1. Εισαγωγικά

Η Βασιλική Α των Φιλίππων ιδρύθηκε σε ένα στενό πλάτωμα στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με εγκάρσιο κλίτος στην ανατολική πλευρά. Το μνημείο ανασκάφηκε από τον P. Lemerle κατά την τελευταία πενταετία του Μεσοπολέμου και δημοσιεύθηκε το 1945 [σημ. 1]. Ο Γάλλος ερευνητής μελέτησε τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, δημοσίευσε σχέδια αποτύπωσης, γραφικής αποκατάστασης, και τέλος, χρονολόγησε τη βασιλική στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 6ου αιώνα.

Ο κυρίως ναός χωρίζεται σε τρία κλίτη με κιονοστοιχίες που στηρίζονται σε στυλοβάτες (εικ. 1, 2). Το κεντρικό κλίτος ήταν υπερυψωμένο και στεγαζόταν με ξύλινη δίριχτη στέγη. Το ανατολικό τμήμα του ναού διαπλατύνεται, σχηματίζοντας εγκάρσιο κλίτος. Ο νάρθηκας επικοινωνούσε στα βόρεια με κλίμακα προς το υπερώο και με προθάλαμο βαπτιστηρίου [σημ. 2] (εικ. 3).

Από τη Βασιλική Α σήμερα σώζονται η κάτοψη, ο γλυπτικός διάκοσμος (θωράκια, κιονόκρανα, επίκρανα), η βόρεια πλευρά σε ύψος περίπου 2,5 μ. και ο χώρος του βαπτιστηρίου.

Η αναστήλωση κιόνων στη βορειοανατολική κιονοστοιχία ύψους 5,50 μ. έχει συμβάλει στην οπτική αντίληψη του όγκου που κατελάμβανε το οικοδόμημα. Η κάτοψη και ο μαρμάρινος διάκοσμος που σώζεται παραπέμπουν στη σημαντικότητα, τόσο στην επιλογή του χώρου, όσο και στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση του λατρευτικού οικοδομήματος.

Ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από την εικόνα του ναού. Το μεγάλο διαστάσεων οικοδόμημα θα δημιουργούσε στον πιστό ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση από την «Εγνατία» οδό [σημ. 3], γιατί ο επιβλητικός όγκος προβαλλόταν στον λόφο και οπτικά κάλυπτε σε μήκος και ύψος ολόκληρη την κάθετη πλευρά του βράχου [σημ. 4] (εικ. 4).

Χαρακτηριστικά όμοια παραδείγματα προσφέρουν οι περι­γραφές των εκκλησιών του Αγίου Σεργίου και Αγίου Στεφάνου της Γάζας από τον ρήτορα Χoρίκιο [σημ. 5].

2. Η γεωμετρία της Βασιλικής Α

Στη διερεύνηση των συνθηκών του φωτισμού χρειάζεται να εξετάσει κανείς τις θέσεις, τον αριθμό και τις διαστάσεις των παραθύρων του ναού σε συνδυασμό με τα αρχιτεκτονικά στοιχεία και σε σύγκριση με τα αντίστοιχα των ναών της Αχειροποιήτου και του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, που λειτουργούν μέχρι σήμερα και παρουσιάζουν γεωμετρικές αναλογίες με τη Βασιλική Α. Οι διαστάσεις αρχιτεκτονικών στοιχείων της βασιλικής και των ναών καταχωρήθηκαν στον Πίνακα 1.

Με βάση τα σχέδια του P. Lemerle επιχειρείται ανάλυση και περιγραφή των όψεων της βασιλικής, αναφορικά με τις θέσεις και τον αριθμό των παραθύρων [σημ. 6].

Τομή με όψη προς την αψίδα του ιερού

Στη γραφική αναπαράσταση της εγκάρσιας τομής προς ανατολικά εικονίζονται:

– Η αψίδα του ιερού ύψους 15,5 μ. με ύψος τεταρτοσφαιρίου 6,8 μ., το τρίλοβο παράθυρο ύψους 4,5 μ. και απόσταση της ποδιάς από το δάπεδο 3 μ. Ο Ορλάνδος [σημ. 7] πρότεινε τρία μονόλοβα παράθυρα στην αψίδα μεταξύ των αντηρίδων. Ο Στ. Πελεκανίδης [σημ. 8], στην έξω των τειχών βασιλική των Φιλίππων, σημειώνει ότι ο κύλινδρος της αψίδας διετρυπούνταν από έξι μονόλοβα παράθυρα, ανά δύο εκατέρωθεν κάθε αντηρίδας.

– Δύο θύρες εκατέρωθεν της αψίδας.

– Δύο δίλοβα παράθυρα βόρεια και νότια της κόγχης στο ύψος του τεταρτοσφαιρίου.

Τομή κατά μήκος με όψη προς τη βόρεια πλευρά

Από το σχέδιο της τομής προς τη βόρεια πλευρά αποτυπώνονται στο υπερώο και στον φωταγωγό μονόλοβα παράθυρα σε σειρά [σημ. 9], ενώ αντίθετα κανένα στο κλίτος. Στην πλευρά υπάρχουν μόνο δύο ανοίγματα (θύρες), που σε πρώιμο στάδιο της κατασκευής τοιχίστηκαν [σημ. 10]. Το ύψος των παραθύρων του υπερώου είναι 2,5 μ., με τις ποδιές να απέχουν από το δάπεδο λιγότερο από 1 μ., όπως συμβαίνει στις περισσότερες παλαιοχριστιανικές εκκλησίες [σημ. 11].

Ο Ορλάνδος [σημ. 12] σημειώνει ότι στις πλευρές ανοίγονταν πολλά παράθυρα και στις εκκλησίες της Ελλάδος ήταν δίλοβα, τρίλοβα, εξάλοβα ή οκτάλοβα, χωρίς να αποκλείονται εντελώς τα μονόλοβα (Μονή Στουδίου). Ακόμη, στις περισσότερες βασιλικές της Ελλάδος ανοίγονται οριζόντιες σειρές παραθύρων ψηλά από το δάπεδο. Για παράδειγμα, στην Παναγία Αχειροποίητο οι ποδιές των παραθύρων των πλάγιων κλιτών απέχουν 5,25 μ. από το δάπεδο.

Η έλλειψη παραθύρων στη βόρεια πλευρά θα δημιουργούσε συνθήκες χαμηλού φωτισμού στον χώρο του κλίτους. Ο διπλός στυλοβάτης, που πιθανόν στήριζε υπερκείμενο δάπεδο [σημ. 13], θα μείωνε ακόμα περισσότερο τον φωτισμό.

Μειωμένος φωτισμός θα υπήρχε και στο βαπτιστήριο, αφού φως εισερχόταν μόνο από τα παράθυρα του τρούλου και της αψίδας του ιερού. Ο φωτισμός ήταν χαμηλότερος την περίοδο που τοιχίστηκαν τα δύο ανοίγματα.

Τομή κατά πλάτος με όψη προς τη δυτική πλευρά

Στη δυτική πλευρά αποτυπώνονται παράθυρα, που οι θέσεις, η μορφή και ο αριθμός τους υπάρχουν αντίστοιχα στην Αχειροποίητο και στον Άγιο Δημήτριο. Συγκεκριμένα, στον φωταγωγό υπάρχει πεντάλοβο παράθυρο, στο υπερώο τριπλό δίλοβο και από ένα δίλοβο στα κλίτη του υπερώου.

Τομή κατά μήκος με όψη προς τη νότια πλευρά

Η νότια μακρά πλευρά είναι συμμετρικά αντίστοιχη με τη βόρεια. Στην πλευρά αυτή εικονίζονται παράθυρα όπως στην Παναγία Αχειροποίητο, στον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης και σε πολλές άλλες παλαιοχριστιανικές εκκλησίες.

