Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
More
Άρθρα: Ήπειρος
+10
Όλες οι φωτογραφίες
Εικ. 1. Χάρτης της κεντρικής Ηπείρου με τις θέσεις της ΕΧ-ΠΕΣ. (Πηγή: αρχείο συγγραφέα)
- +
Ακούστε
από Ελένη Βασιλείου

Η χειροποίητη κεραμική της Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου της κεντρικής Ηπείρου

Ζητήματα χρονολόγησης, κατανάλωσης και παραγωγής

Η περιοχή της κεντρικής Ηπείρου καταλαμβάνει το βορειοδυτικό τμήμα της ελληνικής χερσονήσου. Συνορεύει στα βόρεια με την Αλβανία, στα ανατολικά με τους νομούς Γρεβενών, Καστοριάς, Κοζάνης και Τρικάλων, στα δυτικά με το νομό Θεσπρωτίας και στα νότια με τους νομούς Άρτας και Πρέβεζας. Οι θέσεις από τις οποίες προέρχεται η υπό εξέταση κεραμική εντάσσονται σε δύο γεωγραφικές ενότητες: το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων [Δωδώνη, Επισκοπή Σερβιανών, Καστρίτσα, Κάστρο Ιωαννίνων, Κρύα, Νεοχωρόπουλο (Παλαμπούτι και κιβωτιόσχημος τάφος)] και την ορεινή περιφέρεια (Βίτσα, Ελαφότοπος, Καλπάκι, Κάτω Κόνιτσα, Κάτω Πεδινά, Λιατοβούνι, Μαζαράκι) (σημ. 1) (εικ. 1).

Τυπολογία (σημ. 2)

Μετά την καταγραφή και την ταξινόμηση του υλικού σε κατηγορίες βάσει του χρώματος, της επεξεργασίας της επιφάνειας και της παρουσίας ή μη διακόσμησης, αναγνωρίζονται επτά κεραμικές κατηγορίες: με πλαστική, εγχάρακτη, εμπίεστη διακόσμηση, μονόχρωμη, πορτοκαλέρυθρη, αμαυρόχρωμη και πορτοκαλέρυθρη με γραπτή μελανή στιλπνή διακόσμηση (εικ. 2-8). Παράλληλα, μετά τη δειγματοληψία και τη διενέργεια λεπτών τομών σε 122 όστρακα, διαπιστώνεται ότι στην Κρύα οι κεραμείς χρησιμοποιούσαν τρεις ομάδες κεραμικών υλών, ενώ στο Λιατοβούνι τέσσερις. Και στις δύο περιπτώσεις φαίνεται ότι οι κεραμικές ύλες ήταν σε χρήση καθόλη τη διάρκεια της ζωής των δύο οικισμών (σημ. 3). Τα υλικά της Επισκοπής Σερβιανών παρουσιάζουν αρκετή ποικιλία και δεν μπορούν να ομαδοποιηθούν σε συγκεκριμένες κατηγορίες, ενώ στις πρώτες ύλες κατασκευής των κεραμικών του Κάστρου Ιωαννίνων σημειώνονται γενικά ομοιότητες. Οι κύριες διακοσμητικές μέθοδοι που εφαρμόστηκαν από τους κεραμείς της Ηπείρου ήταν η πλαστική, η εμπίεστη, η εγχάρακτη και η γραπτή. Όσον αφορά στις κατασκευαστικές μεθόδους, η πλειονότητα των αγγείων φαίνεται  ότι κατασκευάστηκε με την «τεχνική των κουλούρων», η οποία αναγνωρίζεται στα σπασίματα των τοιχωμάτων και ειδικότερα στο σημείο ενώσεως των κουλούρων.

Tα χειροποίητα αγγεία της κεντρικής Ηπείρου διακρίνονται στις ακόλουθες γενικές κατηγορίες ως προς την υποτιθέμενη χρήση τους: σκεύη πολλαπλών χρήσεων (ανοιχτά-κλειστά), μαγειρικά-τροφοπαρασκευαστικά και αποθηκευτικά.

