Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
Δημοσιεύσεις
από Orestidis_Goulielmos ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ-ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΗΣ
  Free Member
Ο Άγιος Μάρκος – Φραγκομονάστηρο στο λόφο των Ταξιαρχών στον Υμηττό
Αρχιτεκτονική Τεκμηρίωση - Νέα στοιχεία και σκέψεις
View all

Εισαγωγή

Τα νέα στοιχεία και σκέψεις που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο προέκυψαν στο πλαίσιο της εκπόνησης της μελέτης αποκατάστασης του μνημείου που ανατέθηκε στο γράφοντα από την 1η  Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και παραδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2013.

Το μνημείο – Τοποθεσία

Το «Φραγκομονάστηρο» βρίσκεται στον Υμηττό νοτιοδυτικά της μονής Καισαριανής στο ύψωμα του «Κοιμητηρίου των Πατέρων». Στον αρχαιολογικό χώρο γνωστό και ως «λόφος των Ταξιαρχών» εντοπίζεται το πρώτο χριστιανικό κέντρο που ιδρύθηκε στην περιοχή (εικ. 1).  Σώζονται τα θεμέλια τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής με νάρθηκα του 5ου-6ου  αι. (Daux, 1959:582-583. Daux, 1960:661. Λαζαρίδης, 1960:66), στα ερείπια της οποίας και στη νοτιοανατολική της γωνία κτίστηκε, πιθανότατα τον 10ο αι., ναός του μεταβατικού σταυροειδούς εγγεγραμμένου ελλαδικού τύπου, πρόδρομος του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού, αφιερωμένος στους Ταξιάρχες (Ορλάνδος, 1933:163-164. Σωτηρίου, 1931:135-136). Νότια και σε επαφή με τον νότιο τοίχο του βυζαντινού ναού θεωρείται ότι κτίστηκε την περίοδο της Φραγκοκρατίας η εκκλησία του Αγίου Μάρκου (Καμπούρογλου, 1889-1896:191,200-201. Ορλάνδος, 1933:163-164) απ’ όπου και το όνομα της περιοχής Φραγκομονάστηρο. Τον 11ο αι. το μοναστικό κέντρο μεταφέρθηκε ανατολικότερα με την ίδρυση του Καθολικού της Μονής Καισαριανής. Στην περιοχή της βορειοδυτικής γωνίας της παλαιοχριστιανικής βασιλικής κτίστηκε τον 17ο αι. ο μικρός μονόκλιτος καμαροσκέπαστος ναός αφιερωμένος επίσης στους Ταξιάρχες, κοιμητηριακός της μονής Καισαριανής (εικ. 2) {σημ. 1}

Το μνημείο όπως κατασκευάστηκε – Αναπαράσταση

Η παλαιοχριστιανική βασιλική

Το πρώτο χριστιανικό κέντρο στο λόφο των Ταξιαρχών αντιπροσωπεύουν τα λείψανα μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής στην οποία ανήκουν τα παλαιοχριστιανικά γλυπτά που βρίσκονται στο χώρο και αυτά που είναι συγκεντρωμένα στον περίβολο της μονής Καισαριανής. Η παλαιοχριστιανική βασιλική, όπως υποδεικνύουν τα λείψανά της, ήταν τρίκλιτη με νάρθηκα και καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του χώρου. Μάλιστα ο μεταβυζαντινός ναός των Ταξιαρχών θεμελιώνεται στο δυτικό τμήμα του βόρειου τοίχου και στο βόρειο τμήμα του νάρθηκα της παλαιοχριστιανικής βασιλικής, η οποία σώζει σημειακά το βόρειο κλίτος της σε ύψος 1,10μ. διαμορφώνοντας τον βόρειο τοίχο του μεταβυζαντινού ναού (Λαζαρίδης, 1960:66). Επιπλέον, είναι ορατά τα ίχνη των ημικυκλικών αψίδων της παλαιοχριστιανικής βασιλικής, πάνω στις οποίες εδράζονται οι αψίδες του βυζαντινού ναού (εικ. 3). Τέλος, κατάλοιπα της παλαιοχριστιανικής βασιλικής εντοπίζονται στη σωζόμενη απόληξη του βόρειου τοίχου του αγίου Μάρκου προς τα δυτικά (νότιος τοίχος του βυζαντινού ναού). Στην περιοχή αυτή και συγκεκριμένα στις κατώτερες στρώσεις των λίθων το κονίαμα δόμησης είναι διαφορετικό σε σύσταση, υφή και χρώμα από εκείνο του βυζαντινού ναού. Το γεγονός αυτό μας οδηγεί στη σκέψη ότι ένα μικρό σε μήκος τμήμα πάνω στο οποίο πάτησε ο νότιος τοίχος του βυζαντινού ναού αποτελεί κατάλοιπο της παλαιοχριστιανικής βασιλικής (εικ. 4).

