Η Άννα Καραμπατσώλη, δρ Προϊστορικής Αρχαιολογίας, εκπαιδευτικός και Διευθύντρια του 1ου Γυμνασίου Χαλκίδας, παρουσιάζει την έκδοση: Στάθης Γκότσης, Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία, πρόλογος: Δημήτρης Πλάντζος, επίμετρο: Αμαλία Τσιτούρη, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2026, 312 σελ. ISBN: 978-960-499-609-4:

«Δεν είχα ποτέ γνωριστεί προσωπικά με τον κ. Γκότση, όμως ήξερα το έργο του στα μουσειακά Εκπαιδευτικά Προγράμματα. Είχα επίσης διαβάσει κείμενά του σχετικά με τα Μουσεία, τη Δημόσια Αρχαιολογία, τη διαχείριση της Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Είχα θαυμάσει την ευχέρειά του να εισχωρεί στην ουσία των πραγμάτων με οξύ πνεύμα και λόγο.

»Διαβάζοντας όμως το βιβλίο του Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος, είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω πως ο λόγος αυτός και οι θέσεις αυτές είχαν πίσω τους ένα μεγάλο και πολυδιάστατο έργο – από πού αλλού άλλωστε θα μπορούσαν να προκύπτουν τόσο αβίαστα;

»Το έργο αυτό αντιπροσωπεύει στην ουσία ένα σημαντικό μέρος της συνολικής ελληνικής εμπειρίας της μουσειακής εκπαίδευσης. Στην πραγματικότητα ο Στάθης Γκότσης ανήκει σε αυτούς που άνοιξαν αυτό το δρόμο, που δόμησαν, που δημιούργησαν και εφάρμοσαν στην πράξη την έννοια της μουσειακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Καταπιάστηκαν δηλαδή με το εξαιρετικά δύσκολο έργο της σύνδεσης της πολιτιστικής κληρονομιάς με την εκπαίδευση αντιμετωπίζοντας τις ιδιαίτερες δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος – δυσκολίες που σχετίζονται τόσο με τον χώρο της επιστήμης της αρχαιολογίας όσο και με τον χώρο της αρχαιολογικής υπηρεσίας, αλλά και με τον χώρο της εκπαίδευσης φυσικά.

»Έχοντας υπηρετήσει προσωπικά αυτούς τους χώρους, αν και με διαφορετικούς ρόλους και αρμοδιότητες, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι το έργο των πρωτοπόρων στη μουσειακή εκπαίδευση πρέπει να θεωρείται, εκτός από εξαιρετικά δύσκολο, σταθερά καινοτόμο παρά το πέρασμα των χρόνων και να χαίρει εκτίμησης και σεβασμού γιατί είναι έργο συγκερασμού, συνεργασίας, σύγκλισης, εξαιρετικών προθέσεων, υπέρβασης πολυεπίπεδων δυσκολιών – κάτι που πολύ σπάνια επιτυγχάνεται στην ελληνική πραγματικότητα τόσο στην παιδεία όσο και τον πολιτισμό. Θα αναφερθώ στο απόσπασμα που επισημαίνει αυτές τις δυσκολίες, πρώτον γιατί νομίζω ότι ο ίδιος ο συγγραφέας, από επιλογή, αναφέρεται ελάχιστα σε αυτές, προκειμένου να μην τις προτάξει και δεύτερον γιατί αυτές οι ίδιες δυσκολίες επιμένουν να χαρακτηρίζουν το τρίπτυχο μουσείο – εκπαίδευση – κοινωνία, παρόλο που έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και ίσως είναι ώρα, με αφορμή αυτό το βιβλίο, να επανεξεταστούν.