3. Διαστάσεις αρχιτεκτονικών στοιχείων στους ναούς της Θεσσαλονίκης

Παναγία Αχειροποίητος 

Στην αψίδα του ναού υπάρχουν σήμερα τρία μεγάλα μονόλοβα παράθυρα. Το ύψος της αψίδας φτάνει τα 15,50 μ. [σημ. 14], των παραθύρων τα 5 μ. και της ποδιάς από το δάπεδο επίσης 5 μ. Στην ανατολική πλευρά του ναού, εκατέρωθεν της κόγχης του ιερού, υπάρχουν τρίλοβα μεγάλα παράθυρα με ύψος 2,5 μ. Το συνολικό ύψος του ναού πλησιάζει τα 24 μ.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι ποδιές των παραθύρων της αψίδας βρίσκονται σχεδόν στο ίδιο ύψος με τα κιονόκρανα των κιονοστοιχιών.

Άγιος Δημήτριος   

Στην αψίδα της κόγχης του ιερού υπάρχει πεντάλοβο παράθυρο [σημ. 15]. Το ύψος της αψίδας υπολογίζεται στα 14,50 μ., των παραθύρων στα 6 μ. και της ποδιάς στα 3,5 μ. από το δάπεδο. Στην ανατολική πλευρά του ναού, δεξιά και αριστερά της αψίδας, υπάρχουν τρίλοβα μεγάλα παράθυρα.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τα τόξα των παραθύρων της αψίδας βρίσκονται στο ίδιο ύψος με τις μετόπες των κιονοστοιχιών του κεντρικού κλίτους.

Από τη μελέτη των σχεδίων του Σωτηρίου [σημ. 16] προκύπτουν σημαντικές πληροφορίες για τα υπερώα, τα παράθυρα και τον φωτισμό του Αγίου Δημητρίου του 5ου και 7ου αιώνα. Από τα σχέδια του Ορλάνδου του 7ου αιώνα υπολογίστηκαν οι εξής διαστάσεις: 14 μ. το ύψος της αψίδας, 5,80 μ. του παραθύρου, 4,2 μ. η απόσταση της ποδιάς από το δάπεδο, 4 μ. το ύψος του τεταρτοσφαιρίου και 20 μ. το συνολικό ύψος [σημ. 17].

Από τα σχέδια της κάτοψης και της τομής του Α. Ξυγγόπουλου προέρχονται οι διαστάσεις του Πίνακα 1 [σημ. 18].

Μεταξύ του σχεδίου της αναπαράστασης του P. Lemerle και των δύο εκκλησιών της Θεσσαλονίκης οι διαφορές εστιάζονται στον αριθμό των παραθύρων της ανατολικής πλευράς, στην απόσταση των παραθύρων της αψίδας από το δάπεδο, στο ύψος του τεταρτοσφαιρίου και, τέλος, στον αριθμό των παραθύρων στις πλευρές των κλιτών.

4. Προσανατολισμός της Βασιλικής Α

Ο κεντρικός άξονας της Βασιλικής Α είναι στραμμένος 132° νοτιοανατολικά προς το σημείο της ανατολής του ήλιου κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Τον ίδιο προσανατολισμό, με μικρές αποκλίσεις, έχει η αψίδα του ιερού του Οκταγώνου, της Βασιλικής Β και του άξονα της αρχαίας Εγνατίας που διασχίζει τον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων.

Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι πολλές εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης, των Φιλίππων και της Θεσσαλονίκης έχουν τον ίδιο προσανατολισμό [σημ. 19].

5. Το φυσικό φως

Το φως στον βυζαντινό ναό οργανώθηκε μέσα από τη χριστιανική φιλοσοφία, φιλολογία και τη δογματική των Πατέρων της Εκκλησίας. Είναι γνωστή η περιγραφή για την αισθητική του φωτός στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως. Ο Παύλος Σιλεντιάριος στο ποίημα «Έκφρασις του ναού της Αγίας Σοφίας» περιγράφει τα αισθητικά αποτελέσματα του φωτός. Ο Προκόπιος στον πανηγυρικό λόγο περιγράφει την αίγλη του φωτός και την αρμονία του μέτρου στον ναό της Αγίας Σοφίας. Το θέμα του φωτός που διαπερνά τα παράθυρά του ναού έγινε κορυφαίο θέμα σύνθετης θεολογικής ερμηνείας.

Εξαιρετικά σημαντικός είναι ο συριακός ύμνος [σημ. 20] του 6ου αιώνα «Σουγκιθά» για την Αγία Σοφία της Εδέσσης (SanliUrfa), όπου ο ποιητής περιγράφει το φως που εισέρχεται από τα μεγάλα παράθυρα, που συμβολίζουν τον Κύριο, τους Αποστόλους, τους Προφήτες, τους Μάρτυρες και τους Ομολογητές. Ο συριακός ύμνος αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τη λειτουργία του φωτός και είναι μια πολύτιμη μαρτυρία για την ιστορία της συμβολικής.

Στον ναό της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, στην πρωινή λειτουργία, το φως του ήλιου, όπως κατέρχεται από τα παράθυρα του αγίου Βήματος, υπενθυμίζει έντονα το Ευαγγελικό χωρίο: «ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς» (Ματθ. ΙΖ΄, 2).

Η ποσότητα, το χρώμα και η κατεύθυνση του εισερχόμενου φωτός στην εκκλησία καθορίζονται από τη μορφή, το μέγεθος, τη θέση των παραθύρων και από τα χαρακτηριστικά των υαλοπινάκων.

Βάσει των παραπάνω, η έρευνα του φυσικού φωτισμού της Βασιλικής Α εστιάζεται:

-Στα σχέδια αναπαράστασης του P. Lemerle.

-Στις περιγραφές για το φως των εκκλησιών.

-Στον φωτισμό της Παναγίας Αχειροποιήτου και του Αγίου Δημητρίου, όπως αποτυπώνεται στις φωτογραφίες τέλους του 19ου και αρχών του 20ού αιώνα, αφού υπάρχουν χαρακτηριστικές ομοιότητες στην αρχιτεκτονική με τη Βασιλική Α.

-Σε δημοσιευμένες εργασίες και σχέδια της Παναγίας Αχειροποιήτου και του Αγίου Δημητρίου.

-Σε σύγχρονες παρατηρήσεις.

-Σε δημοσιευμένες εργασίες φωτισμού εκκλησιών.

-Σε φωτομετρήσεις υαλοπινάκων από ανασκαφές και μετρήσεις των συντελεστών ανάκλασης του φωτός στα δομικά υλικά.

-Στη ζωγραφική απόδοση της Βασιλικής Α.

Ο Γ. Σωτηρίου [σημ. 21] σημειώνει ότι στον Άγιο Δημήτριο αποκαλύφθηκαν αρχικές θύρες και επάλληλες σειρές παραθύρων, όπου οι τοίχοι ήταν διάτρητοι με τέτοιον τρόπο, ώστε το ηλιακό φως να εισέρχεται όλες τις ώρες της ημέρας στον εσωτερικό χώρο, με σοφία ρυθμιζόμενο από τις θέσεις και τα μεγέθη των παραθύρων.

Ο Α. Ορλάνδος [σημ. 22] αναφέρει ότι οι αψίδες του ιερού ήταν εξαιρετικά φωτεινές και ότι τα μικρά μονόλοβα τοξωτά παράθυρα ψηλά εκατέρωθεν του τεταρτοσφαιρίου της κόγχης του ιερού συνήθως παραλείπονταν, γιατί ενοχλούσαν τους πιστούς που κοιτούσαν προς το ιερό. Από τα παράθυρα των πλαγίων όψεων περνούσε άπλετο φως και κατέκλυζε το εσωτερικό του ναού [σημ. 23].

Ο Γ. Τριανταφυλλίδης [σημ. 24] δημοσίευσε σημαντικά στοιχεία για τον φωτισμό των εκκλησιών. Τα συμπεράσματα για την Παναγία Αχειροποίητο και τον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης συμβάλλουν στη σημερινή έρευνα του φυσικού φωτισμού της Βασιλικής Α των Φιλίππων.

Ο Χ. Μπακιρτζής αναλύει τη συμβολή του φωτός στην ψυχική ανάταση του πιστού και στη μέθεξή του με το θείο σε μία παλαιοχριστιανική βασιλική και προσθέτει ότι το διάχυτο φως από το πλήθος παραθύρων εξαϋλώνει ολόκληρο τον εσωτερικό χώρο της εκκλησίας [σημ. 25].

Το χρώμα του φωτός και υαλοπίνακες παραθύρων

Το φως στον βυζαντινό ναό -ως ποσότητα και χρώμα- μαζί με το φως που εκπηγάζει από τα σύμβολα, τις μορφές και τα χρώματα προσδίδει στον χώρο πνευματικότητα και την κατάλληλη αισθητική ατμόσφαιρα.

Το θέμα των υαλοπινάκων και του φωτός που περνάει από τα παράθυρα στο εσωτερικό βυζαντινών ναών είναι σύνθετο με πολλές παραμέτρους [σημ. 26].

Από τα μέχρι τώρα αποτελέσματα φωτομετρήσεων συμπεραίνει κανείς ότι το φως από χρωματικούς υαλοπίνακες παραθύρων μειώνεται και χρωματικά βρίσκεται στην περιοχή του λευκού.

Οι φωτομετρήσεις σε ζωγραφισμένο υαλοπίνακα που προέρχεται από την ανασκαφή ναού του 12ου αιώνα του Παπικίου Όρους έδειξαν ότι το φως που περνάει από το γυαλί είναι χωρίς χρώμα [σημ. 27] και τα οπτικά του χαρακτηριστικά συμφωνούν με εκείνα των υαλοπινάκων που δημοσίευσε ο Α. Megaw [σημ. 28].

Η Alice-Mary Τalbot [σημ. 29] δημοσίευσε κείμενο του 14ου αιώνα που παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τη χρήση χρωματισμένου γυαλιού στην Παλαιολόγεια περίοδο. Οι ακτίνες φωτός που περνούν από τα γυαλιά μεταφέρουν τα φωτεινά χρώματα, ενώ οι ίδιες οι ακτίνες παραμένουν αναλλοίωτες και χωρίς χρώμα.

Αντίστοιχες φωτομετρήσεις πραγματοποιήθηκαν σε υαλοπίνακες από την Παναγία Κοσμοσώτειρα και το δυτικό παράθυρο της Παναγίας Ασίνου της Κύπρου.

Στη Βασιλική Γ των Φιλίππων [σημ. 30] βρέθηκαν θραύσματα που προέρχονται από τα παράθυρα του ιερού. Ο Στ. Πελεκανίδης αναφέρει ότι στη βασιλική έξω των τειχών βρέθηκαν γυαλιά από υαλοστάσια ή από φεγγίτες [σημ. 31]. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Φιλίππων εκτίθενται θραύσματα υαλοπινάκων σε αρκετά μεγάλο αριθμό και με ποικιλία χρωμάτων. Οι υαλοπίνακες είναι διαφανείς, δηλαδή η μάζα των γυαλιών δεν έχει χρώμα, και παρουσιάζουν ομοιότητες με τα θραύσματα στα οποία πραγματοποιήθηκαν φωτομετρήσεις [σημ. 32]. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μείωση του φωτός κυμαίνεται από 35% ως 65% και ότι το φως που περνάει βρίσκεται στην περιοχή του λευκού. Ο τύπος αυτός των γυαλιών ίσως χρησιμοποιήθηκε και στα παράθυρα της Βασιλικής Α. Δεν είναι όμως γνωστό, εάν έχουν βρεθεί υαλοπίνακες από τα παράθυρα της βασιλικής.

Τα παραπάνω αποτελέσματα, αν και είναι ενδεικτικά, αποτελούν χρήσιμη βάση δεδομένων αναφορικά με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των υαλοπινάκων που χρησιμοποιήθηκαν στα παράθυρα των εκκλησιών.

Από τον υπολογισμό των συντελεστών ανάκλασης του φωτός σε υλικά από τη βασιλική προέκυψαν ενδιαφέροντα αποτελέσματα για την κατανομή του φωτός [σημ. 33].

6. Περιγραφή του φωτισμού από φωτογραφίες του 19ου και 20ού αιώνα

Πολύτιμες πληροφορίες αντλεί κανείς από φωτογραφίες της Παναγίας Αχειροποιήτου και του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης από το Αρχείο Byzantine Research Fund της Βρετανικής Σχολής Αθηνών και από το Αρχείο Boissonnas / Υπουργείο Πολιτισμού / θεματοφύλακας: MOMus – Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης.

Οι φωτογραφίες χρονολογούνται από τα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 20ού αιώνα.

Παναγία Αχειροποίητος

Εικόνες 5 και 6

Στην εικόνα 5 το φως από τα παράθυρα της αψίδας πλημμυρίζει την κόγχη του ιερού και το ανατολικό τμήμα του κεντρικού κλίτους από το δάπεδο μέχρι το υπερώο. Φως εισέρχεται τόσο από τα παράθυρα της ανατολικής πλευράς εκατέρωθεν της αψίδας, όσο και από τα μονόλοβα που βρίσκονται ψηλά δεξιά και αριστερά του τεταρτοσφαιρίου.

Στην εικόνα 6 το φως είναι πιο έντονο στον χώρο του ιερού και στο κεντρικό κλίτος. Η λήψη πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με τα στοιχεία της καταγραφής, στις 23/3/1909.

Οι δύο εικόνες διαφέρουν μόνο στην ένταση του φωτός. Για τον λόγο αυτό μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η λήψη πραγματοποιήθηκε το πρωί της ίδιας μέρας με διαφορά περίπου δύο ωρών [σημ. 34].

Εικόνα 7

Η φωτογραφική μηχανή τοποθετήθηκε στο νότιο κλίτος με τον φακό στραμμένο ανατολικά στις κιονοστοιχίες και το ιερό.

Η πλευρά της κιονοστοιχίας προς το νότιο κλίτος αναδεικνύεται από το φως των παραθύρων της μακράς πλευράς. Σε ορισμένα όμως τμήματα της μετόπης ο φωτισμός φαίνεται μειωμένος [σημ. 35].

Στο δάπεδο του κεντρικού κλίτους προβάλλονται σε παράλληλες σειρές οι σκιές των κιόνων της νότιας κιονοστοιχίας, που το μήκος τους καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το πλάτος του κεντρικού κλίτους.

Από το εισερχόμενο φως αναδεικνύεται η μετόπη της βόρειας κιονοστοιχίας και η εσωτερική μακρά πλευρά του βορείου κλίτους [σημ. 36].

Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι ο ήλιος βρίσκεται νότια χαμηλά στον ορίζοντα και ότι το φως περνάει από τα παράθυρα της νότιας μακράς πλευράς.

Επομένως, η λήψη πραγματοποιήθηκε το μεσημέρι προς το απόγευμα είτε στο β’ δεκαήμερο του Ιανουαρίου είτε αρχές του Νοεμβρίου.