Ο βυζαντινός ναός

Στα ερείπια της παλαιοχριστιανικής βασιλικής και συγκεκριμένα στη νοτιοανατολική γωνία της οικοδομήθηκε ο βυζαντινός μεταβατικός σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός. Ο βυζαντινός ναός είχε νάρθηκα στα δυτικά και τρεις ημιεξαγωνικές αψίδες στα ανατολικά, με τη μεσαία να είναι ελαφρώς μεγαλύτερη. Οι ημιεξαγωνικές αψίδες κολλούσαν στον εγγεγραμμένο σταυρό χωρίς τη μεσολάβηση ιδιαίτερου χώρου για το Ιερό, το οποίο καταλάμβανε τον επιμηκυμένο χώρο της ανατολικής κεραίας και των δύο πλευρικών  διαμερισμάτων. Τα γωνιακά διαμερίσματα χωρίζονταν από την εγκάρσια κεραία του σταυρού με διαμήκεις τοίχους (πεσσούς) οι οποίοι είχαν τοξωτά ανοίγματα και στεγάζονταν με ημικυλινδρικούς θόλους (καμάρες) παράλληλους στον κατά μήκος άξονα του ναού. Οι γενέσεις των τόξων των ημικυλινδρικών θόλων που στέγαζαν τα δύο νότια γωνιακά διαμερίσματα του βυζαντινού ναού σώζονται στο νότιο τοίχο του σε ύψος περίπου 3,60μ. υποδεικνύοντας περίπου τη στάθμη της στέγασης στο σημείο (εικ. 5). Οι καμαροσκέπαστες κεραίες του σταυρού διαμορφώνονταν ψηλότερα από τα γωνιακά διαμερίσματα διαγράφοντας το σημείο του σταυρού. Στη διασταύρωση των κεραιών του σταυρού υψωνόταν ο τρούλος, ο οποίος στηριζόταν στα τόξα των τοίχων του σταυρικού πυρήνα. Ο νάρθηκας του ναού πιθανότατα στεγαζόταν με ενιαία ημικυλινδρική εγκάρσια χαμηλότερη καμάρα. Δύο μικρές ημικυκλικές κόγχες διαμορφώνονταν στον κεντρικό χώρο του ιερού σε συνδυασμό με τα ανοίγματα επικοινωνίας του κεντρικού κλίτους με τα ανατολικά γωνιακά διαμερίσματα. Στο βόρειο και νότιο τοίχο του ναού εξωτερικά και στην επέκταση των τοίχων που διαμόρφωναν την εγκάρσια κεραία του σταυρού υπήρχαν αντιδιαμετρικά από δύο αντηρίδες. Το πάχος του βόρειου και νότιου τοίχου του ναού στο διάστημα που αντιστοιχεί στην εγκάρσια κεραία του σταυρού είναι μικρότερο από το πάχος τους ανατολικότερα και δυτικότερα, καθώς τα σημεία αυτά των τοίχων δεν δέχονταν πλάγιες ωθήσεις θόλων. Ένα άνοιγμα θύρας διαμορφωνόταν στο νότιο τοίχο του ναού κεντρικά, ενώ ανατολικότερα ένα μικρότερο διανοίχτηκε μεταγενέστερα προς την κόγχη του Ιερού Βήματος του παρεκκλησίου (εικ. 5). Ένα ακόμη μικρό άνοιγμα θύρας διαμορφωνόταν στη βόρεια πλευρά του νάρθηκα {σημ. 2}, ενώ πιθανότατα ο νάρθηκας του ναού ήταν ενοποιημένος με αυτόν του παρακείμενου παρεκκλησίου.

Η τοιχοδομία του ναού αποτελούνταν από ακανόνιστους αργούς λίθους με την άτακτη παρεμβολή μεγάλων πλίνθων, ενώ έχουν χρησιμοποιηθεί και μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη από αρχαίο οικοδόμημα. Το κονίαμα δόμησης είναι ασβεστοκονίαμα με χονδρόκοκκα αδρανή, έχει υπόλευκο χρώμα και είναι σχετικά εύθρυπτο με αρκετά μεγάλα κενά. Σε μεγάλες επιφάνειες των τοίχων σώζεται ασβεστιτικό επίχρισμα με φυτικές προσμίξεις – ενδεχομένως υπόβαθρο τοιχογραφιών.

Ο ναός σώζει σήμερα μέρος των τοίχων του με τον νότιο να σώζεται στο μεγαλύτερο ύψος του με τις γενέσεις των τόξων των δύο γωνιακών διαμερισμάτων να είναι ακόμα ορατές. Επίσης, πάνω από το κεντρικό άνοιγμα του νότιου τοίχου διακρίνονται σαφώς τα ίχνη του τόξου που υπήρχε αρχικά εκεί και διαμόρφωνε την όψη της εγκάρσιας κεραίας του σταυρού εσωτερικά και εξωτερικά. (εικ. 6).

Ο λεγόμενος άγιος Μάρκος (εικ. 7-15) {σημ. 3}

Το παρεκκλήσι γνωστό ως άγιος Μάρκος είναι κτίσμα διαστάσεων 15,90μ.x5,20μ. -περίπου 6μ. με την αντηρίδα – και σωζόμενου ύψους 5,85μ., μονόκλιτο επίμηκες, καμαροσκέπαστο με νάρθηκα και ημιεξαγωνική κόγχη του ιερού – ημικυκλική εσωτερικά (εικ. 3). Ο βόρειος τοίχος του αγίου Μάρκου δεν είναι άλλος από τον νότιο τοίχο του βυζαντινού ναού στον οποίο εδράζεται ο νεώτερος θόλος. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως το παρεκκλήσι παρουσιάζει συνέχεια στο σχεδιασμό με τον βυζαντινό ναό, καθώς έχοντας διατηρήσει τις περασιές των τοίχων του αποκαθίσταται δομική και στατική σύζευξη των δύο οικοδομικών φάσεων. Έτσι, οι τοίχοι-πεσσοί του βυζαντινού ναού παίζουν το ρόλο αντηρίδων αντιστήριξης του θόλου του άγιου Μάρκου προς βορρά, ενώ αντιδιαμετρικά, έχουν κατασκευαστεί εξωτερικά, σύμφυτες με το νότιο τοίχο του παρεκκλησιού, δύο αντηρίδες οι οποίες παραλαμβάνουν τις προς νότο πλάγιες ωθήσεις.