»Αυτοί οι πρωτεργάτες λοιπόν, όπως σημειώνει ο Στάθης Γκότσης “είχαν να αναμετρηθούν με την καχυποψία αρκετών ότι επιχειρούν να μετατρέψουν τα μουσεία από χώρους ακαδημαϊκής μελέτης και θαυμασμού έργων τέχνης σε θορυβώδεις παιδότοπους… Είχαν να αντιμετωπίσουν τα ειρωνικά σχόλια συναδέλφων τους ότι εκχυδαΐζουν με απαράδεκτο τρόπο τον επιστημονικό λόγο. Είχαν να πείσουν έστω τμήματα της εκπαιδευτικής κοινότητας για την αναγκαιότητα το μαθητικό κοινό να μετέχει σε θεματικά οργανωμένες και σαφώς στοχοθετημένες ερμηνευτικές δράσεις αντί των συνηθισμένων εξαντλητικών (και εξοντωτικών) ξεναγήσεων για παιδιά και νέους… Με το πάθος και την ορμή του νεοφώτιστου, πειραματίστηκαν με νέα επικοινωνιακά εργαλεία και καινοτόμες παιδαγωγικές μεθόδους, σχεδίασαν πρωτότυπα έντυπα εκπαιδευτικά υλικά, μουσειοσκευές και περιοδεύουσες εκπαιδευτικές εκθέσεις, υλοποίησαν δράσεις για οικογένειες, ομάδες ΑμεΑ, ενήλικες και άλλες κατηγορίες επισκεπτών. Εργάστηκαν για να κατοχυρώσουν έναν διακριτό ρόλο στους μουσειακούς οργανισμούς, για να ανοίξουν θεσμικούς διαύλους επικοινωνίας με την εκπαιδευτική κοινότητα, για να χτίσουν από το μηδέν θεσμούς.. Και το δυσκολότερο, αλλά σημαντικότερο όλων: έδωσαν μάχες για να αλλάξουν νοοτροπίες που επέμεναν –και επιμένουν συχνά μέχρι σήμερα– στην αναπαραγωγή του δίπολου παραδοσιακό μουσείο – στείρος διδακτισμός…”

»Ο Στάθης Γκότσης, λοιπόν, αντιλαμβάνομαι ότι με σεμνότητα και σοβαρότητα παρουσίασε στο βιβλίο αυτό το σημαντικό του έργο στα εκπαιδευτικά προγράμματα. Ένα έργο που εμπνέεται από το γενικότερο όραμά του για την αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς ως εκπαιδευτικού εργαλείου και ως φορέα κοινωνικής συνοχής και χειραφέτησης.

»Όλα τα κείμενα για τη μουσειακή εκπαίδευση, ως εφαρμοσμένη και επιστημονικά σχεδιασμένη παιδαγωγική διαδικασία, που συνθέτουν το βιβλίο αυτό διέπονται από τα εξής πολύ βασικά χαρακτηριστικά:

»α. Τη συνέπεια και σοβαρότητα που επιδεικνύει o συγγραφέας ως προς την αρχαιολογική τεκμηρίωση και επιστήμη. Σε όλες τις εκπαιδευτικές δράσεις που περιγράφει, η βιωματική εμπειρία που δημιουργεί γύρω από τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος πάει χέρι-χέρι με την επιστημονική πληροφορία που απορρέει από τη μεθοδολογία της αυστηρής επιστήμης της αρχαιολογίας, συνεισφέροντας στη διαμόρφωση της αντίληψής μας για τον τρόπο που πρέπει να βλέπουμε το παρελθόν: με σεβασμό στην ετερότητα και διαφορετικότητά του, με σεβασμό στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο κάθε ανακάλυψης και στα συμβολικά συστήματα που το εμπεριέχουν, με προσοχή στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις μας για το παρελθόν που δεν γίνεται να περιλαμβάνουν άκριτα όρους και νοήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Εκτός, όμως, από τον σεβασμό στην αρχαιολογία, τη μεθοδολογία και τις δεσμεύσεις της, την ίδια συνέπεια επιδεικνύει ο συγγραφέας στην παιδαγωγική επιστήμη προτάσσοντας την κριτική παιδαγωγική, αλλά και στην κοινωνική ανθρωπολογία – το σύνολο δηλαδή της θεωρητικής υποδομής που θεμελιώνει τις προτάσεις και το έργο του, και

»β. Τη συνέπεια με την οποία υλοποιεί τις προτάσεις του για την κοινωνική συνεισφορά των μουσείων μέσα από σαφείς και συγκεκριμένες δράσεις σε ομάδες αποκλεισμένες ή ευπαθείς, καθώς και την απόφαση να προκρίνεται η συνέχεια αυτής της προσπάθειας παρά τις απογοητεύσεις και τις δυσκολίες. Η θεματολογία δε των εκπαιδευτικών προγραμμάτων που προτείνονται για το εκπαιδευτικό, το ευρύ κοινό και για συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού, είναι τεράστια. Από τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης ως τα λατρευτικά σκεύη και τα φυλαχτά, και από τον δημόσιο και ιδιωτικό βίο σε ζητήματα θρησκείας, λατρείας, θανάτου, μαγείας, δεισιδαιμονίας. Και από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο ως τα βιομηχανικά μνημεία, αλλά και τις θρυλικές ιστορίες γύρω από πρόσωπα του νεοσύστατου νεοελληνικού κράτους.

