραφήσει το ναό και οκτώ δεσποτικές εικόνες του τέμπλου. Όπως ο φίλος του Σπύρος Βασιλείου, αναζήτησε τα στοιχεία της τέχνης του στην πηγή που λέγεται Ρωμιοσύνη. Με τη μέθοδο της ξηρογραφίας, δούλεψε στην Παλαιά Επισκοπή από το 1936 ως το 1939, αποδίδοντας το νόημα της βυζαντινής τέχνης φιλτραρισμένο μέσα από τη φρεσκάδα της νεοελληνικής ζωγραφικής. Στο άρθρο παρατίθεται κατάλογος των εκκλησιών που αγιογράφησε ο Αστεριάδης.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Το εξώφυλλο του βιβλίου "Ελληνική Λαϊκή Φορεσιά".

Ειδήσεις

- Ανασκαφές στην Αθήνα. Σωστική ανασκαφή στου Μακρυγιάννη όπου θα ανεγερθεί το νέο Μουσείο της Ακρόπολης. - Ιερά Οδός, ένας αρχαιολογικός δρόμος. Το ΥΠΠΕ υπέβαλε πρόταση να μετατραπεί η Ιερά Οδός σε αρχαιολογική οδό. - Σωστική ανασκαφή στην Πλ. Κοτζιά. Εξ αιτίας του υπόγειου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων, αναμένεται να αποκαλυφθεί η Πύλη των Αχαρνών. - Πάπυροι σε σεντούκι. Πάπυροι (213-225 μ.Χ.) από το αρχείο της Βουβάστεως στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. - Αποκάλυψη αρχαίου πλοίου. Αρχαίο ναυάγιο σε ακτή της Αλεξανδρούπολης. - Ανασκαφικά ευρήματα στην Έδεσσα. Τμήμα του τείχους και τμήματα μιας πόλης που κατοικήθηκε από την αρχαιότητα ώς τους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους και, παροδικά, στους μεταβυζαντινούς. - Πρόγραμμα αναστήλωσης για το Άγιο Όρος. Πενταετές πρόγραμμα θα αντιμετωπίσει ζημιές από σεισμούς στη Μονή Κουτλουμουσίου και σε άλλα κτίρια. - Ευρήματα στη Φλώρινα. Σημαντικός ελληνιστικός οικισμός με αντικείμενα από τον 3ο π.Χ. ώς τον 10ο αιώνα. - Ρωμαϊκό αμφιθέατρο. Αποκαλύφθηκε στην περιοχή του αρχαίου ωδείου της Πάτρας. - Αναστηλώσεις στο Ρέθυμνο και τα Χανιά. Αναστήλωση σπιτιών, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης. - Καποδιστριακό κτίριο της Πελοποννήσου κινδυνεύει. Ολοκληρώθηκαν οι εργασίες επισκευής του καποδιστριακού (1831) πρώτου Δημοτικού Σχολείου Άργους. Άλλα δυο σχολεία της ίδια εποχής στη Μεθώνη και το Γαλαξείδι έχουν εκποιηθεί σε ιδιώτες. - Το νέο μουσείο στον αρχαιολογικό χώρο Θερμοπυλών. Ανακαινισμένο άνοιξε το μικρό μουσείο που προβάλλει τη γεωγραφία των στενών, τη γνωστή μάχη αντίστασης κατά των Περσών, αλλά και τη μάχη του 191 π.Χ. ανάμεσα στον βασιλιά της Συρίας Αντίοχο Γ΄ και τους Ρωμαίους.

Συνέδρια

Τριήμερη Διεθνής Συνάντηση (11-13/1/1984) στο Ε.Ι.Ε. με θέμα την "Βυζαντινή Ιστορική Γεωγραφία".

Έκθεση

- "Νομίσματα και Χάρτες στον ελληνικό χώρο, 1204-1900". Μουσείο Μπενάκη, 15/9-15/12/1983.

Βιβλία

- Γεώργιος Μυλωνάς, Πολύχρυσοι Μυκήναι - Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. Α΄, Β΄ - Ιωαν. Γ. Καραμπάτης, Ο ναός της Αλέας Αθηνάς στην Τεγέα - Δεσμός, τχ.6 - Ευγ. Μ. Αντωνιάδης, Έκφρασις της Αγίας Σοφίας - Αγγελική Χατζημιχάλη, (επιμ. Τ. Γιανναρά), Ελληνική Λαϊκή Φορεσιά, τόμ. Β΄ - Βαλκανικά Σύμμεικτα, τόμ. Β΄ - J. Konidaris, Die Novellen des Kaisers Herakleios - Aline Rousselle, Porneia. De la maîtrise du corps à la privation sensorielle, IIe-IVe siècles de l’ère chretienne - Le Courrier du CNRS no 51, Le service d’Architecture Antique - Carol C. Mattush, Bronzeworkers in the Athenian Agora - Ε.Γ. Δημόπουλος, Παιδαγωγικό Αρθρογραφικό Δελτίο

English summaries: From his introduction to the «Symposium» Ioannis Sikoutris

In this introduction the love for boys in ancient Greece is related in excellent prose. Here the author’s knowledge of ancient customs, philosophy and psychology are very much in evidence. The love of youths in ancient Greece, he writes, was a means of encouraging valor in battle. In cities such as Athens which was not a military state, the love for boys became a means towards training the young. It is exactly this educational nature that distinguishes this sort of relationship from homosexual relationships of other times or places. The author of the introduction notes that much more was expected of the youth in ancient Athens than would be conceivable today. Higher education was not taught in schools before the 4th century so a young man would have to seek education in the society he moved in. The older man would pass on his knowledge and experience of life to the younger one. A father would not be suited to this work since in ancient Greece families were not supposed to teach their children and what’s more a father would be too involved in his son to impart knowledge to him. As “the Greeks have so subtly pointed out” a father should tactfully withdraw from a youth’s life.

Sexual love in ancient Greece, social schemes Claude Calame

I. From adolescence to maturity: In order to present a brief survey on sexual love in ancient Greece we will simply follow the various phases of sexual development of the adult, from adolescence to maturity, examining at the same time the conditions and rules justifying sexuality. 1. Adolescence: It is quite significant that the vocabulary of the ancient Greek language does not distinctly express the differentiation of the sexes during the infantile age. Thus, a unique word-term “παiς” applies both to girls and to boys and only the article suggests the gender. Language, however, cannot be considered the only indication of social structure. Indeed, both in Archaic Sparta and in the Hellenistic state, the boys were separated from their families soon after their seventh birthday. The two basic means of education both in Sparta and Classical Athens, were the same; gymnastic education that aimed at the development of the students’ mental and physical potential, and artistic education that aimed at imparting knowledge of and training in the art of the Muses. Thus young Greeks spent most of their time in the gymnasium. This location provided the background for the first testimonies of his sex life. The numerous representations on pottery inform us of the age of the partners of this first erotic relationship. The homosexual relation involves a mature man and an ephoebos. In this institutional homosexual love the lover appears both as the tutor of the beloved and as the guarantor of the moral virtues and knowledge that the youth ought to obtain through this relation. In this way, homosexual and educational qualities are closely related. During adolescence, girls were also educated via similar homosexual relations. If, however, more emphasis is given to the physical appearance of girls than to their moral perfection, the reason is that beauty in a female unleashes the power that inspires love and calls a man to sexual intercourse. 2. Marriage: The prerequisites of maturity for a man in ancient Greece are citizen status and enrollment in the army. While for a woman, the prerequisite is the ritual of marriage. 3. Beyond Marriage: Since Homeric times heroes are seen settling concubines in their homes. In theatrical plays and in the speeches of Athenian orators the concubine seems to have equal rights with the legal wife regarding her children. However, apart from the sexual activity a man had in his home, he was also entitled to retain relations with prostitutes. According to Demosthenes, “prostitutes were for sexual pleasure, concubines for everyday care and wives for the creation of legal descendents and the guarding of the house”. These manifold, delicate, social relations caused social crises that varied from disapproval to acceptance. II. The rule and the exception: As in every society, so in the Greek, there is a dominant sexual rule. For the Greek of the Classical period his sexual activity is accompanied by feelings of love only under certain circumstances; in marital relations, homosexual relations, relations with concubines or prostitutes. These relations are characterized by duration in time and by an exchange based on friendship, that is a mutual relation founded on trust. The conclusion we draw is that Eros creates between males and females a network of relations that stands above simple sexual satisfaction; educational homosexuality, economic benefit from marriage and reproduction of the species through the institution of marriage.

Moral crimes in Classical Athens Stelios Xirouchakis

Modern penal law considers acts that contravene the principles ruling sexual relations as moral crimes. According to the Attic law of the classical period the rape of a woman, man, child or slave, the sexual intercourse between a man and a child, prostitution of men, the pandering of boys by their relatives and incest were considered moral crimes. The provision of the Athenian legislation regarding these crimes served to protect freedom of will in sexual life, the purity of certain relations that ought to remain beyond sexual activity and the very nature of the sexual act that in certain cases should be expressed within the frame of genuine and natural attraction and far from economic motives. This legislation did not only defend moral values but it also protected the city and its institutions. The ancient legislator by approving or disapproving certain acts aimed, above all, to endow the citizens with such virtues as to become able to defend the existence and the smooth function of the social and political principles of their city.

Erotic images and symbolism The editors of the Archaeologia journal

On certain Athenian painted vases of the 6th to the 4th century BC the erotic scenes are of a religious nature and relate to fertility in general or specifically human fertility.A woman is often shown, with or without a child, also erect phallic figures and erotic scenes. Other paintings with phalluses as their main figures are meant to avert evil as are the Hermes pillars.There is a third category of vases with erotic or humorous scenes. The pleasures of lovemaking are shown with gods coupling with mortals or grown men with youths.On most vases however, men are shown having intercourse with courtesans or prostitutes. The article is beautifully illustrated and ends with a reminder that it is Victorian morals that are to blame for the hiding away of erotic vase paintings in museum basements.

The short tale of a great orator Panayotis Dimakis

Hypereides, the orator, was born in 390 BC into a wealthy family and was educated close to Plato and Isocrates. In 343, accusing Philocrates of treason he took the chance to make his debut in the political scene and to declare his ideological principles that definitely put him on the side of Demosthenes. For many decades he was one of the best defenders in court of ordinary civilians. His speeches, simple and clear, without rhetoric schemes, were nevertheless strong, persuasive and effective. Throughout his life he strove and fought for his ideas. Athens, his native city, honoured him for his ethos and services with many offices. In spite of his personality and commitment he was condemned to death, tortured and executed in 322.

Sappho The editors of the Archaeologia journal

Born on the island of Lesbos at the end of the 7th century BC, the poet was brought up with the freedom that went with her aristocratic origins. She had a daughter Kleida by her husband Kerkolas. The bittersweet passion she expressed for young girls on the verge of marriage were considered unnatural by later generations. This is probably why an unrequited love for Faon was ascribed to Sappho as the reason for her drowning herself.

Sexual life in ancient Greece Andreas Lentakis

The social organization of ancient Greeks and their perception of sex and life in general vary depending on place and time. Our perception of these matters and the status they hold for us are very different. For this reason, any possible approach must be made not before we have discarded our own ethical code and we have tried to fully understand those men who determined their own way of life and ethics. Sexual love for ancient Greeks was one of the high points of life, therefore they pursued it in various ways. The restraints and guilt we have today were not indulged in. Greeks lived closer to nature than we do and most of all they sought happiness in the ephemeral. As a result their perception of sex is dramatically different from that of the Christian religion. This article refers to two major phases, that of matriarchal society, a period offering only scarce data, when woman had not yet been enslaved by man and enjoyed absolute freedom in sex, and that of partiarchal society. Here are also examined, marriage, prostitution of both sexes, concubinage, the role of the whores, polygamic exceptions in the monogamy of the Greeks, self -eroticism and variations on sexual intercource and finally sodomy, that in ancient Greece had a significant, social, ethical political and artistic effect.

The role of women in Greek antiquity Julie Velissaropoulou

The article is a presentation of Claude Mossé’s book with the same title. The historian Claude Mossé searches ancient Greek texts for the role played by women in the male dominated society of the 7th to the 4th century BC. The book also deals with the question of dowry and the role played by women in Gortyna specifically, whether in matters of religion or of love.

The erotic life of the Byzantines as evidenced by their penal code Spyros Troianos

The provisions of the penal code represent one of the best sources of information for comprehending the social conditions in a specific place and time as well as throughout the history of mankind. The sphere of moral crimes is of special significance, because it reveals the established social ethics as well as the boundaries between Law and Ethics. This article refers to the acts that according to the Byzantine legislator's point of view transgressed contemporary social ethics.

Is the original sin a sexual offence? The editors of the Archaeologia journal

Filon Alexandreus the Judaean (13 BC-54 AD) was the first to speak of the original sin as a sexual offence. This dogma was embraced by all subsequent theoreticians of the Fall of Man. This interpretation of the gospels was refuted in 1984 by Jean Bottero who argued that at the time when the Old Testament was being drawn up, love and sex were not considered to be crimes. Bottero quotes the Song Of Songs as evidence. Such writings from which God is notably absent are in the Mesopotamian tradition. Original sin lies in the disobedience that led Adam and Eve on the path to knowledge.

Sexual love in Byzantium Dimitris Nalpantis

The appearance of Christianity brought with it a new ethical code and a new way of life. The continence and purity implicit in Christianity are altogether different to the liberalism of antiquity. Byzantium becomes the vehicle of Christianity, while the duality of the Church state, closely interrelated, stands as the main support of the Byzantine world. Therefore, whatever does not fit into the ethical model determined by this duality is looked upon as contemptible and condemnable. The erotic mood of the Olympic pantheon which mirrors the approach and mentality of the ancient Greeks is in direct conflict with the instructions of Christian ethics. Sex can no longer be accepted as a source of pleasure and is justified only as a means of procreation. This could be considered characteristic of contemporary ethics, as far as the attitude towards the manifold variations of sexuality is concerned.

The «Bachelor Machine», a symbol of modern eroticism Andreas Ioannides

The rapid mechanization of society, as a result of the industrial revolution, seriously affected the erotic-sexual life of man so that if we had to rewrite the history of sexuality, we would accord a major role to the machine as symbol . The bachelor machine, a term introduced by Duchamp for the lower part of his work "The Big Glass;the Bride is Stripped Naked Even by her Bachelors" is considered to be one of the most representative examples of the "mechanical" representation of eroticism. Duchamp's work is an imaginary construction that is based on the duality of manlwoman. The concept of the "Bachelor machine" can also be found in literature (Jules Verne, Edgar Allan Poe, Franz Kafka etc.). It expresses two ideas, that of sexual liberation and of isolation, as they materialized in the developed industrial society of the late 19th and early 20th century, an isolation, however that can lead to death, a procedure conceived by the French writer Carrouges, who correctly regarded solitude and isolation as the means to transform sexual love into a death-machine.

Love in the bosom of the family The editors of the Archaeologia journal

Many of the emotions one takes for granted as being common to all, are no more than cultural stereotypes. Various peoples of the world living in other ages make us review the myth of a mother’s love being natural and self-evident. This comes with the new, emerging concept of a father’s love. The 4th commandment recognises a child’s respect for his parents raising the question that this attitude might not be natural but acquired. The origins of paternal and conjugal authority are to be found in India but can also be traced back to Greco Roman antiquity where such authority was in full sway. Aristotle puts male authority into its theoretical context, attributing male dominance to the physical inferiority of the female of the species. Although the word of Christ bases the mystery of marriage (and not the contract) on love and respect between the two sexes, the Jewish provenance of Christianity still counts. Did not Eve bring on the Fall of Man? Saint Paul preaches the superiority of man to whom woman owes total obedience as to the Lord her God

Food for love The editors of the Archaeologia journal

The ancients thought that eating bulbs and snails were powerful aphrodisiacs. The first snail farm was organized in Rome in the year 50 BC. Eggs were thought of as having the same aphrodisiac effect while shellfish are even today rumoured to arouse desire. Out of lentils and vegetables, chickpeas and carrots stand out, while the ancient Greeks held a different opinion about lettuce which was held in great esteem as aphrodisiac food by the Egyptians.

Waterlogged wood Antonios Paterakis, Aliki Pateraki

The term "waterlogged wood" refers to any wood that has been saturated by water it has remained immersed in for a long period of time. This article examines the procedure of wood's degeneration,the new qualities that the wood possesses as well as the determining factors for the wood's being preserved. As an example here in this article Swedish wreck of the ship Wasa that was sunk in 1628 is referred to.

The catholicon of the monastery of Varnakova and the architect Andreas Gasparis Kalandros Maro Kardamitsi-Adami

The Monastery of Varnakova was built in the 12th century AD and prospered greatly during the Byzantine period. Its decay, beginning during the years of the Turkish occupation, was completed by the fire of 1826 set by the army of Ibrahim Pasha. The monastery was rebuilt in the years following the liberation. A. Orlandos, who studied the monastery in 1911, reached the conclusion that the early church also displayed a central dome but he had doubts whether the new dome perfectly corresponded to the older structure. He also determined the location of the outer and inner narthex, both mentioned in old codices, and considered the two pilasters adjacent to the colonnade and facing the bema to be the continuation of the dividing walls once existing between the prothesis and the diaconicon. Furthermore, he believed that the bema apse had a hemi-hexagonal shape and that the new church was equal in width to the older, but unequal in length. However, a series of documents from the National General Archives cast new light on the reconstruction of the catholicon. Reconstruction work commenced in 1831 according to the plans made by the architect Andreas Gasparis Kalandros, an army lieutenant. In the spring of the same year the monks of the monastery signed a contract with three Epirot craftsmen and applied to Governor Kapodistrias for financial support based on the budget made by Kalandros. Mentioned in the contract are the proportions of a new church, determined on the basis of the old foundations, the roofing of the edifice with three series of domes and with a central, dominant one and the building materials as well as the addition of a bell-tower. The information provided by the aforementioned documents leads to the conclusion that Kalandros, who was appointed supervisor of the construction works, had never visited the monument, therefore certain mistakes he made in the plan seem natural. The terminology employed in the contract, the form of the bell-tower and the close relations of Kalandros with the commissar of Eastern Greece, Metaxas, indicate that the architect of the Monastery of Varnakova originated from the Ionian Islands. The reconstruction of the monastery complex was completed in 1838, which is also the date of the execution of the wooden templon of the catholicon.

The meaning of the classic Nikolaos Gialouris

The term “classic” is of Roman origin and derives both from the word classis meaning order in Latin and the word classicus, applying to the Roman citizens of the upper, wealthy class. For the first time the term was used by the author of “Noctes Atticae” (XIX, 8,15) Gellio. In his text, the “scriptor classicus” means the celebrated author. Later, the term “classici” came out to indicate those prominent authors and artists that had been selected as representatives of their art by the Alexandrian scholars of the 3rd and 2nd centuries BC. In all modern European languages, the term “classic” held a dual content, meaning either the high quality of an accomplishment or creation or referring to certain historic phases that are considered as exemplary , perfect and consequently prototypes for previous and later creations. But what exactly is classic and what is not? Classic is an example of the equilibrium between perpetual movement and continuous peace. It is the challenge of infinity in harmony with the finite both in space and in time. As regards art, according to Schadewald, “classic is the work in which the artist shows his ability to conceive life as an entity and at the same time to express and render this entity in detail. The work of art or the poetic work is like a dancing group; each dancer performs his part, nevertheless the effect of the group is harmonic”. The content of classic does not apply exclusively either to aesthetics or religion or philosophy or socio-economy, since its essence and character is broader than each of these disciplines and includes them all. Finally, the achievement of the classic cannot be considered as an utopia, because it was made manifest in antiquity – the ripe fruit of the Greek concept of life at its most happy moment.

The Byzantine church of the old Episcopate at Tegea. Restoration of the building and wallpainting decoration Nikos Grigorakis

In the 6th century AD Amykli is a small settlement located in the region of Ancient Tegea, but nevertheless a fortified village and episcopate of the district. The original Byzantine church of the village was erected on the site of the ancient theatre of Tegea (Roman phase: 146-330 AD.). In the 19th century and according to contemporary travelers the church lay in ruins. In 1888 however, the architect Ziller was commissioned with the execution of the plans for the restoration of the church, the first project he undertook outside the Greek capital. In 1932 the decoration of the church with wall-paintings started, after a new restoration of the building. This challenging work was executed by Agenor Asteriades and it represents the major artistic product of the painter's career. Asteriades had a perfect knowledge of folk and byzantine tradition, therefore, both the repertoire and style he employed for the wallpaintings originate from this dual source.

Τεύχος 11, Μάιος 1984 No. of pages: 98
Κύριο Θέμα: Ταφικά έθιμα στη Mέση Eποχή του Xαλκού στην ηπειρωτική Ελλάδα Όλγα Πολυχρονοπούλου

Θήκη, αντιπροσωπευτικός τύπος τάφου της Μέσης Εποχής του Χαλκού, Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου. Από τη νεολιθική εποχή διαφαίνεται μια τάση απομάκρυνσης των τάφων από τους οικισμούς αλλά τα οργανωμένα νεκροταφεία επικρατούν από τη Μέση Εποχή του Χαλκού και πέρα. Ο απλούστερος τρόπος ταφής είναι ο ενταφιασμός του νεκρού που τοποθετείται σε πλάγια, συνεσταλμένη στάση. Αντιπροσωπευτικότεροι τύποι τάφων είναι ο λάκκος, ο κιβωτιόσχημος και η θήκη, ενώ έχουν βρεθεί και τάφοι λαξευτοί σε στέρεο βράχο. Από τους τύμβους, που επισημαίνουν έναν τάφο ή, συχνότερα, πολλούς τάφους, διακρίνονται δύο κατηγορίες: οι μικροί με διάμετρο ως 7 μ. και οι μεγάλοι με διάμετρο 10-20 μ. Μια παραλλαγή του τύμβου αποτελεί ο Κύκλος Β των Μυκηνών που περιείχε είκοσι τέσσερις τάφους και έχει εσωτερική διάμετρο 27 μ. Ευρήματα που ερμηνεύτηκαν ως ίχνη από θυσία ή οι βόθροι έθεσαν το ζήτημα της «λατρείας των νεκρών». Ωστόσο, οι υποθέσεις δεν επαληθεύονται καθώς προσκρούουν στην παντελή έλλειψη αρχαιολογικών δεδομένων για τη λατρεία εκείνης της εποχής. Τα κτερίσματα στους τάφους είναι αντικείμενα κοινής χρήσης που βρέθηκαν αδιάκριτα σε τάφους των δύο φύλων ακόμη και σε παιδικές ταφές. Πρόκειται για πήλινα αγγεία, μινυακά και αμαυρόχρωμα, κοσμήματα, εργαλεία και όπλα. Η συγγραφέας επισημαίνει ότι η υιοθέτηση σύγχρονων αξιολογικών όρων («πλούσια», «φτωχά» κτερίσματα) δεν αποδίδει την ακριβή σημασία των ταφικών προσφορών που μας είναι άγνωστη.

Έγκλημα στην υστερομινωική III περίοδο Tina McGeorge

Κρανίο (δεξιά πλευρά). Διακρίνονται οι κηλίδες αίματος Στο υστερομινωικό νεκροταφείο των Αρμένων (περίπου 1425-1200 π.Χ.) έχουν ήδη ανασκαφεί πάνω από 140 λαξευτοί θαλαμοειδείς τάφοι. Οι περισσότεροι είναι στραμμένοι προς το μεσομινωικό Ιερό του Βρύσινα. Το νεκροταφείο βρίσκεται νότια από το Ρέθυμνο και η θέση του οικισμού δεν έχει ακόμη εντοπιστεί. Η μελέτη των σκελετών και τα ταφικά ευρήματα υποδεικνύουν μιαν αυτάρκη αγροτο-κτηνοτροφική κοινότητα που χρησιμοποιούσε το μαλλί και τα υφαντά για το ανταλλακτικό της εμπόριο. Η ύπαρξη ταφών σε διακοσμημένες λάρνακες μαρτυρεί μια κοινότητα εύρωστη που δεν είναι πολιτισμικά απομονωμένη. Τα ταφικά ευρήματα του λαξευτού τάφου 67 πιστοποιούν τη χρήση του από το 1400-1300 π.Χ. περίπου, για άτομα ιδιαίτερα εύπορα. Από αυτά, ο σκελετός 67Ε ανήκει σε δυνατό, 25χρονο άντρα, που έπασχε από μελιτοκοκκική οστεομυελίτιδα, βρουκέλωση, επαγγελματική ασθένεια των κτηνοτρόφων. Δεν ήταν αυτή όμως η αιτία του θανάτου του. Ο ακρωτηριασμός του δεξιού του χεριού και ίχνη από δέκα διαφορετικά χτυπήματα στα οστά του, μάλλον από πέλεκυ, προδίδουν φονική ενέργεια. Τον νεκρό περιβάλλουν όλα του τα όπλα, πράγμα σπάνιο για το νεκροταφείο των Αρμένων. Πιθανόν το θύμα να σκοτώθηκε σε μονομαχία για την επίλυση διαφορών.

Αρχαίες ταφές στην Αθήνα Άννα Λαμπράκη

Επιτύμβια στήλη της Αμφαρέτης με το εγγόνι της, περ. 430/20 π.Χ., Μουσείο Κεραμεικού. Το άρθρο διατρέχει το χρόνο από τη μυκηναϊκή ως την ελληνιστική περίοδο. Στη μυκηναϊκή Αθήνα, οι ταφές γίνονται σε τάφους θαλαμοειδείς και λακκοειδείς. Την εποχή του Σιδήρου, οι ταφές σε ορθογώνιους λάκκους συνυπάρχουν με την καύση των νεκρών. Γύρω από την τεφροδόχο τοποθετούνται τα λιγοστά κτερίσματα, πήλινα ή χάλκινα. Στην πρωτογεωμετρική περίοδο, η καύση των νεκρών είναι συχνότερη και οι τάφοι σημαδεύονται από μικρό τύμβο. Τα κυρίως ταφικά αγγεία είναι οι υδρίες. Στη γεωμετρική περίοδο των αγγείων του Διπύλου, η καύση των νεκρών υποχωρεί. Σημειώνονται ομαδικές ταφές σε λάκκους, περίκλειστες από περίβολο. Ανάμεσα στα σημάδια που διακρίνουν τους τάφους είναι και αγγεία: κρατήρες για τους άντρες, αμφορείς για τις γυναίκες. Τα κτερίσματα περιλαμβάνουν χρυσά κοσμήματα, όπλα, πήλινα ομοιώματα. Οι νεκρικές σκηνές της εικονογραφίας περιγράφουν τη νεκρική τελετή: πρόθεση, εκφορά και μοιρολόι, με πιθανή την ύπαρξη χορού και πομπής με άμαξες. Ο Δημοσθένης αργότερα θα περιγράψει αυτό το τελετουργικό που επαφίεται στις γυναίκες. Η έξαρση της νεκρικής τέχνης στην αρχαϊκή περίοδο κάμπτεται στα τέλη του 6ου αιώνα. Τώρα οι καύσεις ξεπερνούν αριθμητικά τις ταφές, οι τάφοι σημαδεύονται με τύμβους που έχουν στην κορυφή τους ένα αγγείο, μια στήλη ή και το άγαλμα κούρου ή κόρης. Στην κλασική περίοδο οργανώνεται στον Κεραμεικό η επιβλητική Ταφική Οδός. Οι λευκόχρωμες λήκυθοι είναι το χαρακτηριστικό κτέρισμα. Συνεχίζεται το έθιμο της κάλυψης μιας ταφής με τύμβο που στην κορυφή του στήνεται μια επιτύμβια στήλη, ένα αγγείο ή ένα άγαλμα. Από τον 4ο αιώνα και ύστερα οι στήλες πληθαίνουν αλλά και απλουστεύονται. Στην ελληνιστική περίοδο, οι ανώνυμοι τάφοι είναι απλοί και αυστηροί ενώ οι πλούσιοι και διάσημοι διαθέτουν εντυπωσιακά μνημεία και μαυσωλεία.

Η Αθήνα, ο ιστορικός και η ταφή Nicole Loraux

Άμαξα σε νεκρική πομπή (αρχαϊκή εποχή). Πριν περάσει στο δεύτερο έτος του πολέμου, στο δεύτερο βιβλίο των Ιστοριών του, ο Θουκυδίδης παρεμβάλλει την περιγραφή της δημόσιας ταφής που έγινε στην Αθήνα. Ο Ηρόδοτος, στις δικές του περιγραφές ταφής, και με εξαίρεση όσες αποτελούν μοναδικά γεγονότα, όπως αυτή που ακολούθησε τη μάχη των Πλαταιών, αποβλέπει συνήθως στην κατάδειξη της ετερότητας που διακρίνει τους βάρβαρους –ή ακόμη και τους Σπαρτιάτες– από τον κανόνα που λέγεται «Ελλάδα». Όμως, με τον «σοβαρό» ιστορικό Θουκυδίδη τα πράγματα διαφέρουν. Πώς πρέπει να αντιληφθούμε αυτήν του την «παρέκβαση»; Η συγγραφέας προτείνει να στραφούμε στο έπος και την επική αξία του κλέους. Η σύγκριση με τον Όμηρο (ραψωδία Ψ της Ιλιάδας) μας υποβάλλει την ιδέα ότι ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας τις διαδοχικές φάσεις μιας τελετής, οικοδομεί το κλέος. Ο ιστορικός περιγράφει πρώτα την αιώνια ταυτότητα της πόλης ορίζοντας τη δημόσια ταφή ως πάτριον νόμον. Ακολουθεί η ευγένεια, η αριστοκρατική καταγωγή. Η πρόθεσις των λειψάνων, η τοποθέτησή τους σε κυπαρισσένιες θήκες και η εκφορά τους πάνω σε αμάξια είναι τρία χαρακτηριστικά που θυμίζουν αριστοκρατικές ταφές. Αριστοκρατικό ιδεώδες, δημοκρατική πρακτική. Πάνω απ’ όλα όμως, η περιγραφή θέλει να αναδείξει τον πολιτειακό χαρακτήρα της τελετής: ο Θουκυδίδης με επιμονή αναφέρει πως καθενός τα κόκαλα βρίσκονται στη θήκη της φυλής που ανήκε. Η ιστορική διήγηση κάνει τον επικήδειο μια πράξη λόγου με απώτερο σκοπό να παράγει το πολιτικό στοιχείο, αυτή την ιδεατότητα. Ο ιστορικός έχει τώρα προετοιμάσει το έδαφος για τον ρήτορα του επιτάφιου λόγου που θα συγκροτήσει μια πόλη πρότυπο.

Οι διαθήκες των Αρχαίων Γιούλη Βελισσαροπούλου

Αττική λευκή λήκυθος, 470-460 π. Χ. Νεκρική στήλη χωρίζει τον επισκέπτη του τάφου από το αγόρι. Τρία είναι τα ορόσημα στην ιστορική εξέλιξη του θεσμού της διαθήκης στην ελληνική αρχαιότητα: ο νόμος του Σόλωνα, η σιωπηρή εξέλιξή του στη νομική πρακτική του 4ου αιώνα π.Χ. και, τέλος, η διάδοση της διαθήκης κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Ο θεσμός της διαθήκης, που συμπίπτει με την εξασθένηση του θεσμού του οἴκου, δεν απηχεί παρά το πνεύμα ατομικισμού που συνοδεύει τη νομική αναγνώριση της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο νόμος του Σόλωνα προέβλεπε ότι, όταν δεν υπάρχουν γνήσιοι γιοι, μπορεί κανείς να αφήσει την περιουσία του σε όποιον θέλει. Οι πρώτες διαθήκες με στόχο την υιοθεσία απέβλεπαν στην εξασφάλιση διαδόχου για τα περιουσιακά αγαθά και την κοινή λατρεία του οἴκου. Στην κλασική Αθήνα ο αρχαϊκός νόμος διευρύνθηκε προς δύο κατευθύνσεις: α) οι διαθήκες παύουν να έχουν μοναδικό αντικείμενό τους την υιοθεσία και περιλαμβάνουν την επιθυμία διάθεσης μετά θάνατον της περιουσίας του συντάκτη, β) η ύπαρξη γνήσιων γιων δεν αφαιρεί το δικαίωμα σύνταξης διαθήκης από έναν πατέρα που θέλει να καταμερίσει την περιουσία του. Ο θεσμός της ἐπικλήρου κόρης, που υποχρεώνεται να παντρευτεί τον πλησιέστερο εκ πατρός συγγενή, απαντά στο πρόβλημα της συνέχισης του οίκου όταν δεν υπάρχουν ούτε γιοι ούτε διαθήκη. Η διαδικασία σύνταξης διαθήκης στους κλασικούς και τους ελληνιστικούς χρόνους περιγράφεται γλαφυρά. Στην ελληνιστική εποχή, οι διαθήκες απαλλάσσονται από τους περιορισμούς του Σόλωνα. Ο θεσμός της επικλήρου πέφτει σε αχρηστία, οι θυγατέρες έχουν κληρονομική μερίδα ακόμη κι αν υπάρχουν γιοι. Διατάξεις που εξασφαλίζουν μια δίκαιη μεταχείριση των πλησιέστερων κληρονόμων, προαναγγέλλουν τη νόμιμη μοίρα των νεότερων δικαίων.

Θάνατος και ύπνος Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Ο Θάνατος σε αττική λήκυθο του 5ου αι. π.Χ. (Βρετανικό Μουσείο D.59). Η Νύχτα αγκαλιάζει τους δίδυμους γιους της, Ύπνο και Θάνατο, στη λάρνακα του Κύψελου στην Ολυμπία (570 π.Χ.), ο ένας σκοτεινός ο άλλος ανάλαφρος. Ο Όμηρος τους περιγράφει να μεταφέρουν τον νεκρό Σαρπηδόνα στη Λυκία και, στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., η τέχνη απεικονίζει τη σκηνή με τα φτερωτά αδέλφια. Ο Ευριπίδης θα βάλει τον Ηρακλή να νικήσει τον Θάνατο αποσπώντας του την Άλκηστη. Σε αττική λήκυθο του 5ου αιώνα π.Χ. με τα δυο αδέλφια, ο Θάνατος απεικονίζεται σαν άξεστος και τραχύς πολεμιστής, σαν «Αντρειόβλαχος», που λέει και το μοιρολόι.

Μορφές θανάτου Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Γοργώ, μαρμάρινο προσωπείο των αρχών του 6ου αι. π.Χ. (Μουσείο Ακροπόλεως). Τόσο στην αρχαία ελληνική μυθολογία όσο και στην Παλαιά Διαθήκη η γυναίκα σχετίζεται με το θάνατο. Το μήλο της γνώσης που η Εύα δίνει στον Αδάμ ορίζει και τη θνητή μοίρα των ανθρώπων. Για την καταστροφή τους φτιάχνει ο Δίας την Πανδώρα που οι θεοί στολίζουν για να την κάνουν ακαταμάχητη παγίδα για τους άντρες. Η Γοργώ και η Κήρα εκπροσωπούν τρομαχτικές μορφές του θανάτου, ενώ οι Σειρήνες, οι Άρπυιες και οι Σφίγγες, με τη σαγήνη που ασκούν, σμίγουν το θάνατο με τον έρωτα.

Η ποινή του θανάτου Γιούλη Βελισσαροπούλου

Το πολυάνδριο του Φαληρικού Δέλτα (Α. Κεραμόπουλλος, Ο αποτυμπανισμός, εικ. 12). Στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, οι θανατικές ποινές που επέβαλαν τα δικαστήρια ήταν είτε η δηλητηρίαση με κώνειο, είτε ο κατακρημνισμός, είτε ο «αποτυμπανισμός». Σε αρχαίο νεκροταφείο που αποκαλύφθηκε στο Φαληρικό Δέλτα, βρέθηκε πολυάνδριο των αρχαϊκών χρόνων με 17 ταφές ανδρών χωρίς κτερίσματα. Το 1923, ο Α. Κεραμόπουλος απέδειξε ότι πρόκειται για εκτελέσεις εγκληματιών με «αποτυμπανισμό». Ο γυμνός κατάδικος, ξαπλωμένος σε σανίδα, καθηλώνεται σε αυτήν με πέντε κλοιούς, στα τέσσερα άκρα και στο λαιμό. Η σανίδα στήνεται όρθια και στερεώνεται στο έδαφος έτσι ώστε ο κατάδικος να κρέμεται. Έπεται ο λιθοβολισμός του. Κατά τον Κεραμόπουλο, οι εγκληματίες του Φαλήρου είναι πειρατές που επέδραμαν στις αττικές ακτές.

Ζώων επιτύμβια, μια ιδιαίτερη χρήση του ταφικού λόγου στην ελληνική αρχαιότητα Στέλλα Γεωργούδη

Ο Διόνυσος ταξιδεύει με το πλοίο του. Κύλικα του Εξηκία (530 π.Χ.), Μόναχο. Η συγγραφέας αντλεί από επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας αλλά και από αρχαίες ελληνικές επιγραφές για να δημιουργήσει ένα αρχείο του ανθρώπινου πόνου μπρος στο χαμό του ζώου που τον συντρόφευε. Θρηνεί κανείς για τα άλογα που του είχαν προσφέρει νίκες σε αγώνες. Αλλά και για εκείνο που συνόδευε στον πόλεμο το αφεντικό του. Αν το άλογο, ζώο δαπανηρό, αγγίζει μια περιορισμένη ομάδα, δεν συμβαίνει το ίδιο και με το σκύλο. Το ένα μετά το άλλο εμφανίζονται τα επιγράμματα για σκυλιά κυνηγιάρικα, παιχνιδιάρικα, φύλακες. Ωστόσο, δεν περιορίζεται εδώ η ευαισθησία και η αγάπη των αρχαίων για τα ζωντανά πλάσματα γύρω τους. Ένα κατσικάκι, ένας κόκορας, μια πέρδικα, κάποιο μελωδικό πουλί. Τριζόνια και τζίτζικες που μαγεύουν με το τραγούδι τους. Όλοι αυτοί οι σύντροφοι θάβονται επιμελώς. Πίσω από τη Στοά του Αττάλου αποκαλύφθηκε το 1950 ταφή σκύλου με «νεκρόδειπνο» ένα βοϊδοκόκαλο τοποθετημένο κοντά στη μουσούδα του. Η έλλειψη ταφής αυξάνει τη θλίψη. Τα δελφίνια, με εμπιστοσύνη κουβαλούν το πτώμα του συντρόφου τους στην ακτή για να το θάψουν οι φιλόμουσοι άνθρωποι. Η έγνοια να μη μείνει άταφο το νεκρό ζώο αντανακλά το δέος μπροστά στο άταφο πτώμα που διαποτίζει την αρχαία ελληνική σκέψη. Τα επιτύμβια των ζώων δεν είναι απομονωμένα. Συνδέονται με τους θρήνους ζώων για το χαμό των ανθρώπινων φίλων τους, ενώ οι σχέσεις των ανθρώπων με τα ζώα εντάσσονται σε διάφορα λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και βιολογικά ρεύματα της αρχαιότητας.

Πρόθεση και εκφορά του νεκρού στην αρχαία Ελλάδα Ντίνα Κουσουλάκου, Στρατής Παπαδόπουλος

Πήλινο άρμα νεκρικό από τάφο του Αργυρούντος (εκφορά). Στο τυπικό της αρχαίας ελληνικής κηδείας και του πένθους διακρίνουμε τέσσερις φάσεις: την πρόθεση του νεκρού, την εκφορά, τον ενταφιασμό και τις τιμές που του γίνονται σε τακτές ή έκτακτες χρονικές στιγμές μετά την κηδεία. Στο άρθρο αυτό οι συγγραφείς πραγματεύονταιν τις πρώτες δύο φάσεις. Κανονικά την κηδεία αναλαμβάνουν οι «επιβάλλοντες», οι κληρονόμοι. Ο νεκρός λούζεται και κόβονται τα μαλλιά του. Τα μαλλιά τους κόβουν και οι μαυροντυμένοι συγγενείς. Η πρόθεση γίνεται την επομένη μέρα του θανάτου και έχει κύριο στόχο την πιστοποίηση ότι ο νεκρός δεν πέθανε με βίαιο τρόπο. Στο μέσο του δωματίου τοποθετείται το νεκρικό κρεβάτι με τον στολισμένο νεκρό. Γύρω από το νεκροκρέβατο στήνονται οι νεκρικές υδρίες. Η «σύνοδος» των συγγενών και φίλων που έχουν προσκληθεί ονομάζεται «περίδειπνον». Η πολιτεία μάταια επιχείρησε να μετριάσει την υπερβολή του θρήνου των γυναικών που φτάνουν να σκίζουν τις σάρκες τους. Τα χαράματα της τρίτης μέρας γίνεται σιωπηλά η εκφορά που οφείλει να ακολουθεί ευθεία πορεία. Στην πομπή προηγούνται οι άντρες και οι γυναίκες ακολουθούν. Μόνο οι πολύ κοντινές συγγενείς και οι γυναίκες άνω των 60 ετών επιτρέπεται να συνοδεύσουν το νεκρό ως τον τάφο. Την επομένη του ενταφιασμού, με ειδικό τελετουργικό απομακρύνεται το μίασμα από την οικία. Ο νόμος επιμένει στην όσο το δυνατό μικρότερη διάρκεια του πένθους που δεν πρέπει να ξεπερνά τους τρεις μήνες για τους άντρες και τους τέσσερις για τις γυναίκες.

Το νεκρομαντείο της Eφύρας Άννα Λαμπράκη

Μια από τις τοξωτές πύλες που περνούσε ο επισκέπτης στο νεκρομαντείο της Εφύρας. Το φημισμένο νεκρομαντείο της Εφύρας που βρίσκεται κοντά στον Αχέροντα ποταμό και την Αχερουσία λίμνη, θεωρείτο πολύ παλιό. Στον Όμηρο, εκεί στέλνει η Κίρκη τον Οδυσσέα για να ανταμώσει τον Τειρεσία. Ο Λουκιανός, στο έργο του Μένιππος ή νεκυομαντεία (161-162 μ.Χ.), περιγράφει ζωντανά τις τελετές. Στο άρθρο περιγράφεται το ιερό, κτισμένο την ελληνιστική εποχή, η υπόγεια αίθουσά του με οροφή που στήριζαν ημικυκλικά τόξα, οι τοξωτές πύλες που έπρεπε να διαβεί ο επισκέπτης και όλο το τελετουργικό. Το νεκρομαντείο κατέστρεψαν οι Ρωμαίοι το 167 π.Χ.

Οι στήλες της Δημητριάδος Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Η γραπτή επιτύμβια στήλη του Δημητρίου (3ος αι. π.Χ.) από τη Δημητριάδα της Θεσσαλίας, Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου Η εξαιρετική ζωγραφική που αποκαλύφθηκε στη Βεργίνα αφαιρεί την καλλιτεχνική πρωτοπορία αλλά δεν μειώνει τη σημασία των μεταγενέστερων ζωγραφισμένων νεκρικών στηλών του 3ου αιώνα π.Χ., που βρέθηκαν από τον Απόστολο Αρβανιτόπουλο στις αρχές του 20ου αιώνα στη Δημητριάδα της Θεσσαλίας. Παρουσιάζονται η στήλη του Δημητρίου, η στήλη της Αρχιδίκης και η στήλη της Ηδίστης.

Θάνατος και αρχιτεκτονική Μαρία Καμπούρη

Το Μνημείο των Νηρηίδων (περ. 400 π.Χ.) από την Ξάνθο της Λυκίας βρίσκεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο. Από τη μυκηναϊκή περίοδο με τους θολωτούς τάφους κτισμένους με το εκφορικό σύστημα και πολυτελή, λαξευτή τοιχοποιία, ξεχωρίζουν οι «θησαυροί» του Ατρέα στις Μυκήνες και του Μινύου στον Ορχομενό της Βοιωτίας. Από τη γεωμετρική εποχή ως το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ., την αγάπη και το σεβασμό προς τους νεκρούς μαρτυρούν τα υπέργεια ταφικά μνημεία: τα γεωμετρικά αγγεία του Διπύλου, επιτύμβιοι κούροι και κόρες, τα επιτύμβια ανάγλυφα, οι αττικές στήλες, οι λευκές λήκυθοι, τα ναόσχημα κτίρια. Τον 4ο αιώνα, στη Μικρά Ασία ανεγείρονται επιβλητικά ταφικά μνημεία με λαμπρότερο το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού (350 π.Χ.). Πρότυπά του υπήρξαν το «Μνημείο των Νηρηίδων» στην Ξάνθο της Λυκίας (περίπου 400 π.Χ.) και το «Ηρώον του Γκιούλμπασι» στην ίδια περιοχή. Μεταγενέστερος είναι ο γνωστός ως «Λιοντάρι της Κνίδου» (350 π.Χ.) τάφος και ο τάφος στα Μύλασα (315 π.Χ.). Ο τύπος των μακεδονικών τάφων χαρακτηρίζεται από υπόγειο θολωτό θάλαμο που στεγάζεται με κυλινδρική καμάρα και από ναόσχημη πρόσοψη που διακοσμείται με ιδιαίτερη φροντίδα. Εκτός από τους βασιλικούς τάφους της Βεργίνας που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα, διατηρείται ο τάφος των Λευκαδίων κοντά στη Νάουσα (μέσα του 2ου αι. π.Χ.) και ο τάφος της Βεργίνας του Κ. Ρωμαίου. Οι μνημειώδεις τάφοι και τα μαυσωλεία της ρωμαϊκής εποχής (τάφοι του Αυγούστου και του Αδριανού) είχαν περίκεντρη διάταξη και αυτός ο τύπος των ταφικών κυκλικών κτισμάτων εξαπλώθηκε και στις επαρχίες της αυτοκρατορίας. Στην Ανατολή εμφανίζονται μαυσωλεία και ναόσχημοι τάφοι (Ρώμη, Τερμησσός, Haidra), ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ταφικά μνημεία της Πέτρας. Η πρώιμη χριστιανική εποχή των διωγμών χαρακτηρίζεται από τις κατακόμβες και τα «μαρτύρια», τους τάφους των μαρτύρων. Με την επικράτηση του χριστιανισμού, τα «μαρτύρια» διαμορφώνονται σε περίκεντρα ή σταυρικά μεγαλοπρεπή κτίρια, ενώ παράλληλα αρχίζουν να κτίζονται τα χριστιανικά μαυσωλεία. Το σημαντικότερο τέτοιο ταφικό μνημείο είναι ο Πανάγιος Τάφος με την εκκλησία της Ανάστασης στα Ιεροσόλυμα. Τα καλύτερα δείγματα στη Ρώμη αποτελούν το Μαυσωλείο της Αγίας Ελένης, της Αγίας Κωνσταντίας και του San Stefano Rotondo. Το μαυσωλείο του Κωνσταντίνου σε άμεση επικοινωνία με το ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη μαρτυρεί την τάση της ενσωμάτωσης των άλλοτε αυτόνομων κυκλικών κτιρίων στα θρησκευτικά συγκροτήματα. Στη Δύση συνεχίζεται ο τύπος του αυτόνομου κυκλικού μαυσωλείου στο μαυσωλείο του Θευδέριχου στη Ραβέννα (526) και στους τάφους των βασιλέων Χλοδοβίκου και Χιλδεβέρτου στο Παρίσι (6ος αι.). Ωστόσο, ιδιαίτερα τον 10ο και 11ο αιώνα, παρατηρείται εντυπωσιακή διάδοση του τύπου της ενσωματωμένης ροτόντας σε αρχιτεκτονικό συγκρότημα. Στη βυζαντινή περίοδο (867-1453) δεν υπάρχουν μεγάλα ταφικά μνημεία. Μόνο στα όψιμα χρόνια της εμφανίζονται τα ταφικά παρεκκλήσια εικονογραφημένα με την Ανάσταση των νεκρών. Διακρίνονται τα ταφικά παρεκκλήσια της Μονής της Χώρας (1313) και της Μονής Παμακαρίστου (1310) στην Κωνσταντινούπολη. Στους νεότερους χρόνους, το 1837 ιδρύεται το Α´ Νεκροταφείο της Αθήνας και αναδεικνύεται σε γλυπτοθήκη του 19ου αιώνα. Στην επιτύμβια αρχιτεκτονική και γλυπτική κυριαρχούν τα αρχαιοπρεπή θέματα. Τύπο «μαυσωλείου» επιδιώκουν να αποκτήσουν τα νεοκλασικά μνημεία του τύπου των μονόπτερων ναΐσκων (τάφοι Σλήμαν, Κούππα, Πιπινέλη, Ζωγράφου κ.ά.).

Τα συγχωροχάρτια Κλαίρη Ευστρατίου

Συγχωροχάρτι. Από τον 16ο αιώνα, ζωντανοί και νεκροί εξαγοράζουν μια θέση στον παράδεισο. Καταβάλλοντας ένα αντίτιμο, αποκτούν τη γραπτή διαβεβαίωση ότι οι αμαρτίες τους παραγράφηκαν, παίρνουν δηλαδή συγχωροχάρτι. Τα συγχωροχάρτια για τους ζώντες κυκλοφορούν σε έντυπη μορφή από τα μέσα του 17ου αιώνα και η έκδοσή τους είναι προνόμιο του Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Τα συγχωροχάρτια για τους νεκρούς, που τυπώνονται από τις αρχές του 19ου αιώνα, εκδίδονται αποκλειστικά από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Το γεγονός ότι το συγχωροχάρτι τοποθετείται ανάμεσα στα χέρια του νεκρού την ώρα της ταφής του δεν επιτρέπει να ερευνηθεί με χρονολογική ακρίβεια αυτό το σπάνιο είδος εγγράφου.

Ο Όσιος Σισώης Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Ο όσιος Σισώης. Ο όσιος Σισώης μόνασε τον 4ο αιώνα στην έρημο της Θηβαΐδας. Οι πρώτες του απεικονίσεις τον 16ο αιώνα συμπίπτουν με το ρεύμα της απαισιοδοξίας στη φιλοσοφία που χαρακτηρίζει την ορθόδοξη ανατολή μετά την άλωση της Πόλης. Γέρος με λιγοστά μαλλιά και μακριά γένια, ο όσιος Σισώης απεικονίζεται πλάι σε ανοιχτούς τάφους, ακόμη και πλάι στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αναλογιζόμενος τη ματαιότητα της ζωής και το αναπόφευκτο του θανάτου. Παρουσιάζονται οι απεικονίσεις του στη Μονή της Παναγίας Μαυριώτισσας, στη Μονή της Λαύρας και στη Μονή Ξηροποτάμου στον Άθω, στη Μονή Βαρλαάμ στα Μετέωρα και στη Μεγίστη στο Καστελόριζο.

Ο θάνατος στο δημοτικό τραγούδι Ερατοσθένης Καψωμένος

Ο Διγενής. Χαρακτικό του Σπ. Βασιλείου. Το βίωμα του θανάτου όπως εκφράζεται στο δημοτικό τραγούδι θέτει σε κίνηση μια διαδικασία σημασιοδότησης και ιεράρχησης αξιών προσφέροντας έτσι πρόσφορο πεδίο για τη μελέτη της λαϊκής βιο-κοσμοθεωρίας. Τα κατεξοχήν τραγούδια του θανάτου είναι τα μοιρολόγια, μονωδιακοί θρήνοι γυναικών, και τα τραγούδια του Κάτω Κόσμου και του Χάρου, τραγούδια ομαδικά. Το χωροταξικό τους σύμπαν διαιρείται σε Απάνω και Κάτω Κόσμο. Οι αρνητικοί ορισμοί του Κάτω Κόσμου δείχνουν ότι δεν υπάρχει θεωρία θανάτου και μέλλουσας ζωής. Η μεταβολή που φέρνει ο θάνατος διερμηνεύεται με μεταφορές. Άλλοτε πρόκειται για ταξίδι χωρίς γυρισμό, άλλοτε ο θάνατος σηματοδοτείται ως μια μορφή αυθαιρεσίας που αντίκειται με δόλο ή βία ενάντια στον άνθρωπο. Τέλος, οι αλληγορίες, οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις που αντλούνται από τη φυσική κυρίως περιοχή, δανείζουν στο θάνατο αγαπημένου προσώπου σχήματα ευρύτερων καταστροφών. Από τα κεντρικά θέματα τόσο στα μοιρολόγια όσο και στα τραγούδια του Χάρου, είναι η προβολή των αξιών του Απάνω Κόσμου που κορυφώνεται στον έπαινο του νεκρού. Έτσι μετασχηματίζονται από θρήνο για το θάνατο σε ύμνο για τη ζωή. Στη βιοθεωρία που εκφράζεται ο θάνατος δεν έχει θέση, παραμένει γεγονός αφύσικο που αντιμάχεται το ανθρώπινο βίωμα της επίγειας αθανασίας.

Το κώνιο Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Το φυτό κώνειο. Διάφορες ποικιλίες κώνειου φυτρώνουν στην Ελλάδα. Στην Αττική το φυτό φτάνει τα 2μ ύψος. Το δηλητήριό του περιέχεται κυρίως στο σπόρο και τα άνθη του. Πιθανόν ο στρατηγός Θηραμένης από την Κέα (404 π.Χ.) να ήταν ο πρώτος που πήρε κώνειο. Ο Πλάτων μας αναφέρει τα συμπτώματα του Σωκράτη, τα στάδια της παράλυσης και τον γρήγορο θάνατο.

Τρεις απεικονίσεις της Δεύτερης Παρουσίας στη Δυτική Κρήτη Monique Bougrat

Ανισαράκι. Η θάλασσα αποδίδουσα τους νεκρούς. Η εικονογραφία της Δεύτερης Παρουσίας διαμορφώθηκε και εξελίχθηκε από τον 11ο ως τον 15ο αιώνα. Πολλά είναι τα ξωκλήσια στην Κρήτη που διατηρούν τέτοιες τοιχογραφίες. Για την παρουσίαση του θέματος επιλέγονται εδώ τρία μνημεία που βρίσκονται όλα στη δυτική ενδοχώρα του νομού Χανίων, γύρω από το χωριό Κάντακα. Δύο από αυτά, ο Άγιος Προκόπιος στο Λειβαδά και η Παναγία στο Ανισαράκι, δεν είναι χρονολογημένα. Αντίθετα, επιγραφή χρονολογεί στα 1409-1410 τον Άγιο Γεώργιο στα Πλεμενιανά. Αν και οι ναοί βρίσκονται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο και έχουν κοινά εικονογραφικά στοιχεία, δεν υπάρχει κοινή σύλληψη στη σύνθεση. Η Δεύτερη Παρουσία στο Λειβαδά διαφέρει από τις άλλες δύο εκκλησίες και πλησιάζει το βυζαντινό πρότυπο του 11ου και του 12ου αιώνα τόσο στη σύνθεση όσο και στο περιεχόμενο. Αντίθετα, οι τοιχογραφίες στο Ανισαράκι και τα Πλεμενιανά δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη Δεύτερη Παρουσία παρά στην Κρίση.

Θάνατος και εικόνα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Τα λουλούδια στον τάφο συμβολίζουν την ανάσταση της ψυχής. Η εικόνα ίσως αποτελεί την πιο εύγλωττη έκφραση της ανθρώπινης αγωνίας μπροστά στη φθορά του θανάτου. Οι απεικονίσεις των νεκρών έχουν μακρά ιστορία: μούμιες με ζωγραφιστά πορτρέτα, αγάλματα. Από τον 20ό αιώνα περιλαμβάνουν και τη φωτογραφία που τυπώνεται ανεξίτηλα πάνω σε πορσελάνη ενώ περιβάλλεται από αμάραντα πλαστικά λουλούδια.

Θανατική ποινή: η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Eλλάδα Βασίλης Δωροβίνης

Ο πύργος στη νησίδα Μπούρτζι χρησιμοποιούνταν ως κατοικία των δημίων. Ο συγγραφέας παραθέτει τα συμπεράσματα της αρχειακής του έρευνας που αποκαλύπτει ότι η θανατική ποινή στην καποδιστριακή περίοδο σπάνια εφαρμόστηκε και μετέπειτα, ως τις αρχές του 20ού αιώνα, δεν συνάντησε την αποδοχή του ελληνικού λαού. Ιδιαίτερα το Ναύπλιο αποσπά την προσοχή αφού το Παλαμήδι ήταν ο κύριος τόπος εκτελέσεων ενώ στο Μπούρτζι διέμεναν οι δήμιοι που ήταν αλλοδαποί. Το «λειτούργημα» του δημίου καθιερώθηκε, όπως και η λαιμητόμος, με την έλευση του Όθωνα. Παρατίθενται ζωντανά περιστατικά από τον Τύπο της Αργολίδας που καταδεικνύουν τον αποτροπιασμό του πληθυσμού που έφτασε να λιθοβολήσει ή και να δολοφονήσει τους δήμιους και να κάψει τη λαιμητόμο τους.

Άλλα θέματα: Η σκάλα της ζωής του άντρα Αντρέας Ιωαννίδης

Τεύχος 11 Μάιος 1984 O θάνατος στην Aρχαιότητα - Διαθήκες των Aρχαίων - Aρχιτεκτονική και θάνατος Άλλα θέματα Σελίδες: 80-81 «Η σκάλα της ζωής του άνδρα» Η λαϊκή αυτή ζωγραφιά που συναντούσαμε κυρίως σε ταβέρνες συμπυκνώνει ολόκληρη την ιδεολογία μιας ανδροκρατικής κοινωνίας. Στη βάση αυτής της κλίμακας, στο κεντρικό σημείο, υπενθυμίζεται ο καταστροφικός ρόλος της Εύας. Η γυναίκα, σύζυγος και μητέρα, συντροφεύει τον άντρα μόνο στα δύο από τα εννέα σκαλιά της ζωής του. Το αντιθετικό ζευγάρι που σχηματίζουν τα φύλα δεν είναι το μόνο. Ο άντρας διακρίνεται σε νέο και γέροντα, σε παραγωγικό και μη. Η παραγωγικότητα είναι εκείνη που καθορίζει και την κορύφωση της αντρικής ζωής στο ψηλότερο σκαλοπάτι της: γύρω στα 40 με 50 είναι η ηλικία της απόλυτης επαγγελματικής επιτυχίας.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Κουκουναριές Πάρου. Γενική άποψη της ακρόπολης που κατοικήθηκε από τον 12ο έως τον 7ο αι. π.Χ. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος επισημαίνει την ανάγκη διατήρησης του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της κτιριακής πολιτιστικής κληρονομιάς, της επαναδημιουργίας εργασιών και θέσεων στην τεχνική κτιρίων, της αξιοποίησης του «πολιτιστικού τουρισμού» πολιτών και επισκεπτών - Πρόσφατα ιδρύθηκε η Ελληνική Αρχαιομετρική Εταιρεία - Τη μετατροπή της Ιεράς Οδού σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας επέβαλε το Υπουργείο Δημοσίων Έργων, ανατρέποντας την κοινή πρόταση των Υπουργείων Χωροταξίας και Πολιτισμού (1983) που προέβλεπε τη διαμόρφωσή της σε αρχαιολογικό δρόμο και πάρκο - Στον 5ο αιώνα π.Χ. χρονολογείται παιδική πώρινη σαρκοφάγος με κτερίσματα που βρέθηκε στο Περιστέρι

Συνέδρια

Έγινε στην Αθήνα από τις 4 ως τις 10 Σεπτεμβρίου 1983 το 12ο Συνέδριο Κλασικής Αρχαιολογίας με θέμα: Η κλασική Ελλάδα και ο αρχαίος κόσμος - Στο Έκτακτο Συνέδριο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (Αθήνα, 9-13 Μαρτίου 1984) συζητήθηκαν τόσο ο εκσυγχρονισμός της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας όσο και τα προβλήματα της Υπηρεσίας Προστασίας των Μνημείων - Έγινε στους Δελφούς (9-11 Απριλίου 1984) διεθνές συμπόσιο με θέμα: «Το αρχαίο ελληνικό δράμα και εμείς»

Βιβλία

Antony Adrewes, Αρχαία ελληνική κοινωνία, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1983 (μτφ. Α. Παναγόπουλος) - Γιάννης Καραγιαννόπουλος, Το βυζαντινό κράτος - κρατική οργάνωση - κοινωνική δομή, Ερμής, Αθήνα 1983 - Ι. Βασιλείου, Στη Σικελία. Αναζητώντας τη Μεγάλη Ελλάδα, Εστία, Αθήνα 1983 - Herbert Read, Η τέχνη σήμερα. Για τη θεωρία της μοντέρνας τέχνης, Κάλβος, Αθήνα 1984 (μτφ. Δημ. Κούρτοβικ) - Νίκος Δήμου, Ο Έλληνας Βούδδας, Νεφέλη, Αθήνα 1984 - Άρης Κωνσταντινίδης, Τα παλιά αθηναϊκά σπίτια, Πολύτυπο, Αθήνα 1983 (2η έκδοση).

Επιστολές

Με θέμα τις «Νεοελληνικές βαρβαρότητες», η στήλη φιλοξενεί επιστολές αναγνωστών. Στο τεύχος αυτό γράφουν οι: Μαργαρίτα Ανωδινού: Στα 2 χλμ. που χωρίζουν τις Μηλιές από τη Βυζίτσα , εξαιρετικά διατηρημένα χωριά και τα δύο, έχει υψωθεί η δίπατη, τσιμεντένια «Ψησταριά Το αλώνι», Βασίλης Δωροβίνης: Ένα ένα κατεδαφίζονται νεοκλασικά και παραδοσιακά κτίρια στο Αιτωλικό που, αν και ταυτισμένο με την τύχη του Μεσολογγίου, εξακολουθεί να παραμένει στην αφάνεια, Νίκος Καμπούρης: Η Αρχαιολογική Εταιρεία παραχώρησε στην αμερικανική εταιρεία Franklin Porcelain την άδεια κατασκευής αντιγράφων αγγείων σε μικρογραφία. Με δώδεκα αγορές ο «συλλέκτης» παίρνει δώρο και μια εταζέρα. Την προσφορά αντιγράφων της χειρίστης ποιότητας συνοδεύει επιστολή και του κυρίου Γ. Μυλωνά.

English summaries: Three representations of the Last Judgement in Western Crete Monique Bougart

The iconography of the Last Judgment in Byzantine art basically emerged in the 11th century, while in the four following centuries it was additionally developed and enriched as a result of the awakening and maturity of the individual conscience that enabled believers to consider the questions of life and death for themselves. Many rural chapels in Crete are decorated with wall paintings of the Last Judgment. To illustrate this specific subject, three monuments are selected, all of them located around the village Kandaka in the province of Khania. One of the churches, honoring the name of St. George, according to an inscription, dates back to to 1409 – 1410, while the other two, honoring the names of St. Prokopios and the Virgin Mary respectively, are not dated. By examining the Last Judgment frescoes in these churches we reach the following conclusions. The choice of the individual, secondary subjects that form the composition of the Last Judgment, as well as their position in this complex representation, have probably been influenced by the iconography of the East or have been dictated by specific limitations. Crete, located far from the art centres of the Byzantine world, accepts their influence but transforms the prototypes into representations with an archaic look about them.

Funeral epigrams for animals Stella Georgoudi

Animals competing in the field, animals as warriors, hunters, and as true and loyal companions and servants of man, deserve a grave as humans do. Certain funeral epigrams of the Anthologia Palatina refer not only to the death of the horse and dog, the best companions of man, but also to the death of other animals (kid, rooster, partridge, dolphin) and even insects (cicada, cricket) that either wander free in nature or have become “part” of a home. Since the way leading to Hades is followed equally by humans and animals, animals also have the right to be buried in order to reach the Underworld. If man fails or neglects to bury an animal, then the sorrow for the lost life becomes stronger. The expression of love and mourning for the death of an animal is only a fraction of the much dealt with subject of the relation between man and animal in the ancient Greek world. Archaeological excavations may never bring to light the minute tomb of a cicada or a cricket since its life starts and ends in the verses of some epigrams of the Anthologia Palatina. Through these verses, however, the anguish and sorrow of the living for the loss of the “other” is fully manifested, even if this “other “ is an animal. Man’s concern for the burial of the dead animal reflects in a way man’s own fear at the sight of a corpse that did not for some reason deserve to have a proper burial, a fear with which ancient Greek thought is imbued.

Exculpating briefs K.E.

The issue of exculpating briefs was a practice that gradually developed into a common element of Christian Orthodox reality. Via this "certificate", obtained through "economic contribution to the church", dead and living believers could assure their place in Christian Paradise. The practice of issuing exculpating briefs became a general rule in the 16th century, while the last relevant certificate was issued in 1955. TThe exculpating briefs were hand written until the mid-17th century, when they became printed. They were issued by the four Patriarchates of the Orthodox east under Turkish rule.That of Constantinople, of Alexandria, Antioch and Jerusalem. They could refer to a single person or to more. The Patriarch of Constantinople alone had the authority to issue exculpating briefs regarding sins or deeds. The earlier known exculpating brief in the Greek language is the one issued in the name of Dositheos Notaras, Patriarch of Jerusalem.

Death and architecture. Types and forms Maria Kambouri

Since prehistoric times man has shown an exceptional interest in death. As soon as the various religious theories regarding the dead body were formed, the grave became a focal point of interest and was developed in many types and forms. Therefore, we will try to illustrate as fully as possible some examples that have a special significance in the evolution of funerary architecture. The funerary monuments of the Mycenaean period mirror the great importance given to life after death and are extraordinary achievements for their time. A variety of over ground funerary monuments is furnished by the geometric period. These may not present direct architectural interest but they are indeed masterpieces of plastic art and vase painting. The most significant funerary monuments belong, however, to the 4th century BC. The best known and celebrated funerary monument of antiquity was, undoubtedly, the Mausoleum of Halicarnassus (350 BC), one of the seven wonders of the antique world. The monument was commissioned by Mausolos, dynast of Halicarnassus, to the architects Pythaeos and Satyros, who also wrote a book on it,lost today. The serious transformations of Greek society following the death of Alexander the Great contributed to the the great effect the luxurious and impressive monuments of the rulers of the East had on Greek architecture. The monumental Macedonian graves form a distinct group. The underground vaulted chamber and the temple-shaped façade carefully decorated – although destined to be hidden under a mound of earth – are typical characteristics of these graves. The tradition of Greek funerary architecture was passed on to Rome, the cultural heir of Greek civilization, and was enriched with new varieties of style. Tombs and mausoleums, usually cyclical in plan, characterize the Roman period. Christianism brought along the theory that terrestrial life was nothing more than a temporary interval for eternity, therefore death had to obtain a new content and meaning. The funerary buildings of the early Christian age are of insignificant architectural interest with the exception of martyria that aimed to focus attention on the exemplary – for believers – life and death of the pioneers of the new faith. The establishment of Christianity as the official religion of the new empire by Constantine the Great contributed to the continuation of the already existing tradition in funerary monuments with one innovation.The incorporation of the monuments in religious architectural complexes. It is not until the 19th century when, with the decree of 1834, the first properly organized cemeteries appear. The new social and political conditions have a direct effect on funerary architecture. The continuously rising Greek middle class of the 19th century, wishing to commemorate its economic, political and artistic and military success, commissioned the most famous contemporary artists with the execution of the final proof of its wealth and power. The Second World War puts under control the luxury of human vanity.

Death in folk songs Eratosthenes G. Kapsomenos

The extent to which death as a theme affects universal and biological concerns can be used as a key to research or even as a criterion for the determination of a cultural system. From this point of view the Greek folk-song represents a most significant case, where the experience of death puts human values in perspective thus creating an extremely suitable plane for the study of bio-cosmotheory. We will approach the subject from this point of view. In the poetry of a people like the Greeks, whose modern history is a long series of hardships, the problem of death is not, of course, limited to the category of songs specifically related to mournful occasions. Almost equally often it can be traced to heroic songs, where the attitude towards death usually serves as the criterion of heroism. In ballads, the adventure of life in its mythical or social dimensions is interlaced with bloody incidents or an experience of death. Expatriation songs, due to their lamenting character, stand very close to death lamentations. In the adages and in the purely banquet and dancing songs the prospect of death creates the well-known motif of “carpe diem”. Here we deal only with songs that specifically deal with death.These can be classified in two distinct groups, lamentations and songs of the Underworld or songs of Charon (=ruler of death). The lamentations are mournful songs that are related to the folk customs and rituals of the preparation and burial of the dead. They represent a direct expression of the pain and sorrow for the loss of a certain person and therefore they have an extemporizing character. The songs of Charon form a thematic group of allegories originating from the Middle-Ages, combined with themes of frontier poetry. They do not refer to specific persons but they create a mythical tale of the struggle between life and death through personification of the opponent forces. Lamentations and songs of Charon, in spite of their difference in character and style, share basic concepts so as to compose, finally, a common approach towards life and death.

Burials in ancient Athens Anna Lambraki

Since it is not possible for us to examine in a single article the ancient burials throughout Greece in antiquity, we will limit our study to Athens, one of the most lively centres of Greece. The Mycenaean settlement of Athens was built on the Acropolis hill and its cemetery lay at its foot to the west. The graves of the Athenian cemetery have the form and shape of a pit or chamber with vaulted graves, a kind unique to this site, as nothing similar has been found in the rest of Attica. During the Iron Age, the corpses were cremated and the ashes, placed in a vase, were buried in the grave along with the offerings. Kerameikos becomes the burial area in the early geometric age, while another cemetery of the same period has been located at Nea Ionia, Attica. The graves containing the ashes of the dead were cyclical pits with a smaller trench in the centre, properly dug so as to accept the cinerary vase. The mouth of this vase was closed either by a slab or shard or by a smaller vase. The famous Dipylon vases, named after the site where they were found (Dipylon of Kerameikos) date from the Geometric Age. The iconic representations of this period led the specialists to the conclusion that the death ritual consisted of the exposure of the dead and the funeral, the lamentation and probably the procession, accompanied by dances. The peaking of funerary art is one of the characteristics of the archaic period. Many of the surviving monuments are works of celebrated contemporary artists. However, in the late 6th century BC a decline in this art is obvious, a phenomenon explained by the political and economic situation. During the archaic period the burning of the dead becomes more frequent as opposed to burial. The corpses are cremated in a grave that is up to two meters deep. The information on the Classic era, both excavational and literary, is ample. The inner side of the grave is covered by a layer of mortar; a sarcophagus containing the corpse or its ashes is placed in the grave. Various indicative signs such as statues, funerary stelae, stone or ceramic vases etc. stand on the grave.

Athens, the historian and burial Nicole Loraux

Certain burials are simply mentioned by the ancient historian because they are unique, significant facts, therefore they do not need further interpretation or literary elaboration. The burial of the victorious Greek warriors killed in the battle of Plateae, as mentioned by Herodotus furnishes a good example. The various Greek city-states express their political and consequently their cosmotheoretical status through the burial customs they practice. Sparta exhibits a hierarchical concept, Tegea, Athens and various other cities proclaim the idea of equality before death, while those Greeks who collaborated with the invaders hid their absence from battle in empty tombs that, of course, deceived no one. What, however, can be the purpose of the historian who describes in detail all the phases of a ritual, common and identical in every case? Thucydides, a most solid historian, mentioned only rituals of historic significance.One can possibly interpret Thucydides’ text by thinking of the epos, since epic values and mainly the cleos i.e. glory that is kept alive as long as it is narrated, are relevant to historic writing. In the Iliad, an entire rhapsody is dedicated to Patroclus’ burial although further back the lamentation of Achilles deeply colours the narration. For Thucidides the description of the burial ritual is the means that, due to her heroes, and celebrated citizens, secures Athens’ place in eternal memory. Therefore, Epitaphios, the speech given by Pericles, transforms the praise of the citizens into a hymn to the city. The description of a burial ritual given within the frame of a historic narration places the time of the historic facts into a timeless present. As a result, Epitaphios becomes the model for any reference to Athens, for any consideration of the city. However, the funeral oration Pericles invents for the sake of posterity, presents Athens as an ideal city and stands as a model in itself. If one had to draw only from Thucidides, one would have to altogether ignore funeral games, an indispensable element of funeral and festive rituals that took place annually in remembrance of citizens who lost their lives fighting for Athens. In the Thucididian text the funeral games, where living citizens participate in a noble competition for real values have been purposely omitted, since the historian had a unique goal, to prove that the person of the citizen reaches its highest moment in the figure of the Athenian dead thus, the city realizes itself in a state of glory.

A crime in the late Minoan period Tina McGeorge

Among 500 skeletons found at the Late Minoan cemetery at Armenoi Rethymnon, Crete, 67E is the only individual who presents incontestable evidence of having met with a very violent and premature death. The finds in his family tomb indicate a degree of affluence or social prominence. The deceased was a young man about 25 years old. He was fairly tall and his skeleton shows he was physically robust and energetic, although his natural vigor may have been impaired due to brucellosis. On several parts of his body (arms, thighs and shins), there are traces of cuts which must have been caused by a sharp, heavy instrument, probably an axe. His right hand, in which perhaps he held a weapon to defend himself, had been completely severed at the middle of the forearm, since the rest of the bones of this arm were not recovered from the tomb. Traces of what very much resemble blood stains are easily visible on several bones, including the skull. His premature and violent death may have followed a duel or murder attempt. Perhaps through his social position or because of some other social problem of the period, he had incurred someone's dislike or jealousy, alternatively he may have caused offence and been challenged to a duel.

Funerals and burials in ancient Greece according to literary sources Stratis Papadopoulos, Ntina Kousoulakou

Soon after death had occurred the close relatives of the dead had to take care of practicalities i.e. the exposition, the funeral and the burial of the corpse. In the day following the death the sad event was announced by a servant or was indicated by a pitcher, placed in front of the front door of the dead. The corpse was washed and laid out on a bed. The relatives cut their hair and wore mournful garments. They also invited friends for the exposition of the dead that took place the day after. The lamentation and the traditional mourning performed by professional women lasted throughout the second day. The funeral itself took place on the third day at dawn. The procession was silent and followed the public road. The women attended from a distance and with the exception of very close relatives they were not allowed to approach the graveyard. The next day the house was sprinkled with sea water, was daubed with earth and finally was washed so as to be cleaned from the contamination of the corpse. Then, sacrifices were offered to the household gods. The relatives had to mourn the male for three and the female for four months.

Burial customs in continental Greece in the Middle Bronze Age Olga Polychronopoulou

Death and burial are marked by various customs expressed through speech and action. Archaeology deals with the visual segment of burial customs such as formation of the site, mode of burial, preparation of the dead etc. The burial customs used in a society bear witness to its structure. Since, however, the relevant testimonies from the Bronze Age are scarce, the unanswered questions are many. Man, since early times had faced the problem of the burial of his companions urgent due both to the deterioration of the human body and its natural consequences, that is illness, epidemics etc. At first he dug pits, while later he prepared better constructions. During the Bronze Age there is a clear tendency for locating the tombs away from the settlements and gathering them in a cemetery. Rare proof of the existence of cemeteries date from the Mid-Neolithic period, while organized cemeteries appear from the Bronze Age onwards. During this period, the bodies are mainly placed in a foetal position and the graves range from the common pit to the box-shaped grave and the theke. The graves are often marked with artificial low hills forming tombs. The burial offerings accompanying the dead man signify his way of life and the society he belonged to and consist mainly of objects of everyday use, identical with those excavated in nearby settlements.

The drawing up of wills in antiquity Julie Velissaropoulou

The will as a legal document became customary when the social and political circumstances of the ancient world permitted the awakening of individualism that consequently affected the arts, the law and the institutions. Three are the landmarks in the historic evolution of the institution of the will in antiquity. Solon's law, that enabled the childless couple to dispose of their property by will, the silent evolution of this law in the legal practice of the 4th century BC and finally the great popularity that wills gained during the Hellenistic period. In the Classical period, although the law of Solon was still effective, the Athenians were writing wills even when they had legitimate sons with the purpose of dividing their property evenly between heirs or to bequeath a certain part of their property to a third person. The type and content of the will in the Hellenistic age had no relation whatsoever to the Solonian law. Citizens and foreigners, men and women both, received equal treatment as regards their right to dispose of their property after death. The Hellenistic wills were usually rich and interesting in content. They contained a description of the testator, his name, age and profession; they mentioned whether he was illiterate or not. In some cases someone had written the will on behalf of the testator; they also stated that the testator was sane and that the document had to be considered as declaration of last will; then the witnesses and heirs were mentioned and the provisions prohibiting the violation of the will terms followed. The document was signed by the testator and the witnesses and once more reference was made to the provisions of the will. Occasionally the executor of the will was mentioned who was usually the royal family. The established form as well as the content of the wills of the Hellenistic period,was normally drawn up by a notary, herald of the modern public wills.

The death penalty Julie Velissaropoulou

In ancient Greece people condemned to death by the court were executed either by taking hemlock or by being thrown over a precipice or, finally, by death “on the board’. Poisoning of the condemned with hemlock was first practiced towards the end of the 5th century BC. Rather than a mode of execution, poisoning must be considered as an exhortation to suicide, after all, a merciful treatment of the condemned, since his corpse was delivered after death to his relatives for burial. In throwing a criminal over a precipice, an executional practice common not only in Athens but also in Sparta, Delphi, Corinth, and probably in Thessaly, the convict was pushed over a high and steep cliff into a deep trench called Varathron in Athens, Kaeadas in Sparta and Korakes at Thessaly. This mode of execution was rather reserved for religious or political criminals, as was also the case with poisoning, but it involved in addition a prohibition of burial. Throwing over a precipice is not mentioned after 406 BC and the new trench dug by the Athenians in the 4th century was most probably purposed to accept the otherwise executed convicts. The third type of execution is mentioned in classic literature but in a laconic way. Nowhere has a detailed description survived. According to later lexicographers the execution was performed with the help of the “tympanon” (= drum), a wooden death instrument. This interpretation had not been disputed before the second decade of our century, when the archaeologists Kourouniotis and Pelecidis discovered an ancient cemetery in the area of Phaliron, impressive for its dense burials. Among the 86 graves excavated, one of the early Archaic period was quite significant, since 17 men had been buried in it without any burial offerings. Each skeleton wore an iron ring around the neck, the hands and the ankles with sharp projections still preserving wooden remnants. Judging from this evidence one can conclude that each dead body had been stretched on a board, 50-55 m. wide and had been kept still with the help of any rings that were nailed on the board. In 1923, the archaeologist Keramopoulos proved in his internationally recognized study that the aforetold grave of Phaliron reveals the most common, legal mode of executing criminals that had been used from the pre-Solonian period until the 4th century B.C. Based not only on the archaeological finds but also on literary sources like Thesmophoriazouses, Aristophanes’ comedy (verse 930 and following), Keramopoulos’ theory proved beyond doubt that death on the board was the means of execution of the 17 men buried in Phaliron.

Death and sleep The editors of the Archaeologia journal

The twin brothers Hypnos and Thanatos (Sleep and Death), are depicted on the Kypselos urn in Olympia (570 BC), lying in the arms of their mother Night.One is dark and the other weightless and light. Homer describes them carrying the body of Sarpedon to Lycia and the scene with the winged brothers is actually depicted in art belonging to the end of the 6th century BC.Euripides made Hercules defeat Death taking Alcestis away from his influence. The two brothers are depicted on an Attic lekythos of the 5th century BC where Death is shown as a coarse, uncouth warrior, as “Andreiovlachos” (a fearless peasant) as the funeral dirge calls him.

