Η Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου (ΕΠΜΑΣ), κατόπιν της υπερψήφισης από τη Βουλή των Ελλήνων του ειδικού νόμου 5271/2026, με τίτλο «Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Ποινικές διατάξεις – Σύσταση Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων – Λοιπές διατάξεις Υπουργείου Πολιτισμού», πραγματοποίησε την Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου ημερίδα με αντικείμενο την ανάλυση των διατάξεων του νόμου προς ενημέρωση του κοινού και των ενδιαφερόμενων φορέων.

Τις εργασίες της ημερίδας άνοιξε η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη με χαιρετισμό και εισαγωγική τοποθέτηση. Οι βασικές ομιλίες-τοποθετήσεις έγιναν από τη Διευθύντρια της ΕΠΜΑΣ, Συραγώ Τσιάρα, την καλλιτεχνική διευθύντρια του ΕΜΣΤ, Κατερίνα Γρέγου, και τον νομικό σύμβουλο της ΕΠΜΑΣ, Γιώργο Οικονομόπουλο. Την εκδήλωση παρακολούθησε με μεγάλο ενδιαφέρον το κοινό ενώ ακολούθησε εκτενής συζήτηση με εύστοχες ερωτήσεις και τοποθετήσεις από εκπροσώπους πολιτιστικών φορέων, μουσείων, χώρων τέχνης, ιστορικών τέχνης, πιστοποιημένων εκτιμητών, νομικών, εργαζόμενων σε χώρους τέχνης, καλλιτεχνών, δημοσιογράφων και απλών πολιτών.

Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Είναι χαρακτηριστικό ότι τα αδικήματα στο χώρο της τέχνης έχουν σαν αποτέλεσμα, πρωτίστως, τη βλάβη του ίδιου του έργου και, συνακόλουθα, την παραχάραξη και στρέβλωση της ίδιας της τέχνης. Παράλληλα, θύματα των αδικημάτων αυτών είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης, ο οποίος υφίσταται τη λεηλασία του έργου του, χωρίς ο ίδιος ή οι δικαιούχοι του να έχουν επαρκή μέσα για να αντιμετωπίσουν τη βλάβη, αλλά και ο αγοραστής, ιδιώτης ή δημόσιος φορέας, και ο επαγγελματίας του χώρου της τέχνης.

»Ο νόμος 5271/2026 καλύπτει το κενό που υφίσταται στην ελληνική έννομη τάξη, στην οποία δεν υπήρχε μέχρι πρότινος νομοθετικό κείμενο που να αφορά ειδικώς την προστασία της τέχνης και τις παραβατικές συμπεριφορές γύρω από αυτή, όπως, ιδίως, η πλαστογραφία και η απάτη επί έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων. Είναι χαρακτηριστικό ότι, έως σήμερα, η παραβατική δραστηριότητα στον χώρο της τέχνης αντιμετωπιζόταν, ανεπαρκώς σε πολλές περιπτώσεις, με τις γενικές διατάξεις περί πλαστογραφίας και απάτης του Ποινικού Κώδικα».

Η διευθύντρια της ΕΠΜΑΣ, Συραγώ Τσιάρα, ξεκίνησε την τοποθέτησή της αναγνωρίζοντας πως η κατασκευή και διακίνηση πλαστών έργων τέχνης είναι ένα φαινόμενο με διεθνείς διαστάσεις και μεγάλο παρελθόν. «Στη χώρα μας έχει εξελιχθεί σε μια οργανωμένη, διεθνή και εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα, με σοβαρές συνέπειες όχι μόνο για τους συλλέκτες, τα μουσεία και τους καλλιτέχνες, αλλά για την ίδια την ιστορία της τέχνης και τη θεσμική μνήμη. Ένα εκτεταμένο έγκλημα, κρυμμένο κάτω από το χαλί, που προσεγγίζαμε με όρους αστυνομικής μυθιστοριογραφίας ή κινηματογραφικών ταινιών δράσης και περιπέτειας, απασχόλησε για πρώτη φορά σοβαρά την ελληνική πολιτεία» τόνισε.

