«Είναι αναγκαίο να διεκδικηθεί η γενικευμένη θεσμοθέτηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε όλα τα μουσεία ως βασική και διακριτή μουσειακή λειτουργία, σταθερή και δωρεάν παρεχόμενη σε όλους από ειδικευμένο προσωπικό», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ιστορικός Στάθης Γκότσης, με αφορμή το βιβλίο του Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος. Μια συζήτηση που περιστράφηκε γύρω από τα μουσεία και τον εκπαιδευτικό τους ρόλο, χωρίς να λείπουν και οι επισημάνσεις ως προς τις ευκαιρίες που χάθηκαν, αλλά και ως προς τις προσδοκίες που μπορούν να εκπληρωθούν, λίγο πριν από τον εορτασμό της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων (18 Μαΐου).
Από τους πλέον ειδικούς στον τομέα της μουσειακής εκπαίδευσης, ο συγγραφέας έχει σχεδιάσει και υλοποιήσει πληθώρα μουσειακών ερμηνευτικών/εκπαιδευτικών προγραμμάτων για σχολικές και ευάλωτες ομάδες. Ποιες από αυτές τις «συναντήσεις» δεν θα ξεχάσει και γιατί; Ποιος ο στόχος έκδοσης ενός βιβλίου που συγκροτείται από κείμενα τα οποία έγραψε μεταξύ 1998 και 2024, απηχώντας, όπως αναφέρει στον πρόλογο, πλευρές του προβληματισμού και της 30ετούς σχεδόν εμπειρίας του στα μουσεία; Ποιο πιστεύει ότι είναι το μέλλον των μουσείων, αλλά και το στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί;
Ακολουθεί η συνέντευξη του Στάθη Γκότση στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στη δημοσιογράφο Ελένη Μάρκου:
Ε.: Ποιους στόχους εξυπηρετεί η συγκέντρωση κειμένων που γράψατε μεταξύ 1998-2024 σε ένα βιβλίο;
Α.: Τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνονται τα κείμενα του βιβλίου, ζητήματα θεωρίας, μεθοδολογίας και περιεχομένου της μουσειακής εκπαίδευσης, καθώς και θέματα που αναφέρονται στη σχέση μουσείου-σχολείου ή σε μουσειοπαιδαγωγικές εφαρμογές για ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, εκτιμώ πως παραμένουν και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρα. Ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία ο εκπαιδευτικός και κοινωνικός ρόλος του μουσείου μοιάζει να υποχωρεί μπροστά στην καλπάζουσα επέλαση των νόμων της αγοράς που τείνει να μετατρέψει τους χώρους πολιτισμού από μνημονικούς τόπους σε εμπορικούς/ψυχαγωγικούς χώρους φευγαλέας κατανάλωσης προϊόντων «ιστορίας». Με τη συγκέντρωση σε έναν τόμο κειμένων που εντοπίζονται με δυσκολία, παρότι συνεχίζουν πολλά εξ αυτών να προτείνονται στην τρέχουσα βιβλιογραφία πανεπιστημιακών μαθημάτων μουσειολογίας, μουσειακής εκπαίδευσης ή παιδαγωγικών, ελπίζω πως μπορεί να γονιμοποιηθεί εκ νέου η αναγκαία συζήτηση για ένα μουσείο κοινωνικά χρήσιμο και ανοιχτό σε όλους.
Ε.: Έχετε σχεδιάσει και υλοποιήσει πληθώρα μουσειακών ερμηνευτικών/εκπαιδευτικών προγραμμάτων για σχολικές αλλά και ευάλωτες ομάδες (ΑμεΑ, μειονοτικές ομάδες, ψυχικά ασθενείς, ηλικιωμένους, φυλακισμένους, πρόσφυγες). Ποια κατηγορία σάς άφησε το μεγαλύτερο αποτύπωμα και γιατί; Ποιες προκλήσεις έπρεπε να αντιμετωπίσετε;
Α.: Καθοριστικής σημασίας για την πορεία μου στον χώρο της μουσειακής εκπαίδευσης ήταν ο κύκλος ερμηνευτικών/εκπαιδευτικών προγραμμάτων για παιδιά μουσουλμανικών οικογενειών (τουρκόφωνα και παιδιά Ρομά) του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, που υλοποιήθηκε την περίοδο 1994-1998 από το Υπουργείο Πολιτισμού υπό τον γενικό τίτλο «Ο πολιτισμός ως μέσο κοινωνικής ένταξης – μια διαπολιτισμική προσέγγιση». Ήταν η πρώτη φορά που ήρθα τόσο κοντά σε ομάδες ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού και που η επαφή τους με τα πολιτιστικά αγαθά θεωρείται μια περιττή πολυτέλεια. Η επικοινωνιακή δυναμική που αναπτύχθηκε στη συγκεκριμένη δράση ήταν για μένα μια συγκλονιστική εμπειρία. Μια εμπειρία που με δίδαξε πολλά όχι μόνο για τη δύναμη που μπορεί να έχει το μουσείο όταν επιχειρεί, με τρόπο οργανωμένο και συστηματικό, να προσεγγίσει πληθυσμιακές ομάδες τόσο διαφορετικές από τους συνηθισμένους μουσειακούς επισκέπτες, αλλά και για τον πλούτο των εναλλακτικών προσεγγίσεων με τον οποίο μπορούμε να μπολιάσουμε και τη δική μας ματιά, μέσα από την ουσιαστική επικοινωνία μας με ανθρώπους που έχουν διαφορετικές ανάγκες και αγωνίες, που ζουν υπό δύσκολες συνθήκες, που σκέφτονται και δρουν πέρα από τις καθιερωμένες νόρμες και τα συμβατικά όρια.