The shapes of sleep The editors of the Archaeologia journal

Both in ancient Greek mythology as in the Old Testament women are connected with death. The apple offered to Adam by Eve from the Tree of Life determines mankind’s mortal fate. Zeus sends Pandora to mortals for their destruction. The gods adorn her to make her irresistible to men. The Gorgon and Kera represent the grimness of death, while the Sirens, the Harpies and the Sphinx being fatally attractive are shapes where love and death combine fatally.

The Ephyra necromancy Anna Lambraki

The famed oracle of the dead Ephyra is very old, lying near the river of the dead Acheron, and lake Acherousia. In Homer this is where Circe sends Odysseus to meet Teiresias. In his play Menippos or the Necromancy (161-162 BC), Loukianos provides a lively description of the rites that were held there. This article describes the temple that was built in Hellenistic times, the underground chamber whose roof was held up by semi-circular arches, the arches under which the visitor to the oracle had to pass in order to enter, also all the ritual is described. The necromancy was destroyed by the Romans in 167 BC.

Funerary relief columns in Demetrias The editors of the Archaeologia journal

The high quality paintings discovered in Vergina preceded the painted stelae of the 3rd century BC. This in no way detracts from the artistic importance of the later stelae which were discovered at the beginning of the 20th century by Apostolos Arvanitopoulos at Demetrias in Thessaly. Here we present the three stelae, of Demetrius, of Archidike and the stele of Hediste.

Hosios Sisoes (the blessed Sisoes) The editors of the Archaeologia journal

The blessed (holy) Sisoes was a hermit in the desert of Thebais during the 4th century. He is first portrayed in icons of the 16th century. These portrayals of the holy Sisoes are in the pessimistic, depressed spirit characteristic of the Orthodox East after the Fall of Constantinople. Hosios Sisoes is depicted as a balding,old, man with a long beard standing next to an open grave, sometimes the grave being that of Alexander the Great. Hosios Sisoes is shown speculating on the futility of life and on the inevitable end that comes to all mortals. In this article we present the portrayal of the devout Sisoes at the Monastery of the Virgin Mavriotissa, at the Monastery of Lavra,and the Monastery of Xiropotamos on mount Athos, at the Monastery of Varlaam at Meteora and at Megiste on Castelorizo.

Hemlock The editors of the Archaeologia journal

Different varieties of hemlock grow in Greece. In Attica the plant reaches 2 metres in height. Its poison is contained mainly in the plant’s seeds and flowers. General Theramenes from Kea (404 BC) was probably the first to take hemlock. Plato writes of Socrates’ symptoms after taking the poison, the stages of his paralysis and his quick death.

Images of death The editors of the Archaeologia journal

Images give eloquent expression to man’s eternal agony in the face of the inevitable decay brought on by death. There is a long tradition of images of the dead in the past, such as mummies with painted portrait faces or statues of the deceased.Photographs of the dead in the twentieth century belong to the same tradition, where the picture is printed indelibly on porcelain, surrounded by unfading plastic flowers.

How the death penalty was first established in Greece and the cool reception it met with Vassilis Dorovinis

The conclusion the author came to after looking into the records of the death penalty is that under the rule of governor Capodistrias, the death penalty was rarely enforced and never, even up to the twentieth century met with the approval of the Greek people. The author concentrates on the town of Nauplion. Executions were held on the fortress Palamedi, while the castle of Bourtzi was where the executioners lived. The executioners who were employed were always foreigners. With the enthronement of king Otto the “function” of the executioner came to be established. So was the guillotine. The author of the article presents lively instances of executions as described by the local Argolida press. These articles demonstrate the population’s repugnance at the death penalty. Often executioners were stoned or killed and the guillotine burned to the ground.

Steps in a man’s life Andreas Ioannides

The popular painting of the steps in a man’s life was to be found mainly in tavernas and in this painting we find condensed the entire ideology of a male-orientated society. At the base of the steps, in the centre of the picture, Eve is shown reminding us of her catastrophic role. Only in two of the nine steps in a man’s life is he accompanied by a woman whether his wife or mother. Apart from the contrast shown between man and woman, there are more contrasting pairs in the picture. There is a youth and an elderly man, a productive and non-productive man. This characteristic of being useful in life is what determines the peak of a man’s life. He stands on the highest step at the age of about 40 or 50 years old, at which age he is at the height of his professional powers.

Τεύχος 12, Αύγουστος 1984 No. of pages: 98
Κύριο Θέμα: Η κοινωνική λειτουργία του θεάτρου στην αρχαία Ελλάδα Γ.Μ. Σηφάκης

Το αρχαίο θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα. Η αρχαία ελληνική λογοτεχνία και τέχνη αποτελούν συμβατικά συστήματα αναπαράστασης της πραγματικότητας. Ως τέτοια, μεταβλήθηκαν παρακολουθώντας την ανάπτυξη της γνώσης και την εξέλιξη των πολιτικών και κοινωνικών συστημάτων. Το πέρασμα από αρχές μυθολογικές σε κατασκευές πιο λογικές, από τα ολιγαρχικά πολιτεύματα στη δημοκρατία, στην τέχνη και στη λογοτεχνία εκφράζεται με το πέρασμα από τις αυστηρές συμβάσεις του έπους ή της γεωμετρικής τέχνης στο ρεαλισμό ενός ερυθρόμορφου αγγείου, ενός αγάλματος, ενός Μένανδρου. Όμηρος και Μένανδρος υποτάσσουν την προσωπική εμπειρία στη συλλογική πίστη που μεταξύ τους συνυπάρχουν σε αρμονική σχέση. Τα διάφορα στάδια της εξέλιξης όμως προκαλούνται από τη διατάραξη αυτής της ισορροπίας. Στα δύο άκρα της κίνησης από το μυθολογικότερο στο εμπειρικότερο, βρίσκεται τόσο η κλασική τέχνη του 5ου αιώνα όσο και η θεμελίωση της δημοκρατίας από τον Κλεισθένη. Όπως η δημοκρατία προϋποθέτει ένωση και συνεργασία κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, έτσι και το δράμα συνδυάζει το λόγο, την κίνηση, τη μουσική, την αρχιτεκτονική και τη ζωγραφική για να απευθυνθεί στο σύνολο των πολιτών. Παράλληλα, ο δημόσιος χώρος του θεάτρου συχνά φιλοξενεί και την εκκλησία του δήμου. Ωστόσο, ο ουσιαστικότερος συσχετισμός ανάμεσα στη δημοκρατία και στο δράμα είναι άλλος: στην εκκλησία διαβουλεύονταν για το παρόν και το μέλλον της πόλης, στο θέατρο η τραγωδία αναπαρίστανε το παρελθόν δίνοντάς του κάθε φορά μια νέα εκδοχή και ερμηνεία.

Στις απαρχές της θεατρικής τέχνης Γιούλη Βελισσαροπούλου

Κρατήρας του Προνόμου (αρχές 4ου αι. π.Χ.), με κεντρικά πρόσωπα τον Διόνυσο και την Αριάδνη, Εθνικό Μουσείο Νεαπόλεως. Η φυσική ροπή του ανθρώπου προς το παιχνίδι εκδηλώνεται στη δραστηριοποίηση του μιμητικού ενστίκτου, λένε ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, ενώ ο Kant και ο Schiller θεωρούν ότι η τέχνη είναι ένα «σοβαρό παιχνίδι», άρα αποδεσμεύεται από τη μίμηση. Η πρώτη εξελιγμένη μορφή αυτού του παιχνιδιού υπήρξε ο χορός και το πανηγύρι. Στις απώτερες καταβολές του, το ελληνικό δράμα ανάγεται στο διθύραμβο. Λέγεται ότι ο κιθαρωδός Αρίων ο Μηθυμναίος δημιούργησε το διθύραμβο με τον εμμανή χαρακτήρα των διονυσιακών τραγουδιών που γρήγορα ενσωμάτωσαν και επικά στοιχεία γύρω από τον Διόνυσο. Με την τελειότητα του διθυράμβου συμπίπτει η εμφάνιση της αττικής τραγωδίας. Ο εξάρχων του διθυράμβου γίνεται ο υποκριτήςτου δράματος, η επική αφαίρεση παραχωρεί τη θέση της στον σκηνικό ρεαλισμό.

Τα οικονομικά του αρχαίου αθηναϊκού δράματος William J. Baumol

Συνωστισμένοι θεατές πάνω σε ξύλινα καθίσματα (ίκρια), όπως παριστάνονται σε αγγείο του Σοφίλου. Η συζήτηση γύρω από την πιθανότητα ευημερίας του σύγχρονου θεάτρου σε μικρές κοινότητες αντί σε μεγαλουπόλεις επικαλείται το παράδειγμα της αρχαίας Αθήνας. Ο συγγραφέας εδράζει τη διαφωνία του σε μια επισκόπηση των οικονομικών του αρχαίου αθηναϊκού θεάτρου. Το αθηναϊκό θέατρο του Διονύσου είχε χωρητικότητα 15-20.000 ατόμων, μέγεθος που εξηγείται και από το γεγονός ότι παραστάσεις ανέβαιναν μόνο στη διάρκεια των Μεγάλων Διονυσίων και στα Λήναια. Από τις επτά ημέρες που κρατούσαν τα Μεγάλα Διονύσια οι τέσσερις ήταν αφιερωμένες στο δράμα. Παρά τους θεατρικούς μαραθώνιους το θέατρο κρατούσε το κοινό του χάρη στο θρησκευτικό χαρακτήρα των παραστάσεων. Ο αριθμός των συμμετεχόντων θα πρέπει να έφτανε τους χίλιους αφού οι διθύραμβοι και μόνο απαιτούσαν 500 εκτελεστές. Στη χρηματοδότηση των εορτών συνεισέφεραν οι μισθωτές του θεάτρου που εισέπρατταν τα εισιτήρια με αντάλλαγμα να πληρώνουν ένα ποσόν στο δημόσιο ταμείο και να φροντίζουν την καλή διατήρηση του θεάτρου. Η πόλη κάλυπτε τους μισθούς των ηθοποιών, τις ενδυμασίες τους, τις αμοιβές και τα βραβεία των ποιητών και επιχορηγούσε τα εισιτήρια όσων δεν μπορούσαν να πληρώσουν. Οι χορηγοί διορίζονταν εκ περιτροπής ανάμεσα στους πλουσιότερους πολίτες. Αυτοί πλήρωναν για την εξάσκηση και τα κοστούμια του χορού, για τους μισθούς των τραγουδιστών και του εκπαιδευτή τους, ίσως και για τον αυλητή, ενώ αναλάμβαναν όλα τα ειδικά σκηνικά. Παρά το σχετικά χαμηλό κόστος της παράστασης, μεγάλη ήταν η αφαίμαξη για το δημόσιο ταμείο αφού τα έξοδα για τις γιορτές ξεπερνούσαν το 5% των συνολικών ετήσιων δαπανών της πόλης.

Προσωπεία Άννα Λαμπράκη

Θεατρικές μάσκες σε ψηφιδωτό της Πομπηίας. Ρώμη, Capitoline Museum, BRA2#2954. Το προσωπείο, το σημαντικότερο εξάρτημα της σκηνικής αμφίεσης, έχει τις ρίζες του στις διονυσιακές γιορτές, τότε που έβαφαν τα πρόσωπά τους με το σκουρόχρωμο κατακάθι του νέου κρασιού και στόλιζαν τα κεφάλια με φυλλωσιές και κλαδιά. Σύμφωνα με την παράδοση, την πρώτη μάσκα με ανθρώπινα χαρακτηριστικά φτιάχνει ο Θέσπις, την τελειοποιεί ο Χοίριλος, ενώ ο Φρύνιχος εισάγει το γυναικείο πρόσωπο. Ο διαχωρισμός των φύλων βέβαια γινόταν από πολύ παλαιότερα, βάφοντας το δέρμα ώστε να είναι άσπρο για τις γυναίκες και «ηλιοκαμένο» για τους άντρες. Τα προσωπεία κατασκευάζονταν με υφασμάτινα κουρέλια και γύψο, με επιζωγραφισμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου και είχαν σχήμα κράνους γιατί σκέπαζαν πρόσωπο και κεφάλι. Στις τραγικές μάσκες έδιναν όγκο για να έχει ο ηθοποιός πιο επιβλητική εμφάνιση. Στις μάσκες της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής ο νατουραλισμός προσδίδει έντονο ατομικό χαρακτήρα. Στο Ονομαστικόν του, ο Πολυδεύκης μάς πληροφορεί ότι υπήρχαν 76 τύποι προσωπείων για αντίστοιχους χαρακτήρες: 28 για την τραγωδία, 4 για το σατυρικό δράμα και 44 για την κωμωδία. Ενώ οι μάσκες της αρχαίας τραγωδίας διακρίνονταν σε τρεις ομάδες, τα πλαστά πρόσωπα, τα πορτραίτα, οι φανταστικοί δημιουργοί, στα προσωπεία της Νέας Κωμωδίας (γεν. 350 π.Χ.) δίνεται μεγάλη έμφαση στην έκφραση σύμφωνα με τις επιταγές μιας εποχής που εξαίρει τον ατομικισμό και την προσωπικότητα.

Περιοδικές και δομικές συνάφειες στην ιστορία των θεατρικών χώρων Πέτρος Μαρτινίδης

Το σκηνικά υπερφροντισμένο ρωμαϊκό θέατρο. Στην ιστορία του θεάτρου διακρίνονται τέσσερις τύποι ή φάσεις που επαναλαμβάνονται κυκλικά δύο φορές σε μια εξελικτική, σπειροειδή πορεία: ο Τελετουργικός Συμβολισμός, ο Ρεαλισμός, ο Νατουραλισμός και ο Αισθητικός Συμβολισμός. Στον Τελετουργικό Συμβολισμό (Α)ανήκει η πρωτοϊστορία του θεάτρου ως την ελληνική κλασική αρχαιότητα. Η θεατρικότητα εδώ δημιουργείται από την πομπή, την κίνηση που εικονοποιεί ιερές αφηγήσεις, τελετουργικές μιμήσεις ή συμβολισμούς. Ο Ρεαλισμός (Α) απηχεί την πραγματικότητα της αθηναϊκής κοινωνίας όπου μετράει η «πράξις» εκείνου που επηρεάζει τους ανθρώπους χειριζόμενος τον «λόγον». Σε σύγκριση με τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, ο όρος «ρεαλισμός» ταιριάζει ακόμη καλύτερα στο παραστατικό θέατρο του Ευριπίδη. Ο Νατουραλισμός (Α)αναπτύσσεται στο πλαίσιο της ρωμαϊκής κοινωνίας. Στο θεματολόγιο επικρατούν τα ατομικά συναισθήματα, η μπερδεμένη πλοκή, η ζωή στην πόλη. Το θέατρο αποκτά σκηνογραφία ογκώδη και κατάφορτη, εισδύει στον οικισμό, αποβάλλει την επετειακή του χρήση. Οι οριακά «θεατρικές» μορφές (ιπποδρομίες, συγκρούσεις μονομάχων κ.ά.) φτάνουν στο υπέρτατο όριο της πειστικής μίμησης και του Νατουραλισμού: το αίμα ρέει, οι νεκροί είναι αληθινοί. Ο Αισθητικός Συμβολισμός (Α), σε συνδυασμό με την «εξιδανίκευση» που τον χαρακτηρίζει, φτάνει ως περίπου τον 14ο αιώνα. Περιλαμβάνει το έργο των μιμογράφων, μιμήσεις χριστιανικών μυστηρίων, σχοινοβασίες και παρελάσεις ζώων επί σκηνής, τα θανάσιμα «τουρνουά» των ιπποτών της Δύσης, τις μιμικές αφηγήσεις των τροβαδούρων και των μενεστρέλων. Στους θεατρικούς χώρους, με εξαίρεση τις παραλλαγμένες επιβιώσεις ρωμαϊκών θεάτρων, επικρατέστερες είναι προς το τέλος της περιόδου οι ελεύθερα παραταγμένες και συχνά πολυεπίπεδες σκηνές με το κοινό να στέκει, να περνά μπροστά τους ή να τις τριγυρίζει. Στον Τελετουργικό Συμβολισμό (Β), η Εκκλησία, ύστερα από μια φανατισμένη πολεμική από τον 5ο ως τον 10 αιώνα, ενσωματώνει το θέατρο με σκηνές από τη Ζωή και τα Πάθη του Χριστού, αλλά και θέματα πιο αφηρημένα όπως η ενσάρκωση στη μετάληψη. Η γραμμική κίνηση στις πομπές, η «μέθεξη» ως προς τα δρώμενα που μεταφέρουν ένα υπερβατικό «αλλού» στο «εδώ» θυμίζουν τον Τελετουργικό Συμβολισμό (Α). Ρεαλισμός (Β): μεταξύ 16ου και 17ου αιώνα απαγορεύτηκε η παρουσίαση θρησκευτικών έργων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Το δράμα στρέφεται σε παραστάσεις στηριγμένες σε κλασικά πρότυπα που δίνουν την ευκαιρία για διαλογισμούς πάνω στο παρόν, η πρωτοκαθεδρία και η έξαρση του λόγου επανέρχεται. Το όνομα του Σαίξπηρ κυριαρχεί ανάμεσα στους Τίρσο ντι Μολίνα, Λόπε ντε Βέγκα, Μπεν Τζόνσον, Κορνέιγ, Ρακίνα, Μολιέρο κ.ά. Προς το τέλος του 17ου αιώνα, στον Νατουραλισμό (Β), τα θέματα χάνουν την καθολικότητά τους και, αντίστοιχα, το σχήμα του θεατρικού κτιρίου «στενεύει» και εστιάζεται πάνω σε μια σκηνή-κουτί για αληθοφανείς ανακατασκευές της καθημερινότητας. Τα θέατρα πληθαίνουν, το κοινό εκτιμά τον εύκολο εντυπωσιασμό και η κυρίαρχη τάξη βρίσκει στο θέατρο πεδίο εφαρμογής της θεωρίας της περί αντικειμενικότητας. Ο Αισθητικός Συμβολισμός (Β), από τα τέλη του 19ου αιώνα, δείχνει να ισχύει λίγο ως πολύ τόσο για τις νεότερες τάσεις του θεάτρου στον όψιμο καπιταλισμό, όσο και για τα μαζικά θεάματα που έγιναν τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια στη Σοβιετική Ένωση. Οι εσωτερικές αντιθέσεις της αστικής κοινωνίας την σπρώχνουν να υιοθετήσει νέες μορφές θεάτρου. Πιραντέλο και Μπέκετ, Γκροτόβσκι, Βιλάρ και Μπρουκ, τα μανιφέστα του Ρομαίν Ρολάν και του Αντουάν, οι δοκιμές του Φερμέν Ζεμιέ και του Ράινχαρτ: ακόμη και με τις πιο «πειραματικές» της εκδηλώσεις, η φάση αυτή εντάσσεται στην αστική κοινωνία και τις εντάσεις της.

Αρχαία και σύγχρονα θέατρα στην Αρκαδία Νίκος Γρηγοράκης

Γύψινο προσωπείο από την πρόσοψη του Μαλλιαροπούλειου θεάτρου της Τρίπολης.

Ο συγγραφέας περιγράφει τα αρκαδικά θέατρα που κατέγραψε και φωτογράφισε το 1978. Τα δύο πρώτα ανήκουν στις δύο σημαντικότερες πόλεις της Αρκαδίας, την Τεγέα και τη Μαντίνεια, είναι μεσαίας-μικρής χωρητικότητας και έχουν κατασκευαστεί στο κέντρο της πόλης με επιχωμάτωση. Φαίνεται έτσι πως δεν χρησίμευαν μόνο για παραστάσεις αλλά προεξέτειναν κάπως και την «αγορά». Τα θέατρα του Ορχομενού και του Αίπιου, κι αυτά μεσαία-μικρά σε μέγεθος, είναι χτισμένα πάνω σε ακροπόλεις και αξιοποιούν την πλαγιά λόφου ή υψώματος. Τέλος, το θέατρο της Μεγαλόπολης είναι το μεγαλύτερο της Ελλάδας. Τα θέατρα της Μεγαλόπολης και της Μαντίνειας φιλοξένησαν και πάλι παραστάσεις με τις φροντίδες του πολιτιστικού συλλόγου «Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης».
Το 1910 εγκαινιάστηκε το θέατρο της Τρίπολης, που κτίστηκε με δαπάνες του γιατρού Γιάννη Μαλλιαρόπουλου και σε σχέδια του Αναστάσιου Μεταξά. Ο ρυθμός του είναι ο εκλεκτικισμός και το εσωτερικό του ντύθηκε και διακοσμήθηκε με τα καλύτερα ευρωπαϊκά  υλικά. Ο γύψινος διάκοσμος της «μπούκας» της σκηνής είναι ανάλογος με εκείνον του θεάτρου στο Νέο Φάληρο που δεν σώζεται. Το Μαλλιαροπούλειο, αφού αφέθηκε να καταρρεύσει, αγωνίζεται τώρα να κρατηθεί στη ζωή.

Το θέατρο της Επιδαύρου: οι ανασκαφές του 1881 Επαμεινώνδας Βρανόπουλος

Το θέατρο της Επιδαύρου. Ο συγγραφέας ακολουθεί τα ανασκαφικά βήματα του Παναγή Καββαδία που έφτασε στην Επίδαυρο τον Μάρτιο του 1881. Το σχήμα του κοίλου ήταν καταφανές, αλλά ο χώρος του θεάτρου είχε μετατραπεί σε πυκνό δάσος. Μετά την κοπή των δέντρων αποκαλύφθηκε μια κατωφέρεια με χώματα πάχους 1,50 μ. περίπου. Το θέατρο έσωσαν τα χώματα που κατολίσθησαν από το Κυνάρτειο όρος και η βλάστηση. Το πιο καλοδιατηρημένο κλασικό θέατρο έχει χτιστεί σε μια μεγάλη χαράδρα που με επιχωμάτωση πήρε το σχήμα του κοίλου. Διαλέχτηκε εκείνο το σημείο της χαράδρας από το οποίο οι θεατές έβλεπαν όλη την πεδιάδα του ιερού και τα βουνά που την πλαισιώνουν.

Το πρώτο θέατρο της πρωτεύουσας Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Το πρώτο θέατρο της Αθήνας. Σχέδιο Ματ. Ντάντολο, 12.7.1836. Το πρώτο θέατρο της Αθήνας ήταν μια παράγκα σαλτιμπάγκων στην οδό Αιόλου που χωρούσε γύρω στους χίλιους θεατές αμφιθεατρικά καθισμένους. Πλάι στη μισοφωτισμένη του είσοδο ο τελάλης διαλαλούσε τις παραστάσεις. Το θέατρο έμεινε χωρίς στέγη όταν ο αέρας πήρε το τεντόπανο που το σκέπαζε. Μέσα σε πέντε μήνες αφανίστηκε από τις κακοκαιρίες πριν ο επιχειρηματίας Αθ. Σκοντζόπουλος ξεπληρώσει την ξυλεία. Λέγεται ότι τα εγκαίνια (Μάιος 1836) έγιναν με ιταλικό έργο, μεταφρασμένο από τον Ρήγα. Περισσότερες πληροφορίες δίνει το άρθρο του Μάριου Πλωρίτη στο «Βήμα της Κυριακής», 22 Απριλίου 1984.

Το βυζαντινό θέατρο Δημήτρης Ναλπάντης

Θεατρίνα που κρατά τρεις μάσκες και λύρα. Ελεφαντοστό από τα Τρέβιρα, αρχές 6ου αι., Βερολίνο.

Το κοσμικό θέατρο στο Βυζάντιο αναφέρεται στη μιμική τέχνη και τον ερμηνευτή της, τον μίμο. Μίμος αρχικά σήμαινε το θεατρικό κείμενο, ένα διάλογο από τη μυθολογία ή την καθημερινή ζωή. Αγαπημένο θέμα σάτιρας των μίμων στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους ήταν τα μυστήρια της χριστιανικής θρησκείας. Το μιμοθέατρο αξιοποιούσε συγκεκριμένους τύπους (ο φαλακρός γέρος, ο θηλυπρεπής νέος, η φανταχτερή γυναίκα), δεν χρησιμοποιούσε μάσκες και συνδύαζε τον θεατρικό διάλογο με μουσική, χορό και τολμηρά τραγούδια. Η σχέση βυζαντινού μίμου και Commedia dell’ arte όμως δεν έχει αποδειχτεί. Κοινωνικά ο μίμος και η μιμάδα ήταν άτομα ανυπόληπτα, εξού και τα πορνεία ονομάζονταν και μιμαρεία. Προς το τέλος του 4ου αιώνα, ο Μ. Θεοδόσιος ανέκοψε την άνθηση του μιμοθέατρου, ενώ πύρινα ήταν και τα κηρύγματα του Ιωάννη Χρυσοστόμου. Σοβαρότατο πλήγμα δέχτηκε η μιμική τέχνη το 691, όταν η εν Τρούλλω ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος απαγόρευσε ρητά τις θεατρικές και τις χορευτικές παραστάσεις. Οι μίμοι συνέχισαν να παίζουν σε γιορτές και σε παραστατικά έθιμα ενώ, τον 9ο αιώνα, σκαρώνουν στον Ιππόδρομο μια σκηνή κοινωνικής κριτικής. Εξίσου αβέβαιη με την περίπτωση του μίμου είναι και η παρουσία του παντομίμου μετά τον 7ο αιώνα. Ο παντομίμος ήταν ένα θεατρικό είδος όπου ο χειροσοφιστής, ένας χορευτής με μάσκα, χόρευε ένα μυθολογικό θέμα με συνοδεία μουσικής και χορωδίας.
Η ύπαρξη θρησκευτικού θεάτρου είναι αβέβαιη, εδώ όμως κατατάσσονται έργα που είτε συνδυάζουν αφήγηση και διάλογο είτε έχουν «δραματική» φόρμα. Στα πρώτα ανήκουν τα κείμενα του Άγιου Μεθόδιου, του Άρειου, του πατριάρχη Πρόκλου, πιθανόν και του Ιωάννη Δαμασκηνού. Τα «δραματικά» κείμενα είναι γραμμένα σε διαλογική μορφή. Ο Χριστός πάσχων, που χρονολογείται είτε στον 4ο/5ο είτε στον 11ο/12ο αιώνα, αποτελείται από 2.610 12σύλλαβους, συρραφή στίχων από αρχαίες τραγωδίες και εκκλησιαστικά κείμενα, τεχνική που ονομάζεται «κέντων». Στον Παλατίνο Κώδικα 367 του Βατικανού σώζονται Τα Πάθη, πιθανόν από την Κύπρο, γραμμένα μεταξύ του 7ου και 13ου αιώνα, που περιλαμβάνουν σκηνοθετικές οδηγίες. Άλλα λογοτεχνικά έργα σε διαλογική μορφή είναι από τον 9οαιώνα οι «Στίχοι εις τον Αδάμ» του διακόνου Ιγνάτιου και, από τον 12ο αιώνα, ο «Αμάραντος» ή «Γέροντος έρωτες», η «Απόδημος φιλία» και ένα τρίτο έργο με θέμα τον αγώνα ποντικιών και γάτου του Θεόδωρου Πρόδρομου, το «Δραματικόν ποίημα» του Ιωάννη Τζέτζη, το «Δραμάτιον» του Μιχαήλ Απλούχειρου.
Για παραστάσεις λειτουργικών σκηνών στο χώρο της εκκλησίας οι μαρτυρίες είναι αμφιλεγόμενες. Ο επίσκοπος Liutprand που επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη το 968 αναφέρεται σε σκηνικά παιχνίδια στην Ανάληψη του Προφήτη Ηλία. Φαίνεται επίσης ότι τον 15ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη γίνονταν θεατρικές παραστάσεις των Τριών Παίδων εν καμίνω. Στη Ρωσία του 16ου και 17ου αιώνα η σκηνή εξελίχτηκε σε θεατρική παράσταση έξω από την εκκλησία, και αναπαράστασή της έδωσε ο Αϊζενστάιν στον Ιβάν τον ΤρομερόΗ Κάθοδος του Χριστού στον Άδη μαρτυρείται στην Κωνσταντινούπολη τον 16ο αιώνα. Ο Νιπτήρας, που περιγράφεται τον 14ο αιώνα, παρασταίνεται σήμερα στην Πάτμο τη Μ. Πέμπτη.

Το λαϊκό θέατρο στην Eλλάδα Walter Puchner

Π. Χατζηκουτσέλης, Μ. Σεβαστοπούλου και Κ. Προβελέγγιος σε σκηνή από την «Γκόλφω». Η προγραμματισμένη πολιτισμική αποκέντρωση πέτυχε μιαν απρόσμενη άνθηση του επαρχιακού θεάτρου επειδή αναβιώνει το θεσμό των λαϊκών θεαμάτων και παραστατικών εθίμων που διαμορφώνουν τις πρωτοβάθμιες και τις πιο εξελιγμένες μορφές του παραδοσιακού λαϊκού θεάτρου Μια απογραφή των μορφών του λαϊκού θεάτρου στην Ελλάδα πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους πρέπει να αρχίσει με τους αγερμούς, όταν όμιλοι παιδιών ή και ενηλίκων τραγουδούν από σπίτι σε σπίτι τα κάλαντα ή το κατάλληλο τραγούδι για τη μέρα. Οι φορείς του εθίμου περιφέρουν συμβολικά αντικείμενα, κάνουν συμβολικές, μαγικές και μιμητικές πράξεις. Σε ένα τέτοιο εθιμικό υπόστρωμα βρίσκουμε τις ρίζες του λαϊκού θεάτρου. Με τις μεταμφιέσεις η θεατρικότητα γίνεται φανερή και, όταν αυτές είναι ανθρωπομορφικές, διαμορφώνονται οι πρώτοι ρόλοι, παρμένοι από την κοινωνική πραγματικότητα του χωριού. Το λαϊκό θέατρο ολοκληρώνεται όταν προστίθεται ο αυτοσχεδιασμένος διάλογος. Πλάι στις μορφές που έχουν εθιμική δέσμευση υπάρχουν και άλλες πιο ελεύθερες, όπως οι παραστάσεις του αστικού καρναβαλιού ή των λαϊκών παραλλαγών της «Ερωφίλης», η «γκιόστρα» των Επτανήσων, το δεύτερο μέρος του «Ερωτόκριτου» με τα κονταροχτυπήματα, παράσταση που γίνεται στο πλαίσιο των ζακυνθινών «ομιλιών». Ξεχωριστή θέση έχουν ο Φασουλής κι ο Καραγκιόζης. Οι εκπληκτικές επιτυχίες του θεάτρου σκιών ανάγκασαν τον ιταλοφερμένο Φασουλή να υποχωρήσει γύρω στο 1900. Ο ανατολίτικος Καραγκιόζης εξελληνίστηκε αρχικά γύρω στο 1880 στην Ήπειρο όπου πρωταγωνίστησε σε ηρωικές παραστάσεις με θέματα από το 1821, τον Μεγαλέξαντρο κ.ά. Μια δεκαετία αργότερα ο Μίμαρος στην Πάτρα θα δημιουργήσει το γνωστό θίασο τύπων αντιπροσωπευτικών ενός ευρέος φάσματος της ελληνικής κοινωνίας. Με τη μαζική συμμετοχή αλλά και την κοινωνική λειτουργικότητα του Καραγκιόζη το ελληνικό λαϊκό θέατρο έφτασε στο αποκορύφωμά του.

Ο Καραγκιόζης Άννα Λαμπράκη

Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι. Ζελατίνα ζωγραφιστή. Το θέατρο σκιών, θέατρο ανατολίτικο, ήρθε μέσω του τούρκικου καραγκιόζη στην Ελλάδα όπου και εξελληνίστηκε. Ο Καραγκιόζης χάνει την αθυροστομία του προγόνου του, το μακρύ του χέρι αντικαθιστά το φαλλό εκείνου, οι παραστάσεις του εμπλουτίζονται με σύγχρονες θεματικές και αποκτούν έντονη ελληνικότητα. Οι άλλοι κύριοι ήρωες του θεάτρου σκιών είναι ο Μπαρμπαγιώργος, ο Δερβέναγας Βεληγκέκας, ο Χατζηαβάτης, ο σιορ-Διονύσης ή Νιόνιος, ο Σταύρακας, ο Ομορφονιός, ο Πασάς ή Βεζύρης, η γυναίκα του Καραγκιόζη κυρα-Αγλαΐτσα και το διάσημο παιδί του,ο Κολλητήρης.

Ο Καραγκιόζης Γραμματικός Θανάσης Σπυρόπουλος

Καραγκιόζης, φιγούρα από δέρμα (Θ. Σπυρόπουλος, 1955). Δημοσιεύεται (σε σμίκρυνση) το χειρόγραφο του έργου «Ο Καραγκιόζης γραμματικός» που έγραψε ο Μεσσήνιος Θανάσης Σπυρόπουλος, Πρόεδρος του Πανελληνίου Σωματείου Θεάτρου Σκιών. Το έργο εμφανίζει τον Γέρο που ζητάει από τον Καραγκιόζη να του γράψει ένα γράμμα.

Άλλα θέματα: Προσεγγίσεις στην αντιληπτική δομή του χώρου Ιωσήφ Ν. Στεφάνου

To Ναύπλιο και η πλατεία Συντάγματος. Για να γίνει αντιληπτός ο όρος «αισθητική προσέγγιση του αστικού τοπίου», πρέπει να διακρίνουμε τον τόπο από το τοπίο, ου είναι μια οπτική ολότητα. Το τοπίο συνδέεται με την απεικόνιση και η διάκριση γίνεται ανάμεσα α) στη μορφολογική και λειτουργική γλώσσα του τοπίου που απευθύνεται στο συναίσθημα και β) την αφηρημένη γλώσσα του χώρου που απευθύνεται στη λογική. Το τοπίο ως εικόνα του χώρου δεν γεννιέται μόνο από την όραση, ούτε μόνο από όλες τις άλλες αισθήσεις αλλά και από το συναίσθημα και από τη λογική. Ως προς την αναγνωσιμότητα του χώρου, τα στοιχεία του κατατάσσονται σε σημειακά, γραμμικά και επίπεδα. Σημαντικός είναι και ο βαθμός τονισμού που προκύπτει από τον τρόπο σύνταξης των διάφορων μορφημάτων. Την αντιληπτικότητα του χώρου επηρεάζει η αναγνώριση του είδους ελευθερίας που ένας χώρος επιτρέπει στο χρήστη του. Η διαφορά ανάμεσα στις ψυχολογικές από τις τοπολογικές αποστάσεις των τόπων βοηθά στην κατανόηση των μηχανισμών αντίληψης και σχηματισμού της εικόνας, ενώ η διερεύνηση της αντιληπτικής φωτοσκίασης της καθαρότητας, δηλ. της αντίληψης ή του βαθμού σύγχυσης του χρήστη μέσα σε κάποιο χώρο, αποτελεί μια ακόμη προσέγγιση της αντιληπτικής δομής του. Η ερμηνεία της εικόνας έχει διάφορους βαθμούς εμβάθυνσης: α) την περιγραφική της φαινομενολογικής τους πραγματικότητας για τη σημειολογία (προ-εικονογραφικό επίπεδο για την εικονολογία), β) το επίπεδο χαρακτηρισμού (το εικονογραφικό επίπεδο) και γ) τη συνέμφαση (εικονολογική απόδοση). Ένα πείραμα με τοπίο του Ναυπλίου επιβεβαιώνει τη σημασία που έχει το κέντρο αναμφισβήτητου ενδιαφέροντος του τοπίου που είναι παράλληλα και το κέντρο κοινοτυπίας του.

Όψιμη βυζαντινή κεραμεική Γιώργος Γουργιώτης

Όστρακο ανεικονικού ρυθμού από τη Θεσσαλία (Λαογραφικό Μουσείο Λάρισας). Ο «ανεικονικός εγχάρακτος ρυθμός (sgraffiti)» εμφανίζεται στα τέλη του 14ου ή τις αρχές του15ου αιώνα και διαρκεί ως τα μέσα του 16ου. Έχουν βρεθεί σκύφοι, πινάκια και υδροδοχεία. Η εύρεση τριποδίσκων που ο ρόλος τους μέσα στον κλίβανο ήταν να εμποδίσουν τα στοιβαγμένα κεραμικά να κολλήσουν μεταξύ τους, πιστοποιεί την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων στη Λάρισα, τα Τρίκαλα και τον Τύρναβο. Τα αγγεία καλύπτονται μετά το πλάσιμο με λευκό επίχρισμα (μπαντανά) κι ο κεραμέας, πριν τα βάλει για ένα πρώτο ψήσιμο, χαράζει τα ποικίλματα με ακιδωτό εργαλείο. Το κρύο, ψημένο σκεύος χρωματίζεται κατά τόπους με πράσινες και καστανοκίτρινες πινελιές, επαλείφεται με διαφανές γιάλωμα και ξαναμπαίνει στον κλίβανο. Οι αγγειοπλάστες πειραματίστηκαν με το «κρακελάρισμα» (επιφανειακά ραγίσματα του γιαλώματος σε πυκνό δίκτυο), που θυμίζει την ηθελημένη αυτή τεχνική στις κινέζικες πορσελάνες. Ο συγγραφέας τονίζει την υψηλή τέχνη της κατασκευής και της εφυάλωσης, τον αμέριμνο και ατίθασο αυθορμητισμό που πηγάζει από τα ελικοειδή σχέδια και τους ρόδακες. Με την εδραίωση των Τούρκων στον ελληνικό χώρο η τεχνική του sgraffito εγκαταλείπεται.

Τα φραγκοκάστελο Σφακίων Μιχάλης Γ. Ανδριανάκης

Ενετικά οικόσημα πάνω από τη θέση της αρχικής πύλης του φρουρίου στο Φραγκοκάστελο Σφακίων.

Το 1828, ο βορειοηπειρώτης Χατζη-Μιχάλης Νταλιάνης έρχεται να ενισχύσει τους Σφακιανούς. Ο Μουσταφά Ναϊλή Πασάς πολιορκεί το Φραγκοκάστελο, οι πολιορκημένοι υποκύπτουν. Από τότε, κάθε χρόνο στα τέλη του Μάη και νωρίς το πρωί, ένα φυσικό φαινόμενο ζωγραφίζει σκιές αγωνιστών που ονομάστηκαν «Δροσουλίτες» από τους ντόπιους. Οι «Δροσουλίτες» χάθηκαν όταν αλλοιώθηκε η περιοχή.
Η παλαιοχριστιανική μονή του Αγίου Νικήτα ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής. Ο μεταγενέστερος ναός (αρχές 14ου αιώνα) χρησιμοποίησε το ίδιο ψηφιδωτό δάπεδο. Στις τρεις ζώνες του επικρατούν τα γεωμετρικά σχήματα με εξαίρεση ένα τετράγωνο με ελισσόμενους βλαστούς που περιβάλλουν έναν τράγο που βόσκει. Το μνημείο κατατάσσεται στα όψιμα επαρχιακά δείγματα του β΄ μισού του 6ου αιώνα. Στην περιοχή του Φραγκοκάστελου βρίσκεται η δεύτερη παλαιοχριστιανική βασιλική του Αγίου Αστράτηγου. Σε επαφή με τις παρειές του ιερού της βασιλικής είναι κτισμένο το μονόχωρο, τοιχογραφημένο εκκλησάκι του Μιχαήλ Αρχάγγελου (Άγιος Αστράτηγος), σήμερα ερειπωμένο. Στο χώρο του ιερού βήματος της βασιλικής είναι κτισμένο το μονόχωρο, καμαροσκέπαστο, τοιχογραφημένο εκκλησάκι του Αγίου Νικήτα που χρονολογείται στις αρχές του 14ου αιώνα. Κάτω από το επίχρισμα διακρίνονται ίχνη των παραστάσεων της Ανάληψης, της Κοίμησης και ιεραρχών. Το Φραγκοκάστελο, που ακολουθεί τις πριν από την αξιοποίηση της πυρίτιδας οχυρωματικές αντιλήψεις, κατά μεγάλο μέρος ανακατασκευάστηκε το 1866. Φέρει τα οικόσημα της οικογένειας των Querini και των Dolfin που συνδυάζονται με τον Λέοντα του Αγίου Μάρκου. Η εκκλησία του Αγίου Μάρκου φαίνεται ότι ήταν κτισμένη 10 μέτρα έξω από τη νότια πλευρά του. Ανατολικά από το φρούριο είναι κτισμένο το μικρό μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπου, σημαντικό δείγμα της όψιμης μεταβυζαντινής παράδοσης της Κρήτης. Σήμερα το μοναστήρι έχει εξαφανιστεί πίσω από ογκώδη θερμοκήπια. Στη θέση αυτή υπήρχε αρχικά το μονόχωρο, καμαροσκέπαστο εκκλησάκι του Αγίου, που διπλασιάστηκε πρώτα στις αρχές του 19ου αιώνα και ξανά στα χρόνια μετά την Επανάσταση. Τόσο η όψη του ναού όσο και η εσωτερική του διαμόρφωση θυμίζουν έντονα το καθολικό της κοντινής Μονής Θεολόγου («πίσω Μοναστήρι Πρέβελη») που κτίστηκε γύρω στο 1835, μάλλον από τον ίδιο τεχνίτη. Χαρακτηριστικές είναι οι επιβιώσεις από την παράδοση της Ενετοκρατίας αλλά και από την παράδοση της κρητικής σχολής, όπως την βλέπουμε στην ξυλογλυπτική και στη ζωγραφική φορητών εικόνων στις απομονωμένες επαρχίες των Σφακίων ή του Αγίου Βασιλείου, στην Πρέβελη ή στην εκκλησία του Χριστού στους Κομητάδες. Έχοντας περιγράψει και τα κτίσματα της μονής, ο συγγραφέας καταγγέλλει την αλλοίωση του περιβάλλοντος χώρου των μνημείων από τα δωμάτια προς τουριστική εκμετάλλευση που οι ντόπιοι χτίζουν με την ανοχή της Πολιτείας. Οι κάτοικοι χρησιμοποίησαν τη βασιλική του Αγίου Νικήτα, που τα ψηφιδωτά της είχαν μόλις καθαριστεί και στερεωθεί, για να σταβλίσουν τα πρόβατά τους.

Χολυγουντισμός και Oλυμπιακοί Αγώνες Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Αθηναϊκός στολισμός για τους Β΄Ολυμπιακούς αγώνες του 1906. Όπως φαίνεται και στο Λεύκωμα για τους Β΄ Ολυμπιακούς αγώνες του 1906 στην Αθήνα (επιμέλεια: Π.Σ. Σαββίδης), το πνεύμα του Ολυμπισμού έχει προ πολλού υποχωρήσει μπρος στο υπερθέαμα που οργανώνεται γύρω από τους αγώνες. Από τις γλαφυρές περιγραφές μαθαίνουμε ότι όλοι οι δρόμοι επισκευάζονται πυρετωδώς, ο δήμαρχος κ. Μερκούρης ρίχνει παντού μια τελευταία ματιά, μουσικές παιανίζουν, πολύχρωμοι λαμπτήρες και λουλούδια, φυσικά και τεχνητά, δίνουν στην Αθήνα όψη επίσημη και γιορτινή. Ο ιταλός εργολάβος διακοσμήσεων Φονταπιέ αναλαμβάνει την ευθύνη του στολισμού κεντρικών οδών και πλατειών, τη διοργάνωση της φωτεινής πομπής και τη διεξαγωγή της «ενετικής γιορτής» με τα πυροτεχνήματα στο λιμανάκι της Ζέας.

Κράτος και πολιτιστική κληρονομιά Βασίλης Δωροβίνης

Ο οικισμός της Οίας στη Σαντορίνη. Στάση ευμενούς δυστροπίας υπήρξε η στάση του Κράτους απέναντι στην πολιτιστική κληρονομιά. Στη νομοθεσία ή στα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων το ζήτημα είναι ανύπαρκτο. Οι φορείς προστασίας στην Ελλάδα είναι το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών (ΥΠΠΕ), το Υπουργείο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΥΧΟΠ), ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ), και, μετά τους σεισμούς, η Υπηρεσία Αποκαταστάσεως Σεισμοπαθών Β. Ελλάδας (ΥΑΣΒΕ). Ως προς τα Αρχεία και Μητρώα, τμηματικά και αποσπασματικά, αυτά περιορίζονται σε 15 τον αριθμό περίπου και βρίσκονται στην Αθήνα. Με το νόμο 1469 του 1950, η προστασία των νεότερων μνημείων πέρασε στα ενδιαφέροντα της κρατικής μέριμνας, αν και πέρασαν άλλα δέκα χρόνια για να φανεί αυτό στην πράξη. Το Σύνταγμα του 1975 περιλάμβανε ειδική διάταξη που όριζε ότι «τα μνημεία και αι παραδοσιακαί περιοχαί τελούν υπό την προστασίαν του Κράτους», κάτι που ακούγεται μάλλον ως διακήρυξη καλών προθέσεων. Πέρα από τους νόμους 1126 και 1127 του 1981 με τους οποίους επικυρώθηκαν οι διεθνείς συμβάσεις του Παρισιού και του Λονδίνου που καθόριζαν βασικές έννοιες όπως το μνημείο, το τοπίο, το αρχαιολογικό αντικείμενο κ.λπ., πρέπει να αναφέρουμε και τους νόμους του 1981-1982 που παρείχαν σημαντικά οικονομικά κίνητρα σε ιδιοκτήτες παραδοσιακών ή και διατηρητέων οικοδομημάτων, για τους οποίους, με την ίδρυση της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, προβλέφθηκαν ειδικά δάνεια. Ο ρόλος του Συμβουλίου της Επικρατείας πρέπει να εξεταστεί χωριστά. Τα τελευταία πέντε χρόνια διαφαίνεται στη νομολογία του μια τάση για ενίσχυση της προστασίας. Η νομοθετική κάλυψη που προσφέρει το ΥΠΠΕ στηρίζεται στον Αρχαιολογικό Νόμο του 1932 και στο Νόμο 1469/1950. Κάποια από αυτά τα νομοθετήματα δεν είναι ούτε ουδέτερα ούτε αθώα. Υλοποιούν στην πράξη επεμβάσεις οικονομικών συμφερόντων και πολιτικών δυνάμεων με σκοπό τη μείωση των δυνατοτήτων ελέγχου από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Στην εποχή μας, η πραγματική προστασία δεν αποτελεί πλέον συνάρτηση της ηρωικής συμπεριφοράς των αρχαιολόγων αλλά της συνεργασίας πολλών ειδικοτήτων, σωστού συντονισμού και της κατάλληλης κινητοποίησης φορέων και της κοινής γνώμης. Ως προς τους παραδοσιακούς οικισμούς, ο ΕΟΤ επενέβη σε έξι με ομάδα αρχιτεκτόνων και επικεφαλής τον Άρη Κωνσταντινίδη. Το 1980, η οργάνωση EUROPA NOSTRA επιβράβευσε εργασία του ΕΟΤ για την Οία της Σαντορίνης. Επίσης, προγράμματα και μελέτες του ΥΧΟΠ και της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου πρόσφατα εστίασαν στην αρχιτεκτονική κληρονομιά. Το ασυστηματοποίητο και άκρως χαλαρό «σύστημα» προστασίας στην Ελλάδα πάσχει από την έλλειψη Ενιαίου Φορέα προστασίας, από την έλλειψη Εθνικού Μητρώου Μνημείων. Αποτέλεσμα ο πραγματικός έλεγχος να είναι απλούστατα ανύπαρκτος. Συντονισμός χρειάζεται και στο θέμα της παροχής κινήτρων. Πρέπει να καταγγελθεί και το ζήτημα των «αποχαρακτηρισμών» που λειτουργεί ρουσφετολογικά, όπως έδειξε η Καβάλα, οι αποθήκες των τελωνείων στον Πειραιά, το ξενοδοχείο Majestic στην Πάτρα. Τέλος, πρέπει άμεσα να προστατευτούν δείγματα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής και εξοπλισμού καθώς και τα αγροτικά μνημεία.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Γενική άποψη του νεκροταφείου της Μάνικας. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Κινδυνεύει να καταστραφεί ο ναός της Παναγίας Κοσμοσώτειρας των Φερρών, κτίσμα του 12ου αιώνα – Η υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη ανακοίνωσε ότι καταργείται το εισιτήριο για τους έλληνες επισκέπτες Μουσείων και Αρχαιολογικών χώρων – Το ΚΑΣ ενέκρινε την προστασία του ναού του Επίκουρου Απόλλωνα στις Βάσσες με στέγαστρο ελαφράς κατασκευής - Σε νεκροταφείο κλασικών χρόνων που αποκαλύφθηκε στην Αμφίπολη βρέθηκαν και λευκές αττικές λήκυθοι εξαίρετα ζωγραφισμένες - Στο μυκηναϊκό νεκροταφείο της Σαλαμίνας αποκαλύφθηκε ασύλητος λαξευτός θαλαμοειδής τάφος του 13ου αιώνα π.Χ. – Στον αρχαίο δρόμο προς το Ηραίο της Σάμου βρέθηκε το πρόσωπο του Κούρου των αρχών του 6ου αιώνα π.Χ. που ανακαλύφθηκε προ τριετίας

Συνέδρια

Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αρχαιολογίας οργάνωσε από τις 10 ως τις 13 Ιουνίου Διεθνές Συμπόσιο με θέμα «Λειτουργία των μινωικών ανακτόρων» - Γιορτάζοντας τα 50 του χρόνια το Μουσείο Allard Pierson, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ, οργάνωσε Διεθνές Συνέδριο (11-15 Απριλίου) με θέμα «Αρχαία ελληνική και γραπτή κεραμική» - Σε συνεργασία με την Γιουγκοσλαβία και την Κύπρο, το Ελληνικό Τμήμα του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM) οργανώνει συνάντηση (29-31 Οκτωβρίου) με γενικό θέμα το Μουσείο στη σύγχρονη κοινωνία

Μουσεία

Τη Δευτέρα 28 Ιουνίου εγκαινιάστηκε το Μουσείο της Νεμέας που στεγάζει τα ευρήματα της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής – Η Λαογραφική Εταιρεία Λαρίσης φέτος έκλεισε δέκα χρόνια, έχοντας ιδρύσει το Λαογραφικό Μουσείο Λαρίσης που εγκαινιάστηκε το 1983

Εκθέσεις

Για πρώτη φορά θα εκτεθούν κειμήλια από το Άγιο Όρος για έξι μήνες στη Θεσσαλονίκη το 1985 – Στα τέλη Ιουνίου έκλεισε η έκθεση του Θησαυρού του Αγίου Μάρκου που βγήκε πρώτη φορά έξω από την Ιταλία και στεγάστηκε στο Grand Palais

Βιβλία

Νίκος Χ. Χουρμουζιάδης, Όροι και μετασχηματισμοί στην αρχαία ελληνική τραγωδία, Γνώση, Αθήνα 1984 – Νίτσα Σινίκη-Παπακώστα, Ήπειρος. Εκκλησίες και μοναστήρια, Δωδώνη, Αθήνα 1983 – Γιάννης Κιουρτσάκης,Λαϊκή παράδοση και Καραγκιόζης, το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Κέδρος, Αθήνα 1983 – Δήμητρα Τσούχλου, Ασντούρ Μπαχαριάν, Η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Χρονικό 1836-1984, Αθήνα 1984

Νεοελληνικές βαρβαρότητες

Τοπικός βουλευτής κινείται παρασκηνιακά για την κατεδάφιση των Στρατώνων του Καποδίστρια στο Άργος; Ο Μάριος Καραβίας επισημαίνει την πλήρη εγκατάλειψη των αρχαιοτήτων που βρέθηκαν κατά την ανέγερση των «Δικαστηρίων» στον Πειραιά

English summaries: Frangokastello Michael Andrianakis

There is scarcity of information coming from the ancient period of Frangokastello. Pottery from the Minoan Era and building remnants from the Hellenistic and Roman Period have been located in the major area around the castle. Apparently, an early Christian settlement prospered here as evidenced by the two remaining basilicas, that of St. Nikitas and Astratigos. In 1340, the Venetian feudal lords of Chania sought license from the government for the erection of a castle that would provide shelter from the local rebels and the pirates. The license was issued in 1371 and the construction works were completed by 1374. The adjacent abandoned settlement supplied the building material for the erection of the castle. Due to the increasing Turkish threat the castle was additionally fortified during the years 1793-1797. In the Greek Revolution of 1821 the castle plays a minor role and is abandoned thereafter. Inhabitants of the area connect a metaphysical phenomenon; that of the appearance of warrior-like shadows at daybreak in early May, with the part palyed by Frangocastello in the Revolution. Frangokastello today is not different from depictions of it from the period of Venetian rule, although it has undergone many reconstructions. It is rectangular in plan with towers on the corners; the SW still standing intact. The coat of arms of the Qerini family decorates the south, while another coat of arms showing the lion of Venice once existed above the entrance to the castle. In older representations of the castle, the church of St. Mark is shown inside the fortress. However, it is a false indication, since the church stood approximately ten meters outside the south side. The picturesque area of Frangokastello has, unfortunately, been ruined by the irrational modern buildings of reinforced concrete. The archaeological service in its effort to control building activities and to protect the beautiful landscape provokes the hostility of the inhabitants who try to destroy and extinguish what they regard as the cause of the strict limitations, that is the remnants of the monument.

The finances of ancient Greek Drama. Its application to the arts in a small town today William Baumol

Frequent reference has been made to the case of Athens as a representative example of how theatre could prosper under certain circumstances in a small town. However, the author of this article believes just the opposite and supports the opinion that the circumstances and data affecting the ancient Athenian theatre were, in fact, different from these prevalent today in our society. Therefore our experience from the Greek past has a limited value for the arts today. Theatrical performances in classical Athens took place on two major feasts; during Great Dionysia and Linea. Therefore people were in the mood and had the time to attend events. The city gave free tickets to those citizens who could not afford to buy them. Although the income from the performance was big, the expenses were also considerable. Of course, few actors were needed for each play but finally the number of people employed for all the performances given during each feast was big, around 1.000, according to M. Bieber’s estimations. The city in order to cover the consequent expenses ordained the donorship, which was undertaken by the wealthy Athenians. Therefore, apart from the fact that the state donations cannot be today equally high as were in ancient Athens, the interrelation of theatre with religion, which greatly contributed to the materialization of the performances, is absolutely absent, a factor that is probably more important than finance.

The state and cultural development Vasilis Dorovinis

This article deals with the protection and preservation of the cultural heritage in Greece (antiquities and neoclassical buildings and works of art), the authorized public services and agents who exercise the protectionlpreservation, the relevant legislation and, finally, the disadvantages and negative effects of the state policy practiced until now. It also makes clear commonly accepted proposals for the creation of a “United Service of Protection” and for the renovation and reformation of the present administrative and legislative framework. The obvious pursuit of these proposals is the change and improvement of the practice of protection, unification with the European relevant policy, the enrichment of the personnel who work in this sector with specialized individuals and most importantly the radical transformation of the mentality and approach of the administration towards the critical issue of the protection of the national, cultural heritage.

Late Byzantine pottery with Sgraffiti decoration Georgios Gourgiotis

A distinct decorative style in pottery develops in the last phase of Byzantine art, a style that until recently went unnoticed. The inside iconic representations embellishing objects of everyday use are replaced by aniconic sgraffiti and bright glazes. The aniconic incised style appears in the late Byzantine years, that is in the beginning of the 15th century or a little earlier and remains in use until the mid-16th century. During this phase the decorative motives are continuously simplified. As a result of the Turkish dominance, the sgraffiti technique is abandoned and simpler decorative modes are employed as an adjustment to the new situation. A great number of shards with aniconic decoration have been collected in the Folk-Art Museum in Larissa. The number, variety and quality of these finds from Thessaly when fully researched, promise a significant contribution to the study of late Byzantine art.

Ancient and contemporary theatres in Arcadia Nikos Grigorakis

Of the theatres of the Arcadic city-states only a limited number has survived in ruins andl or in fragmentary condition. The small theatres of Mandineia and Tegea, built in the centre of the city on artificial low hills, the small theatres on the Acropolis of Orchomenos and Aepion built on the hill-slopes and finally the theatre of Megalopolis, the first in capacity not only in Arcadia but in the whole of Greece. Since Hellenistic times, only from the beginning of our century has the art of theatre found a proper shelter in the area, i.e. the Malliaropouleio Theatre, built in Tripolis, the capital of the province of Arcadia. Mistreated by time and neglected by man, this theatre is now under restoration in the hope of accommodating new performances on stage.

Theatrical masks Anna Lambraki

Masks were used in all three categories of ancient Greek theatre, that of tragedy, satiric drama and comedy. They originate from the Dionysiac feasts during which the participants used to paint their faces with the dark coloured dregs of the new wine and to decorate their heads with leaves and branches. In ancient Greek theatre female roles were acted by men, while the gender was also indicated by the flesh colour, white for women, black for men. The mask was made of cloth dipped in gypsum and pressed on a matrix so as to obtain the desired form. Then it was covered with a thin layer of plaster and finally the features of the character were painted over it. The shape of the mask was like that of a helmet since it covered not only the face but also the entire head. The mouth was made very big so as to facilitate speech, while the opening provided for the eyes was, on the contrary, very small. Indicative of the size of the mask’s eyes is that not only were the whites of the eyes painted but, occasionally, even the eye itself. Characteristic of the tragic mask was the size of it, especially the upper part of the mask in a shape that contributed a lot to the impressive appearance of the actor. During the Hellenistic period masks obtained a strong portrait character. According to Pollux (Onomasticon), there were 76 types of masks. 24 in tragedy, 4 in satiric drama and 44 in comedy. Masks did not correspond to a specific personality but represented individual characters therefore they must be regarded as phsychographs. It is quite probable that certain plays required the use of two masks by the hero, indicative of his situation as in the case of Oedipus, before and after his blindness, but this probability remains only a hypothesis due to the scarcity of information concerning the technicalities of a performance.

Periodicities and structural relations in the history of the theatre Petros Martinidis

By defining theatre not only as the shelter for theatrical performances, but also as a socio-spatial structure ( of which architectural forms, dramatized world-views and ideas, different ways of presentation and the social impact of each spectacle all play an active part), this paper discerns four ‘phases-types”, which, repeated twice in a spiral evolution, characterize the while history of the Western Theatre. These “types” are: 1. Ritualistic Symbolism, 2. Realism, 3. Naturalism, 4. Aesthetic Symbolism. From the primitive theatre to classical antiquity, the Roman period and the stage platforms of the Middle Ages and, again, from the ecclesiastical dramas of the 11th century to the Elizabethan stage, the magic box of the baroque stage and the modern abstraction or the “happenings” of our own time, the above four “types “ regularly succeed one another – in their general and structural features. The explanation put forward for this double reappearance is based on the survival of some deep ideological conceptions through a series of economical or political changes, and the strong relation of these conceptions to the nature and position of the theatre within social life.

The Byzantine theatre Dimitris Nalpantis

Research and study of the Byzantine theatre is problematic, as the available information and data on this topic are scarce. The Church regarded the theatre as a residual of the pagan world and strongly and considerably fought against it. This hostile attitude and approach had a negative impact on the evolution of the theatre. Secular theatre was active during the first centuries of the Byzantine Empire. It was a type of mime and succeeded the roman theatre of mimes. The plays acted consisted of short dialogues on topics from mythology, everyday life and Christian religion and were accompanied by music, dance and singing. From the 7th century on the course of mime becomes blurred. Poor and uncertain is, however, our knowledge of religious theatre. Certain ecclesiastic "dramatic" texts do exist but we do not know whether they were ever performed or not. Furthermore, certain parts of Christian Liturgy were acted out in church but we ignore if they were ever developed as to form proper theatrical performances staged independently from the church.

Folk theatre in Greece Walter Puchner

The real reason behind the flourishing of folk theatre in modern Greece lies in the fact that Greek tradition and folk culture developed through centuries of Turkish occupation (our knowledge of Byzantine folk culture is limited), and always indispensably contained show entertainments, i.e. the simpler forms of folk theatre. A full research on the forms of folk theatre in Greece, before the Balkan Wars, will lead us to the strata of customs where it is rooted. The Greek folk theatre reached its peak with Karaghiosis, the shadow theatre hero who greatly affected Greek society and especially the lower classes and is broadly accepted as a national, cultural symbol. The fame of the humble paper hero has expanded outside the borders of his country. He became the focus of interest for the theatre historian, being the unique survival of the theatre of shadow in the Mediterranean as well as for the theatre theoretician, being an example of the “theatre of one”. The case of Karaghiosis strengthens the theory that the unexpected, sudden blooming of provincial theatre during the last decade revived a folk traditionlinstitution that gradually had almost vanished in the painful course of the Greek history of the 20th century. Furthermore, this provincial theatre, in the limited choice for entertainment available to a village, functions in a way similar to that of the years of Turkish occupation. Thus, the modern theatrical activity continues the tradition of popular shows and representational customs that both create the simple, as well as the elaborate forms of the traditional folk theatre. The cultural policy for the decentralization of theatre greatly contributes to the continuation of an age-old tradition.

The social function of theatre in ancient Athens Gregory Michael Sifakis

Ancient Greek art and literature were the conventional media for the representation of reality. They did not however remain unaltered through various historic phases but they changed due to the expansion of knowledge and the evolution of political and social systems. In primitive societies the conception and interpretation of the world are based both on the experience of individuals and on the theory expressed by a social group, the latter being always more persuasive and acceptable. However, as the importance of experience increases, art tends to more and more realistic forms; or, to put it otherwise, Greek history and civilization gain importance as opposed to the mythological - traditional interpretation of the world. The celebrated fifth century and the classical art of the time lie between this development from mythology to experience. Needless to say that when we refer to the new conception of the world and its representation we cannot but recall that the dawn of the fifth century coincides with the birth of the Athenian democracy. As much as the institution of democracy was a significant step towards political freedom (in which more citizens than ever before participated) so the novelties in the arts pointed towards a more empirical conception of life. Democracy and theatre Drama can be considered as the art par excellence of the fifth century since its embryonic stage (Thespis’s period), birth and growth coincide with the embryonic period (from Solon onwards), birth and full development of democracy. Democracy from its very nature is, according to Thucydides (2,37,1), the regime that has as a prerequisite the union and collaboration of all sociopolitical forces; drama is also a composite art that requires the creative participation of many artists and combines speech, motion, music, architecture and painting. The audience to which drama is addressed is the body of civilians. To accommodate this audience a new public edifice is created, the theatre, that is also frequently used for the public assembly. Beyond, however, this somehow superficial relation another more essential comparison can be made between democratic function and theatre. In the ecclesia (public assembly) the present and the future of the city were discussed. Tragedy in theatre represented the past. However, this representation was neither static nor was it based on the established common view. Founded on dialectics theatre treated myth in a way that exposed a new version and interpretation of the past. This kind of interpretation greatly diverges from the representation of past in the epos or religious art, and exactly there lies its significance. Divergence in interpretataion was conditioned by the character of the regime ranging from the despotic to the democratic - a divergence obvious in the plays of Aeschylus and Euripides – and naturally by the range of human thought from the naïve to the rational.

Approaches to the conceptual structure of space Iosif Stefanou

Space, especially urban space, has been approached until now through various fundamentally different ways that caused instant dispute. After an irresponsible concept of formalism or a barren concept of functionalism a new attitude has been developed where space is seen through an aesthetic, psychological and ideological approach. In the last thirty years the interest in an aesthetic approach towards urban space - through the analysis of the urban landscape – has increased considerably. As a result of this, a new branch of architecture and / or town planning has been created, a branch that deals with the conceptual structure of space and its aesthetic prominence. The contribution of technology to research for an acceptable environment is fundamental.Archetypal forms, investigation of the mythological dimension through which a space can be appropriated or the lay-out of the socio-aesthetic of the environment in which the major human moments l activities take place (love, death, war, peace, play, work, etc.) are significant. Through the information and meaning that landscape supplies, the human dimension of space can be approached and consequently, the use and the appropriation of space becomes feasible. Each space has to be approached from an aesthetic point of view and classified separately. This classification is of great importance to the future relation of man with the space he inhabits.

Aegean Mesimbria Polyxeni Tsatsopoulou-Kaloudi

At the end of the 7th century BC Greek emigrants from Samothrace Island founded a series of fortified towns on the Thracian coast opposite, with the purpose of establishing their presence in the northeastern Aegean Sea and of exploiting the fertile land of Thrace. These towns became important commercial centres and contributed to the hellenization of the indigenous population made complete in the years of Macedonian rule. According to Herodotus, the Aegean Mesimbria was the furthest of these colonies to the west. The excavation that started in 1966 brought to light an important town spread over 7,33 acres, that was protected by a wall reinforced in regular intervals with rectangular towers. Another wall to the east probably belongs to another phase of the history of the town. Quite remarkable are the walled settlements inside the town, touching the west wall, where research brought to light streets, shops, houses and workshops as well as a multitude of finds that speak for the wealth and the high civilization of the inhabitants. The cemetery of the settlement is located to the west of the town. Sarcophagoi, pitoi etc. were used for the burials while the funerary offerings (vases, idols, gold jewels) are exceptionally rich. The information provided by the ancient sources is unfortunately scarce, therefore our knowledge of Aegean Mesimbria is limited to the excavational results. The town reached its peak in the 4th century BC and was preserved until the 2nd century BC, approximately.

The origin of theatrical art Julie Velissaropoulou

Having satisfied religious and practical needs such as worship of the gods, perpetuation of the memory of the dead, the struggle for survival, man felt the urgency to invest his left over energy in other joyful expressions of life.Part of this energy was channeled towards the theatre, i.e. towards the activation of the instinct of mimicry (Plato, Aristotle). This activation was nothing more than the manifestation of man's innately playful nature. Kant and mainly Schiller considered the arts as a “serious” game, decisive for its differentiation from religion, philosophy and practical life. This sort of game, obeying the need for the reproduction of reality, adopted mimicry and its potential. With the contribution of culture, imagination and technical knowledge, play finally became theatrical art. The first developed forms of this game were dance and fairs. The appearance of purely theatrical expression coincided with the need for a tangible representation of abstract conceptions, narrations and ideas that neither rhapsodists nor epic poetry could offer. It is beyond dispute that Greek drama and more specifically theatre originate from dithyramb, the lyrical poetry in honour of Dionysus. The dithyramb, inspired by the festival character of the Dionysian feasts became an essential part of the cult of the god. To combine poetry, singing and dancing in such a form as to excite the imagination and the senses of the participants. The dithyramb, as it eventually evolved as an artistic medium, had an undeniable impact on the evolution of Greek poetry and music. During the peak period of dithyramb Attic tragedy appeared bringing aboutnan independent evolution of the dramatic elements that pre-existed in the dithyramb. We have good reasons to presume that the cyclic chorus, moving around the altar of Dionysus, sang hymns, in which the lyric elements alternated with the epic narrations of the leader of the chorus. The alternation of voices led to the dialogue between the leader and the members of the chorus so that the entire performance soon obtained a concrete dramatic character. The leader of the dithyramb became the hypocrites of the drama while epic abstraction was succeeded by scenic realism.

The excavations of 1881 at the theatre of Epidaurus Epameinondas Vranopoulos

The author follows in the steps of Panagis Kavvadias when excavating.Kavvadias arrived in Epidaurus in March of 1881. The shape of the hollow was evident, but the theatre had become a thicket. The trees were cut down only to reveal a slope covered with earth of a thickness of approximately one and a half metres. The theatre had been preserved over the years by the vegetation covering it and by the landslide of earth from mount Kynarteion. The theatre of Epidaurus is the best preserved theatre of antiquity, built on a ravine. The theatre is a banked up hollow, built on the side of the ravine. The location of the theatre is such as to command a view of the valley of the sanctuary and of the surrounding mountains.

The first theatre of the capital The editors of the Archaeologia journal

The first theatre of Athens was a wooden shack on Aiolou street where acrobats performed. The theatre had capacity for an audience of approximately a thousand seated around the stage. Performances were announced by the town crier who stood at the dimly lit entrance to the theatre. When a storm tore off the tent that covered the theatre, it remained without a roof. In five months the theatre had been destroyed by the bad weather conditions, before the manager A. Sconzopoulos could pay off the timber. The theatre opened (in May 1836) with what was allegedly an Italian play translated by Rigas. Details are given in Marios Ploritis’ article in “Vima on Sunday” of April 22 1984.

Karagiozis Anna Lambraki

The shadow theatre is an eastern invention that was brought to Greece from Turkey, along with the Turkish Karagiozis who became Greek. The Greek Karagiozis is less foul mouthed than his Turkish predecessor and his long arm takes the place of the phallus of the Turk. Performances of the shadow theatre in Greece are embellished with references to the times in which they are performed, and become patently Greek. Apart from the Karagiozis himself who is the main character, other personages of the shadow theatre are the Barbagiorgos, the Hadziavatis, sior Dionysios, the Stavrakas, the Morfonios, the Vizier, the Bey, Karagiosis ‘ wife kyra-Aglaitsa, and his famous son, the son of shadows Kollitiri.

The Karagiozis Grammatikos Thanasis Spyropoulos

The manuscript of the shadow theatre play “Karagiozis Grammatikos” is published here in miniature. It was written by the president of the Greek Society of the Shadow Theatre, Thanasis Spyropoulos, from Messene. In this play the Geros (the old man) is shown asking Karagiozis to write him a letter.

Hollywood style Olympic Games The editors of the Archaeologia journal

Τhe 2nd Olympic Games of 1906 were held in Athens. In the Illustrated Album of the games, (edited by P.S. Savvides).it is plainly shown that the Olympic Spirit had given way to the festive spectacle that was produced on the sidelines of the actual games. In elegantly phrased descriptions we are told that the main avenues in Athens were being repaired in a hurry, that the mayor of Athens Mr Mercouris was checking on everything at the last minute, that bands were playing, coloured lights and floral arrangements of false or real flowers were being set up, all these bringing to the city a festive, formal aspect. The Italian Fontapier was contracted to decorate central streets and squares, to organize the procession of lights and to undertake organizing the “Venetian festival” of fireworks at the little port of Zea.

Τεύχος 13, Νοέμβριος 1984 No. of pages: 114
Κύριο Θέμα: Το ιστορικό της αρχαιολογικής έρευνας Διαμαντής Τριαντάφυλλος

Πήλινο προσωπείο Διόνυσου από τη Μαρώνεια, 4ος αι. π.Χ. Μουσείο Κομοτηνής. Η πρώτη προϊστορική ανασκαφή στη Θράκη, στην τούμπα της Παραδημής έδωσε σημαντικά ευρήματα της Νεολιθικής και της πρώιμης εποχής του Χαλκού. Η Παραδημή όμως υπήρξε εξαίρεση, αφού όλες οι έρευνες στρέφονταν πρώτα στην παραλιακή ζώνη, όπου είχαν ιδρυθεί τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. οι ιωνικές αποικίες, και μετά στη γειτονική πεδινή ζώνη ως τα νότια υψώματα της Ροδόπης. Η εξερεύνηση της τρίτης ζώνης που περιλαμβάνει τις ορεινές περιοχές της Ροδόπης ως τα βουλγαρικά σύνορα άρχισε μόλις το 1971. Στόχος η επισήμανση μνημείων και χώρων της πρώιμης και μέσης εποχής του Σιδήρου (1000-600 π.Χ.). Περιγράφονται τα σημεία των ανασκαφών και εκθέματα από τα Μουσεία Κομοτηνής και Σαμοθράκης.

Η προϊστορία στο χώρο της Δυτικής Θράκης Διαμαντής Τριαντάφυλλος

Μαρώνεια, Άγιος Γεώργιος. Μεγαλιθική πύλη του δυτικού σκέλους των τειχών. Από τη Μέση και τη Νεότερη Παλαιολιθική εποχή βρέθηκαν κοντά στα Ρίζια του Έβρου αρκετά κομμάτια επεξεργασμένου πυριτόλιθου. Από τη Νεολιθική εποχή, που στη Θράκη φθάνει ως το 4500 π.Χ., η Παραδημή είναι ο μόνος οικισμός που έχει ανασκαφεί. Συγκρίνεται με τους οικισμούς Φωτολείβος Ι, Ντικιλί-Τας Ι και με τον πολιτισμό Vesselinovo-Karanovo III της Βουλγαρίας. Τα στιλβωμένα αγγεία δείχνουν υψηλή τεχνική, κάποια έχουν εγχάρακτη διακόσμηση και χαρακτηρίζονται από το κωνικό σχήμα του κάτω μέρους και τις κερατοειδείς ή κομβιόσχημες αποφύσεις στις λαβές. Η τρίτη περίοδος της Παραδημής έδωσε και εξαιρετικά ειδώλια. Στην τέταρτη περίοδο εμφανίζεται η κεραμική με γραφίτη (Graphit Malerei). Για τη νεολιθική αρχιτεκτονική δεν υπάρχουν ακόμη στοιχεία και οι υποθέσεις στηρίζονται στα ευρήματα του Karanovo. Η εποχή του Χαλκού αρχίζει γύρω στο 3000 π.Χ. Τα ευρήματα από την πρώιμη εποχή του Χαλκού στην Παραδημή μπορούν μόνο να παραβληθούν προς τα αντίστοιχα της Τροίας Ι. Περισσότερες πληροφορίες δίνουν οι οικισμοί του Φωτολείβους και του Ντικιλί-Τας που έδωσαν αρχιτεκτονικά λείψανα και πλούσια κεραμική με σχοινωτή διακόσμηση, χαρακτηριστική της Kurgan-Kultur (Schnurkeramik). Η Μέση Χαλκοκρατία δεν εμφανίζεται ανασκαφικά, ούτε τα μινυακά αγγεία που τη χαρακτηρίζουν. Άγνωστη ανασκαφικά είναι και η Ύστερη Χαλκοκρατία με τη μυκηναϊκή κεραμική. Τα κενά ως προς την εποχή του Χαλκού στη Θράκη συμπληρώνουν τα ανασκαφικά ευρήματα στη ΝΑ Βουλγαρία. Οι πιο χαρακτηριστικές θέσεις της εποχής ως τα μέσα της Ύστερης Χαλκοκρατίας είναι τούμπες σχηματισμένες πάνω σε θέσεις χαλκολιθικές, νεολιθικές ή και νέες. Λίγο πριν από την αρχή της μέσης περιόδου της, εργαλεία και όπλα κατασκευάζονται από μέταλλο, χρησιμοποιούνται οι κλειστές μήτρες και γενικεύεται η ανάμιξη χαλκού και κασσίτερου. Σκοτεινές παραμένουν και η πρώιμη και μέση εποχή του Σιδήρου που αντιστοιχούν με την Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική του ελλαδικού χώρου. Στο ορεινό χωριό Ρούσσα του Έβρου βρέθηκαν κρηπιδώματα διαλυμένων τύμβων που περιλάμβαναν τάφους από σχιστόπλακες. Στην πρώτη περίοδο της Ρούσσας (9ος αιώνας π.Χ.) χρονολογούνται οι μεγαλύτεροι τάφοι, Dolmens, καθώς και η κεραμική με την αυλακωτή διακόσμηση στο λαιμό και τον ώμο των αγγείων. Χαρακτηριστικό σχήμα είναι ο «αμφορέας» με το αμφικωνικό σώμα, τον κωνικό λαιμό και τις τέσσερις κατακόρυφες κερατοειδείς αποφύσεις (Buckelkeramik). Τα γεωμετρικά σχέδια είναι εμπίεστα και εγχάρακτα ενώ αποδίδεται και η διακοσμητική μορφή του πελαργού. Στη δεύτερη περίοδο χρησιμοποιούνται στις θήκες τα μεγάλα τεφροδόχα αγγεία με τα υπολείμματα της καύσης των νεκρών, στην κεραμική κυριαρχεί η εμπίεστη διακόσμηση και εμφανίζονται οι χάλκινες και σιδερένιες τοξωτές και τριγωνικές πόρπες. Η κεραμική των δύο πρώτων περιόδων της Ρούσσας έχει ομοιότητες με την κεραμική της Τροίας VIIB2. Στην τρίτη περίοδο της Ρούσσας (γύρω στο 600 π.Χ.) ανήκουν οι απλές καύσεις ή τα τεφροδόχα αγγεία μέσα σε αβαθείς λάκκους. Χαρακτηριστικά κτερίσματα είναι τα σιδερένια μαχαιρίδια και οι αιχμές δοράτων. Σε υψώματα της Ροδόπης έχουν λαξευτεί σε βράχους δίσκοι ή και κοιλότητες σε διάφορους συνδυασμούς, ίχνη λατρείας ή αστρονομίας. Έχουν επίσης επισημανθεί ίχνη υπαίθριων ιερών. Στη θρησκεία και τη μυθολογία των αρχαίων Θρακών εμφανίζονται ο Ήλιος, ο Απόλλων, ο Μάρων, ο Ρήσος, ο Θραξ Ιππεύς ή Ήρως που αργότερα συμφύρεται με τον άγιο Γεώργιο και, βεβαίως, ο Ορφέας και ο Διόνυσος.

Εθνοαρχαιολογικές έρευνες στη Θράκη Νίκος Ευστρατίου

Ορεινή Ροδόπη. Πέτρινο κλειστό σπίτι. Η εθνοαρχαιολογική έρευνα που έγινε στη Θράκη το καλοκαίρι του 1982 επικεντρώθηκε στην περιοχή βορειοδυτικά της Κομοτηνής, στη χαράδρα του ποταμού Κομψά του που πηγάζει από την ορεινή Ροδόπη. Η ορεινή Ροδόπη φιλοξενεί παραδοσιακές φυλετικές ομάδες, όπως οι Πομάκοι, αποκλειστικά ορεσίβιοι και με περιορισμένες επαφές με τους πεδινούς. Η απομόνωσή τους οφείλεται και στη χάραξη των εθνικών συνόρων το 1920. Οι οικισμοί τους θεωρούνται μία από τις βορειοελλαδικές παραλλαγές του τυπικού μεσογειακού χωριού με την πυρηνική οικιστική διάταξη. Μια άλλη πληθυσμιακή ομάδα, εγκατεστημένη στην ίδια περιοχή πριν κατέβει στην πεδιάδα, ήταν οι Μουσουλμάνοι. Ζούσαν σε οργανωμένα χωριά και είχαν στενές εμπορικές σχέσεις με κωμοπόλεις της πεδιάδας όπου πουλούσαν τα προϊόντα τους. Παρά την κοινή θρησκεία δεν υπήρξε επιμειξία μεταξύ Μουσουλμάνων και Πομάκων. Μια τρίτη ομάδα, μετακινούμενη εποχιακά, ήταν οι Σαρακατσάνοι που ξεχειμώνιαζαν κοντά στις Σάππες. Ως το 1919 μετακινούμενοι ήταν και οι βούλγαροι βοσκοί, οι Μπαηγκάνηδες, που κατέβαιναν να ξεχειμωνιάσουν στις παραθαλάσσιες περιοχές της Θράκης. Το Σίλλιο και ο Κάβος είναι δύο χωριά στην χαράδρα του Κομψάτου, κοντά στον Πολύανθο. Το Σίλλιο είναι εντελώς εγκαταλελειμμένο από το 1948, ενώ ο Κάβος, ερημωμένος από το 1950, κατοικείται το καλοκαίρι από λίγες οικογένειες. Κύρια πηγή πληροφοριών για την κοινωνική οργάνωση και την οικονομία των χωριών ήταν ο ογδοντάχρονος προύχοντας του Σίλλιου Ρετζέπ αγά. Πρόκειται για τυπικά μουσουλμανικά χωριά με περιορισμένη κοινωνική ζωή. Το κλειστό σύστημα επικοινωνίας και εμπορικής δοσοληψίας, ανέπαφο για πολλά χρόνια, διατήρησε παλιές παραγωγικές διαδικασίες και κοινωνικές δομές. Η πολιτιστική συμπεριφορά των παραδοσιακών ομάδων της Ροδόπης δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε περιβαλλοντικούς, οικονομικούς ή πολιτικούς λόγους. Ορισμένοι τύποι πολιτιστικής συμπεριφοράς δεν είναι αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου αλλά μιας μακρόχρονης ιστορικής διαδικασίας-εμπειρίας. Ανάλογα ερμηνευτικά προβλήματα αντιμετωπίζει ο προϊστορικός αρχαιολόγος. Οι παρατηρήσεις μας από την έρευνα των παραδοσιακών ομάδων της Θράκης δείχνει ότι η χρήση μεμονωμένων κριτηρίων για την κατανόηση πολιτιστικών διαδικασιών, όπως πολύ συχνά συμβαίνει στην αρχαιολογία, δεν οδηγεί σε σωστές ερμηνείες.