Μέσα σε αυτή τη διεθνή συνθήκη, η κα Τσιάρα χαιρέτισε την πρωτοβουλία της Υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη να αντιμετωπίσει ριζικά αυτό το έγκλημα με τους όρους που θέτει μια ευνομούμενη πολιτεία και την ψήφιση από την Ελληνική Βουλή του ειδικού νόμου για την καταπολέμηση της πλαστογραφίας και της απάτης επί έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων τονίζοντας ότι φέρει τα χαρακτηριστικά μιας ρηξικέλευθης και πρωτοπόρου νομοθετικής ρύθμισης κι ότι συνιστά μια ιστορική τομή. «Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το πρόβλημα ρυθμίζεται με εξειδικευμένο νόμο, που δεν αντιμετωπίζει το έργο τέχνης ως κοινό εμπόρευμα που διακινείται απλώς στο πλαίσιο μιας οικονομικής δραστηριότητας, αλλά ως πνευματική δημιουργία και πολιτιστικό αγαθό που χρήζει προστασίας, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον δημιουργό του και προορισμένο να παραδοθεί άρτιο στις επόμενες γενιές, στην ιστορία του πολιτισμού και των θεσμών» σημείωσε.

Επίσης, η κα Τσιάρα εστίασε στο άρθρο που αφορά στην προστασία έργων τέχνης σε μουσεία και δημόσιους χώρους ως μια καίρια νομοθετική πρωτοβουλία, η αξία της οποίας διαπιστώθηκε δυστυχώς πρόσφατα για άλλη μια φορά με τον βανδαλισμό και τη φθορά που υπέστη το μνημείο των διακοσίων εκτελεσθέντων της Καισαριανής. «Το περιστατικό έλαβε χώρα λίγες μόνο ώρες από τη δημοσίευση των συγκλονιστικών φωτογραφικών ντοκουμέντων για τα οποία η ελληνική πολιτεία με το Υπουργείο Πολιτισμού μερίμνησε ακαριαία ώστε να χαρακτηριστούν μνημεία και να διεκδικήσει την απόκτησή τους» επισήμανε.

Κλείνοντας, η διευθύντρια της ΕΠΜΑΣ τόνισε πως το έργο τέχνης είναι δημιούργημα της καλλιτεχνικής διάνοιας και ταυτόχρονα κοινωνικό, δημόσιο αγαθό. Απαιτεί την εξειδικευμένη φροντίδα όλων όσοι εντάσσονται στο οικοσύστημα της τέχνης για να συντηρηθεί, να προβληθεί, να τεκμηριωθεί, να διασωθεί σε περιπτώσεις από τη λήθη και την καταστροφή, φέρνοντας ως παράδειγμα τον Γιώργο Κωστάκη και τα έργα της Ρωσικής Πρωτοπορίας που θα φιλοξενήσει τον Απρίλιο η Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου.

Η καλλιτεχνική διευθύντρια του ΕΜΣΤ, Κατερίνα Γρέγου, τόνισε ότι παρά την τεράστια πολιτιστική, ιστορική και κοινωνική της αξία, η τέχνη δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της από την αμέλεια, την εκμετάλλευση, ή τη σκόπιμη κατάχρηση. «Τα έργα τέχνης είναι σιωπηλοί μάρτυρες και δεν μπορούν να διαμαρτυρηθούν όταν η προέλευσή τους παραποιείται, αντιγράφονται ή κακοποιούνται. Για τον λόγο αυτό ο καινούργιος νόμος για την προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της καταπολέμησης πλαστών έργων τέχνης και της φθοράς τους είναι όχι μόνο χρήσιμος αλλά απαραίτητος. Το νομοσχέδιο εισάγει, για πρώτη φορά με τρόπο συστηματικό και ρητό στην ελληνική νομοθεσία, ένα συνεκτικό πλαίσιο προστασίας των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων, απαντώντας σε χρόνιες παθογένειες του πεδίου της σύγχρονης τέχνης και της αγοράς της» ανέφερε.

Η κα Γρέγου έκλεισε την τοποθέτησή της τονίζοντας πως συνολικά ο νόμος αναγνωρίζει ότι η πολιτιστική κληρονομιά όλων των εποχών δεν είναι μόνο κάτι που πρέπει να θαυμάζουμε, αλλά και κάτι που πρέπει να φροντίζουμε, να ρυθμίζουμε, να προστατεύουμε και να υπερασπιζόμαστε ενεργά. «Ο νόμος στέλνει ένα σημαντικό μήνυμα: η τέχνη και η πολιτιστική κληρονομιά είναι διαχρονική και μη αναλώσιμη, η τέχνη μεταφέρει τη μνήμη, το νόημα και την ταυτότητα από γενιά σε γενιά. Αξίζει μια προστασία που είναι ακριβής, εφαρμόσιμη και διαρκής» πρόσθεσε.