Η εμπειρία αυτή αποτέλεσε, άλλωστε, και το έναυσμα για τον σχεδιασμό τα επόμενα χρόνια στο Βυζαντινό Μουσείο πολύπλευρων επικοινωνιακών/εκπαιδευτικών δράσεων σε συνεργασία με κοινότητες Ρομά, για ψυχικά ασθενείς σε συνεργασία με το ΨΝΑ, για φυλακισμένους στο Γυμνάσιο του Ειδικού Κέντρου Κράτησης Νέων Αυλώνα, κ.ο.κ., δράσεων που καταγράφονται και στο βιβλίο και που η καθεμιά τους μου άφησε το δικό της ξεχωριστό αποτύπωμα, ενώ στο σύνολό τους πλούτισαν τη ματιά μου για τον κόσμο, το μουσείο και τους ανθρώπους.
Ε.: Ξεκινάτε το βιβλίο με ένα κείμενό σας που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ILISSIA το 2008 για την πρωτοποριακή διεθνή συνάντηση στο Βυζαντινό Μουσείο το 1954, όταν φιλοξένησε τις εργασίες ενός σεμιναρίου/φροντιστηρίου της UNESCO με θέμα «Ο ρόλος των μουσείων στην εκπαίδευση». Εκεί, κάνετε λόγο για μια ευκαιρία που χάθηκε –το σεμινάριο δεν καρποφόρησε μεταξύ των ανθρώπων των μουσείων, όπως αναφέρετε στο βιβλίο– και εξηγείτε το γιατί: Η Ελλάδα αν και περνούσε μια περίοδο οικονομικής ανασυγκρότησης, λόγω και της εξωτερικής βοήθειας, οι πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές επιπτώσεις του εμφυλίου ήταν ορατές, π.χ. εκτεταμένη καταπίεση, αυταρχισμός, υψηλά ποσοστά αναλφαβητισμού, συντηρητισμός… Έχουμε χάσει κι άλλες τέτοιες ευκαιρίες από τότε;
Α.: Ναι. Η επόμενη μεγάλη ευκαιρία που χάθηκε ήταν τη δεκαετία του ’90, η οποία ήταν μια περίοδος δημιουργικού ενθουσιασμού και μεγάλης άνθησης για τη μουσειακή εκπαίδευση στην Ελλάδα. Τότε ήταν που ξεκίνησε το Σεμινάριο «Μουσείο-Σχολείο», μια ιδιαίτερα χρήσιμη πρωτοβουλία του ελληνικού τμήματος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM) για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, σε συνεργασία με τα υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού – το πρώτο σεμινάριο έγινε στο Ναύπλιο το 1990, ακολούθησαν αυτά στην Πάτρα (1993), στα Γιάννενα (1994), στην Καλαμάτα (1997) και το τελευταίο στην Καβάλα (2002).
Την ίδια δεκαετία υλοποιήθηκαν και δύο από τις πιο φιλόδοξες προσπάθειες στον χώρο: το πρόγραμμα «ΜΕΛΙΝΑ-Εκπαίδευση και Πολιτισμός», το οποίο εφαρμόστηκε πειραματικά σε Δημοτικά Σχολεία (1995-2001), με στόχο να εντάξει αρμονικά στη σχολική εκπαίδευση την πολιτιστική παράμετρο, συμπεριλαμβανομένων των μουσείων, καθώς και το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Το Σχολείο υιοθετεί ένα Μνημείο» (1995-1997), που στόχευε στην εγκαθίδρυση μιας σχέσης διάρκειας μεταξύ μαθητών/τριών και μνημείων. Παρά τις πολύ θετικές αποτιμήσεις τους και τα δύο αυτά προγράμματα «κόλλησαν» στην πιλοτική τους φάση και δεν γενικεύτηκαν, όπως άλλωστε δεν είχε συνέχεια μετά το 2002 και το Σεμινάριο «Μουσείο-Σχολείο». Τη δεκαετία του ’90, λοιπόν, ήταν που χάθηκε κατά τη γνώμη μου η ευκαιρία για τη θεσμοθέτηση και την εμπέδωση στην πράξη μιας σταθερής και εποικοδομητικής σχέσης της μουσειακής εκπαίδευσης με τη σχολική εκπαίδευση.