Άβδηρα: ιστορικά στοιχεία Διαμαντής Τριαντάφυλλος

Πήλινα ειδώλια χορευτριών από τάφο ελληνιστικής εποχής στα Άβδηρα. Η αποικία που πρώτοι οι Κλαζομένιοι επιχείρησαν να ιδρύσουν στο χώρο των Αβδήρων γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα καταστράφηκε στο τέλος του από τους Θράκες. Τα Άβδηρα ίδρυσαν οι κάτοικοι της ιωνικής πόλης Τέω το 545 π.Χ. Ο μύθος λέει πως την πόλη ίδρυσε ο Ηρακλής θέλοντας να τιμήσει τον Άβδηρο που κατασπάραξαν τα ανθρωποφάγα άλογα του βασιλιά των Βιστόνων Θρακών Διομήδη. Στη διάρκεια των Περσικών πολέμων τα Άβδηρα χρησίμευσαν ως βάση των Περσών και ο Δημόκριτος άκουσε μαθήματα από τους Χαλδαίους μάγους που είχε μαζί του ο Ξέρξης. Η πόλη διέκοψε την κυκλοφορία νομισμάτων της από το 449 ως το 439 π.Χ. και τη σταμάτησε μετά το 167 π.Χ. Στη ρωμαϊκή κυριαρχία παρέμεινε αυτόνομη πολιτεία σε στενή εξάρτηση από τη Ρώμη. Στον αφανισμό της συντέλεσαν και τα έλη που άρχισαν να δημιουργούνται στο ακρωτήρι Μπουλούστρα, τοπωνύμιο που προέρχεται από το όνομα του Πολύστυλου, μικρού οικισμού των βυζαντινών χρόνων. Στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια τα Άβδηρα αριθμούσαν γύρω στους 22.000 κατοίκους, είχαν πολύ ανεπτυγμένη οικονομία και άριστα οργανωμένο δημοκρατικό πολίτευμα. Πολιούχος θεός τους ήταν ο Απόλλων και έμβλημά τους ο γρύπας. Η πόλη γιόρταζε τα Διονύσια, τα Θεσμοφόρια και διοργάνωνε αγώνες προς τιμήν του Άβδηρου. Διάσημοι Αβδηρίτες υπήρξαν ο Ανακρέων, ο Πρωταγόρας και ο Δημόκριτος. Ο οχυρωματικός περίβολος της πόλης, που δημιουργήθηκε στο τέλος της αρχαϊκής εποχής, έχει κτιστεί με γωνιόλιθους πωρόλιθου και οι δόμοι του πλησιάζουν το ψευδοϊσόδομο σύστημα. Η πόλη χωριζόταν σε δύο τμήματα, με πιο σημαντικό το δυτικό όπου βρέθηκαν τρεις δρόμοι και όπου μάλλον βρισκόταν η αγορά. Στα ρωμαϊκά χρόνια, νότια από την πύλη του δυτικού τείχους κατασκευάστηκαν λουτρά ενώ, στον 9ο-10ο αιώνα μ.Χ., ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο. Οι κατοικίες που βρέθηκαν χρονολογούνται από τον 4ο αιώνα π.Χ. ως τη ρωμαϊκή εποχή. Από τα ελληνιστικά χρόνια εφαρμόστηκε το ιπποδάμειο σύστημα. Κτισμένες με μεγάλους γωνιόλιθους πωρόλιθου, ασβεστόλιθου ή γρανίτη, οι κατοικίες ήταν εσωτερικά επιχρισμένες με χρωματιστά ασβεστοκονιάματα. Τα Άβδηρα είχαν δύο λιμάνια και θέατρο έξω από τα τείχη. Οι τάφοι, από την αρχαϊκή ως την ελληνιστική εποχή, είναι διαφόρων ειδών: μονολιθικοί σαρκοφάγοι, κιβωτιόσχημοι, πήλινες λάρνακες, ταφικά πιθάρια, τεφροδόχα αγγεία, λακκοειδείς και κεραμοσκεπείς. Σε πολλές περιπτώσεις σκεπάζονται με τύμβους. Στα αξιόλογα ευρήματα που μοιράζονται τα Μουσεία της Καβάλας και της Κομοτηνής ανήκουν η σαρκοφάγος κλαζομενιακού τύπου με παράσταση του μύθου του Τρωίλου (500-400 π.Χ.), δύο ανθεμωτές επιστέψεις επιτυμβίων στηλών (5ος αιώνας π.Χ.), το ψηφιδωτό δάπεδο με δελφίνια, κρίνους και ανθέμια (250-200 π.Χ.) κ.ά. Από τις ανασκαφές των δύο τελευταίων ετών στα Άβδηρα, ήρθε στο φως το πρώτο αρχαϊκό ιερό και εντοπίστηκε το νεκροταφείο των Κλαζομενίων (μέσα 7ου αιώνα π.Χ.). Οι τάφοι των ενηλίκων είναι απλές ταφές στην άμμο, ενώ το οι παιδικές ταφές γίνονται σε μεγάλα ταφικά αγγεία. Από τα κτερίσματα, πόρπες, ιωνικές κύλικες και ταφικοί αμφορείς φανερώνουν σχέσεις με τα παράλια της Μ. Ασίας, ενώ οι πρωτοκορινθιακοί αρύβαλλοι προδίδουν σχέσεις και με την κυρίως Ελλάδα.

Σαμοθράκη Δημήτρης Μάτσας

Τμήμα της ανάγλυφης μαρμάρινης ζωφόρου από το Πρόπυλο του Τεμένους με κορίτσια να χορεύουν, περ. 340 π.Χ. (Μουσείο Σαμοθράκης). Ο προϊστορικός οικισμός (Μικρό Βουνί) που έζησε από την Τελική Νεολιθική του αιγαιακού χώρου ως τα όψιμα χρόνια της Μέσης Χαλκοκρατίας αποτελεί παράδειγμα πρωτοαστικής «πόλης» στο Αιγαίο. Εντοπίστηκαν οικισμοί της Ύστερης Χαλκοκρατίας και τρία μεγαλιθικά ταφικά μνημεία από την εποχή του Σιδήρου. Το τελευταίο στρώμα του προελληνικού πληθυσμού ήταν θρακικό και η γλώσσα του παρέμεινε ως τελετουργική γλώσσα στη λατρεία των Μεγάλων Θεών μέχρι τον 1ο αι. π.Χ. Γύρω στο 700 π.Χ. το νησί αποίκισαν Αιολείς. Η πόλη, με ασημένια νομίσματα και μικρό πολεμικό στόλο στα αρχαϊκά χρόνια, προστατεύτηκε στις αρχές του 6ου με εντυπωσιακό τείχος. Στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια η λατρεία των Μεγάλων Θεών παίρνει διεθνή χαρακτήρα. Η νομισματοκοπία που είχε διακοπεί τα κλασικά χρόνια συνεχίζεται μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ. Ωστόσο, από τον 3ο αιώνα μ.Χ. αρχίζει σταθερή η παρακμή. Γύρω στο 1430 η Σαμοθράκη περιέρχεται στην κυριαρχία του γενουάτη ηγεμόνα της Αίνου Παλαμήδη Gattilusi. Ερημώνεται δύο φορές, στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης και το 1821. Κεντρική μορφή της θρησκείας των Μεγάλων Θεών είναι μια «Μεγάλη Μητέρα», η Αξίερος, Δήμητρα για τους Έλληνες, συγγενική της Κυβέλης και των αντίστοιχων θεαινών της Ανατολίας. Από την Αξίερον πιθανόν αποσπάσθηκαν η Εκάτη Ζηρυνθία και Αφροδίτη Ζηρυνθία, ενώ προσκολλημένος σε αυτή είναι ο Καδμίλος, ιθυφαλλικός θεός της γονιμότητας που ταυτίστηκε με τον Ερμή. Κάβειροι είναι δύο συνοδοί ιθυφαλλικοί δαίμονες. Στους Μεγάλους Θεούς ανήκουν ένας θεός του Κάτω Κόσμου και η γυναίκα του, ο Αξιόκερσος (Άδης) και η Αξιόκερσα (Περσεφόνη). Οι γιορτές της Σαμοθράκης δραματοποιούσαν το γάμο του Κάδμου και της Αρμονίας. Στα νυχτερινά Μυστήρια των Μεγάλων Θεών υπήρχαν δύο βαθμίδες: η καθαυτό μύηση και η εποπτεία. Μεγάλες ποσότητες κρασιού καταναλώνονταν στο συμπόσιο, πριν ή μετά τη μύηση. Γύρω στο 340 π.Χ., στην καρδιά του Ιερού Χώρου που έχει έκταση 50 περίπου στρεμμάτων, κτίστηκε ορθογώνιος περίβολος γνωστός ως Τέμενος, πιθανόν ανάθημα του Φιλίππου Β΄. Το Πρόπυλο στην είσοδό του αποδίδεται στον Σκόπα. Η ζωφόρος διακοσμείται με τελετουργικό χορό κοριτσιών στην πρωιμότερη χρήση του αρχαϊστικού ρυθμού. Ανάμεσα στο 288 και το 281 π.Χ. η βασίλισσα Αρσινόη αφιέρωσε τη Θόλο, γνωστή με το όνομά της. Η Θόλος αποτελεί το μεγαλύτερο γνωστό κλειστό και κυκλικό οικοδόμημα της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής. Στο τέλος του 3ου αιώνα π.Χ. κατασκευάζεται θέατρο και, αργότερα, πάνω από το κοίλο, ορθογώνιο κτίσμα που χωριζόταν σε δύο τμήματα. Στο πίσω νότιο τμήμα έστεκε η πλώρη του πλοίου με τη Νίκη. Μετά την κατάργηση της πολυθεϊστικής λατρείας τον όψιμο 4ο αιώνα π.Χ. το Ιερό ερημώνει. Ένα καμίνι του 5ου αιώνα που μεταβάλλει τα κοντινά του μάρμαρα σε ασβέστη, ένας σεισμός στα μέσα του 6ου αιώνα και η σύληση ως τα νεότερα χρόνια ολοκληρώνουν την καταστροφή. Το ιστορικό της έρευνας αρχίζει με τον γάλλο πρόξενο στην Αδριανούπολη M. Champoiseau που πρώτος έσκαψε στη Σαμοθράκη το 1863 βρίσκοντας στο Ιερό των Μεγάλων Θεών το άγαλμα της Νίκης. Ακολουθούν άλλοι Γάλλοι, δύο αυστριακές αποστολές και, από το 1938, το Πανεπιστήμιο της Νέα Υόρκης. Από το 1982 η ΙΘ΄ ΕΠΚΑ εργάζεται στην προϊστορική θέση Μικρό Βουνί.

Μαρώνεια Μαρία Σαρλά-Πεντάζου, Βαγγέλης Πεντάζος

Μνημειακή πύλη της Μαρώνειας. Επτά οικισμοί στην πεδινή περιοχή στα ΝΑ της Κομοτηνής ανήκουν στη Νεολιθική (3η χιλιετία π.Χ.) και την Πρωτοχαλκή (2η χιλιετία π.Χ.) περίοδο. Ο Όμηρος εμφανίζει τους Θράκες Κίκονες να πολεμούν γενναία στο πλευρό των Τρώων και αναφέρει τη Μαρώνεια ως την πατρίδα του ιερέα του Απόλλωνα Μάρωνα. Στα ακρογιάλια της, για να ξεφύγει από τη σπηλιά του Κύκλωπα ο Οδυσσέας τον μεθάει με μαρωνίτικο κρασί. Τη Μαρώνεια ιδρύουν στο α΄ μισό του 7ου αιώνα π.Χ. άποικοι από τη Χίο. Στοιχεία για τη ζωή στα αρχαϊκά χρόνια δεν υπάρχουν. Τον 4ο αιώνα, εποχή της μεγάλης ακμής, δημιουργείται τεχνητό λιμάνι ενώ μακρύ τείχος προστατεύει την πόλη. Ο Φίλιππος Β΄ προσαρτά τη Μαρώνεια το 350 π.Χ. τερματίζοντας την κυκλοφορία των ανεξάρτητων νομισμάτων πού έκοβε στο α΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Σειρά από 28 τέτοια ασημένια τετράδραχμα εκτίθενται στο Νομισματικό Μουσείο. Από την πόλη του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ. οι ανασκαφές αποκάλυψαν ένα ελληνιστικό θέατρο που έχει υποστεί ρωμαϊκή μετασκευή, ένα ιερό που βάσει των επιγραφών αποδίδεται στον Διόνυσο και κατοικίες που προδίδουν πολυτέλεια και άνεση. Για τη λατρεία του Απόλλωνα μαρτυρεί ο Όμηρος και για τη λατρεία του Διόνυσου η εικόνα του θεού και το σύμβολό του, το σταφύλι, πάνω στα νομίσματα. Αργότερα προστέθηκε η λατρεία του μυθικού οικιστή Μάρωνα. Οι επιγραφές μαρτυρούν και λατρεία του Δία, του Ποσειδώνα, του Ερμή και του Ασκληπιού. Στους ελληνιστικούς χρόνους εισάγονται αιγύπτιοι θεοί και στους ρωμαϊκούς η λατρεία της Ρώμης. Το πολίτευμα ήταν δημοκρατικό, υπήρχε Βουλή, Δήμος και Γερουσία, ενώ οι απόγονοι των οικιστών αποτελούσαν την αριστοκρατική τάξη. Γύρω στο 148 π.Χ. η Μαρώνεια θέτει σε κυκλοφορία αργυρά τετράδραχμα που μαζί με τα παρόμοια θασίτικα είναι τα κυριότερα νομίσματα της Θράκης. Στα βυζαντινά χρόνια η Μαρώνεια είναι έδρα επισκόπου. Στην παραλία Άγιος Χαράλαμπος σώζονται ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής με ψηφιδωτό δάπεδο, θεμέλια βυζαντινής εκκλησίας και κτιρίων κ.ά.

Ο ελληνικός αποικισμός στην αιγαιακή Θράκη Εύη Σκαρλατίδου

Αργυρό τετράδραχμο Δικαίας με παράσταση βοδιού στην κύρια όψη και χταποδιού στη δεύτερη, 500/475 π.Χ. Η Θάσος και η Σαμοθράκη υπήρξαν οι γέφυρες επικοινωνίας με τη χώρα των Θρακών. Στα τέλη του 8ου ή στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. πάριοι άποικοι αποβιβάστηκαν στη Θάσο. Το 654 π.Χ. μετανάστες από την Άνδρο ιδρύουν την Άργιλο στον κόλπο του Στρυμόνα και μια σειρά από αποικίες στη Χαλκιδική. Γύρω στα 660-650 π.Χ., τα μεταλλεία του Παγγαίου παρακινούν χίλιους νέους μετανάστες από την Πάρο, μαζί και Έλληνες της Θάσου, να περάσουν απέναντι, στην Περαία. Στη θασιακή Περαία, με μήκος 110 χλμ., οι Έλληνες ίδρυσαν νέες αποικίες ή «εμπόρια». Από τις αρχαιότερες πόλεις ήταν η Γαληψός, η Οισύμη, η Στρύμη, η Νεάπολη, η Δάτος και η Σκαπτή Ύλη. Ανατολικά της Σκαπτής Ύλης ιδρύθηκε ο εμπορικός σταθμός της Στρύμης. Λίγο αργότερα οι Θάσιοι ίδρυσαν στην Περαία και άλλα «εμπόρια», την Απολλωνία, την Αντισάρα, το Ακόντισμα και την Πίστυρο και, το 360/359 π.Χ., ίδρυσαν τις Κρηνίδες στην πεδιάδα των Φιλίππων με τα κοιτάσματα χρυσού. Στο νέο νομισματοκοπείο των Κρηνίδων οι Θάσιοι έκοβαν νομίσματα με την επιγραφή «ΘΑΣΙΟΝ ΗΠΕΙΡΟ». Στο Αηδονοχώρι του νομού Σερρών αποκαλύφθηκαν νεκροταφείο, ιερό και οικίες που αποδίδονται στην αρχαία Τράγιλο. Στο ακρωτήριο Μπουλούστρα, στο δυτικό άκρο του Πόρτο-Λάγος, Μικρασιάτες άποικοι ίδρυσαν τα Άβδηρα. Ανάμεσα στα Άβδηρα και τη Στρύμη, στο ΝΑ άκρο της Βιστονίδας, τοποθετείται μια άλλη αποικία, γνωστή ως «Δίκαια παρ’ Άβδερα». Βάσει των ευρημάτων υποστηρίζεται η εκδοχή ότι την αποίκισαν Ίωνες, ενώ τα ωραιότατα νομίσματά της τη σχετίζουν με τη Σάμο. Άποικοι από τη Χίο ίδρυσαν στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. τη Μαρώνεια. Μεταξύ Μαρώνειας και Μεσημβρίας πρέπει να βρισκόταν η Ορθαγορία. Στη Σαμοθράκη τώρα, γύρω στα 700 π.Χ. εγκαταστάθηκαν Σάμιοι ιωνικής καταγωγής και Μικρασιάτες με αιολική προέλευση από την περιοχή της Τρωάδας. Στο νησί κατοικούσαν ήδη προελληνικά φύλα και το θρακικό φύλο των Σαΐων. Στη θέση της αποικίας υπήρχε προελληνικό ιερό των Μεγάλων Θεών με μυστηριακή λατρεία που χρησιμοποιούσε γλώσσα μη ελληνική. Η ομάδα των Μεγάλων Θεών περιλάμβανε τη γυναικεία θεότητα που ονομαζόταν Αξίερος, τον Κάδμιλο, τους Καβείρους, και τους θεούς του Κάτω Κόσμου Αξιόκερσο και Αξιόκερσα. Οι λατρευτικές ανάγκες καθόρισαν τη χρήση των κτισμάτων: το Ανάκτορο, το Τέμενος όπου ο Σκόπας είχε φιλοτεχνήσει μαρμάρινο σύμπλεγμα Αφροδίτης και Έρωτα, το Ιερόν, το Αρσινόειο, η μεγαλύτερη γνωστή θόλος. Σε υπαίθρια μνημειακή κρήνη είχε στηθεί το άγαλμα της Νίκης, όρθιας στην πλώρη ενός πλοίου. Μια σαμοθρακική Περαία δημιουργήθηκε στα θρακικά παράλια ανάμεσα στο όρος Ίσμαρος και τις εκβολές του Έβρου. Μας παραδίδονται τα εξής ονόματα: Μεσημβρία, Σάλη, Ζώνη, Δρυς, Τέμπυρα και Χαράκωμα. Φαίνεται ότι η Περαία ή τμήμα της αφιερώθηκε ως ιερό τέμενος στους θεούς της Σαμοθράκης. Η Αίνος κτίστηκε στις εκβολές του Έβρου και η ζωή σε αυτήν συνεχίστηκε αδιάλειπτη. Το γεγονός ότι από τα μέλη της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας πλήρωνε τον μεγαλύτερο φόρο μαρτυρεί την οικονομική της άνθηση. Ιδρύθηκε το αργότερο στο β΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ. μάλλον από Αιολείς από την Αλωπεκόνησο και αργότερα από Μυτιληναίους και Κυμαίους. Οι ελληνικές αποικίες της Θράκης αν και ιδρύθηκαν ως «εμπόρια» άσκησαν ισχυρή επιρροή στους Θράκες και σταδιακά τους εξελλήνισαν.

Η αιγαιακή Mεσημβρία Τζένη Τσατσοπούλου-Καλούδη

Ο περιτοιχισμένος οικισμός της Μεσημβρίας. Άποψη από την ακρόπολη. Η Μεσημβρία ήταν κατά τον Ηρόδοτο η δυτικότερη από τις αποικίες που ίδρυσαν οι Έλληνες της Σαμοθράκης στα παράλια της Θράκης, «τα Σαμοθρηίκια τείχεα», στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. Από τις συστηματικές ανασκαφές που άρχισαν το 1966 αποκαλύφθηκε ένα ολοκληρωμένο οικιστικό σύνολο. Το τείχος ορίζει μια έκταση 733 στρεμμάτων αλλά η ιδιαιτερότητα του οικισμού έγκειται σε ένα εσωτερικό τείχος που δημιουργεί μια σχεδόν τετράγωνη, περιτοιχισμένη συνοικία 243 περίπου στρεμμάτων στο ΝΔ του άκρο. Στη συνοικία με την ιπποδάμεια ρυμοτομία, με οικίες, με μαγαζιά ή εργαστήρια και με ένα ληνό, διακρίνονται τρεις φάσεις που χρονολογούνται το αργότερο από τον 5ο αιώνα π.Χ. φθάνοντας ως τον 3ο ή και τον 2ο αιώνα π.Χ. Στην ευρύτερη πόλη ανακαλύφθηκε ιερό της Δήμητρας. Από τα ευρήματα του ιερού εκπληκτικά είναι τα αφιερώματα στη θεά: πλήθος πλακίδια επίχρυσα, επάργυρα, χάλκινα, ακόμη και χρυσά και ασημένια, φέρουν σφυρήλατες λατρευτικές παραστάσεις. Εικονίζονται η Κυβέλη σε θρόνο, η Δήμητρα και η Κόρη, η μεγάλη θεά της Σαμοθράκης, δεόμενοι λατρευτές, μέρη του σώματος, κ.ά. Στα ευρήματα από τη Μεσημβρία συγκαταλέγονται ακέφαλος αρχαϊκός κούρος, θαυμάσια αγγεία του 5ου και του 4ου αιώνα και ένας παναθηναϊκός αμφορέας, νομίσματα από διάφορες πόλεις, περίτεχνα κτερίσματα. Στο νεκροταφείο που βρίσκεται έξω από την πόλη βρέθηκαν ταφές σε λίθινες και πήλινες σαρκοφάγους, κεραμοσκεπείς και κιβωτιόσχημοι τάφοι, εγχυτρισμοί, καύσεις και μεμονωμένες ελεύθερες ταφές. Ξεχωρίζει κυκλικός τύμβος με μια κεντρική ταφή και οκτώ άλλες γύρω του σε λεβητοειδή τεφροδόχα αγγεία και πίθους προϊστορικής εποχής, γεγονός που υποδεικνύει ότι η Μεσημβρία ιδρύθηκε πάνω σε θέση παλαιότερου θρακικού οικισμού.

Στρύμη, μια θασίτικη αποικία Λυδία Κρανιώτη

Τα θαλασσοφαγωμένα στόμια από δύο σήραγγες του υδραγωγείου στη Στρύμη. Η κακομοιριά όλων των Ελλήνων μαζεύτηκε στη Θάσο, διαπιστώνει εξ ιδίας πείρας ο Αρχίλοχος. Στη Θάσο εγκαταστάθηκαν Πάριοι από τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. Στα μέσα του 7ου αιώνα, κατάφεραν να απωθήσουν τους αυτόχθονες και να σχηματίσουν την Περαία, το γεφύρωμα του νησιού προς την ενδοχώρα, ιδρύοντας παραλιακές πόλεις με ανατολικότερη τη Στρύμη. Σε χαμηλή μικρή χερσόνησο, ανάμεσα στη Μαρώνεια και το Πόρτο Λάγος, κοντά στο ακρωτήρι της Μολυβωτής που προμήθευσε με δόμους από τιτανόλιθο τον οχυρωματικό περίβολο της πόλης, εντοπίστηκαν τα ερείπια της Στρύμης σε χώρο που αναιρεί τη μαρτυρία του Ηροδότου. Η γεωφυσική εικόνα δηλώνει πως τόσο η Στρύμη όσο και η Μολυβωτή ήταν κάποτε νησίδες. Η Στρύμη υπήρξε μήλον της έριδος ανάμεσα στη μητρόπολη Θάσο και τη Μαρώνεια. Το 353 π.Χ. ο Φίλιππος ο Β΄ βοήθησε τους Μαρωνίτες να την καταλάβουν και να την καταστρέψουν. Από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια που ανακαλύφθηκαν σε σταυροδρόμι της αρχαίας πόλης, το «σπίτι του βωμού» προβάλλει μια επαρχιακή εφαρμογή της ιπποδάμειας ρυμοτομίας ενώ το «σπίτι του θησαυρού» συνεισφέρει στην έρευνα με 28 ασημένια τετράδραχμα Μαρωνιτών που απεικονίζουν είτε τον Διόνυσο είτε άλογο που καλπάζει. Οι κάτοικοι, για την ύδρευσή τους, λάξευσαν υπόγειο δίκτυο από σήραγγες, φρεάτια και δεξαμενές, τμήματα των οποίων θυμίζουν το ευπαλίνειο όρυγμα της Σάμου (540 ή 525 π.Χ.) και το υδραγωγείο της Ολύνθου (τέλη του 5ου αιώνα π.Χ.). Το υδραγωγείο της Στρύμης χρονολογείται στα τέλη του 6ου ή –το πολύ– στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Αττική προέλευση έχουν τόσο τα μελαμβαφή όσο και τα ερυθρόμορφα αγγεία του 5ου αιώνα π.Χ. που προέρχονται από τα ταφικά μνημεία: παναθηναϊκός αμφορέας του ζωγράφου του Βερολίνου, ερυθρόμορφη πελίκη του ζωγράφου της Κενταυρομαχίας (Λούβρο), ερυθρόμορφος αμφορέας με πώμα του ζωγράφου του Πηλέα και παρόμοιος αμφορέας του ζωγράφου του Κλεοφώντα. Σε λαβές άβαφων οξυπύθμενων αμφορέων υπάρχουν ενσφράγιστες επιγραφές με διάφορα σύμβολα (θαλάσσια ζώα, καρπούς, κ.ά.), σφραγίσματα δαχτυλιδιών (σύμπλεγμα που μοιάζει με την Αφροδίτη και τον Έρωτα) και θασίτικα ονόματα.

Βυζαντινό οδοιπορικό στη Θράκη Νικόλαος Ζήκος

Τραϊανούπολις. Η «Χάνα». Ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολή και τη Θεσσαλονίκη, η Θράκη αποτέλεσε το βόρειο προτείχισμα της αυτοκρατορίας. Λεηλατήθηκε από τους Βησιγότθους (378), τους Ούνους (α΄ μισό του 5ου αιώνα), τους Καταλανούς (14ος αιώνας) και τους Τούρκους (14-15ος αιώνας). Η επιδρομή του βασιλιά των Βουλγάρων Ιωαννίτση το 1206 ήταν η πιο καταστροφική. Στο δρόμο από τη Μακεδονία προς τον Έβρο ο ταξιδιώτης καλείται να ανασυστήσει την ιστορία των πόλεων που συναντά. Τόπειρος: έδρα επισκόπου από τον 5ο ως τον 8ο αιώνα. Ξάνθεια – Ξάνθη: άσημος οικισμός που προήχθη σε επισκοπή τον 9ο αιώνα, βρισκόταν σε θέση κατάλληλη για στρατοπέδευση και στρατιωτική βάση. Άβδηρα – Πολύστυλο: οχυρωμένη ναυτική βάση όπου βρέθηκαν παλαιοχριστιανική και μεσοβυζαντινή βασιλική, μονόχωρος θολοσκέπαστος ναός του 12ου αιώνα, δύο νεκροταφεία. Αναστασιούπολις – Περιθεώριον: η μεγάλη τοξωτή πύλη που έφερε στο λιμάνι είχε δεξιά και αριστερά μαρμάρινες πλάκες με χαρακτά μονογράμματα των κτητόρων Παλαιολόγων. Μαξιμιανούπολις – Μοσυνόπολις: συχνό στρατόπεδο εκστρατειών με δημόσια λουτρά προς χρήση των αυτοκρατόρων κατά τη διαμονή τους στην πόλη. Παπίκιον Όρος: ανήκει στον ορεινό όγκο της Ροδόπης, ΒΔ της Κομοτηνής, κέντρο μοναχισμού οργανωμένου κατά τα πρότυπα του Αγίου Όρους. Κουμουτζηνά – Κομοτηνή: ο παλαιοχριστιανικός σταθμός της Εγνατίας οδού. Γρατιανού – Γρατινή: αποτέλεσε το σημαντικότερο οικιστικό κέντρο της κεντρικής Ροδόπης στα υστεροβυζαντινά χρόνια μετά την καταστροφή της θρακικής πρωτεύουσας Μοσυνοπόλεως. Πάτερμα: δίπλα σε ρεματιά που γεφυρώνεται με τριπλή μεσαιωνική γέφυρα. Μαρώνεια: σημαντικό εμπορικό κέντρο και λιμάνι, από τα μέσα του 5ου αιώνα αναδείχθηκε σε αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή εξαρτώμενη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μάκρη: τρίκλιτη μεσοβυζαντινή βασιλική (9ος-10ος αιώνας), σταυροειδής τετρακιόνιος του 12ου αιώνα. Τραϊανούπολις: από τον 4ο ως τον 13ο αιώνα ήταν το σημαντικότερο κέντρο εκκλησιαστικής και κοινωνικής ζωής στη Θράκη. Σώζεται η «Χάνα», κτίσμα που χρησίμευε ως σταθμός της Εγνατίας οδού τον 14ο-15ο αιώνα. Φέρες: η Παναγία Κοσμοσώτειρα κτίστηκε το 1152 από τον Σεβαστοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό ως καθολικό μονής. Έργο αριστουργηματικής αρχιτεκτονικής και τοιχογράφησης αποπνέει κωνσταντινουπολίτικο αέρα. Διδυμότειχον: εδώ στέφθηκε αυτοκράτορας το 1341 ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Το κάστρο του Πυθίου: έργο βυζαντινής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής, χρησιμοποιήθηκε από τον Ιωάννη Καντακουζηνό ως έδρα και προσωπικό καταφύγιο. Έργο αμυντικό αλλά και μνημειώδης εγκατάσταση αυτοκράτορα.

Δραστηριότητες του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών στη Θράκη Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Το Λαογραφικό Μουσείο Κομοτηνής. Στο πλαίσιο της πολιτιστικής αναβάθμισης της Θράκης, η Διεύθυνση Λαϊκού Πολιτισμού του ΥΠΠΕ δραστηριοποιείται από το 1982 σε δύο τομείς: 1. Στον χαρακτηρισμό νεωτέρων μνημείων ως διατηρητέων, 2. Στην επιχορήγηση φορέων στο χώρο της λαογραφίας. Αναφέρονται τα κτίρια και οι επιχορηγήσεις. Αναφέρεται ακόμη η αποκάλυψη τρίκλιτης βασιλικής και νεκροταφείου του 11ου αιώνα στο Πολύστυλον, όπως και η συνέχιση της έρευνας για την αποκάλυψη βυζαντινών πόλεων που εντάσσεται στο πρόγραμμα της European Science Foundation. Επίσης σημειώνεται η αποκάλυψη το 1984 βυζαντινού βαπτιστηρίου στη Θράκη και δύο βυζαντινών ναών του 11ου αιώνα στο Παπίκιον Όρος στη Ροδόπη.

Τα χάνια της Ξάνθης Χριστίνα Ζαρκάδα

Το μεγάλο χάνι της Φιλιππούπολης. Ελαιογραφία του βούλγαρου ζωγράφου Τζάνκο Λαβρενός. Το χάνι, λέξη περσικής προέλευσης, ανάγεται πιθανόν στους σταθμούς ανεφοδιασμού που οργάνωσαν οι Αχαιμενίδες (6ος–5ος αιώνας π.Χ.) στις μεγάλες οδικές αρτηρίες. Τέτοιοι σταθμοί, που ο Ηρόδοτος ονομάζει «καταλύσεις» και ο Κτησίας «emporia», γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση τον 13ο αιώνα στην Περσία, τη Συρία και την Ανατολία. Τα χάνια που κτίζονταν στους εμπορικούς δρόμους των καραβανιών (καραβάνσεραϊ) οργανώνουν το χώρο αμυντικά γύρω από ένα αίθριο με λίγα ανοίγματα στο εξωτερικό και μικρό τζαμί στο κέντρο. Τον 17ο αιώνα τα χάνια των πόλεων καθιερώνονται όχι μόνο ως πανδοχεία αλλά και ως αγορά και χρηματιστήριο των εμπορικών ειδών. Στα Βαλκάνια, μέχρι τον 19ο αιώνα, η Ξάνθη παραμένει ένα ασήμαντο κεφαλοχώρι καθώς η Εγνατία περνάει από τη Γενισέα. Στην περιγραφή του ο Εβλιά Τσελεμπή (1667) αναφέρει δύο χάνια. Ωστόσο, η επιβολή της μονοκαλλιέργειας του καπνού, η μεταφορά στην Ξάνθη της έδρας του Τούρκου έπαρχου το 1872 μετά την καταστροφική πυρκαγιά στη Γενισέα αλλά και η θέση της Ξάνθης στη νέα σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκη–Κωνσταντινούπολη (1891) οδήγησαν την πόλη σε μεγάλη ακμή. Καταφθάνουν Δυτικομακεδόνες και περίφημοι ηπειρώτες τεχνίτες που χτίζουν τα δίπατα σπίτια των καπνεμπόρων, καπναποθήκες, μύλους, χάνια, καταστήματα. Όλα σχεδόν τα χάνια εμφανίζουν το μοντέλο «φούρν’ μαγαζί και χάν(ι)», δηλαδή το χάνι συνοδεύεται από μια σειρά μαγαζιά και φούρνο. Τα δώδεκα χάνια που σώζονται στην Ξάνθη, και εδώ αναφέρονται ονομαστικά, είναι συνήθως διώροφα με εσωτερική αυλή, έχουν στον όροφο τα δωμάτια με το ξύλινο χαγιάτι ως κοινόχρηστο χώρο επικοινωνίας, ενώ στο ισόγειο τους βοηθητικούς χώρους, αποθήκες, στάβλους και τα καταστήματα πάντα να κλείνουν την πλευρά που βλέπει το δρόμο. Κτισμένα κυρίως στο β΄ μισό του 19ου αιώνα, τα χάνια αυτά φέρουν νεοκλασικές επιδράσεις στη μορφολογική οργάνωση. Ως αντιπροσωπευτικό δείγμα περιγράφεται το χάνι της οδού Κομοτηνής 55 στο εμπορικό κέντρο της Ξάνθης, στο χώρο όπου κάθε Σάββατο γίνεται το παζάρι. Η κτητορική επιγραφή της κεντρικής του εισόδου αναφέρει ότι κτίστηκε το 1880 και ανήκε σε δύο Ηπειρώτες, τον Δημήτριο Θ. Μοράβα και τον Μαργαρίτη Ιωάννου. Η όλη του αρχιτεκτονική σύνθεση και τυπολογία το προορίζουν να μετατραπεί ιδανικά, κατά τη συγγραφέα, σε φοιτητικό ξενώνα.

Θρησκευτικές απεικονίσεις σε θρακιώτικα νεοελληνικά κοσμήματα Κατερίνα Κορρέ

«Ζουνάρι με την κορώνα» με απεικονίσεις σταυρών. Ιδιωτική Συλλογή, Αθήνα. Η Θράκη φημίζεται για μια εμμονή σε πρωτογενείς μορφές λατρείας όπου συχνά το χριστιανικό και το παγανιστικό συμπορεύονται. Μέρος από τα μυστήρια και τα όργια της διονυσιακής λατρείας αποτελούν το βαθύτερο υπόστρωμα δρώμενων όπως είναι ο Καλόγερος (ή Κούκερος, Χούχουτος, Σταχτάς, Μπέης, Κιοπέκμπεης) και, προπαντός, τα Αναστενάρια. Η λατρεία του «Θρακός ιππέως» μεταφέρθηκε στον καβαλάρη άγιο Γεώργιο που η γιορτή του συνδέεται με μαγικές ενέργειες. Το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα διαποτίζει και την παραδοσιακή τέχνη. Στα χωριά Μεγάλο και Μικρό Ζαλούφι, στο ύψος του μετώπου οι γυναίκες τοποθετούσαν ιδιόρρυθμο κόσμημα, την πλιάτσικα. Στο πάνω μέρος καθεμιάς από τις πέντε της σειρές με φλουριά που συμβόλιζαν τα πέντε καρφιά της Σταύρωσης, υπήρχε χρυσός σταυρός με παράσταση του Εσταυρωμένου. Τη χρυσή πόρπη με την παράσταση Παναγίας ή Εσταυρωμένου, που στερέωνε το μαντίλι στην κορυφή αυτού του κεφαλόδεσμου, οι γυναίκες τη θεωρούσαν φυλακτικό. Στο Καβακλί, το στολίδι του κεφαλόδεσμου ήταν η μπάπκα πάνω στο μικρό φέσι, με τα φλουριά της τοποθετημένα σε σχήμα σταυρού. Μαρτυρείται και επιμετώπιο κόσμημα της ανατολικής Θράκης που στο επάνω κεντρικό σημείο του κατέληγε σε σταυρό. Ακολουθεί η πρώτη δημοσίευση δώδεκα θρακιώτικων κοσμημάτων. Τα κοσμήματα του κορμιού περιλαμβάνουν τρία γιορντάνια–περιλαίμια, τρία εγκόλπια–φυλαχτά, ένα βραχιόλι και μια ζώνη, ενώ στον κεφαλόδεσμο ανήκουν τα κοσμήματα για το μέτωπο και τους κροτάφους και οι καρφίδες για τη στερέωση των κεφαλομάντιλων. Στα κοσμήματα απαντούν τα εξής θρησκευτικά θέματα: Φιλοξενία του Αβραάμ, Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα (του τύπου της Βλαχερνίτισσας), Χριστός στο Σταυρό, Χριστός σε απεικονίσεις Ανάστασης, Γέννηση, Χριστός Παντοκράτορας, Χριστός ως αμνός, άγιος Στυλιανός, άγιος Κωνσταντίνος. Πέρα από την έντονη θρησκευτικότητα, τα κοσμήματα αυτά διακρίνονται για την αυστηρή ή οριζόντια συμμετρία τους, τη μετωπικότητα, την ενισχυτική επανάληψη του ίδιου θέματος που πολλαπλασιάζει τη δύναμή τους και για το συνδυασμό μαγικού, αποτρεπτικού και θρησκευτικού συμβόλου, γεγονός που προδίδει ότι η σχέση ανθρώπου και αντικειμένου είναι σχέση ψυχική, δηλαδή μαγική.

Η μοναδικότητα του χώρου της Ξάνθης Βασίλης Δωροβίνης

Σπίτια στη διατηρητέα περιοχή της Ξάνθης που φτιάχτηκαν από καστοριανούς τεχνίτες. Το 1982, σε αποστολή του ΥΧΟΠ, ο συγγραφέας βρέθηκε στο χώρο της Ξάνθης και μαγεύτηκε. Γνώστης εκ των ένδον, στηλιτεύει την κρατική ανορεξία και την έλλειψη πολιτικής για τη διατήρηση των αρχιτεκτονικών δημιουργημάτων που, σε συνδυασμό με τις πιέσεις που ασκούν συμφέροντα, «παράγοντες» και τοπικοί βουλευτές, αφήνουν να καταστρέφεται ένας χώρος μοναδικός. Χώρος με μεγάλη πεδινή έκταση, ορεινό όγκο σχεδόν απροσπέλαστο, χιλιόμετρα αμμουδερής παραλίας. Χώρος όπου από αιώνες συμβιώνουν τέσσερις «εθνίες» (‘Ελληνες, Πομάκοι, πεδινοί μουσουλμάνοι, «Τουρκόγυφτοι»). Χώρος του καπνού που έφτιαξε τα αστικά αρχοντικά των ελλήνων καπνεμπόρων του 19ου και 20ού αιώνα, τα επιβλητικά μουσουλμανικά μνημεία και τις θαυμάσιες πέτρινες γέφυρες. Στην παραδοσιακή πόλη της Ξάνθης, όπως και στην Κομοτηνή, το πείραμα της οργανωμένης δόμησης ανέλαβε η ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ, θυγατρική της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας. Ιδιαίτερα στον τομέα της δόμησης όμως, δεν έχουν γίνει καταγραφές και τα στοιχεία είναι ελάχιστα. Επιβάλλεται να επιστρέψει η Βουλγαρία το αρχειακό υλικό που τα στρατεύματα κατοχής (1941-44) πήραν αποχωρώντας. Στα Άβδηρα οι ανασκαφές καρκινοβατούν. Υπολείμματα της βυζαντινής παραλιακής πόλης των Πόρων, στο Πόρτο Λάγος, κινδύνευσαν άμεσα από την εγκατάσταση τεράστιων σιλό εργοστασίου. Στα αρχαιότερα μουσουλμανικά μνημεία ανήκουν το θαυμάσιο τζαμί της κωμόπολης Γενισέας και τουλάχιστον δύο παλιά νεκροταφεία, ενώ από τα αρχοντικά μουσουλμάνων αστών ξεχωρίζει εκείνο του Σεφκέτ μπέη. Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ξάνθη είχε και ισραηλίτικη κοινότητα που η συναγωγή της εμφανίζει έντονα στοιχεία νεοκλασικισμού. Η Ξάνθη και το προάστιό της Παλαιά Χρύσα διασώζουν αρχοντικά εμπόρων με στοιχεία κεντροευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής (τέλη 19ου-αρχές 20ού αιώνα) πλάι σε αστικά σπίτια φτιαγμένα από καστοριανούς τεχνίτες που μοιάζουν εκπληκτικά με σπίτια στη Δυτική Μακεδονία. Αρμονικά δένουν εκκλησίες και τζαμιά και, στο μη διατηρητέο τμήμα της πόλης, υψώνονται επιβλητικές οι καπναποθήκες. Στην Παλαιά Χρύσα σώζεται ο κουμπές της εισόδου του άλλοτε μουσουλμανικού σχολείου (μέσα 19ου αιώνα) που έχει μεγάλη ομοιότητα με ανάλογο στοιχείο κτιρίου της Νότιας Ελλάδας του 1828. Εκτός από τους αρχαιολόγους που πρόλαβαν να διαφυλάξουν τμήμα της παλιάς Ξάνθης (αποτύπωση, καταγραφή, τοπογραφικοί χάρτες), η σωτηρία της πόλης επαφίεται στους ιδιώτες. Τα μέλη της «Φιλοπρόοδης Ένωσης Ξάνθης» ίδρυσαν λαογραφικό μουσείο στεγάζοντάς το σε δύο συνεχόμενα αρχοντικά καπνεμπόρων. Την πολιτισμική μοναδικότητα του χώρου της Ξάνθης συμπληρώνουν τα χωριά με έντονο παραδοσιακό χρώμα στα βόρεια του νομού, όπως είναι το Κάτω Καρυόφυτο, και τα πομακοχώρια. Και τη φυσική του ιδιαιτερότητα, η λίμνη Βιστωνίδα με τον σπάνιο υδροβιότοπο, το δάσος της Χαϊντούς, ο Ίασμος, τα σπήλαια των Δρυάδων, της Μονής Ταξιαρχών κ.ά.

Ξάνθη, περίοδοι ακμής κατά τα τελευταία εκατό χρόνια Στέφανος Ιωαννίδης

Καπναποθήκες της Ξάνθης, 1890. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία προωθεί τις μονοκαλλιέργειες. Το 1860 η Γενισέα καταστρέφεται από πυρκαγιά και η έδρα του έπαρχου μεταφέρεται στην Ξάνθη. Το 1871 η εφημερίδα της Σμύρνης «Μέντωρ» αναφέρει πως όλοι οι κάτοικοι της Ξάνθης εμπορεύονται τα καπνά που η ετήσια εξαγωγή τους υπερβαίνει τις 2,5 εκατομμύρια οκάδες. Αναδύεται η εικόνα μιας πόλης ανθηρής και φιλοπρόοδης, στραμμένης στην εκπαίδευση των παιδιών της. Ο Μητροπολίτης Ιωακείμ Σγουρός σφραγίζει τα τέλη του 19ου αιώνα, την «belle époque» της Ξάνθης. Σε επαγγελματικό οδηγό της εποχής φαίνεται η είσοδος γερμανικών, γαλλικών, αγγλικών, αυστριακών, ελβετικών κεφαλαίων και οι ανάγκες ενός διαμετακομιστικού εμπορίου που πενήντα χάνια δεν φτάνουν να ικανοποιήσουν. Την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας πολιτιστική δράση είχαν το θέατρο «Απόλλων» και ο Μουσικογυμναστικός Σύλλογος «Ορφεύς». Με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα το 1904 συγκροτούνται «Ομάδες Αντιστάσεως». Στη διάρκεια των Βαλκανικών και του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου η Ξάνθη βιώνει αλλεπάλληλες κατοχές από Τούρκους, Βούλγαρους, Έλληνες, πάλι Βούλγαρους, Συμμάχους, ώσπου απελευθερώνεται το 1920. Στον Μεσοπόλεμο η πόλη και πάλι ευημερεί. Ακμάζει η σιγαροβιομηχανία, οι καπνεργάτες οργανώνονται στο συνδικάτο τους «Η Άμυνα» και ανασυστήνουν το πολιτιστικό τους σωματείο «Εργατική πρόοδος». Την έντονη πολιτιστική δραστηριότητα της πόλης διακόπτει η δικτατορία του Μεταξά και η βουλγαρική κατοχή (1940-44). Από τον Σεπτέμβρη του 1944 ως τον Απρίλη του 1945 το ΕΑΜ εγκαθιδρύει αυτοδιοίκηση. Την άνοιξη του 1945 εγκαθίστανται οι επίσημες ελληνικές αρχές. Ακολουθεί τριακονταετία μαρασμού και παρακμής. Η εισβολή στην Κύπρο το 1974 και ο κίνδυνος που διαφάνηκε ώθησαν την πολιτεία να πάρει μέτρα για την ανάπτυξη της Θράκης.

Τα «Θρακικά Χρονικά» Στέφανος Ιωαννίδης

Τα Θρακικά Χρονικά. Το 1960 ο Στέφανος Ιωαννίδης, μορφή που σημάδεψε με το πέρασμά της τόσο τη «Στέγη Γραμμάτων και Καλών Τεχνών» όσο και τη «Φιλοπρόοδη Ένωση Ξάνθης», ιδρύει τα Θρακικά Χρονικά. Στηρίζεται σε θρακιώτες συνεργάτες. Η έκδοση είναι τριμηνιαία και φέρει τον υπότιτλο «Έρευνα - Επιστήμη - Τέχνη». Έμβλημα ο γρύπας από παράσταση νομίσματος των Αβδήρων. Το 1972 το περιοδικό επανεμφανίζεται ως ετήσια έκδοση και ο υπότιτλος θα γίνει «Αρχαιολογία - Ιστορία - Λαογραφία - Έρευνα». Στόχος του περιοδικού υπήρξε η ανάδειξη του πλούτου της Θράκης σε όλο το φάσμα των επιστημών και των τεχνών.

Το «Αρχείο του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού» Στέφανος Ιωαννίδης

Ο Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου, ιδρυτής του Αρχείου του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού. Είναι το έργο ζωής του Πολύδωρου Παπαχριστοδούλου. Πρόσφυγας, γεννημένος το 1884 στις Σαράντα Εκκλησιές, αγωνιώντας να περισώσει την ψυχή της Θράκης, γίνεται διευθυντής σύνταξης του πρώτου τόμου των Θρακικών που εκδίδει το νεοσύστατο «Θρακικό Κέντρο». Στη συνέχεια, ιδρύει την «Εταιρεία Θρακικών Μελετών» και εκδίδει το 1934 το δικό του περιοδικό, τροφοδοτώντας την ύλη του και με ό,τι είχε ο ίδιος συλλέξει και αποθησαυρίσει στο αρχείο του. Τριάντα τρεις τόμοι εκδόθηκαν ως το θάνατό του το 1967. Ένας 34ος τόμος εκδόθηκε το 1969 με τον τίτλο Αρχείο Θράκης, και στη συνέχεια το περιοδικό συγχωνεύτηκε με τα Θρακικά.

English summaries: The unique character of the district of Xanthi Vasilis Dorovinis

The town and vicinity of Xanthi represent a unique case in modern Greece where both the natural envirnoment and the cultural heritage of the district are concerned. This article concentrates on the treatment and prospects of Xanthi's cultural heritage (from the ancient, Byzantine and later period), Muslim and Jewish monuments, as well as the traditional villages of the area.

Ethnoarchaeological research in Thrace Nikos Efstratiou

Ethnoarchaeological research carried out in Thrace proved that ethnographic observations can facilitate archaeological explanation. The area of mountainous Rhodopi, north of the town of Komotini, is very rich in ethnographic material mainly because traditional societies, such as the Pomaks have lived there for centuries. Although the situation has changed dramatically in the last sixty years, the remains of these isolated communities are still apparent and significant. The main ethnoarchaeological work took place around two deserted villages in the gorge of the Komposatos River. The research was focused on the reconstruction of the history, environment and economy of the area in the last hundred years, by interviewing peasants and collecting information from various sources. Our aim was to draw a framework in which valid hypotheses can be formulated concerning the historical and economic processes that have affected the evolution of the traditional societies of the area. Moreover, we proceeded to put forward hypotheses on how these ethnographic observations can be used as analogies for explaining archaeological concepts.

Xanthi. Its rise in the last 100 years Stefanos Ioannidis

The town Xantheia is mentioned by Ancient and Byzantine writers, yet they give no information as regards the inhabitants, the regime, the economic and cultural life, or its distinguished citizens. The first documented information dates from the mid-19th century, when Xanthi becomes an important commercial tobacco centre. In the 1860s the town starts to prosper, while famous schools are founded thanks to the noble initiative or to the generous contribution of Greek tobacco merchants. In the early 20th century, an active cultural life already exists, led by the society “Orphaeus” and the theatre “Apollon”. In the last twenty years of Turkish rule, (1891 – 1912), most of the trade is in Greek hands, while over 5.000 tobacco workers contribute to the high performance of the economic and cultural mechanism. Between 1904 and 1912, patriotic groups of resistance become active and are coordinated with the organization of the Macedonian Struggle. In the years 1912 – 1919, due to the first uproar of the Balkan wars and the First World War, Xanthi is successively ruled by the Turks, the Bulgarians, the Greeks, the Bulgarians once again and the Allies, while it is finally liberated in May 1920. The town sees a new phase of economic and cultural development in the years between the two World Wars, which is interrupted by Metaxas’ dictatorship, the war and the Bulgarian occupation. From September 1944 to April 1945, the Greek Liberation Front (EAM) introduces the system of self-administration in Thrace, while in the following thirty years the city goes through a heavy economic crisis and its natural aftermath, population reduction. Since 1974, year of the fall of the Greek junta, serious measures have been taken for the development and recovery of Xanthi.

Religious representations on Modern Greek jewels from Thrace Katerina Korre-Zografou

To this day a wide variety of folk traditions live on in Thrace. Particularly persistent are original forms of cult, in which pagan and Christian elements often coexist harmoniously. It is well-known that many gods of the Greek pantheon originate from Thrace and it is highly probable that a large part from the Dionysian orgies and mysteries came from the deeper strata of Thracian culture. Quite many modern Greek mimic representations, having a strong physiolatric character and aiming at the fertility of the land, are based on Christian religion, but also retain indispensable elements from the ancient Greek tradition as well as from the instinctive primitive religions. It is characteristic that the Church, during its early years, tried all but possible means to uproot myths and pagan practices but it was finally obliged to give up its efforts. In Thrace, that northeastern part of Greece, the cult of the Thracian Hero-Rider is deeply rooted and manifests itself in various forms and media, on stelae in reliefs and on rock carvings. The old tradition of the Thracian Rider is continued by the modern Greek inhabitants of the area in the cult of St. George, the hero of the new faith. The deep religious feeling of the Greek population of Thrace seals, in a distinct way, their traditional art. Various data concerning the traditional folk attire lead to the indisputable presence of deep religious feeling. In Mikro and Megalo Zaloufi, villages in eastern Thrace, as well as in the neighbouring settlements, the peasants used to wear over the typical headdress, a significant and peculiar form of jewel, called “pliatsika”. It covered the entire space between the top of the hood and the eyebrows.The jewel consisted of five rows of big golden coins, sewed vertically on leather. The five rows symbolized the five nails of the Crucifixion. A golden cross, showing the crucified Christ,hung over each row. The “pliatsika”, a gift to the fiancée from her beloved, was worn for the first time on the day of betrothal. A woolen or silk material covered the headdress and was attached to the top of the head by a golden buckle showing the Virgin or Christ on the Cross. This buckle was considered to be an amulet and was worn by women throughout their life. The religious-Christian element plays an important part in secular, silver jewelry, in which religious representations and symbols deriving from Church iconography are employed for the decoration of head or body.

Strymni. A Thasian colony Lydia Kraniotis

Thasos, the fertile island of the north Aegean Sea rich in gold deposits, was colonized by Parians in the Archaic Period (8th-7th century BC.). By the mid 7th century, emigrants from Thassos had founded a number of town-colonies on the Macedonian and Thracian coast with the purpose of exploiting the products of the fertile inland and its gold deposits. Strymni, the Thasian colony in eastern Thrace, was a humble town located between the present Porto Lago and Maroneia. The low and small peninsula on which the town was built and the present cape Molyviotis were once independent islands. Although the excavations, carried out in the area of Ancient Strymni are limited, they have produced important finds. This small, provincial town was protected by a fortified wall to the north and west and by a natural steep coast to the east and south. A cluster of houses on a crossroads exhibit the “hippodameian” town-planning. The inhabitants of Strymni had undertaken the painstaking project to carve the poros out of the ground of the peninsula in order to create a complete water supply system comparable to the Eupalineion aquaduct of Samos. The cemetery has not as yet been located, since the few funerary monuments found, that date back to the 5th century BC, belong to the same family. The most important vases come from tombs, they are products of Attic workshops and quite many can be attributed to well-known artists. The neighbouring Maronians started claiming Strymni ever since its founding (about 650 B.) and finally managed to destroy it completely – as an answer to the Strymnians’ resistance – with the help of Philip II in the mid-14th century BC.

Samothrace Dimitris Matsas

The island of Samothrace facing the delta of Euros River, displays a central mountain range and a peripheral zone of human settlement and activity that is mainly accumulated on its southweastern part. There, the proto-urban settlement of the island is located, the result of the introduction of the Mediterranean multi-culture to the area. A composite society in Samothrace appears again, after the colonization of the island by the Greeks and the foundation / institution of the city-state on the northwestern coast, next to a pro-hellenic sanctuary of mystic cult. The sanctuary and the cult of the Great Gods, as well as the entire island, reached a high point in the Hellenistic and Roman period. However, from the 3rd century on a gradual decay began which led to desolation by the 6th century. The random inhabitation of the town continues up to the 15th century, when the entire population is settled exclusively in Chora, in the interior of the island. This characteristic social phenomenon, exhibiting a unique multifunctional central settlement, would be preserved in Samothrace until the beginning of the 20th century, when a gradual decentralization began to take place. Archaeological research on the island started in the past century and has, until now,concentrated mainly on the sanctuary of the Great Gods. The excavation undertaken by the 19th Ephorate of Prehistoric and Classical Antiquities in Mikro Vouni, as well as the diachronic archaeological survey of Samothrace, open new perspectives in the study of human behavior in the field of insular biogeography.

Maroneia Vangelis Pendazos, Maria Sarla-Pentazou.

The remains of ancient Maroneia lie south east of Komotini, on a plain well protected from the north winds by Ismaros Mountain. The area has been inhabited since the Neolithic age 93rd millennium BC). At least seven settlements belong to this period and more precisely to the 2nd millennium BC. The archaeological data speaks for the domination of this area by Thracian tribes – they also managed to reach Troy – during these years. Homer provides the first information about Maroneia and also mentions the town as birthplace of the priest Maron, who lived in the sacred grove of Apollo in the town Ismaros. In the 7th century BC a wide colonization of the coastal Thrace took place. The location of the first settlement of emigrants from Chios Island remains as yet unknown. However, in Professor Bakalaki’s opinion, this colony must be identified with the acropolis at the top of Ismaros Mountain, east of Maroneia. Besides the elegant coins of the 6th century BC, we have no other information or documentation of the life of Maroneia in antiquity. During the Persian Wars, Maroneia shared the fate of the other Thracian towns and was occupied by the invaders. After the defeat of the Persians, the town became a member of the Athenian Alliance. The 4th century BC, was the period of flourishing and prosperity for Maroneia. The archaeological excavations that started in 1969 in Maroneia and continue until today, brought to light important finds, significant for the town’s history. Of equal importance are also the remnants of the Byzantine Era in the area than prove beyond doubt that Thrace has always been a most valuable source of culture.

Greek colonies in Aegean Thrace Evdokia Skarlatidou

In the early 7th century BC Greeks from the insular country of Asia Minor reached the islands and the Thracian coast of the North Aegean Sea, the part bounded between the rivers Strymonas and Evros. The newcomers forced the onld inhabitants, the Thracians, to retreat to the inland and founded there a number of commercial stations (emporia) and colonies). Thus, emigrants from Paros island founded on the Thracian coast the following emporia and colonies: Galepsos, Apollonia, Oesymi, Antisara, Neapolis, Akontisma, Pistyros and Strymni: while later they advanced to the interior of the area with the purpose of exploiting the rich gold and silver deposits of mount Pangaion. Greeks from Asia Minor colonized the region east of the mouth of River Nestos and founded Avdira and Dikaia, while emigrants from Chios Island founded Maroneia at the foot of mount Ismaros, and Orthagoreia. The inhabitants of Samothrace Island, Aeolians and Ionians who arrived there in the early 7th century BC, were founders of many emporia and colonies on the Thracian coast: Mesimbria, Zoni, Drys, Sali, Charakoma, Tembyra, Samothracian, Peraia. The eastern colony of the Aegean Tracian coast, Aenos, was situated on the mouth of Evros river and was founded by Aeolians from the island of Alopekonissos and by emigrants from the islands of Mytiini and Euboea . The commercial relations between the Greeks of the colonies and the Thracians from inland resulted in the influence of Greece civilization on the Thracians and to the gradual hellenization of many of them.

The prehistory of the district of Western Thrace Diamantis Triantafyllos

Our knowledge of the prehistory of western Thrace is limited and is based on area surveys, random finds and excavational data from neighbouring regions. Three locations in south Evros, that is, Rizia, Keramos and Pheres furnish Palaeolithic evidence, while the Neolithic period is much better known, not only from the excavation of Paradimi but also from quite many other contemporary locations. The first phase of Paradimi corresponds to the Vesselinovo-Karanovo III civilization of Bulgaria, yet its ceramic follows an independent local tradition. The third period exhibits remarkable figurines, while the fourth is marked by the graffiti technique used in pottery. The Early Bronze Age in Paradimi ends almost abruptly a little before 2000 BC.as is also the case with Dikili-Tash and Photoleivos, a date that coincides with the appearance of the new Indo-European tribes in the area. The Middle Bronze Age is completely unknown and no trace of the typical Minyan pottery has been found in the whole of Thrace. The Late Bronze Age is known only from finds that come from mountainous acropoleis. Mycenaean settlements and finds have not – as yet – been located on coastal Aegean Thrace. Most information for the Thracian Bronze Age comes from excavations of neighbouring Bulgaria. The Early Bronze Age settlements are erected on low artificial hills (=toumba) on sites inhabited during the Stone and the Bronze Age. At the same time new settlements are created close to rivers and springs or on naturally fortified hills. The houses, in the beginning, are rectangular in plan, constructed with poles, tree-branches and clay, while later they follow an apsidal plan. They contain a furnace, a space for storing cereals, stone hand-mills and the other necessary household.ware In the pottery of the early period dominate the phialae with the inward turned lips, the prochoi with the obliquely cut mouth and the flasks; the Middle period is characterised by conic vases having two perpendicular handles and by prochoi with oblique mouth and raised handles; vases with raised handles appear in the Late period. The Iron Age began around 1000 BC, according to the new excavational data. It is especially interesting for the study of the history of Thracian tribes, their religion, mythology and civilization. The excavated tombs at Roussa, in south Evros, containing dolmens and cists, gave ceramics embellished with furrows, impressed and incised designs.A characteristic shape in pottery is the amphora with the biconical body, the conical neck and four vertical horny bulges on its shoulders. The impressed decoration exhibits a rich geometric repertoire; homocentric circles with tangent lips, horizontal or vertical bands formed by the combination of lines, triangles, meanders and rhombs. This predominant geometric feeling goes so far as to deploy a severe geometric design even for the representation of animals. On the basis of the ceramics and graves three periods can be distinguished in Roussa: the dolmens and the pottery with the furrowed decoration date back to the 9th century BC; the cist graves, the pottery with the rich impressed embellishment and the bronze and iron buckles, to the 8th century B.C.; the simple cremation in pits or in ash-vases accompanied with funerary offerings such as iron knives and spear heads, date to around 600 BC. The ceramics of Roussa belong to the Buckelkeramik and Stempelkeramik groups.Representative examples of these groups are to be found in a considerable geographic span, from Romania to Asia Minor and verify the settlements of Thracian tribes in the southeastern Balkans. The carved discs found on the mountain peaks of Rhodopi prove the extensive cult of Sun Worship, while the cavities and the incised designs found on rocks have not as yet been given any sound explanation. The open-air sanctuaries located on the hill and mountain peaks of Thrace must be connected with the cult of the mythic Thracian king Rhesos who, killed in Troy, was later worshipped as a hero and deified. The cult of Rhesos was succeeded by the cult of the Thracian Rider or Hero that gives its place to Saint George the Rider in the Christian Era. The carved tombs that stand for caves, the conchs in the rocks of the mountains and the megalithic grave-dolmens mirror the faith of the Thracians in the eternity of soul and reveal the simultaneously celestial and earthly character of their religion that is perfectly expressed in the Orphic mysteries.

Avdira. Historical data Diamantis Triantafyllos

Avdira was founded in 545 BC by inhabitants of the Ionian town Teo. Initially, the settlers had to fight against hostile local Thracian tribes in order to establish themselves there. During the Persian Wars, King Xerxes was twice received there. When the Persian Wars were over, Avdira became a member of the First and Second Athenian Alliance. In 376 BC the town was destroyed by the Trivalians. Later it was successively ruled by the Macedonians, the Seleukids, the Ptolemies and by Lysimachus. The economy of Avdira was based on agriculture, cattle-raising, fishery and commerce. The town had commercial relations with distant countries as indicated by coin circulation. It had a democratic regime, the vulture as its emblem and Apollo as patron god. Its main religious feasts were the Dionysia and the Thesmophoria, while its mythical founder, Avdiros, was honoured through athletic competitions. Famous philosophers and poets were born in Avdira: Protagoras, Leucippus, Anaxarchus, Nicaenetos and the celebrated Democritus. The town was again destroyed during the Roman period by the general Ortensius. In the 1st century BC Avdira fell into decline due to political, financial and public health (epidemic) reasons. A small village, Polystylon, had replaced the thriving town in the Buzantine era. The excavations that started thirty years ago, brought to light parts of fortifications, a gate reinforced with towers, streets, Hellenistic and Roman houses, sculpture workshops, a segment of the ancient theatre and a multitude of tombs dating from the Archaic period to Byzantine years. A part of the city walls and a tower on the Acropolis were found during the recent excavations, while the research goes on outside the walls of the classical town, where the archaic temple and cemetery of the 7th century BC are situated.

The inns of Xanthi. Architectural development and function Christina Zarkada-Pistioli

The Greek word chani (=inn) is of Persian origin and originally described the building complexes along main commercial roads which served as stations, storehouses and hostels. The inns of urban centres are their direct successors. The architectural evolution of these buildings in antiquity is not known, since the building materials used in their construction were especially perishable. The inns were erected on commercial routes, on significant locations, dangerous passes, and crossroads, in big cities, on bridges etc. and at a distance of approximately 20 miles the one from the other. The inn of the provincial, commercial road functions as a filling station, while the long road ends at an agency, a place for commercial transactions and a place to spend the night. In the 17th century urban inns become hotels with commercial activity.In their function they resembled the ancient agora. Commencing with the Turkish occupation of the Balkans, a great number of inns were built by the roadside of the road connecting Constantinople with Belgrade via Sofia or Thessaloniki and along the ancient Egnatia Road. In 1667, the famous Turk traveler Evlia Celebi gives the first description of the town Xanthi in which two inns are mentioned. The town becomes an important urban centre in the 19th century, due to the extensive cultivation of tobacco, on the one hand, and to the new developmental policy of the Ottoman Empire, on the other. In 1872 Xanthi becomes the seat of the Turkish prefect and as a result, the only administrative, military and commercial centre in the region. Owing to its geographic position, the town is included in the plan for the new railroad that connected Thessaloniki with Constantinople in 1891. Soon, a pressing demand for its famous tobacco led a great number of Epirotan and Macedonian workers to the town. The Epirotans, in particular, being more skillful craftsmen, are responsible for a variety of representative buildings such as two-storey houses, huge tobacco store-houses, mills, inns and shops. All the inns of Xanthi display the same layout, which is typical of urban inns from the 17th century on. Individual buildings are arranged around a courtyard and are usually two-storied. The rooms occupy the first floor and communicate through an outer wooden loggia facing the yard. Supplementary rooms, stables and shops are on the ground floor. The shops open towards the street.A heavy wooden door secures the entrance of the inn and gives access to the yard.

The Byzantine route through Thrace Nikolaos Zikos

Due to its geographic position between Constantinople and Thessaloniki, Thrace played an important role in the long history of the Byzantine Empire from early Christian years to the fall of Constantinople (1453). Being a natural fortification to the north of the state it was organised both administratively and militarily. It faced, for centuries, the attacks and the destructions caused by various hostile tribes and nations, the heaviest of all by Ioannitsi, king of the Bulgarians, in 1206. Topeiros, Xanthi, Avdira, Anastasioupolis, Mosynopolis, Komotini, Gratini, Maronia, Makri, Traianoupolis, Pheres, Didymoteichon and Pytheion are Byzantine towns, in ruins nowadays , that the visitor sees when passing through Thrace. Most of the aforementioned towns were used as stations by the travellers of the Egnatia road – the most important road across Thrace – and developed economically, socially and militarily. Many served as seats of bishops and other functionaries of the church, some were built close to or on the site of ancient towns, others keep until today their Byzantine name. The Papikion Mountain, part of the mountain range of Rhodopi, is important to the religious life of Byzantium, since an important monastic centre developed there along the lines of Mount Athos. The aforementioned towns along with smaller settlements and fortresses standing on the barely accessible mountaintops of Rhodopi safeguarded and controlled communication in the entire Thracian region and transmitted the Byzantine civilization to to the insular Balkans.

The circumstances under which archaeological digs were carried out in Thrace Diamantis Triandafyllos

The first excavation of a prehistoric site in Thrace took place at the mound of Parademe and brought to light important finds of the Neolithic age and of the Early Bronze age. The excavation at Parademe was, however, an exception since all research originally took place on the shores where the Ionian colonies had been founded in the 7th and 6th centuries BC. It was after the shores had been investigated that excavations were carried out from the plains adjacent to the shores up to the southern heights of mount Rodope. In 1971 a third phase of research started, covering the mountainous district of Rodope up to the Bulgarian border. Excavations aimed at marking out sites and monuments belonging to the Early and Middle Iron Age (1000-600 BC). In this article the sites are described, also exhibits from the museums of Komotini and Samothraki.

Activities organized by the Ministry of Culture and Sciences in Thrace The editors of the Archaeologia journal

Since 1982 the ministry of culture and sciences has become active in promoting folk culture in Thrace. The interest taken by the ministry has concentrated mainly on a) the preservation of contemporary monuments of interest, b)the funding of services relating to folklore in Thrace. In this article the buildings and funding of their protection are mentioned. Also mentioned are the unveiling and giving over to the public of a three-aisled basilica and 11th century cemetery in Polystylon as is the continuing search for the discovery of Byzantine cities. This search is part of the European Science Foundation program. In 1984 a Byzantine baptistery was discovered in Thrace as were two 11th century Byzantine churches on mount Papikion of Rodopi.

The “Thracian Chronicles” Stefanos Ioannidis

In 1960 the “Thracian Chronicles” were founded by Stefanos Ioannides. Stefanos Ioannides was an influential figure both in the “ Foundation for the Arts and Literature” as in the “Progressive Association of the city of Xanthi”. The “Thracian Chronicles” was a local paper, run by Thracian journalists. It was a quarterly with the subtitle “Research-Science- Arts”. Its logo was the griffin on a coin of Abdera. In 1972 the paper reappeared as a yearly publication with the subtitle of “Archaeology-History-Folklore-Research”. The journal aimed at promoting the artistic and historic wealth existing in Thrace.

“Archives of the treasures of Thracian folklore and language” Stefanos Ioannidis

These archives are the work of a lifetime. Polydoros Papachristodoulou was a refugee born at Saranta Ecclesies in 1884. In his effort to preserve Thracian traditions he became editor of the first volume of Thracian News which was published by the newly founded “Thracian Centre”. He then founded the “Association for Thracian Studies” and in 1934 he published his own magazine which was supplied with information from what he had in his personal archives. Thirty-three volumes had been published by the time of his death in 1967. A 34th volume was published in 1969 with the title Thracian Archives. The magazine later merged with the Thracian Chronicles.

Τεύχος 14, Φεβρουάριος 1985 No. of pages: 98
Κύριο Θέμα: Οι πηγές της αρχαίας ελληνικής μουσικής Annie Bélis

Ο Απόλλων κιθαρωδός κάνει σπονδή. Λευκή κύλικα, γύρω στο 470 π.Χ. (Μουσείο Δελφών, αρ. 8140). Η μουσική στην αρχαιότητα συμπορευόταν με τη φιλοσοφία, την αστρονομία και τα μαθηματικά. Τα ανασκαφικά ευρήματα είναι απογοητευτικά. Πλάι στους θρυμματισμένους αυλούς από τη Δήλο, τέσσερις ανέπαφοι αυλοί βρέθηκαν στην Πομπηΐα. Το μοναδικό έγχορδο, λύρα με ηχείο από καύκαλο χελώνας, ανακαλύφθηκε σε τάφο στο δρόμο προς την Ελευσίνα. Το εύρημα θυμίζει τη λύρα που κατασκεύασε ο Ερμής και τελικά χάρισε στον Απόλλωνα. Ο Μίδας ο Ακραγαντίνος, ο Σάτυρος ο Σάμιος αναφέρονται ως δεξιοτέχνες μουσικοί. Οι μουσικοί «της μόδας» που έπαιρναν μέρος σε μουσικούς αγώνες όλου του ελληνικού κόσμου ήταν πρόσωπα περιωπής και χρέωναν τους μαθητές τους με υψηλά δίδακτρα. Αντίθετα οι άσημοι ή οι πλανόδιοι που έπαιζαν το βαρίμιτον αμείβονταν πενιχρά. Ιδιαίτερα κακοχαρακτηρισμένη ήταν η τάξη των αυλητών που έπαιζαν στις κηδείες. Συχνά τα αττικά αγγεία παριστάνουν μουσικές σκηνές: μουσικός που παίρνει μέρος σε αγώνες, γυναίκες στο γυναικωνίτη, ο Απόλλωνας. Στον κρατήρα του Προνόμου, ο αυλητής Πρόνομος από τη Θήβα συνοδεύει τις ετοιμασίες μιας παράστασης δράματος με τον Διόνυσο και την Αριάδνη. Για τη μουσική ορολογία αντλούμε πληροφορίες από σχολιαστές και λεξικογράφους. Την εξαιρετική όμως τύχη να διαθέτουμε παρτιτούρες από την αρχαιότητα και να μπορούμε και να τις διαβάσουμε την οφείλουμε στα εγχειρίδια των θεωρητικών Περί Αρμονικής. Πρώτος διδάξας (προφορικά) υπήρξε ο Πυθαγόρας. Για τον Φιλόλαο και τον Αρχύτα τον Ταραντίνο τα μουσικά διαστήματα εκφράζονται με τη σχέση δύο ακέραιων αριθμών και οι συνδυασμοί τους διέπουν τις σχέσεις ανάμεσα στα άστρα και τους νόμους του σύμπαντος. Επιφανέστερος έλληνας μουσικός θεωρείται ο Αριστόξενος ο Ταραντίνος (4ος αιώνας π.Χ.). Στην πραγματεία του Περί Αρμονικής ανασκευάζει τους μαθηματικούς υπολογισμούς των Πυθαγορείων, εκφράζει τη θεωρία μιας συγκερασμένης κλίμακας και διατυπώνει για πρώτη φορά μια συγκροτημένη θεωρία της Ρυθμικής. Τους θεωρητικούς της κλασικής εποχής δεν απασχολούσε η γραφή της μουσικής. Οι μαθητές μάθαιναν με το αυτί και τη μνήμη. Ωστόσο, οι όψιμες πηγές μας συμβαδίζουν με τις πληροφορίες για τον Πίνδαρο που έστελνε στα ξένα το κείμενο και τη μουσική των ποιημάτων του και για τους επαγγελματίες μελογράφους της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας τον 3ο αιώνα π.Χ. Το βέβαιο είναι ότι οι Έλληνες από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. χρησιμοποιούν δύο συστήματα μουσικής γραφής. Στο πρώτο, μια σειρά από σύμβολα που προέρχονται από το ιωνικό αλφάβητο πάνε από τέταρτο τόνου σε τέταρτο τόνου. Το άλλο αποτελείται από συλλαβές και το βλέπουμε στο επίνητρο του Μουσείου της Ελευσίνας. Ωστόσο, τα περισσότερα μουσικά κείμενα που επέζησαν ήταν γραμμένα με δύο άλλα συστήματα, το οργανικό και το φωνητικό, που με ένα διάγραμμα ανάγνωσης που πρόσφερε ο θεωρητικός Αλύπιος ξαναζωντανεύουν. Γνωστότεροι είναι οι δύο δελφικοί ύμνοι στον Απόλλωνα, χαραγμένοι στον νότιο τοίχο του Θησαυρού των Αθηναίων στους Δελφούς τον 2ο αιώνα π.Χ. Τον δεύτερο ύμνο συνέθεσε ο Αθηναίος Λιμένιος. Το πιο ευανάγνωστο τεκμήριο αποτελεί η στήλη του Σεικίλου από τις Τράλλεις με επιτύμβια επιγραφή και μελωδία.

Η μουσική στο γάμο της αρχαίας Ελλάδας Αλίκη Kauffmann-Σαμαρά

Η νύφη παίζει την τριγωνική άρπα ανάμεσα σε φίλες της. Γαμικός λέβης, γύρω στο 430 π.Χ. Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης. Οι γάμοι στην αρχαιότητα γίνονταν το μήνα Γαμηλιώνα, όταν γιορταζόταν η ιερογαμία του Δία και της Ήρας. Η παλαιότερη μαρτυρία για το γάμο είναι ένα απόσπασμα της Ιλιάδας, όπου κάποιοι τραγουδούν με συνοδεία οργάνων τον υμέναιο και άλλοι έχουν στήσει χορό. Σε υδρίες και λουτροφόρους του 7ου αιώνα π.Χ. απεικονίζονται ζευγάρια που χορεύουν υπό τον ήχο αυλών ή ομαδικός χορός με χωριστά τα δύο φύλα γύρω από το λυριστή. Τον ίδιο αιώνα η Σαπφώ συνθέτει επιθαλάμια που αγόρια και κορίτσια τραγουδούσαν μπροστά στον νυφικό θάλαμο, όπως θα κάνει και ο Θεόκριτος (3ος αιώνας π.Χ.). Από τα επιθαλάμια, τα «κατακοιμητικά» είχαν σκοπό να αποκοιμίσουν τους νεόνυμφους ενώ τα «διεγερτικά» να τους ξυπνήσουν. Για τους αγγειογράφους του 6ου αιώνα π.Χ. αγαπημένο θέμα ήταν ο γάμος του Πηλέα και της Θέτιδας που αποδίδεται με δύο τρόπους: α) πομπή των θεών που πηγαίνουν στη γιορτή και β) πομπή των νεόνυμφων πάνω σε άρμα την ώρα της «αγωγής», όταν η νύφη εγκαταλείπει το πατρικό της. Και στις δύο περιπτώσεις τα μουσικά όργανα είναι απαραίτητα. Στην κεραμική του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ. σε άρμα απεικονίζονται και τα ζευγάρια Μενέλαος και Ελένη, Ηρακλής και Ήβη, Άλκηστη και Άδμητος, Κάδμος και Αρμονία. Γαμήλια αγγεία είναι οι υδρίες, οι λουτροφόροι και οι γαμικοί λέβητες και όλα συνδέονται με το νυφικό λουτρό. Η ερυθρόμορφη αγγειογραφία του 5ου αιώνα π.Χ., χωρίς να εγκαταλείπει τη γαμήλια πομπή με τέθριππο, αναδεικνύει νέα γαμήλια θέματα. Στην προγαμιαία τελετή της λουτροφορίας, αυλοί και κρόταλα ρυθμίζουν το βηματισμό των παρισταμένων. Οι παραστάσεις επικυρώνουν τις πληροφορίες του Πολυδεύκη (1ος αιώνας μ.Χ.), ότι το «γαμήλιο αύλημα» παίζεται με έναν ή με δύο αυλούς. Από το τέλος του 5ου και στον 4ο αιώνα π.Χ. το ενδιαφέρον των αγγειογράφων στρέφεται και στον κόσμο των γυναικών που προετοιμάζονται για το γάμο. Το «νυμφοστολείν» των αρχαίων αποδίδεται με σκηνές από το δωμάτιο της νύφης που συχνά παίζει η ίδια λύρα, βάρβιτο ή τρίγωνο την ώρα που οι φίλες της παίζουν μουσική και τραγουδούν νυφιάτικα τραγούδια. Σε γαμήλιο λέβητα των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ. ξεδιπλώνεται ο γαμήλιος χορός της νύφης με τις φίλες της. Ο Θεόκριτος μας πληροφορεί ότι το «επιθαλάμιο τραγούδι της Ελένης» τραγουδούσαν και χόρευαν οι δώδεκα παρθένες της Σπάρτης μπρος στο δωμάτιο των νεόνυμφων. Ως προς το θέμα της αναχώρησης των νεόνυμφων, συχνά το τέθριππο εγκαταλείπεται και η νύφη βαδίζει χαμαίπους ενώ ο άντρας τής κρατάει το χέρι. Την αλληλένδετη σχέση ανάμεσα στο γάμο και στη μουσική εκπροσωπεί η μυθική μορφή του Υμέναιου, της προσωποποίησης του γάμου. Μυθογράφοι της ύστερης αρχαιότητας παραδίδουν ότι ήταν γιος μιας Μούσας και του Απόλλωνα, ξακουστός μουσικός που τον καλούσαν στους γάμους για να τραγουδήσει. Λίγο πριν τραγουδήσει στο γάμο του Διόνυσου και της Αριάδνης, βουβάθηκε ή πέθανε. Από τότε σε όλους τους γάμους τραγουδούν τον υμέναιο. Το άρθρο συνοδεύει πλούσια εικονογράφηση ενώ σημειώνονται αναλογίες με τραγούδια ή έθιμα από τη νεότερη Ελλάδα.

Μουσική και αρχαίος ελληνικός λόγος Αντώνης Κ. Λάβδας

Απόσπασμα χορικού από τον Ορέστη του Ευριπίδη, σε πάπυρο του 1ου αι. μ.Χ. Η μελική γραμμή που διαγράφει η ανθρώπινη ομιλία διαφέρει από μια καθαρά μουσική μελωδία. Ο Αριστόξενος ο Ταραντίνος (310 π.Χ.) την ονομάζει «λογώδες μέλος» και λέει ότι ναι μεν κινείται μεταξύ οξύτητας και βαρύτητας αλλά το είδος της κίνησης είναι διαφορετικό. Την κίνηση που η ακοή αντιλαμβάνεται ως σταθερή την ονομάζουμε συνεχή. Αντίθετα, όταν η φωνή μοιάζει να αλλάζει θέσεις, η κίνηση είναι διαστηματική. Συνεχής είναι η κίνηση του λόγου και διαστηματική η κίνηση της μουσικής. Πολύ αργότερα, ο Αριστείδης ο Κοϊντιλιάνος (2ος ή 3ος αιώνας μ.Χ.) περιγράφει μια μέση κίνηση της φωνής, ανάμεσα στη συνεχή και στη διαστηματική, που ακούμε στην απαγγελία των ποιημάτων. Ο Λογγίνος (250 μ.Χ.) συμβουλεύει τους ρήτορες να τη χρησιμοποιούν προκειμένου να διεγείρουν τον οίκτο. Διαβάζοντας Πλάτωνα και Αριστοτέλη διαπιστώνουμε ότι τα μουσικά γνωρίσματα του αρχαίου ελληνικού λόγου είχαν μια τόσο τυπικά διαγραφόμενη μορφολογία, ώστε να επηρεάζουν και την ίδια τη διαμόρφωση της ελληνικής μουσικής. Στις αρχαίες λέξεις ουσιαστικοί είναι οι τόνοι, η διάκριση σε οξείες, περισπώμενες και βαρείες συλλαβές, που τα σημάδια τους λένε πως εφηύρε ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (2ος αιώνας μ.Χ.). Από τις διαφορετικές τους θέσεις προέκυπτε το μελικό σχήμα της κάθε λέξης και από την κατά μήκος διάταξή τους το ρυθμικό σχήμα της. Αυτό το πλήρες, μελωδικό και ρυθμικό, σχήμα της λέξης ο ομιλητής το έπαιρνε από τη λέξη, δεν της το έδινε. Αποκαλυπτικές είναι οι οδηγίες του Αριστοτέλη προς τους ρήτορες: ο έντεχνος πεζός λόγος, λέει, πρέπει να έχει ρυθμό αλλά όχι μέτρο. Αναζητώντας ένα βηματισμό ταυτόχρονα ρυθμικό και ελεύθερο καταλήγει στον Παίωνα ή Παιάνα. Η αποστολή της μουσικής να ενδυναμώνει μέσα από τους τύπους του λόγου τις δικές του αναπνοές, την καταξίωνε πολύ περισσότερο από την «ψιλή», την οργανική πρακτική της. Όταν ο Ευριπίδης αρχίζει να ελευθεριάζει, τόσο ο Αριστοφάνης όσο και, αργότερα, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς τον μέμφονται. Η άποψη του Αλικαρνασσέως εντάσσεται και σε μια εποχή, από τον 2ο αιώνα π.Χ. ως τον 2ο αιώνα μ.Χ., όπου επικρατεί ένα νεο-αυστηρό ύφος που επανασυνδέει τη μελοποίηση με την προσωδία του λόγου. Ενδεικτικό παράδειγμα, το «Προοίμιον» του μουσικού Διονυσίου (1ος αιώνας π.Χ. ή μ.Χ.). Το εύρημα που οριοθετεί το χώρο στον οποίο κινούνται η μουσική και ο αρχαίος ελληνικός λόγος είναι ένας χριστιανικός ύμνος (τέλος 3ου αιώνα μ.Χ.) στο μεταβατικό στάδιο προς το βυζαντινό μουσικό ύφος που ονομάζεται «ειρμολογικόν».

Η μουσική στην αρχαία Ελλάδα Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου

Μουσικός διαγωνισμός του Απόλλωνα με τον Μαρσύα. Μαρμάρινη βάση από τη Μαντίνεια, περ. 330 π.Χ. Αθήνα, Εθν. Αρχαιολογικό Μουσείο Στην κάθε στιγμή της ζωής των αρχαίων Ελλήνων, η μουσική προσάρμοζε τους νόμους και το ήθος της, ένα ήθος που δεν ήταν υποκειμενικό. Οι αρχαίοι χρησιμοποίησαν δύο μουσικές σημειογραφίες, τη φωνητική και την ενόργανη. Τα σαράντα κατάλοιπα σημειογραφίας που σώζονται και, χάρη στους πίνακες του Αλύπιου (4ος αιώνας μ.Χ.) διαβάζονται απόλυτα ως προς τους φθόγγους και το ρυθμό, παραμένουν αδιάβαστα ως προς άλλα ουσιώδη γνωρίσματά τους. Οι δύο δελφικοί ύμνοι στον Απόλλωνα (τέλη 2ου αιώνα π.Χ.), που διασώζουν ειδικές κλίμακες και τρόπους που είχαν εξαφανιστεί μετά το 500 π.Χ., μας προτείνουν έναν άλλο τρόπο προσέγγισης: τη βυζαντινή και τη δημοτική μας μουσική.

Τα κυριότερα μουσικά όργανα των αρχαίων Ελλήνων Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Αρπιστής, μαρμάρινο ειδώλιο από την Κέρο, 2800-2200 π.Χ. (Εθνικό αρχαιολογικό Μουσείο). Από την Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής του Σόλωνα Μιχαηλίδη (ΜΙΕΤ, Αθήνα 1982) προέρχονται τα λήμματα που ζωντανεύουν τα αρχαία μουσικά όργανα και την ιστορία τους. Ανάλογα με το πώς παράγεται ο ήχος, τα πνευστά διακρίνονται στους αυλούς που χρησιμοποιούν γλωσσίδα (αυλός, δίαυλος, πλαγίαυλος, ύδραυλις) και στη σύριγγα, όπου ο ήχος παράγεται κατευθείαν με το φύσημα. Εδώ ανήκει η σύριγγα του Πάνα και τα διάφορα είδη σάλπιγγας. Τα έγχορδα διακρίνονται σε τρεις ομάδες. Χορδές ίσες σε μήκος αλλά διαφορετικές σε πάχος που δεν ξεπερνούσαν τις δώδεκα είχαν η λύρα, η κιθάρα και τα συγγενικά τους κιθαρίς, βάρβιτος, κ.ά. Διαφορετικού μήκους χορδές που μπορούσαν να φτάσουν και τις σαράντα είχαν τα «πολύχορδα», το ξενικής προέλευσης ψαλτήριον (μάγαδις, πήκτις, φοίνιξ κ.ά.) και τα ελληνικής προέλευσης επιγόνειον, σιμίκιον, τρίγωνον, που παίζονταν μόνο με τα δάκτυλα. Μάλλον περιορισμένη είναι η τρίτη κατηγορία του λαούτου που περιλαμβάνει όργανα με βραχίονα και αντιπροσωπεύεται από το τρίχορδον. Περιγράφονται η λύρα, η φόρμιγξ, η βάρβιτος, η κιθάρα, η σαμβύκη, η μάγαδις, ο φοίνιξ, η πήκτις και η πανδούρα. Αυτά που σήμερα ονομάζουμε κρουστά ήταν ξενικής προέλευσης και παίζονταν σε οργιαστικές τελετές. Είναι ο δίσκος, τα κύμβαλα, το τύμπανον, το σείστρον, ο κώδων και τα κρόταλα.

Το θέαμα-ακρόαμα στους πρώτους αιώνες της επικράτησης του Xριστιανισμού Χριστόδουλος Χάλαρης

Ο Δίας - Βυζαντινός αυτοκράτορας τίκτει τον Διόνυσο από τον μηρό του (Κώδ. 6 φ. 163β). Οι πύρινοι λόγοι του Ιωάννη του Χρυσόστομου ενάντια στους θυμελικούς αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία. Πολλές νομικές διατάξεις στόχευαν στην εξάλειψη όσων εμπλέκονταν στα θεάματα: απώλεια κληρονομικών δικαιωμάτων, υποχρεωτική απογραφή, για τις θεατρίνες απώλεια των προνομίων εντίμων γυναικών κ.ά. Το κράτος όμως παράλληλα, μέσω των δήμων, τους συντηρεί: οι καλλιτέχνες τρέφονταν από τον δήμο προκειμένου να τον διασκεδάζουν. Γιατί η δραστηριότητα των θυμελικών δεν περιοριζόταν στον σκηνικό χώρο. Λάμπρυναν όλες τις εκδηλώσεις του δήμου αλλά και τα συμπόσια των αρχόντων, πρωτοστατούσαν στις γαμήλιες πομπές, δραματοποιούσαν κατά παραγγελίαν επικήδειους θρήνους. Τον θίασο αποτελούσαν μουσικοί, μίμοι και μιμάδες, μίμοι αοιδοί και μίμοι ορχούμενοι. Καθώς απέδιδαν με λόγο, μουσική και χορό δραματοποιημένους μύθους, οι ορχούμενοι μίμοι του Βυζαντίου θεωρήθηκαν πρόδρομοι του ευρωπαϊκού χοροδράματος. Σύμφωνα με τον Χρυσόστομο, το κοινό παρακολουθούσε τις παραστάσεις με ιερή ευλάβεια και οι άνθρωποι συνέχιζαν να τραγουδούν τη μελωδία στα σπίτια τους. Οι πρώτοι που σκέφτηκαν να επωφεληθούν από τη μουσική και το θέατρο ήταν οι Αρειανοί. Πανίσχυροι στην Αλεξάνδρεια, ενθρόνισαν πατριάρχη τον Λούκιο (382-385). Ο εκπτωκός πατριάρχης Παύλος περιγράφει εκβακχισμένη λειτουργία των Αρειανών στην εκκλησία Θεωνά που θυμίζει έντονα βακχικό όργιο. Η προσέγγιση του θείου γίνεται μέσα από την βακχεία. Τη χριστιανική βακχεία οδηγούσαν οι μίμοι, οι ορχηστές, οι παιγνιώτες. Ο Χρύσανθος, στο Θεωρητικόν Μέγα της Εκκλησιαστικής Μουσικής, παρέχει πληροφορίες για το συσχετισμό του εκκλησιαστικού χώρου με τον θεατρικό. Κατά τον συγγραφέα, σημείο συνάντησης του αρχαιοελληνικού θεάτρου με τη χριστιανική εκκλησία υπήρξε η ταύτιση από το λαό της λατρείας του Χριστού και του Διόνυσου.

Η βυζαντινή μουσική Λυκούργος Αγγελόπουλος

Πέτρος Πελοποννήσιος Λαμπαδάριος, από την Ανθολογία της Παπαδικής (1815), Μονή Μεγίστης Λαύρας, Άγιο Όρος. Η άγραφη κοσμική μουσική των Βυζαντινών περνάει στη νεότερη παράδοση προφορικά, μέσα από τα δημοτικά τραγούδια. Κάποια από αυτά έχουν καταγραφεί σε μεταβυζαντινά χειρόγραφα του Αγίου Όρους ήδη από το 1562. Ως προς τη μουσική της Εκκλησίας, διακρίνουμε τέσσερις περιόδους: α) από τον 1ο αιώνα ως την κτίση της Κωνσταντινούπολης, β) από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης ως την εποχή των μεγάλων υμνογράφων του 7ου-8ου αιώνα, γ) από τον 12ο αιώνα ως την Άλωση και δ) από την Άλωση ως τις μέρες μας, με δύο υποπεριόδους: α) το διάστημα της Τουρκοκρατίας και β) το διάστημα από το 1820 ως σήμερα. Στη μουσική της πρώτης περιόδου βαραίνουν οι θεωρίες των αρχαίων. Η πυθαγόρεια «θεία φύση των διαστημάτων» σώζεται ως σήμερα στη φωνητική μουσική και στα χαρακτηριστικά όργανα της Ανατολής. Από την άλλη, η δυτική μουσική ακολουθεί το συγκερασμό των μουσικών διαστημάτων που θεμελίωσε ο Αριστόξενος. Η βυζαντινή, όπως και κάθε ανατολίτικη μουσική, είναι τέχνη μελωδική και μονοφωνική – σε αντίθεση με τη νεότερη δυτική μουσική που είναι πολυφωνική. Άλλο χαρακτηριστικό είναι το ίσον, ένα είδος οριζόντιας αρμονίας τελείως διαφορετικής από την αρμονία της δυτικής μουσικής. Κι ακόμη ένα γνώρισμα είναι το φωνητικό στοιχείο: ποτέ δεν υπήρξε οργανική συνοδεία στην Εκκλησία. Στη δεύτερη περίοδο ολοκληρώνεται το υμνογραφικό έργο για όλες τις ακολουθίες της Εκκλησίας. Μετά το τροπάριο δημιουργείται το στιχερό. Ο Ρωμανός ο Μελωδός εκπροσωπεί το κοντάκιο που αναπτύσσεται τον 5ο με 6ο αιώνα. Το κοντάκιο αντικαθιστά ο κανόνας, πολύστροφο ποίημα με εννέα ωδές, που καθεμιά τους αποτελείται από τον ειρμό και τα τροπάρια. Τη δεύτερη περίοδο χαρακτηρίζει η ανασύνταξη και αναδιάρθρωση της Οκτωήχου, έργου που αποδίδεται στον Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Στην τρίτη περίοδο, ο ποιητής-συνθέτης γίνεται συνθέτης-ψάλτης. Αρχίζει η εποχή των μεγάλων μαϊστόρων. Τα Χειρόγραφα Εκκλησιαστικής Μουσικής 1453-1820 του Μανόλη Χατζηγιακουμή (1980) αποτελούν έκδοση-σταθμό στην ιστορική έρευνα αυτής της περιόδου. Από την Οξύρυγχο της Αιγύπτου προέρχεται πάπυρος του 3ου αιώνα μ.Χ. με ύμνο στην Αγία Τριάδα τονισμένο στην αρχαία ελληνική αλφαβητική σημειογραφία. Μετά τον 7ο αιώνα για την καταγραφή των ύμνων διαμορφώνεται ένα είδος παρασημαντικής, το εκφωνητικό είδος. Από το β΄ μισό του 10ου αιώνα αρχίζει η συστηματική διάκριση των σημαδιών της βυζαντινής μουσικής από τα εκφωνητικά. Η μεσοβυζαντινή σημειογραφία είναι η πιο τελειοποιημένη. Η υστεροβυζαντινή είναι γνωστή και ως γραφή του Ιωάννη του Κουκουζέλη, φημισμένου μαΐστορα του 13ου ή των αρχών του 14ου αιώνα. Καταγράφοντας τις μελωδίες, λέει ο Χρύσανθος, οι Βυζαντινοί ακολουθούν τρία στάδια: την παραλλαγή, τη μετροφωνία και το μέλος. Η μεταρρύθμιση του μουσικού συστήματος στις αρχές του 19ου αιώνα είναι γνωστή ως «η νέα μέθοδος των τριών διδασκάλων», του Χρύσανθου, του Γρηγόριου και του Χουρμούζιου. Ανάλογα με το χαρακτήρα κατασκευής τους, ο Χρύσανθος διακρίνει τα μέλη σε παπαδικό, στιχεραρικό και ειρμολογικό. Ένα ξεχωριστό είδος μελοποιίας είναι το καλόφωνο (στιχεραρικό και ειρμολογικό) που συμπληρώνει το μελωδικό περίγραμμα με το κράτημα. Το κράτημα θεωρείται το απόλυτο είδος μουσικής των Βυζαντινών.

Εκατό χρόνια ελληνικού τραγουδιού Γιώργος Παπαστεφάνου

Ο Αττίκ στο πιάνο του. Η Οπερέτα και η Επιθεώρηση (γεν. 1894) είναι τα δύο είδη μουσικού θεάτρου. Ξενόφερτες μουσικές επενδύονται με ελληνικούς στίχους σε καντάδες. Στις αρχές του αιώνα μας εμφανίζεται η ελληνική οπερέτα. Ο Αττίκ μετέφερε από το Παρίσι το τραγούδι που διηγείται μια ιστορία. Το ταγκό και το βαλς δεσπόζουν στο αστικό τραγούδι ως το 1960. Το λαϊκό τραγούδι, γεννημένο στα ελλαδικά λιμάνια, μπολιάζεται μετά το 1922 με το μικρασιάτικο. Στη δεκαετία του 1930, η Πειραιώτικη Σχολή λανσάρει το βαρύ και περιθωριακό ρεμπέτικο. Η σμυρνέικη μουσική υποχωρεί. Ανθεί παράλληλα το «δημοτικοφανές» τραγούδι που αναβιώνει στη δεκαετία του 1950. Πλάι στα «δημοτικοφανή», νέοι για την Ελλάδα ρυθμοί προστίθενται στο ταγκό και το βαλς: σουίνγκ, ρούμπα, μπολέρο. Στα χρόνια της Κατοχής οι συνθέτες στρέφονται προς τις αμερικάνικες μελωδίες της τζαζ, και οι φωνές ακολουθούν αμερικάνικα πρότυπα. Το 1948 ο Χατζιδάκις ξαφνιάζει την αστική Αθήνα με τη διάλεξή του για το ρεμπέτικο. Γεννιούνται τα αρχοντορεμπέτικα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 το ελαφρό τραγούδι του μουσικού θεάτρου υποχωρεί μπρος στον Μάνο Χατζιδάκι. Το κοινό αγκαλιάζει πρώτα τα τραγούδια του από τον κινηματογράφο. Μετά το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου», στο πρώτο φεστιβάλ τραγουδιού το 1959, ο Χατζιδάκις γίνεται πρωτοσέλιδο. Το ελληνικό τραγούδι μπαίνει στην εποχή του ανταγωνισμού ανάμεσα σε πρόσωπα και εταιρείες. Η ποίηση γίνεται πρώτο υλικό για τα τραγούδια. Εμφανίζονται Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος, Λεοντής. Το 1961 στην Πλάκα δημιουργείται το πρώτο μουσικό καφενείο, ο Τιπούκειτος, και πέφτει ο σπόρος για τις μπουάτ. Από το 1976 το ελληνικό τραγούδι άρχισε τις «επιστροφές». Ο κύκλος έχει κλείσει.

Φουτουριστική μουσική Ελένη Μαχαίρα

Ο Diaghilev και ο Stravinsky στο σπίτι του Marinetti μια βραδιά των «Intonarumori», 1984. «Να εκφράσουμε τη μουσική ψυχή του πλήθους, των μεγάλων βιομηχανικών ναυπηγείων, των τρένων, των υπερωκεανείων, των τεθωρακισμένων, των αυτοκινήτων και των αεροπλάνων. Θα προσθέσουμε τελικά στα μεγάλα κυρίαρχα μοτίβα του μουσικού ποιήματος το δοξασμό της μηχανής και το θρίαμβο του ηλεκτρικού». Κάπως έτσι καταλήγει το μανιφέστο του ο μουσικός Balilla Pratella το 1911 στο Μιλάνο. Στον ιταλικό φουτουρισμό αναφέρεται η συγγραφέας, κίνημα τέχνης και πολιτικής, γοητευμένο από τις νέες φόρμες που περιέχουν την καινούρια βαρβαρότητα. Στον απόηχό του βρίσκονται οι σύγχρονοι μουσικοί προβληματισμοί και η ηλεκτρονική μουσική. Στη στασιμότητα της κατασταλαγμένης «οργανικής εποχής», ο Σαιν-Σιμόν αντιπαραθέτει τους πυρετούς και τις αγωνίες της «κριτικής εποχής». Η μουσική υπακούει στη διαίσθηση, στη δίχως νόημα φαντασία, στη βία, στη διαρκή δυναμική κίνηση. Η ουσία των πραγμάτων βρίσκεται μέσα στη μουσική αποσύνθεση ήχων και θορύβων. Από το 1911, σε μια προβληματική που περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα μιας ζωντανής προσωπικότητας που βρίσκεται σε «κατάσταση συναγερμού», σε «βίαιη ασυμφωνία» με το περιβάλλον της, ο Σένμπεργκ υποστηρίζει στην Πραγματεία περί Αρμονίας ότι μόνον η κίνηση παράγει την αληθινή παιδεία (Bildung) που, με το κριτικό πνεύμα του «μαθητή», αρθρώνεται απέναντι στην παιδεία παραδοσιακού τύπου. Ο καλλιτέχνης, λέει ο Σένμπεργκ, δεν δημιουργεί σύμφωνα με τα κριτήρια του ωραίου μα σύμφωνα με μια εσωτερική ανάγκη. Γενικά στη φουτουριστική τέχνη το «λειτουργικό» είναι συνώνυμο του «δημιουργικού». Η διαίσθηση ως δυνατότητα εξυπνάδας, ως πρώτη ουσία της έμπνευσης έχει σχέση με την κίνηση, την ενέργεια, τη δύναμη που, εμπνευσμένοι από τον Μπεργκσόν, τον Σορέλ και τον Νίτσε, οι φουτουριστές υιοθέτησαν.

Άλλα θέματα: Η θανατική ποινή κατά την καποδιστριακή περίοδο (συμπλήρωμα) Βασίλης Δωροβίνης

Πρώιμη λαιμητόμος (Μουσείο της Σκωτίας). Ο συγγραφέας συμπληρώνει παλαιότερο άρθρο του (Αρχαιολογία, τχ. 11) με δύο περιπτώσεις που εντόπισε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, οι οποίες αφορούν τις σχέσεις θανατικής ποινής και καποδιστριακής διοίκησης. Στην πρώτη περίπτωση (1830), φαίνεται ότι η κεντρική διοίκηση, αποβλέποντας στον παραδειγματισμό, έπαιζε άμεσο ρόλο στον καθορισμό της διαδικασίας της εκτέλεσης. Για τη δεύτερη (1831), δεν είναι σαφές αν πρόκειται για επικείμενη εκτέλεση ή για μετατροπή ποινής. Το Οθωνικό Αρχείο των ΓΑΚ αποκαλύπτει ότι ο δήμιος Χασάν Αρναούτ διορίστηκε το 1833, πριν από τον Ποινικό Νόμο που εισήγαγε τη λαιμητόμο, και έπαιρνε 100 δραχμές το μήνα.

Θέατρα της νότιας Ελλάδας Βασίλης Δωροβίνης

Το θέατρο «Απόλλων» του Πύργου. Ο συγγραφέας διαφωνεί με το ότι το Μαλλιαροπούλειο και το νεοκλασικό θέατρο της Πάτρας αποτελούν «τα μοναδικά θεατρικά αρχιτεκτονήματα σε ολόκληρη τη νότια Ελλάδα» (Αρχαιολογία, τχ. 12, « Αρχαία και σύγχρονα θέατρα στην Αρκαδία»). Υπενθυμίζει την ύπαρξη του θεάτρου «Απόλλων» (1878) στον Πύργο. Όντας στην περιφέρεια, η ακμαία κοινότητα του Πύργου είναι τόσο γνωστή όσο και οι χώρες του Τρίτου Κόσμου, λέει. Η Ερμούπολη μόλις αρχίζει να προσελκύει το ενδιαφέρον. Το μεγαλοπρεπές της θέατρο «Απόλλων» πρέπει να περιληφθεί στα θέατρα της νότιας Ελλάδας.

Παρατηρήσεις στο Καθολικό Χελανδαρίου Παύλος Μυλωνάς

Ανδρόνικος Παλαιολόγος ο Β΄και Στέφανος Ούρωch ο Μιλούτιν, με τον Άγιο Στέφανο στο πλευρό του (λιτή Μονής Χελανδαρίου, 14ος αι.) Το 1198, ο πρώην μεγάλος ζουπάνος της Σερβίας Στέφανος Νεμάνια, ήδη μοναχός Συμεών, και ο γιος του Ράστκο, μοναχός Σάββας και κατοπινός Άγιος, έλαβαν χρυσόβουλλο σιγίλλιο από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ Άγγελο (1195-1203) για να επιδιορθώσουν την ερημωμένη μονή. Φαίνεται ότι το 1198 δεν ανυψώθηκε νέα εκκλησία και ότι οι Νεμάνια ανακαίνισαν την ήδη υπάρχουσα ελληνική μονή. Μοναστήρι και καθολικό επέζησαν ως τις αρχές του 14ου αιώνα, όταν ο κράλης Στέφανος Ούρωτς ο Β΄, ο επιλεγόμενος Μιλούτιν, αποφάσισε να κατεδαφίσει τον παλαιό ναό και στα θεμέλιά του να ανεγείρει νέο. Ο εξωνάρθηκας του πρίγκιπα Λαζάρου είναι η τελευταία προσθήκη που έγινε στο ναό λίγο πριν από το 1389. Το τμήμα της πρόθεσης του μαρμάρινου τέμπλου και τα κιονόκρανα του τρίλοβου παραθύρου της λιτής αποδεικνύουν την εδώ ύπαρξη ενός από τα παλαιότερα τέμπλα του Όρους, από τα τέλη του 10ου ή τις αρχές του 11ου αιώνα. Τα άλλα δύο τμήματα του τέμπλου ανήκουν στην ανακατασκευή που έκανε ο Μιλούτιν τον 14ο αιώνα. Τα κιονόκρανά τους ο Ορλάνδος τα χρονολογεί στα τέλη του 16ου ή τις αρχές του 17ου αιώνα. Δύο από τους κιονίσκους του τέμπλου φέρουν το παλαιό διακοσμητικό μοτίβο του διπλού σχοινοειδούς κόμπου που βλέπουμε στα τέμπλα της Αγίας Τριάδας του Κριεζώτη ή της Μονής Δαφνίου και που υπογραμμίζει μια ρυθμολογική συγγένεια με τις Βλαχέρνες της Άρτας (1250), την Πόρτα Παναγιά (1283), το Πρωτάτο (1295 ή 1313). Το διακοσμητικό δάπεδο, ο βυζαντινός «πάτος», αποτελείται από συνδυασμούς μαρμαροστρώσεων και μαρμάρινων διακοσμήσεων. Απλές γεωμετρικές μορφές δημιουργούνται με πολύχρωμα μάρμαρα και την τεχνική opus sectile. Στις βάσεις των κιόνων που στηρίζουν τον τρούλο έχει γίνει χρήση πτερνιστήρων, άγνωστων στην Πόλη, την Ελλάδα και τον Άθω αλλά γνωστών στη Σερβία. Ανήκουν, επομένως, στην ανακατασκευή του Μιλούτιν. Στο εσωτερικό του ναού χρησιμοποιείται το «αισθητικό τετράγωνο», μια οπτική διόρθωση που αναδεικνύει την προοπτική του χώρου. Παρόμοιες διατάξεις αισθητικών τετραγώνων βρίσκουμε στην Παναγία του Οσίου Λουκά (10ος αι.) και στην Παναγία των Χαλκέων στη Θεσσαλονίκη (1028). Αυτή η ιδιαίτερη συνθετική εκλέπτυνση ασφαλώς ανήκει στον ναό του 10ου-11ου αιώνα. Σε σύγκριση με χορούς άλλων ναών αγιορειτικού τύπου, οι χοροί του Χελανδαρίου διακρίνονται από το τρίλοβο άνοιγμα στον άξονα του κάθε χορού που χρησιμεύει και ως πλάγιο άνοιγμα. Γνωρίζουμε ότι ο Όσιος Αθανάσιος της Λαύρας διεύρυνε για την ευρυχωρία των ψαλτών το Κυριακόν του δημιουργώντας τον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου μετά χορών (965). Αντίστοιχη διεύρυνση έκανε και ο Μιλούτιν στον σύνθετο τετρακιόνιο εγγεγραμμένο χωρίς χορούς ναό. Κατεδαφίζει την παλαιά εκκλησία κρατώντας τις διαστάσεις της, μέρος του τέμπλου και το μεγαλύτερο μέρος του δαπέδου και ανεγείρει νέα. Οι αρχιτεκτονικές παρατηρήσεις του συγγραφέα αναδεικνύουν τρία γεγονότα από τη διαδρομή της μονής Χελανδαρίου κεφαλαιώδους σημασίας για την αρχιτεκτονική ιστορία του Αγίου Όρους: α) το σημερινό καθολικό κτίστηκε στη θέση ενός άριστου βυζαντινού μνημείου του λαμπρού 11ου αιώνα, β) χοροί προστέθηκαν σε τύπο ναού χωρίς χορούς και γ) εισήχθη στο Όρος ο τύπος ναού μετά λιτής.

Η έκθεση για τα εκατό χρόνια της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας στο Βυζαντινό Μουσείο Μυρτάλη Αχειμάστου-Ποταμιάνου

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Κοίμηση Θεοτόκου, Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου, Ερμούπολη Σύρου. Για την επέτειο των εκατό χρόνων (1884-1994) από την ίδρυση της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας οργανώθηκε στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών έκθεση με αποκτήματα της τελευταίας δεκαετίας αλλά και βυζαντινά και μεταβυζαντινά χειρόγραφα και το σπάνιο χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου από τη συλλογή της ΧΑΕ. Η έκθεση περιλαμβάνει 147 έργα τέχνης που παρουσιάζονται στην πλειονότητά τους για πρώτη φορά στο κοινό, δημιουργήματα γλυπτικής, ζωγραφικής και μικροτεχνίας από τους πρώτους χριστιανικούς ως τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Η Διευθύντρια του Μουσείου παρουσιάζει τα σημαντικότερα από αυτά, ανάμεσά τους και την Κοίμηση της Θεοτόκου από τον ομώνυμο ναό της Σύρου με την υπογραφή του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου.

Ελληνικό Λογοτεχνικό και Iστορικό Αρχείο (EΛIA) Αντρέας Ιωαννίδης

Από την εκδοτική δραστηριότητα του Ε.Λ.Ι.Α: περιοδικό «το 3ο μάτι» (1935-1937). Τη σημαντικότερη συλλογή αρχείων της Ελλάδας, διαμορφωμένη από το 1980 σε Εταιρεία, οφείλουμε στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στον Μάνο Χαριτάτο που την ενορχήστρωσε. Εκτός από τα λογοτεχνικά και ιστορικά του αρχεία, το Ε.Λ.Ι.Α διαθέτει πλούσιο φωτογραφικό και χαρτογραφικό αρχείο. Η βιβλιοθήκη των 45.000 τόμων καλύπτει την ελληνική λογοτεχνία, ιστορία και λαογραφία, τις ελληνικές εκδόσεις του 19ου αιώνα, τα ελληνικά περιοδικά και τα ημερολόγια του 19ου και 20ού αιώνα, τα ελληνικά βιβλία τυπωμένα στην Αίγυπτο και τις ελληνικές και ξένες εκδόσεις για την Ελλάδα. Στην εκδοτική του δραστηριότητα ξεχωριστή θέση κατέχει η φωτογραφική αναπαραγωγή περιοδικών του 19ου και του 20ού αιώνα.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Μακεδονικός τάφος. 4ος αι. π.Χ. Πύδνα, βόρειο νεκροταφείο. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Εφηβικός νόμος από 139 στίχους βρέθηκε χαραγμένος σε στήλη πλάι στο Γυμνάσιο της Αμφίπολης - «Σινε-αρχαιολογία» είναι ο νέος όρος που περιγράφει την ενασχόληση με τις απαρχές του κινηματογράφου - Μακεδονικός τάφος του 4ου αιώνα π.Χ. με άριστο ζωγραφικό διάκοσμο αποκαλύφθηκε στα Πετριώτικα Χαλκιδικής - Όστρακα της Ύστερης Νεολιθικής εποχής και ταφικά ευρήματα της ΥΕΙΙΙ περιόδου εντοπίστηκαν στο νησάκι Ψαρά - Μεταπτυχιακές σπουδές με θέμα «Αρχιτεκτονική και Αρχαιολογία» οργανώνουν οι σχολές αρχιτεκτονικής του Παρισιού, του Νανσύ, του Στρασβούργου και η École Nationale Supérieure des Beaux-Arts

Συνέδρια

Στη Φλωρεντία (22-24 Οκτωβρίου 1984) οργανώθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης και το ιταλικό Διαμέρισμα της Τοσκάνης διεθνές συνέδριο με θέμα «Αρχαιολογία και χωροταξία» από το οποίο η Ελλάδα απουσίασε - Με αρωγό την Τοπική Αυτοδιοίκηση, η Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών διοργάνωσε στο Λουτράκι και την Κόρινθο (25-27.5.1984) το Β΄ Τοπικό Συνέδριο Κορινθιακών Ερευνών υπό την αιγίδα του ΥΠΠΕ - Για την εκατονταετηρίδα (1985) του John Beazley οργανώνονται στην Αγγλία δύο συνέδρια: το πρώτο στο Βρετανικό Μουσείο (25-26 Ιουνίου 1985) έχει θέμα «Έλληνες αγγειογράφοι», ενώ στην Οξφόρδη (28 Ιουνίου 1985) το θέμα είναι «Ο Μπήζλεϋ και η Οξφόρδη»

Βιβλία

C. Ph. Bracken, Κυνηγοί αρχαιοτήτων στην Ελλάδα, μτφ. Λ. Λάμπρου, Γεωργίου & Υιοί Ο.Ε., Θεσσαλονίκη 1983 - Δημήτρης Τσιμπουκίδης & Ίννα Μιρίκοβα (επιμ.), Ιστορία του ελληνιστικού κόσμου, Παπαδήμα, Αθήνα 1984 - Νικολ. Αντ. Μασουρίδης, Απεκρυπτογράφησε ο Ventris την Γραμμική Β; Αθήνα 1984 - Πέτρος Φιλίππου - Αγγέλου (επιμ.), Άπαντα Χρήστου Ν. Πέτρου - Μεσογείτη (1909-1944), Επιμορφωτικός Σύλλογος Καλυβίων, Καλύβια 1984 - Φοίβος Αρβανίτης, Μάνος Χατζιδάκις,Παιδικός οδηγός για γνωριμία με τη μουσική, Διάγραμμα, Αθήνα 1984

Μουσεία

Η Υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη εγκαινίασε στις 14 Ιουλίου το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σητείας - Με πρόσκληση του Εθνογραφικού Μουσείου Γενεύης, η κυρία Φαίη Σταμάτη μετέφερε εκεί την παρουσίαση της κατασκευής ενός πηλιορείτικου σαμαριού - Το 1982 άνοιξε στη Στοκχόλμη Μουσείο τέχνης της Μεσογείου και της Ανατολής. Το ελληνικό ενδιαφέρον εστιάζεται στα κυπριακά ευρήματα και στη συλλογή της Ασίνης, όπου έσκαψε ο ίδιος ο Γουσταύος Αδόλφος ΣΤ΄

Νεοελληνικές βαρβαρότητες

Στον ανεκτίμητης αξίας Εθνικό Δρυμό του Σουνίου έφθασαν πριν τρία χρόνια μπουλντόζες. Η βαρβαρότητα φέρει τη σφραγίδα του Ελληνικού Κράτους μέσω της Ελληνικής Βιομηχανίας Όπλων. Δικαιολογία; Λόγοι Εθνικής Άμυνας! Η ανάσχεση των δραστηριοτήτων που πέτυχε η Αρχαιολογική Υπηρεσία τώρα, θα ισχύσει και στο μέλλον;

English summaries: Byzantine music Lykourgos A. Angelopoulos

The music chanted in the Church of the Orthodox East from the time of the Byzantine empire until today is known as Byzantine. Three extensive periods mark the historic evolution of music and hymnology. The first covers the period between the early Christian years and the foundation of Constantinople and is characterized by the oral transmission of hymns. The second reaches the 12th century and achieves a high point in the 7th and 8th centuries. During this period the kontakion and the canon are created to promote ecclesiastic poets such as Romanos the Melodos (6th century), Andreas of Crete (7th century), St. John Damaskinos and Kosmas the MeIodos (7th-8th century), Sophronios, Patriarch of Jerusalem and many others. Furthermore, a variety of other kinds of hymns appears in this phase, like the sticheron, automelon, apolytikion, etc. The system of the octave is organized and the Octoechos is coded by St. John Damaskinos. The third period commences in the 12th century and ends with the fall of Constantinople. This is the golden era of Byzantine music and exhibits a great number of famous hymnologists like Ioannis Koukouzelis, Nikephoros Ethikos, Ioannis GIykis, Xenos of Koroni, Ioannis Kladas, et al. The chanters/musicians chanting in the metropolis of Constantinople are called names denoting roles played in the chorus such as domestikos, lambadarios, protopsaltis, monophonarios, anagnostis, vastaktis, chironomos. The chironomos (a gesticulating cantor) led the choristers in the proper way of chanting. From the Fall of the ByzantIne capitaI, a new phase starts that lasts until today. The years of Turkish rule and those that follow υρ to the 19th century have fully been studied, from the historic point of view, by Manolis Hatziyakoumis in his book "xειρόγραφα έκκλησιαστικής µουσικής, 1453-1820" (= Manuscripts of Ecclesiastic Music, 1453¬1820). Byzantine music is monophonic and melodic and its signs signal the departure of the voice from the originaI vocals called "base of sound". These possess an impetus that is transmitted through the vocal practice, interpreting the written music and is a prerequisite of performing melody. Βyzantine music is, in addition, purely vocal and needs no musical instruments. The early music texts exhibit only a few signs. Βy the 12th century, a complete system is developed that is valid until today with certain alterations. The same signs recording the music texts in books have different names depending οn the sort of hymns they contain. The reading interpretation of signs is as foIlows: the starting vocal is defined and the voice moves up or down according to the Indications of the signs. Other signs signify the alterations, changes that is, from one sound to another. The so-called "κρατήµατα" are free compositions in which meaningless syllables like te-ri-rem, to-ro-ro, etc., are used instead of verses. Thus, the composer having no obligation to a certain text advances to the composition of pure music. The reformation of three major music masters (Chrysanthos, Gregorios and Chourmouzios) in the early 19th century simplified the writing and defines in detail the division of time. Αll chanted hymns, old and contemporary, were adapted to and rewritten in the new system / scheme, while in 1832 the book of Chrysanthos reveals the theoretical foundations of this system. One and a half century later, in 1982, the monumental work "Θεωρητικό "(= Οn Theory) written by Simon Karas is published. It completes through a detailed and exemplary classification the examination of the Greek music system; it corrects errors and refers thoroughly to the rhythm, the musicaI expression, the interνals, the "attractions" ; furthermore, it deals with the popular/folk music and its instruments, so that Greek music is approached and studied theoretically as an entity, while at the same time this entity is fully documented.

The sources of ancient Greek music Annie Bélis

Music in ancient Greece played an important part on all occasions – marriages, funerals, banquets sacrifices, religious processions – and prevailed in public entertainments – competitions or demonstrations. Music was also a serious topic of thought in the schools of philosophy. As a matter of philosophic concern, it caught philosophers’ attention for centuries and even the Fathers of the Church got involved. Greeks never disputed either the impressive effect music has on the human soul – a unique quality that distinguishes music from other arts – or its close relation to the supreme laws of the universe. The passion Greeks had for music materialized in a multitude of treatises on Harmony and Rhythmics that have come down to us through written tradition. On the other hand, the representations of music scenes on pottery and reliefs exhibit the music instruments played by virtuosos and amateurs and help us to understand their technique. Needless to say that archaeological excavations enriched our knowledge on the subject, since they brought to light a considerable number of flutes and more rarely of lyres, in fragments. The wonder, however, of Greek music is that it included lyrics as can be proved by the few such texts that have survived. Parts of a tragedy on a fragmentary papyrus, two hymns dedicated to Apollo, the epitaph of a music lover inscribed on a stela. Therefore, we must admit that the study of ancient Greek music takes the combined efforts of more than one disciplines. Musicologists, in the first place, philologists for the interpretation of complex treatises, papyrologists for the deciphering of music symbols on tattered papyri, and finally archaeologists who discover, unfortunately quite seldom, parts of music inscriptions or instruments, so badly destroyed that they cannot produce even a single note of music. However, music in ancient Greece was a field in which both philosophical thought and mathematic calculations participated.

Audio-visuaI performances in the first centuries of Christianity Christodoulos Chalaris

Α commonly held theory shows the Byzantines devoid of any affinity or relation to music. This argument is absolutely challenged. It identified with the intention of certain Church Fathers to put down any influence of the ancient world on contemporary historic reality. However, this historic reality was radically different from what was intended. As a matter of fact thymelic performances with mimes, musicians and dancers, had an immense effect on low and middle cIass people. Christian performances that according to Chrysostom involved noise, clatter, diabolic screams and schemes, limb movements and rotation of eyes, and were accompanied by music produced by flutes and syringes were very popular with believers who attended them piously and then tended to import the musical themes into their everyday life. Even St. Paul has described certain liturgies similar to Bacchic rites in which mimes, dancers and musicians replace the priests of Bacchus. Finally, Chrysanthos, a theorist of ecclesiastic music, has written that during the first centuries of Christianity, believers, knowing no other way to praise the new God than the traditional one of the ancient religion, employed pagan means and media such as chanting accompanied by the music of flute and lyre. These are regarded by Chrysanthos as diabolic vehicles.

Music in the marriage ceremony in ancient Greece.Texts and pictures Aliki Kauffman-Samaras

Ancient texts of historians, poets, philosophers etc. give us much information about marriage and its celebration in ancient Greece. But we know little about wedding songs and music. Homer gives the first description of a marriage celebration in a village, where people played the music of “Hymenaios” on flutes and guitars and danced in a ring. Such wedding dances with flute players were perhaps the subjects of scenes on 7th century BC vases. During the same period, Sappho composed wedding songs which spoke about love or the beauty of the bride and groom, and we can compare them to popular modern songs. Some were sung in front of the nuptial bedroom, and these are called “epithalamia”. On Attic pottery of the Archaic period there are many nuptial processions with chariots showing mythical weddings. That of Peleus and Thetis was the most popular at the time, but also the weddings of Heracles and Hebe, Menelaus and Helen or contemporary weddings. At mythical ceremonies, Apollo and the Muses played music. At human marriages, a musician, man or woman was often present. In the 6th and 5th centuries BC , wedding scenes were represented on specially shaped vases, hydriae, loutrophoroi and nuptial lebetes. During this period, the representation of “loutrophoria” appeared on pottery with the bride and her friends or parents returning from the fountain. Between them, a girl carried the loutrophoros, a vase of special shape containing the water for the nuptial bath. All these scenes are accompanied by music, perhaps the “γαμήλιο αύλημα” of the text. In the 5th century on Attic vases, especially on hydriae or nuptial lebetes, there were scenes with the dressing and preparation of the bride, while young girls played music on harps and sang wedding songs, as they do today in Greek villages. Perhaps the “epithalamia” were sang then. Dances shown on these vases could also have a relationship with marriage. Another subject portrayed on pottery was the departure of the newly married couple, sometimes in a chariot but often on foot. Frequently a musician played the flute and sometimes the god of love, Eros, played the nuptial march. Later in Greek Mythology, Hymenaios became the incarnation of marriage. He was the son of Apollo and a Muse, a famous singer and musician. People invited him to weddings to sing and play music. But during the marriage of Dionysus and Ariadne, suddenly he lost his voice or – in some versions – he died. From then on, the song of “Hymenaios” was sung on all wedding occasions in ancient Greece to commemorate him.

Music and ancient Greek speech Antonis K. Lavdas

The relationship speech has to music is a well known fact. Both speech and music are based on musical “formations” produced in order to transmit a certain “meaning” either to the producer of the sound or to another person. Both are vehicles of expression and communication that have in common the element of sound and are composed of tone combinations. However, these tone combinations differ from Music to Speech. Aristoxenos the Tarantine, calls «λογώδες μέλος» (melody of speech) the musical diagram of Speech, and thoroughly distinguishes the “perpetual movement” of voice present in Speech from the “movement in intervals”, characteristic of Music. In Ancient Greece, Speech, the «λογώδες μέλος», had an objective substance of its own. It was the product of the musical scheme of each word that possessed various “tonic pitches” and duration of syllables. This scheme could be transformed by the change of the “case” of a noun (nominative, genitive, etc), of the “tense” of a verb (present, past, etc.), by the adjacency to other words, etc. These transformations were dictated by an objective aesthetic prevailing in the Greek language and not by the personal, subjective expressive need of the speaker. Thus, the typical musical schemes of ancient Greek Speech were a most suitable and facile material for music composition, since the melody set to this Speech remained for long a mere repetition of its diagrams. One had simply to transfer them from the perpetual movement of Speech to the “movement of intervals” of Music. Up to the early years of Christianity, the relationship of music to Greek speech recurs: it is emancipated from its function“subordinate” to speech and then again it resumes to play a subservient role.

Futuristic music. The conflict between the «old» and the «new» worlds Eleni Mahaira-Odoni

Futurism is a special "ism" that appeared at the beginning of the century to agitate by its different forms and its unity not only the world of arts but also the entire concept of the world into which it was born. It is certain that the contribution of futurism both to art history and to history is of great importance. It managed to conceive the death and immobility of thought and traditional art. The repertoire of futurist music follows and shares the repertoire of the other manifestations of futurist art, as well as its ideology and philosophy. Its themes are war, industrialization, motion, speed, adoration of modernism, etc. Α series of "studies" prepared the revolution of music that started from its very "explosion". These studies violently attacked the traditional writing of music common up to the early 20th century by changing the architecture of conventionaI musical models and aiming to the absolute tonic freedom through the breaking of musical joints.

Architectural remarks on the Helandari catholicon and evolution of the type of church with side-apses and liti of Μt. Athos Pavlos Mylonas

1. - Τhe templon, already published, is made of parts belonging to two different styles: the part corresponding to the prothesis is typical of 10th or early 11th century templa, while the other two bays, belong to a 14th century style 29. Α chancel-door similar to the one of the Protaton (10th c.) can be seen in the monastery museum. 2.- Τhe marble floor, published in its greater part, extends mostly through the central part of the church, in a rectangular pattern related to the four columns. Bands of opus sectile decorated with alternating circles and squares of rectangles run from column to column forming a large rectangular pattern; Το this main rectangle, other rectangular patterns are added to the north, south, east and west. It must be noted, however, that the floor of the side apses follow a different pattern, whereas the areas around the outer edges of the column-bases as well as the areas of the angle compartments do not follow any scheme but are simply infillings. Το explain this antinomy the following alternatives could by suggested: a) during a major reconstruction (obviously the one of the early 14th c.) an 11th c. floor from another church was taken and laid out, the missing areas being supplemented by other designs, as in the side apses, and the rest was filled with whatever slabs were at hand. However, the removal of an existing marble floor is, in itself, an extremely difficult technical problem, eνen today. In any case, nο similar transfer has been recorded in the history of art. b) a second alternative would see the copying of 11th c. patterns during the 14th c. reconstruction. However this is unfeasible from an artistic point of view and this is the reason why nο century can copy another century. But even if we accept that this did happen at Helandari, then why the general design was not followed for all the parts of the church floor? c) Α third explanation would accept that the ancient parts of the floor have remained in situ since the 11th c. and that a major structural change required a new floor design for the areas of the side apses and new lying of the angle compartments. If this third alternative is accepted as valid, then one should also accept that the existing ancient floor is part of a 10th or 11th c. church which, judging from the quality of the marble floor, should be considered as extremely important. Α comparison of this floor to other similar floors dating from the 11th c., as in Hosios Loucas, Lavra, Ivirοn, Nea Μοni, Stoudiou, Vatopedi, Xenophontos, St. Demetrius of Vatopedi, Church at Veljusa (Southern Serbia), will provide sufficient argument to attest that the main floor of Helandari belongs to the 11th c. and to the same decorative style as all the others mentioned above. Τhis last fact leads to the conclusion that these marble patterns were, to a certain extent, pre-assembled and came from a common handicraft Centre, located most probably at Proikonesos, the sea of Marmara. Οη the other hand the marble floor covering the side apses with cosmatilike patterns reminds one of Italian or Dalmatian style and should be ascribed to the 14th c. 3. - Τhe bases of the four central columns are fitted with spurs at each corner of the plinth. Τhis, however, is a feature unknown in Byzantine architecture but well-known in Romanesque and Gothic buildings as well as in Serbian ones, such as Decani , which is also a monument of the 14th c. Having accepted that these bases belong to a Serbian style of the 14th c., one will also have to accept: a) that the columns, the vaults and cupola, if not an even larger part of the church, have been torn down and rebuilt as they are now, b) that the initial flooring has been removed from the angle compartments and the outer edges of the columns, to accommodate the new bases, which follow exactly the dimensions of the old ones, c) that the exact position of the old (and new) bases indicate the geometric setting of the old church which, compared to other 11th c. Athos churches, can offer enough elements for an approximate theoretical reconstruction of the original monument. 4. - It has been pointed out that the flooring of the side-apses is of a different design than that of the main floor. Additionally the angles k1-k1 and k2-k2 are extended into the area of the side-apses proper and that the angles of the interior curved walls of these apses stand οn the decorative bands of the old floor. At this point one should note that the side-apses of Helandari differ from all other Athonite side-apses by having axual three-lobed entrances, decorated by twin columns bearing capitals with 10th - 11th c. decorative patterns. These three-lobed openings naturally remind of three-lobed or twin-lobed diaphragms of the typical Byzantine cross-in-square type of church without side-apses. One may recall the case of Megisti Lavra in which the northern and southern ends of the side cross-arms have been removed and replaced by side-apses or choirs. Οne is therefore led to conclude that a similar solution was applied at Helandari. Τhis fact is also reinforced by the dedicatory inscription which mentions the “narrowness” of the old church as the reason for which it was torn down to make room for the new one. Τhe justification of “narrowness” is also present in texts referring to the rebuilding of the Protaton, whereas in a text relating to the structural changes in Lavra, mention is made of an “enlargement”. The transaction of the three-lobed openings called for either the fitting of existing 11th c. carved slabs or for the carving of new ones , the new ones following 14th c. patterns. 5. - Τhe masonry work looks homogeneous), a fact which supports its rebuilding. Τhe side-apses as well as the chancel apse are five-sided, a feature particular to the 12th-14th centuries. Τhe cross-vaults over the prothesis and diaconicon are ribbed, but the section of the ribs is semicircular, a feature which belonging to western rather than to a Byzantine style further confirms the 14th c. dating. 6.- Τhe wide narthex or liti appears οn Athos for the first time at Helandari, while the older known example is the one at the Panagia Church of Hosios Lucas, dating from the middle of the 10th c. Τhe liti of Helandari shows structural and decorative features, which can lead to two opposing theories: a) that the liti was supposedly added at a later date namely in 1347 and b) that the liti belongs to the rebuilding of the early 14th c. 7. - Τhe remarks made in this paper emphasize three episodes in the building history of the Helandari catholicon that are of capital importance in the development of church architecture οn the Holy Mοuntain: a. - Τhe tracing and discovery of a Byzantine monument of the 10th-11th c., unknown until now, but outstanding which stood in the place of the present catholicon and was of the cross-in-square type without side-apses. b. - Τhe addition of side-apses to a church of the type without side-apses, three centuries after the first application of the type with side-apses at Lavra. c. - Τhe appearance of the type of church with liti for the first time οn Athos. Οne should stress the fact that quite a few scholars have so far considered the type of cross-in-square with side-apses, (known also as Athonite type), as a uniform design, based οn still-unknown originals from Asia Minor, the Caucasus or Constantinople. However, one could instead promote a new approach theory according to which there has been an evolving course from churches without side-apses (Protaton, perhaps Vatopedi, Lavra, perhaps Iviron, Helandari, etc.) towards the well-known Athonite type of church with side-apses. Whenever this development took place it must be dated between roughly 1000 and 1300. Τhis new fashion was applied either by the addition of side-apses, as in Xenophontos of St. Demetrius of Vatopedi, or by the building of new churches with the new feature. Τhis fashion and type spread not only οn Athos but also from Athos to Macedonia, Serbia, the Danube countries and the rest of Greece.

Music in ancient Greece Yannis Papaioannou

It was until recently accepted, not only by non-specialists but also by distinguished musicologists, that music in the cultural life of ancient Greece had played a lesser part than sculpture, poetry, theatre or architecture. Furthermore, that it by no means could claim achievements equal to the other arts. This misbelief was based both on a limited knowledge of ancient Greek music, and on the mishandling of the subject, since scholars had tried to study and evaluate it by comparing it with classical, western music. As a result they could not reach any positive conclusions. European scholars in the past had mainly based their study on the interpretation of ancient texts that led at that time to contradictory conclusions.

Α century of Greek song George Papastephanou

The so-called "rembetiko" , that is the urban folk song, appeared together with the development of the first urban Centres in the 19th century. Most original are the songs of mainland Greece and those from Asia Μinor. There exist, however, tunes imported by the Bavarians which combined with Greek verses were soon incorporated in the Greek song repertoire. The Athenian cantatas as well as those of the Ionian islands originate from the belcanto, which was also imported from Italy around this time. New melodies were introduced in Greece by touring theatrical groups from Europe. Ιn 1894 the Greek revue was born, while in the early 20th century the Greek operetta appeared. The year 1926 is quite significant for the history of modern Greek song with the emergence of the composer Attic. Returning from Paris, Attic introduced songs with a"subject". Since then, a number of music-and-verse composers appear on the scene, whose work marks and represents their time. On the other hand, the "rembetiko" song continues to exist, aIthough restricted to a certain social strata. The situation changed radically in 1950, when Manos Chatzidakis made popular with the bourgeoisie the magic of bouzouki. Since 1976, a new trend is obserνed. Verse in translation put to original Greek music produce a repertoire of quality songs.

Musical instruments in ancient Greece The editors of the Archaeologia journal

The musical instruments that were in use in ancient Greece and their history are brought to life in entries coming from Solon Michaelides’ Encyclopedia of Ancient Greek Music (MIET, Athens 1982). According to how sound is produced, wind instruments are divided into flutes with a tongue (flute, double flute, flageolet, oblique flute) and syringes where the sound is directly blown out. The shepherd’s flute belongs in this category together with other pipes. Strings are divided into three categories depending on the number of chords they had. Instruments having chords of equal length but of different width not surpassing twelve chords were the lyre, the guitar, and related string instruments such as the cytharis, barbitos etc. Many-stringed instruments with chords of differing length that could reach the number of forty chords were the psalterion, an imported instrument, (magadis, pictis, phoenix and others) and the Greek triangles ( cannon, epigoneion, simikeion ) that were strummed on. The lute was a stringed instrument of limited use. In the category of lutes, instruments with an arm are included such as the trichordon ( three-stringed lute). In this article instruments such as the lyre the fominx, the barbitos, the guitar, the samviki, the magadis, the phoenix, the piktis and the pandoura are described. What today are known as percussion were imported instruments and were played at orgiastic feasts. These were the seistron, the cymbals and the drums amongst others.

The death penalty in the years of Capodistrias (supplement) Vassilis Dorovinis

The author adds additional information to a previous article in issue 11 of the Archaeologia journal. He writes of two cases of capital punishment under the government of Capodistrias that he read of in the General Archives of State .In the first case (in 1830), it seems that the government played a decisive role in the execution which was meant to play the role of an exemplary punishment. In the second case of capital punishment, (in 1831), it is not clear whether it was a case of enforcement of the law of the times or whether the penalty actually imposed by the court was altered. In the Ottoman Archive of the General Archives of State, it seems that Hasan Arnaout, executioner, was employed in 1833 before the guillotine had been introduced to Greece. He was paid a salary of 100 drachmas a month.

Theatres of southern Greece Vassilis Dorovinis

The author cannot agree that the Malliaropoulio theatre and the neoclassical building of the Patras theatre are “the only theatres in all of southern Greece” ( the Archaeologia journal, issue no 12 “Ancient and contemporary theatres in Arcadia”). The author reminds us of the “Apollo” theatre (built in 1878) in the town of Pyrgos. The flourishing community of Pyrgos, belonging as it does to the provinces, is as well-known as a third world country would be had it owned a theatre. The theatre of Ermoupolis is only just starting to draw the public’s interest. However, the town’s spectacular “Apollo” theatre ought to be included in the list of the theatres of southern Greece.

An exhibition at the Byzantine Museum on the occasion of the one hundredth anniversary of the Christian Archaeological Society Myrtale Acheimastou-Potamianou

On the occasion of the one hundredth anniversary of the founding of the Christian Archaeological Society, (1884-1994), an exhibition opened at the Athens Byzantine Museum. Recent acquisitions were on show as well as Byzantine and post-Byzantine manuscripts, also the rare golden seal of Andronicus B’ Paleologos, belonging to the Christian Archaeological Society’s collection. 147 works of art were also on show, most of them being exhibited for the first time. These are works of sculpture, paintings and miniatures, dating from the early Christian to the Late Byzantine period. The curator of the museum presented the most important works. Among these is El Greco’s Dormition of the Virgin, belonging to the church of the Dormition in Syros.

The Greek literary and historic archive (ELIA) Andreas Ioannides

This collection of archives, the most important in Greece, was brought together by the personal effort of Manos Haritos. In 1980 it became a company. Apart from the literary and historical archives it owns, ELIA also has to show an impressive collection of photographs and maps. ELIA boasts a library of 45.000 volumes covering Greek literature, history and folklore, 19th century Greek editions, 19th and 20th century Greek magazines and calendars, Greek books printed in Egypt and Greek and foreign editions that have to do with Greece. An important part of ELIA publications has to do with the photographic reproduction of 19th and 20th century journals.

Τεύχος 15, Μάιος 1985 No. of pages: 106
Κύριο Θέμα: Τα ιερά σπήλαια της Κρήτης Paul Faure

Σπήλαιο του όρους «Κεράτον» στο Βιάννο: Φυσικό είδωλο Βρεφοκρατούσας. Στην Κρήτη είναι γνωστές 3.320 καρστικές μορφές: σπήλαια, βάραθρα και σπηλαιοβάραθρα, χώνοι – καταβόθρες, δολίνες, πόλγες, φυσικές γέφυρες, φαράγγια. Ανάμεσά τους, έχουν αναγνωριστεί πενήντα αρχαία σπήλαια και διακόσιες εξήντα εκκλησίες σε σπηλαιώδεις κοιλότητες. Ο συγγραφέας, έχοντας ανατρέξει στο ιστορικό της έρευνας των σπηλαίων της Κρήτης από το 1885, εστιάζει σε τρία από αυτά. α) Το σπήλαιο της Αγίας Παρασκευής στη Χαλέπα, 12 χλμ. από την Κνωσό, πήρε το όνομά του από κατεστραμμένο ομώνυμο εκκλησάκι (17ος αιώνας). Ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από τα χρώματα των δολομιτικών πετρωμάτων πάνω από την είσοδο. Το σπήλαιο περιλαμβάνει τρεις αίθουσες σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Τρεις υψηλοί όγκοι τραβερτίνου, δουλεμένοι από ανθρώπινο χέρι, σχηματίζουν μορφές ζώων, μάσκα Γοργόνας, καθιστή γυναίκα, παιδί. Βρέθηκε κεραμική των μέσων της 2ης χιλιετίας, της Μεσομινωικής Ι και της Υστερομυκηναϊκής ΙΙΙΒ-Γ εποχής. Ιδιαίτερα σημαντικά αναθήματα είναι τα χάλκινα μινωικά αγαλματίδια με το ένα χέρι σηκωμένο στο ύψος του μετώπου, ο χάλκινος διπλούς πέλεκυς κ.ά. Το πηχτό σκοτάδι στη λαβυρινθώδη διαδρομή που οδηγεί στο 2ο και 3ο επίπεδο είναι ίσως η καλύτερη εικόνα του Λαβυρίνθου. Την κεντρική θεότητα της σπηλιάς ο συγγραφέας ονομάζει Βασίλισσα, Κυρά ή Αριάδνη. β) Η «Μαύρη Σπηλιά» στις Καμάρες, στα 1524 μ. υψόμετρο, δημιουργεί δέος με την τεράστια είσοδό της. Κοντά στην είσοδο, δύο ψηλά πλατώματα βράχων σχηματίζουν τεράστιο βωμό. Η λατρεία εδώ άρχισε λίγο πριν από το 2000 π.Χ. και συνεχίστηκε ως το 1600 π.Χ., με περίοδο κορύφωσης τη Μεσομινωική. Βρέθηκαν δύο είδη κεραμικής, το ένα πολυτελές με ωραίο χρωματιστό διάκοσμο, το άλλο πολυπληθέστερο και χονδροειδές. Τη φήμη του το σπήλαιο την οφείλει στα ωραία του αγγεία που ονομάστηκαν «καμάρες», όπως και η ανάλογη κεραμική της Μεσαράς και της Φαιστού. Στο βάθος της Σπηλιάς, έρποντας από άνοιγμα που κατηφορίζει 8 μ., καταλήγει κανείς σε αδιέξοδο διακοσμημένο με σταλακτίτες. Ιερό στις θεότητες των ψηλών βουνών ή και είσοδος στον κόσμο θεών και νεκρών; γ) Η Αρκουδοσπηλιά ή Σπηλιά της Παναγίας Αρκουδιώτισσας στο όρος Ακρωτήρι Κυδωνίας έχει μικρό ξωκλήσι της Παναγίας του 16ου αιώνα που στηρίζεται στο τοίχωμα της εισόδου της. Πήρε το όνομά της από ψηλό σταλαγμίτη που μοιάζει με αρκούδα που κοιτάζει σε μεγάλη λίμνη. Στο κέντρο της πρώτης αίθουσας, το νερό της λίμνης θεωρείται αγίασμα. Στο σώμα της αρκούδας πολυάριθμα σημάδια δείχνουν ότι, όπως στο Σκοτεινό και αλλού, ένας «εκφραστικός σταλαγμίτης» δουλεύτηκε από χέρι ανθρώπου. Στο σκοτάδι της δεύτερης αίθουσας βρέθηκαν όστρακα αγγείων κυρίως κλασικής και ελληνιστικής εποχής και σύγχρονά τους πήλινα κεφαλάκια της Άρτεμης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αποκάλυψη τμημάτων μαρμάρινου αγάλματος παιδιού και την ύπαρξη του σταλαγμίτη σε σχήμα αρκούδας συνηγορούν για λατρεία της Άρτεμης Κουροτρόφου την κλασική εποχή.

Η νέα έρευνα στο Iδαίο Άντρο (1982-1984) Γιάννης Σακελλαράκης

Χάλκινη ασπίδα από το Ιδαίο Άντρο, με παράσταση Κουρητών. Οι πρώτοι Κρήτες μπήκαν στο Ιδαίο Άντρο στην Ύστερη Νεολιθική εποχή. Πρόκειται για μια τεράστια σπηλιά στον Ψηλορείτη μήκους 40 και πλάτους 50 μ. Από τη Μεσομινωική περίοδο (ΜΜΙΑ) προέρχεται μικρό λίθινο τριβείο, δείγμα ότι η σπηλιά χρησίμευσε ως κατοικία. Βρέθηκαν αγγεία, κύπελλα και πρόχοι, η μία χαρακτηριστική της τεχνικής barbitine. Στη Μεσομινωική περίοδο η παρουσία στη σπηλιά μοιάζει να ελαττώνεται. Στο τέλος των μεσομινωικών και στην αρχή των υστερομινωικών χρόνων η ανθρώπινη παρουσία εμφανίζεται εξατομικευμένη. Αυτό λέει η σφραγίδα από αχάτη, ένθετη σε σφραγιστικό δαχτυλίδι, με την παράσταση αντιλόπης με το νεογνό της. Στην Υστερομινωική περίοδο το Ιδαίον Άντρο γνωρίζει την πρώτη του ακμή: μικροαντικείμενα, χάντρες, χάλκινα ειδώλια ζώων. Λίθινες τράπεζες προσφορών ή κέρνοι, πήλινοι δίσκοι όπως αυτοί από το ναό με την ανθρωποθυσία στις Αρχάνες σχετίζονται με τη λατρεία του μινωίτη θεού της βλάστησης τον οποίο διαδέχτηκε ο έλληνας Δίας. Η πρώτη λατρεία του Δία πρέπει να αναχθεί στη μυκηναϊκή φάση. Εκτός από τα πολλά αγγεία, κυρίως κύπελλα, βρέθηκαν πλήθος λατρευτικά ειδώλια ζώων συγκρίσιμα μόνο με το είδωλο της Αγίας Τριάδας και μήλο ξίφους από ορεία κρύσταλλο, όπως αυτά από τους τάφους των Μυκηνών. Πασίγνωστα είναι τα χάλκινα αναθήματα των γεωμετρικών χρόνων από την ανασκαφή του Federico Halbherr. Από τη μικροτεχνία ξεχωρίζουν το χρυσό περίτμητο έλασμα με τις αντίνωτες μορφές δύο πολεμιστών από το δεύτερο μισό του 8ου αιώνα π. Χ. και τα σπουδαία ελεφαντουργήματα βορειοσυριακής προέλευσης του 8ου αιώνα π.Χ. Από τη Φοινίκη έχει εισαχθεί περίτμητο πλακίδιο με έξεργη ανάγλυφη παράσταση σφίγγας. Αφιερώματα αριστοκρατών είναι πέντε ελεφάντινες σφραγίδες διακοσμημένες στη μία όψη με γραμμικά θέματα και στην άλλη με εικόνα ανθρώπου με άλογο. Την κρητική ακμή της τέχνης του 7ου αιώνα π.Χ. δείχνει χάλκινη φιάλη με παράσταση ταύρων αλλά και πλήθος μικροτεχνήματα, όπως το κεφάλι περόνης με δύο αντίνωτες γυναικείες κεφαλές με ψηλό πόλο ή το επίσης ελεφάντινο πλακίδιο με τη φτερωτή πότνια θηρών. Το έργο αυτό υποδηλώνει τη σπουδαιότητα του ιερού και το συσχετίζει με το Ηραίο της Σάμου και το Αρτεμίσιο της Εφέσου. Στην ανασκαφή του 1984 βρέθηκε η πρώτη νέα ακέραιη ασπίδα με ανάγλυφη απόδοση γρυπών και σφιγγών που φαίνεται πως ήταν ανάθημα κρεμασμένο σε δέντρο, όπως συνηθιζόταν, έξω από το Ιδαίον Άντρο. Από την κλασική εποχή έχουμε την ένδειξη για τις πρώτες αρχιτεκτονικές διαρρυθμίσεις, τις απαραίτητες για την άσκηση της λατρείας. Πλήθος αναθήματα μαρτυρούν τη λατρευτική χρήση της σπηλιάς και στους ελληνιστικούς χρόνους, παράδειγμα το δαχτυλίδι από σάρδιο με την Ίσιδα-Τύχη. Στη Ρωμαϊκή εποχή το Ιδαίον Άντρον γνωρίζει την τελευταία του μεγάλη άνθηση. Μέρος της έρευνας περιλαμβάνει και τον περιβάλλοντα χώρο του Άντρου. Από τις διαπιστωμένες αρχαίες θέσεις αξιομνημόνευτη είναι η Ζώμινθος, όπου αποκαλύφθηκε καλοχτισμένο κτίριο του 16ου αιώνα π.Χ., το μεγαλύτερο από οποιοδήποτε ως σήμερα γνωστό μινωικό μέγαρο.

Σπήλαιο Πιτσών Κωνσταντίνος Λ. Ζάχος

Ξύλινος ζωγραφιστός πίνακας με πομπή θυσίας από το σπήλαιο των Πιτσών Κορινθίας (6ος αι. π.Χ.). Η κορινθιακή σπηλιά διαθέτει εντυπωσιακό λιθωματικό στολισμό, βάραθρο στο πλάι της μεγάλης αίθουσας και δύο διαδρόμους, χωρισμένους με πέτρινο παραπέτασμα καταστόλιστο από σταλακτίτες, που οδηγούν στη δεύτερη αίθουσα. Από τον 7ο αιώνα π.Χ. ως τη Ρωμαιοκρατία στέγαζε τη γυναικεία λατρεία των Νυμφών, προστάτιδων του τοκετού, και του Διονύσου όπως δείχνουν τα ειδώλια σατύρων. Οι κατάλληλες συνθήκες διέσωσαν κομμάτι υφάσματος βαμμένου με πορφύρα, ξύλινες πυξίδες, ξύλινο σύμπλεγμα Δήμητρας και Κόρης και τέσσερις γραπτούς ξύλινους πίνακες. Επιγραφή χαρακτηρίζει δύο από αυτούς ως αφιερώματα στις Νύμφες. Τρεις πίνακες παρουσιάζουν γυναίκες ενώ στον τέταρτο, που σώζεται καλύτερα, απεικονίζονται γυναίκες και τρία παιδιά σε πομπή θυσίας.

Παλαιοανθρωπολογικές έρευνες στη θέση «Απήδημα» της Μέσα Μάνης II Θεόδωρος Κ. Πίτσιος

Αντιπρόσωποι θαλάσσιας μικροπανίδας παράκτιας φάσης και θραύσματα αχινών, σπηλιά στο Απήδημα της Μέσα Μάνης ΙΙ. Δυτικά της Αερόπολης, σε μικρή παραθαλάσσια σπηλιά, εντοπίστηκαν ίχνη παλαιολιθικής κατοίκησης και απολιθωμένα ανθρώπινα οστά σε πλειστοκαινικά συμπαγή στρώματα λατυποπαγούς. Έγιναν τέσσερις τομές που όλες έδωσαν λίθινα και οστέινα εργαλεία, παλαιοντολογικά ευρήματα, ίχνη φωτιάς, κατάλοιπα ζώων. Το σύνολο των ευρημάτων μαρτυρεί πρωτογενή εναπόθεση ανθρώπινων καταλοίπων από μακρά και έντονη χρήση. Απαραίτητη για τη χρονολόγηση των ευρημάτων είναι η χρήση γεωφυσικών μεθόδων. Για μια προσέγγιση χρησιμοποιήθηκαν οι παλινδρομικές κινήσεις της Μεσογείου σε συνδυασμό με τα στρωματογραφικά στοιχεία. Το πρώτο εύρημα ήταν η μεσαία φάλαγγα ενός γυναικείου σκελετού, ο οποίος βρέθηκε μισό μέτρο βορειότερα. Η νεκρή ήταν γυναίκα εύρωστη, γύρω στα 20-25, και είχε εναποτεθεί τελετουργικά. Κοντά της, κάτω από πέτρα βρέθηκαν επτά οστέινα εργαλεία και ακέραιη κνήμη νεαρού ελαφιού. Συγκεντρώθηκαν 41 κελύφη από θαλασσινά κοχύλια που σχημάτιζαν μέρος περιδέραιου. Η ιδιομορφία της ταφής συνίσταται στην απουσία του κρανίου της νεκρής. Αργότερα ήρθε στο φως και δεύτερο κρανίο. Η προκαταρκτική τους εξέταση δείχνει πως η θέση τους οφείλεται σε τελετουργική τοποθέτηση. Η βάση του δεύτερου κρανίου ήταν διανοιγμένη. Ξεχωριστές ταφές κρανίων έχουν διαπιστωθεί σε πολλές παλαιολιθικές θέσεις της Ευρώπης και της Ασίας. Σε σπηλιά του Monte Circeo νότια της Ρώμης βρέθηκε ταφή μεμονωμένου κρανίου Νεάντερταλ με τη βάση του τεχνητά διανοιγμένη. Αυτός ο «κανιβαλισμός» που βλέπουμε και στο Steinheim της Στουτγάρδης, στο Ehringsdorf της Βαϊμάρης και του Choukoutien κοντά στο Πεκίνο ίσως οφείλεται στην παλαιολιθική πίστη για τη μεταβίβαση των νοητικών ικανοτήτων του νεκρού.

Σπήλαιο «Ελληνοκαμάρα» Κάσου Γιάννης Σακελλαράκης

Μνημειακή κατασκευή της εισόδου και δείγμα τοιχοδομής εξωτερικού τοίχου στην «Ελληνοκαμάρα» Κάσου. Η σπηλιά της «Ελληνοκαμάρας» είναι μια βραχοσκεπή που ο άνθρωπος μετέτρεψε σε τεχνητό σπήλαιο. Η τριμερής εσωτερική της διαίρεση, μορφολογικά ανάλογη με τα τριμερή ιερά της Ανατολής, και η μνημειακή κατασκευή του φράγματος της εισόδου υποδεικνύουν ότι πρόκειται για τόπο λατρείας. Χαρακτήρες της γραμμικής Α και Β σε λιθόπλινθους και σε λίθους διάσπαρτους στο εσωτερικό της σπηλιάς παραπέμπουν στα τεκτονικά σημεία που κατέγραψε ο Evans στην Κρήτη. Δεδομένου ότι η χρονολόγηση δεν μπορεί να στηριχτεί στην τοιχοδομία, μέχρις ότου υλοποιηθεί η προγραμματισμένη έρευνα διατυπώνουμε την υπόθεση ότι η «Ελληνοκαμάρα» ως χώρος λατρείας ανάγεται πιθανώς στην κρητομυκηναϊκή περίοδο και φθάνει τουλάχιστον ως τα ελληνιστικά χρόνια.

Τα σπήλαια και η χρήση τους στην Εύβοια και γενικότερα στον ελληνικό χώρο Αδαμάντιος Σάμψων

Σπήλαιο Πολιτικών, Εύβοια: όστρεα διασκευασμένα σε κοσμήματα. Μόνο το Φράγχθι στην Αργολίδα παρουσιάζει στρωματογραφημένα ευρήματα από την Παλαιολιθική σε συνεχή διαδοχή ως τη Χαλκοκρατία. Λείψανα από την Αρχαιότερη Νεολιθική που ανάγεται στην 6η χιλιετία βρέθηκαν στο Κοίλωσι Καρύστου και στου Μαρμαρά τη σπηλιά στα Πολιτικά της Εύβοιας. Στην κεραμική των λίγων οικισμών της Εύβοιας διαφαίνονται έντονες σχέσεις με τη Νέα Μάκρη Αττικής. Στη Νεότερη Νεολιθική που απλώνεται σε όλη την 5η χιλιετία η ανθρώπινη παρουσία στα σπήλαια γενικεύεται. Στην Εύβοια αξιοπρόσεχτο είναι το σπήλαιο Σκοτεινή στα Θαρούνια και το σπήλαιο Μέριανη του Μίστρου. Η Τελική Νεολιθική έχει μεγάλη διάρκεια (4100-3200 π.Χ.) και αφορά «πολιτισμό του Αιγαίου». Ανερμήνευτη παραμένει η σπανιότητα λειψάνων από τη Χαλκοκρατία. Ευρήματα βρέθηκαν στα σπήλαια της Δραγκονάρας, Γκρασπηλαία, Φράγχθι, Κουφιέρου, και στο σπήλαιο Νέστορος. Η μυκηναϊκή περίοδος αντιπροσωπεύεται από τη Σκοτεινή και την Τουρκοσπηλιά στην Εύβοια. Στους ιστορικούς χρόνους, τα σπήλαια έγιναν χώροι λατρείας ή ταφών. Η χρήση των σπηλαίων ως μόνιμης κατοικίας από τη Νεολιθική εποχή και πέρα είναι απίθανη. Πιθανότερη είναι η εποχική διαβίωση κυρίως βοσκών με τα κοπάδια τους, χωρίς να αποκλείεται η ταφική χρήση. Βέβαιο είναι ότι περιστασιακά οι σπηλιές λειτούργησαν ως καταφύγια από επιδρομές, τόποι απομόνωσης σε επιδημίες ή και για το «σπήλιωμα» ασθενικών νεογνών. Σπηλιές με ταφές βρέθηκαν στην Εύβοια, στην Κρήτη, στη Ρόδο, στη Μάνη. Βιοτεχνική χρήση έχει βεβαιωθεί για τη Γκρασπηλαία της Οχτωνιάς. Δημοσιεύονται δύο πίνακες: ο ένας με τα σπήλαια της Εύβοιας, ο άλλος με τα προϊστορικά σπήλαια της Ελλάδας εκτός της Εύβοιας και της Κρήτης.