Η είσοδος στο μονόχωρο παρεκκλήσι γινόταν πιθανόν από τα δυτικά μέσω ενός νάρθηκα που ήταν επίσης σύμφυτος με τον κυρίως χώρο. Ο κυρίως χώρος στεγάζεται με ημικυλινδρικό θόλο, ο οποίος βόρεια στηρίζεται στον νότιο τοίχο του βυζαντινού ναού και στις προϋπάρχουσες νότιες εξωτερικές του αντηρίδες με τη βοήθεια τριών τόξων μικρού βάθους πάνω στα οποία πατούσε η εσωτερική παρειά του θόλου. Το ανατολικό τόξο εδραζόταν στην ανατολική αντηρίδα και στον πεσσό της κόγχης του Ιερού, το κεντρικό στις δύο αντηρίδες και το δυτικό στη δυτική αντηρίδα και στον δυτικό τοίχο του κυρίως ναού (εικ. 4). Η στέγη επάνω από το θόλο του κυρίως χώρου είναι πολύ πιθανό να ήταν μονόριχτη προς νότο, καθώς προς βορρά αυτός ήταν προσκολλημένος στο βυζαντινό ναό, του οποίου η εγκάρσια κεραία ήταν σίγουρα υψηλότερη σύμφωνα με την τυπολογία του. Η εγκάρσια κεραία ήταν σίγουρα ψηλότερη ακόμα και αν δεχτούμε ότι σώζεται η γένεση του θόλου της, οπότε ο  θόλος θα πρέπει να αναπαρασταθεί χαμηλότερα από το αναμενόμενο (εικ. 6) {σημ. 4}. Παρόλα αυτά το ενδεχόμενο η στέγη να ήταν δίριχτη με ειδική διαμόρφωση της κεντρικής περιοχής του βόρειου τμήματος, αυτού δηλαδή που αντιστοιχούσε στην εγκάρσια κεραία του βυζαντινού ναού, είναι αρκετά πιθανό για λόγους κατασκευαστικούς, οικονομίας υλικού αλλά και μορφολογικούς. Στην περίπτωση αυτή τα νερά της ανατολικής και δυτικής περιοχής του βόρειου τμήματος, θα κατέληγαν στα αντίστοιχα, ούτως ή άλλως (και απαραιτήτως) διαμορφωμένα λούκια μεταξύ του θόλου του αγίου Μάρκου και των γωνιακών διαμερισμάτων του βυζαντινού ναού (των οποίων η στέγη κατέληγε χαμηλότερα) με  την κεντρική περιοχή να διαμορφώνεται τοπικά εγκαρσίως δίριχτη (με κορφιά που αντιστοιχεί στο κέντρο της εγκάρσιας κεραίας του βυζαντινού ναού). Η διαμόρφωση αυτή θα ήταν η πλέον άρτια κατασκευαστικά, αφού στο διάστημα το οποίο αντιστοιχεί στην εγκάρσια κεραία του βυζαντινού ναού δύσκολα θα μπορούσε να κατασκευαστεί λούκι μεταξύ των δύο οικοδομημάτων (χωρίς να μπορεί αυτό προς το παρόν να αποκλεισθεί), ενώ τα στοιχεία που σώζονται σήμερα στο μνημείο συνάδουν περισσότερο με αυτό το σενάριο.

Η κόγχη του ιερού στεγάζεται χαμηλότερα με τεταρτοσφαιρικό θόλο. Ο νάρθηκας στεγαζόταν επίσης χαμηλότερα με εγκάρσια ημικυλινδρική καμάρα και ήταν πιθανότατα ενοποιημένος με τον νάρθηκα του βυζαντινού ναού αποτελώντας ενδεχομένως συνέχειά του λειτουργικά και δομικά. Το εσωτερικό του αγίου Μάρκου φωτίζεται από  τρία στενά μονόλοβα παράθυρα στο νότιο τοίχο του και ένα επίσης στενό μονόλοβο στην κόγχη του Ιερού Βήματος. Δύο ανοίγματα θυρών ανοίγονται στο βόρειο τοίχο του κυρίως χώρου. Το πρώτο, κεντρικά, δεν είναι άλλο από την κεντρική θύρα του νότιου τοίχου του βυζαντινού ναού. Το δεύτερο, μεταγενέστερα διανοιγμένο, ανατολικά, οδηγεί  στο νοτιοανατολικό γωνιακό διαμέρισμα του βυζαντινού ναού. Εάν και με ποιο τρόπο φράσσονταν τα ανοίγματα των θυρών και των παραθύρων δεν είμαστε σήμερα σε θέση να το γνωρίζουμε.