Χρονολόγηση

H συχνή απουσία κάθετης στρωματογραφίας στις θέσεις της κεντρικής Ηπείρου, σε συνδυασμό με την αδυναμία αναγνώρισης αλλαγών στα μορφολογικά χαρακτηριστικά των σκευών της ηπειρωτικής κεραμικής κατά την Εποχή Χαλκού και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στη διαμόρφωση μίας τοπικής χρονικής ακολουθίας των κεραμικών κατηγοριών. Ο προσδιορισμός της σχετικής χρονολόγησης της κεραμικής βασίστηκε στο σύνολο των στρωματογραφικών ακολουθιών των υπό εξέταση θέσεων (σημ. 4), στις διαθέσιμες ραδιοχρονολογήσεις (εικ. 9) και σε τυπολογικά παράλληλα από τις γειτονικές περιοχές.

Όσον αφορά στην κεραμική με πλαστική διακόσμηση με βάση τα μορφολογικά (χρώμα εξωτερικής επιφάνειας) και τεχνολογικά χαρακτηριστικά τους (κεραμική ύλη), τα σύνολα από το χώρο Ι στη Δωδώνη (ανατολικό τμήμα Ιερού) (εικ. 10), την περιοχή της αποστραγγιστικής τάφρου στην Καστρίτσα (εικ. 11) , την Κρύα Ι (τέλος 12ου-τέλος 10ου αι. π.Χ.), το Παλαμπούτι (Νεοχωρόπουλο) και τον Ελαφότοπο φαίνεται ότι αποτελούν μια ομάδα, που με  βάση τη ραδιοχρονολόγηση από το Παλαμπούτι (1730–1529 π.Χ.) θα μπορούσε να ξεκινά στο τέλος της Μέσης Εποχής του Χαλκού και να συνεχίζεται στην Ύστερη. Μία δεύτερη ομάδα αποτελούν τα σύνολα από το χώρο ΙΙ της Δωδώνης (δυτικό τμήμα Ιερού) (εικ. 10), την Ακρόπολη της Καστρίτσας, την Επισκοπή, το Κάστρο, τη Βίτσα και το Λιατοβούνι, τα οποία μπορούν να χρονολογηθούν βάσει στρωματογραφικών δεδομένων στην αρχή της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου.

Η μονόχρωμη κεραμική φαίνεται ότι συνέχιζε τη νεολιθική παράδοση, όπως αυτή αποτυπώνεται στο κεραμικό σύνολο από τη θέση Δολιανά κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα (Ντούζουγλη 1996, 117-119· Douzougli et Zachos 2002, 124-143). Απαντά σε όλες τις υπό εξέταση θέση. Εμφανίζει μια παραλλαγή, που χαρακτηρίζεται από καστανομέλανο έως μελανό χρώμα και πολύ καλά λειασμένη ή ενίοτε στιλβωμένη εξωτερική επιφάνεια (εικ. 12) (σημ. 5). Οι θέσεις όπου εμφανίζεται η κεραμική αυτής της παραλλαγής είναι οι ακόλουθες: Δωδώνη χώροι Ι και ΙΙ, Καστρίτσα, Κρύα Ι, Λιατοβούνι Ι, ΙΙ (11ος-10ος αι. π.Χ.) και Ελαφότοπος. Η παραλλαγή αυτή βάσει στρωματογραφικών συσχετισμών και τυπολογικών παραλλήλων χρονολογείται στην  Ύστερη Εποχή του Χαλκού ή στη μετάβαση από τη Μέση στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού.

Η παρουσία ακέραιων δειγμάτων της αμαυρόχρωμης Ι σε κλειστά σύνολα (τάφοι Κάτω Πεδινών και Κάτω Κόνιτσας) (εικ. 12) αντανακλά με σχετική ασφάλεια την εμφάνιση της στην Ήπειρο κατά την ΥΕΙΙΙΓ περίοδο. Σύγχρονη με την κατηγορία 6α ή λίγο μεταγενέστερη φαίνεται ότι ήταν και η πορτοκαλέρυθρη Ι κεραμική. Στην Κρύα, στη Δωδώνη και στο Λιατοβούνι εντοπίζεται μαζί με όστρακα της αμαυρόχρωμης Ι.

Η αμαυρόχρωμη ΙΙ κεραμική, σύμφωνα με τα κτερίσματα των τάφων στο Λιατοβούνι (Ντούζουγλη 1996, 20, 22· Douzougli and Papadopoulos 2011, 45-46),  χρονολογείται από τον 10ο αι. π.Χ. και εξής. Στην ίδια περίοδο με την αμαυρόχρωμη ΙΙ φαίνεται, βάσει της στρωματογραφίας από την Κρύα και το Λιατοβούνι, ότι άρχισε να παράγεται και η πορτοκαλέρυθρη ΙΙ κεραμική.

Οργάνωση κεραμικής παραγωγής

Η σκιαγράφηση της οργάνωσης της κεραμικής παραγωγής βασίζεται στις παραμέτρους της τυποποίησης, της επένδυσης εργασίας και της δεξιοτεχνίας. Η τυποποίηση αναλύεται ως προς το σχήμα, την κεραμική ύλη, την τεχνολογία κατασκευής και τις διακοσμητικές μεθόδους.

Το ρεπερτόριο των σχημάτων τόσο στην Εποχή του Χαλκού όσο και στην Εποχή του Σιδήρου παρουσιάζει σχετική ποικιλομορφία, η οποία οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι τα σκεύη εξυπηρετούσαν ένα ευρύ φάσμα χρήσεων. Κατά την εποχή του Χαλκού θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι η κεραμική στην κεντρική Ήπειρο εξυπηρετούσε αποκλειστικά καθημερινές ανάγκες. Η ύπαρξη ειδικών κοινωνικών πρακτικών και σκευών, που θα μπορούσαν να συνδεθούν με αυτές, δεν μπορεί να προταθεί με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Στο τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού κάνει την εμφάνισή του το σχήμα της χειροποίητης υψίποδης κύλικας, το οποίο χαρακτηρίζεται από έντονη τυποποίηση. Η ταυτόχρονη χρήση του σε σημαντικό αριθμό θέσεων του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων είναι ενδεικτική «μαζικής παραγωγής», που υπερβαίνει τα όρια της οικιακής παραγωγής και υποδεικνύει τεχνική εξειδίκευση (εικ. 13).

Οι κεραμικές συνταγές φαίνεται ότι μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά και παραμένουν αναλλοίωτες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στην κατασκευή των αγγείων μεγάλου μεγέθους ακολουθήθηκε η τεχνική των κουλούρων, ενώ για τα μικρότερα η «τσιμπητή» τεχνική. Όσον αφορά στην επεξεργασία της επιφάνειας τα αγγεία στην πλειονότητά τους είναι αδρά λειασμένα, ενώ συχνά καλύπτονται με επίχρισμα ή στίλβωση. Η απουσία κεραμικών κλιβάνων στην περιοχή της κεντρικής Ηπείρου (σημ. 6), καθώς και η μελέτη των τεχνολογικών χαρακτηριστικών της κεραμικής υποδηλώνουν ότι η όπτηση των αγγείων λάμβανε χώρα σε ανοιχτή φωτιά. Στην παράμετρο της διακόσμησης, παρατηρείται τυποποίηση στα διακοσμητικά μοτίβα μεταξύ ακόμη και απομακρυσμένων περιοχών, γεγονός που οδηγεί στην υπόθεση ότι είτε υπήρχε επαφή μεταξύ των παραγωγών είτε οι τεχνίτες ήταν μετακινούμενοι και ικανοποιούσαν τις ανάγκες πολλών κοινοτήτων σε μια εκτεταμένη γεωγραφικά περιοχή. Η υιοθέτηση και εφαρμογή της γραπτής αμαυρόχρωμης διακόσμησης φαίνεται ότι συνιστούσε παράγοντα σκόπιμης διαφοροποίησης στις τοπικές κοινότητες της κεντρικής Ηπείρου. Όλα τα αγγεία της αμαυρόχρωμης Ι ήταν χειροποίητα, όπως και όλα τα προϊόντα των υπολοίπων τοπικών κεραμικών κατηγοριών. Η τεχνική κατασκευής των αγγείων ήταν κατά συνέπεια οικεία στους κεραμείς και δεν υφίστατο λόγος να θεωρηθεί ότι αποτελούσε προϊόν εισαγωγής. Επρόκειτο τεχνικά για μία κεραμική κατηγορία, η οποία θα μπορούσε να παράγεται από τους ντόπιους κεραμείς ταυτόχρονα με τις άλλες κατηγορίες της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.

Η απουσία στίλβωσης από το μεγαλύτερο ποσοστό των αγγείων της κεντρικής Ηπείρου ισοδυναμούσε με μικρή επένδυση χρόνου από την πλευρά των κεραμέων. Η  επίθεση, ωστόσο, επιχρίσματος, που έχει διαπιστωθεί σε σημαντικό αριθμό σκευών, απαιτούσε επιπρόσθετο χρόνο εργασίας. Δεξιοτεχνία προϋπόθετε η κατασκευή μεγάλων πιθαριών, καθώς και η διακόσμηση της εξωτερικής επιφάνειας των αγγείων με επίθετη πλαστική διακόσμηση και ειδικότερα με γραπτά αμαυρόχρωμα μοτίβα.