Σπήλαια της Αττικής αφιερωμένα στη λατρεία του θεού Πάνα Χάρη Δεληγιώργη-Αλεξοπούλου

Αναθηματικό ανάγλυφο με τον Πάνα και Νύμφες. 330 π.Χ., Στοά του Αττάλου, Αθήνα. Η εισαγωγή της λατρείας του Πάνα στην Αττική συνδέεται με τον πανικό που ο θεός ενέσπειρε στους Πέρσες στη μάχη του Μαραθώνα. Ο Αρκάδας Πάνας λατρεύεται σε σπηλιές, χώρους στον αντίποδα του πολιτισμένου βίου, που υπογραμμίζουν παράλληλα την ετερότητα της πατρίδας του. 1. Σπηλιά Οινόης Β΄, Μαραθώνας. Οι προσκυνητές αφιέρωσαν στον Πάνα και τις Νύμφες μια σπηλιά με πέντε θαλάμους όπου βράχια και σταλακτίτες φτιάχνουν με τα χρώματά τους ένα νεραϊδότοπο. Εντοπίστηκαν νεολιθικές ταφές και ευρήματα που φθάνουν ως την Υστεροελλαδική ΙΙΙ (1600-1100 π.Χ.). Το σπήλαιο ξαναλειτούργησε την κλασική εποχή. Βρέθηκαν όστρακα αγγείων, πήλινα ειδώλια του Πάνα και των Μαραθωνίδων Νυμφών. 2. Λυχνοσπηλιά ή Άντρο Πάνα, Πάρνηθα. Η σπηλιά έχει τρεις επιφανειακές πηγές νερού και δύο θαλάμους. Στο βορινό μέρος το δάπεδό της σκεπάζεται από πετρωμένες ροές (gours), που η ύλη τους έχει σχηματίσει μεγάλες λεκάνες στο κέντρο της σπηλιάς. Σε συλλογή νερού σε λεκάνη βρέθηκαν niphargus για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Επίσης: όστρακα προϊστορικής και μυκηναϊκής κεραμικής, θραύσματα αγγείων από το 1000 ως τον 5ο αιώνα π.Χ., αγαλματίδια και ανάγλυφα με τον Πάνα, τον Ερμή, τις Νύμφες, λουτροφόρος και εκατό γαστρώδη αγγεία (θυμιατήρια). Το σπήλαιο πήρε το όνομά του από τα παλαιοχριστιανικά λυχνάρια που υπερβαίνουν τις δύο χιλιάδες. 3. Ακρόπολη Αθηνών. Στη βορειοδυτική πλευρά της Ακρόπολης υπάρχουν τρία σπηλαιώδη χάσματα, τελείως ανοικτά και με μικρό βάθος. Στο Α΄ τοποθετείται η πηγή της Κλεψύδρας, το Β΄ ήταν αφιερωμένο στον Απόλλωνα. Από το Γ΄ δεν υπήρξαν ευρήματα. Ένα πραγματικό σπήλαιο που εντοπίστηκε αποδόθηκε στον Πάνα. 4. «Νυμφαίο» Πεντέλης. Μαρμάρινη σπηλιά, μόλις 30 μ. χαμηλότερα από το κυριότερο λατομείο της αρχαιότητας. Η ζωή εκεί αρχίζει στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ και διακόπτεται το 2ο αιώνα μ.Χ. Ενυπόγραφα αναθήματα στις Νύμφες, που εικονίζονται με τον Ερμή και τον Πάνα, είναι τα δύο ανάγλυφα του 4ου αιώνα π.Χ. Βρέθηκαν πήλινα ειδώλια, πολλά λυχνάρια φωτισμού και κομμάτια μαρμάρινης λεκάνης. Πρόκειται άραγε για νυμφαίο – μαντείο όπου ασκείται η υδρομαντική και η λεκανομαντεία; 5. Σπηλιά του Πάνα, Δαφνί. Η σπηλιά έχει σχήμα χωνιού και χωρίζεται σε τρία διαμερίσματα. Δεν υπάρχουν ευρήματα αρχαιότερα του 5ου αιώνα π.Χ. Από τις ενδείξεις λατρευτικής χρήσης, χαρακτηριστικότερες για τον Πάνα και τις Νύμφες είναι οι πήλινες σωληνοειδείς μορφές. 6. Σπηλιά «Νυμφόληπτου», Βάρη. Δύο επιγραφές μαρτυρούν ότι ο Αρχέδημος ο Θηριανός έσκαψε το βράχο για να αφιερώσει τη σπηλιά στις Νύμφες. Ο Βωμός ο αφιερωμένος στον Πάνα έχει την όψη πρόσοψης ιερού. Χαμηλότερα, σε διώροφο βωμό υπάρχει η επιγραφή «Απόλλωνος έρσο». Πλάι, ανάγλυφο εικονίζει άντρα που σπάει πέτρες κρατώντας εργαλεία γλύπτη ή λιθοξόου. Το όνομα «Αρχέδημος» είναι πάλι χαραγμένο δύο φορές. Προς την έξοδο, σμιλεμένο γυναικείο κεφάλι συνοδεύεται από την επιγραφή «Χάριτος». Τα ποικίλα ευρήματα είναι ανάγλυφα, νομίσματα, επιγραφές, αγαλματίδια, αγγεία, λυχνίες. Στην αρχαιότητα η σπηλιά χρησιμοποιήθηκε από το 550 ως τον 2ο αιώνα π.Χ. 7. Σπηλιά των Μεγάρων. Τα λιγοστά ευρήματα υπέδειξαν ότι η σπηλιά ήταν αφιερωμένη στον Πάνα. Καθώς έχει γεμίσει πέτρες, ως σήμερα μόνον οι αρχαιοκάπηλοι την έχουν ερευνήσει συστηματικά.

Το Kωρύκειο Άντρο Pierre Amandry

Το Κωρύκειο Άντρο Στον Παρνασσό, σε υψόμετρο 1360 μ., η σπηλιά, η αφιερωμένη στον Πάνα και τις Νύμφες, υπήρξε πιθανόν το πρώτο θρησκευτικό κέντρο της περιοχής γύρω από τους Δελφούς. Ανθρώπινη παρουσία διαπιστώνεται ήδη από την παλαιολιθική εποχή. Από τον 6ο αιώνα π.Χ. τα ευρήματα πληθαίνουν: αγγεία, πήλινα ειδώλια και προτομές, δαχτυλίδια και αστράγαλοι. Στη ρωμαϊκή εποχή, η αίγλη του σπηλαίου έχει σβήσει. Βρέθηκαν πήλινα αγαλματίδια του Πάνα, ανάγλυφο με τις Νύμφες που οδηγεί ο Ερμής, γυναικεία ειδώλια. Τι μαρτυρεί όμως το πλήθος των αστραγάλων; Παιδικό παιχνίδι ή όργανο μαντείας; Μήπως πριν εγκατασταθεί η Πυθία στους Δελφούς, υπήρχε μαντείο στο Κωρύκειο Άντρο;

Καιάδας Πέτρος Θέμελης

Θραύσμα κρανίου με χάλκινη αιχμή βέλους. Γεωλογικά και ανθρωπολογικά στοιχεία συνηγορούν για τον εντοπισμό του Καιάδα 10 χλμ. έξω από τη Σπάρτη, στο δρόμο Σπάρτης-Καλαμάτας, στην έξοδο του χωριού Τρύπη. Θρυλική είναι η μορφή του Αριστομένη, ηγέτη των εξεγέρσεων των υποδουλωμένων Μεσσηνίων (5ος αιώνας π.Χ.), που κατάφερε να αποδράσει από τον Καιάδα όπου τον έριξαν οι Λακεδαιμόνιοι. Σε βάραθρο ρίχνονταν και στην Αθήνα οι κατάδικοι που είχαν θανατωθεί με το βασανιστήριο του «αποτυμπανισμού». Ο καταποντισμός ολόσωμων πτωμάτων σε βάραθρο ήταν η «εσχάτη των ποινών». Ο Καιάδας χρησιμοποιήθηκε από τους Σπαρτιάτες κυρίως στη διάρκεια των Μεσσηνιακών πολέμων (8ος-5ος αιώνας π.Χ.) για τον καταποντισμό εχθρών αλλά και κοινών καταδίκων. Πρόκειται για σπηλαιοβάραθρο γεμάτο ανθρώπινο σκελετικό υλικό. Μεγάλη κατάπτωση βράχων στο εσωτερικό του ακολούθησε τον καταστρεπτικό σεισμό του 464 π.Χ. Τα οστά ανθρώπινων σκελετών πάνω σε πεσμένους ογκόλιθους μαρτυρούν είτε ότι ρίχτηκαν άνθρωποι και μετά το 464 π.Χ. ή ότι όσοι επέζησαν από το σεισμό προσπάθησαν να αναρριχηθούν προς την έξοδο αλλά δεν τα κατάφεραν. Άλλωστε, η έξοδος από το αρχικό στόμιο του βάραθρου με τα σχεδόν κατακόρυφα τοιχώματα αρνητικής κλίσης είναι εντελώς αδύνατη όχι μόνο για ανθρώπους αλλά και για ζώα.

Το σπήλαιο χώρος γέννησης και χώρος θανάτου-πρώτη προσέγγιση Πέπη Ρηγοπούλου

Δαφνί, Γέννηση. Ψηφιδωτό, περ. 1100. Στη βυζαντινή εικονογραφία, το σπήλαιο συνδέεται κυρίως με τη Γέννηση του Χριστού (Δαφνί, Όσιος Λουκάς, Περίβλεπτος Μυστρά) και τη Σταύρωσή του. Μια σχηματική γραμμή αποδίδει το σπήλαιο στις εκκλησίες-σπήλαια της Καππαδοκίας αλλά το βραχώδες τοπίο παραμένει αναγνωρίσιμο. Εικονογραφικά εμφανίζεται στη γέννα της Εύας, στον Μωυσή και τη φλεγόμενη βάτο, στον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή της Πάτμου ενώ συνδέεται με τον Άγιο Αντώνιο και την Αγία Αικατερίνη. Το σπήλαιο τοποθετείται κάτω από τον Σταυρό που μοιάζει να φυτρώνει από αυτό. Στον Γολγοθά, στο μαύρο του άνοιγμα διαγράφεται το κρανίο του Αδάμ. Τη θέση του σπηλαίου που στηρίζει το σταυρό, στη Δύση παίρνει κάποτε η ίδια η γη αντικαθιστώντας τον Άτλαντα που υποβαστάζει τον ουράνιο θόλο. Χώρος της Γέννησης και χώρος του Θανάτου: ποια η σχέση του χριστιανικού σπηλαίου με το άντρον της αρχαιότητας; Η Ρέα και ο Δίας, ο Ερμής, ο Φιλοκτήτης, ο Ίων, ο Πλάτωνας: το φως παλεύει με το σκοτάδι. Στη σύγχρονη λογοτεχνία, ο Δον Κιχώτης επιχειρεί μια κάθοδο σε μια σπηλιά-μήτρα με ένα σχοινί-ομφάλιο λώρο. Ανάλογη κατάβαση επιχειρεί και ο Σεβάχ ο Θαλασσινός. Χώρος ψευδαίσθησης και οφθαλμαπάτης για την πλατωνική Πολιτεία, στη βυζαντινή παράδοση το σπήλαιο γίνεται χώρος αποκάλυψης-μετάβασης από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, χώρος συμφιλίωσης με το μαύρο.

Σπήλαιο Βύθακας Διρού Μάνης Κώστας Μερδενισιάνος

Ο θάλαμος της «Χρυσής Βροχής» στο σπήλαιο Βύθακα του Διρού. Η είσοδος του σπηλαίου είναι ένα βάραθρο με διάμετρο 4-5 μ. και κάθετο βάθος γύρω στα 5 μ. Από τον πυθμένα του ξεκινούν δύο αντίθετης φοράς κατηφορικοί διάδρομοι. Ο βορειοδυτικός απολήγει σε μικρή αίθουσα και κλείνει σε εσοχή γεμάτη λιθωματικό διάκοσμο. Ο νότιος οδηγεί στο κυρίως σπήλαιο. Στο σημείο που στενεύει υπάρχει απότομη κατάβαση 2 μ. που σχηματίζεται από τεχνητή λιθοδομή. Από εκεί και πέρα αρχίζει η «Μεγάλη Αίθουσα» του σπηλαίου με ύψος οροφής 10 μ., διακοσμημένη ολόκληρη με φαντασμαγορικούς σταλακτίτες, σταλαγμίτες και τεράστιες κολόνες με κίτρινες, ροζ και κόκκινες αποχρώσεις. Με απότομη ανάβαση 4 μ. από το νότιο άκρο της αίθουσας, βρισκόμαστε σε θάλαμο με πυκνό σταλακτιτικό διάκοσμο που θυμίζει κρυσταλλωμένη βροχή. Ονομάστηκε θάλαμος της «Χρυσής Βροχής». Στο σπήλαιο υπάρχουν δύο βαθύτερα επίπεδα. Στα επιφανειακά ευρήματα συγκαταλέγονται θραύσματα αγγείων, χάλκινα νομίσματα, σιδερένια αιχμή βέλους, κοκάλινοι δακτύλιοι και πολλά θραύσματα οστών ιδίως στο κατώτερο επίπεδο. Η διερεύνηση του σπηλαίου δρομολογήθηκε το 1978 από τον πρόεδρο της κοινότητας Δρυάλου Λακωνίας που απευθύνθηκε στο Τμήμα Σπηλαιολογικών Ερευνών (ΤΣΕ) της Εταιρείας Πνευματικής και Επιστημονικής Αναπτύξεως (ΕΠΕΑΝ). Έπονται τρεις αποστολές το 1978, το 1979 και το 1980. Στην τελευταία ακολουθεί κινηματογραφικό συνεργείο της τότε ΥΕΝΕΔ (ΕΡΤ 2). Το 1981 η ΕΠΕΑΝ κιγκλιδώνει το σπήλαιο για προστασία. Το 1982 οργανώνεται νέα αποστολή για πληρέστερη χαρτογράφηση, φωτογράφιση και συμπληρωματική κινηματογράφηση. Ο συγγραφέας επιχειρηματολογεί υπέρ της τουριστικής αξιοποίησης του σπηλαίου Βύθακα που, μαζί με τα ήδη αξιοποιημένα σπήλαια Βλυχάδα και Αλεπότρυπα, θα δημιουργήσουν στην περιοχή του Διρού σπηλαιολογικό συγκρότημα ανάλογο με το πρότυπο συγκρότημα της γιουγκοσλαβικής Ποστόινα.

Υπόσκαφες και σπηλαιώδεις εκκλησίες Θόδωρος Σκούρας

Η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη, μέσα στη σπηλιά. Από τις εκκλησίες των βράχων, υπόσκαφες ονομάζονται εκείνες που διαμορφώθηκαν με την αφαίρεση μάζας από τους φυσικούς βράχους της σπηλιάς, όπως έγινε στη Σαντορίνη. Σπηλαιώδεις λέγονται όσες διαμορφώθηκαν προσθετικά, δηλαδή με το χτίσιμο τοίχων, τέμπλου ή άλλων τμημάτων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: η εκκλησία της Αγίας Ελεούσας στη λακωνική Μάνη, η εκκλησία μέσα στη σπηλιά του Νταβέλη στην Πεντέλη, ο Άγιος Αθανάσιος στη Σκύρο κ.ά. Αναγκαστικά, ο θάλαμος της σπηλιάς υπαγορεύει κάποιες αποκλίσεις. Η θέση της Πρόθεσης είναι η μόνη που τηρείται αυστηρά. Εκτός από τους διωγμούς των χριστιανών ή την ηθελημένη απομόνωση αναχωρητών, οι εικόνες που έκρυβαν όσοι καταδιώκονταν από επιδρομείς και έβρισκαν καταφύγιο σε σπηλιές (σπήλαιο «Εικονίσματα» στην Εύβοια), οδήγησαν και αυτές στη δημιουργία εκκλησιών. Εικόνες σε σπηλιές έφερναν και οι βοσκοί. Οι περισσότερες υπόσκαφες και σπηλαιώδεις εκκλησίες βρίσκονται στο Αιγαίο και την Πελοπόννησο, σε τόπους που επέδραμαν πειρατές. Περιγράφονται τρεις από τις εκκλησίες που ιδρύθηκαν σε αρχαία λατρευτικά άντρα. 1. Σπήλαιο Αγίου Χριστοδούλου, Λίμνη Ευβοίας. Αυτή η μεικτή, υπόσκαφη και σπηλαιώδης εκκλησία χρονολογείται γύρω στα 1102. 2. Άγιος Νικόλαος στα Πουριά, Σκύρος. Εκκλησία που μετατράπηκε σε μεικτού τύπου, υπόσκαφη σε πελεκημένο βράχο από ασβεστιτικό ψαμμίτη, το οικοδομικό υλικό των Σκυριανών. Χρονολογείται πριν από το 1806. 3. Άγιος Αθανάσιος Αθωνίτης στα Παγιά Σκύρου. Καθαρά σπηλαιώδης εκκλησία. Μεγάλες λαξεμένες πέτρες από ελληνιστικά τείχη έχουν χρησιμοποιηθεί στους τοίχους της. Ίσως ο άγιος Αθανάσιος το 10ο αιώνα έφτιαξε στη σπηλιά μια εκκλησία που το 1602 τη γκρέμισαν για να φτιάξουν τη σημερινή.

Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας (ίδρυση-νομικό πλαίσιο-στόχοι) Πέτρος Θέμελης

Το σπήλαιο της Αλιστράτης Σερρών. Με την ίδρυση της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας (1977) τα σπήλαια περιλαμβάνονται στην κατηγορία των μνημείων και κάθε εύρημα που προέρχεται από αυτά θεωρείται αρχαιολογικό. Ο συγγραφέας δράττεται της ευκαιρίας για να επισημάνει τα ως τώρα κακώς κείμενα. Τα παλαιοντολογικά ευρήματα των ανοιχτών χώρων, γράφει, δεν προστατεύονται από κανένα νόμο, με αποτέλεσμα χώροι σαν το Πικέρμι να έχουν μετατραπεί σε σκουπιδότοπους. Οι παλαιοντολογικές ανασκαφές που εκτελούν τα πανεπιστήμια διέπονται ακόμη από νόμο του 1936 που χορηγεί στον αλλοδαπό ανασκαφέα έξι ευρήματα από το κάθε είδος! Στα πανεπιστήμια η φυσική αρχαιολογία δεν διδάσκεται ως αυτοτελής επιστήμη, ανθρωπολογικό μουσείο δεν υφίσταται. Στο ΥΠΠΕ συγχέεται μάλλον η Αρχαιομετρία με τη Συντήρηση. Πέρα από την προστασία και την έρευνα σπηλαίων και παλαιοανθρωπολογικών θέσεων, οι στόχοι της Εταιρείας είναι: α) συνδρομή στις περιφερειακές Εφορείες Αρχαιοτήτων, β) ο συντονισμός της έρευνας, η συνεργασία με τον ΕΟΤ, τα υπουργεία και τους ιδιωτικούς φορείς, γ) η συμβολή στην ανάπτυξη της περιφέρειας σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και η προβολή του σπηλαιολογικού πλούτου της χώρας. Ιδιαιτερότητα παρουσιάζει το θέμα της «ανασκαφής σπηλαίων», καθώς εκεί βρίσκονται αδιατάραχτα στρώματα αποθέσεων – επιθέσεων που προσφέρουν σημαντικά στρωματογραφικά στοιχεία για τη μελέτη κυρίως προϊστορικών περιόδων. Αυτό το πλεονέκτημα της αδιατάρακτης μικροστρωματογραφίας σε κλειστούς χώρους οδήγησε στην υιοθέτηση ειδικής ανασκαφικής τεχνικής.

Αρχαιογεωλογία Δέσποινα Πέννα, Μιράντα Χατζιώτη

Σπήλαιο Σφεντόνη, στα Ζωνιανά του νομού Ρεθύμνου. Η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας είναι ο κατάλληλος φορέας για να συμπεριλάβει την αρχαιογεωλογική έρευνα των ανοιχτών χώρων. Με το γενικό όρο «αρχαιογεωλογία» ή «γεωαρχαιολογία» νοείται η στενότερη συνεργασία της ιστορίας και της αρχαιολογίας με τις άλλες επιστήμες του περιβάλλοντος, ιδιαίτερα όσες μελετούν την τεταρτογενή. Η οργάνωσή της πρέπει να προβλέπει τη συγκρότηση των εξής αρχείων: α) άμεσες ή έμμεσες φιλολογικές μαρτυρίες, σχετικές με τοπογραφία, κλίμα, γεωμορφολογία, υδρογραφία, κ.ά., β) χάρτες (τοπογραφικούς, γεωλογικούς, υδρογραφικούς, ακτογραφικούς κ.λπ.) και αεροφωτογραφίες, γ) συναφείς πληροφορίες από δημοσιεύσεις παλαιών ανασκαφών.

Οργάνωση και στελέχωση της Eφορείας Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας Κωνσταντίνος Λ. Ζάχος

Το σπήλαιο των Λιμνών, στα Καλάβρυτα. Η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας χρειάζεται να αποκτήσει τους εξής χώρους: εργαστήριο ανθρωπολογίας και αποθήκη, γεωλογικό εργαστήριο και τράπεζα πετρωμάτων, εργαστήριο βιολογίας, εθνοβοτανολογίας, λιθοτεχνίας, ζωοαρχαιολογίας, τράπεζα για όστρακα σπηλαίων, αρχείο σπηλαίων, εργαστήριο συντήρησης αρχαίων και την κατάλληλη βιβλιοθήκη. Ορίζεται, κατά ειδικότητα, ο αριθμός των ατόμων που πρέπει να στελεχώσουν την Εφορεία. Η Εφορεία πραγματοποιεί αυτοψίες, επεμβαίνει για τη διάσωση σπηλαίων, επιβλέπει τις ανασκαφές από τις περιφερειακές Εφορείες και από τις ξένες σχολές και συνεργάζεται με τον ΕΟΤ. Ο συγγραφέας επισημαίνει πόσο καταστροφική μπορεί να είναι η τουριστική αξιοποίηση σπηλαίων αν δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες προδιαγραφές.

Τα κυριότερα ελληνικά σπήλαια και ο τρόπος εξερεύνησής τους Άννα Πετροχείλου

Εξερευνώντας πολυδαίδαλη λίμνη στο σπήλαιο «Λιμνών» στις Καστριές Καλαβρύτων. Τα σπήλαια, ανάλογα με το πώς σχηματίστηκαν και πως εξελίχθηκαν, διακρίνονται σε α) ηφαιστειογενή, κοραλλιογενή και σε τόφους ή β) αιολικά. Τα τεκτονικά και τα καρστικά διαιρούνται σε οριζόντια, κατακόρυφα, λιμναία και ενάλια. Η Ελλάδα, χώρα καρστική (κατά το 65% καλύπτεται από ασβεστολιθικά πετρώματα), έχει πλήθος σπήλαια, βάραθρα και υπόγειους ποταμούς. Η συστηματική μελέτη των σπηλαίων άρχισε το 1950 με την ίδρυση της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας (ΕΣΕ) από τον Γιάννη Πετρόχειλο. Τις μελέτες της η ΕΣΕ τις καταθέτει στον ΕΟΤ και στην Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας του ΥΠΠΕ που συστήθηκε το 1977. Αναφέρονται τα σπήλαια που έχουν ήδη αξιοποιηθεί τουριστικά και όσα θα ακολουθήσουν. Περιγράφονται οι πραγματικές συνθήκες διερεύνησης και η απαραίτητη εξάρτηση του σπηλαιολόγου.

Σπηλαιοέρευνα Πέτρος Ν. Ρωμανάς

Ο πιο συχνά απαντώμενος κάτοικος των σπηλαίων. Χάρη στα ασβεστολιθικά της πετρώματα η Ελλάδα είναι «χώρα των σπηλαίων». Ξένοι επιστήμονες έχουν εργαστεί στο Ασπροχάλικο Ηπείρου, στο σπήλαιο Φράγχθι της Αργολίδας, στο σπήλαιο Κίτσου στο Λαύριο Αττικής. Ωστόσο, εκμεταλλευόμενοι την αδιαφορία του ελληνικού κράτους κάποιοι ξένοι επισκέπτες προκάλεσαν καταστροφές. Μόλις το 1983 το ΥΠΠΕ αποφάσισε να κηρύξει τα σπήλαια «αναπόσπαστο τμήμα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς». Το πρώτο στάδιο της σπηλαιοέρευνας είναι ο εντοπισμός του σπηλαίου που γνωρίζουν κυρίως οι ντόπιοι. Στη συνέχεια γίνεται η αναγνώριση και η εξερεύνηση της σπηλαιομορφής. Η νέα τεχνολογία έχει διευκολύνει πολύ την εξερεύνηση, αν και ο εξοπλισμός εισάγεται από το εξωτερικό και είναι δαπανηρός. Οποιαδήποτε επέμβαση απαγορεύεται ρητά. Για τους σπηλαιολόγους ισχύει ο βασικός κανόνας: «Πάρε μόνο φωτογραφίες και άφησε μόνο τα πατήματά σου!» Το τρίτο στάδιο είναι η αποτύπωση, η χαρτογράφηση της διαδρομής που ακολουθήθηκε και η λήψη φωτογραφιών. Ακολουθεί η σύνταξη μιας έκθεσης που υποβάλλεται στην Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας του ΥΠΠΕ. Η έλλειψη εξοπλισμού και ατόμων δεν επιτρέπει στην Υπηρεσία να ολοκληρώσει την έρευνα με ανασκαφή. Ο συγγραφέας στιγματίζει την τουριστική αξιοποίηση των σπηλαίων που διαταράσσει την ευαίσθητη οικοϊσορροπία τους. Ως «θλιβερά παραδείγματα» αναφέρει το σπήλαιο Πέραμα στα Γιάννενα και το σπήλαιο Κουτούκι στην Παιανία Αττικής.

Άλλα θέματα: Ανασκαφές στο ελληνικό τμήμα της Kαπερναούμ Αικατερίνη Ασδραχά

Η ελληνική ορθόδοξη εκκλησία στην Καπερναούμ. Το «ελληνικό τμήμα» της Καπερναούμ, αγορασμένο από το Πατριαρχείο, καλύπτει 20.000 τ.μ. κατά μήκος της θάλασσας της Γαλιλαίας. Αποτελεί την ανατολική απόληξη της αρχαίας πόλης που το δυτικό της τμήμα ανήκει στο Φραγκισκανικό Μοναχικό Τάγμα της Κουστωδίας των Αγίων Τόπων. Ο σύγχρονος τοίχος που διαχωρίζει τα δύο τμήματα έτυχε να είναι και το διαχωριστικό όριο της αρχαιότερης πόλης (2ος αιώνας π.Χ.) από τη μεταγενέστερη. Ο διευθυντής των ανασκαφών Βασίλειος Τζαφέρης θεωρεί ότι η ίδρυσή της συμπίπτει με την ανακατάληψη των Αγίων Τόπων από τον Ηράκλειο το 629. Από τα ευρήματα ξεχωρίζουν λείψανα εγκαταστάσεων που χρησίμευαν ως αγκυροβόλιο και θησαυρός 282 χρυσών δηναρίων των Ομμεϋαδών.

Απόψεις για την ιερότητα της Δήλου στην αρχαιότητα Αλέξανδρος Γ. Αλεξίου

Αλ. Αλεξίου, Η Μεγάλη Πυραμίς, Χάρτης αρ. 14-1. Ο συγγραφέας αμφισβητεί ότι η ιερότητα της Δήλου οφείλεται στη γέννηση του Απόλλωνα και προωθεί τη θεωρία ότι προέρχεται από τις γεωδαιτικές σχέσεις που τη συνδέουν με την πυραμίδα του Χέοπος. Με τη μέθοδο της τριγωνοδαισίας συνδέει ελληνικά ιερά, πόλεις και τόπους με τη Μεγάλη Πυραμίδα. Αναφέρονται το όρος Αραράτ, τα ακρωτήρια Ταίναρο, Σούνιο και Μανδήλι όπου ήταν η πόλη Γόρδιο, η πόλη του Κολοφώνα με το Κλάριο Μαντείο, η Κύπρος, η Ολυμπία, ο ποταμός Ινωπός και η σχέση του με το Νείλο.

Προσπάθεια για την προσέγγιση, αποκρυπτογράφηση και ανάλυση του θησαυρού των Σιφνίων Ασπασία Παπαδοπεράκη

Από τη Γιγαντομαχία της βόρειας ζωφόρου του Θησαυρού των Σιφνίων. Η συγγραφέας, γλύπτρια η ίδια, αποκαλύπτει την αριθμητική τάξη που διέπει τις μετρήσεις του κτιρίου, της ζωφόρου και των αναλογιών της. Καλυμμένη από τα σχήματα και την πλαστικότητα, η τάξη δημιουργεί μιαν αόριστη μουσικότητα. Με οδηγό τη χρυσή τομή της μονάδας του καννάβου γράφεται η πυκνότητα της σύνθεσης, ενώ οι κάθετες γράφουν τη γραμμή της σύνθεσης και το ρυθμό. Δύο γλύπτες έχουν δουλέψει στη ζωφόρο. Ο ένας που ήταν και ο αρχιτέκτονας ήταν ιωνικής καταγωγής και μάλλον όρισε και τις χαράξεις (καννάβους) σε όλες τις πλευρές της ζωφόρου. Ο δεύτερος γλύπτης προσάρμοσε με προσωπικό τρόπο τη σύνθεσή του. Αναλύονται διεξοδικά δύο θέματα: α) τα τέσσερα άλογα των Ελλήνων, δεξιά της ανατολικής ζωφόρου και β) η γιγαντομαχία της βόρειας ζωφόρου με τον Κάνθαρο-γίγαντα.

Εικόνα του Γεωργίου Kλόντζα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας: η ναυμαχία της Ναυπάκτου Μαρία Βασιλάκη

H ναυμαχία της Ναυπάκτου του Γεωργίου Κλόντζα (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας) Η ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) είναι το κεντρικό θέμα της εικόνας. Στη «μάχη των Εχινάδων», όπως την ονομάζει επιγραφή σε βενετοκρητική διάλεκτο, τα σημαιοστολισμένα πλοία του Ιερού Συνασπισμού και των Τούρκων πλαισιώνουν τη σφοδρή σύγκρουση. Στην ξηρά διακρίνεται ο ισπανός αρχιστράτηγος Don Juan de Asturia. Την παράσταση στεφανώνει ζώνη με έξι αγίους: άγιος Μάρκος, άγιος Νικόλαος, προφήτης Συμεών, άγιος Σπυρίδων και οι άγιοι Γεώργιος και Δημήτριος. Η ναυμαχία απαθανατίστηκε σε τρεις ακόμη κρητικές εικόνες και σε μικρογραφημένο χειρόγραφο της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης που εικονογράφησε ο κρητικός Κλόντζας. Η εικόνα, εφόσον είναι δικό του έργο, χρονολογείται ανάμεσα στο 1571 και 1608.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Αρχαία ελληνιστική πόλη στον Ξερόκαμπο. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Ανακαλύφθηκε στο Παπίκιο όρος της Ροδόπης μοναστηριακό συγκρότημα και εκκλησία του 1083 – Ναός της Αθηνάς του 7ου αι. π.Χ. αποκαλύφθηκε στην ακρόπολη Κουκουναριές της Πάρου – Ασύλητο προμινωικό νεκροταφείο με λαξευτούς τάφους κυκλαδίτικου τύπου βρέθηκε στη Σητεία Κρήτης – Η Τράπεζα της Ελλάδας ανεβάζει τα επιτόκια δανείων για επισκευές παραδοσιακών κτιρίων

Εκθέσεις

Το Μουσείο Μπενάκη οργάνωσε την έκθεση «Αθήνα 1839-1900. Φωτογραφικές Μαρτυρίες»

Βιβλία

Μανόλης Ανδρόνικος, Βεργίνα οι βασιλικοί τάφοι, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1984 – Πετροχείλου Άννα, Τα σπήλαια της Ελλάδας, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1984 – Hélène Monsacré, Les larmes d’Achille, Albin Michel, Paris 1984 – Claude Mossé, La Grèce archaique, d’ Homère à Eschyle, Le Seuil, Paris 1984 – Emily Vermeule, Ελλάς η εποχή του χαλκού, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1983 – I.F. Sanders, Roman Crete, Aris and Phillips Led, Warminster 1982

Νεοελληνικές βαρβαρότητες

Πολλά μέλη του διδακτικού-ερευνητικού προσωπικού της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων καταγγέλλουν τη μη εφαρμογή του Αρχαιολογικού Νόμου από υπηρεσίες της Άρτας και την παράλληλη παροχή οικοδομικών αδειών από την Πολεοδομία της ίδιας πόλης, με αποτέλεσμα να έχουν αρχίσει οικοδομικές εργασίες στο χώρο της αρχαίας Αμβρακίας

English summaries: New theories οη the sanctity of Delos in antiquity Alexandros G. Alexiou

We all know from history that the rocky island of Delos has always been a sacred site of religious reverence and homage in spite of its minute size. Also that the state of Athens tried for centuries to possess it employing even illicit means from a political and humanitarian point of view. The reverence for this small island was such that all the other islands lying close to it were named Cyclads due to their circular arrangement around Delos, the holy nuclear. Delos as a place of worship was venerated long before Delphi and Olympia. Αll ancient writers ascribe the veneration and sancity of Delos to the holy myth according to which not only Artemis but mainly her brother Αροllο were born there. Of course, this theory has always been an enigma since nο other birthplace of any Greek god, Zeus included, has ever been considered as sacred as Delos. If we also take into consideration that other peoples Iike Egyptians, Persians, Phoenicians, Jews, Romans, etc.,regarded Delos as a most sacred place the enigma becomes even more complex due to the international so to speak reverence in which the island was held. Το answer this enigma one has to search and discover the real reason for the sanctity of the Aegean island, beyond the myth of Αροllο. Our answer-theory is the natural conclusion of twenty years research οn the Pyramid of Cheops and derives from the very close geodetic relations connecting two objects so different and far apart from each other. Delos, a natural geographic point, and the Pyramid of Cheops, an artificial, human creation that was chosen to be built οn a specific site considered by the ancient Egyptians as the omphalos of the world.

Excavations in the Greek sector of Capernaum Catherine Asdracha

The most interesting excavation in the “Greek sector” of the ancient city of Capernaum was carried out last summer by the Israeli Department of Antiquities and Museums. The excavation was under the auspices of the Greek Orthodox Patriarchate of Jerusalem and was directed by Vasilios Tzaferis, a Greek in origin. In the excavation also participated and contributed financially approximately forty students and professors of the universities of Notre Dame, of Indiana, Missuri State University and Averett College of Virginia, U.S.A. The project focused on the excavation of a new area, extending over one and a half acres, between the walls of the Franciscan sector and the shore of the Τiberias sea. The surνey was limited to four trenches where traces of a public building (bath?) and of a water supply and drain system started to appear. The shards found so far belong to the Roman, Byzantine and Arabic period. The excavation is to be continued this coming summer and its pursuit is quite ambitious; the formation and functions of the posterior city to be completed and elucidated, the church of St. John the Theologian, known from christian itineraries, that replaced the oId sanctuary of St. Peter's dwellings after the Arabic conquest, to be located and brought to light.

Attic caves dedicated to the god Pan Chari Deligiorgi -Alexopoulou

Caves and natural sanctuaries dedicated to Pan, a deity of nature, are located far from urban sanctuaries. 1. The Oenoe Β cave, Marathon, Attica, consists of ten halls overloaded with stalactitic and stalagmitic material. The archaeologic finds belong to the Prehistoric, Classic, Roman and Byzantine period. 2. The cave located in the 5-Ω side of Parnis mountain is called "Pan's cavern" or "cavern of the lamps" due to the multitude of lamps found in it. lt consists of two halls that have produced a significant number of inscriptions, dedicatory reliefs, etc. 3. The cave of Pan on the NW slope of the Acropolis hill is adjacent to three major ones dedicated to Αροllο. It was assigned to the cult of Pan after the Marathon battle in 490 BC. 4. The cave "Nymphaeon", on Mount Penteli is small but important since two singificant dedicatory reliefs were found there. The one, dating back to 350 BC, has a representantion of Pan, the Nymphs, Hermes and of three quarry men, the dedicators. The other, dating forty years later than the first, exhibits a scene taking place in a cave. 5. The cave of Pan at Daphni, Attica is located close to the Byzantine monastery. The arcaeological finds are not important but serνe as terminus for its dating: the cult performed in the cave ranges from the Prehistoric period to the end of the 5th century BC. 6. The cave "Nympholiptou" at Vari, Attica is located high οn Hymittos mountain. The finds date from the 6th to the 2nd century BC, although the coins of 307-408 ΑD found in it indicate a resumption of use after a gap of four to five centuries. 7. The cave of Megara, yet virtually unexcavated, has produced a few surνey finds, which date to the classic era.

The sacred caves of Crete Paul Faure

It is just one hundred years ago that archaeologists and antiquities hunters started searching the ground of the Cretan caνes, but it was only in 1982 that professor J. Sakellarakis began the scientific excavation of the caνe in which Zeus-Jupiter, the major god of the Greek and Latin pantheon was born, brought up, got married and died. The speleologists in Crete haνe documented oνer 3.300 carstic forms and among them fifty caνes of cult worship and two hundred and sixty rock shelters with Christian chapels. Three caνes are discussed here. The cave of Hagia Paraskeνi at Skoteino, an authentic labyrinth of Ariadne, Theseus and the Minotaurus. The cave Mavri at Kamares, close to Phaestos and the cave of Arkouda, close to Chania. dedicated to the Nymph Cynosoura and later to Artemis. The importance and effect of the cults performed in the forementioned caves of classical mythology and of the Greek world in general are underlined in this article.

Τhe cave of Vythakas at Dyros, Mani. Α promising case study Κostas Merdenesianos

The caνe Vythakas is located at Pyrgos Dyrou in the western Mani, Peloponnese. The entrance of the caνe is a gorge fiνe metres deep and four to fiνe metres wide. The bottom of this small gorge is coνered by huge stones, earth and further transferred material that forms a hillock two to three metres high. Thus, the real depth of the gorge, when going down, is diminished from seνen to fiνe meters, approximately. Immediately after one has descended one stands in front of two sloping corridors leading in opposite directions, going NW and south, respectiνely. The south corridor giνes access to the main caνe, where the following objects haνe been surνeyed and photographed: _ Shards of νarious sizes. _ Bronze coins (diametre 1 cm.) that due to their heaνy oxidation did not exhibit any indication of origin. _ Metal arrow-heads. _ Bone rings, probably from a necklace. _ Bone fragments located in νarious spots but mainly in the lower leνel of the caνe. Α stone wall of yet unknown date and function was discoνered and photographed.

Deciphering and analysis of the Siphnian Treasure Aspasia Papadoperaki

The article deals with the deciphering of the original decorative "writing" of the Siphnian Treasure that was created by the architect and the sculptor - probably an architect-sculptor of the monument, who was responsible for the initial lay out of a complete and unified decorative scheme. The author reaches the conclusion that the free representation of the subjects in the zophoros was deliberately disciplined in the eternal order of geometry and mathematics. Thus, an imaginary net of harmonic lines is created that covers the entire zophoros and contributes tο the thematologic and aesthetic analysis of the animated frieze. Furthermore, the elevation of the building itseIf follows the same ratios and order prevailing in the zophoros.

Τhe major Greek caves and the way they were explored Anna Petrocheilou

Foreign travellers were the first to explore Greek caves in modern years. Only in 1950 the Greek Speleologic Society was founded due to the initiative of Yannis Petrocheilos. Since then the systematic research and study of the caves began both for scientific and touristic purposes. In Greece, where approximately 7.600 caves have been recorded, only one hundred are significant, since they present a special interest for tourism, archaeology, anthropology, palaeontology, biology, etc. The following caves have already been touristically promoted: Perama and Anemotrypa in the area of Ioannina, Epirus, Glyphada and Alepotrypa in Laconia, Droggorati and Melissani in Cephallonia Island, Hagios Georgios in Κilkis, Kokkines Petres in Petralona, Chalkidiki and Koutouki in Paeania, Attica, while others are now being promoted. Only a few caves present normal exploration conditions. The access to horizontal caves is often difficult for various reasons such as voluminous and dense decoration, narrow and low passes, etc. The exploration of precipices requires special outfit and equipment thus precipices with remarkable vertical depth, like Epos (437 m.) or Provatina (405 m.) have been conquered. Another difficult problem that the speleologists face are underground rivers. Prerequisites for their exploration are plastic air pumped boats and often a frog-man's attire. Ιn cave exploration the size of the unknown area cannot be anticipated for the time neccessary for its exploration therefore the speleologist must have great physical strength and resistance. Proper equipment also plays an important role in his pursuit. An outfit of durable material, a head protecting cap, waterproof boots and gloves, an electric head lamρ, a candle and a lighter for the detection of carbon dioxide and a handy first-aid kit. More specifically for the exploration of horizontal caves one needs a compass, a meter, notebooks and pens, a cord for depth measurements and a flash equipped camera; for precipices οne has to add special ropes, metallic stairs, rock nails, etc., while for under-ground rivers one must have a plastic boat, a pump, a frogman's attire, etc.

Paleoanthropologic research οn the site «Apidima», mesa (inner) Mani II Theodoros Pitsios

Ιn September 1978 traces of paleolithic inhabitation and petrified human bones were located in a small cave by the sea west of Areopolis. Α series of scientific processes took place for the study of these finds. Detachment of the cranial bones, survey of relevant data, graphic representation, photography, measuring in situ and geologic observations. Certain other observations were also made concerning the effect of the Pleistocene fluctuations of the Mediterranean on the topographic-­geomorphologic conditions of the cave, the adjacent area and the major geographic space of the finds. The systematic research and survey of the cave materialized in the last two years due to the support and collaboration of the Ephoria of Paleoanthropology and Speleology of the Ministry of Culture and Science. Tentative excavations were tried on four different levels and all of them produced a significant number of stone and bone tools, numerous paleontological finds, traces of fire and food remnants (deer and wild goats, bones of smaller animals as well as fragments of sea shells). Paleolithic burial. The middle finger of a hand from a female skeleton was the first find, located at a small depth at the present entrance to the hollow area Γ. Almost the entire female skeleton lay half a meter apart and forty to fifty centimeters deeper than the ground surface. The scattered finger bones as well as the absence of various small bones may be due to animal activities. The dead had been laid vertically to the axis of the hollow,lay οn the east side and faced the outer area of the cave. The legs had the knees strongly folded and the upper part of the torso was leaning downwards. The skeleton indicated a robust. fully grown-up human of twenty to twenty five years of age. The formation of pelvis determined the sex of the dead who was spontaneously named "Kanella" by the excavating team. The anatomic arrangement of the skeleton, the burial site and the enviroment conditions leave nο doubt that the dead was burried according to a certain ritual. Shoulders and head had been overlaid οn a slab measuring 42x34x10 cms. Α disk shaped stone, of 25 cms diameter and 5 cms thickness was placed in front of the skeleton. Seven stone tools were arranged under the slab, that may be considered as personal belongings of the dead, along with an intact fawn's calf probably indicating a food offering. The essential absence of the skull - only three small fragmengs of the lower jaw and seven independent teeth were found - was a striking peculiarity. The dating. We consider necessary the employment of geophisic methods of absolute dating for the chronology of the finds. Relevant experiments have been made by G. Maniatis, G. Lyritzis and Ν. Andronikos under the ESR method οn stalagmitic and bone samples from Apidima without, however, final conclusions. Α chronologic approach to the finds was also employed utilizing the known retrogressive movements of the Mediterranean, caused by the climatic alternation of warm and cold Pleistocene periods. The Mediterranean offers an ideal example for the study of sea flunctuations since its daily tide remains under the thirty cms. Thus, the traces left by older sea levels οn the formation of coastal areas have often been used for dating coastal paleolithic sites and for the formation of chronologic systems; these systems can be also applied to mainland paleolithic sites as regards their dating.

Caves as birthplaces and places of death Pepi Rigopoulou

Ιn Byzantine iconography the Cave, a characteristic feature of the Nativity scene, is employed in various representations as in the Flight intο Egypt, the Crucifixion and in a series of scenes with certain saints, ascetes and martyrs. The wide repertoire in which the Cave appears obliges the scholar to determine the pictorial features οf the Cave and their symbolism. Therefore, this article demonstrates the basis of the Byzantine representations on the relevant literature and the deep relation among these various scenes in which the Cave is included. A place where light and darkness, life and death coexist, as well as a place οf initiation, the Cave imbues with its dual meaning each image in which it appears. Thus, in the Nativity its dark background prophesies the entrance οf the Child into the painful existence that will eventually lead tο death: while in the Crucifixion the Cave supports the Cross and functions as a promise οf Resurrection of not only Christ but also of the fallen Adam. This function οf the Cave corresponds to the sphere οf ancient myth, of Ritual and drama as well as tο philosophy. The Cave, being a place οf love, birth, imminent danger and death for the Child is transformed in Plato's Politeia into the symbol οΙ soul's imprisonment, which to the philosopher is nothing more than the world οf phenomena. Christian iconography inherits all these elements and subordinates them intο a new perspective. Thus, the Cave for the Byzantine painter or hymnograph becomes the place where both the real and the symbolic Revelation take part. The place οf liberation from the powers οΙ Darkness and Death. The Exodus from the Cave is now feasible.

Exploration of caves Petros Romanas

The systematic and thorough exploration of caves started in the second half of the 19th century. The work of speleologists is usually harsh, hard and risky. During the last two decades the exploration of complex and extensive caves has been facilitated due to the employment of modern technology by highly qualified and trained speleologists, experts in climbing, underwater cave-diving etc.

New research in the Idaion Andron John A. Sakellarakis

The Idaion Andron is the most important cave of antiquity due to its relationship to myths concerning the birth and life of Zeus. It was discovered one hundred years ago and still stands as a challenge to archaeological study. Therefore, the new research that started in 1982 is equally important as the first excavation of 1885 that produced celebrated pieces of art. The significance of the recent excavation lies in the fact that through its finds the history of the Idaion Andron can for the first time be reconstructed from the earlier to the later phase of antiquity. It can be proved by now that the famous cave was first used in the late Neolithic period and that it remained in use throughout the Bronze Age, both in the early and in the middle Minoan period. Α cult is verified in the late Minoan period, probably the cult of the Minoan annually born god of vegetation and growth, whose successor in the Mycenean era is Zeus in the form of the so-called "Κρητογενής» (= born in Crete) Zeus. This cult lasted for centuries and reached its apogee in the Geometric and early Archaic years as can be proved by a multitude of precious offerings. The finds of the last excavational phase, man-made objects or utensils, (imports in many cases from various areas of the eastern Mediterranean) are not only interesting for their contribution to the history of art but they are also significant for revealing the ritual of the cult which, at least in certain periods, appears exceptionaIIy dynamic. The new exploration of the mountain of Ida (Psiloritis) was not limited only to the cave but it also covered the central volume of the mountain, where many ancient sites were identified. Α huge Minoan edifice was partly discovered on one of those sites called Zominthos. Furthermore, the exploration of the cave itself was not confined to historic and archaeolgical study, but expanded into many branches of physical science in spite of the innate difficulties and negative conditions of such a remote, mountainous place.

Caves and their use in Euboea and Greece in general Adamantios Sampson

Euboea offers a great number of interesting caves. Almost two hundred of them have been recorded. Only half of this number have been however explored, while only twenty-six display evidence of inhabitation during prehistoric and historic times. Euboean caves and those on Greek territory in general, are examined here in a chronological order. During the Paleolithic age the inhabitation of caves is a rare phenomenon with the exception of NW Greece. This is probably due to the considerable tectonic quality of the Greek area that causes either the collapse or the radical change of cave formations. The early Neolithic period also appears rarely in Greek caves. Only two Euboean caves offer relevant traces indicating that they were used for burials rather than for habitation. During the late Neolithic phase the human presence becomes frequent and, as is also the case with the next phase, it is the result of settlement during summer time, a practice continued until today by the Sarakatsanoi of Pindos mountain range. The late Neolithic coincides with the cave period and in Euboea the inhabitation of caves prevails while the finds dating from the Bronze age are rare or absent. Ιn the Historic era caves become burial or worship sites or are used for handicraft activities. As regards the use of caves it is difficult to propose that they were used as permanent habitations during the Neolithic period, since at that time man could settle in outdoors sites. Most probably in these years caves act as temporary settlements, not excluding burial use. Nevertheless, throughout the ages caves come into use as stables and provide shelter against weather calamities or hostile invasions. Caves were also employed, from antiquity until one hundred years ago, for the encavement of babies or sick children and for the quarantine of people suffering from contagious or mortal diseases. Furthermore, since from the Bronze age on a religious quality had been attributed to caves, they were used for cult activities especially in Crete. Finally their use for handicraft activities is quite rare and is only apparent in a cave in Euboea.

Rock sheltered churches and churches in caverns Theodoros Skouras

This article deals with an almost unknown group of Christian monuments, churches, that is, housed in caves. The reasons for their creation are explained as well as the way of their construction and the traditional inclinations and mentality of their builders. Three such churches are described. The rock sheltered church of St. Christodoulos in the Limni of Euboea, dating back to 1102 ΑD and that of St. Nicolas in Skyros Island, dating before 1806 AD. The cavernous church of St. Athanasios the Athonite in Skyros, that dates back to 1602, is also presented.

Kaiadas Petros Themelis

We still lack concrete evidence for the identification of the abysmal cave of Kaiadas known through literary sources (cf. Pausanias IV 18. 4-7) and vaguely situated in the area around Sparta. Local tradition locates it either among the ravines in the area of Mystras close to the village of Parori or on the gorges of Mt. Taygetos at the village of Trypi. In the latter place, the existing pit goes by the name of Kaiadas even today, after which a modern hotel was named, built close to the cave by the south side of the main road Sparta-Kalamata. Α journalist who happened to pass by was informed by the owner of the hotel about the presence of the pit hole and the existence of great masses of bones in it. The journalist managed to climb down into the hole with the help of local authorities and to take some excellent colour pictures of the interior, which were shown to me after her return to Athens. Impressed by the quantity of the bones, which seemed to be exclusively human and by the fact that they were arranged in successive, almost stratified layers, we decided to organize an exploration team with the participation of Ε. Kampouroglou, geologist, Th. Pitsios, anthropologist and J. Ioannou, speleologist, all of them possessing adequate experience in cave research. Their aim was to carry out a preliminary investigation of the pit hole known as Kaiadas and thus to help us to decide upon the value of the first information brought forward by the journalist. The geological as well as the anthropolological reports of the aforementioned specialists, in relation to the historical and the literary evidence lead us to the tentative conclusion that the pit hole of Trypi is actually the Kaiadas of antiquity, used by the Spartans mainly during the period of the Messenian wars (8th-5th centuries BC) to hurl down into it the Messenian captives as weII as criminals sentenced to death , the sacrilegious and traitors to the country. Excavation is of course urgently needed to support ουr tentatively proposed identification and to offer us a relative date for the layers of the skeletal material. We have reason to believe that excavation will bring to light archaeological material as well, since it is already reported that pottery fragments (mostly lamps) and iron chain rings have been found by locals among the bones. Α recent accidental find from the pit hole of Kaiadas, the fragment of a human (?) skull with a bronze arrow-head thrust into it makes further investigation and systematic excavational research, despite the difficulties, a very promising enterprise and worth undertaking.

The cave at Pitsa Konstantinos L. Zachos

The excavations of 1934 in a cave near the village Pitsa, Corinthia, Peloponnese, directed by Μ. Mitsos and Α. Orlandos, brought to light important archaeological finds that date from the 7th century BC down to the Roman period. Among these finds most worth mentioning are numerous terracotta figurines (mainly of females), vases, bronze objects and two wooden statuettes. However, the most significant find were the four colour paintings of the 6th century BC. The Nymphs, protectors of pregnant women, as well as the god Dionysus were worshipped in the cave as can be concluded on the basis of the satyr idols produced by the excavations.

The cave of Ellinokamara at Kasos John P. Sakellarakis

The cave of Ellinokamara οn the Island of Kasos in the Dodecanese has been νisited in the course of time by travellers and archaeologists who have provided us with detailed descriptions and sketches both of the interior and of the exterior of the cave. The first sketch we have was made by L. Ross in 1843 while passing through Kasos during his travels in the Aegean archipelago. The detailed report and plan of the cave made by G. Susini is of a much later date. It gives a thorough description of masons' marks made in the Linear Α and Β writing, also of the Greek alphabet found οn blocks embodied in the cave entrance wall or scattered about the cave itself. Furthermore it recorded various shards given to Susini by locals, presumably originating from the cave, that unfortunately have perished. Ιn the 1960s R. Hope Simpson and J.J. Lazenby visited twice the cave and made a sketch of the entrance and a ground plan of the cave. Ιn 1982 the Ephorate of Paleoanthropology and Speleology sent a team to the site that made a detailed plan of the entrance wall and a ground plan. They also took relevant photographs. Susini has dated the entrance wall to the second half of the 5th century BC, regardless of the marks made by masons that he had recorded. Hope Simpson and Lazenby have dated it to the Classical times. Although we recognize the difficulty in dating the construction we cannot, of course, base ουr assumptions solely οn the manner the wall was built, since similar constructions existed during the Minoan l Mycenaean period and even later. We must also take into account the linear Α and Β pictograms seen and sketched by Susini. The Ephoria is planning for 1985 the digging of trial trenches in the cave, that is considered to be a place of worship probably of the Minoan l Mycenean era and in continuous use down to Classical times.

The Department of Paleoanthropology and Speleology. ( How it was founded and its legal status and purpose) Petros Themelis

When the department of paleoanthropology and speleology was founded in 1977, caves became included in the category of monuments so now any find coming from a cave is considered to be an archaeological find. The author of the article grasps the opportunity to point out what until now is wrong with the department. It seems, as he writes, that paleontological finds that lie in the open, remain unprotected by any law. As a result of this, places such as Pikermi have been turned into rubbish dumps. University digs are still regulated it seems by a law originating from 1936 whereby a foreign excavator is allowed to keep six items out of every kind of find. At universities, geophysics in archaeology is not taught as a science and there is no such thing as a museum of anthropology. The ministry of culture and sciences seems to have confused Archaeometry with Restoration. Apart from the exploration and protection of caves and paleoantropological sites the department’s goal is: a) to assist local departments of archaeology, b) to coordinate research, and cooperate with the tourist board (EOT), ministries and the private sector, c) to promote development of local districts in collaboration with local administration , and to promote the speleological wealth that exists in the country. The excavation of caves is a special matter under consideration, seeing that in caves there are to be found undisturbed layers of deposits and soil that offer important stratigraphic evidence for the study of prehistoric times mainly. This undisturbed sediment and soil to be found in the closed areas of caves is of tremendous advantage to research and led to the adoption of a special technique of excavation.

Archaeogeology Despina Penna, Miranda Hadzioti

The Department ( Ephorate ) of Paleoanthropology-Speleology is the proper institution to undertake the archaeological investigation of open spaces. What is understood by the general terms of “archaeogeology” or “geoarchaeology” is the close connection of history and archaeology with other disciplines having to do with the natural environment, more specifically those disciplines that have to do with the tetartogenous era. In organizing this office, the following archives should be assembled: a) all direct or indirect literary accounts having to do with topography, climate, geomorphology, hydrographic networks and so on, b) maps (whether topographic, geological, hydrographic, or maps of drainage, also photographs taken from the air, and c) related information coming from publications of former excavations.

The organization and staffing of the Department (Ephorate) of Paleoanthropology and Speleology Constantinos L. Zachos

The Department of Paleoanthropology and Speleology needs room for the following activities: an anthropology lab and storage space, geological lab and space for assembly of fossils, labs for biology, ethnobotanology, for the study of ground stone tools, a lab for zooarchaeology, space for assembly of fossils from caves, a caves archive, a lab for restoration of antiquities and a library. In this article the number of staff that ought to be employed by the Department is given, according to what field each employee specializes in. The Department’s work would include inquests on the field and intervention for the preservation of caves. The Department would supervise excavations taken on by local ephorates and by foreign schools of archaeology and would work together with the Greek tourist board (EOT). The author of the article points out that the touristic development of caves can be disastrous unless the necessary specifications are kept.

The Korikio cave Pierre Amandry

On mount Parnassus at a height of 1360 metres, this cave was dedicated to the worship of Pan and the Nymphs and was probably the first religious centre to exist in the region around Delphi. Humans seem to have been present in the cave from Paleolithic times. There are more finds belonging to the 6th century on, such as vases, clay idols and busts, rings and knuckle-bones. By Roman times, the cave’s fame as a place of worship seems to have faded. Other finds are clay statuettes of Pan, a picture in relief of the nymphs driven by Hermes, statuettes of women. What however were all the knuckle-bones found in the cave used for? Were they children’s games or instruments of divination? Perhaps before the worship of Pythia at Delphi there was an oracle at the Korikio cave.

Τεύχος 16, Αύγουστος 1985 No. of pages: 98
Κύριο Θέμα: Μουσείο: μοντέρνο ή και δημοκρατικό Αντρέας Ιωαννίδης

Το σύνθημα «Η τέχνη ανοίγει τα μάτια» συνδυάζεται με τη διαφορά στο μάτι και στη ματιά. Μετά τον Διαφωτισμό και τον «ορθολογισμό» του 19ου αιώνα, η δυτική κοινωνία βιώνει το διχασμό ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα. Το βίωμα αντανακλά και στα μουσεία. Σε όσα μουσεία όμως δεν έχουν ακόμη απαρνηθεί την ιστορία τους, η κρίση επιδεινώνεται. Στον αντίποδα βρίσκεται το μοντέρνο μουσείο που προβάλλει την εκπαιδευτική του λειτουργία. Ντυμένο με πληροφορίες, το αντικείμενο γίνεται αντιληπτό ως μέρος ενός ευρύτερου συνόλου. Ο δημοκρατικός προβληματισμός θεωρεί την τεκμηρίωση των αντικειμένων αυτονόητη. Επικεντρώνεται επομένως στην ιδέα ότι τόσο το ίδιο το αντικείμενο όσο και η πρόσληψή του είναι προϊόντα ιστορικής διαδικασίας. Η πληρέστερη πληροφόρηση για το αντικείμενο πηγάζει από τρεις κατευθύνσεις: την αισθητική, την ψυχολογική και την κοινωνιολογική. Υπενθυμίζεται ότι ρόλος του μουσείου είναι να εξηγεί, όχι να αξιολογεί. Η αξιολόγηση πολιτισμών, κατάλοιπο της αποικιοκρατίας, εξαφάνισε πολλούς πολιτισμούς που διέφεραν από τον δυτικό. Η εξοικείωση με τη διαφορετικότητα και ο σεβασμός της είναι από τους σημαντικότερους προορισμούς ενός μουσείου.

Πρόγραμμα για τα παιδιά της Δ΄ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Μαρίζα Ντεκάστρο

Τα παιδιά έφτιαξαν πήλινα αντίγραφα από κυκλαδίτικα ειδώλια. Στο πρόγραμμα, που λειτούργησε τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 1984, οι μαθητές ξεναγήθηκαν σε μικρή έκθεση φωτογραφιών, ταξίδεψαν με τη φαντασία τους στην κυκλαδίτικη καθημερινότητα του 3000 π.Χ., παρακολούθησαν την εκπαιδευτική ταινία «Κυκλάδες: Τέχνη και Πολιτισμός, Παρελθόν και Παρόν», έφτιαξαν πήλινα αντίγραφα και έγραψαν συλλογικά κείμενα. Στην ενότητα του θηραϊκού πολιτισμού τα παιδιά έμαθαν για το ηφαίστειο από τη διήγηση (1707-1708) του γάλλου περιηγητή πατέρα Tarillon και από το μυθιστόρημα για παιδιά της Ν. Τζώρτζωγλου. Η μελέτη ολοκληρώθηκε με την ταινία «Σαντορίνη 1500 π.Χ.». Επιστέγασμα των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων ήταν η επίσκεψη στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στις αίθουσες Κυκλάδων και Θήρας, όπου οργανώθηκε εκπαιδευτικό παιχνίδι-άσκηση παρατηρητικότητας και γνώσεων.

Τι είναι μουσείο Φωτεινή Οικονομίδου-Μπότσιου, Ελένη Τρακοσοπούλου-Σαλακίδου και άλλοι

Η φορεσιά του Δρυμού, νομού Θεσσαλονίκης. Ο σύλλογος του ΥΠΠΕ στη Βόρεια Ελλάδα οργάνωσε το πρώτο πειραματικό πρόγραμμα μαθημάτων με θέμα «Τι είναι το μουσείο;» για τα παιδιά της Ε΄ τάξης του 4ου Δημοτικού Σχολείου Πολίχνης στη Θεσσαλονίκη. Συνεργάστηκαν αρχαιολόγοι από το Αρχαιολογικό Μουσείο και την 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, μία συντηρήτρια και, τέλος, οι δύο υπεύθυνες του Προγράμματος, ερευνήτριες από το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας και μέλη της Εκπαιδευτικής Επιτροπής του ICOM. Οι συντελεστές εκθέτουν αναλυτικά το σκεπτικό που οδήγησε στην απόφασή τους να «πάει» πρώτα το μουσείο στο σχολείο. Στις εννέα μεταξύ τους συναντήσεις συζητήθηκαν: ο ρόλος του μουσείου και η σχέση του με την Ιστορία, τι είναι ένα προϊστορικό / κλασικό / βυζαντινό / λαογραφικό μουσείο και πώς πρέπει να είναι το καθένα από αυτά, η σπουδαιότητα των ανασκαφών και της επιτόπιας έρευνας, η συντήρηση. Οι μαθητές, που δεν είχαν ποτέ πάει σε μουσείο, επισκέφθηκαν το Αρχαιολογικό και το Λαογραφικό. Ελλείψει Βυζαντινού, ξεναγήθηκαν στον Άγιο Δημήτριο, την Αγία Σοφία και τον Άγιο Νικόλαο Ορφανό.

Εκπαιδευτικά προγράμματα του Mουσείου Mπενάκη Αιμιλία Γερουλάνου

Εκπαιδευτικός φάκελος με ερωτήσεις σχετικές με τα εκθέματα του Μουσείου. Το Μουσείο Μπενάκη ξεκίνησε να πειραματίζεται με εκπαιδευτικά προγράμματα το 1979. Το πρώτο του πρόγραμμα απευθυνόταν σε παιδιά 7-12 χρονών, λειτούργησε για 20 μέρες γύρω στα Χριστούγεννα στις αίθουσες Λαϊκής Τέχνης. Εξακόσια παιδιά έλαβαν μέρος, ενώ πολύτιμη ήταν η βοήθεια του Σώματος Ελλήνων Οδηγών. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και, στη συνέχεια, το παιχνίδι προσαρμόστηκε και παίχτηκε από 5.400 Οδηγούς σε 75 πόλεις. Για τα προγράμματα αυτά ετοιμάστηκαν τρία βιβλιαράκια με 40 περίπου διαφάνειες. Το Μουσείο προχώρησε επίσης σε μια σειρά εκδόσεων: Χρωματίζω τις κάρτες μου, Μουσείο Μπενάκη, Λαϊκή Τέχνη της Μαρίας Κυνηγού-Φλάμπουρα (1980), Σχέδια του Σταμάτη Ζάννου για χαρτοκολλητική (1983), οι τρεις τόμοι για τα Κεντήματα της Αμαλίας Μεγαπάνου. Σε λίγα αντίτυπα κυκλοφόρησε πλακάκι με σχέδιο Ιζνίκ για να χρωματιστεί με χρώματα σμάλτου. Η ναυαρχίδα του Μιαούλη «Άρης» έγινε παζλ με 500 κομμάτια. Για την υποδοχή των μαθητών έχουν οργανωθεί σήμερα τρία προγράμματα. Τα δύο απευθύνονται σε παιδιά του Δημοτικού και κινούνται στο τμήμα της Λαϊκής Τέχνης. Το τρίτο, για το Γυμνάσιο, κινείται στη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή συλλογή.

Θεατρικό Μουσείο Πάνου Αραβαντινού Ευδοκία Παπουλή-Δημητροπούλου

Σχέδιο για κοστούμι της «Αλεπούς» του Στραβίνσκι. Στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά (τέλος 19ου αιώνα) στεγάζεται το μουσείο Πάνου Αραβαντινού. Οι μαθητές ξεναγούνται στα άδυτα του θεάτρου, βλέπουν κοστούμια από όπερες, οπερέτες, μπαλέτα και τρισδιάστατες σκηνογραφικές μακέτες. Με την ενθάρρυνση του προσωπικού και με τα υποδείγματα των φακέλων του Π. Αραβαντινού, πολλά παιδιά σκηνογράφησαν και ανέβασαν θεατρικά έργα. Το άρθρο παρέχει πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του μεγάλου σκηνογράφου που γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1886 και πέθανε στο Παρίσι το 1930. Ο Αραβαντινός σπούδασε στην Αθήνα και το Βερολίνο. Στους Βαλκανικούς πολέμους σχεδίασε τις στολές του Ελληνικού Στρατού. Από το 1912-1916 σκηνογράφησε στην Αθήνα και τον Πειραιά έργα του Σαμάρα, του Καλομοίρη και την επιθεώρηση «Ξιφίρ-Φαλέρ». Από το 1917 εργάστηκε στο Βασιλικό Θέατρο του Βερολίνου σκηνογραφώντας πάνω από 100 μουσικά έργα, κυρίως του Βάγκνερ. Σκηνογράφησε όμως και για όπερες άλλων ευρωπαϊκών πόλεων. Ο Αϊνστάιν φέρεται να είπε πως ξαναείδε το ίδιο έργο μόνο για τις σκηνικές εικόνες του Αραβαντινού. Ο Αραβαντινός ασχολήθηκε και με την εικονογράφηση βιβλίων, με την αφίσα και τη γελοιογραφία. Η μεγαλύτερη συλλογή έργων του (1300) στεγάζεται στο φερώνυμο μουσείο.

Τα ιστορικά μουσεία: Η «Νέα Ιστορία» και ο αντίκτυπός της σ’ αυτά Μαρία Καμπούρη-Βαμβούκου

Η πλατεία des Vosges στους γάμους του Λουδοβίκου ΧΙΙΙ με την Άννα της Αυστρίας. Ζωγραφική σε ξύλο, αρχές 17ου αι. Είναι ο πιο πλατύς και πολυσχιδής κλάδος του δέντρου της μουσειολογίας, ισχυρίζεται ο γάλλος μουσειολόγος G.H. Rivière. Ο W. Herbst, θεωρητικός ειδικευμένος στα μουσεία γενικής ιστορίας, θέτει τρεις προϋποθέσεις: α) τη χρήση της ιστορικής επιστήμης, β) τη συλλογή και σπουδή των αντικειμένων, γ) την αισθητική και εκπαιδευτική τους παρουσίαση. Το ιστορικό μουσείο ακολουθεί τις ίδιες θεωρητικές και μεθοδολογικές κατευθύνσεις με την επιστήμη της ιστορίας. Περισσότερο από κάθε άλλο μουσείο, το μουσείο ιστορίας είναι πολιτικό. Όπως παρατηρεί ο Braudel, «η ιστορία είναι κόρη του καιρού της». Είναι ο λόγος που τα μουσεία αυτά απαιτούν διεπιστημονική προσέγγιση και συνεργασία. Διακρίνουμε μουσεία αφιερωμένα στην ιστορία των εθνών και άλλα στην ιστορία πόλεων ή ευρύτερων περιοχών. Η ιστορία των εθνών εκπροσωπείται από το Εθνικό Μουσείο Ιστορίας των Λαών της Σοβιετικής Ένωσης στη Μόσχα, το Εθνικό Μουσείο της Ουγγαρίας, το Εθνικό Μουσείο του Μεξικού, το Μουσείο Γερμανικής Ιστορίας στο ανατολικό Βερολίνο κ.ά. Στα ιστορικά μουσεία πόλεων ανήκουν το Μουσείο Carnavalet στο Παρίσι, το Κρατικό Μουσείο του Λένινγκραντ, το Μουσείο του Λονδίνου, το ενδιαφέρον Μουσείο της Φραγκφούρτης κ.ά. Στην Ελλάδα μοναδικό παράδειγμα είναι το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, ενώ το αντίστοιχο της Θεσσαλονίκης βρίσκεται ακόμη στα ευχολόγια.

«Τα αριστουργήματα μιλάνε μόνα τους» Όλγα Γκράτζιου

Μουσείο γύρω στο 1690. Χαρακτικό του B. Picart. Ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας των μουσείων ολοένα κερδίζει έδαφος. Πλαισιώνοντας την παρουσίαση των εκθεμάτων με πληροφορίες που τα εντάσσουν στο ιστορικό τους πλαίσιο, τα μουσεία ευελπιστούν να προκαλέσουν ερεθίσματα, να διεγείρουν νοητικές και συναισθηματικές λειτουργίες, μετατρέποντας τη μετάδοση της γνώσης σε διασκέδαση. Στον αντίποδα, βρίσκεται ο αισθητισμός, η άποψη ότι «τα αντικείμενα μιλάνε μόνα τους» αφού το ωραίο «ψυχαγωγεί» από μόνο του. Η άποψη αυτή, που επιζεί χάρη στις θεωρίες για τον αυτόνομο και τον απόλυτο χαρακτήρα της τέχνης, κυριαρχεί στα περισσότερα ελληνικά μουσεία. Οι υπέρμαχοι του αισθητισμού διατείνονται ότι η διδαχή από τη μία κουράζει και από την άλλη κατηχεί, προπαγανδίζει μια άποψη και επηρεάζει την ελεύθερη θεώρηση του θεατή. Στο επίκεντρο της ασυμφωνίας βρίσκεται η σημασία που αποδίδεται στην ιστορικότητα. Η έλλειψή της και η προβολή μόνο της αισθητικής αξίας παραπληροφορεί, καθώς στο θεατή μένει η εντύπωση ότι εξαρχής τα αντικείμενα κατασκευάστηκαν ως έργα τέχνης. Για να ζωντανέψουν τα αντικείμενα απαιτείται έρευνα, περιοδικές εκθέσεις για πειραματισμούς, κατάλληλα εκπαιδευτικά προγράμματα. Η προσπάθεια αποδίδει.

Τα μουσεία τέχνης και τα παιδιά Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα

Παιδιά και φοιτητές δοκιμάζουν τη χρήση εργαλείων στο Κέντρο Έρευνας Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Lejre, Δανία. Αντίθετα με την Αμερική όπου από τις αρχές του 20ού αιώνα ιδρύθηκαν μουσεία για παιδιά, στην Ευρώπη δημιουργήθηκαν κυρίως εκπαιδευτικά τμήματα μέσα στα μεγάλα μουσεία. Ειδικά τα μουσεία τέχνης βρίσκονται αντιμέτωπα τόσο με την έλλειψη διδασκαλίας στα σχολεία ενός αντίστοιχου μαθήματος όσο και με την άγνοια των ίδιων των εκπαιδευτικών για την ιστορία της τέχνης. Στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στο Παρίσι, στο Μουσείο Νέας Σκωτίας στην Αγγλία, οι υπεύθυνοι των μουσείων τέχνης προετοιμάζουν τους εκπαιδευτικούς με διαλέξεις και έντυπα. Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Κέντρου Πομπιντού στο Παρίσι διανέμει στους μικρούς του επισκέπτες τη «Μικρή εφημερίδα για παιδιά». Τι όμως μπορεί να προσφέρει στα παιδιά ένα μουσείο; Ο Μπρεχτ θεωρεί «ωραίο» ό,τι έχει τη σφραγίδα της κοινωνικής εξέλιξης: τα απομονωμένα από τα συμφραζόμενά τους αντικείμενα δεν μετράνε, μετράνε οι άνθρωποι και η ιστορία τους που τα διαμορφώνουν. Με παρόμοιο σκεπτικό, το Παιδαγωγικό Τμήμα του Μουσείου της Νέας Σκωτίας μοίρασε το 1982 σε όλα τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας ένα τεύχος αφιερωμένο στα μουσεία. Στην Ελλάδα έχουν σποραδικά οργανωθεί αξιόλογα εκπαιδευτικά προγράμματα από το Μουσείο Μπενάκη, την Εθνική Πινακοθήκη και άλλα μουσεία, κυρίως λαογραφικά. Η Πινακοθήκη προσφέρεται για εκδηλώσεις με παράλληλες δραστηριότητες, μουσική, κίνηση-χορό, που διευρύνουν τη φαντασία, τους ορίζοντες και την ευαισθησία των παιδιών.

Παιδικές βιβλιοθήκες σε παραδοσιακά αρχοντικά. Μια πρόταση για το νομό Κοζάνης Τζέλα Βαρνάβα-Σκούρα, Δημήτρης Βεργίδης

Οικία Κερατζή, Σιάτιστα νομού Κοζάνης, Δ. Μακεδονία. Παρουσιάζεται μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση, με όραμα. Περιλαμβάνει δύο σκέλη: α) την αξιοποίηση του χρόνου των παιδιών που δεν έχουν εξοικειωθεί με το βιβλίο στα σπίτια τους, έχοντάς το συνδέσει μόνο με τον καταναγκασμό της σχολικής εκπαίδευσης και β) την αξιοποίηση παραδοσιακών σπιτιών που είτε είναι ιδιοκτησία Δήμων, Κοινοτήτων, Δημόσιων Οργανισμών κ.λπ., είτε ελέγχονται από το Υπουργείο Πολιτισμού, είτε οι ιδιοκτήτες τους συγκατανεύουν στην αναστήλωση και την αξιοποίησή τους από κρατικό φορέα. Ως προς το δεύτερο σκέλος, ερευνώνται οι δυνατότητες απόκτησης παραδοσιακών κτιρίων. Οι συγγραφείς περιγράφουν συγκεκριμένα τον αρχιτεκτονικό ρυθμό και το ύφος των αρχοντικών της Σιάτιστας που χτίστηκαν από τα σινάφια των μαστόρων της Δ. Μακεδονίας και της Ηπείρου στα μέσα και στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Και μόνο οι τοιχογραφίες και τα ξυλόγλυπτά τους τα κάνουν μοναδικά. Για την πρόταση συνεργάστηκαν ένας αρχιτέκτονας-ιστορικός, μια βιβλιοθηκάριος και μία κοινωνική λειτουργός. Η παιδική βιβλιοθήκη αποφασίστηκε να είναι από τα βασικά στοιχεία των Ανοιχτών Κέντρων Απασχόλησης και για την πρόταση αυτή επιστρατεύτηκε η εμπειρία της κυρίας Καββαδία-Χατζοπούλου. Η πρόταση περιλαμβάνει οκτώ Ανοιχτά Κέντρα Παιδικής Απασχόλησης σε κεντρικούς οικισμούς, που οι περισσότεροι έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα των Ανοιχτών Πόλεων για την αναβάθμιση της υπαίθρου. Οι συγγραφείς περιγράφουν αναλυτικά το περιεχόμενο και το κόστος μιας παιδικής βιβλιοθήκης.

Σκέψεις γύρω από το ιστορικό μυθιστόρημα για παιδιά Μαρίζα Ντεκάστρο

Πηνελόπη Δέλτα, “Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου”, εκδόσεις Εστία. Η έλξη που ασκεί η λογοτεχνία οφείλεται στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας που λείπουν από τα στεγνά σχολικά εγχειρίδια. Στα ιστορικά μυθιστορήματα όμως, οι συγγραφείς καλούνται να επιλύσουν το ζήτημα του χρόνου. Μια θαυμάσια λύση υιοθετεί ο Α. Λωρύ στο βιβλίο του Πρόας ο Νικίου. Το εύρημα της χρονομηχανής, όπως στο Είδα κι άκουσα στην Κνωσό της Ε. Έμκε, καταλήγει στο διδακτισμό. Αντίθετα, το όνειρο ως μέσο ταξιδιού στο Όταν οργίζεται η γη της Ν. Τζώρτζωγλου επιτρέπει στη φαντασία να ζωντανέψει ελεύθερα μια εποχή. Ωστόσο, ο έλεγχος είναι απαραίτητος. Ο αναχρονισμός μπορεί να πάρει εδώ μια επικίνδυνη μορφή: δημιουργεί την εντύπωση ότι ο άνθρωπος παραμένει αναλλοίωτος ανά τους αιώνες, ότι δεν διαμορφώνεται από την εποχή του.

Στην υπηρεσία του κοινού τα Εθνικά Mουσεία της Γαλλίας Elisabeth des Portes, Catherine Parodi

Αφίσα του Υπουργείου Πολιτισμού: Ελάτε οικογενειακώς στο μουσείο. Η Διεύθυνση των Μουσείων της Γαλλίας δραστηριοποιείται σε εκπαιδευτικά προγράμματα σε όλη την περιοχή του Παρισιού. Στον τομέα της υπάγονται και τα σχολεία. Στους δασκάλους ταχυδρομούνται δύο φορές το χρόνο ενημερωτικά έντυπα και προβλέπεται η συμμετοχή τους στα προγράμματα επιμόρφωσης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας. Στους μαθητές προσφέρεται η δυνατότητα να εξετάσουν τα μουσειακά αντικείμενα από πολλές σκοπιές: μέσα από την ξενάγηση-διάλεξη, που ζωντανεύει με το διάλογο και το «παιδαγωγικό βαλιτσάκι»· μέσα στα εργαστήρια, όπου τα παιδιά πειραματίζονται με τις τεχνικές που είδαν στα μουσειακά αντικείμενα· τέλος, δημιουργήθηκαν και «ζωντανά» προγράμματα που ενθαρρύνουν την ελεύθερη κίνηση στο μουσείο. Στη διάρκεια της επίσκεψης, τα παιδιά 5-10 χρονών παίρνουν το έντυπο Επίσκεψη-Ανακάλυψη που έχει χαρακτήρα παιχνιδιού, και τα παιδιά 10-15 χρονών το πιο σχολικό έντυπο Επίσκεψη-Εξερεύνηση. Μετά την επίσκεψη, οι νέοι 8-14 χρονών παίρνουν ένα έντυπο που βοηθάει να συγκρατήσουν όσα άκουσαν. Η πολιτική ανοίγματος προς το νέο κοινό έστρεψε τα μουσεία προς τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Ειδικά για το στρατό δημιουργήθηκε ένα «λεωφορείο-μουσείο». Ωριαίες διαλέξεις στο Λούβρο προσπαθούν να προσελκύσουν τους εργαζόμενους την ώρα του μεσημεριανού τους διαλείμματος. Το κυριακάτικο πρόγραμμα των «οικογενειακών επισκέψεων» σημείωσε μεγάλη επιτυχία. «Μουσειολεωφορεία» δημιουργήθηκαν για όσους κατοικούν μακριά από τις σφαίρες ενημέρωσης. Τέλος, περιοδεύουσες εκθέσεις διοργανώνονται από τη Διεύθυνση Μουσείων της Γαλλίας και δανείζονται δωρεάν σε όποιον υποβάλλει αίτηση.

Μουσείο για τα παιδιά της Βοστώνης Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Μουσείο για παιδιά της Βοστώνης. Το 1913 ιδρύθηκε στη Βοστώνη το «Μουσείο για παιδιά» που σήμερα βρίσκεται στην κορυφή της πρωτοπορίας. Η μάθηση συνδυάζεται με το παιχνίδι. Στο «Γραφείο του Γίγαντα» όλα τα αντικείμενα έχουν μέγεθος δωδεκαπλάσιο του φυσικού και τα παιδιά, π.χ., μπορούν να κάνουν ορειβασία πάνω στο τηλέφωνο. Σε άλλους χώρους μαθαίνουν την ιστορία των Ινδιάνων, τα αντικείμενα του περασμένου αιώνα στο «σπίτι των παπούδων» ή, απλά, φορώντας αδιάβροχα και παίζοντας με το νερό μαθαίνουν τις ιδιότητές του. Στο τμήμα με τίτλο «Κι αν δεν μπορούσες;…» τα παιδιά, με δεμένα τα μάτια ή χρησιμοποιώντας ένα τεχνητό χέρι, μαθαίνουν πώς είναι η ζωή για παιδιά με ειδικές ανάγκες.