Η τοιχοποιία του λεγόμενου αγίου Μάρκου είναι δίστρωτη. Ως οικοδομικό υλικό έχει χρησιμοποιηθεί εξωτερικά κυρίως ο ασβεστόλιθος και ο μαύρος σχιστόλιθος (γνεύσιος), ενώ έχουν χρησιμοποιηθεί και λίγα διάσπαρτα, άτακτα τοποθετημένα μικρά κεραμικά στοιχεία χωρίς συστηματική διάθεση. Οι λίθοι είναι ακανόνιστοι και η τοιχοδομία των όψεων δεν παρουσιάζει πρόθεση για αρχιτεκτονική διάρθρωση ή επιτήδευση, ενώ είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν έχει χρησιμοποιηθεί υλικό από τον βυζαντινό ναό ούτε spolia. Χαμηλότερα η τοιχοποιία εμφανίζει μεγαλύτερους και πιο ογκώδεις λίθους. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία τριών ογκωδών λίθων στην εξωτερική νότια όψη του ναού στο κατώτερο μέρος της τοιχοποιίας. Για την ενίσχυση των γωνιών έχουν χρησιμοποιηθεί πιο ογκώδεις λίθοι. Ο μαύρος σχιστόλιθος εντοπίζεται κυρίως ψηλότερα. Οι εντοιχισμένες κεραμικές πλίνθοι στη στέψη των παραθύρων είναι διατεταγμένες ακτινωτά με διακοσμητική διάθεση διαμορφώνοντας ημικυκλικά τόξα. Οι λίθοι που έχουν χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή πιθανότατα προέρχονται από το λατομείο που σύμφωνα με τις πηγές υπήρχε μπροστά από τις εκκλησίες του Αγίου Μάρκου και της μεταβυζαντινής των Ταξιαρχών και το οποίο επικαλύφθηκε και δεντροφυτεύτηκε από τη Φιλοδασική Ένωση Αθηνών (Μελάς, 1997:27-30). Ως συνδετικό υλικό έχει χρησιμοποιηθεί ασβεστοκονίαμα με χονδρόκοκκα αδρανή που έρχεται πρόσωπο με τους λίθους.

Εσωτερικά η τοιχοποιία είναι επίσης από ασβεστόλιθους και μαύρους σχιστόλιθους και τα διάσπαρτα κεραμικά στοιχεία εντοπίζονται κυρίως ψηλότερα. Οπτόπλινθοι συστηματικά διατεταγμένες με διακοσμητική διάθεση διαμορφώνουν τα ημικυκλικά τόξα των παραθύρων, καθώς και το τόξο της κόγχης του Ιερού. Τα αυθεντικά κονιάματα δόμησης είναι και εσωτερικά ασβεστιτικά με χονδρόκκοκα αδρανή και έρχονται επίσης περασιά με τους λίθους. Το κονίαμα δόμησης συμπίπτει έτσι με αυτό του αρμολογήματος, ενώ δεν γνωρίζουμε αν το εσωτερικό του ναού ήταν επιχρισμένο αν και στο βόρειο τοίχο του σώζονται ίχνη επιχρίσματος όμοια με αυτά του βυζαντινού. Ο τεταρτοσφαιρικός θόλος, πέρα από το κάθετο γενετήριο τόξο, είναι επίσης κατασκευασμένος από επιμήκεις ασβεστόλιθους και μαύρους σχιστόλιθους σε συνδυασμό με οπτόπλινθους ακτινωτά διατεταγμένες και σώζει κατά τόπους ίχνη επιχρίσματος διαφορετικό από αυτό του βυζαντινού ναού.

Τόσο στις εσωτερικές όψεις του κυρίως ναού όσο και εσωτερικά στην κόγχη του Ιερού διακρίνονται στην τοιχοποιία, και σε ύψος 3,40μ. ορθογωνικές οπές, οι οποίες πιθανότατα αποτελούσαν δοκοθήκες για ξύλινα δοκάρια. Αυτά ήταν πυκνά διατεταγμένα και, είτε χρησιμοποιήθηκαν για τον ξυλότυπο του θόλου (το πιθανότερο), είτε λειτουργούσαν ως ελκυστήρες (λιγότερο πιθανό), είτε αποτελούσαν την στήριξη ενός ξύλινου ταβανιού.

Παρατηρήσεις σχετικά με τις οικοδομικές φάσεις

Η σχέση του λεγόμενου αγίου Μάρκου με τον βυζαντινό ναό

Από τις ανασκαφικές έρευνες που έχουν διεξαχθεί στην περιοχή ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά για τον λεγόμενο ναό του αγίου Μάρκου. Οι πληροφορίες από τις αρχαιολογικές έρευνες είναι αποσπασματικές και η σχετική βιβλιογραφία για το «Φραγκομονάστηρο» συγκροτείται κυρίως από μνείες και αποτελέσματα των ανασκαφικών εργασιών για το βυζαντινό ναό και τα ίχνη της παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Η κατασκευή του λεγόμενου αγίου Μάρκου αποδίδεται γενικόλογα στους χρόνους της Φραγκοκρατίας  ή την εποχή της Βενετοκρατίας και μάλιστα πιθανότατα μετά την ερείπωση του βυζαντινού ναού προκειμένου να τελείται η λειτουργία κατά το καθολικό δόγμα (Ορλάνδος, 1933:164). Ο Καμπούρογλου αναφέρει ότι ο βυζαντινός ναός των Ταξιαρχών κατελήφθη από τους Βενετούς το 1687 και μετονομάστηκε σε άγιο Μάρκο (Καμπούρογλου, 1889-1896:191). Μοιάζει πιο πιθανό ο ναός oλεγόμενος άγιος Μάρκος να είναι στην πραγματικότητα παρεκκλήσι που προσκολλήθηκε κάποια στιγμή στο βυζαντινό ναό (άγνωστο πότε) και απλά χρησιμοποιήθηκε (δεν οικοδομήθηκε) από τους Βενετούς μαζί με αυτόν ως χώρος λατρείας κατά το καθολικό δόγμα με την ονομασία άγιος Μάρκος.