Εικόνα 8

Ο φακός της μηχανής εστιάζεται στο δυτικό τμήμα της νότιας κιονοστοιχίας. Προφανώς το θέμα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, γιατί αποτυπώνεται με χαρακτηριστικό τρόπο ο φωτισμός στα εσωρράχια και στους έξι δυτικούς κίονες.

Από τις συνθήκες συμπεραίνει κανείς ότι ο ήλιος βρίσκεται νότια, χαμηλά στον ορίζοντα, και ότι το φως περνάει από τα παράθυρα της νότιας μακράς πλευράς του κλίτους. Επομένως, η λήψη πραγματοποιήθηκε μεσημέρι προς απόγευμα είτε κατά το β΄ δεκαήμερο του Ιανουαρίου είτε αρχές του Νοεμβρίου [σημ. 37].

Από τις παραπάνω συνθήκες φωτισμού συμπεραίνει κανείς ότι η λήψη των εικόνων 7 και 8 πραγματοποιήθηκε μάλλον την ίδια μέρα με διαφορά μερικών ωρών.

Εικόνα 9

Ο F. Boissonnas εστιάζει τον φακό της μηχανής στο κεντρικό κλίτος και στην αψίδα του ιερού της Παναγίας Αχειροποιήτου. Ο ναός έχει μετατραπεί σε καταυλισμό των πυροπαθών της πόλης.

Ο φωτισμός είναι διάχυτος και προέρχεται από τα παράθυρα της αψίδας και από τα δύο μονόλοβα εκατέρωθεν του τεταρτοσφαιρίου. Τα μονόλοβα, ανεξάρτητα από την ποσότητα του φωτός, συμβάλλουν αρμονικά στην εικόνα της ανατολικής πλευράς.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το φως που περνάει από τα παράθυρα της βόρειας και νότιας μακράς πλευράς και φωτίζει αμυδρά τις κιονοστοιχίες του κεντρικού κλίτους και του υπερώου.

Άγιος Δημήτριος

Εικόνα 10

Το θέμα εστιάζεται στο κεντρικό κλίτος και στην κόγχη του ιερού. Ο φωτισμός της αψίδας και της βόρειας κεντρικής κιονοστοιχίας είναι έντονος, κυρίως από το ύψος των κιονοκράνων μέχρι τα παράθυρα του φωταγωγού. Στο δάπεδο του κεντρικού κλίτους προβάλλονται οι σκιές των κιόνων της νότιας κιονοστοιχίας, σχηματίζοντας παράλληλες σειρές με βορειοδυτική κλίση, που το μήκος των σκιών φτάνει στο μέσο του κεντρικού κλίτους. Οι σκιές δημιουργούνται είτε από το φως που περνάει από τα τοξωτά παράθυρα του 2ου υπερώου της νότιας μακράς πλευράς είτε από τα παράθυρα του νοτίου κλίτους της ίδιας πλευράς.

Με βάση τις συνθήκες και το πρόγραμμα υπολογισμού συμπεραίνεται ότι ο ήλιος βρίσκεται νοτιοανατολικά στο ύψος περίπου των 49° από τον ορίζοντα με αζιμούθιο στις 190°. Η λήψη της εικόνας πραγματοποιήθηκε μάλλον το μεσημέρι στις αρχές του Μαρτίου. Ως δεύτερη εκδοχή προτείνεται το μεσημέρι αρχές του Οκτωβρίου με ύψος ήλιου 38° και με αζιμούθιο 195° [σημ. 38].

Το έντονο φως από τα παράθυρα της αψίδας και του φωταγωγού οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα υαλοστάσια των παραθύρων είναι διαφανή ή ημιδιαφανή με μεγάλη φωτοπερατότητα.

Εικόνα 11

Το θέμα εστιάζεται επίσης στο κεντρικό κλίτος. Το φως που εισέρχεται από τα παράθυρα της αψίδας του ιερού είναι πιο χαμηλό συγκριτικά με της εικόνας 10. Στην κόγχη του ιερού διακρίνονται τα πλαίσια των παραθύρων και στο τεταρτοσφαίριο οι τοιχογραφίες. Τα εσωρράχια της νότιας κιονοστοιχίας φωτίζονται από το φως των παραθύρων του 2ου υπερώου της νότιας μακράς πλευράς. Οι κίονες της νότιας κιονοστοιχίας, λόγω του φωτός από τα παράθυρα των κλιτών, σχηματίζουν σκιές με το μήκος τους να φτάνει σχεδόν στο μέσο του κεντρικού κλίτους.

Με βάση τις συνθήκες και το πρόγραμμα υπολογισμού συμπεραίνεται ότι ο ήλιος βρίσκεται νότια του ναού στο ύψος περίπου 30° με αζιμούθιο 201°. Επομένως, η λήψη της εικόνας πραγματοποιήθηκε στο β΄ δεκαήμερο του Φεβρουαρίου μάλλον το μεσημέρι στις 14:00. Ως εναλλακτική ημερομηνία προτείνεται το β΄ δεκαήμερο του Νοεμβρίου με ύψος ήλιου 27° και αζιμούθιο 210°.

Εικόνα 12

Η θέση της μηχανής βρίσκεται στον άξονα του πρώτου νότιου κλίτους με τον φακό στραμμένο ανατολικά. Χαρακτηριστικό στοιχείο αποτελεί ο φωτισμός της μετόπης της νότιας κεντρικής κιονοστοιχίας προς την πλευρά του κλίτους, όπου διακρίνονται αμυδρά οι τοιχογραφίες [σημ. 39]. Οι κίονες της δεύτερης κιονοστοιχίας, λόγω του φωτός που περνάει από τα παράθυρα της μακράς νότιας πλευράς του κλίτους, σχηματίζουν σκιές στο δάπεδο με βορειοδυτική κατεύθυνση. Από τα παράθυρα του νότιου φωταγωγού φωτίζεται η βόρεια κεντρική κιονοστοιχία από το μέσον του ύψους των κιόνων μέχρι τα παράθυρα του φωταγωγού [σημ. 40].

Με βάση τις συνθήκες και το πρόγραμμα υπολογισμού συμπεραίνεται ότι ο ήλιος βρίσκεται νότια στο ύψος των 37° και με αζιμούθιο 216°. Επομένως, η λήψη της εικόνας πραγματοποιήθηκε περίπου στις 5 Μαρτίου στις 14:30. Ως εναλλακτική ημερομηνία προτείνεται είτε το πρώτο 10ήμερο του Οκτωβρίου είτε το τέλος του Σεπτεμβρίου.

Ο φωτισμός των εικόνων 10 και 12 παρουσιάζει ομοιότητες. Η λήψη τους πραγματοποιήθηκε μάλλον την ίδια μέρα.

Εικόνα 13

Ο F. Boissonnas τοποθέτησε τη μηχανή στο πρώτο νότιο κλίτος και εστίασε τον φακό στη νότια πλευρά της κιονοστοιχίας και στο κεντρικό κλίτος. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο φωτισμός ολόκληρης της μετόπης, όπου διακρίνονται οι τοιχογραφίες. Το φως προέρχεται από τα τοξοειδή παράθυρα της νότιας μακράς πλευράς του 2ου υπερώου.

Εικόνα 14

Ο φακός της μηχανής τοποθετήθηκε στον άξονα του πρώτου βόρειου κλίτους κοιτάζοντας νοτιοδυτικά, όπου φωτίζεται έντονα η μετόπη της εσωτερικής πλευράς της βόρειας κιονοστοιχίας,

Η εικόνα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, γιατί φαίνεται ότι το διάχυτο φως της ατμόσφαιρας περνάει από τα βόρεια παράθυρα της μακράς πλευράς του 2ου υπερώου και φωτίζει τη μετόπη, ενώ ο ήλιος βρίσκεται νότια του ναού.