Το «Μουσείο στην Iστορία της Αρχιτεκτονικής» Ελευθέριος Οικονόμου

Το «σπίτι μέσα σε σπίτι», αρχέτυπο σπίτι του Ungers. Το Μουσείο ως κτιριακός τύπος στην ιστορία της αρχιτεκτονικής εμφανίζεται στα τέλη του 18ου αιώνα. Στην πρώτη του μνημειώδη έκφραση το μουσείο στεγάζει τις ιδιωτικές συλλογές των ευγενών ή του κλήρου, κρατώντας τον κοινό πολίτη σε απόσταση (π.χ.: το Φριντερισιάνουμ στο Κάσελ). Τα πρώτα κρατικά μουσεία για το ευρύ κοινό, το Βρετανικό Μουσείο και το Λούβρο, δημιουργήθηκαν τον 18ο αιώνα και αποτελούν ορόσημα του ανερχόμενου αποικιοκρατισμού και εθνικισμού. Αυτός ο τύπος μουσείου βρήκε πρόθυμους μιμητές στα μικρά κρατίδια της Γερμανίας, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα το Παλαιό Μουσείο του Σίνκελ στο Βερολίνο και τη Γλυπτοθήκη του Μονάχου του Κλένζε. Αντίθετα, το μοντέρνο κίνημα του 20ού αιώνα επαναδιατυπώνει τον ορισμό του Μουσείου ως δημοκρατικού θεσμού με εκπαιδευτικούς σκοπούς. Η αλλαγή στη σύλληψη του ρόλου του Μουσείου συμβαδίζει με τον νέο αρχιτεκτονικό τύπο του: Μουσείο της Χάγης (Μπερλάγκε), Κρέλερ-Μύλερ Στίφτουγκ (Χ. Βαν ντε Βέλντε), Μουσείο Γκούγκενχάιμ (Φρανκ Λόιντ Ράιτ). Στη Γερμανία, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ευνοείται η τάση να διαφυλαχθεί το οικοδομικό υλικό που είχε διασωθεί από τον πόλεμο, δημιουργώντας συχνά ένα συνδυασμό παλαιού και νέου (π.χ.: Παλαιό Μουσείο του Βερολίνου, Παλαιά Πινακοθήκη του Μονάχου). Το κτίριο της Εθνικής Πινακοθήκης του Βερολίνου από τον Μις βαν ντερ Ρόε σηματοδοτεί μια νέα εποχή της σύγχρονης αρχιτεκτονικής μουσείων. Η διάθεση για ένα ανοιχτό, «ευέλικτο» Μουσείο αντανακλά και στην αρχιτεκτονική. Χαρακτηριστικά δείγματα είναι η Νέα Πινακοθήκη της Στουτγκάρδης του Στέρλινγκ, το Γερμανικό Μουσείο Αρχιτεκτονικής του Ούγκερς, το Μουσείο Χειροτεχνίας της Φραγκφούρτης του Μάγερ. Τα δύο τελευταία ανήκουν στην επονομαζόμενη «όχθη των μουσείων» στη Φραγκφούρτη.

Άλλα θέματα: Δ. Γρ. Kαμπούρογλου: «Το Mαγνάδι» ή «Η Μαρμαρωμένη Bασιλοπούλα», Παραμύθι για τα Eλγίνεια Τζέλα Βαρνάβα-Σκούρα

Πίσω όψη κεφαλιού Καρυάτιδας, Μουσείο Ακροπόλεως. Ο Δ. Γρ. Καμπούρογλου (1852-1942), συγγραφέας της Ιστορίας των Αθηναίων, εμπνέεται εδώ από την αρπαγή των μαρμάρων του Παρθενώνα από τον Έλγιν και γράφει το παραμύθι της Καρυάς. Αθηναϊκή δοξασία παρουσίαζε τις Καρυάτιδες σαν νεράιδες που μόνο το κορμί τους ήταν μαρμαρωμένο. Οι νεράιδες, στις πανελλήνιες παραδόσεις, γίνονται θνητές αν κάποιος τους πάρει το πέπλο τους, το μαγνάδι. Στις παραδόσεις του αθηναϊκού λαού οι Καρυάτιδες ονομάζονταν «μαρμαρωμέναις βασιλοπούλαις». Πέρα από την απόσπαση των μαρμάρων, υπάρχει άραγε ιστορική αλήθεια και πίσω από το θρύλο; Ποιες ήταν οι Καρυάτιδες; Ιέρειες της Αρτέμιδας που είχε ναό στην Καρυά ή κόρες της πομπής των Παναθηναίων; Ή μήπως οι σκλαβωμένες γυναίκες της Καρυάς που οι Αθηναίοι την κατάστρεψαν γιατί είχε συμμαχήσει με τους Πέρσες; Οι Καρυάτιδες, που ο θρήνος τους για τη κλεμμένη τους αδελφή συγκλονίζει τους Αθηναίους, αναδεικνύονται μέσα από το παραμύθι του Καμπούρογλου, σε σύμβολο του πόθου για τη λευτεριά της πόλης τους.

Προτάσεις για αρχαιολογικό πάρκο Πάνος Βαλαβάνης

Το μερικά ανακατασκευασμένο αμφιθέατρο της CUT. Σε πρώτο πλάνο αναπαράσταση αρχαίου γερανού. Το άρθρο εμπνέεται από το αρχαιολογικό πάρκο που σχεδιάζεται για την Αθήνα και που περιλαμβάνει το Ζάππειο, τον Αρδηττό και το Ολυμπιείον, τμήμα της συνοικίας Μακρυγιάννη, το χώρο γύρω από την Πνύκα και του Φιλοπάππου, την αρχαία και τη ρωμαϊκή αγορά, τη βιβλιοθήκη του Αδριανού, τον Κεραμεικό και το Γκάζι. Το γεγονός ότι το πάρκο θα φτιαχτεί σε χώρους προκαθορισμένους περιορίζει την τόλμη των πειραματισμών. Τέτοιου είδους πρόβλημα δεν αντιμετώπισε ένα άλλο αρχαιολογικό πάρκο, το CUT (Colonia Ulpia Traiana), φτιαγμένο γύρω από τα ερείπια ρωμαϊκής αποικίας που ιδρύθηκε το 100 μ.Χ. περίπου. Βρίσκεται πλάι στην πόλη Ξάντεν της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας στη ΒΔ Γερμανία, στη συμβολή των ποταμών Λίπε και Ρήνου. Η αποικία έσβησε στα μέσα του 4ου αιώνα. Ο συγγραφέας περιγράφει λεπτομερώς πώς έχουν χρησιμοποιηθεί τα τείχη και το αμφιθέατρο για τον εκπαιδευτικό περίπατο, πως ο παιδότοπος είναι μια ρωμαϊκή πόλη, πως τα παιχνίδια των παιδιών εμπνέονται από την αρχαιότητα. Μέσα στο πάρκο οι ανασκαφές είναι επισκέψιμες, ενώ «κέντρο πληροφόρησης» ενημερώνει τόσο για την ίδια την CUT όσο και για τις πρακτικές της αρχαιολογικής έρευνας. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο συγγραφέας προτείνει με ποιο μνημείο θα έπρεπε να συνδυαστεί η κάθε θεματική ενότητα για την αρχαία πόλη.

Τοπογραφικές αποτυπώσεις σπηλαίων Διονύσης-Δημήτρης Μπαλοδήμος, Στέφανος Δογγούρης

Το Λιθί Χίου. Το Εργαστήριο Γενικής Γεωδαισίας του Ε.Μ.Π. αναπτύσσει γεωδαιτικές μεθόδους για αποτυπώσεις σε υπόγειους χώρους, όπως μεταλλεία και σπήλαια. Τον Απρίλιο του 1983 αποτυπώθηκε το σπήλαιο «Σφάραγκας» που βρίσκεται 200 μέτρα από τη θάλασσα και 1,5 χλμ. από το χωριό Λιθίτης Χίου. Έχει επίσης αποτυπωθεί η Γαλάζια Σπηλιά στο Καστελλόριζο, ενώ συνεχίζονται οι τοπογραφικές εργασίες στις Κατακόμβες της Μήλου. Το άρθρο περιέχει ερμηνεία τοπογραφικών όρων, όργανα και είδη μετρήσεων, μεθόδους και σχεδιαστικούς υπολογισμούς.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου στον Πετρά Σητείας. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Έκκληση από το Μουσείο Μπενάκη για τον επαναπατρισμό ενός τρίπτυχου του Γεωργίου Κλόντζα που δημοπρατείται στο Sotheby’s – Στην Κάτω Τούμπα λειτουργεί για παιδιά το «Μουσικό Εικονογραφικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης» - Στη Βερόνα της Ιταλίας έγινε το Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαιολογικών Ταινιών (10-16 Ιουνίου) και Συνάντηση με θέμα «Αρχαιολογία και φορείς μαζικής ενημέρωσης» - Στον Πετρά, μέσα στη Σητεία, βρέθηκε μινωικός οικισμός με σπίτια, ληνό, πλήθος κινητά ευρήματα και τελετουργικά αντικείμενα

Συνέδρια

Αρχαιολογικό και Ιστορικό Συμπόσιο με θέμα «Λάρισα: Παρελθόν και Μέλλον» διοργανώθηκε στη Λάρισα, στις 26-27 Απριλίου 1985 – Στις 30 Μαρτίου 1985 οργανώθηκε στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια συνέδριο για την κληρονομιά των Μινωιτών - Η Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία διοργάνωσε φέτος στη Θεσσαλονίκη (7-9 Ιουνίου) το ετήσιο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης

Εκθέσεις

Ο Ιωάννης Τραυλός επιμελήθηκε την αθηναϊκή έκθεση (4 Ιουλίου-8 Σεπτεμβρίου) με τίτλο «Αθήνα: Προϊστορία και Αρχαιότητα» - Στο κτίριο του ΟΛΠ στεγάζεται η έκθεση «Ελλάδα και θάλασσα» - Το Fogg Art Museum εγκαινίασε έκθεση με θέμα: «Νομίσματα στην ελληνική τέχνη. Η συλλογή του Arthur Stone Dewing» - Στην έκθεση με θέμα το κρασί που λειτουργεί στο Μουσείο Cooper-Hewitt της Νέας Υόρκης (4 Ιουνίου-13 Οκτωβρίου 1985) εξέχουσα θέση έχει η ελληνική παράδοση

Βιβλία

Αγγελική Βαρελλά, Το μυστικό του Δία, Ελληνική Εκδοτική, Αθήνα 1984 - Μενέλαος Χριστόπουλος, Θεότητες της μουσικής στην ομηρική και αρχαϊκή ποίηση, Αθήνα 1985 - Thomas Hope, Εικόνες από την Ελλάδα του 18ου αιώνα, Μέλισσα, Αθήνα 1985 - John Boardman, Αθηναϊκά ερυθρόμορφα αγγεία: Αρχαϊκή περίοδος, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1985 – Gisela M.A. Richter,The Portrait of the Greeks, Cornell University Press, Ithaca N.Y. 1984

English summaries: Museums of art and children Efthymia Georgiadou-Koundoura

The special emphasis recently given to the educational role museums are supposed to play has naturally brought the interest of experts to children. Children's familiarization with works of art is considered as necessary as a child's experience of literature. In Europe, as well as in North America, museums closely cooperate with teachers and work out special activities for children that aim not only to enrich their knowledge and to develop their judgment ability, but also to cultivate their mental, psychical and physical potentialities. In Greece, sporadic but worth mentioning attempts have been made so far, mainly by folklore museums ( The Peloponnesian Folklore Institute, the Museum of Folk Art of Athens, the Folklore Museum of Thessaloniki), by the Benaki Museum and the National Gallery. However, much is expected of archaeological museums, which abound in Greece. Art museums by collaborating with teachers and adopting a proper program can and must play an important role in the Greek educational system.

Children’s libraries in traditional mansions. A proposal for the province of Kozani AUTHOR NOT MENTIONED

This article is only part of a major study on concrete proposals for the creation of social infrastructure — especialy in the rural areas of the province of Kozani —and on the investigation of the potentialities offered by traditional architecture Traditional mansions preserved in settlements like Siatista, Eratyra etc., are discussed here. These stately edifices instead of being treated as works of art can house modern activities, like libraries or educational, recreational centres for children, in this way meeting basic social needs of the area.

Cave survey Dionyssios D. Balodimos, Stefanos Dogouris

The laboratory of General Geodesy of the Department of Rural and Surveying Engineering of the N.T.U. of Athens, has recently included in its activities the development of methods for large scale topographical surveys. These large scale surveys concern monuments, buildings and constructions of special technical or archaeological interest as well as man-made underground areas, mines and caves. Two caves have already been surveyed, one of which is situated near the village Lithi on the island of Chios (1983) and the other is the Blue Cave on the island of Kastellorizo (1985). Similar methods are being applied at present, for the surveying of the Catacombs of Milos. In this paper, after a reference to the principles guiding cave survey, a brief account of methods that may be applied and instruments that may be used, is given. Finally, there is a brief description of the works carried out for the surveying of the Cave “Sfarangas” near Lithi, Chios together with a series of topographical charts.

Cultural activities and theory Mariza Decastro

The article presents the various activities that can enliven the teaching of History in elementary school. The program was created for children of the 4th Grade. It dealt with the Cycladic civilization and included the following activities: a) an exhibition of pictorial documents, b) the reading of excerpts relevant to the topic from childrens' books and from foreign travellers' writings, c) the writing of essays on the topic by the children, d) sculpture with clay and painting. The program was completed by a visit to the National Archaeological Museum. There, the children had the chance to play an educational game of knowledge and observation in the exhibition areas of Cycladic Art.

Reflections on historical fiction for children Mariza Decastro

This article examines the problems, endemic to historical fiction for children. Historical fiction is often used by teachers as a vehicle for escaping from the routine of teaching history in the traditional way. The Time factor. The present time is the basic temporal point of reference to a child. By teaching the past we ask children to realise and define their position in connection with the present time of their personal history and the succession of the periods of the past. Consequently, fictional time must appear as a whole so that the reader would be able to recognize through the perennial evolution of history certain elements of himself and of his time. The Historic Quality of Historical Fiction. A multitude of anachronisms have been recorded in the content of historical fiction for children. These anachronisms have not usually to do with the wrong incorporation of historic data within a certain period, but they are “distortions" in portraying human types of the past. History is used as scenery in which people of the past move about with feelings and attitudes belonging to the present. The restoration and representation of a historic period requires the knowledge and conclusions of other related sciences; only then can the socio-economic relations, behaviour and psychology of the people who lived at a certain time in the past be correctly evaluated and represented without distortion or misunderstanding.

Educational programmes of the Benaki Museum Aimilia Geroulanou

Two aims of modern social policy have radically affected the character and role played by museums in many countries, offering new ideas for their function. One objective focuses on the optimum exploitation of people's spare time given the existing potentialities and alternatiνes. The other seeks the deνelopment of society as a whole through a broader exposure to and participatlon of the public in cultural issues and activities. The year 1979 was dedicated by the Unlted Nations to the Child. In this year the Benaki Museum started approaching and exρerimenting with programs of an educatlonal character. The first of these programs referred to children of ages 7-12, lasted twenty days, was housed in the exhibition areas where Folk Art is shown and had approximately six hundred participants. For the effective organization of games and the creative cooperation of the children credit must be given to the generous assistance of the Greek Girl Scouts Organizatlon. Attempts were made by the Museum to channel the educational materiaI produced for this program (three booklets with forty transparencies each and with elucidating texts οn the relevant period and its artistic production) to the two hundred schools equipped wlth projectors. The Benaki Museum also tried to enrich its educational programs wlth more activities always aiming to familiarize children with traditional art. For this purpose a series of editions were published. Μoreover, special programs were initiated by the Museum for the better information of school children that would have been led there rather unprepared. Special effort has been made so that the educational programs οΙ the Museum appear fresh and entirely differentiated from the idea οf school teaching. Children must be persuaded that by playing games in the Museum they are not being asked to pass any kind οf test. Νο dishonest competition or cheating is needed. Most questions do not demand special knowledge to be answered or have definite answers to them. Two of the programs are addressed to elementary school children, while a third is addressed to high school students. The Administrative Committee οf the Benaki Museum recognizing the importance οf the educational programs has decided to create a new, separate Department. The new scheme brings along new perspectives and plans, as well as problems that must soon be solved. Α broad cooperation of all museums οn this subject is a necessity. The involvement οf the Ministry οf Education in the issue, at a later stage, will be essential as well as critical to the result. Moreover, the engagement οf various cultural and educational societies in the reinforcement of the relationship between children and their cultural heritage will undoubtedly contribute to the promotion οf the country as a whole.

“Masterpieces speak for themselves»! The survival of an old-fashioned view that opposes the educational policy of museums Olga Gratziou

It is generally demanded in our days that museums should obtain an educational character. To be, that is, so organized that their visitor can become well acquainted with the genres and exhibits and in addition receive such stimulation so as to revisit the museum or to wish to broaden one's first acquaintance by various means. This approach is an answer to the older view that «works of art speak for themselves”, through, that is, their artistic quality and aesthetic value. The followers of this older belief argue that the beautiful has an innate educational quality, while any educational effort not only causes fatigue but is also illiberal. In imposing a certain view, an ideology, consequently, the free experiencing of the work of art is prevented. Thus, however, they neglect the fact that the degree of experiencing is conditioned both by the visitor's ability to perceive and one's knowledge so far, obtained by factors that are different for each category of visitor. Therefore, if we let the works of art, even the masterpieces, speak for themselves it is certain that they will hardly say a few things to the visitor. On the contrary, the visitor will gain knowledge if the exhibits are presented in their historic setting, if information is given about their makers and users, about their initial meanings and functions and those attributed to them in later periods. For this to be achieved hard and demanding work is needed both in organizing an exhibition and in advancing scientific research. However, the result, a museum with many and regular visitors, is more than worthwhile.

The modern democratic museum Andreas Ioannides

In order to function in a modern society a museum should combine the two purposes that justify it. It ought to be both modern and democratic, which means that it should not only supply additional information on its exhibits, but also carefully select the kind of information supplied. Selection should been made on the assumption that an exhibit is a cultural product which possesses in itself an aesthetic value; also, that it has been created by an individual, therefore it includes a phsychological value; and last, since its creator is a social being, the exhibit has, in addition, a sociological value. Only when all of these conditions occur, do we get the fullest possible consideration of an approach to the cultural product.

History museums Maria Kambouri

History museums have reached in our day their full development and maturity. They represent, according to the famous French museologist G. Η. Riviere, the broadest and most manifold branch of museology. It is commonly accepted that museums contribute to the representation of the historic memory. However, museums with exhibitions of a strictly historic character are still few, although a tendency of catching up with this pursuit has become recently quite clear. This tendency is of course closely related to the development of the educational function of museums and the progress of historic studies. According to experts, museums of general history must base their scientific and social role οn the following fundamental elements: a. use of the science of history; b. collection and research οn the objects to be exhibited; and c. efforts for the creation of an exhibition of high aesthetic and educational standards. The full acceptance of the fact that history is the science οn which the historical museum must be founded determines not only the method of collecting and researching but also the very content of the Museum. The historic objects, as a source of museographic material are of unique importance to historic research and for the understanding and transmission of knowledge of history. Needless to say that the most particular activity of a Museum, the nucleus of all the work done in there, is the exhibition of objects. This is the language of the Museum and its creation demands an interdisciplinary approach. History museums as museums of the history of nations or cities or broader regions or even of historic genres serνe as centres for education and aesthetic refinement. The history museum apart from being a "political museum", more than any other kind of museum, is an institution with a specific scientific physiognomy, a complex organism that embraces the most essential fields of human activity and seeks to be incorporated in the modern system of democratic education for all.

Museums in the history of architecture Eleftherios Oikonomou

The development of the Museum as an institution is marked by three distinct phases. As a special building type i.e. as a specific architectural task, it emerges in the late 18th century. In the first phase, the "museum" is restricted to private collections of the aristocracy and the clergy, e.g. the Fridericianum in Kassel, the Museo Pio Clementino etc. Here the building type demonstrates monumentally, a manifestation of the owner's rank and position. The first large-scale national Museums appeared in England and France in the 18th century. Both, the British Museum in London and the Louvre in Paris are landmarks of rising nationalism and colonialism. They lost their restrictive aristocratic or cleric character to serve the “new” public, i.e. the up-and-coming bourgeoisie as "temples" for the arts. This museum type found avid imitators among the small German royal and ducal states, of which the best known examples are Schinkel's Altes Museum in Berlin and Klenze's Glyptothek in Munich. Whereas the exhibits in this type of museum - objects collected from all over the world in a variety of fields - are intended for and attract the well-informed connoisseur and the educated traveller, the modern movement of the 20th century advocates the notion of the Museum as a democratic institution with didactic/ educational intentions. This changing concept of the role of the Museum brought with it a new type of museum architecture, which conformed to the notions of the modern movement in regard to the creation of space Examples are Berlage, Museum of Hagen; Henry van de Velde, Kroller -Muller - Stiftung; Frank Lloyd Wright, Guggenheim Museum. The post-World War II development in Germany is marked by two successive tendencies. The first is the preservation of the building material that had survived the war, often in the shape of a combination of old and new (e.g. Altes Museum, Berlin; Alte Pinatothek, Munchen). The building of the Nationalgalerie in Berlin by Mies van der Rohe marks a new era of contemporary museum architecture. The trend is now towards an open, “flexible” Museum, a notion of the Museum which also reflects on museum architecture. The most significant examples of this tendency are Hans Hollein's Stadtische Galerie, Monchengladbach; James Stirling's Neue Staatsgalerie, Stuttgart; Oswald UngersDeutsches Architekturmuseum, Frankfurt; and Richard Meyer's Kunstgewer-bemuseum, Frankfurt. The latter two are part of the so-called Museumufer in Frankfurt where a number of Museums are grouped together on the left bank of the river Main, creating a museum-area. It is only superficially paradoxical to view some of these recent Museums as new “temples” of art, a comparison they seem to invite, despite their more open, democratic character, by the way in which the architects make use of architectural vocabulary through quotations or allusions.

The Theatrical Museum of Panos Aravantinos Evdokia Papouli-Dimitropoulou

Panos Aravantinos' Theatrical Museum of Scenography is housed in the Municipal theatre of Pireas. Aravantinos(1886 - 1930), a prominent scenographer of his time, had designed sets and costumes for all theatrical genres, opera, ballet, operetta, prose, etc. He spent most of his life abroad where he produced his main volume of work. Guided tours for children is one of the activities of the Museum. The young visitors can follow the architectural evolution of theatre from antiquity until today; moreover, they become familiar with the scenographic creation of Panos Aravantinos through his drawings and costumes and can understand some of the prerequisites for putting on a play today.

Serving the public in the National Museums of France Catherine Parodi, Elisabeth des Portes

In the last four years the French Service of Museology and Cultural Activity has engaged itself with determination to broaden and enrich its activities that are addressed both to school children and teachers as well as to a new public; problematic children, workers, soldiers, peasants etc. Its mission has gradually been defined. It functions as the intermediary between the public and museum collections, therefore it must be in close collaboration with the management of museums. In this way the dual mission of the Museum, that is preservation of traditional, cultural wealth and the way in which this wealth is transmitted to the general public can materialize as such.

Proposals for an archaeological park Panos Valavanis

A visit to the archaeological park of Xanten, West Germany, was the motive behind some ideas and proposals for a similar park planned for Athens. The creation of extensive areas of green as well as the "live" presentation of various monuments to the public with the assistance of all the modern methods of Museology, are judged necessary, therefore, they are underlined. Needless to say that Athens as a city possessing a variety of monuments of high quality is ideal for passing on information on all aspects of life and messages about classical Antiquity.

The Laestrygones, the Cyclopes and Metropolis square Periklis Panteleakis

It has almost become customary in our country not to exercise criticism on architecture. All art magazines contain columns in which every artistic activity and event is criticized and evaluated; literature, music, painting, theatre, etc. Such a column does not appear in any Greek architectural magazine, as if a secret agreement existed. The most one can find is a vague anxiety about general architectural questions, with no direct or definite reference to the work of a certain architect, as if the entire subject were taboo. I do not feel sorry to ignore this taboo. Given the crisis of architecture in our country we probably need now more than ever to face reality unconventionally. I only feel sorry because the colleague, whose work I am dealing with is a nice fellow and I appreciate and respect his work. The fact that I think highly of him as an architect is one of the reasons that led me to criticize the way he has treated the Metropolis square and the result of this treatment. How can one describe something that lacks any central, concrete idea? It is as if you strive to describe a chaotic and random situation, unarticulated, without beginning or end. Everything is neither in order nor clear. Thus, even what we conventionally could call "the concept behind the idea of the square” lies somewhere between the casual and the so called “intentional”. If, of course, one could argue that such a concept exists in the first place and not an obvious dare I say intentional refusal to bring the parts of the square under any order at all.

Mycenaean boxers Jean Coulomb

Mycenaean athletic games are generally considered to be a Minoan legacy. Boxing, which was a very important competitive game among Minoans during the period of the second palaces, was adopted and diffused throughout the Mycenaean World. The only incontestable representations of boxing known today are found on two craters from Cyprus from the beginning of the 13th century BC. Thus, it can be argued that boxing is rarely depicted in Mycenaean art. The author supports that this pictorial theme, unusual to Mycenaean Pictorial Vase Painting, was imported into Cyprus by some Cretan travelling craftsmen who had in mind Minoan traditions, in particular those coming from from Knossos.

D.G.Kambouroglou; “The Tale of the Veil” or “The Princess Who Turned to Marble”. A fairy tale about the Elgin marbles Tzela Varnava-Skoura

In this tale, inspired by the theft of the Parthenon marbles, D.G.Kambouroglou (1852-1942), author of the History of the Athenians writes the story of the Karyatid who went missing. An Athenian belief had it that the Karyatids were fairies. Only their bodies had turned to marble. A Greek tradition says that fairies become mortal if their veil is stolen, and in Athenian traditional tales the Karyatids were known as “princesses turned to marble”. What is the truth behind the traditional tale, other than the true story of the statue’s theft? Who were the Karyatids actually? Were they priestesses serving the goddess Artemis at her temple in Karya, or rather were they maidens at the Panathenea procession? They might have been women slaves from Karya, the town destroyed by the Athenians for siding with the Persians. In Kambouroglou’s tale the Karyatid’s lament for the loss of their stolen sister becomes a plea for the liberation of their city.

The Boston children’s museum The editors of the Archaeologia journal

The Children’s Museum was founded in Boston in 1913, and even today is considered an avant-garde institution. Learning is combined with play. On the “Giant’s Desk” all objects have twelve times their natural size and children can for example climb over the telephone on the desk. In other rooms in the museum, children learn the history of red Indians, in the “grandparents’ house” they are shown objects belonging to the past century, or simply by playing with water, children find out about its properties. In the section called “what if you couldn’t?” children have their eyes bound shut or use an artificial limb in order to better understand how life is for handicapped children.

What museums are for Fotini Economidou-Botsiou, Eleni Trakosopoulou-Salakidou et al.

The society of the Greek Ministry of Culture and Sciences in Northern Greece organized an experimental series of classes for children of the 5th form of the 4th primary school of Polichni in Thessaloniki. These classes were the joint effort of archaeologists from the Archaeological Museum and from the 9th Ephorate of Byzantine antiquities, a restorer of antiquities also took part and the two ladies in charge of the program, who were doing research at the Ethnological Museum of Folklore in Macedonia and who also belonged to the Educational Committee of ICOM (International Council of Museums). In this article, the organisers of the classes explain analytically the concept that museums should be the ones to “go” to the schools .In nine meetings the questions discussed were the role played by museums and what museums have to do with history. What a prehistoric\classical\byzantine museum, or museum of folklore is and how each should be set up. Also under discussion were the question of the importance of excavations and of local research, and the importance of the restoration of antiquities. The school children who had never been to a museum were taken to the Archaeological and Folklore museums. As there was no Byzantine museum at the time in Thessaloniki, the children were taken on a tour of the church of St. Demetrius, of Agia Sophia and of Agios Nikolaos Orphanos.

Τεύχος 17, Νοέμβριος 1985 No. of pages: 98
Κύριο Θέμα: Τα ελληνικά τετράδια σχεδίων του αρχιτέκτονα Χριστιανού Χάνσεν Ida Haugsted

Χ. Χάνσεν, Ζωγραφισμένο τούρκικο σπίτι στη Χαλκίδα. Ακουαρέλα. Ο Χριστιανός Χάνσεν (1803-1883) γεννήθηκε στην Κοπεγχάγη. Στην Αθήνα έζησε από το 1833 ως το 1850. Προικισμένος και δραστήριος, ο Χάνσεν κτίζει το Νομισματοκοπείο (1835) και συμμετέχει στις εργασίες αναστήλωσης στην Ακρόπολη που περιλαμβάνουν και την ανόρθωση του ναού της Απτέρου Νίκης (1835-1837). Σε αυτόν οφείλονται η Καθολική εκκλησία του Αγίου Παύλου στον Πειραιά (1836), τα κτίρια του Πανεπιστημίου Αθηνών (1839), η Αγγλικανική εκκλησία και πολλές ιδιωτικές κατοικίες. Το 1840 κτίζει λιμενικά κτίρια στο Καλαμάκι. Το 1850 αναχωρεί από την Ελλάδα. Τα πρώτα του ελληνικά σχέδια έγιναν στο ταξίδι προς την Αθήνα και αποτυπώνουν όψεις της Πάτρας, του Άργους, της Αίγινας. Πολλά από τα σκίτσα των τετραδίων του αναπαριστούν τοπογραφικές απόψεις της Αθήνας, κυρίως από τη δεκαετία του 1830. Στην Αθήνα ζούσαν τότε μόνο 600 κάτοικοι, «λίγα μόνο σπίτια είχαν στέγη και οι δρόμοι χάνονταν στα χαλάσματα αφού τα πάντα είχαν σωριαστεί σε απίστευτη σύγχυση. [Μια] εντελώς ρημαγμένη πόλη με τα ερείπια να ξεπετάγονται παντού». Αυτή ήταν η πρώτη του εντύπωση. Από εκδρομές στα περίχωρα της Αθήνας σχεδίασε βυζαντινές εκκλησίες στην Καισαριανή και την ευρύτερη περιοχή του Υμηττού, όπως τον Άγιο Ιωάννη τον Κυνηγό του 12ου αιώνα. Από τον Πειραιά αποτυπώθηκε σε σκίτσο η είσοδος της μονής του Αγίου Σπυρίδωνα, σήμερα κατεδαφισμένη, και άποψη του πρωτόγονου λιμανιού. Ένα από τα τετράδια σχεδίων του το χρησιμοποίησε ο Χάνσεν στη Χαλκίδα αποτυπώνοντας την τουρκική αρχιτεκτονική της. Το ταξίδι του στην Κύθνο δημιούργησε σειρά 18 σχεδίων, ενώ λίγα είναι τα σχέδια από την Τήνο, την Πάρο, τη Νάξο και τη Σαντορίνη.

Άλλα θέματα: Στοιχεία λιθοτεχνίας της Κάτω Παλαιολιθικής Εποχής της Νέας Αρτάκης Ευβοίας Εύη Σαραντέα-Mίχα, Surrendra-Kumar Mishra

Χειροπέλεκυς από πυριτόλιθο. Ύστερη περίοδος της Κάτω Παλαιολιθικής εποχής Νέας Αρτάκης, Εύβοια. Πλάι στις πλούσιες πηγές πυριτόλιθου της Νέας Αρτάκης ανακαλύφθηκε ένας εξαιρετικά μεγάλος αριθμός πέτρινων εργαλείων από την Παλαιολιθική, τη Μεσολιθική και τη Νεολιθική εποχή. Συλλέχθηκαν 307 εργαλεία που ταξινομήθηκαν με βάση τα τυποτεχνολογικά τους δεδομένα. Η μία ομάδα ανήκει στην Πρώιμη και η άλλη στην Ύστερη Κάτω Παλαιολιθική εποχή της Νέας Αρτάκης. Περιλαμβάνονται 24 χειροπελέκεις, 2 αξίνες, 12 δίπλευροι λιανιστές, 10 κοπανιστήρια-κόφτες, 7 δίπλευρα τσεκούρια και 16 ξέστρα. Για τη λάξευση των εργαλείων αυτής της περιόδου χρησιμοποιείται η τεχνική της άμεσης κρούσης, της εξαντλητικής αποφολίδωσης με άμεση κρούση, η κανονική δευτερογενής επεξεργασία, η τεχνική του κυλινδρικού σφυριού, η τεχνική λεβαλουά και, ελάχιστα, η τεχνική του αμονιού.

Μυκηναίοι πυγμάχοι Jean Coulomb

Θραύσμα αμφοροειδούς κρατήρα από την Έγκωμη, 1300-1260 π.Χ. (Βρετανικό Μουσείο). Σκηνή πυγμαχίας απεικονίζεται ξεκάθαρα μόνο σε δύο κυπριακά αγγεία, σε έναν αμφοροειδή κρατήρα από το Κύτιο και σε θραύσμα αμφοροειδούς κρατήρα από την Έγκωμη. Με την πυγμαχία έχουν κατά καιρούς συσχετιστεί απεικονίσεις σε θραύσμα αμφοροειδούς κρατήρα από τη Μαρώνη, σε σαρκοφάγο της Τανάγρας και σε δύο θραύσματα μυκηναϊκής κεραμικής. Προκύπτει ότι: α) οι Μυκηναίοι δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται για παραστάσεις αγώνων πυγμαχίας και β) οι μόνες δύο αδιαμφισβήτητες παραστάσεις πυγμαχίας βρέθηκαν στην Κύπρο (αρχές του 13ου αιώνα π.Χ.). Ο συγγραφέας υποστηρίζει την άποψη ότι η Κρήτη, το λίκνο των αθλοπαιδιών, είχε στενές επαφές με την Κύπρο: το καμίνι στο ανάκτορο της Ζάκρου δούλεψε με χαλκό από την Κύπρο. Οι τοιχογραφίες της Κνωσού, πρωτεύουσας της πυγμαχίας, και η προφορική παράδοση κράτησαν ζωντανή τη μνήμη των ξακουστών αγώνων πέρα και από την κατάκτηση των Μυκηναίων. Τέλος, δεν πρέπει να υποτιμάται ο ρόλος των περιπλανώμενων αγγειοπλαστών. Για την πυγμαχία δεν ενδιαφέρθηκαν ούτε οι Μυκηναίοι ούτε οι Ρωμαίοι της Δημοκρατίας. Στα ομηρικά έπη όμως, στις απεικονίσεις της Γεωμετρικής εποχής η πυγμαχία είναι παρούσα. Στην Ολυμπία, θα συμπεριληφθεί στα επίσημα αγωνίσματα από την 23η Ολυμπιάδα και πέρα.

Μήδεια και Iππόλυτος1984. Η σημασία του χώρου Πήττα-Herschbach M.

Μήδεια του θιάσου Τόχο. Πολλές αναβιώσεις αρχαίου δράματος τείνουν να επιβάλουν στα έργα ένα ιδεολογικό ή αισθητικό εποικοδόμημα που, όσο ευφάνταστο και πειστικό κι αν είναι, συνήθως δεν συνάδει με την καθαρή δομή της αρχαίας τραγωδίας (πάροδος, χορικά, επεισόδια). Δομή που αντανακλά την τυπική διαρρύθμιση του αρχαίου ελληνικού θεάτρου (ορχήστρα, πάροδοι, λογείο, ημικυκλικό θέατρο) και που παίζει κρίσιμο ρόλο στη γενική οικονομία της θεατρικής πράξης και στη διαμόρφωση της σχέσης θεατής-ηθοποιός-έργο. Δύο σχετικά πρόσφατες παραστάσεις το 1984 στο Ηρώδειο, η Μήδεια του γιαπωνέζικου θιάσου Τόχο και ο Ιππόλυτος του Εθνικού Θεάτρου, υποστηρίζουν αυτή την άποψη. Ο θρίαμβος της Μήδειας δεν οφείλεται μόνο στους καταπληκτικούς ηθοποιούς αλλά και στο ότι το ανέβασμα είχε προσαρμοστεί στις ειδικές απαιτήσεις του θεάτρου. Αποτέλεσμα: η σκηνική δράση, με ανεμπόδιστη όλη τη δύναμη που εκπέμπει, συνέδεσε τους ηθοποιούς με το κοινό με μια αμεσότητα που έσπασε το φράγμα της γλώσσας. Σε αντίθεση, το ανέβασμα του Ιππόλυτου προφανώς αγνόησε τα δομικά χαρακτηριστικά τόσο του θεάτρου όσο και του έργου. Ένας άλλος θεατρικός χώρος ιδρύθηκε που ύψωσε ένα φράγμα ανάμεσα στους ηθοποιούς και το κοινό, απομόνωσε τους ηθοποιούς μεταξύ τους και τους απόσπασε τόσο από τα πρόσωπα που υποδύονταν όσο και από τη σκηνική δράση. Το ανέβασμα αγνόησε τις δραματικές επιταγές της τραγωδίας που στηρίζονται στην έντονη αντίθεση ανάμεσα στο πρόσωπο της Φαίδρας και σε εκείνο του Ιππόλυτου. Μια αντίθεση που εκφράζεται και μέσα από το μοίρασμα του σκηνικού χώρου σε εσωτερικό και εξωτερικό: το ανάκτορο-φυλακή της Φαίδρας και ο φαινομενικά απεριόριστος τομέας δράσης του Ιππόλυτου.

Μελέτη των χρυσών νομισμάτων του Πύρρου και του τύπου της πίσω όψης τους με τη Nίκη Tροπαιοφόρο Francine Σαμώνη-Lecomte

Η πίσω όψη χρυσού νομίσματος του Πύρρου με παράσταση Νίκης τροπαιοφόρου. Συρακούσια θεωρείται η προέλευση της Νίκης που χρονολογείται ανάμεσα στο 278 π.Χ. και το 276 π.Χ., δηλαδή στο διάστημα διαμονής του Πύρρου στη Σικελία. Η Νίκη συμβολίζει τη βασιλική επιτυχία και τη θεϊκή προστασία, επιτυχίες περασμένες και μελλούμενες. Στιλιστικά εμπνέεται από τη Νίκη στα νομίσματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου αλλά διαφέρει από αυτή. Ως προς τη λεπτότητα, ως προς το δυναμισμό που εκφράζει εναρμονίζοντας την καινοτόμο στάση των «τριών τετάρτων» με την κομψή απόδοση του ενδύματος αλλά και ως προς τον τύπο του ενδύματος: έναν ελληνιστικό πέπλο με μακρύ απόπτυγμα που πιάνει κάτω από το στήθος.

Τα σπήλαια: χθόνιος χώρος στις σημιτικές αντιλήψεις Κοσμάς Μεγαλομμάτης

Ο απόκοσμος διάκοσμος των «καμινάδων νεράιδων» στην Καππαδοκία. Ο χθόνιος χώρος των σπηλαίων τα εντάσσει στον Κάτω Κόσμο. Λεπτομερείς περιγραφές ενός Κάτω Κόσμου των σπηλαίων προσφέρουν η ασσυριακή-βαβυλωνιακή λογοτεχνία, τα αιγυπτιακά κείμενα και η Βίβλος. Ωστόσο είναι αξιοσημείωτο ότι η πλουσιότερη φιλολογία επί του θέματος απορρέει όχι από σημιτικές αλλά από σουμεριακές κοσμοθεωρίες. Ο συγγραφέας περιηγείται τους αρχαίους πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής περιγράφοντας τις αντιλήψεις τους για τα σπήλαια. Σπήλαια και τάφοι, ως χώροι αντίθετοι του «καλού τόπου», ενσαρκώνουν και την αντίθεση μεταξύ ζωής και θανάτου. Δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ του τάφου ή του σπηλαίου και του Κάτω Κόσμου όπου απολήγουν.

Το μοναστήρι του Aγίου Nικολάου στο Μέτσοβο Ελευθέριος Κοκόλης

Δείγμα συντήρησης. Η αριστερή πλευρά πριν από τη συντήρηση, η δεξιά έχει συντηρηθεί. Οι ορδές των Τούρκων που ξεχύθηκαν μετά την Άλωση προς τη Δύση κατέστρεψαν την εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Μέτσοβο όχι όμως και το πλούσιο μοναστήρι του. Σε μαρτυρία του 1650, το μοναστήρι εμφανίζεται οικονομικά ενεργό καλύπτοντας μάλιστα το μισθό του δασκάλου στο Μέτσοβο. Το 1700 η εκκλησία ξανακτίζεται. Από το 1925 όμως το μοναστήρι εγκαταλείπεται και οι ταξιδιώτες μετατρέπουν την εκκλησία σε χάνι και στάβλο. Το 1960, με δαπάνη του Ιδρύματος Τοσίτσα, η πρώτη αναστήλωση του μοναστηριού το έσωσε από την κατάρρευση. Τον Οκτώβριο του 1984, με πρωτοβουλία του Ευάγγελου Αβέρωφ, άρχισε η δεύτερη αναστήλωση. Το επείγον ήταν να απομονωθεί η υγρασία που διαπότιζε τον τοίχο της εκκλησίας καθώς αυτός, λόγω της κλίσης του εδάφους, έμπαινε 2,50 μ. μέσα στο έδαφος. Στη συνέχεια άρχισε η στερέωση των τοιχογραφιών στις οποίες διακρίνεται το χέρι τριών ζωγράφων. Η ζωγραφική του Ευστάθιου είναι καθαρά βυζαντινή, λιτή και αυστηρή. Ο δεύτερος ζωγράφος είχε πιθανόν μαθητεύσει στο Άγιο Όρος και ο τρίτος είχε γνώσεις ιστορίας αλλά και αρχιτεκτονικής. Τα πλούσια ενδύματα που ζωγράφισε δηλώνουν ιταλική επίδραση αλλά και στοιχεία της μικρογραφικής τέχνης του Θεόδωρου Πουλάκη. Αξιοπερίεργη είναι η παρουσία δύο Παντοκρατόρων στο ναό. Το 1984 βρέθηκαν σε κρύπτη τρεις καμβάδες σχετικοί με την ιστορία του μοναστηριού.

Η ελληνική μεσαιωνική κεραμεική Γιώργος Νικολακόπουλος

Κεντρικό θραύσμα κεραμικού με ξεστό διάκοσμο και απεικόνιση λαγού. Θήβα, τέλος 12ου ή 13ου αιώνα. Στο άρθρο, που αποτελεί σταχυολόγηση από εκτεταμένη, ομότιτλη μελέτη, ο συγγραφέας επισημαίνει τη σημασία της βυζαντινής κεραμικής της κυρίως Ελλάδας: Κόρινθος, Αθήνα, Σπάρτη, Θεσσαλονίκη, Θήβα κ.α. Μαζί με τη λοιπή βυζαντινή και την ισπανοαραβική, λέει, είναι οι πρόδρομοι της νεότερης ευρωπαϊκής κεραμικής. Και όμως παραμένει ανεξερεύνητη, σχεδόν άγνωστη. Σε παράρτημα δημοσιεύει 24 κεραμικά από τη Θήβα, την Κόρινθο και τη Σικυώνα, που φυλάσσονται στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών. Τα περισσότερα είναι θραύσματα μικρών διαστάσεων, δίνουν όμως πληροφορίες για την ύλη, το υάλωμα και το σχήμα του αγγείου. Ο χρόνος κατασκευής αναγκαστικά καθορίζεται από τη χρονολόγηση όμοιων αγγείων. Τα πολλά ερωτηματικά υποδεικνύουν τις ερευνητικές κατευθύνσεις που θα αναδείξουν τη μεσαιωνική κεραμική της κυρίως Ελλάδας.

Σύντομη παρουσίαση μερικών μεταβυζαντινών μνημείων της Καμενίτσας Πατρών Κώστας Παπαγιαννόπουλος

Ναός του Ευαγγελιστή Λουκά: ο Αρχάγγελος Μιχαήλ από τη βόρεια θύρα του τέμπλου (μέσα 18ου αιώνα). Η σημερινή Καμενίτσα δεν διασώζει τίποτα από το παρελθόν της ως πόλης-φρουρίου της Αχαΐας. Ο μονόχωρος, καμαροσκέπαστος ναός του Αγίου Γεωργίου, με τον κύριο όγκο του οικοδομημένο μέσα στο χώμα είναι του 18ου αιώνα. Πιθανολογείται ότι ο ναός υπήρξε μετόχι της μονής των Αγίων Πάντων Τριταίας. Η μονόκλιτη βασιλική του Ευαγγελιστή Λουκά κτίστηκε πριν από το 1688 και απομίμησή της θεωρείται ο ναός της Παναγίας (Κ. Αλισσού). Σε ανακαίνιση του 18ου αιώνα αφαιρέθηκε η καμάρα της στέγης, ενώ το 1947-1948 αντικαταστάθηκε το ξύλινο τέμπλο. Από το παλαιό τέμπλο των μέσων του 18ου αιώνα σώζονται εικόνες από το δωδεκάορτο, οι θύρες με τους αρχαγγέλους και ο μεγάλος του σταυρός.

Νεότερα στοιχεία για το Παλιό Πανεπιστήμιο Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη

Το παλιό Πανεπιστήμιο, 1887. Σκίτσο του Ο. Φωκά. Το σπίτι του Κλεάνθη και του Schaubert στους πρόποδες της Ακρόπολης, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 1833 ήταν από τα ακριβότερα της Αθήνας. Ανάμεσα στο 1833 και το 1837, ο Κλεάνθης αγόρασε από τον Schaubert το μερίδιό του. Το σπίτι είχε δύο πηγάδια και δέκα λάκκους, δηλαδή δέκα πελώρια πιθάρια λαδιού χωμένα στη γη με το στόμιό τους στο επίπεδο του εδάφους. Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα το 1834 αρχίζει ο συγκεντρωτισμός. Το1835 μεταφέρεται το Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας και μετονομάζεται σε «Γυμνάσιον». Πρώτος Γυμνασιάρχης ο Γεώργιος Γεννάδιος. Το Γυμνάσιον στεγάζεται στην οικία Κλεάνθη αλλά σύντομα ο χώρος της δεν επαρκεί. Η οικία Κλεάνθη προκρίνεται για τη στέγαση του «Πανεπιστημίου του Όθωνα» που εγκαινιάζεται στις 3 Μαΐου του 1837. Από τα εγκαίνια δεν έλειψαν τα κωμικά στοιχεία. Την πρώτη διάλεξη έδωσε ο Λουδοβίκος Ρος με θέμα τον Αριστοφάνη. Το 1839 θεμελιώνεται το νέο Πανεπιστήμιο που σχεδίασε ο Chr. Hansen. Το 1841 εκκενώνεται η οικία Κλεάνθη, αμέσως όμως μισθώνεται από τη Γραμματεία της Παιδείας. Ωστόσο, το 1845 γίνεται αναγκαστική κατάσχεση του παλαιού Πανεπιστημίου που ο Κλεάνθης είχε υποθηκεύσει έναντι δανείου. Από το κείμενο της κατάσχεσης που τελικά δεν υλοποιήθηκε, προέρχεται η παλαιότερη και λεπτομερέστερη περιγραφή της οικίας. Ένα χρόνο πριν πεθάνει, το 1861, ο Κλεάνθης πούλησε το σπίτι σε ιδιώτη που το αφιέρωσε στο μετόχι του Παναγίου Τάφου. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία το απαλλοτρίωσε το 1963. Το 1967 την κυριότητα αποκτά το Πανεπιστήμιο. Οι εργασίες συντήρησης διήρκεσαν από το 1975 ως το 1984.

Τροχιές. Η αρχαία μεσογειακή παράδοση των αστικών δικτύων Jean Gottmann

Θήρα, Δυτική οικία. Τμήμα τοιχογραφίας με πόλεις και πλοία που δηλώνουν συγκοινωνιακό δίκτυο. Η αρχαία Μεσόγειος είναι το αδιαμφισβήτητο λίκνο των αστικών δικτύων. Οι πόλεις της διακρίνονται σε «εμπορικές» και «ιερές». Από το Αιγαίο ξεχωρίζουν η Σαντορίνη και η Δήλος. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ζωφόρος στο Ακρωτήρι της Θήρας που παριστάνει τρεις πόλεις με τα λιμάνια τους και πλοία να αρμενίζουν ανάμεσά τους. Πρόκειται για τον παλαιότερο χάρτη μεγάλης κλίμακας που γνωρίζουμε. Η Δήλος, γενέτειρα του Απόλλωνα και άρα πόλη ιερή, υπήρξε και μεγάλο πολυεθνικό εμπορικό κέντρο στο Αιγαίο για πολλούς αιώνες. Στο σύστημα ενός παγκόσμιου χάρτη (Orbis Terrarum), τα σταυροδρόμια ανάμεσα σε θαλάσσιους και στεριανούς δρόμους έπρεπε να πυκνώσουν. Η πιο χαρακτηριστική εμφάνιση αυτού του φαινομένου μας ταξιδεύει στον 10o αιώνα π.Χ., στην Ιερουσαλήμ του Σολομώντα με τη μεγάλη πολιτική και εμπορική σφαίρα επιρροής. Συμμαχίες με την Αίγυπτο και την Τύρο, το λιμάνι του Ετζιών-Γκεμπέρ για τον απόπλου εμπορικών στόλων προς την Ερυθρά θάλασσα, διαμετακομιστικό κέντρο των καραβανιών, η Ιερουσαλήμ συνέδεε τα δίκτυα της ξηράς και της θάλασσας. Στους Νόμους του ο Πλάτων είχε περιγράψει την ιδανική πόλη σε μικρή κλίμακα, σε απομόνωση, με περιορισμένες θαλάσσιες και χερσαίες δραστηριότητες που εξασφαλίζουν τα χρηστά ήθη των πολιτών. Αντίθετα, το πρότυπο που πρότεινε ο Αλέξανδρος στηριζόταν σε ένα επεκτατικό, πλουραλιστικό πολιτικό και πολιτιστικό σύστημα, ενεργοποιημένο με δίκτυα που συνέδεαν μεγάλες εμπορικές πόλεις. Η Ρώμη, με θάλασσά της τη Μεσόγειο, οικειοποιήθηκε το Orbis Terrarum. Επέκτεινε και οργάνωσε το αστικό δίκτυο προσθέτοντας μια στρατιωτική και δικαιική δομή χωρίς προηγούμενο. Η στρατηγική επιλογή του τόπου για την ίδρυση της Νέας Ρώμης έκανε την Κωνσταντινούπολη πολιτική πρωτεύουσα (ρωμαϊκή, βυζαντινή, οθωμανική) για 1.600 χρόνια. Στα δύο στρατόπεδα που δημιουργήθηκαν μετά την προέλαση των Αράβων, το χριστιανικό και το μουσουλμανικό, κάποια δίκτυα επιβίωσαν. Ο Μεσογειακός Μεσαίωνας είναι εποχή επικράτησης των αστικών δικτύων και των αστικών ανταγωνισμών. Οι πόλεις-κράτη της Ιταλίας συντηρούν δίκτυα επικοινωνίας και εμπόριο σε ορισμένες σφαίρες επιρροής, διεκδικώντας τες η μια από την άλλη. Με κοινή τους απόφαση όμως διατηρεί η Ρώμη το προνόμιο της ιερής πόλης, γεγονός που συνέτεινε στη διατήρηση μια ορισμένης ενότητας στην παγκόσμια σφαίρα επιρροής. Ακόμη και σήμερα η παπική ευλογία μας θυμίζει: «Urbi et Orbi». Με την παρακμή της Μεσογείου, τον 17ο αιώνα τα σημαντικότερα κέντρα επιρροής μεταφέρονται στη Λισαβώνα και τη Σεβίλλη προτού ανηφορίσουν προς τον Δυτικό και Ανατολικό Βορρά.

Το μικροκλίμα του μουσείου: κλιματισμός, φωτισμός, ακουστική Γιώργος Αλεξίου

Εξάρτημα σαρακατσάνικης φορεσιάς, ΜΕΛΤ, αρ.4135/4. Αποχρωματισμός στη γωνία λόγω έκθεσης στην ορατή και υπεριώδη ακτινοβολία. Κλίμα ή Μικροκλίμα ονομάζεται το σύνολο των περιβαλλοντολογικών παραμέτρων που επικρατούν στον μουσειακό χώρο. Το μικροκλίμα περιλαμβάνει το ακουστικό, το ατμοσφαιρικό, το θερμικό και το οπτικό κλίμα. Κύρια παράμετρος στο ακουστικό κλίμα είναι η στάθμη του θορύβου. Ορισμένες συχνότητες μπορούν να θέσουν σε συντονισμό, άρα σε ταλαντώσεις, κάποιο αντικείμενο και να του προκαλέσουν ζημιά. Οι κύριοι παράμετροι για το ατμοσφαιρικό κλίμα είναι τα αιωρούμενα σωματίδια, το διοξείδιο του θείου, το διοξείδιο του αζώτου, το όζον, το υδρόθειο, η αμμωνία και τα χλωροϊόντα. Οι παράμετροι που συνιστούν το θερμικό κλίμα είναι η σχετική υγρασία και η θερμοκρασία. Η επίδραση της υγρασίας διαφέρει ανάλογα με το υλικό. Τα μέταλλα διαβρώνονται, τα υγροσκοπικά υλικά, ξύλο ή οστά, υφίστανται ρωγμάτωση ή στρέβλωση. Σε οργανικά προϊόντα (χαρτί, πάπυρος, δέρμα, υφαντά), οι ίνες γίνονται δύσκαμπτες και εύθραυστες. Η θερμοκρασία ενδέχεται να επηρεάσει την τιμή της σχετικής υγρασίας και να επιταχύνει κάποιες χημικές αντιδράσεις. Στο οπτικό κλίμα το πρόβλημα στρέφεται στον έλεγχο της ορατής και της υπεριώδους ακτινοβολίας. Τα μουσειακά αντικείμενα διακρίνονται σε αυτά με απλή μοριακή κατασκευή (μέταλλα) και σε εκείνα με σύνθετη (ξύλο, ύφασμα). Τα υλικά με τη σύνθετη κατασκευή υφίστανται σημαντικές φθορές, φωτολυτικές ή φωτοχημικές, που αντιμετωπίζονται με τον έλεγχο της έντασης της ακτινοβολίας και του χρόνου έκθεσης του αντικειμένου σε αυτήν.

Οι Λαιστρυγόνες, οι Kύκλωπες και η πλατεία της Mητροπόλεως Περικλής Παντελεάκης

Τμήμα της πλατείας Μητροπόλεως μετά τη διαμόρφωση. Δεν χρειάζεται να «κουβαλούμε μες στην ψυχή μας (…) / τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες», λέει ο συγγραφέας, γιατί τους έχουμε μπροστά μας καθημερινά και μας κατατρώνε την ψυχή. Εδώ τα ανθρωποφάγα τέρατα του Καβάφη είναι τα αρχιτεκτονικά τερατουργήματα που αλλοιώνουν την όψη της Αθήνας όλο προς το χειρότερο. Η ανεπανάληπτη ευαισθησία του Πικιώνη στην Ακρόπολη και στου Φιλοπάππου, η υποδειγματική διαμόρφωση του χώρου γύρω από το άγαλμα του Βενιζέλου από τον Βοκοτόπουλο δεν παραδειγμάτισαν. Επικράτησε η έλλειψη φαντασίας, η απρόσωπη μονοτονία, η ασχήμια. Πολύ χειρότερη και από την πλατεία Κλαυθμώνος και από τη Βουκουρεστίου είναι η πλατεία της Μητρόπολης. Υπεύθυνος για τη διαμόρφωσή της είναι ο αρχιτέκτονας Α. Τομπάζης. Ο συγγραφέας αποδομεί ένα ένα τα στοιχεία της νέας πλατείας, εκφράζει την οργή και την αγανάκτησή του, τα ερωτηματικά που δημιουργούνται. Προτείνει να προκηρυχθούν αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί για να ξαναφτιαχτούν οι πλατείες Μητροπόλεως και Κλαυθμώνος.

Μια γαλλική περίπτωση και μερικά δικά μας Μεταξία Τσιποπούλου

Η Μητρόπολη της Chartres στη Γαλλία. Νότια όψη. Το Αρχαιολογικό Κέντρο της Chartres στη Γαλλία έκλεισε σε ένα φυλλάδιο τις ποικίλες εμπειρίες από την ανασκαφή μιας αρχαίας πόλης που βρίσκεται κάτω από τη σύγχρονη. Οι αναπόφευκτες συγκρίσεις έκαναν τη συγγραφέα να αναρωτηθεί: Γιατί οι σωστικές ανασκαφές σε πόλεις δεν αξιοποιούνται για την κατανόηση της αρχαίας πολεοδομικής οργάνωσης; Γιατί δεν χρηματοδοτούνται εκθέσεις και φυλλάδια που θα βοηθούσαν το κοινό να πλησιάσει τη δουλειά των αρχαιολόγων; Μήπως είναι καιρός να κάνουν οι αρχαιολόγοι ανοίγματα στο κοινό; Γιατί δεν θεσμοθετούνται διεπιστημονικές ομάδες και αρχαιολογικά ινστιτούτα για τη μελέτη και ανάδειξη συγκεκριμένων περιοχών; Το Υπουργείο Νέας Γενιάς δεν θα μπορούσε να στείλει ομάδες νέων για να συμμετάσχουν σε ανασκαφές;

Μια μέρα στο μουσείο Κορνηλία Χατζηασλάνη

Παραδοσιακή επεξεργασία χάντρας κομπολογιού. Είναι ο τίτλος μιας σειράς εκπαιδευτικών προγραμμάτων που οργανώνει η Σχολή Campion για τους μαθητές της και τις οικογένειές τους. Ειδικευμένοι τεχνίτες αναπαριστούν στο χώρο του Μουσείου τον τρόπο κατασκευής αντικειμένων που εκτίθενται στις προθήκες. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναπαράστασης, δημιουργείται ένα «αρχείο» που επιτρέπει την αναπαραγωγή της σε κάποιο άλλο μουσείο. Η Σχολή Campion έχει συνεργαστεί με τέσσερα αθηναϊκά μουσεία: το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Το Κέντρο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης του Δήμου Αθηναίων (σπίτι Αγγελικής Χατζημιχάλη), το Μουσείο Μπενάκη και το Νομισματικό Μουσείο. Οι δραστηριότητες περιλαμβάνουν από κατασκευή ψάθινης καρέκλας και ύφανση στον αργαλειό ως κατασκευή τσαρουχιών και επεξεργασία γούνας. Από μαθήματα ζωγραφικής από τον Μποστ και ζωγραφική σε πορσελάνη ως στάμπες σε ύφασμα και κατασκευή φουστανέλας. Από ψωμογλυπτική και διακόσμηση σιγκουνιού από τερζή ως μαθήματα αγιογραφίας και βυζαντινής γραφής.

Τοπογραφικές αποτυπώσεις σπηλαίων (συμπλήρωμα) Διονύσης-Δημήτρης Μπαλοδήμος, Στέφανος Δογγούρης

Οριζοντιογραφία του σπηλαίου. Πρόκειται για την αποκατάσταση μιας παράλειψης εκ μέρους του περιοδικού που, στο τεύχος 16, στο άρθρο των Δ.-Δ. Μπαλοδήμου και Στ. Δογγούρη, δεν δημοσίευσε πέντε σχέδια που συνόδευαν το κείμενο. Παρατίθεται η εισαγωγή του άρθρου και τα σχέδια του σπηλαίου Σφάραγκας στο Λιθί της Χίου.

Περιστεριώνες της Τήνου Γιάννης Σημηριώτης

Περιστεριώνας στην Τήνο. Φωτογραφία Γ. Σημηριώτη, 1975. Η εκτροφή περιστεριών ήταν προνόμιο των γενοβέζων ευγενών. Όταν κατέλαβαν την Τήνο το 1204, οι ντόπιοι όφειλαν να κτίζουν τους περιστεριώνες με μόνο αντάλλαγμα την κοπριά, λίπασμα για τα χωράφια τους. Μετά την αναχώρηση των Γενοβέζων, οι Τηνιακοί συνέχισαν να εκτρέφουν περιστέρια για την κοπριά και το κρέας τους. Τα δυτικοφερμένα «κολουμπάρια», οι περιστεριώνες, έγιναν στολίδι της κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής. Από το πλήθος που κτίστηκαν στο νησί τον 18ο και 19ο αιώνα, σήμερα σώζονται περίπου χίλιοι. Περιγράφεται με λεπτομέρεια το τετράγωνο διώροφο κτίσμα, οι δύο του όροφοι, το δώμα και τα οικοδομικά υλικά, η πρόσοψη και ο εξωτερικός διάκοσμος.

Δύο περιστεριώνες στην αρχαία Mαντινεία Νίκος Γρηγοράκης

Ενσωματωμένος σε σπίτι περιστεριώνας στην περιοχή της Μαντινείας. Ο συγγραφέας άρχισε το 1978 να καταγράφει τους περιστεριώνες της Τρίπολης που βρίσκονται «φυτεμένοι» στα χωράφια της Μαντινείας και της Τεγέας. Όχι μακριά από το αρχαίο θέατρο της Μαντινείας συνάντησε πυργοειδή, λιθόκτιστο περιστεριώνα. Στις δύο του πλευρές είχαν εντοιχιστεί μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, ίσως από τον γειτονικό ναό του Ποσειδώνα. Στα 100 μέτρα περίπου βρισκόταν και άλλο λιτό, δίπατο κτίσμα, περιστεριώνας ενσωματωμένος σε σπίτι. Το κάτω μέρος του ήταν λιθόκτιστο με σφηνωμένο αρχαίο αρχιτεκτονικό μέλος και στο πλινθόκτιστο πάνω του μέρος υπήρχαν βαθουλώματα για να κουρνιάζουν τα περιστέρια. Απέριττα λαϊκά κτίσματα, χτισμένα χωρίς σχέδιο χρονολογούνται ανάμεσα στο 1920 και το 1940.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Paul Faure, Alexandre. Το εξώφυλλο της έκδοσης του 1985 Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Αναγγέλθηκε η ίδρυση Φινλανδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα – Εικοσιένας ασύλητοι κιβωτιόσχημοι τάφοι αποκαλύφθηκαν στο Δίον – Ιστορικό διατηρητέο μνημείο χαρακτηρίστηκε το τραινάκι Βόλου – Μηλεών – Διατηρείται μανιάτικος πύργος του 18ου αιώνα - Στο Μόναχο άνοιξε το πιο πρωτότυπο μουσείο που εκθέτει 600 περίπου δοχεία νυκτός

Συνέδρια

Η Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία οργάνωσε στη Θεσσαλονίκη το 6ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης – Τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Sir John Beazley γιορτάστηκαν τον Ιούνιο με δύο συμπόσια στο Λονδίνο και την Οξφόρδη – Συνάντηση με θέμα «Οι θετικές επιστήμες στην Αρχαιολογία» πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 1983 στην Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή

Βιβλία

Μιχαήλ Τιβέριος, Μια «κρίσις των όπλων» του ζωγράφου του Συλέα, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1985 – Πάνος Ζαμβακέλλης, Εισαγωγή στη Βυζαντινή ζωγραφική, Αθήνα 1985 – Βασ. Σφυρόερα, Α. Αβραμέα, Σπ. Ασδραχά (κείμενα), Χάρτες και χαρτογράφοι του Αιγαίου Πελάγους, Ολκός, Αθήνα 1985 – Paul Faure, Alexandre, A. Fayard, Paris 1985

Εκθέσεις

Εννέα εκθέσεις οργανώθηκαν στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Πολιτιστική Αθήνα» - Ο Δήμος Σητείας οργάνωσε από τις 17 ως τις 31 Αυγούστου φωτογραφική-εκπαιδευτική έκθεση με θέμα «Σητεία: Προϊστορία, Αρχαιότητα»

Νεοελληνικές βαρβαρότητες

Με ψήφισμά τους (3.11.1985), εκπρόσωποι των κατοίκων της Αγίας Ευθυμίας Φωκίδας, Οικολογικές Κινήσεις και Σύλλογοι Προστασίας Περιβάλλοντος από όλη την Ελλάδα καλούν την Κυβέρνηση να επανεξετάσει τη δημιουργία μονάδας Αλουμίνας-Αλουμινίου στα 11 χλμ. από τους Δελφούς

English summaries: From the Greek sketchbooks of the architect Christian Hansen Vasilis Dorovinis

The Danish architect Christian Hansen (1803-1883) worked and lived in Athens for 17 years from 1833 to 1850; during this period he was employed by the Greek court. Christian Hansen was born in Copenhagen. His father Rasmus Hansen (1774-1824) worked as a messenger boy in an insurance company and came from Norway. His mother was Sophie Elisabeth Jensen. As an architect in Athens he showed great skill and activity. He built the Mint (1835), participated in the restoration of the Acropolis, which included the reerection of the Temple of Nike (1835-37). Besides, he built the Catholic Church St. Paul in Piraeus (1836), the University of Athens (1839) as well as the Anglican Church (1840), several private houses etc. In the 1840's he built harbour buildings at Kalamaki. In the library of the Academy of Fine Arts in Copenhagen, where the drawings of Christian Hansen were archived after his death, are over 300 drawings, aquarelles, sketches etc from his studies in Greece - mostly of monuments and architecture of antiquity.The Library is also in possession of 10 small sketchbooks filled with drawings from his stay in Greece. Most of these drawings were executed during his first years in Greece in the 1830s, and therefore they are of the greatest interest today as a documentation of topography, archaeology, architecture etc of the early Othonian period. In this presentation, some of the sketches are published for the first time. My intention with this introduction to some of Christian Hansen's several hundred sketches in his sketchbooks in Copenhagen have been to bring into focus the drawings which are not especially concerned with archaeological objects or antique monuments, which were also of great interest to Christian Hansen. The sketches show Hansen's studies of contemporary Greek towns with their byzantine and modern architecture. He was deeply influenced by this architecture which is proved by his buildings at Athens, in Trieste and in Copenhagen. At the same time the sketches offer documentation of topographical and historical interest in the years of King Otto’s first 10 years on the throne of Greece. Many of the documents both those presented in this article and others depicted in the sketchbooks have now disappeared, but further studies in the subject may throw more light on which places and which monuments were depicted in the books. The Danish sketchbooks form also an invaluable source together with drawings of other European architects and artists who recorded their impressions of Greece in the 1830s in sketches, paintings and drawings.

Orbits. The ancient Mediterranean tradition of urban networks Jean Gottman

Networks of cities are fundamental to the understanding of the evolution of the world as it is today. Too often, however, a city is considered only within the framework of its surrounding region. The question has arisen worrying geographers, historians, sociologists and politicians, whether a city lives, works, and lasts or falls mainly as the centre of a region, determined by local circumstances or chiefly as a part of a constellation of far-flung cities. This is not, in fact, a new problem born in our time. It is an ancient problem which has been with mankind since the dawn of history. Gordon Childe would probably have said that it is a tendency originating in the Neolithic period. The cradle of all systems that may be called urban networks or constellations of cities working together is, of course, the ancient Mediterranean. Does this ancient Mediterranean tradition express basic human curiosity or even more, the impulse to learn how to deal with others, how to overcome distance and perhaps even how to overcome human diversity? Is it the will of individuals to liberate themselves from their original environment,however ideal it may be?

New information on the “Old University” of Athens Maro Kardamitsi-Adami

In 1834, as it is known, the capital of the Greek state was transferred from Nauplion to Athens and the intellectual activity of the country followed suit. Thus, by governmental decree, the Central School of Aegina was moved to Athens on April 10, 1835 and was given the new name "Gymnasium”-. Georgios Gennadius was its first principal. The housing of the institution proved problematic, since most Athenian houses were judged unsuitable. Finally, a house situated on the northern foothill of the Acropolis was selected. When exactly this house was built is unknown, Solon Kydoniatis believes that it was sold by its owner Sante Chanum to the architect Stamatis Cleanthes in 1831. Soon after it was sold, the house was renovated by Cleanthes and his colleague Schaubert. It is characteristic that while the Greek scholars refer to the house as “ the house of Cleanthes”, their German counterparts call it the “house of Schaubert”. Nevertheless, this was the edifice that housed the First High School of Athens. In the archives of the present First High School of Plaka, Gennadius’ book of “correspondence and various other contents” is kept until today. The information supplied from it proves that from 1835 until October of 1836 the house of Cleanthes was used as a school. The increasing number of students caused a new transfer of the school that was moved to the house of Votsaris, this time, on October 12, 1836. A few months later the institution of the University was decided. Two houses were then proposed for its housing, the house of K. Vlachoutsis and the house of Cleanthes. The second was, finally, selected.

The monastery of St. Nicholas at Metsovo Eleftherios Kokolis

The passage of Metsovo has always been important to communications between eastern and western mainland Greece. The town's location can well explain the importance it always had and also accounts for its fortifications among which the fortress-monastery of St. Nicholas and Panagia are numbered. The monastery of St. Nicholas is mentioned in 1380 as the prominent monastery. The catholicon of the monastery was destroyed in 1453 by the Turks but it was rebuilt in 1700, thanks to the privileges given by the sultan Ahmed IV to Metsovo in 1659. By 1925 the monastery was abandoned by its monks and since then it has given shelter to random travelers and brigands. Smoke, exessive moisture and slipping soil are the main reasons for the destruction of the monastery's wall painted decoration. However, in 1960 and 1984 a project for the reconstruction and renovation of the monastery was undertaken, financed by the Averof - Tositsas Foundation. Three painters are responsible for the embellishment of the catholicon with wall paintings, each painter with a style of his own. Portable icons, some of them significant are kept and venerated in the church.

The infernal character of caves from the Semitic point of view Cosmas Megalommatis

Caves in the Semitic conception represent an infernal space which is considered to be part of the underworld. This element occurs in Indo-European and especially in the Greek religion. Openings in the earth such as caves, precipices, springs and rivers give access to a world situated under that of the living, that is, under our world.

Greek medieval pottery G. A. Nikolakopoulos

When referring to Byzantine pottery we must specify the provenance of the product we have in mind. My personal research has convinced me that important ceramic art was developed and exercised not only in Constantinople but also in various other parts of mainland Greece. The mediaeval pottery of mainland Greece remains essentially unexplored and unknown, although it demonstrates rare characteristics of aesthetic value and together with Hispano-arabic pottery must be considered as the forerunner of modern European pottery. Furthermore, Greece lacks a museum exclusively dedicated to pottery, even if the finds from Corinth, Sparta, Olynthus, Thessaloniki, the shipwreck from Pelagonessos, Thebes, Rhodes Island, etc. would form a unique collection. This article represents only a compilation of an extensive study, however. Since this publication cannot contain the entire study, I have decided to present selected pieces of certain significant and instructive pottery from mainland Greece, which are kept in the Byzantine Museum of Athens. These selected pieces should persuade the reader that this pottery is in no way inferior to the ceramics of the rest of the Byzantine Empire. The pottery chosen derives: 1. From excavations in Thebes, carried out by Keramopoulos. 2. From excavations in Corinth, carried out by the American School of Classical Studies in Athens. Certain vases were conceded for publication to Philadelpheas.3. From excavations in Sicyon, carried out by Orlandos.

A brief presentation of some post-Byzantine monuments in Kamenitsa, Patra Kostas Papagiannopoulos

Kamenitsa is mentioned in Byzantine and Venetian texts as an important town-fortress in Achaia, Peloponnese. A considerable number of Christian churches have survived among the ruins of the town. Quite a few belong to a later period, as, for example, two churches of St. John, the Church of St. Paraskevi, of St. Luke, of the Virgin, etc.

Medea and Hippolytus in 1984. The importance of theatrical space Mary Pittas-Herschbach

The theoretical position taken in this article is that the structural characteristics (shape, dimensions, disposition of parts) of any theatre exert a significant influence on the overall effect of a given theatrical event. This is particularly true in the case of the ancient Greek theatres, whose formal characteristics reflect the society whose needs they served, and which are in turn reflected on the structure of the plays created for performance in these theatres. Nevertheless, many “revivals” of ancient plays tend to impose an ideological or aesthetic superstructure upon the plays, which, ingenious or compelling as it may be on its own merit, is usually at odds with the explicit dramatic action of the play and its articulation through the actions of the performers within a dramatic scheme which is uniquely served by the structural characteristics of the surviving ancient theatres.Two relatively recent productions illustrate this point rather pertinently; the Medea of the Japanese Toho company, and the Hippolytus of the National Greek Theatre, both performed in the summer of 1984 in the theatre of Herod Atticus. The resounding success of the former must be attributed not only to the admitted virtuosity of the actors, but also to the fact that the production was skillfully tailored to the specifications of the theatre which, though not of the same period as the Euripidean plays, includes most of the features of an open-air classical Greek theatre. As a result, the dramatic action of the play, with its characteristic structure of episodes alternating with choral stasima, and its outward-reaching thrust, extending uninhibited from the performers to the public and beyond the theatre to the polis, was given its full dramatic scope and expression, despite the language “barrier” of the Japanese performance. By contrast, the production of Hippolytus largely ignored the structural characteristics of the theatre, as well as those of the play. A new theatrical space was established, which erected a barrier between the performers and the public, isolated the performers from one another, and detached them from the characters they were portraying, as well as from the action of the play. In this way, the basic characteristics of Greek drama among which are its dynamism, its universality, and its ability to commune and to communicate in many levels, were seriously undermined. Furthermore, the production ignored the specific dramatic imperatives of the Hippolytus, which is built upon a powerful contrast between the character of Phaidra (who is as dynamic as Hippolytus despite, and even because of, the constraints placed upon her) and that of Hippolytus This contrast is also expressed in spatial terms, through the division of the scenic space into interior and exterior space; Phaidra's palace/prison and the seemingly limitless domain of Hippolytus. In general, it can be said that when the production introduces a dramatic scheme which clashes with the existing mechanism of the play it purports to recreate, this results in the destabilization of the inherent economy of that play, and a subversion of the play's relationship with the public. This is not only contrary to the spirit and purpose of classical Greek drama but is thoroughly anti-theatrical as well.

Stone tools of the Low Palaeolithic period from Nea Artaki in Euboea and their significance Evi Sarantea Mikha, Mishra Surrendra-Kumar

In the last seven years the site of Nea Artaki in Euboea has displayed evidence of prehistoric settlement sites, beside other archaeological evidence. A total of 3.500 stone tools have been recovered from the area by now, which can easily be assigned to different workshops of Palaeolithic, Mesolithic and Neolithic times. The 307 Lower Palaeolithic tools collected so far have been analysed statistically for their variable types, techniques and functions and can be clearly classified into early and late types. They include 24 hand-axes, 2 picks, 12 choppers, 10 pounder-cutters, 16 scrapers, 7 cleavers, 78 cores, 60 flakes, 9 hammerstones, 61 unfinished and 28 broken tools. All the forementioned tools come from four different locations that form two distinct clusters. On the base of the attributional analysis of the finds one can assume that during the entire Lower Palaeolithic period the area was inhabited by eight population groups clearly distinguishable from one another.

Two dovecotes in ancient Mantineia Nikos Grigorakis

1978 was the year when the author of this article started to make a record of dovecotes around Tripolis. Such dovecotes were to be found “planted” on land in Mantineia and Tegea. The author discovered a towershaped, stonebuilt dovecote not far from the ancient theatre of Mantineia. Marble, architectural members had been incorporated into the walls of the building on both sides, these members probably had come from the temple of Poseidon, nearby. About 100 metres away the author found another simple, two-storey building, a dovecote and house in one. The basement was built of stone with an ancient architectural member wedged into the wall. On the brick first floor there were holes in the wall for pigeons to roost. Both buildings are simple, peasant buildings built without a plan. They seem to date from some time between 1920 and 1940.

Dovecotes on the island of Tinos Yiannis Simiriotis

The breeding of pigeons was the exclusive privilege of Genovese nobles. When, in 1204, the island of Tinos was invaded by the Genovese, the locals were obliged to build dovecotes, their only reward being the pigeons’ droppings which they used as fertilizer for their land. After the departure of the Genovese from their island, the inhabitants of Tinos continued to breed pigeons for their droppings and their meat. The western style dovecotes, known as “couloubaria” became a feature of cycladic architecture. Out of the many dovecotes that were built on the island during the 18th and 19th century, today there remain roughly one thousand. In this article the square buildings are described in detail. They have two floors and a terrace, the materials they are built of are described, as well as the façade and the external decoration on the dovecotes.

The topographic mapping of caves (supplement) Dionysis-Dimitris Balodimos, Stefanos Dongouris

In issue 16 of the Archaeologia journal, five drawings were omitted which were supposed to accompany D.D Balodimos and S. Dongouris’ article. Here we publish the introduction to the article in question, also the plans of the Sfarangas cave at Lithi on the island of Chios.

A day at the museum Cornelia Hadziaslani

It is the title given to a series of educational programs organized by the Campion School for its pupils and their parents. Specialized technicians recreated the way the objects on show had been originally made. The next step, after this reconstruction, was to make an “archive” allowing reconstruction at another museum. Visits were made by the Campion School to four museums in Athens. The Museum of Greek Folk Art, the Municipal Museum of Folk Art and Traditions (housed in Angeliki Hadjimihali’s home), The Benaki Museum, and The Numismatic Museum. Activities ranged from making a wicker chair to weaving at a loom, from making traditional Greek shoes to processing fur. The artist Bost gave the children drawing lessons, other activities were painting on porcelain, printing on fabrics and making the national Greek skirt, the foustanela. Bread sculptures were created, a traditional felt jacket was decorated , lessons were given in the painting of religious icons and in Byzantine lettering.

The case of an excavation in France and of those at home Metaxia Tsipopoulou

A brochure was brought out by The Archaeological Centre at Chartres in France in which the record was kept of the excavation of an ancient town that lies beneath the modern town of Chartres. This led to the author of the article making inevitable comparisons with the state of things in Greece. In this article she asks herself why, for instance, rescue excavations in Greek cities are not used as an opportunity to understand town-planning in antiquity. Why essays and brochures are not funded. These should help the uninformed public to better understand archaeologists’ work. Should archaeologists themselves try to approach the general public? Why are interdisciplinary teams and archaeological institutions not introduced in order to study and promote districts of interest? Could the Ministry of Youth perhaps send groups of young people to attend and help in excavations?

The role played by airing, lighting and acoustics in museum microclimates Giorgos Alexiou

Climate or Microclimate is the name for the sum total of environmental conditions prevailing in a museum. A museum’s microclimate includes acoustic, atmospheric, thermal and optic conditions. The main factor determining acoustic weather conditions in a museum is the noise level. Certain sound frequencies have been known to create oscillation in objects that are tuned in to these frequencies, and to cause damage. The main factor that determines the atmospheric climate in a museum are the particles of dust in the air; sulphur dioxide, nitrogen, hydrogen, ammonia, ozon and chloroionta. The warmth of the microclimate depends on the degree of moisture and what temperature the room has. The effect had on museum objects by moisture, depends on the material that exhibits are made of. Metal for instance can get corroded by the damp, and absorbent materials such as certain fibres, or bone can crack or warp. In the case of organic materials such as paper, papyrus, leather or woven materials, damp causes the fibres to become stiff and brittle. The temperature possibly affects the moisture level and brings about certain chemical reactions faster. In the case of the optical environment in a museum, this is regulated by control of visible and ultra-violet radiation. Museum exhibits are divided into those with simple molecular systems (metals) and those with complex molecular systems such as wood and materials. Complex materials can suffer serious photolytic or photochemical damage. This can be dealt with by controlling radiation levels and seeing that objects don’t get exposed to such radiation.

A study of the gold coins of Pyrrhus that have the trophy-bearing Nike on the back Christine Samoni-Lecomte

The coins bearing Nike on them are believed to be of Syracusian origin, belonging to the years between 278BC and 276BC, that is the period during which Pyrrhus was in Sicily. Nike symbolizes royal success and divine protection in triumphs past and yet to come. Stylistically the Pyrrhus coins’ Nike is influenced by the Nike on Alexander the Great’s coins but also differs in finesse and in the dynamism she expresses on the Pyrrhus coin. Here Nike is presented at the innovative three-quarter angle, wearing a gown which is both well-presented and elegant in itself. It is a Hellenistic style tunic with a long veil tying under the breast.