Ε.: Έχουμε όμως και προχωρήσει, όπως δείχνει και η πληθώρα εκπαιδευτικών προγραμμάτων που έχετε συντονίσει. Πώς θα χαρακτηρίζατε την πορεία των μουσειακών οργανισμών τα χρόνια δράσης σας και πώς βλέπετε το μέλλον τους; Ποιο στοίχημα πιστεύετε ότι πρέπει να κερδηθεί;
Α.: Είναι αναμφισβήτητο πως τα μουσεία και η μουσειακή εκπαίδευση στη χώρα έχουν κάνει πολλά θετικά βήματα τα τελευταία τριάντα χρόνια: νέα μουσεία, με περισσότερο προσιτές νοηματικά εκθεσιακές προτάσεις, περιοδικές εκθέσεις με πρωτότυπα θέματα, πληθώρα μουσειακών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ακόμη κι αν δεν προσφέρονται πάντα σε σταθερή βάση, πετυχημένες επικοινωνιακές καμπάνιες, πολλαπλασιασμός μουσειακών εκπαιδευτικών δράσεων για ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες.
Ωστόσο, δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει κανείς πως σήμερα πια, σε μια εποχή ραγδαίων οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών, δημογραφικών ανατροπών και τεχνολογικών εξελίξεων, ο χώρος των μουσείων –όχι μόνο στη χώρα μας– μοιάζει να μετεωρίζεται ανάμεσα σε δύο αλληλοσυμπληρούμενες κεντρικές κατευθύνσεις: από τη μια στην υποταγή στα κελεύσματα της μαζικής τουριστικής επέλασης και της αγοραίας «αξιοποίησης» και από την άλλη στην επαναδιατύπωση –μέσα από έναν αποπροσανατολιστικό εκσυγχρονισμένο λόγο και σε ολοκαίνουργιο τεχνολογικό περιτύλιγμα– εύπεπτων αφηγήσεων για ένδοξους προγόνους και θαυμαστά δημιουργήματα.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό δίπολο, το στοίχημα για τα μουσεία και ειδικότερα για τη μουσειακή εκπαίδευση είναι να παραμείνει προσηλωμένη στην αναζήτηση ενός μουσείου που να είναι ζωντανό και παλλόμενο και που να μπορεί ταυτόχρονα να αφουγκράζεται και να ανταποκρίνεται στη βαθιά ανάγκη των ανθρώπων για ουσιαστική και τεκμηριωμένη γνώση, με τρόπο αβίαστο, ευχάριστο και αποτελεσματικό. Η μουσειακή εκπαίδευση, σε πείσμα των καιρών, έχει νόημα να επιμείνει στον δρόμο της νηφάλιας προσέγγισης και κατανόησης του πολιτισμικού ή ιστορικού «άλλου», του αναστοχασμού και της ανάπτυξης της κριτικής σκέψης.
Σε θεσμικό επίπεδο, είναι αναγκαίο να διεκδικηθεί η γενικευμένη θεσμοθέτηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε όλα τα μουσεία ως βασική και διακριτή μουσειακή λειτουργία, σταθερή και δωρεάν παρεχόμενη σε όλους από ειδικευμένο προσωπικό, ώστε να πάψει να επαφίεται στην ευαισθησία του επιστημονικού προσωπικού που σχεδιάζει και υλοποιεί εκπαιδευτικά προγράμματα περιστασιακά, στο περιθώριο του υπερφορτωμένου εργασιακού του χρόνου. Αναγκαία θεωρώ, τέλος, την επέκταση και εμβάθυνση του διαλόγου εντός της μουσειοπαιδαγωγικής κοινότητας, πάνω σε ζητήματα θεωρίας, μεθοδολογίας και περιεχομένων, κατεύθυνση στην οποία ελπίζω να συμβάλει και η έκδοση του βιβλίου μου.
Ε.: Τα τελευταία λίγα χρόνια έχετε απομακρυνθεί επαγγελματικά από τον κόσμο των μουσείων από επιλογή. Τι σας λείπει από τη ζωή σε αυτά;
Α.: Η καθημερινή τριβή με τους κάθε λογής επισκέπτες, αναμφίβολα. Η συνάντηση και αλληλεπίδραση μέσα από την μουσειοπαιδαγωγική πράξη με διαφορετικούς κάθε φορά ανθρώπους. Όπως και ο δημιουργικός «πυρετός» του σχεδιασμού νέων δράσεων, οι μικρές και μεγάλες χαρές που αναδύονται μέσα από την ίδια τη διαδικασία του σχεδιασμού και της εφαρμογής μουσειακών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, οι προβληματισμοί αλλά και οι δισταγμοί, οι ρήξεις, οι αμφιβολίες, τα συναισθήματα που ορίζουν την ίδια την εμπειρική σχέση με το αντικείμενο.