Εικόνα 15

Η μηχανή τοποθετήθηκε στον πεσσό του υπερώου της νότιας κιονοστοιχίας με τον φακό στραμμένο προς το δυτικό τμήμα του κεντρικού κλίτους. Το φως από το πεντάλοβο παράθυρο εστιάζεται στην πλευρά του βορείου υπερώου και από το τρίλοβο του νάρθηκα, μέσω του τριβήλου, στο κεντρικό κλίτος. Οι σκιές από το τρίβηλο οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ήλιος βρίσκεται νοτιοδυτικά του ναού, με ύψος 20° και αζιμούθιο 285°. Επομένως, η λήψη της εικόνας πραγματοποιήθηκε το απόγευμα περίπου στις 20 Ιουνίου.

Εικόνες 16 και 17 

Στην εικόνα 16 ο Fréderic Boissonnas τοποθέτησε τη μηχανή στον άξονα του κεντρικού κλίτους με τον φακό στραμμένο στη βόρεια κιονοστοιχία και στον νάρθηκα.

Στην εικόνα 17 τοποθέτησε τη μηχανή στο δυτικό τμήμα του πρώτου νότιου κλίτους, εστίασε τον φακό στο δυτικό τμήμα του κεντρικού κλίτους και στο τρίβηλο. Το φως από τον νάρθηκα προς το κεντρικό κλίτος είναι αρκετά έντονο και αναδεικνύει τον τάφο του Λουκά Σπαντούνη και τμήμα της κιονοστοιχίας.

Το θέμα των εικόνων εστιάζεται στο τρίλοβο παράθυρο του νάρθηκα [σημ. 41], το οποίο μάλλον έχει αποκατασταθεί στην αρχική του μορφή, και στο φως που περνάει από το τρίβηλο προς το κεντρικό κλίτος. Επομένως, το φως «μεταφέρει» εικόνες συνθηκών του 7ου αιώνα.

Ο φωτισμός του δυτικού τμήματος του κεντρικού κλίτους, μέσω του νάρθηκα και του τριβήλου αποτελεί κεντρικό θέμα στις εικόνες 15 και 17.

Εικόνα 18

Ο Fréderic Boissonnas τοποθέτησε τη μηχανή ψηλά από το δάπεδο και εστίασε τον φακό στο κεντρικό τμήμα της βόρειας κεντρικής κιονοστοιχίας.

Αναφορικά με τον φωτισμό, κυριαρχεί μάλλον ο τεχνητός που επικαλύπτει τον φυσικό. Από τον έντονο φωτισμό, σχηματίζονται σκιές από τους ελκυστήρες και τους κίονες στην πλευρά του δεύτερου βόρειου κλίτους.

7. Συνθήκες φωτισμού στον Άγιο Δημήτριο και στην Παναγία Αχειροποίητο

Άγιος Δημήτριος

Από πρόσφατες παρατηρήσεις και μετρήσεις βγαίνει το γενικό συμπέρασμα ότι οι σημερινές συνθήκες φωτισμού διαφέρουν από εκείνες των φωτογραφιών, κυρίως στον χώρο του ιερού, στον νάρθηκα και στο εγκάρσιο κλίτος.

Οι διαφορές οφείλονται μάλλον στους νέους χρωματιστούς υαλοπίνακες τύπου «cathedral», που τοποθετήθηκαν πριν από χρόνια στα μεγάλα παράθυρα της αψίδας, στο εγκάρσιο κλίτος και στον νάρθηκα. Το φυσικό φως μέσα από τους χρωματιστούς υαλοπίνακες αλλάζει και παίρνει το χρώμα της μάζας του γυαλιού. Έτσι, τα αρχικά φυσικά χρώματα των μαρμάρων, ψηφιδωτών και τοιχογραφιών αλλάζουν και παίρνουν το χρώμα του γυαλιού.

Ο Γ. Τριανταφυλλίδης [σημ. 42] δημοσίευσε αποτελέσματα φωτομετρήσεων για τη μείωση του φωτός μέσω γυάλινων πλακών που βρέθηκαν κοντά στον Άγιο Δημήτριο.

Τα υαλοστάσια των παραθύρων στα κλίτη και στον φωταγωγό δεν αντικαταστάθηκαν και οι συνθήκες φωτισμού ταυτίζονται με τις παραπάνω περιγραφές από τις εικόνες.

Το θέμα της φωτοπερατότητας και της ποιότητας του χρώματος του φωτός μέσω βυζαντινών υαλοπινάκων αναλύεται στην παρούσα εργασία (βλ. «Το φυσικό φως»).

Από πρόσφατες παρατηρήσεις οι ακτίνες του ήλιου περνούν το μεσημέρι της άνοιξης και του φθινοπώρου από τα παράθυρα του νοτίου φωταγωγού με γωνία 43° και φωτίζουν στο μέσο του ύψους τους κίονες και τους πεσσούς της βόρειας κιονοστοιχίας. Στη συνέχεια, με την πάροδο του χρόνου, οι ακτίνες περνούν κάτω από τα τόξα της κεντρικής κιονοστοιχίας και φωτίζουν τις βάσεις των κιόνων της βόρειας κιονοστοιχίας των κλιτών.

Ο ταυτόχρονος φωτισμός των κιόνων και των πεσσών της βόρειας κιονοστοιχίας παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και εύλογα τίθεται το ερώτημα: είναι «τυχαίο» αποτέλεσμα ή οφείλεται στον αρχικό σχεδιασμό του ναού;

Από τα σχέδια της τομής του Αγίου Δημητρίου [σημ. 43] το ύψος του κεντρικού κλίτους τον 5ο αιώνα ήταν 20,60 μ. και τον 7ο αι. 19,40 μ. Το ύψος των παραθύρων αρχικά ήταν 2,20 μ. και η ποδιά τους απείχε 15,5 μ. από το δάπεδο, ενώ τον 7ο αιώνα 1,5 μ. και 14,3 μ., αντίστοιχα.

Από τα σχέδια προκύπτει ότι τον 5ο αιώνα η βάση του κάθε κίονα της βόρειας κιονοστοιχίας του κεντρικού κλίτους και κάθε παράθυρο του νότιου φωταγωγού σχημάτιζαν νοητή ευθεία, που αντιστοιχούσε στην υποτείνουσα ορθογωνίου τριγώνου με κάθετες πλευρές το πλάτος και το ύψος του κεντρικού κλίτους. Η οξεία γωνία στη βάση του τριγώνου υπολογίζεται στις 50°, ενώ στις 40° η αντίστοιχη του 7ου αιώνα.

Από το πρόγραμμα της πορείας του ήλιου υπολογίζεται το ύψος και το αζιμούθιο σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο (Πίνακας 2).

Από τα αποτελέσματα του προγράμματος, συμπεραίνει κανείς ότι την 21η Μαρτίου και την 1η Σεπτεμβρίου του 5ου αιώνα ο ήλιος βρισκόταν νότια του ναού με ύψος 50° και 49° αντίστοιχα και οι ακτίνες περνούσαν από τα παράθυρα του νότιου φωταγωγού και φώτιζαν αρχικά τις βάσεις των κιόνων της βόρειας κιονοστοιχίας

Οι ημερομηνίες συμπίπτουν με την εαρινή ισημερία και την αρχή της Ινδίκτου, οπότε αρχίζει το εκκλησιαστικό έτος.

Τον 7ο αιώνα παρατηρείται μεγαλύτερη απόκλιση την 21η Μαρτίου και μικρότερη την 1η Σεπτεμβρίου, αφού η γωνία των 40° αποτελεί γεωμετρική αναλογία ή «συμμετρία» για την ανάδειξη των κιόνων της βόρειας κιονοστοιχίας του ναού μέσω του φωτός (Πίνακας 3).

Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει μικρή απόκλιση των θέσεων του ήλιου την 21η Μαρτίου και μεγαλύτερη την 1η Σεπτεμβρίου.

Για παράδειγμα, την 15η Σεπτεμβρίου στις 15:30 (θερινή ώρα), οι ακτίνες του ήλιου περνούν από τα παράθυρα του νότιου φωταγωγού και φωτίζουν τους κίονες και πεσσούς της βόρειας κιονοστοιχίας στο μέσο του ύψους τους (14:30 χειμερινή ώρα, ύψος ηλίου 43°, αζιμούθιο 226°).

Η απόκλιση οφείλεται στη μείωση του αρχικού ύψους του κεντρικού κλίτους τον 7ο αιώνα, γεγονός που άλλαξε την απόσταση μεταξύ παραθύρων φωταγωγού και δαπέδου, με αποτέλεσμα να αλλάξει και η γωνία εισόδου των ακτίνων του ήλιου από τα παράθυρα προς τη βόρεια κιονοστοιχία.

Καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι οι συνθήκες φωτισμού είναι αποτέλεσμα του αρχικού σχεδιασμού και συνδέονται άμεσα με τις γεωμετρικές αναλογίες του ναού.

Ο φωτισμός του νοτίου κλίτους είναι σχεδόν ίδιος με των φωτογραφιών, αφού το φως από τα παράθυρα της νότιας πλευράς και του δεύτερου υπερώου αναδεικνύει τα κιονόκρανα, τα τόξα, τα εσωρράχια και τις μετόπες. Στο βόρειο κλίτος κυριαρχεί ο τεχνητός φωτισμός.

Παναγία Αχειροποίητος

Μετά από σειρά παρατηρήσεων βγαίνουν τα παρακάτω συμπεράσματα:

Η σημερινή κατάσταση της εκκλησίας, από την πλευρά φωτεινότητας, παρουσιάζεται διαφορετική από εκείνη που θα περίμενε κανείς. Στο κεντρικό κλίτος έχουμε μια κατανομή φωτισμού που δεν δικαιολογείται από την αρχιτεκτονική μορφή του ναού. Συγκεκριμένα, μολονότι τα παράθυρα της αψίδας δέχονται πρωινό φως, η αψίδα του ιερού φαίνεται «υποφωτισμένη». Περισσότερο φως εισέρχεται από το δυτικό μεγάλο πεντάλοβο και λιγότερο από τα παράθυρα της αψίδας [σημ. 44].

Η διαφορετική αυτή φωτεινότητα παίζει σημαντικό ρόλο στην αισθητική του εσωτερικού χώρου του ναού.

Πιθανή ερμηνεία είναι η εξής:

Στην αψίδα του ιερού υπάρχουν σήμερα τρία μονόλοβα παράθυρα, ενώ στην αρχική φάση υπήρχε πεντάλοβο και, επομένως, θα εισερχόταν περισσότερο φως. Βέβαια, η ποσότητα του εισερχόμενου φωτός εξαρτάται, εκτός από την επιφάνεια των παραθύρων, και από τη διαφάνεια και τη φωτοπερατότητα των υαλοπινάκων.

Στις σημερινές συνθήκες αφενός η επιφάνεια των παραθύρων της αψίδας είναι μικρότερη από το πεντάλοβο της δυτικής πλευράς, αφετέρου οι υαλοπίνακες των παραθύρων δημιουργούν έντονο διάχυτο φως που περιορίζει την οπτική αντίληψη του χώρου.

Η σημερινή εικόνα φωτός στα κλίτη είναι σχεδόν ίδια με των φωτογραφιών, αφού το φως που περνάει από τα ψηλά παράθυρα αναδεικνύει τα κιονόκρανα, τα τόξα, τα εσωρράχια και τις μετόπες των κιονοστοιχιών.

Η ανάλυση του φωτισμού της βόρειας κιονοστοιχίας του Αγίου Δημητρίου κινεί το ενδιαφέρον για τη διερεύνηση αντίστοιχων συνθηκών, όταν υπήρχε φωταγωγός στην Παναγία Αχειροποίητο.

Από τα σχέδια του Ορλάνδου [σημ. 45] το ύψος των παραθύρων του φωταγωγού ήταν 2,50 μ. και η ποδιά από το δάπεδο απείχε 17 μ. Η νοητή ευθεία μεταξύ της βάσης του κάθε κίονα της βόρειας κιονοστοιχίας με το απέναντι παράθυρο του νότιου φωταγωγού σχηματίζει οξεία γωνία επίσης 50°.

Επομένως, όταν υπήρχε φωταγωγός, την άνοιξη και το φθινόπωρο οι ακτίνες του ηλίου περνούσαν από τα παράθυρα του νότιου φωταγωγού και φώτιζαν τις βάσεις των κιόνων.

8. Η Βασιλική Α Φιλίππων

Από τη γραφική αναπαράσταση του P. Lemerle, την έρευνα του φυσικού φωτισμού των δύο παλαιοχριστιανικών εκκλησιών της Θεσσαλονίκης, τις δημοσιεύσεις [σημ. 46], τις αναφορές στον φωτισμό [σημ. 47], την ανάλυση της γεωμετρίας των πλευρών της βασιλικής και το ότι οι θέσεις, η μορφή, οι διαστάσεις και τα υαλοστάσια των παραθύρων καθορίζουν την ποσότητα και την ποιότητα του εισερχομένου φωτός [σημ. 48], εγείρεται το ερώτημα: Ποιός ήταν ο αριθμός και οι θέσεις των παραθύρων στη Βασιλική Α;

Σκέψεις σχετικά με την ύπαρξη παραθύρων και τη λειτουργία του φωτός

Το σωζόμενο τμήμα της βόρειας πλευράς, εκτός από το τμήμα του βαπτιστηρίου, σήμερα δεν είναι ορατό, γιατί το πρανές καλύπτει την εξωτερική πλευρά. Δεν είναι βέβαια γνωστό εάν το πρανές αποτελεί φυσικό τμήμα του βράχου ή υπήρχε ελεύθερος χώρος που καλύφθηκε αργότερα από φερτά υλικά (εικ. 19).

Ανεξάρτητα όμως από τη μορφολογία του εδάφους, ίσως υπήρχαν παράθυρα πάνω από το ύψος της πλευράς, δηλαδή ψηλότερα από τα 2,5 μ. Στην Αχειροποίητο η απόσταση της ποδιάς των παραθύρων απέχει από το δάπεδο πάνω από 5 μ.

Στην περίπτωση αυτή, ο φωτισμός του βορείου κλίτους και του βαπτιστηρίου θα ήταν ενισχυμένος στη διάρκεια της ημέρας, ο υπερκείμενος χώρος θα φωτιζόταν από τα παράθυρα [σημ. 49], ενώ το ισόγειο θα φωτιζόταν μόνο από το κεντρικό κλίτος. Αν πάλι τα παράθυρα βρίσκονταν στο μέσο του ύψους της πλευράς, όπως στη μονή Στουδίου, τότε δεν ήταν δυνατόν να κατασκευαστεί στα κλίτη υπερκείμενο δάπεδο, εκτός εάν το ύψος του ισογείου έφτανε στα 2,5 μ., που είναι ικανό ύψος για τον άνθρωπο.

Το φως που περνούσε μέσω των παραθύρων της βόρειας πλευράς, είτε άμεσο είτε διάχυτο, φώτιζε τα κιονόκρανα, τον διάκοσμο στα εσωρράχια και τη μετόπη της κιονοστοιχίας, όπως ψηφιδωτά, τοιχογραφίες και πολύχρωμα μάρμαρα. Δηλαδή το φως από τα παράθυρα λειτουργούσε όπως στην Παναγία Αχειροποίητο και στον Άγιο Δημήτριο.

Τα παράθυρα του υπερώου απέχουν από το δάπεδο περίπου 1 μ., γιατί λόγω της κλίσης της στέγης το ύψος του υπερώου είναι χαμηλό και έτσι δεν είναι δυνατή η κατασκευή παραθύρων ψηλά από το δάπεδο [σημ. 50].

Από τα παραπάνω ενισχύεται η άποψη ότι στη βόρεια πλευρά της Βασιλικής Α υπήρχαν παράθυρα σε απόσταση από το δάπεδο τουλάχιστον πάνω από τα 2,5 ή 3 μ. και θα δημιουργούσαν οπτική αρμονία στον χώρο.

Επομένως, στις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες με κλίτη εφαρμόστηκε, με ορισμένες εξαιρέσεις, η εξής αρχή: Τα παράθυρα στην αψίδα του ιερού και στις μακρές πλευρές των κλιτών κατασκευάζονταν ψηλά από το δάπεδο, ενώ αντίθετα στα υπερώα χαμηλά.

Ο φυσικός φωτισμός 

Με τη χρήση προγράμματος προσδιορίστηκαν οι θέσεις του ήλιου στο χώρο της βασιλικής σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας στο χειμερινό-θερινό ηλιοστάσιο και στην εαρινή-φθινοπωρινή ισημερία.

Για την επαλήθευση των αποτελεσμάτων πραγματοποιήθηκαν παρατηρήσεις και παράλληλα καταγράφηκαν οι συνθήκες φωτισμού στις ημερομηνίες που ορίζονται στο πρόγραμμα.

Περιγραφή και ανάλυση των συνθηκών

Χειμώνας

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου [σημ. 51] φώτιζαν, όπως και σήμερα (εικ. 20), την ανατολική πλευρά του ναού. Το φως από τα μεγάλα παράθυρα της αψίδας πλημύριζε τον χώρο του ιερού και το κεντρικό κλίτος.

Εάν υπήρχαν παράθυρα στην ανατολική πλευρά εκατέρωθεν της αψίδας, τότε ο φωτισμός στα πτερύγια του εγκάρσιου κλίτους θα ήταν έντονος, όπως στην Αχειροποίητο και στον Άγιο Δημήτριο [σημ. 52].

Το φως στο βαπτιστήριο ήταν ελάχιστο, γιατί το ύψος του εγκάρσιου κλίτους εμπόδιζε τις ακτίνες να φτάσουν στον τρούλο [σημ. 53].

Το μεσημέρι [σημ. 54] ο ήλιος φώτιζε τη νότια πλευρά. Από τα παράθυρα της μακράς πλευράς έπαιρναν φως τα κιονόκρανα, τα εσωρράχια, η μετόπη του νοτίου κλίτους και το υπερώο της βόρειας κεντρικής κιονοστοιχίας. Οι συνθήκες φωτισμού ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με της Αχειροποιήτου και του Αγίου Δημητρίου (εικ. 7 και 11).

To απόγευμα [σημ. 55] δέσμες φωτός περνούσαν από τα παράθυρα της νότιας πλευράς και, λόγω του χαμηλού ύψους του ήλιου από τον ορίζοντα, φώτιζαν τους κίονες, τα κιονόκρανα, τα εσωρράχια και τη μετόπη προς την πλευρά του νοτίου κλίτους.

Από την εικόνα 8 αντλεί κανείς σημαντικές πληροφορίες για τις συνθήκες που επικρατούσαν στο νότιο κλίτος της βασιλικής το απόγευμα του χειμώνα.

Άνοιξη και φθινόπωρο

Την άνοιξη [σημ. 56] οι πρωινές ακτίνες φώτιζαν τη βόρεια πλευρά του εγκάρσιου κλίτους, την κόγχη του ιερού και τον τρούλο του βαπτιστηρίου [σημ. 57]. Από τις σημερινές φωτογραφίες (εικ. 21 και 22)  μπορεί να σχηματίσει κανείς την εικόνα του πρωινού φωτός, όταν λειτουργούσε ο ναός.

Εάν στην αψίδα υπήρχε πεντάλοβο παράθυρο, τότε το πρωινό φως θα περνούσε από τα βορειοανατολικά παράθυρα της αψίδας και θα φώτιζε την αγία τράπεζα.

Έπειτα από δύο ώρες ο ήλιος βρίσκεται στην κατεύθυνση του κεντρικού άξονα του ναού. Άπλετο φως περνούσε από τα παράθυρα της αψίδας και πλημμύριζε την κόγχη του ιερού και το κεντρικό κλίτος από το δάπεδο μέχρι το υπερώο. Ίδιες συνθήκες φωτισμού περιγράφονται στην Αχειροποίητο (εικ. 5 και 6).

Το μεσημέρι [σημ. 58] ο ήλιος βρίσκεται νότια του ναού. Οι ακτίνες φώτιζαν το νότιο κλίτος και το υπερώο, όπως αποτυπώνεται και στις εικόνες 10 και 12 του Αγίου Δημητρίου. Ακόμη, οι ακτίνες περνούσαν από τα νότια παράθυρα του φωταγωγού και φώτιζαν τις βάσεις των κιόνων της βόρειας κιονοστοιχίας, τη μετόπη και το υπερώο.

Σύμφωνα με τα σχέδια του Lemerle οι βάσεις των κιόνων της βόρειας κιονοστοιχίας και τα παράθυρα του νοτίου φωταγωγού σχημάτιζαν γωνία 50°, όπως ακριβώς και στον Άγιο Δημήτριο του 5ου αιώνα. Επομένως, οι συνθήκες φωτισμού ταυτίζονται με του Αγίου Δημητρίου.

Το απόγευμα [σημ. 59] ο ήλιος βρίσκεται στη διαγώνια νοτιοδυτική θέση. Οι ακτίνες από τα παράθυρα της μακράς νότιας πλευράς του κλίτους, του υπερώου και του φωταγωγού, φώτιζαν το ψηλότερο τμήμα της νότιας κιονοστοιχίας προς την πλευρά του κλίτους, το αντίστοιχο του υπερώου και τη βόρεια πλευρά του φωταγωγού.

Το βαπτιστήριο έπαιρνε φως μόνο από διάχυτο φως της ατμόσφαιρας, γιατί ο νάρθηκας έκοβε τις ακτίνες προς τον τρούλο.

Τις πρωινές ώρες του Απριλίου ο ήλιος βρίσκεται βορειοανατολικά στην κατεύθυνση του αρχαίου θεάτρου και φωτίζει διαγώνια την αψίδα του ιερού, τη βόρεια πλευρά ενώ, λίγο αργότερα, όταν περάσει το πρανές του λόφου, τον τρούλο και την κόγχη του βαπτιστηρίου.

Καλοκαίρι

Το καλοκαίρι [σημ. 60] οι πρώτες ακτίνες του ήλιου περνούσαν από το πρανές του λόφου, πάνω από το κοίλο του αρχαίου θεάτρου, και φώτιζαν τη βόρεια πλευρά, τον τρούλο του βαπτιστηρίου και την κόγχη του ιερού. Από τις σημερινές φωτογραφίες (εικ. 23 και 24) μπορεί να σχηματίσει κανείς την εικόνα του πρωινού φωτός την περίοδο που λειτουργούσε ο ναός.