Τεύχος 18, Φεβρουάριος 1986 No. of pages: 98
Κύριο Θέμα: Βιομηχανική αρχαιολογία Αντρέας Ιωαννίδης

Γκυστάβ Ντορέ, εικονογράφηση από το «Σκασιαρχείο», 1861. Πρόκειται για την αρχαιολογία του χθες, του άμεσου παρελθόντος μας, η έρευνα του οποίου αποτελεί μια μορφή αυτοψυχανάλυσης. Οι ραγδαίες επιπτώσεις της βιομηχανικής επανάστασης δημιουργούν έναν νέο τύπο ανθρώπου με επίγνωση της απομόνωσης αλλά και της ανεξαρτησίας του. Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την ατομικότητά του και προσπαθεί να κατοχυρώσει τα δικαιώματά της με τα κοινωνικά και πολιτισμικά κινήματα του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού. Οι μηχανές, παρά την αμφιθυμία που προκαλούν, απελευθερώνουν το άτομο από άλλες εξαρτήσεις. Μια νέα μορφή ανθρώπινης ευαισθησίας γεννιέται με τη βιομηχανική κοινωνία. Τα «βιομηχανικά αποτυπώματα» ερευνώνται επειδή ανήκουν στους παράγοντες που τη δημιούργησαν.

Η βιομηχανική αρχαιολογία στον ελληνικό χώρο: μια πρώτη προσέγγιση Παναγιώτα Καλόγρη, Φωτεινή Μαργαρίτη, Βάσιας Τσοκόπουλος

Μέρος της βιομηχανικής ζώνης του Πειραιά (Ιστορικό Αρχείο του Δήμου Πειραιά). Η ιστορική αναδρομή στη βιομηχανία στην Ελλάδα κινείται ανάμεσα στο 1860 και το 1920. Από τον πρώτο της κύκλο που κλείνει μαζί με τον 19ο αιώνα, η ελληνική βιομηχανία προσανατολίζεται στην ελαφρά βιομηχανία καταναλωτικών αγαθών. Κύριοι βιομηχανικοί κλάδοι είναι οι αλευρόμυλοι, οι βιομηχανίες βάμβακος, η βυρσοδεψία, η μεταλλουργία. Λίγες μονάδες βαριάς βιομηχανίας, κυρίως μηχανουργεία, βρίσκονται στον Πειραιά, την Ερμούπολη, το Βόλο, βιομηχανικά κέντρα μαζί με την Πάτρα, την Καλαμάτα και την Κέρκυρα. Οι περισσότερες βιομηχανικές επιχειρήσεις έχουν περιορισμένα κεφάλαια κίνησης και πενιχρή τραπεζική χρηματοδότηση. Αρκετές πτωχεύουν. Η κυβερνητική πολιτική ακολουθεί τις αρχές του ελεύθερου συναγωνισμού. Οι διαμάχες για τον προστατευτισμό που άρχισαν τη δεκαετία του 1840 κορυφώνονται στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Στον εκσυγχρονισμό της βιομηχανίας συμβάλλει η ίδρυση της (γαλλικής) «Ελληνικής Ηλεκτρικής Εταιρείας». Ως το 1915-1920 το σιδηροδρομικό δίκτυο και οι αμαξιτοί δρόμοι έχουν επεκταθεί σημαντικά. Προσαρτήθηκαν νέα βιομηχανικά κέντρα, η Θεσσαλονίκη, η Νάουσα, η Μυτιλήνη. Είναι η μόνη περίοδος (1913-1924) που η ελληνική βιομηχανία διαθέτει αρκετά κεφάλαια. Έτσι αναπτύσσεται το δεύτερο κύμα εκβιομηχάνισης. Η βιομηχανία όμως συγκεντρώνεται στα εδάφη της Παλιάς Ελλάδας. Η εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα, αρχίζοντας έναν αιώνα αργότερα από την έναρξη της βιομηχανικής επανάστασης, επιμηκύνει την έρευνα ως το 1920. Οι εκτεταμένες καταστροφές του αστικού περιβάλλοντος, τα κενά της έρευνας, τα χάσματα των πηγών απαιτούν τη συνεργασία όλων των ειδικοτήτων. Η βιομηχανική αρχαιολογία αναδεικνύει τον κοινωνικό χαρακτήρα των μνημείων. Με ανάλογους προβληματισμούς συστάθηκε η διεπιστημονική «Εταιρεία βιομηχανικής αρχαιολογίας και προστασίας βιομηχανικής κληρονομιάς της Ελλάδας».

Βιομηχανική αρχαιολογία: η άλλη αρχαιολογία Γιώργος Μαχαίρας

Το εργοστάσιο Nelson στην οδό Πειραιώς. «Η βιομηχανική αρχαιολογία είναι ένα πεδίο μελέτης που ενδιαφέρεται για την ανίχνευση, την έρευνα, την καταγραφή και ενδεχομένως τη διατήρηση των βιομηχανικών μνημείων. Εκτός αυτού προσπαθεί να συνδέσει το ενδιαφέρον αυτών των μνημείων στο ιστορικό, κοινωνικό, τεχνολογικό τους πλαίσιο.» Η χρονολογική οριοθέτηση της έρευνας είναι από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η βιομηχανική αρχαιολογία. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το πεδίο έρευνας αρχίζει από την προϊστορία, όταν ο άνθρωπος εκμεταλλεύεται και επεξεργάζεται πρώτες ύλες για να κατασκευάσει εργαλεία. Άλλοι όμως θεωρούν το βιομηχανικό μνημείο ένα «σημάδι» και, στρέφοντας την προσοχή τους από τα πράγματα στους ανθρώπους, εστιάζουν στη νέα εργασιακή και κοινωνική οργάνωση και στις πόλεις που αυτή η δυναμική μεταμορφώνει. Ένα δεύτερο πρόβλημα αφορά τη θεωρητική και μεθοδολογική πληρότητα αυτού του νέου χώρου έρευνας. Τώρα πια πηγές πληροφοριών θεωρούνται όχι μόνο τα μνημεία αλλά και αρχεία βιομηχανιών, σχέδια, φωτογραφίες, γραπτές ή προφορικές μαρτυρίες. Θεωρείται επίσης δεδομένο ότι το φαινόμενο της εκβιομηχάνισης διαμόρφωσε όχι μόνο κοινωνικές συμπεριφορές και νοοτροπίες αλλά ακόμη και το υποσυνείδητο των ανθρώπων. Οι κλειστές ιεραρχίες που κατακερμάτιζαν το πεδίο της ιστορίας σπάνε, οι χώροι αναζήτησης αποδεικνύονται αλληλένδετοι. Ακόμη ένα ζήτημα αποτελεί η σχέση του αντικειμένου της βιομηχανικής αρχαιολογίας με την πολιτιστική κληρονομιά. Τα πολιτιστικά αγαθά οφείλουν να επαναπροσδιοριστούν για να συμπεριλάβουν την «κουλτούρα του χρήσιμου», την ιστορία των «κατώτερων τάξεων», ένα παρελθόν που είναι ακόμα μέσα μας. Προτείνεται η διεύρυνση του αισθητικού κώδικα στην αισθητική της μηχανής. Τα αντικείμενα της βιομηχανικής αρχαιολογίας που εντάσσονται στην πολιτιστική κληρονομιά είναι: α) τα βιομηχανικά κτίρια, β) οι εργατικές κατοικίες, γ) τα μέσα επικοινωνίας και μεταφοράς, δ) οι μηχανές, τα εργαλεία. Η βιομηχανική αρχαιολογία εγείρει σύνθετα προβλήματα καταγραφής, διατήρησης και χρήσης. Η προστασία των βιομηχανικών μνημείων με την υπάρχουσα νομοθεσία είναι αδύναμη και ανεπαρκής. Η καταγραφή θα πρέπει να αποτελέσει το κατώφλι της έρευνας για τις ιστορικές κοινωνικές ομάδες και για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, στην πόλη, στους ανθρώπους που έφερε η εκβιομηχάνιση. Η συλλογή και η ταξινόμηση ενός τέτοιου υλικού είναι ήδη έργο τεράστιο. Η αποδοχή μιας πολιτικής της «διατήρησης» δεν εγγυάται ούτε τη σωστή ανάδειξη των μνημείων, ούτε τη σωστή τους επανένταξη, ούτε την εύστοχη επαναχρησιμοποίησή τους. Το μέλλον των βιομηχανικών μνημείων, για κάποιο λόγο, συνδέθηκε άρρηκτα με τους ανεξάντλητους πολιτιστικούς συλλόγους; Ουδείς φαντάζεται να στεγάζονται σε βιομηχανικά μνημεία σχολεία, γυμναστήρια, βιβλιοθήκες.

Γκαζοχώρι: η τελευταία φλόγα Γιώργος Μαχαίρας

Μορφές στην ιστορία των εργαλείων. Ο συγγραφέας υπερασπίζεται την αρχιτεκτονική του ωφέλιμου, την ομορφιά της μηχανής, την απλότητα που συμβαδίζει με την απόλυτη ακρίβεια, τις γεωμετρικές σχέσεις. Το 1856 στον επιχειρηματία Φραγκίσκο Φεράλδη παραχωρείται για 50 χρόνια το αποκλειστικό προνόμιο κατασκευής και εκμετάλλευσης εργοστασίου που θα παράγει γκάζι για το φωτισμό της πόλης. Γύρω στα 1887, και αφού ο Φεράλδης έχει παραχωρήσει όλα τα δικαιώματα σε ανώνυμη γαλλική εταιρεία χωρίς την έγκριση της Κυβέρνησης, τα δικαιώματα αναλαμβάνουν οι κκ. Ζ.Β. Σερπιέρης και Fulon den Vol καταφέρνοντας να παρατείνουν το συμβόλαιο ως το 1938, οπότε η διαχείριση του εργοστασίου περνά στο Δήμο της Αθήνας. Με γαλλική μελέτη, το εργοστάσιο γκαζιού οικοδομείται το 1857 στις παρυφές της πόλης. Η αρχιτεκτονική του τυπολογία προσαρμόζει τους όγκους στην εγκατάσταση των μηχανών και τις ανάγκες του κύκλου παραγωγής χωρίς να παραλείπει κάποιες διακοσμητικές πινελιές στις προσόψεις ή τις μεταλλικές κατασκευές. Η πρώτη φάση κατασκευής (1857-1862) προβλέπει τα απαραίτητα στοιχεία για την έναρξη της παραγωγής σε ελάχιστα επίπεδα. Στη δεύτερη φάση (1896-1914) συντελείται η διεύρυνση του εργοστασίου που αρχίζει να παράγει αέριο όχι μόνο για το φωτισμό της πόλης αλλά και για οικιακή και βιοτεχνική χρήση. Η τρίτη φάση (1952-1960) χαρακτηρίζεται μόνο από την κατασκευή του υδαταερίου και την τακτοποίηση των διαφόρων παραγωγικών δραστηριοτήτων. Πίσω από έναν ψηλό πέτρινο τοίχο δημιουργείται μια μικρή αυτοδύναμη πολιτεία. Την αίσθηση αυτονομίας φανερώνουν οι προτάσεις που βρέθηκαν ανάμεσα στα σχέδια για την κατασκευή παιδικού σταθμού και καταφύγιου.

Οι πρώτες βιομηχανικές εγκαταστάσεις στην Κεντρική Μακεδονία (19ος-20ός αι.) Γιώργος Παλάσκας

Νάουσα: Το βαμβακοκλωστήριο Λόγγου-Κύρτση-Τουρπάλη. Έτος λειτουργίας 1874. Η βιομηχανική έξαρση (1850-1912) στην Κεντρική Μακεδονία δεν οφείλεται μόνο στην πολλή και φθηνή ενέργεια που πρόσφεραν οι υδατοπτώσεις στις πλαγιές του Βέρμιου. Στα αστικά της κέντρα προϋπήρχε παράδοση κλωστικής και υφαντικής, τα ίχνη της οποίας χάνονται στον 18ο αιώνα. Στην Κεντρική Μακεδονία, το βιομηχανικό κτίριο στην πρώτη του περίοδο ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο της ξυλόστεγης βασιλικής με μορφολογικά χαρακτηριστικά που επηρεάζονται από την τοπική λαϊκή αρχιτεκτονική. Κεντροευρωπαϊκά μηχανήματα στα νηματουργεία ή αγγλικά στα υφαντήρια και τα εριουργεία επιβάλλουν αντίστοιχες αρχιτεκτονικές λύσεις. Το βαμβακοκλωστήριο των Λόγγου-Κύρτση-Τουρπάλη στη Νάουσα παρουσιάζει όλες τις φάσεις εξέλιξης. Ο υδρόμυλος είναι κτίσμα προβιομηχανικό, λειτουργεί στα 1850-1860 και συγγενεύει μορφολογικά με τα τοπικά κτίσματα. Το νηματουργείο λειτουργεί το 1874 με αυστριακά μηχανήματα και οι οδοντωτές απολήξεις στις στέγες, που επιβάλλονται για λειτουργικούς λόγους, εισάγουν μια νέα αισθητική. Στο υφαντήριο που λειτουργεί το 1892 διακρίνεται η αισθητική του τέλους του 19ου αιώνα με τα μεγάλα μεταλλικά ανοίγματα και η χρήση νέων υλικών, όπως το σίδηρο και το τούβλο. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Νάουσα είναι το πιο οργανωμένο βιομηχανικό κέντρο στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Η βιομηχανική εξέλιξη μετατοπίζει τις ακίνητες πατριαρχικές κοινωνίες της Βαλκανικής. Δημιουργείται εργατική τάξη που κατεβαίνει σε απεργία το 1905, 1909, 1910, ενόσω οι βιομήχανοι στηρίζουν τον εθνικισμό. Ωστόσο, η ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος δημιουργεί προβλήματα στους κεντρομακεδόνες κεφαλαιούχους, που θα επιδεινώνονται ως το 1923. Η φαινομενική ανάπτυξη που ακολούθησε παύει το 1932. Η παγκόσμια κρίση, ο πόλεμος, ο εμφύλιος την κατέστρεψαν προτού αυτή προλάβει να ξεπεράσει την παραδοσιακή διαδικασία παραγωγής.

Εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας στην Έδεσσα Χριστίνα Ζαρκάδα-Πιστιόλη

Έδεσσα. Εριουργείο ΣΕΦΕ.ΚΟ Α.Ε. Άποψη του κλωστηρίου: κλώστριες. Η Έδεσσα ήταν η δεύτερη πόλη στην παραγωγή μεταξιού. Είχε εκκοκιστήρια βάμβακος και εργοστάσια ταπητουργίας που γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση. Τα υδροκίνητα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, σε μεγάλη ακμή κατά το μεσοπόλεμο, ιδρύθηκαν ανάμεσα στο 1874 και το 1912 στις πόλεις του Βερμίου και επωφελήθηκαν από την κινητήρια δύναμη του νερού, τα χαμηλά ημερομίσθια και την πλούσια ντόπια παραγωγή πρώτων υλών. Στην Έδεσσα κάθε εργοστάσιο εκμεταλλεύεται και έναν καταρράκτη. Ο μηχανικός τους εξοπλισμός προέρχεται από την Ευρώπη ενώ η παραγωγή τους καταναλώνεται στην ευρύτατη περιοχή της τότε Ευρωπαϊκής Τουρκίας. 1. Το Νηματουργείο Γρηγορίου Τσίτση και Σία ιδρύθηκε το 1895. Η πρώτη βιομηχανική μονάδα της Έδεσσας εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο νηματουργείο όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Ανατολής. 2.«Ένωσις Βιομηχανικών Επιχειρήσεων ΕΣΤΙΑ Α.Ε.» είναι η επωνυμία της επιχείρησης που συνενώνει ένα νηματουργείο και ένα κλωστοϋφαντουργείο που παρήγαγε δίμητο, φανέλα και κάμποτο. 3. Το «Καναβουργείο Α.Ε. Έδεσσα» άρχισε να λειτουργεί το 1913. Ήταν το καλύτερο από τα τέσσερα καναβουργεία της Ελλάδας και παρήγαγε σχοινιά και σπάγκους. Ιστορικό διατηρητέο μνημείο, σώζει ως σήμερα τον αρχικό του εξοπλισμό. 4.Το Καναβουργείο των αδελφών Αποστόλου και Σπυριδωνίδη ουσιαστικά δεν λειτούργησε. Σώζονται μόνο οι εξωτερικοί του τοίχοι από πωρόλιθο. 5.Η Εριοβιομηχανία ΣΕ.ΚΟ Α.Ε. ξεκίνησε ως Εριουργείο των αδελφών Σεφερτζή-Κόκκινου, είχε τον τελειότερο μηχανικό εξοπλισμό από όλα τα εργοστάσια της πόλης και παρήγαγε υφάσματα σκωτσέζικα (κασμίρια). Το 1985 αγοράζεται από τον βιομήχανο Σημαιοφορίδη για να μετατραπεί σε εργοστάσιο έτοιμων ενδυμάτων. Στο πλαίσιο της μετατροπής, ο αρχικός εξοπλισμός πουλήθηκε και 36 αργαλειοί έγιναν παλιοσίδερα.

Η Καβάλα ως καπνούπολη Σαπφώ Αγγελούδη

Δημοτική καπναποθήκη Καβάλας, σπάνιο είδος υψηλής εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής. Από το 1850 η Καβάλα ετοιμάζεται να αναδειχθεί στο μεγαλύτερο κέντρο επεξεργασίας καπνού των Βαλκανίων. Την εμπορία διακινούν οι Μπέηδες που αγοράζουν από τους παραγωγούς και συνεργάζονται με τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, αντιπρόσωπους των μεγάλων εμπορικών οίκων και των κρατικών μονοπωλίων Γαλλίας και Αυστρίας. Οι περισσότερες καπναποθήκες συγκεντρώνονται στην παραλιακή περιοχή του Αγίου Ιωάννη. Το 1896 γίνεται η πρώτη απεργία, το ημερομίσθιο αυξάνεται. Λίγο μετά την επανάσταση των Νεότουρκων (1908), ιδρύεται το πρώτο καπνεργατικό σωματείο, η «Ευδαιμονία», που πετυχαίνει μείωση του ωραρίου από δώδεκα ώρες σε εννιά και αύξηση του μεροκάματου. Μετά την εκδίωξη του βουλγαρικού στρατού το 1918, η ανάπτυξη της Καβάλας είναι αλματώδης. Οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία διπλασιάζουν τον πληθυσμό της. Οι εταιρείες καπνού που ξεπερνούν τις 50, διαθέτουν πάνω από 160 καπναποθήκες και απασχολούν 14.000 εργάτες, δηλαδή τους μισούς καπνεργάτες της Ελλάδας. Οι καπνεργάτες οργανώνονται σε δυο σωματεία, την Καπνεργατική Ένωση Καβάλας (ΚΕΚ) και την Πρόοδο. Το 1926, το Ταμείο Ασφάλισης Καπνεργατών (ΤΑΚ) αποφασίζει την κατοχύρωση του επαγγέλματος των καπνεργατών, την υγειονομική τους περίθαλψη και την επιδότηση των ανέργων. Οι καπνεργάτες έχουν δυο εκπολιτιστικούς συλλόγους, τον «Αισχύλο» και τον «Εργατικό Αστέρα» και εκδίδουν τις σατιρικές εφημερίδες «Κύμα» και «Ζιζάνιο». Η κρίση του 1930 πλήττει την πόλη. Το μεροκάματο μειώνεται στις 27 δρχ. για τις γυναίκες και στις 50 δρχ. για τους άντρες. Το 1933, οι καπνέμποροι εισάγουν την απλή επεξεργασία, την τόγκα, για την οποία οι γυναίκες επαρκούν. Οι άντρες απολύονται. Με πολυήμερες καταλήψεις οι καπνεργάτες πετυχαίνουν ισότιμη συμμετοχή των αντρών στην τόγκα και κατοχύρωση του επαγγέλματός τους. Το 1953, οι καπνέμποροι πετυχαίνουν να ψηφιστεί από τη Βουλή η άρση της κατοχύρωσης του καπνεργατικού επαγγέλματος και η έξοδος των αντρών από αυτό.

Ελλάδα: εκβιομηχάνιση χωρίς επανάσταση Χρήστος Χατζηϊωσήφ

Από το βιβλίο «Η λαϊκή επιγραφή στην Ελλάδα», εκδ. Παπαστράτος ΑΒΕΣ, Αθήνα 1974. Η βιομηχανική επανάσταση, όπως την ορίζει ο E. Hobsbawm, δεν συνέβη ποτέ στην Ελλάδα. Η ανεξαρτησία της Ελλάδας δεν σήμανε και τη συγκρότηση ενιαίας εθνικής οικονομίας. Την κατάτμηση του οικονομικού χώρου (Αιγαίο, ορεινή Στερεά, Δυτική Ελλάδα) συντηρεί ο ποσοτικά κυρίαρχος γεωργικός τομέας. Η διαθεσιμότητα προσιτής γεωργικής γης συνεπάγεται τη μη διαθεσιμότητα εργατικής δύναμης. Από τη δεκαετία του 1870, η βιομηχανική ανάπτυξη εξαπλώνεται. Πρόσφυγες της Κρητικής Επανάστασης προσφέρουν εργατικά χέρια στη Σύρο και τον Πειραιά. Ωστόσο ο αγροτικός τομέας εξακολουθεί να καθορίζει το ρυθμό προόδου της ελληνικής οικονομίας. Μετά το 1884 νέες βιομηχανίες ιδρύονται και το 1907 οι εργοστασιάρχες συνασπίζονται στον Σύνδεσμο Ελλήνων Βιομηχάνων και Βιοτεχνών. Με το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων αρχίζει η δεύτερη φάση της εκβιομηχάνισης. Με την εδαφική του επέκταση, το ελληνικό κράτος ενσωματώνει την κλωστοϋφαντουργία της Βέροιας και της Νάουσας και τον βιομηχανικό πυρήνα της Θεσσαλονίκης, όλα με μακρά παράδοση ανύπαρκτη στην Παλιά Ελλάδα. Η συρροή των προσφύγων του 1922 αυξάνοντας την προσφορά μεταβάλλει υπέρ των βιομηχάνων τις συνθήκες στην αγορά εργασίας. Στις παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου αποκρυσταλλώνονται οι διαρθρωτικές αδυναμίες που προκαλούν την παρέμβαση των τραπεζών και του κράτους. Το σύνολο του βιομηχανικού τομέα εξαρτάται από την απρόσκοπτη εισαγωγή από το εξωτερικό του μηχανικού εξοπλισμού και των βασικών πρώτων υλών. Με την αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής, η εξάρτηση αυτή διευρύνει το άνοιγμα του εμπορικού ισοζυγίου με το εξωτερικό. Η κυβερνητική παρέμβαση εκδηλώνεται μόνο υπέρ λίγων μεγάλων επιχειρήσεων συμβαδίζοντας με την τραπεζική χρηματοδότηση που ευνοεί τη «συγκεντρωποίηση» του κεφαλαίου. Το 1940 δέκα μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις απορροφούν το 90% των πιστώσεων της Εθνικής Τράπεζας. Παράδειγμα κρατικού παρεμβατισμού είναι η κρατική πολιτική για το βαμβάκι μετά την ίδρυση το 1930 του Οργανισμού Βάμβακος. Στη δεύτερη φάση της επιτάχυνσης της εκβιομηχάνισης, ανάμεσα στους Βαλκανικούς και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διατυπώνονται επιτέλους προτάσεις για τη δημιουργία βαριάς βιομηχανίας. Η καταστροφή που φέρνει ο εμφύλιος καταδικάζει τα πιο ριζοσπαστικά σχέδια, όπως τη «σύμβαση του Αχελώου». Γύρω στα 1955-1962, ένα εργατικό δυναμικό που δεν μπορεί να απορροφηθεί μεταναστεύει. Η τρίτη φάση της επιτάχυνσης της ελληνικής εκβιομηχάνισης διαρκεί από το 1962 ως το 1973. Στις συνθήκες που την επέτρεψαν ανήκουν τα εισοδήματα του τριτογενούς τομέα (ναυτιλία, τουρισμός) και τα εμβάσματα των μεταναστών. Για πρώτη φορά η συμβολή της βιομηχανίας στη σύνθεση του εγχώριου προϊόντος και των εξαγωγών ξεπερνάει το μερίδιο του αγροτικού τομέα. Οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής βιομηχανίας όμως παραμένουν. Η παθολογική εξάρτηση της βιομηχανίας από το τραπεζιτικό κεφάλαιο και την κρατική παρέμβαση εξακολουθεί να υφίσταται.

Δύο εργοστάσια των αρχών του αιώνα στη Xαλκίδα Γιούλη Βελισσαροπούλου

Το οινοποιείο «Αρέθουσα». Προσεγμένη λιθοδομή και πρόσθετα διακοσμητικά στοιχεία. Κοντά στη Χαλκίδα, στην περιοχή Άγιος Στέφανος, σώζονται δύο εργοστάσια των αρχών του 20ού αιώνα. Το εγκαταλελειμμένο ποτοποιείο «Αρέθουσα» εντυπωσιάζει με την αρχιτεκτονική και το προσεγμένο κτίσιμο. Οι αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες στο εργοστάσιο πυρηνελαίου και σαπωνοποιίας μάλλον οφείλονται στους ηπειρώτες τεχνίτες που συμμετείχαν στην ανέγερσή του. Αρχαιολογικά ευρήματα από την περιοχή εντοιχίστηκαν στο κτίριο. Οι ιδρυτές Κιαπέκος και Καράκωστας προχώρησαν στην παραγωγή πράσινου σαπουνιού με σήμα τη Μέλισσα. Εξαγωγές πυρηνελαίου γίνονταν και στο εξωτερικό. Γύρω στο 1930 άρχισαν να κατασκευάζονται διακοσμημένες πλάκες δαπέδου. Στη διάρκεια της Κατοχής το εργοστάσιο σταμάτησε να λειτουργεί. Σήμερα οι δραστηριότητές του έχουν περιοριστεί στην παραγωγή πυρηνελαίου.

Άλλα θέματα: Η Πάτρα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Οι ατσάλινες γραμμές του τραίνου συνδέουν Ανατολή και Δύση. Στη Διεθνή Έκθεση Παρισίων του 1900, η Πάτρα απέσπασε δεκαοκτώ βραβεία, άλλα για βιομηχανίες ποτών και άλλα για τις σταφίδες, το κύριο εξαγωγικό της προϊόν. Με «σύγχρονη» τεχνολογία λειτουργούσαν η μεγαλύτερη χαρτοβιομηχανία της εποχής, κλωστήρια, αλευρόμυλοι, «ατμοκίνητο» εργοστάσιο κηροπλαστικής και ζαχαροπλαστικής κ.ά. Η τεχνολογική πρόοδος του 18ου αιώνα εκτινάσσει τη βιομηχανία. Η άνοδός της αντανακλά στα μέσα συγκοινωνίας και επικοινωνίας. Ο τηλέγραφος συνδέει μακρινές πόλεις (1858). Πρώτη τηλεφωνική συνδιάλεξη από τον Μπελλ (1876). Το κυλινδρικό περιστρεφόμενο πιεστήριο επιτρέπει την κυκλοφορία εφημερίδων (1866) που θα τελειοποιηθεί με την εφεύρεση της λινοτυπίας (1884-1886).

Η διαφορά των κνημίδων που βρέθηκαν στο βασιλικό τάφο της Bεργίνας και η χωλότητα του Φιλίππου Γιώργος Δελίδης

Οι δυο ανόμοιες κνημίδες από τον Βασιλικό τάφο του Φιλίππου στη Βεργίνα. Αν και παραδίδεται ότι ο βασιλιάς ήταν χωλός από βαρύ τραυματισμό στο μηρό, ο Μανόλης Ανδρόνικος απέδωσε στον Φίλιππο τον βασιλικό τάφο της Βεργίνας χωρίς να στηριχτεί στη διαφορά ύψους των δύο κνημίδων (3,5 εκ.). Βέβαια, τα οστά κνήμης και μηρού που βρέθηκαν στον τάφο δεν εμφανίζουν διαφορά ως προς το μήκος τους. Τίθεται όμως το ερώτημα: πώς ο τραυματισμός ενός ενήλικα στο μηρό μπορεί να προκαλέσει βράχυνση της κνήμης χωρίς αντίστοιχη βράχυνση των οστών; Η μόνη περίπτωση, αποφαίνεται ο συγγραφέας, καθηγητής Παθολογικής Ανατομικής, είναι μια οπίσθια απεξάρθρωση του γόνατος που μπορεί να βραχύνει την κνήμη έως και 6 εκ.

Εντοπισμός προϊστορικών λατομείων Εύη Σαραντέα-Mίχα

Αδοκάνα από τη Μήλο, γεωργικό εργαλείο με λεπίδες από πυριτόλιθο. Σε τρεις γειτονικές περιοχές της Κεντρικής Εύβοιας, στην περιοχή Φανερωμένης της Νέας Αρτάκης, στο Βολέρι και στον Εφτακόνακα Μακρυκάπας, ανακαλύφθηκε πλήθος προϊστορικών εργαλείων από πυριτόλιθο. Το γεγονός ότι και οι τρεις αυτές λατομειακές θέσεις είχαν χρησιμοποιηθεί και ως τόποι διαμονής μαρτυρεί ότι τους πληθυσμούς προσήλκυσαν η καλή ποιότητα του πυριτόλιθου και τα άφθονα κοιτάσματά του. Η χρήση εργαλείων από σκληρά πετρώματα και ορυκτά στους προϊστορικούς χρόνους, οψιδιανό, πυριτόλιθο, χαλαζία, χαλκηδόνιο κ.ά., υποδεικνύει ότι στις πηγές αυτών των υλικών μπορεί να ανιχνευτεί η απώτερη Προϊστορία μας.

«Ο Θερισμός» του Kωνσταντίνου Παρθένη. Συντήρηση και αποκατάσταση του καμένου έργου Μιχάλης Δουλγερίδης

Ο «θερισμός» του Κ. Παρθένη στην έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης. Το 1980 καταστράφηκαν, από πυρκαγιά, πολλά έργα του Κ. Παρθένη (1878-1967). Τρεις μισοκαμένοι πίνακες, ανάμεσά τους και «Ο θερισμός» (διαστάσεων 1,66x1,56 μ.), μεταφέρθηκαν στο Εργαστήριο Συντήρησης της Εθνικής Πινακοθήκης. Ο συγγραφέας περιγράφει διεξοδικά τις μεθόδους και τα πολλά και πολύπλοκα στάδια της αποκατάστασης του πίνακα. Στο τελευταίο στάδιο της αποκατάστασης το ζήτημα ήταν η επέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα στην αισθητική μορφή του έργου τέχνης για τη μέλλουσα βιωσιμότητά του. Οι ειδικοί ονομάζουν την υλική και αισθητική φθορά που προκαλεί σε ένα έργο τέχνης ο χρόνος «έλλειψη». Αντίθετα, οι φθορές και καταστροφές που προκάλεσαν βίαια γεγονότα ονομάζονται «απώλειες» της αισθητικής μορφής της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Στον «Θερισμό» έπρεπε να αποκατασταθεί η διαταραγμένη αισθητική του. Για την αντιμετώπιση της «απώλειας» χρησιμοποιήθηκε η χρωματική επιλογή που στηρίχτηκε στη θεωρία του δρα Ουμπέρτο Μπαλντίνι και που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στην αισθητικομορφική αποκατάσταση της «Σταύρωσης» του Τσιμαμπούε στην εκκλησία Σάντα Κρότσε της Φλωρεντίας. Εκ των υστέρων, επικράτησε άλλη πρόταση: αφαιρέθηκε η χρωματική επιλογή, ξηλώθηκε το στοκάρισμα και έμεινε μόνο η λινάτσα. Η ψυχρή αισθητική που δημιουργήθηκε κατευθύνει το βλέμμα στα ακρωτηριασμένα κομμάτια προκαλώντας λύπη και απογοήτευση αντί για αισθητική χαρά.

Η πύλη του Ηρώδη του Αττικού στο Μαραθώνα Φωτίου K.Φ.

Αναπαραστάσεις της πύλης του Ηρώδη του Αττικού κατά Lebas και Mallwitz αντίστοιχα. Παρόμοια σε διαστάσεις και μορφή με την πύλη του Αδριανού ήταν η μνημειακή αψίδα-πύλη του Ηρώδη του Αττικού στο Μαραθώνα. Μόνο λείψανά της σώζονται σήμερα. Τρεις επιγραφές έχουν βρεθεί στα λείψανα αυτά. Οι δύο ορίζουν το χώρο που ανήκει στον Ηρώδη και τη Ρήγιλλα, ενώ η τρίτη αναφέρεται στη νέα πόλη του Μαραθώνα που πήρε το όνομα της Ρήγιλλας. Οι τελευταίες μελέτες τοποθετούν τον αρχαίο δήμο του Μαραθώνα στα οροπέδια της Σταμάτας, πάνω από το Βρανά. Γίνεται επομένως αποδεκτό ότι ο τύμβος δεν έχει σχέση με τη μάχη του Μαραθώνα που δεν μπορεί παρά να έγινε στο στενό της Αυλώνας.

Βιβλιοθήκες στην αρχαία Ελλάδα Επαμεινώνδας Βρανόπουλος

Επιγραφή της βιβλιοθήκης του Πανταίνου με οδηγίες για τους χρήστες. Οι επιγραφικές πηγές για τις βιβλιοθήκες δεν μας πληροφορούν για τίποτα πέρα από την ύπαρξή τους. Η πρώτη βιβλιοθήκη της Αθήνας από τους χρόνους του Πεισίστρατου, λεηλατήθηκε το 480 π.Χ. από τον Ξέρξη που πήρε τα συγγράμματά της στην Περσία. Ο Σέλευκος ο Νικάνωρ τα βρήκε και τα επέστρεψε στην Αθήνα. Ονομαστή ήταν η βιβλιοθήκη του Δημήτριου του Φαληρέα, πολυτελής και επιβλητική εκείνη του Αδριανού. Στο χώρο της Αγοράς υπήρχε η βιβλιοθήκη του Πανταίνου. Επιγραφές αναφέρουν τη βιβλιοθήκη «εν Πτολεμαίω» και άλλη στον Πειραιά. Βιβλιοθήκες υπήρχαν στους Δελφούς, την Επίδαυρο, τη Δήλο και στα νησιά Σάμος, Ρόδος, Κως, Κρήτη και Κύπρος. Επίσης στη Σπάρτη, τη Μεσσηνία και την Πάτρα. Στην Πέλλα και την πόλη των Φιλίππων. Η βιβλιοθήκη της Περιπατητικής Σχολής γνώρισε περιπέτειες. Ιδιωτικές βιβλιοθήκες γνωρίζουμε πως είχαν ο Ευριπίδης, ο φιλόσοφος Μενέδημος και κάποιος Θράσυλλος. Τα γραπτά κείμενα των αρχαίων δεν ήταν όλα χαραγμένα σε μάρμαρο ή γραμμένα σε παπύρους και περγαμηνές. Οι νόμοι του Σόλωνα είχαν γραφεί είτε στους «άξονες» ή στις «κύρβεις». Αναφέρονται χρυσά ελάσματα, πλάκες πήλινες, μολύβδινες, χάλκινες, δέρματα, θαλασσινά όστρακα, οστά, σύγγραμμα με μορφή μεταλλικού ειλητάριου. Καθαρά ελληνική επινόηση θεωρούνται οι ξύλινες πινακίδες με επάλειψη κεριού που επέτρεπαν τη συνεχή επανεγγραφή κειμένων μετά την απόσβεσή τους. Τα πρώτα συγγράμματα βιβλιοθηκονομίας έγραψε ο Αρτέμων από την Κασσάνδρεια: το Περί βιβλίων συναγωγής και το Περί βιβλίων χρήσεως. Οι βιβλιοθηκάριοι ονομάζονταν «γραμματείς» και «επιμελητές των βιβλιοφυλακίων».

Υποβρύχια πόλη της Β΄ χιλιετίας π.Χ. στις ακτές της NA. Πελοποννήσου Επαμεινώνδας Βρανόπουλος

Πλακόστρωτος δρόμος της μυκηναϊκής πόλης στο βυθό της περιοχής Ελαφονήσου (υποβρύχια φωτογραφία). Πού είναι τα λιμάνια της θαλασσοκράτειρας Κρήτης, των Μυκηναίων που εκστρατεύσανε στην Κολχίδα και την Τροία; Τέτοια ερωτήματα ώθησαν τον ερευνητή βυθισμένων πόλεων N. Flemming να συνεργαστεί με τον αρχαιολόγο Dick Simpson και τον καθηγητή Chuck Higgins. Ξεκινώντας από την πληροφορία του Παυσανία ότι η Ελαφόνησος ήταν χερσόνησος, οργανώθηκε υποβρύχια έρευνα στη ΝΑ. Πελοπόννησο από το Πανεπιστήμιο του Cambridge με τη συνεργασία της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής. Αποκαλύφθηκαν ερείπια του μεγαλύτερου μυκηναϊκού οικισμού που έχει επισημανθεί ως σήμερα. Ανάμεσά τους βρέθηκαν και 37 κιβωτιόσχημοι τάφοι, περίκλειστοι με πλάκες. Πρόκειται για τάφους της Μεσοελλαδικής περιόδου (1900-1600 π.Χ.).

Κανιβαλισμός και αρχαιολογία Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Χιμπατζής, συγγενής του ανθρώπου. Είναι η ανθρωποφαγία των Σκυθών υπερβολή του Ηρόδοτου; Ο «κανιβαλισμός» (από το Καρίβ ή Καρίραλ, όπως ονομάζονταν οι Ινδοί της Καραϊβικής) εξάπτει την ανθρώπινη φαντασία τον 15ο αιώνα των εξερευνήσεων. Δύο λόγοι θα αιτιολογούσαν την ανθρωποφαγία στους προϊστορικούς χρόνους: ο ένας είναι τροφικός, ο άλλος θρησκευτικός-τελετουργικός. Τα αρχαιολογικά λείψανα είναι ανεπαρκή για να προσφέρουν αποδείξεις. Και ο σύγχρονος άνθρωπος δυσκολεύεται να αποδεχθεί πως οι προπάτορές του ήταν ανθρωποφάγοι. Ωστόσο οι βιολόγοι απέδειξαν τη στενή σχέση χιμπατζήδων και ανθρώπων. Ο «κανιβαλισμός» που παρατηρήθηκε στους πιθήκους του Εθνικού Πάρκου της Τανζανίας αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο για παρόμοια συμπεριφορά στις πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Ο μυκηναϊκός οικισμός στη Χαλανδρίτσα. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Στην πόλη της Δράμας βρέθηκε μακεδονικός καμαροσκεπής τάφος με τοιχογραφίες και κτερίσματα - Μεγάλο τμήμα του τείχους των πρώιμων κλασικών χρόνων βρέθηκε στην πόλη της Αίγινας - Σώθηκε το παλιό αντλιοστάσιο της Εταιρείας Υδάτων στη Θεσσαλονίκη που είχε οικοδομηθεί γύρω στο 1880 - Μυκηναϊκός οικισμός του 1200 π.Χ. ανακαλύφθηκε έξω από την Πάτρα, στη Χαλανδρίτσα - Τα αρχαιότερα υπόγεια ορυχεία της Ευρώπης εντοπίστηκαν στην περιοχή Τσίνες της Θάσου

Συνέδρια

Από τις 25-31 Μαΐου 1986, πραγματοποιείται στην Αθήνα το ΙΗ΄ Διεθνές Παπυρολογικό Συνέδριο - Σειρά διαλέξεων για τα «Νομικά κείμενα του ελληνιστικού κόσμου» διοργανώνει το Ινστιτούτο Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (28 Φεβρ.-15 Μαΐου 1986) - Στο πλαίσιο Διεθνούς Συνάντησης στη Γαλλία (Νανσύ, 12-14 Νοεμβρίου 1985), τα ιστορικά κέντρα της Ρώμης, του Άργους και του Ωτέν λειτούργησαν ως παραδείγματα ένταξης της πολιτιστικής κληρονομιάς στις σύγχρονες πόλεις

Μουσεία

Εγκαινιάστηκε πρόσφατα το Μουσείο Κυκλαδικής και Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης που στεγάζει τη συλλογή της Ντόλλυ Γουλανδρή και του συζύγου της

Εκθέσεις

Μεγάλη έκθεση με τίτλο «Δυτική Εκκλησιαστική Τέχνη από το θησαυρό του καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου στο Fribourg» της Ελβετίας οργανώθηκε στο Μουσείο Μπενάκη (27 Ιαν.-10 Μαΐου) - Το Μουσείο Μπενάκη και η Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου προετοιμάζουν μεγάλη έκθεση για τα 50 χρόνια από το θάνατο του Ελευθέριου Βενιζέλου - Στην παρισινή Σχολή Καλών Τεχνών, στο πλαίσιο του «έτους Ινδίας» οργανώθηκε έκθεση για την ινδική αρχιτεκτονική (26 Νοεμ. 1985-19 Ιαν. 1986)

Βιβλία

Douglas MacDowel, Το Δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, Παπαδήμα, Αθήνα 1986 - Αφροδίτη Κούρια, Το παιδί στη νεοελληνική τέχνη (1833-1922). Εικόνες, αντιλήψεις, Δωδώνη, Αθήνα - Γιάννινα 1985 - Α. Κουμαριανού (επιμ.), Τόπος και Εικόνα, Ολκός, Αθήνα 1985 - Jean-Pierre Vernant, La mort dans les yeux, Hachette, Paris 1985 - R.L. Hunter,New Comedy of Greece and Rome, Cambridge Univ. Press, Cambridge 1985 - Στυλιανός Αλεξίου (επιμ.), Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, «Ερμής», Αθήνα 1985

Νεοελληνικές βαρβαρότητες

Ο κύριος Ν. Βασιλείου επισημαίνει τον κίνδυνο να καταστραφεί, αν δεν επέμβει η Αρχαιολογική Υπηρεσία, τοίχος από πελεκητές πέτρες που ο ίδιος επεσήμανε ανάμεσα στο Σούνιο και το Λαύριο - Ο κύριος Δ. Αμηρίδης περιγράφει «μια στραντζαριστή λαμαρινοκατασκευή με plexiglass» που περιβάλλει πλέον τον λιτό μαρμάρινο σταυρό στην πρόσοψη της Εκατονταπυλιανής της Πάρου

English summaries: The Industrial Revolution in Greece Christos Hadjiiosif

The study of the phenomenon in Greece faces the basic obstacle that the industrial revolution in the form it took in Europe never existed here. We never had a continuous and sufficient process of economic growth based on a successive social transformation and on a consistent technological revolution in the industrial sector. The industrialization of Greek economy took place in three independent phases none of which released an impetus that would make possible the channeling of the entire economy towards a consistent and self-feeding growth. The first phase of acceleration and generalization of the industrial phenomenon covers the decade of 1870. The conditions for the appearance of the second phase of industrialization reach maturity only after the Balkan wars, therefore this phase is placed in the interval between the two World Wars and presents two temporary crises in the 1920s and 1930s. Then for the first time it is realized that industry can not only survive in Greece but can also play an important role in the growth of Greek economy, a fact that was until then questioned. Finally, the third phase of acceleration of the Greek industrialization commences in 1962-63 and lasts until 1973.

Kavala as a tobacco city Sapfo Angeloudi

The manufacturing and trade of tobacco begins in Kavala many years before the Greek War of Independence of 1821. In the middle of the 19th century the four to five thousand Greek, Turkish and Jewish inhabitants of the city are still confined by the wall of the Panagia peninsula. The appoximately one hundred Christian families are organized in the Greek-Orthodox community of Kavala and work in the tobacco and cotton trade. With the passage of time steamboats coming in to the city's natural harbour increase the population of merchants. Soon, the Christians face a serious problem as regards their own housing and also the housing of their tobacco enterprises since all buildings belong to Turks. By the end of the 19th century the five Christian quarters have already been formed. Tobacco warehouses are located in all quarters. However, most of them are installed and organized along the coastal area so that tobacco transportation from the shore to the steam boats is facilitated. From the late 19th century a maritime array of tobacco warehouses has already formed. The tobacco warehouses of this period are much larger than the older ones. They are built of stone and wood as their predecessors, but they are covered now by two or more wooden roofs. The great number of symmetrical openings and the gables of the roofs on which are often opened rectangular or round skylights are typical features of their architecture. Many windows also pierce the lateral sides of these edifices. Balconies are a rarity. Decorative bands define the storeys and emphasize the horizontal axis. Their style is popular-Neoclassical, a few examples of eclesticism exist, while rarely some of them can be attributed to the German Neoclassicism. The interior of these buildings is uniform. In their first floors the raw tobacco is stored. The spacious areas for the manufacturing done both by men and women are located in the, well lit by daylight, upper floors. A few years after the revolution of the Neo-Turks (1908) the institution in Kavala of the first union of tobacco workers under the apellation "Ευδαιμονία" (=Bliss) is permitted. The union soon succeeds in reducing to nine the original twelve working hours and in increasing wages, while at the same time it secretly supports the Macedonian strife. But in 1923 Kavala's prosperity is threatened along with the rest of Greece through the Asia Minor disaster. In 1926 the State Bureau for the protection of the Greek tobacco is founded and is installed in Kavala. In the same year the Insurance Fund of the tobacco workers is also instituted in Thessaloniki and the consolidation of of tobacco workers's jobs, allowances for the unemployed and health insurance are decided. In 1933 the tobacco merchants in their effort to reduce the cost of manufacturing introduce the "τόγκα", (tonga), simple and fast manufacturing that can be done equally well by women; they are paid less than the men who are seen as uneccessary and are fired. In the 1940 war against fascism the tobacco workers fight by the side of their compatriots. In the Easter of 1941 the German army enters the city. In the end of May of the same year the city is surrendered to the Bulgarians and suffers untold hardships. On September 12th, 1944 the city is liberated by the forces of the ΕΛΑΣ {= Greek Liberation Army). Civil war and dissension start. Soon after the end of the great adventure the tobacco workers demand wage increases according to the price index and unemployment allowances. On 25-3-1953 the Parliament votes for the removal of the tobacco workers' consolidation of occupation and for the voluntary retirement of the workers. Only a few of the thousand tobacco workers of Greece received a miserable compensation. The abandoned warehouses follow the fate of the occupation. Year after year, as their preservation is not legislated, increased building activity and land speculation uproot the old physiognomy of the city, eliminating its features one by one. It is a sad fact that Kavala, which has not as yet been granted a tobacco museum, remains a tobacco city only in old photographs of the city.

The difference in the greaves found in the Royal Tomb of Vergina and the lameness of Philip II Giorgos Delidis

It is well documented that Philip II of Macedonia was severely wounded in the thigh during an attack on the Triballoi in 339 BC and since then was lame. In the Royal tomb at Vergina the pair of gilded greaves found showed differences in size (the left 3,5 shorter}. A shortness of leg cannot be easily explained by a thigh injury and professor Manolis Andronikos proved that the tomb belonged to Philip without using as evidence the difference in length of greaves in relation to the lameness of the King. It is suggested that an injury in the thigh may result in a posterior dislocation of the knee, which consequently results in a shortness of the leg without any direct wound of the latter. This produces a limp but the patient may walk and work without the help of a stick.

Greek industrial archaeology Panagiota Kalogri, Fotini Margariti, Vasias Tsokopoulos

First approach. Industry being the trade mark of our time and a basic factor for economic growth has become a major problem to contemporary countries. However, industry is also a historic phenomenon. From James Watt's invention until today industry has been discovered three times. First, by the middle class of entrepreneurs as a medium of financial and social supremacy secondly, by artists as an instrument of aesthetic renovation and social criticism and a third time, recently, by science as a vehicle for preserving memory. Greek industry: 1860-1920. The birth of Greek Industry could be placed back in the 1860s and in the early 1870s when the steam wheat mills and the yarn mills start to be installed and multiply, the Hermopolis tanneries on Syros island are organised and the first mines begin to operate. This first cycle of industrial development lasts up to almost the last decade of the 19th century. In 1921 Roussopoulos gives a concise account of Greek industry and handicrafts: "There have been and there are still many politicians and experts who believe that Greece is mainly an agricultural and secondarily a commercial country; therefore it cannot and should not develop industry. The annexation of new lands in the first twenty years of the 20th century (Crete, Macedonia, Epirus, Aegean islands) added new important industrial centres (Thessaloniki, Naoussa, Mytilini), while at the same time the population increased and the market was expanded. However, the industrial concentration in the area of the so-called old Greece - as distinguished from the new lands - is clear since it represents the 72% of medium-sized and 67% of the large industries. Industrial heritage as a field of science. So far, the evolution of Greek industry outlined above, expresses a continuity of industry particular to Greece, which we should reconstruct on the basis of all kinds of evidence in our possesion; factories or industrial zones, workers' dwellings, railroads, town infrastructure. Also we have to take into account all the individual elements of the aforementioned evidence, i.e., the individual machine or tool. The wide space between the large and the small scale in Greece could be covered by the systematic and thorough research of industrial archaeology. The achievements of the scientific-technical revolution and of cybernetics in particular would allow us to build up evidence of material belonging to the field of heritage. Understanding this material is a task of historic significance for the public and especially for the new generation, as it permits definition of our past identity.

Industrial archaeology. Another kind of archaeology Giorgos Machairas

The industrial society was developed after a certain industrial model. Industry and whatever it entails in tools, machines and structures comprise as a whole a "historical base". Industrialization has had an immense effect on the collective intellectual structure of man, on his social behaviour, his mentality and subconscious, on the history, that is, of the human race. The problems created by industrialization can probably be solved by the recent theoretical and methodological approach that considers society to be a derivative of multiple and complex factors of relative value. This article refers to the relationship between industrial archaeology and the cultural tradition of a place. Industrial archaeology proposes to include the aesthetics of the machine within an aesthetic code. It proposes, that is to say, the aesthetics of the industrial landscape. Subjects of industrial archaeology are: a) industrial buildings b) workers' dwellings c) mass media of communication and transportation d) machines and tools

Gazochori, the last flame Giorgos Machairas

On an economic level the city of Athens, by the time it became the capital of Greece showed a centrifugal tendency which created two vital productive nuclei, that of Piraeus and of Lavrio. During the first phase of Otto's reign Athens is connected to Piraeus and Lavrio through a railway. The first town-plan is designed, the limits of the archaeological zone are set; however, Athens will never succeed in fully materializing any developmental project. The triangle of the town-plan is created. Its third peak points to the centre of an industrial sector that is just being assembled. One of the first factories of Athens,that of gas, will be erected there. The production of gas starts in 1862 and is adequate to illuminate only one section of the city. Ten years later, Ph. Pheraldis, to whom the factory was granted by a royal decree, yields all his rights to a limited French company. For many years the various representatives of the municipality had to fight against the managers of the factory. In 1938 its management is directly passed over to the municipality of Athens as a result of the refusal of the French company to renew its contract. The history of the factory as well as its construction and equipment in themselves are very important. The final intervention in the gas factory should be such as to function as a starting point and a challenge for the beginning of an open scientific debate on the study and rescue of the industrial heritage of the country.

The first industrial installations in central Macedonia (19th-20th century) Yorgos Palaskas

In the second half of the 19th century, while the South of England, Ruhr in Germany and Creusot in France were dynamically entering the third phase of the Industrial Revolution, prerequisites for an industrial development were being created in Central Macedonia. The industrial development in this area from 1850 to 1912 was not accidental. In the urban Centres of Macedonia there already existed a long tradition of yarn-spinning and weaving distributed in small units whose origins went back to the 19th and 18th century. The use of mechanical media for the increase of production created the necessity for much and inexpensive energy. The natural waterfalls of the towns Naoussa, Veroia and Edessa opened possibilities for the exploitation of this power. From 1850 on the penetration of foreign capital into the Ottoman Empire starts. A series of banks open in Thessaloniki. The evolution of industrial buildings. Industrial structures are the final product of a complex evolutionary process, built at a low cost with functionality asa priority. The size and the use of repeated constructional and stylistic elements are typical features that distinguish them from other buildings. The effect on the area. The Industrial Revolution in the area of Macedonia has to be considered as the primary factor for the creation and development of a new social model. The motionless paternalistic societies of the Balkans start to be transformed. The new ideas already circulating in Europe penetrate the area. The awakening of the social consciousness of the working classes takes place mainly in the major Macedonian area. Thus, in 1905 the weavers of Macedonia go on strike. A superficial development after 1924 that is also accompanied by the renewal of factory machinery ends in 1932. The world economic crisis, the Second World War and the Greek Civil War give the final blow to the industry of the area. Thus, the industrial spring in the area of Central Macedonia that started in the 19th century and expanded into the early 20th century never reached its climax.

Localisation of prehistoric quarries Evi Sarantea Mikha

During the years 1977 to 1978, prehistoric working and living sites were discovered at the Faneromeni area of Nea Artaki village (central Euboea). Sites are found near or on the rich flint surface layer. These sites can be attributed to Lower, Middle, Upper Palaeolithic and Mesolithic times. One kilometer north of Faneromeni, at Voleri area, many Palaeolithic and Mesolithic sites were discovered, also on another rich flint surface layer. In the limestone area that lies between those two prehistoric sites, very few lithic tools have been found. The good quality of flint should have been the main reason in attracting people to Nea Artaki territory. Having this in mind we tried to confirm it by searching another flint layer is Central Euboea. Thus we found (1979) one more flint working and living site located about fifteen kilometer north of Nea Artaki at Eftakonaka in Makrikapa village. We can conclude, that places where hard rich layers of stone exist, offer to searchers the possibility to find lithic artifacts or other remains of prehistoric working sites

Libraries in ancient Greece Epameinondas A. Vranopoulos

In ancient Greece, a country where science and philosophy were born, art reached its climax, theatre functioned as a school for people of all ages, it was natural that libraries should not only exist but also be very popular. All relevant information concerning this subject derives mainly from epigraphic sources, since ancient writers only sporadically refer to it. Several libraries existed in Athens. One according to Polybius the Eldest, dated to the years of Peisistratus, was transferred to Persia when Xerxes invaded Athens, while another one was that of Demetrius Phalereus. Pausanias gives an account of the rich library of Hadrian (132 AD), while the library of Pantainos (100 AD) is known to us from two inscriptions, the one also mentioning a library located in Piraeus. A library also existed in the Gymnasium of Ptolemy (181-145 BC). A number of libraries were located in various other religious and cultural centres besides Athens, such as Delphi, Epidaurus, where the library was dedicated to Asclepius, Delos, comprising the works of the poet Alcaeus, as well as on famous historic islands, such as Samos, Rhodes, Kos, Crete, Cyprus. Outside metropolitan Greece the libraries of Pergamon, Ephesus, Miletus, Halicarnassus, etc.. became especially renowned.

Textile factories in Edessa Christina Zarkada-Pistioli

The industrial produce of Northern Greece in the late 19th century was primitive. The national industry which was left unprotected by the Turkish government was soon flooded by Western industrial products that displaced local production and destroyed mountain handicraft centres.Cities quickly developed, functioning as agencies for the distribution of foreign products. The “privileges” and especially the Hatti-Hymayn (equal rights to Christians and Muslims) facilitated the accumulation of capital. In the cities the prevailing Greek and Jewish population were occupied with commerce and bank activities while at the same time trying to create a local and somehow integrated industrial production. The water-driven textile factories were part of this pursuit. They were founded in 1874-1912 by Greek businessmen from Naoussa in Central Macedonia and in the cities of Mount Vermion: Edessa, Naoussa and Veroia in particular. The successful organization of these factories was based on various factors such as exploitation of water, low wages, the rich local production of raw materials and last, but not least the fact that the textile industry did not demand any special technical education while a rich experience of home handicraft, producing thick woollen textiles, already preexisted. The textile industries in Edessa mirror industrial activity in the other cities of Vermion. Edessa (Vodena) during the period of Turkish occupation was at its prime functioning as a commercial and handicraft Centre. The first factories were built close to the area of the falls since the Turkish government would not allow the production and transfer of electricity away from the falls. The original machinery of the factories came from England. The production peak of these factories took place in the interval between the two World Wars. In 1954 the hydroelectric factory of the Public Enterprise of Electricity was installed near the river Agras, outside Edessa. Factories sold their rights over the water, therefore thus losing the possibility of free motion. Meanwhile the shareholders, descendants of the original owners, increased and this factor worsened the problems of the factories' operation that urgently needed modernization in order to compete with the factories of Thessaloniki, Athens and Piraeus. As a result of these unhappy circumstances the factories started to decline and they finally, one by one, closed down from 1962 on. The textile factories in Edessa are: 1. Yarn factory of Gr. Tsitsis and Co (1895). 2. Factories “Εστία A.E.”, “Κάτω Εστία” (spinning mill, 1907), “Άνω Εστία” (spinning-weaving mill, 1926). 3. “Κανναβουργείο Α.Ε. Έδεσσα” (1908-1909). 4. Wool factory ΣΕΦΕ.ΚΟ A.E. (1929-1930) etc. Many silk factories also existed, like that of Apostolidis, Jatsos, Pigas, Outas and Themelis Bros., etc., almost none of which has survived. The carpet factories were exceptionally successful founded by Greek refugees from Turkey like the brothers Kotzaivazoglou, Agapaloglou, Kokkinidies and others. Finally, quite productive were the cotton gin factories of Outa Bros, and J. Aslanoglou.

A sunken city of the second millennium BC on the coast of the southeastern Peloponnese Epameinondas A. Vranopoulos

What became of the ports of call visited by the Cretan rulers of the waves? From where did Mycenaean ships set sail for Colchis and Troy? It was questions such as these that encouraged N. Flemming , explorer of sunken cities, to go to work with the archaeologist Dick Simpson and professor Chuck Higgins. Starting from the information in Pausanias that Elafonisos was a peninsular in antiquity, an underwater exploration was organized by a team from Cambridge University and the British School of Archaeology. Ruins of the greatest Mycenaean settlement ever found till now were brought to light. 37 cist graves were also discovered, enclosed with slabs of stone. These tombs belong to the Middle Helladic period (1900-1600 BC).

Cannibalism and archaeology The editors of the Archaeologia journal

Were the man-eating customs of the Scyths a fiction of Herodotus’ s imagination ? Cannibalism (from the word Carib or Caribal as the Indians of the Caribbean were known as), appealed to the imagination of explorers of the 15th century. Two reasons could be given to explain cannibalism in prehistoric times, the one nutritional and the other religious. Archaeological remains are too scarce to prove such practices. What’s more it is difficult for modern man to condone such goings on of his ancestors. However it has been proven by biologists that man and chimpanzees are closely related. Therefore the cannibalism practiced by apes in the National Park of Tanzania, offers proof of similar behaviour in the first human communities.

Restoration and conservation of Konstantinos Parthenis’ burnt painting, “The Harvest” Michalis Doulgerides

In 1980 many paintings by Konstantinos Parthenis (1878-1967) were destroyed in a fire. Three of these paintings which were half-burnt, were taken to the Restoration Laboratory of the Greek National Gallery. In this article, the writer describes at length the methods of restoration and the many and complicated stages this process went through. During the last stage a question came up as to whether the restorers should intervene on the aesthetic appearance of the work of art. Specialists make a distinction between damage caused to a work of art by time and damage caused by violent causes such as fire. In the case of The Harvest, the painting had lost its aesthetic balance by such a violent cause. Therefore, in order to restore this damage, a choice of colours was made, based on Dr Umberto Baldini’s theory. This theory had been first applied to Cimabue’s Crucifixion at the church of Santa Croce in Florence. Later another idea prevailed in restoring The Harvest. The choice of colours was removed, as was the priming, leaving the canvas untouched. This leaves the lost parts of the painting exposed to the eye of the beholder who experiences a feeling of loss and disappointment rather than aesthetic pleasure.

The Herod Atticus Gate at Marathon K.F. Fotiou

The monumental gate or arch of Herod Atticus at Marathon was similar in size and in shape to Hadrian’s arch. All that remains of the Herod Atticus gate is ruins. Three epigraphs were found among these ruins. Two of the inscriptions lay claim to the land belonging to Herod and Rigilla, while the third inscription refers to what is now the town of Marathon, giving it Rigilla’s name. It seems in the light of recent research that the ancient town of Marathon lay above Vrana on the plateau that is now called Stamata. Consequently the Tomb lies in a location that has nothing to do with the actual battle of Marathon which must have taken place in the Straits of Avlona.

Two turn of the century factories in Chalkida Julie Velissaropoulou

At the district called Agios Stephanos, close to the town of Chalkida, there are two factories belonging to the beginning of the 20th century. One of them is the abandoned brewery “Arethousa” which is architecturally impressive and well built for its time. The oil -kernel and soap factory, on the other hand, seems to have been built by builders from Epirus judging by the attention given to architectural detail when it was constructed. Various archaeological finds belonging to the district were walled into this factory. The factory’s founders Kapiekos and Karakostas, produced green soap with a Bee as its logo. Olive-kernel oil was exported by them abroad. Around 1930 they started to produce decorated floor tiles. The factory stopped working during the German Occupation. Today, olive-kernel oil is all the factory produces.

Patras The editors of the Archaeologia journal

At the International Exhibition in Paris in 1900, the town of Patras was awarded eighteen prizes for its liquor industry and for its main export which was raisins. In Patras the biggest papermill of the day was run with “modern” technology as were cotton-mills, flour-mills, a steam-powered candle factory, and cake factory among others. 18th century technological progress gave a boost to industry, the telegraph (1858) allowed far off cities to communicate with one another. Graham Bell invented the telephone. Newspapers were brought into circulation with the invention of the press (1866) which was perfected with the use of linotypes (1884-1886).

Industrial archaeology Andreas Ioannides

Industrial archaeology is the archaeology of the day before. Dealing as it does with our immediate past it could be called a kind of self analysis. The immediate consequences of the Industrial Revolution were the creation of a new type of human being, at once aware of how isolated he was and at the same time aware of being an independent entity. Man realized what an independent being he was and then tried to secure his rights through the social and cultural movements of the 19th and early 20th century. Machines, in spite of the conflicting feelings they inspire in us, have freed humanity from other dependences. With the dawn of the industrial society a new form of human sensitivity comes into play. “Industrial imprints” are of scientific interest, belonging as they do to those who made them.

Τεύχος 19, Μάιος 1986 No. of pages: 82
Κύριο Θέμα: Archaeology, why and wherefore Anna Lambraki, Clairie Efstratiou

Κρατήρας καμαραϊκού ρυθμού με ολόγλυφους ανθοκάλυκες (Μουσείο Ηρακλείου). Archaeology deals with the cultural history of mankind. Prehistoric Archaeology commences with the first appearance of man on earth and is divided into four periods: the Paleolithic period during which man used rough or shaped cobbles or stones, wooden and bone tool-kits, the Mesolithic and Neolithic period during which man started making pottery but without using the wheel.The Age of Metals follows,which ,however, did not appear everywhere simultaneously. The arts and crafts of metalwork were introduced to Greece from the East.During the Early Bronze age various civilizations developed in the Greek part of the world. The Early Helladic in mainland Greece, the Early Cycladic on the islands and the Early Minoan or Prepalatial civilization on Crete.The Cycladic civilization is a term designating the early Bronze Age in the Cyclads where the stone, Cycladic figurines were found.The Cycladic civilisation is divided into three phases ,the Early Cycladic (3200/3100-2800BC), the Middle Cycladic,( 2000-1450 BC approx.) and the Late Cycladic. Later the term was established to cover the entire Bronze Age in the Aegean islands..During the Bronze Age, around 3000-1100 BC, the Cretans dominated the Mediterranean sea. The famous disc of Phaestos bearing a Linear A inscription, a writing that has not as yet been deciphered, belongs to this period.The development of hieroglyphics and the appearance of the Linear A writing are related to the bureaucracy of the Cretan palaces built in Knossos, Phaestos and Malia around 2000BC. In 1700 BC a sudden disaster either an earthquake or an invasion of the Greeks devastated the Cretan palaces which were rebuilt splendidly until a new disaster, possibly the result of the eruption of the Thera volcano put an end to the major centers of Cretan civilization. Only a few settlements were rebuilt, while a new writing, the Linear B appeared.The Mycenean or Late-Helladic period, 1600-1100 BC marks the end of the Helladic Bronze Age.The centre of civilization was transferred to the north at Mycenae. The myths that have survived, as well as archaeological finds give us a picture of the society and culture of the Myceneans.The Hellenic races which had invaded the country, brought along their own culture which was the source of inspiration for the Homeric epos.In 1100 BC the Dorians, a Hellenic race, descended from mount Pindos and settled in the Peloponnese.At the same point in history, Greek tribes, the Aeolians from Thessaly, the Dorians and the Ionians from Attica established Greek colonies on the islands and on the coast of Asia Minor.The Phoenician alphabet was adopted by the Greeks who adapted it to their phonetic needs and it was then that the Homeric poems were written.The Iliad in the middle and the Odyssey in the late 8th century BC. The period in history from 1100 BC on is little known. This period in time in Greece lasting until the first decades of the 8th century is known as the Dark Ages and has to show for itself the Geometric style in pottery.    

Αρχαϊκή περίοδος Άννα Λαμπράκη, Κλαίρη Ευστρατίου

Πρωτοκορινθιακός αρύβαλλος ύψους μόλις 6.8 εκ. Η λεοντοκεφαλή μαρτυρά την ανατολίτικη επίδραση (Βρετανικό Μουσείο).

Η αρχαϊκή περίοδος (700-480 π.Χ.) βρίσκει τους Έλληνες με συνείδηση της ενότητας που τους προσδίδει η κοινή λατρεία των Ολύμπιων θεών, η οργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων, το νέο τους αλφάβητο. Ο σχηματισμός της πόλης-κράτους δημιουργεί κοινωνικές ανακατατάξεις που καλούνται να θεσμοθετήσουν οι «νομοθέτες». Η αρχαϊκή τέχνη έχοντας δεχθεί έντονες επιδράσεις από την Ανατολή ονομάστηκε «ανατολίζουσα». Οι Έλληνες διδάχθηκαν την ανατολίτικη τεχνολογία και γνώρισαν «εξωτικά» ζώα και φυτά. Η Κόρινθος πρωτοπορεί στην κεραμική. Από τα πολλά μικρόσχημα αγγεία με τη μελανόμορφη ζωγραφική χαρακτηριστικός είναι ο αρύβαλλος. Σε αντίθεση με τις μικρογραφίες της Κορίνθου, οι αθηναίοι κεραμοπλάστες κατασκευάζουν αγγεία που ξεπερνούν τα 50 εκ., χρησιμοποιώντας την τεχνική του περιγράμματος, προτού υιοθετήσουν την κορινθιακή μελανόμορφη. Στο τέλος του 6ου αιώνα π.Χ. εμφανίζεται στην Αθήνα ο ερυθρόμορφος ρυθμός. Ιδιαίτερη ομάδα αποτελούν οι παναθηναϊκοί αμφορείς που καθιερώθηκαν το 566 π.Χ. Ο ρυθμός των έργων μεγάλης πλαστικής ονομάστηκε «δαιδαλικός». Στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. τα πέτρινα, άκαμπτα σώματα αποκτούν πνοή, οι κούροι και οι κόρες αποκτούν κίνηση. Στην πλαστική ανήκουν και τα συμπλέγματα εφίππων, τα άλογα, ελεύθερα ανάγλυφα και οι επιτύμβιες στήλες, όπως και τα αρχιτεκτονικά γλυπτά που στολίζουν τα αετώματα, τις ζωφόρους, τις μετόπες. Η κατασκευή πέτρινων μεγάλων ναών είναι το σπουδαιότερο επίτευγμα της αρχαϊκής εποχής. Το ναό αποτελούσαν ο πρόδομος, ο σηκός και ο οπισθόδομος. Χαρακτηριστικό στοιχείο του ελληνικού ναού, τόσο του δωρικού όσο και του ιωνικού, είναι ο κίων και η κιονοστοιχία.

The Classical period Anna Lambraki, Clairie Efstratiou

Ο λίθος XXXIV της βόρειας ζωφόρου του Παρθενώνα. Τελετάρχης κατευθύνει την πομπή των ιππέων. The beginning of the classical period coincides with the victories of the Greeks over the Persians. The leading role played by the Athenians during these wars was recognized among the Greek city-states and Athens in the 5th century BC became a political and cultural leader, the undisputed centre of every intellectual activity of the age, drama, philosophy, fine arts. The classical period was the age of great accomplishments in architecture. The Athenians preserved the ruins of the Persian Wars with respect, they neither rebuilt or restored anything but chose to erect buildings on new sites. The Odeion of Pericles, the temple of Apteros Niki (Unwinged Victory) and the Stoa of Zeus in the Agora are examples of buildings that revolutionized the architecture of the “golden age” of Athens which was however tarnished in the last thirty years of the 5th century by the war between Athens and Sparta.

Ελληνιστική περίοδος Άννα Λαμπράκη, Κλαίρη Ευστρατίου

Ο Αλκυονεύς στην ανατολική ζωφόρο στην Πέργαμο. Γύρω στο 180 π.Χ., Μουσείο Περγάμου, Βερολίνο. Η ελληνιστική περίοδος εγκαινιάζεται με τη βασιλεία του Μ. Αλεξάνδρου και διαρκεί ως την ολοκληρωτική ρωμαϊκή κατάκτηση. Στη διάρκειά της η κυρίως Ελλάδα παρακμάζει, το κέντρο βάρους μετατίθεται στα βασίλεια των επιγόνων. Τα εμπορικά κέντρα μεταφέρονται στη Ρόδο και τη Δήλο, οι τέχνες και οι επιστήμες στην Αλεξάνδρεια, την Αντιόχεια, την Πέργαμο. Στην Ελλάδα, ο κόσμος αναζητεί διέξοδο στη στωική ή την επικούρεια φιλοσοφία αλλά και σε μυστικιστικές λατρείες. Σημαντικά μνημεία κτίζονται στη Μ. Ασία: Σάρδεις, Πέργαμος, Έφεσος, Δίδυμοι, Κολοφών κ.α. Στη γλυπτική επικρατεί έντονος νατουραλισμός. Ο ατομικισμός αποτυπώνεται στα νομισματικά πορτραίτα. Η κυρίως Ελλάδα συμπληρώνει τα γλυπτικά έργα με στοιχεία τοπίου. Πληροφορίες για τη ζωγραφική δίνουν τα ρωμαϊκά αντίγραφα, όπως εκείνα της Πομπηίας. Ψηφιδωτά σώθηκαν στη Δήλο και την Όλυνθο. Στην αγγειογραφία μελανόμορφος και ερυθρόμορφος ρυθμός εγκαταλείπονται. Πάνω σε λευκό επίχρισμα το θέμα ζωγραφίζεται με τέμπερα και συχνά συνδυάζεται με πρόσθετη ανάγλυφη διακόσμηση.

Ρωμαϊκή περίοδος Άννα Λαμπράκη, Κλαίρη Ευστρατίου

Το Ωδείο Ηρώδη του Αττικού κτίστηκε στους πρόποδες της Ακρόπολης το 160-174 μ.Χ. Λάφυρα από όλα τα μέρη της Ελλάδας στολίζουν τη Ρώμη. Η «ρωμαϊκή ειρήνη» που επιβάλλει ο Αύγουστος δίνει μια ανάσα στην Ελλάδα που υποδέχεται τον Αδριανό και τον πλούσιο σοφιστή Ηρώδη. Με τα λαμπρά κτίρια που και οι δύο οικοδομούν δίνουν νέα ώθηση στην αρχιτεκτονική. Την ίδια εποχή ο Επίκτητος ιδρύει φιλοσοφική σχολή στη Νικόπολη, ο Πλούταρχος συγγράφει τους Βίους παράλληλους και ο Παυσανίας περιηγείται την Ελλάδα. Τον 1ο αιώνα ο Απόστολος Παύλος κηρύσσει το χριστιανισμό. Το 267 μ.Χ. οι Γότθοι θα συλήσουν την Αθήνα. Το 330 ο Μ. Κωνσταντίνος κάνει την Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσά του. Εδώ τελειώνει ο αρχαίος κόσμος.

Βυζαντινή αρχαιολογία: παλαιοχριστιανική, βυζαντινή και μεταβυζαντινή – τουρκική περίοδος Άννα Λαμπράκη, Κλαίρη Ευστρατίου

Ένθρονη βρεφοκρατούσα στην κόγχη του ιερού. Ψηφιδωτό του 9ου αιώνα από την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη. Η βυζαντινή τέχνη μάς είναι γνωστή κυρίως από τη θρησκευτική της έκφραση. Διαιρείται στην παλαιοχριστιανική, τη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή περίοδο. Τα λατρευτικά κτίρια διακοσμούνται με ψηφιδωτά. Νέο αρχιτεκτονικό επίτευγμα αποτελεί ο τρούλος. Ο τρούλος που καλύπτει την Αγία Σοφία (532-537) θέλει να είναι ουράνιος. Τα παλαιοχριστιανικά χρόνια οι χριστιανοί ενταφιάζουν τους νεκρούς τους σε κατακόμβες που διακοσμούν τοιχογραφίες με θέματα συμβολικά. Στην αρχιτεκτονική, υιοθετείται ο ρωμαϊκός τύπος της βασιλικής που στην Ανατολή αντί να είναι ξυλόσκεπη είναι θολοσκεπής. Τα ρωμαϊκά περίκεντρα κτίρια χρησιμεύουν κυρίως ως βαπτιστήρια. Άλλα κτίρια είναι τα κυκλικά (Άγιος Γεώργιος Θεσσαλονίκης), τα οκτάγωνα, τα τρίκογχα, τα τετράκογχα, ο ελεύθερος σταυρός. Εκτός από τη μνημειακή, ευνοείται η διακοσμητική γλυπτική: τα αρχιτεκτονικά γλυπτά, ιδίως τα κιονόκρανα. Ο εντοίχιος ψηφιδωτός διάκοσμος (Ροτόντα Θεσσαλονίκης) απεικονίζει την πνευματικότητα του υλικού κόσμου. Στην Πρωτοβυζαντινή περίοδο (641-843), η εγκατάσταση των Αράβων στις ανατολικές επαρχίες συμπίπτει με την ηγεμονία των Ισαύρων (ανατολικής καταγωγής), γεννώντας την εικονομαχική τάση. Τώρα οι εκκλησίες φιλοτεχνούνται μόνο με απλά διακοσμητικά μοτίβα. Στη μεσοβυζαντινή περίοδο (843-1204), η δημιουργία αραβικών και σλαβικών κρατών συρρικνώνει την αυτοκρατορία που τώρα βρίσκει μια καθαρά «βυζαντινή» έκφραση. Οι τύποι των ναών αυτή την περίοδο είναι: βασιλικές, κυρίως τρίκλιτες, μονόχωροι δρομικοί ναοί, δίκογχοι ή δίκλιτοι ναοί, ελεύθεροι σταυροειδείς ναοί, τρίκογχοι και τετράκογχοι ναοί, σταυροειδείς ναοί, σταυροειδείς εγγεγραμμένοι με τρούλο ναοί, οκταγωνικοί ναοί (Δαφνί, Όσιος Λουκάς, Καισαριανή κ.ά.). Μετά την εικονομαχία, η γλυπτική και η ζωγραφική γνωρίζουν μεγάλη άνθηση. Οι ζωγραφικές μορφές χαρακτηρίζονται από τον υπερβατικό τους χαρακτήρα, διακοσμούν όλο το ύψος των τοίχων και γίνονται αιτία να δημιουργηθούν τα εικονογραφικά προγράμματα. Στα υστεροβυζαντινά χρόνια, παρά την ανάκτηση του θρόνου από τους Παλαιολόγους, η αυτοκρατορία που η λατινική κατάκτηση κατακερμάτισε δεν ανασυγκροτείται. Ωστόσο, η Κωνσταντινούπολη ζει την Παλαιολόγεια Αναγέννηση. Παράλληλα με την τάση εκλεκτικισμού στην αρχιτεκτονική, εμφανίζονται δύο νέοι τύποι ναών, ο μεικτός τύπος και ο σταυρεπίστεγος. Στη ζωγραφική, δύο σχολές ξεχωρίζουν: η Μακεδονική, τέχνη ανακτορική που απαντά κυρίως σε τοιχογραφίες, και η Κρητική που, προσηλωμένη στη βυζαντινή παράδοση, κατασκευάζει κυρίως φορητές εικόνες. Στη Μεταβυζαντινή περίοδο (ή Τουρκοκρατία), η Μακεδονική σχολή εξαφανίζεται. Η Κρητική σχολή μέχρι τον 16ο αιώνα εμφανίζεται σε πλήρη άνθηση. Ο 16ος είναι ο αιώνας των μεγάλων επώνυμων ζωγράφων. Τον 17ο αιώνα παραμελείται η τοιχογραφία προς όφελος των φορητών εικόνων, πράγμα που τον επόμενο αιώνα αντιστρέφεται. Τον 19ο αιώνα παύει να υπάρχει θρησκευτική ζωγραφική.

How an archaeologist works Anna Lambraki, Clairie Efstratiou

Παράδειγμα για το πώς σχεδιάζεται ένα αγγείο (Saliagos, Evans και Renfrew). In preparing for an excavation an archaeologist studies all available sources of information about the site such as ancient written sources, inscriptions lying in situ or elsewhere, sherds found lying about or finds discovered incidentally when the foundation for a house is being dug. Incidentally the Greek Archaeological Service does its best to control building activity in places close to well-known historic or archaeological districts. Buried remains can be located by methods such as aerial photography, magnetic prospecting, electrical resistivity surveying, archaeologists also use the help of soil conductivity meters, microwaves and radio transmission. In an “ideal” excavation the site is selected, there follows the drawing up of a chart in which the area is divided into squares. Each square of the canvas of the area denoted is numbered, and excavated very carefully in layers each of which contains finds from different periods in time, Roman, Byzantine and so on. The excavated soil is never thrown away before being carefully sifted. Archaeologists examine the different strata of the ground which in the case of archaeology are formed in very short periods of time unlike geological strate which take thousands of years to form.

Supporting evidence about what is generally known of antiquity Anna Lambraki, Clairie Efstratiou

Τομή δωρικού ναού. The different parts of an Ancient Greek temple are presented here with texts, illustrations and footnotes. Ground plans are shown of the temple of Apollo in Aitolia (620BC), of the temple of Athena Aphaia in Aegina (beginning of 5th century BC) and of the temple of Hephaestus in Athens (443-444BC), of the Parthenon in Athens (447-438BC), of the temple of Apollo in Basses (430BC) and of the temple of Olympian Zeus in Athens (174BC-131AD). There are illustrations of the Doric, Ionian and Corinthian styles, as well as drawings of ancient ceramics. The differences between ancient Greek and Roman theatre are pointed out and there are illustrations of Roman baths. All this is completed by sixteen page poster showing what is generally known about ancient and medieval times.