Ο νομικός σύμβουλος της ΕΠΜΑΣ, Γιώργος Οικονομόπουλος, έκανε σαφές στο ξεκίνημα της τοποθέτησής του ότι δεν υπήρχε νομοθετικό κείμενο στην Ελλάδα για την καταστολή της πλαστογραφίας και απάτης επί έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων κι ότι με τον παρόντα νόμο δημιουργήθηκε ένα νέο ποινικό αδίκημα για την τιμωρία της ευρέος φάσματος πλαστογραφίας και απάτης που από ετών παρατηρείται στην Ελλάδα. «Με τις διατάξεις του νόμου επιδιώκεται η καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων με σκοπό την παραπλάνηση τρίτων, η προστασία του έργου τέχνης και του συλλεκτικού αντικειμένου από παρεμβάσεις σε αυτά προκειμένου να διατηρηθούν αλώβητα για τις μέλλουσες γενεές, η προστασία των αγοραστών, δημιουργών, επαγγελματιών του χώρου, συλλεκτών, μουσείων και η αποτροπή της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων που βρίσκονται σε κοινόχρηστους, δημόσιους, δημοτικούς χώρους και χώρους μουσείων» ανέφερε.

Ο κ. Οικονομόπουλος τόνισε ότι ενώ η πλαστογραφία και απάτη επί έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων δεν είναι ένα νέο φαινόμενο, τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σημαντικά λόγω διαφόρων παραγόντων. Αναφέρθηκε στην άνοδο των διαδικτυακών πωλήσεων τέχνης και στο ότι η ανεπαρκής ρύθμιση των πλατφορμών συμβάλλει στη διευκόλυνση της ροής των πλαστών έργων τέχνης, ενώ σημείωσε πως η κακόβουλη χρήση τεχνητής νοημοσύνης εγείρει φόβους για αύξηση των κινδύνων τα επόμενα χρόνια.

«Ως πρόσφατη εξέλιξη, η παράνομη εμπορία πολιτιστικών αγαθών έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον εγκληματικών οργανώσεων παγκοσμίως, δεδομένων των πλεονεκτημάτων της ως τεχνικής νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, του επικερδούς χαρακτήρα της και του σχετικά χαμηλού αποτρεπτικού χαρακτήρα των εφαρμοστέων ποινών σε σύγκριση με άλλες μορφές εμπορίας. Η αποτελεσματικότητα της καταστολής αυτών των αδικημάτων αποτελεί επομένως μια σημαντική πρόκληση. Ο προτεινόμενος νόμος αποτελεί μια πραγματική πρόβλεψη της καταστολής και πρόληψης της πλαστογραφίας και απάτης και έχει ως στόχο την προστασία όλων των μέσων τέχνης, συμπεριλαμβανομένων των τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης που είναι πιθανό να εμφανιστούν στο μέλλον» σημείωσε.

Ακόμη, τόνισε πως «το έργο τέχνης δεν εξομοιώνεται με απλό εμπόρευμα, είναι πολιτιστικό αγαθό προορισμένο για την αιωνιότητα και αποτελεί κοινό αγαθό για όλους. Ο νέος νόμος δεν τιμωρεί μόνο τη ζημιά που προκαλείται στο θύμα από την αγορά πλαστού έργου τέχνης αλλά πρωτίστως και κυρίως την προσβολή στο ίδιο το έργο τέχνης. Το ίδιο το έργο τέχνης γίνεται το έδαφος για την πιστοποίηση της πλαστογραφίας και απάτης επί έργου. Επίσης, ο νόμος τιμωρεί και τις προσβολές που συντελούνται γύρω από το έργο τέχνης και αφορούν στην προέλευση, τη χρονολόγηση, τη φύση ή τη σύνθεσή του. Ο νέος νόμος αυξάνει τις ποινές, προβλέπει την καταστροφή του έργου τέχνης, ακόμα και σε περίπτωση αθώωσης του κατηγορουμένου, δημιουργεί ένα μητρώο καλλιτεχνικών πλαστογραφιών, προβλέπει τη σύσταση ειδικού Σώματος (Μητρώου) Ορκωτών Πραγματογνωμώνων, δημιουργεί το Αυτοτελές Τμήμα Έργων Τέχνης (ΑΤΕΤ), το οποίο θα υποστηρίζει διοικητικά και γραμματειακά το έργο της επιτροπής και των πραγματογνωμόνων».