Η σκέψη πως ο άγιος Μάρκος είναι στην πραγματικότητα παρεκκλήσι του βυζαντινού ναού ενισχύεται σήμερα από τη δομική και σχεδιαστική σύζευξη που παρατηρείται ανάμεσα στο βυζαντινό ναό και τον άγιο Μάρκο. Η σχεδιαστική και δομική συνέχεια των δύο φάσεων οδηγεί αρχικά επίσης στην υπόθεση ότι, όταν οικοδομήθηκε ο τελευταίος, ο βυζαντινός ναός ήταν ακέραιος – έστω και με ζημιές – και πιθανόν ακόμα σε λειτουργία. Η παραπάνω υπόθεση αποτέλεσε βασικό αντικείμενο έρευνας και οι παρατηρήσεις που ακολουθούν οδηγούν τελικά προς αυτή την κατεύθυνση.

Παρατηρήσεις στα αρχιτεκτονικά και οικοδομικά στοιχεία στα σημεία της ένωσης του  αγίου Μάρκου με τον βυζαντινό ναό

Η διακοπή στη δόμηση και το διαφορετικής σύστασης και υφής κονίαμα δόμησης (από εκείνο του βυζαντινού ναού), που παρατηρούνται στο ανατολικό μικρότερο άνοιγμα θύρας στο νότιο τοίχο της βυζαντινής εκκλησίας, υποδεικνύουν τη μεταγενέστερη διάνοιξη ή επισκευή του (εικ. 16). Οδηγούμαστε γι’ αυτό το λόγο στην υπόθεση ότι η διάνοιξη έγινε για να επικοινωνεί το ιερό του βυζαντινού ναού με το ιερό ενός παρεκκλησίου. Το άνοιγμα αυτό πρέπει να διατηρήθηκε και αργότερα προφανώς επειδή εξυπηρετούσε και τις ανάγκες των Βενετών που είχαν καταλάβει το χώρο (Καμπούρογλου, 1889-1896:191). Ακόμα και στην περίπτωση που η κατασκευή του αγίου Μάρκου έγινε από τους Βενετούς, τα δύο ιερά επικοινωνούσαν, επιβεβαιώνοντας την υπόθεση ότι την εποχή που προσκολλήθηκε το παρεκκλήσι ο βυζαντινός ναός βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση διατήρησης ώστε να μπορεί να χρησιμοποιείται έστω και με κάποιες μικρότερες ή μεγαλύτερες επιδιορθώσεις ή μετασκευές.

Το τελευταίο συμπέρασμα συνδυάζεται άριστα και με τη διατήρηση (μη κατάργηση) του μεγαλύτερου, κεντρικού ανοίγματος θύρας στο βόρειο τοίχο του λεγόμενου αγίου Μάρκου. Το άνοιγμα ανήκει στο βυζαντινό ναό και οδηγούσε αρχικά έξω από αυτόν ή ενδεχομένως σε προγενέστερο παρακείμενο παρεκκλήσι, ενώ αργότερα χρησιμοποιήθηκε με βεβαιότητα για την επικοινωνία με τον άγιο Μάρκο. Αξιοσημείωτο είναι άλλωστε το γεγονός πως διαμορφώθηκαν στο βόρειο τοίχο του αγίου Μάρκου τρία τόξα προκειμένου να στηριχτεί ο κεντρικός θόλος του με μοναδικό σκοπό να μην χρειαστεί να καταργηθούν τα δύο προϋπάρχοντα ανοίγματα επικοινωνίας. Η δημιουργία των τριών τόξων αποκλειστικά για το σκοπό αυτό και όχι για μορφολογικούς ή τυπολογικούς λόγους επιβεβαιώνεται από το ότι δεν συναντώνται αυτά και στο νότιο τοίχο. Έτσι και τα δύο ανοίγματα φαίνεται να εξυπηρετούσαν τις ανάγκες επικοινωνίας του βυζαντινού ναού με ένα παρακείμενό του παρεκκλήσι, αλλά και τις λειτουργικές ανάγκες αργότερα, ενδεχομένως των Βενετών, αφού αυτοί δεν φαίνεται να τα έκτισαν ή να τα μετέτρεψαν. Γενικά το κτίσμα «ανοίγει» – «στρέφεται» προς το βορρά με τη νότια όψη να είναι στιβαρή και κλειστή.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η υπόθεση πως ο βυζαντινός ναός ήταν σε ερειπιώδη κατάσταση όταν χτίστηκε και λειτουργούσε ο λεγόμενος άγιος Μάρκος, δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό σε σχέση με την ενδεχόμενη πρόσβαση στα ερείπια μέσω του ναού ή την πρόσβαση στο ναό μέσω των ερειπίων από τα δύο βορινά ανοίγματα, αλλά και ερωτηματικά σε σχέση με τη μη επανάχρηση του υλικού του βυζαντινού ναού (εάν αυτός ήταν ερειπωμένος) στην κατασκευή του αγίου Μαρκου.

Γενικά, στο βόρειο τοίχο του αγίου Μάρκου – νότιο τοίχο του βυζαντινού ναού – δεν παρατηρούνται οικοδομικές επεμβάσεις και μετατροπές που να μπορούν να συσχετιστούν με μια αναμόρφωσή του, ώστε να  λειτουργεί αυτός αποκομμένος από τον βυζαντινό ναό ως ανεξάρτητο δομικό στοιχείο ενσωματωμένο στον άγιο Μάρκο. Παρόλο που η εξωτερική – άνω παρειά του θόλου του αγίου Μάρκου εδράζεται σαφώς στον βυζαντινό τοίχο δεν φαίνεται πουθενά να καταλαμβάνει το σύνολο του πλάτους του. Η εσωτερική παρειά του νότιου τοίχου του βυζαντινού ναού από την άλλη μοιάζει να συνέχιζε κανονικά προς τα πάνω χωρίς η άνω, «ερειπωμένη» παρειά (κορυφογραμμή) να έχει δεχθεί προσθήκη, εξομάλυνση και οριζοντιοποίηση κατά τη φάση κατασκευής του αγίου Μάρκου προκειμένου να υποδεχθεί την απόληξη μίας στέγης. Πρόκειται πιθανότατα για μία προσπάθεια καλής σύνδεσης των δύο κατασκευών με «χάντρωμα» της προσθήκης στην προγενέστερη, πράγμα που παρατηρείται και στα σημεία αντικατάστασης των βυζαντινών αντηρίδων από τα τρία εσωτερικά τόξα.

