Η Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού του Λιβάνου καταδίκασε τη Δευτέρα τις επανειλημμένες ισραηλινές επιθέσεις που στοχεύουν τον Αρχαιολογικό Χώρο της Τύρου, ο οποίος έχει εγγραφεί στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 1984 και, από τον Νοέμβριο του 2024, απολαμβάνει καθεστώς Ενισχυμένης Προστασίας στο πλαίσιο της Σύμβασης της Χάγης του 1954 και του Δεύτερου Πρωτοκόλλου της του 1999 για την Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς σε Περίπτωση Ένοπλης Σύρραξης.

Σε ανακοίνωσή του, το Υπουργείο τόνισε ότι η αρχαία πόλη της Τύρου, η οποία αντιπροσωπεύει περισσότερα από 5.000 χρόνια ιστορίας, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας και έχει εξαιρετική ιστορική και συμβολική σημασία. Υπογράμμισε ότι η προστασία του χώρου δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του Λιβάνου, αλλά συλλογική υποχρέωση που απορρέει από το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συμβάσεις για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Το Υπουργείο ανέφερε ότι στις 7 Ιουνίου 2026 ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές έπληξαν περιοχή ακριβώς δίπλα στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, γνωστού ως «Χώρος της Πόλης». Η επίθεση έπληξε ιστορικό κτίριο, τις ηλεκτρογεννήτριες κοντά στην κύρια είσοδο, τα γραφεία της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και το νοτιοανατολικό τμήμα του αρχαιολογικού χώρου.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η επίθεση προκάλεσε άμεσες ζημιές στην περιοχή της εισόδου και στα διοικητικά κτίρια, ενώ φθορές υπέστησαν και αρχαιολογικά κατάλοιπα της γύρω περιοχής, όπως αρχαίοι κίονες και κιονόκρανα. Το Υπουργείο σημείωσε ότι δεν είναι ακόμη δυνατή η πλήρης αποτίμηση των ζημιών λόγω της υφιστάμενης κατάστασης ασφαλείας, επιβεβαίωσε ωστόσο ότι επηρεάστηκαν κτίσματα αρχαιολογικής σημασίας εντός του χώρου, τα οποία θα απαιτήσουν εκτενή επιτόπια αξιολόγηση μόλις καταστεί ασφαλής η πρόσβαση.

Η Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων δήλωσε ότι το πλήγμα εντάσσεται σε ένα συνεχιζόμενο μοτίβο παραβιάσεων που στοχεύουν τον χώρο και τα περίχωρά του από το 2024, παρά το προστατευόμενο καθεστώς του βάσει διεθνών συμβάσεων. Όπως σημείωσε, οι επιθέσεις εντάθηκαν μετά τις εντολές εκκένωσης της πόλης της Τύρου και τις αεροπορικές επιδρομές στη γειτονική συνοικία Αλ-Άθαρ.

Το Υπουργείο υπογράμμισε ότι, παρά τις επανειλημμένες καταγγελίες που έχουν υποβληθεί στην UNESCO και παρά την αναγνώριση του χώρου με καθεστώς Ενισχυμένης Προστασίας, οι επιθέσεις κατά του Αρχαιολογικού Χώρου της Τύρου συνεχίζονται. Αυτό, σύμφωνα με την ανακοίνωση, συνιστά σοβαρή παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των υποχρεώσεων που αφορούν την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων.

Τέλος, το Υπουργείο κάλεσε την UNESCO, τη διεθνή κοινότητα και όλους τους οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς να λάβουν άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα για τη διαφύλαξη του Αρχαιολογικού Χώρου της Τύρου και να αποτρέψουν οποιαδήποτε στρατιωτική ενέργεια θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω καταστροφή ή την ανεπανόρθωτη απώλεια ενός μοναδικού στοιχείου της συλλογικής μνήμης και της πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας.