Το Κάστρο των Μογλενών, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία βυζαντινής οχυρωματικής αρχιτεκτονικής στην Πέλλα, αποδόθηκε στην τοπική κοινωνία και στους επισκέπτες μετά την ολοκλήρωση του έργου συντήρησης, αποκατάστασης και ανάδειξής του.

Το έργο, συνολικού προϋπολογισμού 1.850.000 ευρώ, χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και περιλάμβανε επεμβάσεις στα τείχη, στους ναούς και στον περιβάλλοντα χώρο, καθώς και τη δημιουργία νέων υποδομών για την περιήγηση και την εξυπηρέτηση των επισκεπτών.

Το μνημείο απέδωσε στο κοινό η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, επισημαίνοντας τη σημασία του Κάστρου ως τμήματος του βυζαντινού οχυρωματικού δικτύου της Μακεδονίας και τη σύνδεσή του με σημαντικές προσωπικότητες και γεγονότα της βυζαντινής ιστορίας.

«Το Κάστρο των Μογλενών αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους βυζαντινούς οχυρωμένους οικισμούς της περιοχής, κομβικό τμήμα του βυζαντινού οχυρωματικού δικτύου της Μακεδονίας», ανέφερε μεταξύ άλλων η Υπουργός Πολιτισμού.

Η ίδρυση του Κάστρου τοποθετείται στις αρχές του 9ου αιώνα, ενώ η περίοδος ακμής του εκτείνεται από τον 10ο έως τον 13ο αιώνα. Στις βυζαντινές πηγές αναφέρεται σε σχέση με τις εκστρατείες του αυτοκράτορα Βασιλείου Β’ εναντίον των Βουλγάρων και, αργότερα, με τους αγώνες του Αλεξίου Α’ Κομνηνού εναντίον των Νορμανδών.

Το Κάστρο των Μογλενών

Το Κάστρο των Μογλενών είναι ευρύτερα γνωστό ως Κάστρο της Χρυσής, λόγω της εγγύτητάς του με τον σύγχρονο ομώνυμο οικισμό. Είναι χτισμένο σε στρατηγική θέση, από την οποία μπορούσε να ελέγχει και να προστατεύει την πεδιάδα της Αλμωπίας.

Κατά τον 19ο αιώνα το Κάστρο προσέλκυσε το ενδιαφέρον Ευρωπαίων περιηγητών και ταυτίστηκε με το βυζαντινό πόλισμα των Μογλενών, σημαντικό διοικητικό και εκκλησιαστικό κέντρο της περιοχής και έδρα Επισκοπής.

Με την ιστορία των Μογλενών συνδέεται ιδιαίτερα ο Επίσκοπος Μογλενών, μετέπειτα Όσιος Ιλαρίων, ο οποίος ποίμανε την Επισκοπή κατά το β’ τέταρτο του 12ου αιώνα και αντιτάχθηκε στη διάδοση του Βογομιλισμού στην περιοχή.

Η ζωή στο Κάστρο συνεχίστηκε έως τα τέλη του 14ου αιώνα και την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης, οπότε ο οικισμός εγκαταλείφθηκε σταδιακά και η κατοίκηση μεταφέρθηκε σε νέες θέσεις στη γύρω πεδιάδα.

Οι πρώτες ανασκαφικές έρευνες πραγματοποιήθηκαν κατά τη διετία 1985-1987. Στο εσωτερικό του Κάστρου αποκαλύφθηκε τρίκλιτη βασιλική, η οποία έχει ταυτιστεί με τον επισκοπικό ναό, ενώ έξω από τα νότια τείχη ήρθαν στο φως μικρός σταυρόσχημος ναός και τμήμα νεκροταφείου.

Το 2016 η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας, σε συνεργασία με τον Δήμο Αλμωπίας και μέσω του προγράμματος INTERREG, προχώρησε στην εκπόνηση σειράς μελετών για τη συντήρηση, την αποκατάσταση και την ανάδειξη του μνημείου. Τα νέα δεδομένα που προέκυψαν από την ανασκαφική έρευνα των ετών 2016-2018 επέβαλαν την επικαιροποίηση των μελετών, ενώ στις αρχές του 2022 το έργο εντάχθηκε στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Οι εργασίες αποκατάστασης

Οι εργασίες περιλάμβαναν την ενίσχυση των θεμελιώσεων, την αποκατάσταση βλαβών και τη συντήρηση σημαντικού τμήματος των ανατολικών τειχών, καθώς και του πύργου της πύλης των νότιων τειχών. Πραγματοποιήθηκαν επίσης συμπληρώσεις στις όψεις και στις σπηλαιώσεις των τοιχοποιιών, καθώς και εργασίες συντήρησης στην επισκοπική βασιλική και στον κοιμητηριακό ναό.

Παράλληλα, διαμορφώθηκε ο άμεσος περιβάλλων χώρος και δημιουργήθηκαν νέες διαδρομές περιήγησης, χώροι υγιεινής και σημεία ανάβασης και θέασης προς την πεδιάδα της Αλμωπίας. Τοποθετήθηκαν ακόμη ενημερωτικές πινακίδες και εγκαταστάθηκε φωτισμός στα τείχη και σε επιλεγμένες διαδρομές.