Κατανάλωση

Από την εξέταση της κατανομής των κεραμικών κατηγοριών στα οικιστικά και ταφικά σύνολα της κεντρικής Ηπείρου προκύπτουν τα ακόλουθα όσον αφορά στην παράμετρο της κατανάλωσής τους:

Δείγματα της κεραμικής με πλαστική διακόσμηση εντοπίστηκαν μόνο σε οικισμούς και σε μεγαλύτερο ποσοστό σε εκείνους του λεκανοπεδίου, όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία. Η μονόχρωμη κεραμική απαντά σε οικιστικά και σε ταφικά σύνολα. Σε όλα τα οικιστικά σύνολα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην κεντρική Ήπειρο συνυπήρχε με την κεραμική με πλαστική διακόσμηση, αλληλοσυμπληρώνοντας η μία την άλλη (σημ. 7). Η πορτοκαλέρυθρη κεραμική δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της προσπάθειας των ντόπιων κεραμέων να δημιουργήσουν μία κατηγορία λεπτότεχνης κεραμικής ανάλογη της «μυκηναϊκής». Με τον καιρό επικράτησε και αντικατέστησε σταδιακά τις δύο κύριες χειροποίητες κεραμικές τοπικές κατηγορίες. Το σχήμα της υψίποδης κύλικας αποτελούσε μία από τις πιο ιδιαίτερες δημιουργίες των κεραμέων. Αγγεία της χειροποίητης εκδοχής της υψίποδης κύλικας δεν βρέθηκαν σε κανένα ταφικό σύνολο ούτε του λεκανοπεδίου ούτε της ορεινής ενδοχώρας. Δείγματα της αμαυρόχρωμης Ι και ΙΙ κεραμικής εντοπίστηκαν σε οικιστικά σύνολα του λεκανοπεδίου και σε οικιστικά και ταφικά σύνολα της ορεινής ενδοχώρας. Στη φάση Ι μεγαλύτερη συχνότητα καταγράφεται στους οικισμούς του λεκανοπεδίου, όπως προκύπτει από τα συγκριτικά δεδομένα των οικισμών της Κρύας και του Λιατοβουνίου (εικ. 15). Το γεγονός ότι στο ανατολικό τμήμα της Κρύας, στην τομή VII, σημειώθηκε συγκέντρωση δεκαπέντε πίθων οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η πρακτική της αποθήκευσης στον οικισμό λάμβανε χώρα σε συγκεκριμένο χώρο. Στα ταφικά σύνολα παρατηρείται η επαναλαμβανόμενη χρήση συγκεκριμένων αγγείων πόσης (κυπέλλων, κανθάρων) και προσφοράς (πρόχοι, αρύταινες) της μονόχρωμης, πορτοκαλέρυθρης και αμαυρόχρωμης κεραμικής κατηγορίας, τα οποία συνυπάρχουν συνήθως με κοσμήματα και χάλκινα όπλα. Στη Δωδώνη το ανατολικό και δυτικό τμήμα του χώρου διαφοροποιούνται ως προς τη χρήση των κεραμικών κατηγοριών και των τύπων των αγγείων. Ειδικότερα, στο ανατολικό τμήμα δεν βρέθηκαν σχεδόν καθόλου όστρακα της πορτοκαλέρυθρης και της αμαυρόχρωμης κεραμικής. Επιπροσθέτως, από εκεί και ειδικότερα από την περιοχή του ναού της Θέμιδας Ζ προέρχεται μία ομάδα μικρογραφικών αγγείων (κύπελλα και κάνθαροι), τα οποία λόγω του μεγέθους τους ήταν αδύνατο να είναι χρηστικά (εικ. 16). Πιθανότατα, στο ανατολικό τμήμα του Ιερού της Δωδώνης, κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού – Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, ασκούνταν μία μορφή υπαίθριας λατρείας (σημ. 8).