Άλλα θέματα: Η αρχαιολογία και η μελέτη των θαλασσινών οστρέων Λίλιαν Kαραλή-Γιαννακοπούλου

Αχιβάδα. Ως αρχαιολογικά ευρήματα οφείλουν να αντιμετωπίζονται στην ανασκαφή τα όστρεα των σαλιγκαριών, οι πεταλίδες, οι αχιβάδες και τα υπόλοιπα μαλάκια. Και μόνο από το είδος τους –θαλάσσια, λιμναία, ποταμίσια–, τα μαλάκια μιλούν για το περιβάλλον στο οποίο έζησαν: το κλίμα, την πανίδα, τη χλωρίδα. Μια ζωική τροφή ίσης θρεπτικής αξίας με το κρέας οδηγεί σε συμπεράσματα όχι μόνο για τη διατροφή αλλά και για την οικονομία, τις ανταλλαγές, τις μετακινήσεις των πληθυσμών. Οι διαπιστωμένες ή πιθανολογούμενες χρήσεις τους δίνουν στοιχεία για την κοινωνική ζωή και τη λατρεία. Όστρεα με χρηστικό προορισμό υφίστανται διάτρηση και σχηματοποίηση. Η διάτρηση γίνεται με λείανση της κυρτής τους επιφάνειας, με πριονισμό, με άμεση κρούση ή με χρήση τρυπανιού. Ένα όστρεο μπορεί να χρησιμεύσει ως εργαλείο ή ως κόσμημα. Ιερή και οικονομική είναι η χρήση της πορφύρας. Η απεικόνιση των οστρέων στην τέχνη έχει σημασία συμβολική-μαγική.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Ειδώλιο μυκηναίου ιππέα από τον Άγιο Κωνσταντίνο Μεθάνων (13ος αι. π.Χ.). Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Δραστήρια ζωή 50.000 χρόνων στην κοιλάδα της Νεμέας φέρνει στο φως η Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή - Οικισμός της πρώιμης εποχής του χαλκού ήρθε να προστεθεί σε άλλες 24 τοποθεσίες που ερευνά το Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ στα Μέθανα - Από τις εκτεταμένες έρευνες της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής στη Λακωνία την προσοχή αποσπά σειρά πήλινων ειδωλίων με «τολμηρές» σκηνές από το Μενελάιον - Ασύλητος κιβωτιόσχημος τάφος της ρωμαϊκής εποχής (2ος-3ος αιώνας μ.Χ.) αποκαλύφθηκε στη Ροδοβάνη Χανίων

Συνέδρια

Η Πρώτη Συνάντηση Συντηρητών Αρχαιοτήτων πραγματοποιήθηκε στις 28 και 29 Νοεμβρίου 1985 στην Αθήνα - Με πολλές εκδηλώσεις γιορτάζονται φέτος τα 100 χρόνια (1886-1986) από την ίδρυση της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Ελλάδα - Διεθνές Συνέδριο με θέμα «Αρχαιολογία της Δωδεκανήσου» πραγματοποιήθηκε στην Κοπεγχάγη (7-9 Απριλίου 1986) με αφορμή τις ανασκαφές των Δανών στη Λίνδο και τη νότια Ρόδο - Στη Γαλλία, δημοσιεύονται απολογισμοί για τα πέντε χρόνια (σοσιαλιστικής) προστασίας της πολιτισμικής κληρονομιάς (1981-1986)

Εκθέσεις

Στο Brooklyn Museum, Brooklyn N.Y. εκτίθενται ως τις 4 Αυγούστου ελληνικά νομίσματα του 650 με 500 π.Χ. - «Θησαυροί της Τουρκίας» ονομάζεται η έκθεση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στη Leyden της Ολλανδίας (22 Ιουνίου-22 Σεπτεμβρίου) - Διοργανώθηκε έκθεση (12 Απριλίου-4 Αυγούστου 1986) για τον Χ. Χάνσεν στην Ελλάδα (1833-1850) - Στο Μουσείο Εικαστικών Τεχνών «Πούσκιν» στη Μόσχα άνοιξε η θεματική έκθεση «Αρχαία ανάγλυφα» (Μάρτιος-Απρίλιος 1986) με ευρήματα από τη χερσόνησο του Ταμάν

Βιβλία

Αδαμάντιος Σάμψων, Μάνικα Ι, μια προϊστορική πόλη στη Χαλκίδα, Εταιρεία Ευβοϊκών Μελετών, Αθήνα 1985 - Gilles Touchais, «Ανασκαφές και αρχαιολογικά ευρήματα στην Ελλάδα το 1984», BCH 109 (1985), σ. 759-862 - Ντούλα Μουρίκη, Τα ψηφιδωτά της Νέας Μονής Χίου (τομ. Α΄& Β΄), Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1985 - Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου (13ος-18ος αιώνας), Ιστορικό Αρχείο Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1985

English summaries: The Archaic period Anna Lambraki

During this period (700-480BC) the cult of the Olympian gods and the introduction and establishment of the Olympic games brought to the different tribes an awareness of their common roots, language, religion and customs that made them call themselves Greeks. The Greek alphabet originates from these times, hereditary rule was abolished and the city-state was formed where rule could be exercised by the citizens, the “aristoi” (the best) or by a monarch or tyrant, depending on the form of government. Slavery was common to this period, encouraged by wars and piracy. Archaic art was strongly influenced by the east, therefore it is called “orientalizing”. In the 7th century BC, great sculpture was made, stone temples were built, “black-figured” pottery made its appearance and lyric poetry was born.

The Hellenistic period Anna Lambraki

The reign of Alexander the Great (336-323BC) marks the end of the Classical and the beginning of the Hellenistic period. Alexander’s numerous conquests and the cities he founded in his non-stop, amazing route formed a vast kingdom extending roughly from India to Egypt. After the division of Alexander’s empire into the kingdoms of the East comes the Hellenistic era which lasted until the total occupation of Greece by the Romans(336-30BC). With the Hellenistic era, mainland Greece falls into a decline .The commercial routes moved eastwards towards the islands of Delos and Rhodes while the new Hellenistic capitals, Alexandria, Antioch, Pergamon became centres for the arts and sciences. Typical of Alexandrian sculpture are serene expressions and soft, naturalistic modeling, while in mainland Greece the established tradition was enriched with depiction of landscapes. The Greeks’ contact with the East enriched the pantheon of the 12 gods or transformed the old deities into comforting figures. The experience of hardship in Greece encouraged new philosophic movements such as Stoicism and Epicureanism.

The Roman period Anna Lambraki

The cultural impact that Greece had on Rome affected European civilization for centuries to come. Rome was embellished with spoils of war from Greece, the famous Pax Romana imposed by Augustus soon after his victory over Anthony in 31 BC contributed to the flourishing of the arts in Greece. Roman philhellenes, the emperor Adrian among others were responsible for many great works. There was a Greek revival in the 1st century AD, with Epictetus the stoic philosopher founding a new school in Nikopolis, Plutarch writes his celebrated work Vitae Parallelae in praise of great men, and Pausanias writes his Description of Greece that can even today be used as a guide. In 330AD, after a long upheaval in the domestic affairs of the Roman empire, Constantine the great inaugurated Constantinople as the new capital of the Empire, thus putting an end to the history of the ancient world.

Byzantine archaeology Anna Lambraki

In founding Constantinople, the “New Rome”, Constantine the Great transferred the centre of the empire to the East. The official state language in Constantinople was Latin, although the Church adopted the Greek language. After the division of the empire into Eastern and Western, the term “Byzantine archaeology” defines the Christian archaeology of the “Orthodox”, Eastern part of the Empire. Christian religion did not at the beginning favour art, which was considered to be a vehicle of pagan ideas. In the early years Christian art had a symbolic character (Doura-Europos. Catacombs). One of the accomplishments of Byzantine architecture was born from the need to symbolize heaven with a dome. The church of Hagia Sophia is a magnificent example of this, built by the emperor Justinian’s architects, Anthemius and Isidore. The iconoclastic controversy is the main characteristic of the early Byzantine period(641-843AD). According to the iconoclasts all figurative church decoration should be destroyed. In the middle Byzantine period (843-1204) Arabic and Slavic states were created adjacent to the borders of the empire. Heretic controversies were over, and by the end of the eleventh century the first attempts were made for a psychological representation of the figures represented. After the rise of the Palaeologean dynasty to the throne, the facial expressions in painting exhibit a variety of moods. The presence of Latins in the capital and the creation of small Frankish states on Byzantine territory cut the empire to pieces. Characteristic of the period is the introduction of various cycles such as the Infancy of Christ and the Life of the Virgin. In the Paleaologean age two schools of painting stand out, the Macedonian and the Cretan. In 1453 Constantinople falls to the Turk. After the Fall of Constantinople the Macedonian school obtained a popular character. In the seventeenth century wall painting declined while portable icons became a popular medium. By the nineteenth century religious painting had died out. Greek painting of the time was influenced by artistic currents coming from centres such as Munich or Paris.

Malacological material in archaeology Lilian Karali-Giannakopoulou

The study of sea shells and land snails found in excavations can lead to various observations on a) the palaeoenvironment, the climate, the flora and fauna. b) the palaeogeography of the site (shallow waters, lake or sea, re-constitution of the ancient coast line). c) the economy and diet of the inhabitants (sea shells and their nutritive value compared to the meat consumed, consumption of sea shells in general and especially during periods of scarcity). d) the day-to-day life, ideas and religious beliefs based on the utilization of shells, (shells are used as utensils, ornaments or purely symbolic objects, and are represented, painted or engraved on pottery, seals and frescoes).

Τεύχος 20, Αύγουστος 1986 No. of pages: 98
Κύριο Θέμα: Στοιχεία μαγείας στη μινωική Κρήτη Χρήστος Μπουλώτης

Ο βλαστικός δαίμονας του τύπου Taurt σε σφράγισμα της Φαιστού (CMS II5, Nr. 322). Τη μινωική θρησκεία καθορίζει ο βλαστικός / γονιμικός χαρακτήρας της. Ο συνδυασμός σπονδικής πρόχου και κλαδιών σε εικονιστικές παραστάσεις καλεί τη φύση να απαντήσει «συμπαθητικά», με βροχή, στο νερό που χύνεται από το σπονδικό αγγείο. Από τα παλαιοανακτορικά σφραγίσματα της Φαιστού (ΜΜ ΙΙ) και εξής, η σπονδική πρόχους εμφανίζεται στα χέρια δαιμονικών μορφών του τύπου Taurt. Ενσωματωμένη στην επίσημη λατρεία, η μαγική τελετουργία αναπτύσσεται στο κατατηξίτεχνο δαχτυλίδι από την Τίρυνθα (β΄ μισό 15ου αιώνα π.Χ.). Στις τελετουργίες της βλάστησης ανήκουν και οι Ιερογαμίες. Οι θεογαμίες με τις βλαστικές φεγγαροθεές, οι θνήσκουσες βλαστικές θεότητες, οι χοροί των Κουρήτων, ο ύμνος του Παλαικάστρου, όπως παραδίδονται από πηγές των ιστορικών χρόνων, ασφαλώς απηχούν στοιχεία της μινωικής θρησκείας. Μαγικοθρησκευτικό τελετουργικό συνοδεύει τη θεμελίωση οικοδομημάτων κυρίως στις φάσεις ΜΜ ΙΙΙΒ-ΥΜ Ι. Για την προστασία ή την ιερή σήμανση προπαντός ανακτόρων φαίνεται ότι προορίζονταν τα χαραγμένα σε δόμους «τεκτονικά σημεία» (Mason’s Marks), όπως και επιγραφές Γραμμικής Α στην Κνωσό και στην έπαυλη της Αγίας Τριάδας. Στους τελετουργικούς καθαρμούς, ιδιότητες εξαγνιστικές αποδίδονται στη φωτιά και το νερό. Τα πήλινα ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα αναθήματα και τα ομοιώματα ανθρώπινων μελών που βρέθηκαν σε κατάλοιπα ιερών πυρών στα Ιερά Κορυφής δείχνουν ότι οι άνθρωποι προσέφευγαν εκεί για θέματα υγείας. Τη χρήση του νερού σε εξαγνιστικές ιεροπραξίες συνεπάγονται οι δεξαμενές καθαρμών. Απαραίτητο συστατικό της μαγικής πράξης είναι ο λόγος. Η φήμη των μινωικών εξορκισμών έφθασε ως την Αίγυπτο. Στην Κρήτη ορισμένες επιγραφές σε Γραμμική Α θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μαγικές ρήσεις». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζουν η «σπονδική ρήση» (Libation Formula) σε τελετουργικά σκεύη, οι σπειροειδείς επιγραφές στο εσωτερικό πήλινων κυπέλλων από την Κνωσό και το περίφημο χρυσό δακτυλίδι από τάφο στο Μαυροσπήλιο της Κνωσού. Χαραγμένα σε σπειροειδή διάταξη στην κυκλική σφενδόνη, τα 19 συλλαβογράμματα χωρίς διαχωριστικά μοιάζουν με πολυσύλλαβη «μαγική» λέξη. Στην Κρήτη τα πολυάριθμα περίαπτα είναι ασφαλώς φυλαχτά. Τη μεγαλύτερη ομάδα (ΠΜ ΙΙ-ΜΜ Ι) απαρτίζουν τα μινωικά φυλαχτά σε σχήμα ποδιού. Ξεχωριστό είναι το χρυσό περίαπτο από τάφο της Αγίας Τριάδας με την πρωτοφανή συσσώρευση επίθετων συμβόλων πάνω στον καρδιόσχημο πυρήνα του: φίδι, σκορπιός, αράχνη, παλάμη και ένα ακόμη, δυσερμήνευτο. Τα τρία επιβλαβή ζώα προστάτευαν αυτόν που τα φορούσε καθώς τα όμοια απωθούν τα όμοια.

Μαγεία και μαντική Ανδρέας Λεντάκης

Η Κασσάνδρα προλέγει την άλωση της Τροίας στους Πρίαμο, Πάρι και Έκτορα. Πομπηία, 20/30 μ.Χ. (Εθν. Αρχ/κό Μουσείο Νεαπόλεως). Η Ομοιοπαθητική Μαγεία εφαρμόζει μέσω της μίμησης την αρχή ότι «το όμοιο προκαλεί το όμοιο». Η Μεταδοτική Μαγεία στηρίζεται στο «νόμο της επαφής ή της μεταδοτικότητας». Στην πράξη, οι δύο κλάδοι της μαγείας συμφύρονται στη λεγόμενη Συμπαθητική Μαγεία. Ενώ στις πρωτόγονες κοινωνίες η μαγεία ασκείται δημόσια μέσω του μάγου, όταν το γένος σπάει σε εκτεταμένες οικογένειες η προστατευτική μαγεία γίνεται ιδιωτική. Στη μαύρη μαγεία το άτομο για να προωθήσει τα συμφέροντά του προκαλεί βλάβη σε κάποιον άλλο. Τρία είναι τα βασικά στοιχεία της μαγείας: ο ήχος ή η φωνή, η κίνηση και τα σύνεργα. Αυτή είναι η ερμηνεία του Frazer από την οποία, λίγο ως πολύ, παίρνουν τις αποστάσεις τους οι Malinowski, Thomson και Thorndike, Combarieu και Marett. Η μαντεία διακρίνεται σε «φυσική ή άτεχνη» που εκδηλώνεται κατά κανόνα μέσω της «κατοχής» του ανθρώπου από θεό ή πνεύμα (Πυθία, Κασσάνδρα, Σίβυλλα) και σε «έντεχνη ή επαγωγική» (Κάλχας, Τειρεσίας, κ.ά.). Η «έντεχνη» μαντεία υιοθέτησε την πρόκληση μέθης, έκστασης ή παράκρουσης μέσω παραισθησιογόνων φυτών ή και εκστατικού χορού. Οι Στωικοί πίστευαν ότι η ψυχή ταξιδεύει την ώρα του ύπνου και σε μια τέτοια πίστη στηρίζεται η ονειρομαντεία. Διάσημο ήταν το ονειρομαντείο του Αμφιάραου και του Τροφώνιου. Η «εγκοίμησις» (incubation) γινόταν σε χάσματα, σπηλιές ή ιερά που εξασφάλιζαν την επικοινωνία με τους νεκρούς. Στα ψυχοπομπεία (Ταίναρο) αναπτύχθηκε η «νεκρομαντεία ή νεκυομαντεία» και η τελετουργία της «ψυχαγωγίας». Ο σημαντικότερος κλάδος της έντεχνης μαντικής είναι η ορνιθομαντεία ή οιωνοσκοπία που ερμηνεύει την πτήση των πουλιών, τα κρωξίματά τους ή τα σχήματα που δημιουργούν πετώντας. Η κληδονομαντεία είναι η προφητεία που προέρχεται από φράση, λέξη, φθόγγο ή φωνή που ακούγεται τυχαία και προμηνύει αυτό ακριβώς που λέει. Διοσημίαι λέγονται τα μετεωρολογικά φαινόμενα (αστραπή, κεραυνός, βροχή) που θεωρούνται σημάδια του Δία. Οι ενόδιοι σύμβολοι, τα τυχαία συναπαντήματα, μπορεί να φέρνουν καλά ή κακά μαντάτα. Οι παλμοί, οι ακούσιες αυτόματες κινήσεις του σώματος (φτάρνισμα, λόξυγγας, παίξιμο ματιού κ.ά.), κάτι δηλώνουν. Οι οράσεις, οι πολλές μέθοδοι εμπυρομαντείας που σχετίζονται με τη θυσία ζώου, η μορφοσκοπία που αναλύει φυσικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου, είναι άλλες μορφές μαντείας. Την ενοχή ελέγχει η θεοκρισία. Η μαγεία που προσαρμόζεται σε έναν θρησκευτικό σκοπό λέγεται θεουργία και είναι είτε τελεστική ή εκφράζεται με πνευματιστική κατοχή. Στον μαντικό σαμανισμό η ψυχή αναχωρεί προσωρινά από το σώμα. Το αρχαιότερο μαντείο της αρχαίας Ελλάδας βρισκόταν στη Δωδώνη, όπου ο Ζευς λατρευόταν σε μια ειδική βαλανιδιά, αλλά το διασημότερο ήταν στους Δελφούς. Άλλα μαντεία ήταν της Κλάρου, του Αμφιαράου και του Τροφωνίου, του Άμμωνος Διός στη Λιβύη, των Βραγχιδών στα Δίδυμα της Μ. Ασίας, των Ερυθρών και της Κύμης στην Ιταλία.

Τεχνικές της ελληνικής μεταφυσικής Γιώργος Παπαγεωργίου

Ταφικό ανάγλυφο από τα Φάρσαλα της Θεσσαλίας που παρουσιάζει τη Δήμητρα και την Κόρη να κρατούν μανιτάρια. Μουσείο του Λούβρου. Η μανία, η υπερβατικότητα του ενθουσιασμού, λέει ο Πλάτων, φέρνει τα μεγαλύτερα αγαθά. Στους κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους, η έκσταση και η μανία σχετίζονται από τη μια με τη μεταφυσική, από την άλλη με την ψυχολογική εκφόρτιση. Η μεταφυσική εκφράζεται με τα μυστήρια που πραγματεύονται τις καταστάσεις της ψυχής. Η ψυχολογική εκφόρτιση εκφράστηκε με τον Διονυσιασμό που έδινε έμφαση στον αισθησιασμό και τη σωματικότητα. Λύσιος, Ελευθερωτής, είναι ένα από τα επίθετα του Διόνυσου. Οι τελετές που ιδρύει ο θεός της μανίας και του κρασιού έχουν εκστασιακή φύση. Μερικά βότανα (δάτουρα, δοσκύαμος, ράμνος, στρύχνος, οσκύαμος) από μόνα τους ή ανακατεμένα στο κρασί προκαλούν παραισθησιογόνα οράματα. Άλλωστε τα Ανθεστήρια, εκστασιακή γιορτή του Διόνυσου όπου γίνεται χρήση τοξικών φυτών, σχετίζονται με οράματα νεκρών. Ο H. Jeanmaire συνδέει τον Βάκχο με την Mahâbharata και τη λατρεία του Σίβα. Όμως ο Διόνυσος είχε και ένα σχήμα μυστικιστικό-ορφικό. Έτσι πέρασε στα Ελευσίνια και τα άλλα μυστήρια. Άλλωστε τα μυστήρια δεν είναι παρά η μορφή με την οποία πέρασε στις γαιοκτητικές κοινωνίες ο σαμανισμός. Ο Αριστέας, ο Άβαρις, ο Πυθαγόρας, ο Εμπεδοκλής, ο Επιμενίδης είχαν τη δυνατότητα να διαχωρίσουν την ψυχή από το σώμα τους, ενώ οι τρεις τελευταίοι σχετίζονταν με την πρωτόγονη ιατρική και τη βοτανική. Δήμητρα και Περσεφόνη: είχαν οι θεές των Ελευσινίων μυστηρίων σχέση με τοξικά φυτά; Η ερυσιβώδης όλυρα, παράσιτο του σταριού, του κριθαριού και άλλων δημητριακών, είναι το σκληρώτιον του μύκητα purpurea claviceps. Ένα είδος πρωτόγονου δημητριακού ονομαζόταν αίρα. Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι η οπιούχα παπαρούνα, η αίρα, ο οίνος και ο μανδραγόρας είναι εξίσου μεθυστικά και υπνωτικά. Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως τα ιερά των μυστηρίων ήταν κάποιο μίγμα ψυχοδηλωτικών βοτάνων ή μανιταριών που με την τοξικότητά τους έφερναν τον άνθρωπο στο κατώφλι του θανάτου και στον γαλήνιο κόσμο των οραμάτων. Η θεωρία των ψυχοδηλωτικών μπορεί να εξηγήσει τις ψυχικές ικανότητες των προσωκρατικών «σαμάνων φιλοσόφων». Στο Φαίδρο όπου αναλύεται το τέταρτο είδος μανίας, δηλαδή η μύηση στις τελετές, εμφανίζονται συμπτώματα τοξικών ουσιών, εφίδρωση και μεταβολή της θερμοκρασίας. Στα ρωμαϊκά χρόνια, η θεουργία, μίγμα της ελληνικής και της ανατολίτικης μεταφυσικής, εκφράζεται κυρίως στη νεοπλατωνική σχολή. Οι τεχνικές και η ορολογία των θεουργών δεν άλλαξαν πολύ από την κλασική εποχή. Χρησιμοποιούνται ακόμη οι όροι φάσμα, είδωλο, επόπτης, εξακολουθεί να ισχύει η «σωκρατική» πίστη σε ένα δαιμονικό στοιχείο μέσα μας. Σύμβολο για τις ψυχές γίνεται ο κρατήρας, σκεύος για την ανάμειξη των φαρμάκων. Ο συγγραφέας ετυμολογεί από το «μύκης» τη βοιωτική προσωνυμία της Δήμητρας Μυκαλησσίας και τις Μυκήνες.

Φίλτρα και συνταγές σε παπύρους Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Φυλαχτό που περιλαμβάνει απόκρυφη επιστολή του Άμπγκαρ από την Έδεσσα προς τον Ιησού Χριστό (5ος αι. μ.Χ.). Παρουσιάζονται τρεις ομάδες φίλτρων: τα ερωτικά, τα θεραπευτικά και διάφορα αταξινόμητα. Τα ερωτικά απαντούν στις εξής ανάγκες: την ερωτική κατάκτηση, την επιστροφή της αγαπημένης, την παρεμπόδιση άντρα και γυναίκας να σμίξουν, τη δημιουργία ανάμεσά τους μίσους, την τιμωρία των απίστων. Φίλτρα, συνταγές και κατάρες εξασφαλίζουν τα αποτελέσματα. Τα ιάματα αφορούν τα οιδήματα, τα κατάγματα, το δάγκωμα σκορπιού, τον πονοκέφαλο, τους δαιμονιζόμενους, το βήχα, τον πυρετό, τη σκλήρυνση των μαστών, την πτώση της μήτρας και την εξασφάλιση της δυνατότητας να είσαι αόρατος. Στα «διάφορα» συγκαταλέγονται η νίκη αλόγου, η κτήση αγαθών, η νυχτερινή εκμυστηρίευση, η διάβαση πάνω σε κροκόδειλο, η αποστολή ονείρων, η σύλληψη κλέφτη.

Μαγεία και Δίκαιο στο Bυζάντιο Σπύρος Τρωιάνος

Επιστήθιο φυλακτό (6ος/7ος αι. μ.Χ.) με παράσταση δαίμονα που μαστιγώνει ο Αρλάφ, απόκρυφο όνομα του αρχαγγέλου Ραφαήλ. Στις επίσημες κωδικοποιήσεις κυρίως του 6ου αιώνα, συγκεντρώθηκαν διατάξεις όπως εκείνη του Μ. Κωνσταντίνου (321) που διακρίνει ανάμεσα σε καλή και κακή μαγεία. Στις αξιόποινες πράξεις συγκαταλέγεται και η άσκηση της μαθηματικής τέχνης. Η διάκριση της μαγείας σε καλή και κακή παραμένει στο Εκλογάδιο των αρχών του 9ου αιώνα, που αναφέρεται στην επιβλαβή «γοητεία» – όπως αποδόθηκε στα ελληνικά νομικά κείμενα η «μαγεία». Στις νομοθετικές συλλογές των Μακεδόνων, μαγεία και μαντεία αποχωρίζονται εννοιολογικά. Θεσπίζεται το ατιμώρητο της «επίκλησης των δαιμόνων», αν ο υπαίτιος ενεργεί κατ’ άγνοιαν. Η κατάχρηση όμως στην επιδίωξη της θεραπείας ασθενειών, έκανε τον Λέοντα το Σοφό να γενικεύσει: ανεξαρτήτως σκοπού, η μαγεία είναι ολέθρια. Πλούσιοι σε πληροφορίες είναι οι λεγόμενοι εξομολογητικοί νομοκάνονες προς χρήση των πνευματικών. Σε αυτούς οι μάντεις διακρίνονται από τους γόητες ή τους επαοιδούς που φαίνεται να εξειδικεύονται στους καταδέσμους. Ειδική μορφή ενασχόλησης με τη μαγεία είναι η παραγωγή και διάθεση «περίαπτων», δηλαδή φυλαχτών. Η Εκκλησία αντέδρασε με απειλές μακροχρόνιου αφορισμού. Ωστόσο, ενώ η Πολιτεία από τη νομοθεσία των Ισαύρων και εξής προβλέπει τη δήμευση της περιουσίας και την εξορία του δράστη, ο συντάκτης του Εκλογαδίου στηλιτεύει μόνον όσους κατασκευάζουν «περίαπτα έχοντα χαρακτήρας». Τι ήταν όμως τα περίαπτα; Η συνοπτική περιγραφή που προσφέρει ο Θεόδωρος Βαλσαμών (13ος αιώνας) συμπληρώνεται από εκκλησιαστικές πηγές. Από το πλήθος των περιπτώσεων, το Εκλογάδιον απομονώνει τα θεωρούμενα απροσδιόριστα σχήματα και τις ακαταλαβίστικες λέξεις που θεωρούνται παραπλήσια στη μαγεία. Παρά τις απαγορεύσεις Πολιτείας και Εκκλησίας, στη μαγεία κατέφευγαν όχι μόνο ηγεμόνες και στρατηγοί αλλά και κληρικοί.

Η βασκανία Δημήτρης Κόκκοτος

Επιστήθιο κόσμημα, φυλαχτό με τον Άγιο Γεώργιο. Αρχαίες πηγές μαρτυρούν την πίστη αρχαίων Ελλήνων, Εβραίων και Ρωμαίων στη βασκανία. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν υποψήφιο θύμα όποιον ξεχώριζε για την ομορφιά ή τα προσόντα του, ιδίως όμως τα παιδιά. Η ρωμαϊκή θεά Cumina ήταν ειδικευμένη στο να αποτρέπει τη βασκανία. Η ορθόδοξη παράδοση πιστεύει ότι ο βάσκανος διαμεσολαβεί ανάμεσα στο διάβολο και τον άνθρωπο, αντιμετωπίζει μάλιστα το μάτιασμα με αγιασμό. Η λαϊκή αντίληψη αποδίδει το μάτιασμα σε δυνάμεις που έχει ο ίδιος ο άνθρωπος και επιστρατεύει διάφορα μέσα για να το ακυρώσει. Ο Άγιος Κυπριανός, που έγραψε την ομώνυμη ευχή κατά μαγείας και βασκανίας, ήταν πριν βαπτιστεί «έκδοτος εις την μαγείαν και των δαιμόνων λατρευτής».

Πώς ξεκίνησαν τα τραπεζάκια Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

The Brown Lady, η Λαίδη Ντόροθι Τάουνσεντ (Αγγλία, 1700) είναι η διασημότερη φωτογραφία φαντάσματος. Με αμερικανική καταγωγή από τον 19ο αιώνα, τα τραπεζάκια ανήκουν στις παραεπιστήμες που περιφρονούν τον σύγχρονο ορθολογισμό. Το πώς ξεκίνησαν διηγείται στο περιοδικό L’Histoire η Nicole Edelman. Στα αποσπάσματα που παρατίθενται εδώ πρωταγωνιστούν μια οικογένεια μεθοδιστών, ένα στοιχειωμένο σπίτι, το «πνεύμα» ενός δολοφονημένου γυρολόγου. Τα δύο κορίτσια της οικογένειας απομακρύνονται σε άλλη πολιτεία αλλά τα πνεύματα επικοινωνούν μαζί τους. Τις συμβουλεύουν να χρησιμοποιήσουν τραπεζάκι. Γίνονται διάσημες, τα τραπεζάκια μεταδίδονται στην Ευρώπη όπου εξελίσσονται και παίρνουν τριγωνική μορφή. Ωστόσο, αυτή η μέθοδος της μαντείας είναι πολύ παλαιά, όπως μαρτυρούν ο Τερτουλιανός, ο Απολλώνιος ο Τυανεύς αλλά και βουδιστές μοναχοί.

Αστρολογία και σύγχρονη βιολογία: η επικοινωνία Φωτεινή Αποστολοπούλου

Οι ατομικοί χάρτες γέννησης δυο διάσημων ψυχαναλυτών. Εκφράζουν άμεσα την προσωπικότητα και το έργο τους. Η αστρολογία και η γιόγκα έχουν στόχο να διευκολύνουν τη διάβαση της κοσμικής ενέργειας μέσα από τον άνθρωπο. Η αστρολογία δίνει στον άνθρωπο τη σχέση του με το σύμπαν και, ειδικότερα, τα ατομικά του σημεία αντίστασης. Η γιόγκα προωθεί την ελεύθερη επικοινωνία μέσα από την αναπνοή στο σύνολό της. Το άρθρο πραγματεύεται θέματα όπως ο ατμοσφαιρικός ηλεκτρισμός, οι «οριακές επιφάνειες», προνομιούχα σημεία ανταλλαγών στην αναπνοή ως επικοινωνία, η επίδραση του ουρανού της γέννησής του στον άνθρωπο, το προκαθορισμένο αλλά και ελεύθερο πεπρωμένο του. Οι πλανήτες λειτουργούν όλοι ως οριακές επιφάνειες. Εδώ συζητούνται ο Κρόνος, ο Ουρανός, ο Ποσειδώνας και ο Πλούτωνας.

Μαγεία-Υπέρβαση-Τέχνη Ελένη Μαχαίρα

Max Ernst, Σήμα για Σχολή Τεράτων, 1968 (ιδιωτική συλλογή). Το άρθρο πραγματεύεται τις έννοιες του επικαλούμενου και του υπερβατικού, τη θεωρία του καθρεφτισμού του Λούκατς που θέτει σε κίνηση όλη την προβληματική για τη μίμηση και τη μαγεία. Μια συναισθηματική «αύρα» περιβάλλει την επικοινωνία που καλλιεργούν οι μιμητικές εκφράσεις της καθημερινής πραγματικότητας. Η καλλιτεχνική αύρα οδηγεί στην καρδιά της τέχνης και στην καρδιά της ιστορίας του ανθρώπου. Ο λόγος είναι παγίδα, το «πείθω» πρέπει να αντικατασταθεί από το «επισημαίνω», δηλαδή φτιάχνω μια σχέση επικλητική. Ο Λούκατς θέτει την προβληματική της εκπόρευσης και της υπέρβασης, ο Μπωντλέρ τη σχέση τέχνης και μαγείας, ο Μαρκούζε τη σχέση τέχνης και έρωτα.

Άλλα θέματα: Σύγχρονη αρχαιολογία: ρεύματα και κατευθύνσεις Κώστας Κωτσάκης

Η αποκατάσταση των γεγονότων στηρίζεται συνήθως στην αναλογία. Η «νέα αρχαιολογία» που εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1960 και του 1970 στη Βόρεια Αμερική και την Αγγλία, συνέβαλε με τον έντονο επιστημολογικό της προσανατολισμό στον ορισμό της αρχαιολογίας ως επιστήμης. Η νέα αρχαιολογία υιοθέτησε την παραγωγική-υποθετική μέθοδο ερμηνεύοντας τα φαινόμενα με την κατασκευή γενικών υποθέσεων που στη συνέχεια ελέγχονται από την αρχαιολογική μαρτυρία. Αντίθετα, η επαγωγική μέθοδος που διατυπώνει γενικές προτάσεις με βάση επιμέρους εμπειρικές παρατηρήσεις θεωρήθηκε τότε ανεπαρκής, καθώς η μετάβαση από τα πολλά επιμέρους στο γενικό εμπεριέχει κάποιο βαθμό διαίσθησης ή αυθαιρεσίας. Με θεωρητικές αποσκευές που τόνιζαν την ενότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και την ευθύγραμμη κατεύθυνση της προόδου, η αρχαιολογία του 19ου αιώνα είχε επιχειρήσει την εφαρμογή ενός πρώτου ερμηνευτικού σχήματος, του συστήματος των Τριών Σταδίων. Το σχήμα προτάθηκε από τον Δανό Thomsen (1836) και έβλεπε την εξέλιξη του πολιτισμού μέσα από τεχνολογικά στάδια (Εποχές του Λίθου, του Χαλκού, του Σιδήρου) που επιβεβαιώθηκαν στρωματογραφικά. Ωστόσο, μια χρονικά παράλληλη αλλά αντίρροπη κίνηση εκφράστηκε με το Ρομαντισμό που τόνιζε την ιδιαιτερότητα της σκέψης και της συμπεριφοράς κάθε εθνικής ομάδας. Έτσι μπήκε στην αρχαιολογική ανάλυση η έννοια της πολιτιστικής ομάδας. Το θεωρητικό πρότυπο της «πολιτιστικής-ιστορικής» προσέγγισης που θεωρεί τα πολιτιστικά φαινόμενα παράγωγο μοναδικών συγκυριών γρήγορα αποδείχθηκε ανεπαρκές για την ερμηνεία τους. Για να εξηγήσει τις ομοιομορφίες, η μέθοδος αυτή επιστρατεύει τη διασπορά ιδεών ή το εμπόριο ή τις μετακινήσεις των ανθρώπων, περιορίζοντας την ανθρώπινη επινοητικότητα σε προνομιακές περιοχές και λαούς. Η προσέγγιση αυτή καλύπτει μόνο τον πρώτο από τους τρεις στόχους της αρχαιολογικής ανάλυσης, την περιγραφή της μορφής της υλικής μαρτυρίας στο χώρο και το χρόνο, το τι, το πότε και το πού. Οι άλλοι δύο, ο καθορισμός της λειτουργίας και ο προσδιορισμός της πολιτιστικής διαδικασίας, μένουν αναπάντητοι. Οι επικριτές αυτής της μεθόδου τής προσάπτουν και την κανονιστική (normative) αντίληψη που αποδίδει την ομοιομορφία της υλικής μαρτυρίας σε πολιτισμικούς «κανόνες». Η διαδικαστική προσέγγιση (processual archaeology) καλείται να απαντήσει στο πώς και στο γιατί. Εκεί που η κανονιστική αντίληψη θα ερμήνευε μια μεταβολή στην κεραμική, λόγου χάρη, ως προϊόν μετανάστευσης, τώρα χρειάζεται να προσδιοριστεί και ο τρόπος με τον οποίο η αναδιάταξη των στρατηγικών επιβίωσης (αύξηση του πληθυσμού;) επιφέρει μεταβολές στην παραγωγή και τη διανομή της κεραμικής. Βασικά σημεία της διαδικαστικής προσέγγισης είναι η συνολική αντίληψη του πολιτιστικού φαινομένου και η παραγωγική συλλογιστική. Ο υλισμός που τη χαρακτηρίζει έρχεται σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό της κανονιστικής προσέγγισης: η αρχαιολογία δεν μελετά πια ιδέες αλλά διαδικασίες, δηλαδή την ανθρώπινη πράξη.

Ο θρακικός θησαυρός του Ρόγκοζεν Φωτεινή Τομαή-Κωνσταντοπούλου

Ανοιχτή φιάλη με πλαστική απεικόνιση του Ηρακλή και της Αύγης από το θησαυρό του Ρόγκοζεν. Το 1985 στο χωριό Ρόγκοζεν, 163 χλμ. βόρεια από τη Σόφια, βρέθηκε θαμμένος θησαυρός από 165 αργυρά αντικείμενα, μοιρασμένα σε δύο πάνινους σάκους. Ο θησαυρός περιλάμβανε 108 φιάλες, 54 πρόχους και 3 σκύφους. Το αρχαιότερο από τα αντικείμενα χρονολογείται στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 4ου αιώνα και το νεότερο στα μέσα του 4ου. Τα αντικείμενα έχουν διακοσμηθεί με ανάγλυφες ή εγχάρακτες παραστάσεις που απεικονίζουν θεούς, φανταστικά ζώα ή σκηνές από την ελληνική και τη θρακική μυθολογία χωρίς να λείπουν τα φυτικά και τα γεωμετρικά μοτίβα. Κάποια τμήματά τους φέρουν επίχρυσο διάκοσμο. Οι περισσότερες φιάλες έχουν κατασκευαστεί με την τεχνική της σφυρηλάτησης φύλλου αργύρου πάνω σε μήτρα. Το σχήμα τους τις κατατάσσει σε τρεις ομάδες: τις ανοιχτές φιάλες (4), τις φιάλες του τύπου των καλύκων (21) και τις συνήθεις χαμηλές φιάλες (82). Οι πρόχοι διαιρούνται σε δύο ομάδες, ανάλογα με το διάκοσμό τους: απλός γεωμετρικός ή σκηνές από τη μυθολογία. Η κατασκευή τους ακολουθούσε τρία στάδια: ο καλλιτέχνης σφυρηλατούσε αρχικά πάνω σε μήτρα φύλλο αργύρου για να φτιάξει την κοιλιά του αγγείου. Στο σημείο συνένωσης των δύο άκρων του φύλλου, τοποθετούσε την επίπεδη κάθετη λαβή. Ο λαιμός και η βάση κατασκευάζονταν χωριστά και η τυχόν επιχρύσωση γινόταν με μεγάλη δεξιοτεχνία είτε με την τεχνική του αμαλγάματος είτε με την προσθήκη λεπτού φύλλου χρυσού. Σε κάποιες πρόχους εικονίζεται η Μεγάλη Θεά που είναι η Άρτεμις Βένδις. Μοναδικότητα στο θησαυρό προσδίδει το πλούσιο επιγραφικό υλικό, χαραγμένο στα πολύτιμα σκεύη με στοιχεία της ελληνικής κλασικής γραφής, που καταδεικνύει ότι η χρήση της ελληνικής γλώσσας ήταν καθημερινή. Ο Alexander Fol πιστεύει ότι τα αντικείμενα είναι διπλωματικά δώρα των Οδρυσών προς τους Τριβαλλούς. Ο κάτοχός τους, σε κάποια από τις εκστρατείες του Φίλιππου Β΄ ή του γιου του Αλέξανδρου, τα έθαψε για να τα γλιτώσει.

Το Oικομουσείο: η συμβολή του στην πολιτιστική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Oικομουσείο στην Eλλάδα Αλέξανδρος Πιστοφίδης

Η συλλογή του Ch. Towneley, πίνακας του Zoffany, 1792. Πολλά από τα έργα που εικονίζονται βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Πρώτη η Γαλλία το 1971 ίδρυσε στην περιοχή της Βουργουνδίας «Οικομουσείο», ονομασία που συμβολίζει την αρμονική συμβίωση Μουσείου και περιβάλλοντος. Ο εμπνευστής της ιδέας Hugues de Varine πίστευε ότι έτσι θα αναπτύσσονταν η συλλογική μνήμη και η συλλογική ταυτότητα καθώς και η συνείδηση των αλλαγών που συμβαίνουν σε όλους τους τομείς. Οι κύριοι τομείς δράσης αυτού του Οικομουσείου είναι: ο άνθρωπος και το περιβάλλον, η βιομηχανική εξέλιξη, ο κοινωνικός βίος, η κοινωνικοοικονομική ιστορία και ο λαϊκός πολιτισμός. Στην Πορτογαλία, στο νότιο μέρος του κόλπου της Λισαβώνας, η ξαφνική εγκατάσταση μεγάλης βιομηχανικής μονάδας οδήγησε σε πληθυσμιακή έκρηξη. Η ενσωμάτωση του ξένου πληθυσμού ήταν η αφορμή για την ίδρυση «Οικομουσείου ανάπτυξης». Στην περίπτωση του Καναδά το Οικομουσείο εγκαταστάθηκε σε αγροτική περιοχή του Κεμπέκ που χαρακτηρίζεται από τη μετανάστευση και την απομόνωση. Στον Καναδά αλλά και σε άλλες χώρες έγιναν προσπάθειες να μεταφερθεί το μοντέλο του Οικομουσείου σε συνοικίες μεγαλουπόλεων. Τα Οικομουσεία στην Ελλάδα θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ταυτότητα μέσα σε έναν κόσμο που χάνεται, να ευαισθητοποιήσουν για θέματα περιβάλλοντος, να φτιάξουν μια γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στο παραδοσιακό και το μοντέρνο προσφέροντας σε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών εργαλεία κατανόησης αλλά και να λειτουργήσουν εκπαιδευτικά ως σχολεία και χώροι λαϊκής επιμόρφωσης. Η ανέγερσή τους δεν απαιτεί τους οικονομικούς πόρους ή το ειδικευμένο προσωπικό που συνδέουμε με τα γνωστά Μουσεία. Το στοίχημα για τα Οικομουσεία είναι να τα αγκαλιάσει η κοινότητά τους.

Κεραμεική: πρώτες ύλες, λείανση, στιλβώσεις, υαλώματα Γιώργος Νικολακόπουλος

Αγγείο ρωμαϊκό Lezoux με εγχάρακτο διάκοσμο. Μέσα 1ου αιώνα. Ashmolean Museum. Από τις δύο βασικές ύλες που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή κεραμικών, την άργιλο και τη χαλαζιακή άμμο, η άργιλος υπερέχει χάρη στην πλαστικότητά της. Στην Κίνα από τη Νεολιθική εποχή χρησιμοποίησαν άργιλο με προσθήκη πυριτικής άμμου. Το είδος αυτό των κεραμικών ονομάστηκε Γκρε (Grès) και ανάγεται στην εποχή των Shang (1751-1111 π.Χ.). Η πυριτική ύλη κατασκευαζόταν από κονιοποιημένο χαλαζία, στον οποίο πρόσθεταν αλάτι ή νάτριο για να γίνει κάπως πλαστικός. Χρησιμοποιήθηκε στη νότια Μεσόγειο ως και τον 9ο αιώνα μ.Χ. Οι Ρωμαίοι εφάρμοσαν εγχάρακτο διάκοσμο ξεστό, όπως πάνω σε γυαλί, δημιουργώντας πανέμορφα αγγεία. Αυτό είναι το Glazed quartz fritware. Η φύση του κύριου συστατικού και η ύπαρξη ή μη προσμείξεων καθορίζει την υφή και το χρώμα του κεραμικού. Διακρίνονται έτσι τέσσερις κύριες ομάδες: α) της ψημένης γης (terra cotta), έγχρωμη με πορώδη υφή, β) της λευκής ψημένης γης (terraglia) ή faience fine, λευκή με πορώδη υφή, γ) της Grès, έγχρωμη με συμπαγή υφή και δ) της πορσελάνης, λευκή με συμπαγή υφή. Για να στεγανοποιηθούν τα αγγεία από πορώδες υλικό χρησιμοποιήθηκε είτε λείανση, είτε επικάλυψη ή μία από τις τρεις στιλβώσεις: η πυριτιο-αλκαλική, η μολυβδούχος και η κασσιτερούχος. Ως προς τη στίλβωση, συγγενικά με τα αρχαιοελληνικά αγγεία, μελανόμορφα και ερυθρόμορφα, είναι τα ρωμαϊκά ερυθρά και μαύρα στιλβωτά. Υπάρχουν δύο ειδών υαλώματα, διαφανή και αδιαφανή (ή σμάλτα). Στα διαφανή ανήκουν τα αλκαλικά υαλώματα και τα μολυβδούχα. Τα αδιαφανή υαλώματα που δίνουν τη faience δημιουργούνται με την προσθήκη οξειδίου του κασσίτερου στη μολυβδούχο υάλωση. Για να διακοσμηθεί η φαγιάνς χρησιμοποιείται η μέθοδος υψηλής ή χαμηλής πυράς.

Ένα ελληνικό όνειρο: Λέο φον Kλέντσε, ο Aρχαιολόγος Αλίκη Μουστάκα

Λέο φον Κλέντσε, σχέδιο του «Παντεχνείου» (γύρω στο 1836). Στον Κλέντσε, η Γλυπτοθήκη του Μονάχου δεν οφείλει μόνο την εξωτερική της μορφή αλλά και τη διαμόρφωση των εκθεσιακών της χώρων και την επιλογή των εκθεμάτων. Ως σύμβουλος του Λουδοβίκου σε θέματα τέχνης, συγκέντρωσε στο Μόναχο σημαντικό αριθμό γλυπτών και δημιούργησε συλλογή με αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής αγγειογραφίας. Ο Λέο φον Κλέντσε γνωρίζει τον Λουδοβίκο το 1814 και μένει στην υπηρεσία της Βαυαρίας ως το 1859. Γέννημα θρέμμα της εποχής του Κλασικισμού, ο Κλέντσε οραματίζεται την αναγέννηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής, ιδίως του δωρικού ναού. Σταθμό στην πορεία του αποτέλεσαν τα ταξίδια του στη Μεγάλη Ελλάδα με τους δωρικούς ναούς στο Πέστουμ, την αρχαία Ποσειδωνία, στον Ακράγαντα, τη Σεγέστα, τον Σελινούντα. Ο «αρχαιολόγος» Κλέντσε αφήνεται να καθοδηγηθεί από τα ίδια τα μνημεία που σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια επί ώρες. Στους τέσσερις μήνες που πέρασε στην Ελλάδα το 1834, ο Κλέντσε σχεδίασε τον αρχαϊκό ναό στο Καρδάκι της Κέρκυρας, το ναό της Αφαίας στην Αίγινα, την πλατεία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύπλιο, άποψη της Χαλκίδας, τους Αέρηδες στην Πλάκα, ενώ η ελαιογραφία με τη φανταστική αναπαράσταση της Ακρόπολης έγινε αργότερα στο Μόναχο. Ο Κλέντσε στην Αθήνα κίνησε τη διαδικασία για την επέκταση της νομοθεσίας προστασίας των αρχαίων. Για πρώτη φορά τοποθετούνται φύλακες σε αρχαιολογικούς χώρους ενώ, και πάλι με δική του ενέργεια, αρχίζει η καταγραφή των αρχαιοτήτων της Ελλάδας και το αναστηλωτικό έργο στην Ακρόπολη. Η επίσημη έναρξη, που εποπτεύει ο ίδιος, γιορτάστηκε στις 10 Σεπτεμβρίου με συμμετοχή του λαού. Ήταν η πρώτη γιορτή στην Ακρόπολη ύστερα από αιώνες.

Ενημερωτικές στήλες και απόψεις: Aρχαιολογικά Nέα Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Άποψη του ελληνιστικού λιμανιού με οχυρωματικούς πύργους στη Φαλάσαρνα. Η παράθεση είναι ενδεικτική. Για το πλήρες κείμενο της στήλης, δείτε το συνημμένο αρχείο pdf.

Ειδήσεις

Κινδυνεύει να γκρεμιστεί το Αστεροσκοπείο (1842), έργο του Θ. Χάνσεν – Αποκαλύφθηκε κοντά στην Πέλλα μακεδονικός τύμβος του 320 π.Χ. που πιθανόν ανήκε στον Ηφαιστίωνα - Το Μ. Μπενάκη ταξιδεύει στο Τόκιο την «Προσκύνηση των Μάγων» του Δ. Θεοτοκόπουλου – Εικόνα του Αγίου Γεωργίου με την υπογραφή του Άγγελου είναι η δωρεά του Ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη στο Μουσείο Μπενάκη

Εκθέσεις

Στη Φλωρεντία, φετινή πολιτιστική πρωτεύουσα, η Ελλάδα εκπροσωπείται με τρεις εκθέσεις - Η δεύτερη Μπιενάλε νέων των χωρών της Μεσογείου θα οργανωθεί στη Θεσσαλονίκη από 21 ως 30 Νοεμβρίου – «Εθνο-αρχαιολογία» ήταν ο τίτλος έκθεσης για τις παραδοσιακές τεχνικές που άνοιξε στη La Seyne-sur-Mer της Γαλλίας – Στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από την ίδρυση της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Ελλάδα οργανώθηκε στο Εθνικό Μουσείο έκθεση (1-31/10/1986) με θέμα το έργο της Σχολής στην Κρήτη

Βιβλία

Γιάννης Λυρίτζης, Αρχαιομετρία. Μέθοδοι χρονολόγησης στην αρχαιολογία, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1986 - Αναστάσιος Ορλάνδος & Ιωάννης Ν. Τραυλός, Λεξικό αρχαίων αρχιτεκτονικών όρων, Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών, Αθήνα 1986 – Gisela Walberg, Tradition and Innovation. Essays in Minoan Art, Philipp von Zabern, Mainz, Γερμανία 1986 – Anthony van der Heyden, «Monasteries of the Judean Desert», Ariel 65, 1986

Συνέδρια

Η Ελληνική Επιτροπή Τεχνικής Γεωλογίας οργανώνει συνέδριο (Αθήνα, 19-23 Σεπτεμβρίου 1988) με θέμα: Η τεχνική γεωλογία στη μελέτη / διατήρηση και προστασία των έργων της αρχαιότητας, των μνημείων και των ιστορικών χώρων

English summaries: The archaeologist Leo von Klenze and his vision of Greece Aliki Moustaka

The exterior of the Munich Glyptotech as well as the way the rooms of the museum are designed and what exhibits are on show in them, these are all Leo von Klenze’s achievement. Klenze was Ludwig’s counselor on artistic matters and brought a large number of sculptures to Munich, he also created a collection of great works of Greek vase-painting. Leo von Klenze met Ludwig in 1814. He remained in the service of Bavaria until 1859. Klenze had a classical education and dreamed of a rebirth of Greek architecture and especially of the Doric temple. His travels in Magna Graecia were a turning point in his life. During these travels Klenze visited Doric temples in Pestum, ancient Poseidonia, in Acraganta, Segesta and Selinous. Klenze the “archaeologist” followed where he was led by the drawings he made of monuments. He drew the monuments he visited for hours in great detail. In the four months that he spent in Greece in 1834, Klenze drew the archaic temple at Kardaki in Corfu, the temple of Aphaia in Aegina, St George’s square in Nafplio, a view of Halkida, the temple of the Winds in Plaka, while later, in Munich, he painted an imaginary reconstruction of the Acropolis in oils. While in Athens, Klenze began procedures for legal protection of ancient monuments in Greece. He saw to it that keepers were placed on the site of antiquities for the first time, Klenze also saw to a record of antiquities in Greece being made and repairs started on the Acropolis. The beginning of this task, which was supervised by Klenze in person, was celebrated on the 10th of September as a popular occasion. This was the first celebration held on the Acropolis for centuries.

Recipes for potions and charms in papyri The editors of the Archaeologia journal

There are three kinds of magic potions; love philtres, healing potions and other. Love potions serve to conquer the loved one, to bring the object of desire back, to stand in the way of two lovers meeting, to create hate where once there was love, and last to punish the unfaithful party. Healing potions serve to cure swellings, broken bones, the scorpion’s bite, headaches, possession by an evil spirit, coughs, a temperature, hardening of the breasts, dropping of the vagina, and attainment of the power of becoming invisible. Under “other philtres” are included potions to bring about a horse’s winning a race, the gaining of material wealth, the gaining of confidential information at night, the riding of a crocodile, the sending of a dream or the catching of a thief.

The evil eye Dimitris Kokkotos

There are many ancient sources of information to prove that ancient Greeks, Jews and Romans all believed in the spell cast by the evil eye. The ancient Greeks believed that anyone who stood out for his beauty or other exceptional gifts was a prospective victim of the spell. This applied especially to children. The Roman goddess Cumina specialized in averting the evil eye. Christian Orthodox tradition has it that the man who casts the evil eye is an intermediary between the devil and man and uses a spell on the guard against the evil eye. Popular belief has it that certain people have the power of the evil eye and there are ways of resisting this power. Saint Cyprian who wrote the spell against magic and the evil eye, was himself before being baptized “prey to magic and to the adoration of demons”.

The origin of Ouija boards The editors of the Archaeologia journal

The Ouija board is an American, 19th century invention belonging to the field of the paranormal sciences that hold modern rationalism in contempt. Nicole Edelman describes the origins of the Ouija board in the journal L’Histoire. In the extracts from the article that are published here, the protagonists of the story are a family of methodists, a haunted house and the “spirit” of a murdered peddler. The two Methodist girls leave home and go to another state, however the spirits keep in touch with them. The spirits advise the girls to use a table, or board to communicate with them. They become famous, and the practice spreads to Europe where however the board used in the séance is triangular. This method of prediction of the future, or oracle is however very old. Tertoulian, Apollonius Tyaneus and Buddhist monks all testify to this.

Τεύχος 21, Νοέμβριος 1986 No. of pages: 98
Κύριο Θέμα: Η Γυναίκα στο μύθο, την ιστορία, στο σήμερα Κλαίρη Ευστρατίου

Ειδώλιο γυναικείας μορφής, Πρωτοκυκλαδική ΙΙ περίοδος, φάση Σύρου, 2800-2300 π.Χ. Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Η δράση της γυναίκας στο μύθο και την ιστορία μάς αποκαλύπτει διαχρονικά την κοινωνική της συμβολή και τη σημασία της. Ο πατριαρχικός πολιτισμός, εδραιωμένος στις αξίες του προπατορικού αμαρτήματος, επεφύλαξε για τη γυναίκα θέση υποταγής. Τι κρύβει η ειρηνική εποχή της μητριαρχίας; Μήπως ο ιμπεριαλισμός-καπιταλισμός και η πατριαρχία συμβαδίζουν; Διεκδικώντας την ισονομία και την ισοτιμία μήπως η σύγχρονη γυναίκα έχει υιοθετήσει τα ίδια μέσα και την ίδια «τεχνική» με τον άντρα; Μήπως αξίζει να προσεγγίσουν οι ίδιες οι γυναίκες τις έννοιες θηλυκό, μάνα, μήτρα; Να βάλουν εκείνες τα θεμέλια της συνεργασίας με τον άντρα για μια καινούρια αρχή;

Η Γυναίκα στον καθρέφτη του Mύθου: από την προϊστορία στην ιστορία Κλαίρη Ευστρατίου

«Ενοχή». Σχέδιο της γαλλίδας ζωγράφου Jocelyne Pache. Στις πρώτες ανθρώπινες ομάδες η γυναίκα αποτελούσε τον πυρήνα. Αυτή είχε το λόγο να εκπέμπει την εντολή. Η κεντρική της θέση, που πηγάζει από την αναπαραγωγή, επεκτείνεται και στην άσκηση εξουσίας: όλα λειτουργούν για λογαριασμό της. Στα προϊστορικά χρόνια η θρησκεία και η λατρεία αφορούν το πρόσωπό της. Από την Εποχή του Χαλκού η γυναίκα θα εγκατασταθεί στο σπίτι ενώ ο άντρας θα φεύγει για να φέρει την τροφή. Η γυναίκα θα αναπτύξει την οικιακή οικονομία χωρίς να χάσει το ιερό της πρόσωπο: είναι η μεγάλη Μητέρα, η Δέσποινα της φύσης. Κάποια στιγμή όμως ο άντρας διεκδικεί την εξουσία και αντιπαραβάλλει την επίκτητη δύναμή του στη φυσική. Ίσως ο Ουρανός και ο Κρόνος που καταπίνουν τα παιδιά τους να συμβολίζουν αυτή τη μεταβατική φάση. Ο μύθος για το κουτί της Πανδώρας είναι μήπως σύγχρονος του ιουδαϊκού για τον Αδάμ και την Εύα; Ως το τέλος της Μινωικής εποχής η θεά εξακολουθεί να απεικονίζεται με λιοντάρια, με φίδια, ως κουροτρόφος, όμως λίγο λίγο αρχίζει να συνοδεύεται από μια αντρική μορφή. Ο άντρας έχει εισχωρήσει στον ιερό χώρο, ισότιμοι και οι δυο συμβολίζουν τον ιερό γάμο. Στον Όλυμπο πανίσχυρος θεός είναι ο Δίας. Γεννάει την Αθηνά και τον Διόνυσο και ενοχοποιεί την Ήρα για το θάνατο της Σεμέλης. Πόσο διαφέρει η πραγματικότητα από το μύθο σήμερα;

Η θέση της γυναίκας στην Αθήνα της κλασικής εποχής Eva Cantarella

Ανάγλυφο της «Σκεπτόμενης Αθηνάς», μέσα 5ου αι. π.Χ., Μουσείο Ακροπόλεως. Ο Bachofen βλέπει στην πολιούχο Αθηνά και στο κυνηγητό που εξαπολύουν οι Ερινύες ενάντια στον μητροκτόνο Ορέστη τα ίχνη ενός μητριαρχικού παρελθόντος. Στους κλασικούς χρόνους πάντως οι γυναίκες της Αθήνας ζούσαν απλά εκτός μιας «λέσχης ανδρών». Μόνο στην έκθεση των βρεφών προτιμώνται τα κορίτσια. Σε κορίτσια δεν παρέχεται καμία παιδεία, τα παντρεύουν σε ηλικία 14-15 χρονών και περιμένουν να γεννήσουν το παιδί που θα τις εντάξει στην οικογένεια του άντρα. Οι εύπορες παντρεμένες γυναίκες βγαίνουν μόνο στις δημόσιες γιορτές και πιθανόν σε καμιά κηδεία, ενώ οι φτωχότερες έχουν την άνεση κινήσεων που τους προσφέρει η εργασία τους. Ο νόμος προέβλεπε τρεις περιπτώσεις λύσης του γάμου. Στην έπεμψιν, ο άντρας απέπεμπε τη σύζυγό του χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσει την πράξη του, αρκεί να επέστρεφε την προίκα. Η εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης από τη γυναίκα, η απόλειψις, ήταν επιτρεπτή αλλά ηθικά κατακριτέα. Τέλος, στην αφαίρεσιν, ο πατέρας της συζύγου για οικονομικούς συνήθως λόγους διέλυε το γάμο. Μην μπορώντας να κληρονομήσει η ίδια την πατρική περιουσία, μια ορφανή μοναχοκόρη, η επίκληρος, όφειλε να παντρευτεί τον πλησιέστερο συγγενή της. Ο Δημοσθένης μάς πληροφορεί ότι ο Αθηναίος διαθέτει εκτός από σύζυγο, μια παλλακίδα και μια εταίρα. Το αττικό δίκαιο αντιμετώπιζε τις γυναίκες ως όντα μειονεκτικά, το ίδιο και η πόλις που δεν τις θεωρούσε «πολίτες». Μόνο το 451 π.Χ. ο Περικλής θα κάνει τις γυναίκες συμμέτοχες στη μεταβίβαση της αθηναϊκής «ιθαγένειας» στους γιους.

Οι Aτθίδες του E΄ και του Δ΄ π.X. αιώνα (η άλλη όψη του νομίσματος) Παναγιώτης Δημάκης

Αθηναία αστή. Αττική λήκυθος, 5ος αι. π.Χ. Το περίφημο χωρίο του Δημοσθένη που επιμερίζει στις εταίρες, τις παλλακίδες και τις συζύγους την ηδονή, τη φροντίδα και την επανάπαυση του Αθηναίου ευθύνεται για την παρεξήγηση της θέσης των Ατθίδων. Το υπερπόντιο εμπόριο και ο Πελοποννησιακός πόλεμος που κράτησαν τους Αθηναίους μακριά από τις εστίες τους μήνες και χρόνια, είχαν ως συνέπεια την ανάληψη από τη σύζυγο καθηκόντων διεύθυνσης του «οίκου». Οι δυναμικές ή και επικίνδυνες ηρωίδες του θεάτρου έδειξαν στις γυναίκες το μέτρο των δυνατοτήτων τους. Χίλιες αφορμές μπορούσαν να βρουν οι Ατθίδες για να βγουν από το σπίτι αποφεύγοντας απλώς να διασχίσουν τον αντρικό χώρο της αγοράς. Όσο για τους γυναικωνίτες δύσκολα θα χωρούσαν στους μικρούς οικίσκους γύρω από την Ακρόπολη. Ακόμη και ο θεσμός της προίκας ενίσχυε τις Ατθίδες. Την προίκα, που ο σύζυγος είχε συνήθως διασπαθίσει, όφειλε να την επιστρέψει σε περίπτωση που η γυναίκα ζητούσε διαζύγιο. Συχνά επομένως προτιμούσε να υποχωρήσει στις αξιώσεις της γυναίκας του. Στο χώρο του κληρονομικού δικαίου ξεχωρίζει ο θεσμός της επικλήρου κόρης. Πλήρη δικαιοκτητική ικανότητα είχαν οι γυναίκες, λένε κείμενα και επιγραφές. Η Λυσιστράτη και ο Κατά Νεαίρας του Δημοσθένη μαρτυρούν πως οι γυναίκες παρακολουθούσαν την πολιτική κατάσταση και τις δικαστικές αποφάσεις της Αθήνας.

Επίσημα επαγγέλματα-λειτουργήματα της γυναίκας στην αρχαία Aθήνα Αναστασία-Φλωρεντία Αντωνίου

Η τροφός παραδίδει το μωρό στη μητέρα. Μόνο σε περίπτωση ανάγκης η Αθηναία του 5ου αιώνα π.Χ. εξασκεί επάγγελμα. Από τις τρεις κοινωνικές τάξεις, εξαιρώντας τις δούλες, οι ελεύθερες ή πολίτιδες εργάζονται μόνο αν χηρέψουν ή αν αποκτήσουν οικονομικά προβλήματα ενώ οι γυναίκες μέτοικοι για βιοπορισμό. Αποκλειστικά γυναικεία επαγγέλματα είναι της τροφού, της μαίας και της προμνήστριας. Τα δυο πρώτα θεωρούνται λειτουργήματα και χαίρουν σεβασμού. Προμνήστρια είναι η προξενήτρα. Αν και ο ρόλος της δεν συγχέεται με εκείνο της μαστροπού ή μαυλίστριας ή προαγωγού που εξυπηρετούν αθέμιτες σχέσεις, η προμνήστρια δεν χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης.

Το ένδυμα και ο καλλωπισμός Συντακτική Επιτροπή περιοδικού Αρχαιολογία

Κομμώσεις γυναικών στην εικονογραφία. Το σχήμα και το μέγεθος του αργαλειού καθόριζαν τη μορφή του αρχαίου ελληνικού ενδύματος. Τα υφασμένα από τις γυναίκες ορθογώνια κομμάτια στερεώνονταν στο σώμα με πόρπες, καρφίτσες, ζώνες. Αν και ο Ηρόδοτος αφηγείται μια παράδοση που ερμηνεύει την αντικατάσταση του μάλλινου δωρικού πέπλου με τον λινό ιωνικό χιτώνα, το πιθανότερο είναι ότι αυτή οφείλεται στην οικονομική ακμή της πόλης. Πολύ σπάνια οι Ελληνίδες άφηναν τα μακριά τους μαλλιά ξέπλεκα. Πλήθος κομμώσεων με ταινίες, φαρδιές κορδέλες ή και δίχτυα (σάκκους) απεικονίζονται στα αγγεία. Κάποιες γυναίκες, παρά τις αντιδράσεις, συμπλήρωναν τον καλλωπισμό τους βάφοντας χαρακτηριστικά του προσώπου τους.

Το τελετουργικό του γάμου στην αρχαία Ελλάδα Αναστασία-Φλωρεντία Αντωνίου

Η γαμήλια άμαξα με τη νύφη, το γαμπρό και τον πάροχο. Μελανόμορφο αττικό αγγείο του ζωγράφου του Άμαση, 550 π.Χ. Από τις τριήμερες τελετές του γάμου η πρώτη, τα προαύλεια, έχει τρεις επιμέρους στιγμές. Στα προτέλεια, ο πατέρας της νύφης προσφέρει θυσίες, στην τελετή των απαρχών η νύφη προσφέρει στην Άρτεμη τα παιγνίδια με τα μαλλιά της και στη λουτροφορία «εξαγνίζεται» με λουτρό. Τη μέρα του κυρίως γάμου η νύφη, με καλυμμένο το πρόσωπο, συμμετέχει στο γεύμα που δίνει ο πατέρας της. Αμφιθαλής νέος εύχεται στο ζευγάρι αφθονία αγαθών. Στο τέλος του γεύματος γίνονται τα ανακαλυπτήρια. Πομπή με τραγούδια μεταφέρει τη νύφη στο νέο της σπίτι. Οι γονείς του γαμπρού θα ράνουν το ζευγάρι με καταχύσματα. Την τρίτη μέρα, τα επαύλια, οι συγγενείς της νύφης φέρνουν τα δώρα τους.

Η γυναίκα στο Βυζάντιο Κατερίνα Νικολάου

Μικρογραφία από τη χρονογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη με την εύπορη χήρα Δανιηλίδα. Η εκπαίδευση των κοριτσιών στο Βυζάντιο, με τη διδασκαλία ανάγνωσης, γραφής, ιεράς ιστορίας, αριθμητικής και ωδικής, άρχιζε στην ηλικία των έξι και διαρκούσε κατά κανόνα τρία χρόνια. Συμπληρώνοντας τα δώδεκα, η βυζαντινή ήταν σε ηλικία γάμου. Ο γάμος μεταξύ μελών διαφορετικής κοινωνικής τάξης δεν επιτρεπόταν. Η ιδανική γυναίκα ζούσε στο γυναικωνίτη, δεν ενδιαφερόταν για διασκεδάσεις και, για να βγει από το σπίτι της, όφειλε να έχει το πρόσωπό της καλυμμένο. Στο φαγητό γυναίκες και άντρες έτρωγαν σε ξεχωριστά τραπέζια. Φέρνοντας σπίτι μια «παλλακή» ο σύζυγος προκαλούσε συχνά την αντίδραση της συζύγου. Διαζύγια υπήρχαν δύο ειδών, το «κατά συναίνεσιν» και το «κατά πρόφασιν άμεμπτον», δηλαδή για σοβαρή αιτία όπως η μοιχεία, η τυμβωρυχία, η μαγγανεία, κ.ά. Άξιες περιφρόνησης θεωρούνται οι εταίρες που διακρίνονται σε προϊστάμενες δημόσιου ή ιδιωτικού οικήματος, σε σκηνικές (που σχετίζονται με το θέατρο), σε αυλητρίδες και ορχηστρίδες (που εμφανίζονται σε γάμους και συμπόσια) και σε όσες υπηρετούν σε καπηλειά, πανδοχεία και δημόσια λουτρά («βαλανεία»). Αυτοκράτειρες έγιναν η Θεοδώρα βγαίνοντας από το θέατρο και η Θεοφανώ από το καπηλειό. Στον αντίποδα των εταίρων, διάφοροι λόγοι ωθούσαν τις γυναίκες να ενδυθούν το μοναχικό σχήμα. Στα γυναικεία μοναστήρια συχνά οδηγούνταν και παιδιά από συγγενείς που είτε δεν είχαν να τα προικίσουν είτε ήθελαν να σφετεριστούν τις περιουσίες τους. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στις αυτοκράτειρες που σφράγισαν την πορεία του Βυζαντίου, την Ειρήνη την Αθηναία, τη Θεοδώρα, τη Ζωή και Θεοδώρα τις Πορφυρογέννητες, την Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα.

Θεοδώρα: μια γυναίκα αυτοκράτειρα Μαρία Τσώτσου-Moore

Η Θεοδώρα με την ακολουθία της σε ψηφιδωτό του 6ου αι. από τον Άγιο Βιτάλιο στη Ραβέννα. Ως τη μοναδική φεμινίστρια αυτοκράτειρα θεωρεί η συγγραφέας τη Θεοδώρα. Μεγαλωμένη στο βάναυσο περιβάλλον γύρω από τον Ιππόδρομο, έβλεπε τον πατέρα της να περιφέρει τις αρκούδες του προς διασκέδαση του όχλου. Όταν εκείνος πέθανε, η Θεοδώρα ήταν πέντε χρονών. Η μητέρα της έβγαλε την ίδια και τις δύο μεγαλύτερες αδελφές της στη σκηνή του Ιπποδρόμου, χώρος που σημάδευε τις γυναίκες με το στίγμα της ανηθικότητας. Η σχέση της Θεοδώρας με το θέατρο επέτρεψε στον Προκόπιο να αγγίξει τα όρια της πορνογραφίας περιγράφοντάς την. Η προσωπική της διαδρομή την έφερε στην Αλεξάνδρεια όπου οι θρησκευτικές της πεποιθήσεις επηρεάστηκαν ανεξίτηλα από το μονοφυσιτισμό. Η Θεοδώρα, που έζησε ως το 548, στέφθηκε αυτοκράτειρα το 527 και διακρίθηκε με την κριτική της αντίληψη, τον δυναμικό και μαχητικό της χαρακτήρα. Η πρώτη ουσιαστική της παρέμβαση στην πολιτική εκδηλώθηκε στη στάση του Νίκα, όταν εμψύχωσε τον Ιουστινιανό και τους συμβούλους του που ετοιμάζονταν να δραπετεύσουν για να σωθούν. Η επιρροή της στη θρησκευτική πολιτική είχε ως αποτέλεσμα να υιοθετήσει ο Ιουστινιανός ειρηνιστική στάση απέναντι στους Μονοφυσίτες. Φήμες συνέδεσαν το όνομά της με τον ύποπτο θάνατο της Αμαλασούνθας, ενώ είναι βέβαιο ότι σε εκείνη οφείλεται η πτώση του Ιωάννη Καππαδόκη. Η εντύπωση ότι η Θεοδώρα, λόγω του παρελθόντος της, είχε αίσθηση αυτού που σήμερα ονομάζουμε «γυναικείο ζήτημα» οφείλεται στα νομοθετήματα που εκείνη υποκίνησε, ώστε το Οικογενειακό Δίκαιο να αντιμετωπίσει τις γυναίκες ευνοϊκότερα και δικαιότερα αναγνωρίζοντάς τους μια κάποια ανεξαρτησία.

Η γυναίκα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη με βάση τις Νοταρικές πηγές Χρύσα Μαλτέζου

Δωρήτρια μοναχή σε τοιχογραφία του ναού του Σωτήρος (Κακοδίκι Σελίνου). Gerola, Monumenti Veneti, τόμ. 2, πίν. 9, εικ. 1. Πλήθος παραδείγματα από κρητικά νοταριακά έγγραφα μαρτυρούν ότι η γυναίκα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη έπαιρνε ενεργό μέρος στις δραστηριότητες της οικονομικής ζωής. Δικαίωμα δικαιοπραξίας η γυναίκα αποκτά μαζί με την ενηλικίωσή της, στα 18. Συχνά παντρεύεται και πριν τα 15, και για την αξία της προίκας της γίνεται εκτίμηση από εμπειρογνώμονες. Οι εκτιμήσεις προικών αποκαλύπτουν τον πλούτο των αστών και επιβεβαιώνουν τον ολλανδό περιηγητή του 17ου αιώνα που περιγράφει τα μετάξια και τις αραχνοΰφαντες δαντέλες στη φορεσιά των γυναικών, τα μαργαριταρένια τους στολίδια και τα κατάφορτα από διαμάντια χέρια τους. Οι γυναίκες συντάσσουν δική τους διαθήκη λόγω ηλικίας, λόγω ασθένειας ή λόγω εγκυμοσύνης. Παράλληλα είναι και εκτελέστριες διαθήκης, ενώ δίνουν ή λαμβάνουν εξουσιοδοτήσεις. Στις συμβάσεις μαθητείας, η χήρα μάνα συμβάλλεται με μάστορα που πλάι του θα μάθει μια τέχνη ο γιος της. Σημειωτέον ότι τα νόθα παιδιά δεν είναι καταδικαστέα στις ανώτερες τάξεις. Στις συμβάσεις εργασίας που συνάπτουν γυναίκες μνημονεύονται τα εξής γυναικεία επαγγέλματα: τροφός, υπηρέτρια, υφάντρα, ράφτρα, βυρσοδέψις, τσαγκάρισσα, ταβερνάρισσα -αλλά και μαμή και πρακτική γιατρός. Η αμοιβή του άντρα μπορούσε να είναι ακόμη και τριπλάσια από τη γυναικεία. Γυναίκες αναφέρονται, μόνες ή συνεταιρικά, να ασχολούνται με το εμπόριο ή να είναι δανείστριες. Τέλος, στην πελατεία των νοταρίων ανήκουν και οι μοναχές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα έγγραφα από συναλλαγές μοναχών και ζωγράφων.

Οι παραστάσεις των κολαζομένων γυναικών στις εκκλησίες της Κρήτης Μαρία Βασιλάκη

«Οι κοιμούντες την αγία Κυριακήν». Χριστός στην Αγία Ειρήνη Σελίνου (1357-58). Τμήμα του εικονογραφικού θέματος της Δευτέρας Παρουσίας, η τιμωρία γυναικών και αντρών στην Κόλαση επιτρέπει τη διερεύνηση των κοινωνικών αντιλήψεων γύρω από την αμαρτία και το κακό. Οι παραστάσεις αυτές που έζησαν δέκα αιώνες, από τις εκκλησίες στη Yilanli Kilise του 9ου-10ου αιώνα ως την Αγία Μαρίνα Κισσού στο Πήλιο των αρχών του 19ου, επεδίωκαν να έχουν και «σωφρονιστικό» χαρακτήρα. Οι εκκλησίες που τις φιλοξενούν είτε βρίσκονται σε αγροτικές περιοχές (Καππαδοκία, Μάνη, χωριά της Κρήτης) είτε αποτελούν μοναστικά κτίσματα (Στουντένιτσα, Ντέτσανη κ.λπ.), είναι δηλαδή αποκομμένες από τα αστικά κέντρα. Στην Κρήτη το θέμα διαδίδεται τον 14ο και 15ο αιώνα σε μικρές εκκλησίες. Την παράσταση των κολαζομένων συνοδεύει επιγραφή που κατονομάζει τον καθένα βάσει του αμαρτήματος που διέπραξε. Η πόρνη, η φιλάργυρη και η πλανόδια εμπόρισσα που κλέβει στο ζύγι εικονίζουν αμαρτήματα που είναι και αντρικά. Κολαζόμενοι άντρες είναι και: ο κλέφτης γεωργός, ο κλέφτης μυλωνάς, ο τοκογλύφος, ο ζωοκλέφτης, ο συκοφάντης, ο λαίμαργος, ο κτηνοβάτης, ο μέθυσος, ο βλάσφημος, ο φονιάς, κ.ά. Από τις κολαζόμενες γυναίκες, η πόρνη, η μαυλίστρα (προαγωγός), η πορνεύουσα παπαδιά, η μη βυζαίνουσα τα νήπια, η μη θηλάζουσα το ξένο βρέφος, η αποστρέφουσα τα νήπια, αναφέρονται στο γυναικείο σώμα και την αναμενόμενη λειτουργία του. Τα φίδια που ελίσσονται γύρω από το σώμα τους, δαγκώνουν τα σημεία που αντιστοιχούν στην αμαρτία, αιδοίο ή θηλές. Οι κρητικοί αγιογράφοι στέλνουν στην Κόλαση και την κουτσομπόλα, τη συκοφάντισσα, τη γλωσσού κι αυτή που κρυφακούει, που τα φίδια τους δαγκώνουν τη γλώσσα ή το αυτί. Ο κατάλογος περιλαμβάνει και τη μάγισσα, την κριθαρίστρα που ασκεί την κριθομαντεία και την υφάντρα που συμβολίζει τη γυναικεία γοητεία. Ο κατάλογος των κολαζομένων γυναικών από τις εκκλησίες της Κρήτης δεν καλύπτεται από τις γραπτές πηγές που γνωρίζουμε (Αποκαλύψεις του Αποστ. Πέτρου, του Αποστ. Παύλου, της Παναγίας κ.α.), εκφράζει δηλαδή περισσότερο μια εποχή και τις αντιλήψεις της.

Η ενδυμασία της γυναίκας στην Κρήτη επί Bενετοκρατίας Κατερίνα Μυλοποταμιτάκη

Η αφιερώτρια Καλή με βυζαντινή ενδυμασία. Μονή Κεράς Πεδιάδας Ηρακλείου, 14ος αι. Αντίθετα με την πρώτη περίοδο της Βενετοκρατίας που έχει φεουδαρχικό χαρακτήρα και κυρίαρχη παράδοση τη βυζαντινή, ο πολιτισμός της Κρήτης του 16ου και του 17ου αιώνα εμφανίζει κυρίως χαρακτήρα αστικό και ακολουθεί τη Δύση. Δείκτης ευμάρειας και κοινωνικής επιτυχίας θεωρείται η φορεσιά που η πολυτέλειά της δεν περιορίζεται μόνο σε ευγενείς και αξιωματούχους αλλά ντύνει όλους όσοι έχουν να την αγοράσουν. Ενδεικτικά, το 1399 οι ενετικές αρχές απαγορεύουν στους άντρες «οποιασδήποτε τάξεως» και στις γυναίκες να ντύνονται με ακριβά υφάσματα κεντημένα με μαργαριτάρια, ακριβά κοσμήματα και χρυσοκεντήματα. Οι ενδυματολογικές διακρίσεις, κατοχυρωμένες νομικά στο Βυζάντιο, φαίνεται ότι δεν ίσχυαν στις πόλεις της Κρήτης. Την ίδια έλλειψη διακρίσεων θα εμφανίσει τους δύο τελευταίους αιώνες της Βενετοκρατίας και η δυτική φορεσιά. Η γυναικεία βυζαντινή ενδυμασία αποτυπώνεται στις παραστάσεις των κτητόρων σε τοιχογραφημένες εκκλησίες της Κρήτης (τέλη 13ου-αρχές 16ου αιώνα). Η φορεσιά σε αρκετές από αυτές αποτελείται από τέσσερα ενδύματα: το υποκαμίσιον, το καμίσιον, τη «γρανάτζα», φαρδύ μανικωτό ένδυμα σε σχήμα Τ, και το μαντύ στολισμένο με «ταβλία» και «πορφύρα», διακριτικά της βυζαντινής αριστοκρατίας. Τα φαρδιά βυζαντινά ενδύματα θα εκτοπιστούν από «τα φράγκικα» που προβάλλουν το ανθρώπινο σώμα. Με τη δυτική μόδα περιζήτητες έγιναν οι «μαστόρισσες», οι μοδίστρες. Οι περιηγητές περιγράφουν τις Κρητικές στα Σφακιά και αλλού να καλύπτουν το πρόσωπο αλλά να φορούν ένδυμα που άφηνε ακάλυπτο το στήθος. Φορεσιά και χρυσά κοσμήματα αποτελούν πολύ σημαντικό περιο