»Γιατί συγκεκριμένα, λοιπόν, είναι σημαντικό ένα τέτοιο βιβλίο;

»1ον. Ως προς τη σχέση που θα μας βοηθήσει να αναπτύξουμε εφεξής όλοι μας με τα μουσεία και την πολιτιστική μας κληρονομιά: τα μουσεία και η γενικότερη πολιτιστική μας κληρονομιά δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ελκυστικός προορισμός. Δεν έχουμε καταφέρει ως κοινωνία να αγαπήσουμε στ’ αλήθεια το τεράστιο πολιτιστικό μας παρελθόν, δεν καλλιεργήθηκε ποτέ συστηματικά σε ευρύτερες κατηγορίες πληθυσμού στη χώρα μας η κουλτούρα των επισκέψεων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους ως μια μορφή ευχάριστης και χρήσιμης κοινωνικής και μορφωτικής εμπειρίας. “Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με την τόσο έντονη παρουσία του παρελθόντος, θα περίμενε κανείς το αντίθετο”, παρατηρεί ο συγγραφέας. Η ευθύνη βαραίνει πρωταρχικά τις πολιτικές που ασκούνται επί δεκαετίες στο θέμα της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Μόνο ως τουριστικό προϊόν ανακτούσαν την αίγλη τους τα μουσεία και τα μνημεία ή μόνο ως μέσα ενίσχυσης του εθνικού μεγαλείου, όταν χρειαζόταν. O Γκότσης όμως μας παίρνει από το χέρι και μας συστήνει τα μουσεία αλλιώς – ως εργαστήρια κριτικής σκέψης, ως χώρους συνάντησης των άλλων στους δρόμους της ιστορίας αλλά και της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας.

»2ον Επειδή προτείνει και εφαρμόζει μέσα από σαφείς περιπτώσεις μελέτης και υλοποίησης την εκπαιδευτική τους αξιοποίηση και

»3ον Γιατί ωθεί στη συνειδητοποίηση της κοινωνικής διάστασης αυτής μας της σχέσης με την πολιτιστική κληρονομιά.

»Θέλοντας να ξεχωρίσω το εκπαιδευτικό από το κοινωνικό όφελος-κέρδος της αξιοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς που περιγράφεται στο βιβλίο αυτό, διαπίστωνα κάτι που νομίζω διαφαίνεται και στο βιβλίο. Στην πραγματικότητα το εκπαιδευτικό είναι και κοινωνικό και αντίστροφα. Δεν υπάρχει καλύτερος καθρέπτης από την εκπαίδευση για τα όσα συμβαίνουν ή δεν συμβαίνουν στην κοινωνία και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να φτάσει κάτι στην κοινωνία παρά μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία με την ευρύτερη έννοια του όρου.

»Για παράδειγμα: είναι εντυπωσιακό πόσο διατρέχει όλες τις δράσεις η έννοια για κοινωνική ένταξη, για συμπερίληψη και τελικά για χειραφέτηση της κοινωνίας. Ή πόσο συχνά αναφέρονται στο κείμενο οι λέξεις κριτική σκέψη, διερεύνηση, διαπολιτισμικότητα, διεπιστημονικότητα και πόσο ακόμα πιο συχνά όσα περιγράφονται ότι γίνονται μέσα στο μουσείο είναι ακριβώς ο ορισμός αυτών των εννοιών. Και πόσο αγγίζει ή θα έπρεπε να αγγίζει όλο αυτό την εκπαιδευτική διαδικασία. Γιατί ποια η αξία της όποιας εκπαιδευτικής διαδικασίας στον 21ο αιώνα, αν δεν οδηγεί στην δημιουργία ατόμων ικανών να εντάξουν και να ενταχθούν, να συμπεριλάβουν, να σεβαστούν, να αποκτήσουν ιστορική συνείδηση, αλλά και κοινωνική συνείδηση που να πατάει σταθερά στη μνήμη και την ιστορία;