Η επίπεδη παρειά τοιχοποιίας, η οποία παρατηρείται εξωτερικά στο θόλο ψηλά, επάνω από το νοτιοανατολικό γωνιακό διαμέρισμα (διακρίνεται και δυτικότερα) βρίσκεται σε μεγάλη εσοχή από την εσωτερική παρειά του νότιου τοίχου του βυζαντινού ναού χαμηλότερα (συμπίπτει ενδεχομένως με την εξωτερική παρειά του) (εικ. 17). Η τοιχοποιία αυτή που κατά πάσα πιθανότητα ανήκει κατασκευαστικά στον άγιο Μάρκο δεν έρχεται σαν στοιχείο σε αντίθεση με την παραπάνω υπόθεση και συνάδει με την αναπαράσταση της μονόριχτης προς νότο στέγασης του αγίου Μάρκου ή της δίριχτης στέγασης όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω.

Γενικά, η αναπαράσταση της στέγασης μπορεί να τεκμηριωθεί με μεγαλύτερη βεβαιότητα μετά τον ενδελεχή καθαρισμό της άνω επιφάνειας του θόλου ώστε να αποκαλυφθεί ο οικοδομικός αρμός των δύο φάσεων σε όλο το μήκος του. Από τις έως τώρα παρατηρήσεις και μία πρώτη απόπειρα αναπαράστασης των στεγάσεων του βυζαντινού ναού και του αγίου Μάρκου ο μελετητής θεωρεί ότι η στέγαση του αγίου Μάρκου μπορούσε και κατασκευαστικά συνάδει να είναι μονόριχτη προς νότο ή δίριχτη με ειδική διαμόρφωση της κεντρικής περιοχής του βόρειου τμήματος. Όταν αυτή κατασκευάστηκε, η υψηλή εγκάρσια κεραία του σταυρού του βυζαντινού ναού εξακολουθούσε κατά πάσα πιθανότητα να ίσταται, ενώ το ύψος της, όπως προαναφέρθηκε, οπωσδήποτε ξεπερνούσε την ανώτερη στάθμη μιας τέτοιας στέγης. Η στέγαση των γωνιακών διαμερισμάτων του βυζαντινού ναού ήταν επίσης μονόριχτη προς νότο, αλλά σε στάθμη τόσο χαμηλότερη από του αγίου Μάρκου που η δημιουργία λουκιών απορροής στην επαφή των δύο κτισμάτων ήταν αναγκαστική είτε η στέγαση του τελευταίου ήταν μονόριχτη είτε ήταν δίριχτη. Από τις δύο λύσεις η μονόριχτη στέγαση είναι απλούστερη, με τα δύο λούκια να μην επιβαρύνονται και από τα νερά του αγίου Μάρκου, ενώ η δεύτερη ήταν κατασκευαστικά, αισθητικά και οικονομικά μάλλον καλύτερη. Η ύπαρξη τέτοιων λουκιών είναι συνήθης στην επίλυση των στεγάσεων των βυζαντινών ναών και αυτή η κατασκευαστική «δυσκολία» δεν μπορεί από μόνη της να στηρίξει την άποψη ότι, όταν κατασκευάστηκε ο άγιος Μάρκος, ο βυζαντινός ναός ήταν ερειπωμένος και άρα αυτονόητα η στέγασή του ήταν δίριχτη. Μια προσεκτική διερεύνηση της βόρειας πλευράς του θόλου ενδεχομένως να αποδείξει ότι ο μεγάλος όγκος λίθων και χώματος που βρίσκεται συγκεντρωμένος εκεί (και κυρίως στην κεντρική περιοχή, συγκριτικά και με τη νότια πλευρά) δεν είναι άλλο από κατάλοιπα του γεμίσματος μιας μονόριχτης στέγης ή μιας δίρριχτης με ειδική διαμόρφωση της κεντρικής περιοχής (εικ. 18).

Επιπλέον στοιχεία για τη συναρμογή του νέου θόλου με τον προγενέστερο τοίχο αντλούμε από τη μετασκευή – πλήρωση του τόξου που υπήρχε πάνω από το κεντρικό άνοιγμα του νότιου τοίχου του βυζαντινού ναού και διαμόρφωνε την όψη της εγκάρσιας κεραίας του σταυρού (εικ. 6). Κατά την κατασκευή του αγίου Μάρκου, σε επαφή με τον βυζαντινό ναό, φαίνεται πως οι οπτόπλινθοι που σχημάτιζαν το τόξο απομακρύνθηκαν (ίσως για να επαναχρησιμοποιηθούν) και αυτό, μαζί με το ανώτερο μέρος του ανοίγματος, πληρώθηκε – έκλεισε τουλάχιστον από περίπου το ύψος του μεσαίου εσωτερικού τόξου του αγίου Μάρκου και επάνω. Η ακριβής διάρθρωση του κεντρικού αυτού ανοίγματος του βυζαντινού ναού δύσκολα μπορεί να αποκατασταθεί γραφικά, ενώ κάποια ενδεχόμενα στοιχεία έχουν καλυφθεί από τη σύγχρονη ανάκτιση. Ενδεχομένως πάντως το άνοιγμα αυτό να διαμορφώνονταν από μαρμάρινες παραστάδες από υλικό σε δεύτερη χρήση και αμφιέρειστο μαρμάρινο ανώφλι και ίσως με δευτερεύοντα ανακουφιστικά τόξα και ανοίγματα άνω, με ανώτερο (αν όχι μοναδικό) και υπό τύπο επίστεψης, το σήμερα διακρινόμενο.