Το μεσημέρι [σημ. 61] έπαιρνε φως ο χώρος του ιερού και των πτερυγίων. Στις 14:00 [σημ. 62] φωτιζόταν η  εξωτερική νότια πλευρά της αψίδας και η νότια μακρά πλευρά.

Το απόγευμα [σημ. 63] ο ήλιος βρίσκεται νοτιοδυτικά μεταξύ του Παγγαίου και του Φαλακρού όρους.  Οι ακτίνες του ήλιου φώτιζαν την εξωτερική πλευρά του νάρθηκα, τη νότια μακρά πλευρά και τη δυτική πλευρά του τρούλου του βαπτιστηρίου. Από το πεντάλοβο παράθυρα του φωταγωγού και τα παράθυρα του υπερώου οι ακτίνες περνούσαν και φώτιζαν τον χώρο του νάρθηκα, τη βόρεια κιονοστοιχία του υπερώου και του φωταγωγού.

Από τις εικόνες 15 και 17 αντλεί κανείς πληροφορίες για τον φωτισμό του νάρθηκα και του κεντρικού κλίτους το απόγευμα του καλοκαιριού.

9. Βασιλική Α Φιλίππων – Ζωγραφική απόδοση

Η ζωγράφος-ψηφιδογράφος Δήμητρα Καμαράκη απέδωσε ζωγραφικά τον ναό (εικ. 25), σύμφωνα με τη σχεδιαστική αναπαράσταση του P. Lemerle (σημ. 1, πίν. ΧΧΧVII-XXXVIII). Η ζωγραφική απόδοση της βασιλικής και του χώρου (εικ. 26) παρέχει συγκριτική πληροφορία σχετικά με τη διάσταση του λατρευτικού οικοδομήματος στο τοπίο.

10. Συμπεράσματα

Η μελέτη του φυσικού φωτισμού της Βασιλικής Α των Φιλίππων βασίστηκε στα σχέδια του P. Lemerle. Η έρευνα επικεντρώθηκε αρχικά στην αρχιτεκτονική του ναού, στις θέσεις, στη μορφή, στον αριθμό των παραθύρων και ακολούθως στη διερεύνηση κοινών αρχιτεκτονικών στοιχείων με τον Άγιο Δημήτριο και την Παναγία Αχειροποίητο Θεσσαλονίκης.

Από τη συγκριτική ανάλυση προέκυψε ότι μεταξύ των δύο ναών και της βασιλικής υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά, όπως είναι η διάρθρωση των όγκων, η σύνθεση των όψεων, οι διαστάσεις και ο προσανατολισμός των παραθύρων. Τα παραπάνω στοιχεία καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό και το εισερχόμενο φως στους ναούς.

Βάσει των δεδομένων θεωρήθηκε αναγκαία η ανάλυση και η περιγραφή του φωτισμού των δύο ναών της Θεσσαλονίκης. Η διερεύνηση του φωτισμού του Αγίου Δημητρίου και της Παναγίας Αχειροποιήτου βασίστηκε στις φωτογραφίες του 19ου και του 20ού αιώνα, που αποτέλεσαν πολύτιμη πηγή πληροφορίας για τους εσωτερικούς χώρους και τον προσδιορισμό του χρόνου λήψης. Από τον φωτισμό και τις σκιές των αρχιτεκτονικών στοιχείων υπολογίστηκαν οι θέσεις του ήλιου στη διάρκεια της ημέρας στις εποχές του έτους.

Η έρευνα ολοκληρώθηκε με την καταγραφή των σημερινών συνθηκών και την κωδικοποίηση των συμπερασμάτων από δημοσιευμένες εργασίες.

Η αντιπαραβολή των στοιχείων έδειξε ότι οι σημερινές συνθήκες φωτισμού των κλιτών παρουσιάζουν ομοιότητες με τις αντίστοιχες των φωτογραφιών. Διαφορές καταγράφηκαν στο βόρειο κλίτος του Αγίου Δημητρίου και στους χώρους των ιερών. Στο βόρειο κλίτος επικρατεί σήμερα κυρίως ο τεχνητός φωτισμός και οι διαφορές στους χώρους των ιερών οφείλονται μάλλον στις σύγχρονες επεμβάσεις στα υαλοστάσια των παραθύρων.

Το χρώμα του φωτός από υαλοπίνακες παραθύρων αποτελεί σημαντικό στοιχείο και καθορίζει την εικόνα του φωτός στο ναό. Για τον λόγο αυτό παρουσιάστηκαν συμπεράσματα από δημοσιευμένες εργασίες και αποτελέσματα φωτομετρήσεων σε βυζαντινούς υαλοπίνακες. Οι ακτίνες που περνούν από υαλοπίνακες παραθύρων εκκλησιών μεταφέρουν τα φωτεινά χρώματα, ενώ οι ίδιες οι ακτίνες παραμένουν αναλλοίωτες χωρίς χρώμα.

Στη Βασιλική Α πραγματοποιήθηκαν παρατηρήσεις και μετρήσεις του φωτισμού με φορητά όργανα. Ο προσδιορισμός των θέσεων του ήλιου στη διάρκεια της ημέρας και στις εποχές βασίστηκε σε πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Αξιοσημείωτη είναι η γεωμετρική αναλογία μεταξύ των βάσεων των κιόνων του κεντρικού κλίτους και των παραθύρων του φωταγωγού. Συγκεκριμένα, από τα σχέδια της τομής της Βασιλικής Α υπολογίστηκαν οι γεωμετρικές αναλογίες στο εσωτερικό του ναού. Η βάση του κάθε κίονα της βόρειας κιονοστοιχίας του κεντρικού κλίτους και κάθε παραθύρου του νότιου φωταγωγού σχηματίζουν νοητή ευθεία, που αντιστοιχεί στην υποτείνουσα ορθογωνίου τριγώνου με κάθετες πλευρές το πλάτος και το ύψος του κεντρικού κλίτους. Η οξεία γωνία στη βάση του τριγώνου υπολογίστηκε στις 50ο, όπως στον ναό του Αγίου Δημητρίου και στην Παναγία Αχειροποίητο.

Από την έρευνα του φωτός αποκωδικοποιήθηκαν θέματα αισθητικής και αρχιτεκτονικής που συνδέονται με τον ρόλο των παραθύρων και τη λειτουργία του φωτός στους ναούς.

Η περιγραφή, η ανάλυση και η σύνθεση της εικόνας φωτισμού την περίοδο που ιδρύθηκε η Βασιλική Α αποτελούν τη βάση για περαιτέρω έρευνα.

Ιωάννης Γ. Ηλιάδης

Δρ Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, Μηχανικός Φωτισμού Μνημείων

* Ο Ιωάννης Γ. Ηλιάδης εργάστηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού – 12η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Καβάλας.

Ευχαριστίες

Θερμές ευχαριστίες οφείλω:

Στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Καβάλας για τη χορήγηση άδειας εισόδου στον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων και για την άδεια χρήσης φωτογραφιών της Βασιλικής Α Φιλίππων.

Στη Βρετανική Σχολή Αθηνών για την άδεια δημοσίευσης φωτογραφιών του Αγίου Δημητρίου και της Παναγίας Αχειροποιήτου Θεσσαλονίκης.

Στο Μουσείο φωτογραφίας MOMUs Θεσσαλονίκης για τη χορήγηση και την άδεια δημοσίευσης φωτογραφιών του Αγίου Δημητρίου και της Παναγίας Αχειροποιήτου Θεσσαλονίκης από το αρχείο του  Fréderic Boissonnas.

* Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στη ζωγράφο-ψηφιδογράφο Δήμητρα Καμαράκη, για τη ζωγραφική απόδοση της Βασιλικής Α των Φιλίππων.