»Τα μουσεία και η πολιτιστική μας κληρονομιά γίνονται με σαφή τρόπο λοιπόν εργαλείο στην εκπαίδευση. Η ιστορική συνείδηση και οι γενικότερες αντιλήψεις για την ιστορία και το παρελθόν είναι γνωστό και εμπεδωμένο πια πως δεν διαμορφώνονται μόνο σε σχέση με την τυπική σχολική ιστορική εκπαίδευση, αλλά και με άτυπες μορφές ιστορικής εκπαίδευσης, σε μουσεία και ευρύτερους χώρους πολιτισμικής αναφοράς καθώς και γενικότερα, σε σχέση με όλες τις χρήσεις της ιστορίας στο δημόσιο χώρο. Η χρήση αρχαιολογικών ευρημάτων ή μουσειακών αντικειμένων ως ιστορικών μαρτυριών, η διατύπωση ιστορικών ερωτημάτων και υποθέσεων που αμφισβητούν τις άκριτες πεποιθήσεις και τα αστήριχτα δεδομένα βρίσκονται στον αντίποδα της παραδοσιακής ιστορικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Τα αντικείμενα αυτά, μέσα από κατευθυνόμενες προσεγγίσεις και σχεδιασμένες δραστηριότητες μπορούν να εξασκήσουν πολύπλευρα την αντιληπτική ικανότητα, την ικανότητα έκφρασης διαφορετικών απόψεων και ερμηνειών, τη συναισθηματική εμπλοκή, την κριτική σκέψη. “Εκείνο που χρειάζεται επιπλέον είναι οι, σε συνάρτηση με το παρόν, συνεχείς επαναναγνώσεις του παρελθόντος, στο φως νέων δεδομένων”, υπογραμμίζει ο Στ. Γκότσης.

»Τα τελευταία χρόνια έχουν επιπλέον κυριαρχήσει εναλλακτικές αναπαραστάσεις του παρελθόντος, εικονικά περιβάλλοντα δηλαδή που προβάλλουν με διασκεδαστικό και διαδραστικό τρόπο το παρελθόν. Έχοντας όμως πιο στενή σχέση με τη σημερινή κοινωνία παρά με την ιστορική πραγματικότητα, οδηγούν συχνά σε απλοποίηση ή εκλαΐκευση. Επίσης, σύγχρονα μέσα μετάδοσης του τρόπου με τον οποίο το παρελθόν μπορεί να βιωθεί στο σήμερα είναι οι συγγραφείς ιστοριών και οι ζωντανοί παραμυθάδες. Εκείνοι που εκκινούν από την αρχαιολογική τεκμηρίωση προσφέρουν μια σημαντική ευκαιρία καλής επικοινωνίας με το παρελθόν, αλλά ο κίνδυνος της αυθαίρετης ερμηνείας ελλοχεύει για το μαθητικό κοινό και επιβάλλει επαγρύπνηση. Γι’ αυτό, τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη βιωμένη εμπειρία που προτείνουν τα αρχαιολογικά και παιδαγωγικά προετοιμασμένα εκπαιδευτικά προγράμματα. Χωρίς να φωνασκούν και να εντυπωσιάζουν, επικοινωνούν την αλήθεια της βιωματικότητας που ξεκινά από την επιστήμη και τους περιορισμούς της για να κατευθύνει τους εκπαιδευόμενους στον πιο σημαντικό παιδαγωγικό στόχο, τη συνεχή διερεύνηση.

»Από την πλευρά του Σχολείου προς το Μουσείο, είναι τεράστια η σημασία της σχέσης που μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ τους, αλλά ακόμη πολύ αδύναμη και αμήχανη. Αν και συνεχίζονται οι φιλότιμες προσπάθειες από φορείς και πρόσωπα, “υπάρχουν ακόμη εκπαιδευτικοί που επιμένουν να αγνοούν …την αποτελεσματική εκπαιδευτική αξιοποίηση των μουσειακών χώρων”.