Μια προσεκτικότερη παρατήρηση στο σημείο της ένωσης της νότιας ημιεξαγωνικής αψίδας του βυζαντινού ναού με την κόγχη του Ιερού Βήματος του αγίου Μάρκου (εικ. 3) οδηγεί στις εξής διαπιστώσεις:

α) μαρμάρινα spolia μεγάλου μεγέθους προερχόμενα από αρχαίο οικοδόμημα είναι ενσωματωμένα στην αρχική κατασκευή της αψίδας του βυζαντινού ναού και προεξέχουν εσκεμμένα-σχεδιασμένα θα έλεγε κανείς τόσο εκτός του τελικού επιπέδου του τοίχου όσο και αρκετά προς νότο, πράγμα που ενδεχομένως σχετίζεται με την πρόθεση να υπάρχει ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους παρεκκλήσι στη θέση αυτή. Τα προεξέχοντα αυτά spolia ενσωματώθηκαν αργότερα στην τοιχοποιία της αψίδας του αγίου Μάρκου. Δεν αποκλείεται μάλιστα τα spolia αυτά να ανήκουν σε κατάλοιπο τοίχου της παλαιοχριστιανικής βασιλικής στη θέση αυτή και να αποτελούσαν μέρος της ένωσης με ένα παρεκκλήσι ήδη από την παλαιοχριστιανική εποχή. Το κατώτερο μαρμάρινο spolio, ίδιας μορφής με το ανώτερο (γείσο με λεοντοκεφαλές) είναι εμφανές και στη εσωτερική (βόρεια) όψη της νοτιοανατολικής γωνίας του νότιου τοίχου του βυζαντινού ναού.

β) τόσο η αψίδα του αγίου Μάρκου όσο και οι αψίδες του βυζαντινού ναού εδράζονται κατά πάσα πιθανότητα σε προγενέστερές τους ημικυκλικές αψίδες, η μεν του βυζαντινού ναού αποτελούσε αψίδα της παλαιοχριστιανικής βασιλικής, η δε του αγίου Μάρκου είναι αινιγματική και υποδηλώνει την ύπαρξη προγενέστερου παρεκκλησίου στην ίδια θέση, πιθανότατα παλαιοχριστιανικού ή (δυσκολότερα) νεώτερου σύμφυτου με τον βυζαντινό ναό. Η χάραξη των δύο προγενέστερων κυκλικών αψίδων στην ένωση του βυζαντινού ναού με το ενδεχόμενο παρεκκλήσι συνάδει, τέλος, με την προεξοχή των προαναφερθέντων μεγάλων μαρμάρινων σπολίων.

Περαιτέρω παρατήρηση του αγίου Μάρκου στα σημεία της ένωσης με το βυζαντινό ναό οδήγησε, τέλος, στην αναγνώριση καταλοίπων της παλαιοχριστιανικής βασιλικής στις κατώτερες στρώσεις των λίθων στην ερειπωμένη απόληξη του βόρειου τοίχου του αγίου Μάρκου (νότιος τοίχος του βυζαντινού ναού) προς τα δυτικά  (εικ. 4). Τόσο ο τρόπος κτισίματος με χρήση μεγάλων μαρμάρινων σπολίων όσο και το κονίαμα δόμησης που είναι διαφορετικό σε σύσταση, υφή και χρώμα από εκείνο του βυζαντινού ναού, επιβεβαιώνουν την έδραση του βυζαντινού τοίχου στον παλαιοχριστιανικό. Η χρήση – στροφή ενός μεγάλου μαρμάρινου σπολίου, που προφανώς αρχικά ανήκε στο παλαιοχριστιανικό κατάλοιπο, για τη δομική ενοποίηση του νότιου με το δυτικό τοίχο του κυρίως βυζαντινού ναού παραπέμπει επίσης στα spolia και τον τρόπο που αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί στη νοτιοανατολική γωνία του βυζαντινού ναού.

Η τεκμηρίωση των αυθεντικών κονιαμάτων δόμησης μετά από εργαστηριακούς ελέγχους αναμένεται να επιβεβαιώσει τα παραπάνω συμπεράσματα.

Συμπεράσματα

Με βάση την αρχιτεκτονική τεκμηρίωση του αγίου Μάρκου και τις παρατηρήσεις που προηγήθηκαν και σχετίζονται με τη δομική του σχέση με τον βυζαντινό ναό, στον οποίο έχει προσκολληθεί, οδηγούμαστε αρχικά στο συμπέρασμα ότι οι δυο τους συλλειτουργούσαν. Αυτό σημαίνει πως την εποχή που οικοδομήθηκε ο λεγόμενος άγιος Μάρκος σε επαφή με τον προγενέστερό του βυζαντινό ναό, ο τελευταίος βρισκόταν σε επαρκή κατάσταση διατήρησης γεγονός που καθιστά εύλογη την υπόθεση ο άγιος Μάρκος να προοριζόταν για παρεκκλήσι. Η υπόθεση ο άγιος Μάρκος να κτίστηκε ανεξάρτητα και αφού είχε ερειπωθεί ο βυζαντινός ναός χρησιμοποιώντας απλώς το νότιο τοίχο του, τον μόνο που σε αυτή την περίπτωση θα στεκόταν σε όλο του σχεδόν το ύψος, δεν μοιάζει πιθανή. Η χρονολόγηση του αγίου Μάρκου με βάση τα αρχιτεκτονικά δεδομένα είναι προβληματική, καθώς δεν παρουσιάζει κάποια χαρακτηριστικά στοιχεία που να μας οδηγούν στο χρόνο κατασκευής του. Η οικοδόμησή του ως παρεκκλήσι του βυζαντινού ναού κάποια στιγμή τον 10ο αι. πριν τη μεταφορά του μοναστικού κέντρου ανατολικότερα με την ίδρυση του Καθολικού της Μονής Καισαριανής ή και αργότερα όταν ο ναός χρησιμοποιούνταν ως κοιμητήριο της νέας μονής (Καμπούρογλου, 1889-1896:191. Ορλάνδος, 1933:164) δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνδυάζοντας την αρχιτεκτονική τεκμηρίωση του μνημείου με τις ελάχιστες βιβλιογραφικές αναφορές για τον άγιο Μάρκο και κυρίως με την πληροφορία που μας παραδίδεται από τον Καμπούρογλου ότι ο Βενετοί το 1687 κατέλαβαν και χρησιμοποίησαν το βυζαντινό ναό, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο βυζαντινός ναός με το παρακείμενό του παρεκκλήσι βρίσκονταν ακόμα σε επαρκή κατάσταση διατήρησης, προφανώς επειδή συντηρούνταν από τους μοναχούς της μονής Καισαριανής ως κοιμητηριακός τους. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την κατασκευή του την εποχή της Φραγκοκρατίας ή την εποχή της κατάληψης της Αθήνας από τους Βενετούς του Μοροζίνι, η υπόθεση όμως ότι αυτό συνέβη μετά την ερείπωση του βυζαντινού ναού δεν τεκμηριώνεται από τα αρχιτεκτονικά δεδομένα.

Ορεστίδης Γουλιέλμος, Αρχιτέκτων Μηχανικός – Αναστηλωτής

Φράγκου Κωνσταντίνα, Αρχαιολόγος

Εικ. 1. Γενική άποψη του χώρου από τα βορειοανατολικά.
1 / 18
Σημειώσεις
  1. Το τοπογραφικό διάγραμμα του αρχαιολογικού χώρου εκπονήθηκε από τη Διεύθυνση Τοπογραφήσεων Φωτογραμμετρίας και Κτηματολογίου του Υπουργείο Πολιτισμού.
  2. Το άνοιγμα αυτό φαίνεται στην κάτοψη Ορλάνδος (1933:164, εικ. 219).

  3. Τα σχέδια αποτύπωσης παρουσιάζουν τη σημερινή εικόνα του μνημείου συμπεριλαμβανομένων των σύγχρονων ανακτίσεων. Στη μελέτη αποκατάστασης που παραδόθηκε στην 1η ΕΒΑ υπάρχει πλήρης σειρά σχεδίων με ευδιάκριτες τις οικοδομικές-ιστορικές φάσεις και τις σύγχρονες ανακτίσεις. Τα τέσσερα σχέδια των εξωτερικών όψεων του αγίου Μάρκου βασίστηκαν στη φωτογραμμετρική αποτύπωση της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων Φωτογραμμετρίας και Κτηματολογίου του Υπουργείο Πολιτισμού. Τα υπόλοιπα σχέδια εκπονήθηκαν με τη βοήθεια τρισδιάστατης φωτορεαλιστικής αποτύπωσης με τη χρήση laser scanner.
  4. Στο ανώτερο σωζόμενο τμήμα του δυτικού πεσσού εκ των εκατέρωθεν του κεντρικού ανοίγματος ενδέχεται να σώζεται η γένεση του θόλου της εγκάρσιας κεραίας. Οι δύο ανώτεροι λίθοι που βρίσκονται σε ελάχιστη εκφορά είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί αν αποτελούν γένεση τόξου ή η εκφορά αποτελεί φαινόμενο παθολογίας.
Βιβλιογραφία
Daux, G. (1959), «Chronique des fouilles en 1958-Attique-Kaisariani», BCH 83: 582-583.
Daux, G. (1960), «Chronique des fouilles en 1959-Attique-Kaisariani», BCH 84: 661.
Καμπούρογλου, Δημ. (1889-1896), Ιστορία των Αθηναίων: Τουρκοκρατία περίοδος πρώτη 1458-1687, τομ. 2. Εν Αθήναις: Βιβλιοπωλείον της Εστίας: 191, 200, 201.
Λαζαρίδης, Μ. (1960) ΑΔ 16, Χρονικά: 66.
Μελάς, Μ. (1997), «Πολύπλευρη κοινωνική προσφορά. Το έργο της φιλοδασικής Ένωσης Αθηνών για την προστασία της φύσης και την αναστήλωση μνημείων», Η Καθημερινή – Επτά Ημέρες, 28 Σεπτεμβρίου: 27-30.
Ορλάνδος, Α. (1933), «Μεσαιωνικά Μνημεία της πεδιάδος των Αθηνών και των κλιτυών Υμηττού-Πεντελικού-Πάρνηθος και Αιγάλεω» στο Ευρετήριο των Μνημείων της Ελλάδος, τομ. Γ΄, εν Αθήναις: 163-164.
Σωτηρίου, Μ. (1931), «Ὁ ναός τῆς Σκριποῦς Βοιωτίας», ΑΕ :135-136.