»Βέβαια, να επισημάνουμε ότι φυσικά και υπάρχουν εκπαιδευτικοί στο ελληνικό σχολείο που παρά την εξουθενωτική καθημερινότητα επιμένουν να ενδιαφέρονται για την εκπαιδευτική αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς αναγνωρίζοντας τη σημασία της. Προσωπικά είχα την τύχη να συντονίζω μια ομάδα εκπαιδευτικών που εργάστηκαν πάνω στο Πρόγραμμα του ΠΙΟΠ Από το Σχολείο στο Μουσείο που αξιοποιούσε το υλικό της έκθεσης των μουσείων αυτών και εν τέλει ήταν εντυπωσιακός ο πλούτος των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων που προέκυψαν από την έμπνευση και την ευφάνταστη δημιουργικότητά τους. Όπως επίσης θα ήθελα να επισημάνω στην περίπτωση του Γυμνασίου της Ερέτριας – ενός σχολείου δίπλα ακριβώς, πόρτα-πόρτα στο μουσείο και στον εκτεταμένο αρχαιολογικό χώρο, πόσο πολύ στον στόχο της σύνδεσης του σχολείου με το μουσείο βοηθήθηκαν οι εκπαιδευτικοί από ανθρώπους της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής που θεωρούν σημαντική και υπηρετούν τη σύνδεση της πολιτιστικής κληρονομιάς και της εκπαίδευσης μέσω οργανωμένων εκπαιδευτικών Προγραμμάτων. Όπως ακριβώς παρατηρεί ο συγγραφέας του βιβλίου: “Μουσείο και σχολείο μπορεί να εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, να χρησιμοποιούν διαφορετικά μέσα, να θέτουν διαφορετικές προτεραιότητες, να ιεραρχούν διαφορετικά τους στόχους τους, ωστόσο μπορούν να συγκλίνουν και να συνεργαστούν για να υποστηρίξουν την οικοδόμηση της κριτικής γνώσης, να εφοδιάσουν τους μελλοντικούς πολίτες με εργαλεία ανάλυσης και ερμηνείας ενός σύνθετου κόσμου, με εργαλεία κατανόησης του παρελθόντος και του παρόντος”.

»Όμως, είναι ακόμη σε γενικές γραμμές μεγάλο το κενό στην κατάρτιση και στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών πάνω σε θέματα εκπαιδευτικής αξιοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Για την ακρίβεια καμία τέτοια συστηματική και θεσμοθετημένη πρωτοβουλία από την πλευρά του κεντρικού σχεδιασμού δεν διαφαίνεται, αν και σίγουρα μια τέτοια προοπτική θα μπορούσε να αλλάξει και τη γενικότερη νοοτροπία. “Γιατί η σύνδεση, για παράδειγμα, των μουσειακών δράσεων με την εκπαίδευση δεν σημαίνει υποταγή στο εκάστοτε αναλυτικό πρόγραμμα ή στο σχολικό εγχειρίδιο, αλλά κριτική μελέτη του περιεχόμενου και των στοχεύσεών του”, γράφει ο Γκότσης – κάτι που κάνει εξάλλου την όλη διαδικασία να αξίζει και να αποκτά νόημα.

»Συμπερασματικά, ο τίτλος του βιβλίου Μουσεία, Εκπαίδευση και Κοινωνία είναι απόλυτα συνεπής με το περιεχόμενό του. Αναφέρεται σε ένα τρίπτυχο «βαρύ» ως τώρα για την ελληνική πραγματικότητα για όλους τους λόγους που αντιλαμβανόμαστε. Το περιεχόμενο όμως του βιβλίου πάλλεται τόσο από τη βιωμένη εμπειρία των περιπτώσεων μελέτης, πάλλεται τόσο από κοινωνική ανησυχία και συμμετοχή που γίνεται τελικά μια πρόκληση και μια πρόσκληση για να γίνουν τα μουσεία χώροι ψυχικής ανάτασης και κοινωνικών ζυμώσεων με ιστορικό πρόσημο.

»”Τα μουσεία ενώνουν τον κόσμο”, έγραψε πρόσφατα ο κ. Γκότσης με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα εορτασμού τους. “Μια πρόταση που είναι ταυτόχρονα έκκληση και ευχή”, συμπλήρωσε. Ας την ακούσουμε, γιατί το βιβλίο του αποδεικνύει περίτρανα, παρά τη σεμνότητα των λόγων του, πόση ανθρώπινη δημιουργικότητα και πόση κοινωνική συμμετοχή μπορεί να χωρέσει στους φαινομενικά απόμακρους και σιωπηρούς χώρους της Ιστορίας και του Πολιτισμού!»