Συμπεράσματα

Στην Εποχή του Χαλκού ο μικρός βαθμός τυποποίησης της κεραμικής παραγωγής, σε συνδυασμό με την απουσία ειδικών χώρων προοριζόμενων για την άσκησή της, σχετιζόταν, πιθανότατα, με το ότι αποτελούσε προϊόν μη εντατικοποιημένης παραγωγής. Σημειώνεται σκόπιμη διαφοροποίηση στο σχήμα των αγγείων, που σχετίζεται με τη χρηστική λειτουργία τους, και σκόπιμη τυποποίηση στην κεραμική ύλη, την επεξεργασία της επιφάνειας, τη διακόσμηση και την όπτηση. Η κεραμική παράδοση της Εποχής του Χαλκού εκφράστηκε μέσω της κεραμικής με πλαστική διακόσμηση και της μονόχρωμης. Στην κατασκευή των σκευών ακολουθήθηκαν οι ίδιες τεχνολογικές διαδικασίες. Όσον αφορά στις πρώτες ύλες, οι τεχνίτες, καθ΄ όλη τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού, χρησιμοποιούσαν την ίδια άργιλο στην παραγωγή των αγγείων. Το σχηματολόγιο χαρακτηριζόταν από έντονη συντηρητικότητα, καθώς για αιώνες επαναλαμβάνονταν οι ίδιοι τύποι σκευών. Φαίνεται ότι σε κάθε θέση η κεραμική παραγωγή αποσκοπούσε στην κάλυψη των αναγκών των μελών της ομάδας. Ωστόσο, στο τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, με βάση τα στοιχεία από μεμονωμένους τάφους, η κατάσταση φαίνεται να αλλάζει. Η παρουσία πολύτιμων αντικειμένων μεταξύ των κτερισμάτων (χάλκινα όπλα, κοσμήματα και μυκηναϊκή κεραμική) είναι ενδεικτική στοιχειώδους κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Η οριοθέτηση των τάφων σε στρατηγικά σημεία της ενδοχώρας συνδέεται, ενδεχομένως, με την εμφάνιση μιας ομάδας ισχυρών ατόμων (πολεμιστών;), που αντλούσαν τη δύναμή τους από τη δυνατότητά τους να ελέγχουν τις μετακινήσεις και την κυκλοφορία πολύτιμων αγαθών.

Η έναρξη της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου σηματοδοτείται από την εμφάνιση δύο νέων κεραμικών κατηγοριών: της πορτοκαλέρυθρης και της αμαυρόχρωμης. Παράλληλα, συνέχισαν να παράγονται και να χρησιμοποιούνται οι δύο κεραμικές κατηγορίες της Εποχής του Χαλκού. Τα σκεύη όλων των κατηγοριών εξακολουθούσαν στο μεγαλύτερο ποσοστό τους να είναι χειροποίητα, αλλά διαπιστώθηκαν σημαντικές αλλαγές στην τεχνολογία κατασκευής τους. Σημειώνεται σκόπιμη διαφοροποίηση στα σχήματα των αγγείων και τη διακόσμηση και σκόπιμη τυποποίηση στην κεραμική ύλη, την επεξεργασία της επιφάνειας και την όπτηση. Όσον αφορά στην επεξεργασία της επιφάνειας, τα αγγεία στην πλειονότητά τους εξακολουθούσαν να είναι αδρά λειασμένα, ενώ συχνά καλύπτονταν με επίχρισμα ή στίλβωση. Στις επιφάνειες των αγγείων, σε αντίθεση με την Εποχή του Χαλκού, κυριαρχούσαν οι ανοιχτοί τόνοι χρωμάτων (πορτοκαλέρυθρο, ανοιχτό καστανό, ωχροκάστανο), γεγονός που συνδέεται, πιθανότατα, με αλλαγές στις συνθήκες όπτησης και τη χρήση διαφορετικών πηγών πρώτης ύλης. Οι κεραμικές ύλες που χρησιμοποιούσαν οι κεραμείς για την κατασκευή των δύο νέων κατηγοριών (πορτοκαλέρυθρης και αμαυρόχρωμης) ήταν στο μεγαλύτερο ποσοστό οι ίδιες και σε ορισμένες περιπτώσεις (κυρίως στο Λιατοβούνι) κοινές με των δύο άλλων κατηγοριών (της κεραμικής με πλαστική διακόσμηση και της μονόχρωμης). Το σχηματολόγιο δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες αλλαγές με την εξαίρεση της υιοθέτησης μερικών νέων τύπων, οι οποίοι στην πλειονότητά τους συνδέονταν με το ταφικό τελετουργικό και ανήκαν στις δύο νέες κεραμικές κατηγορίες. Η εισαγωγή του παράγοντα της διακόσμησης αποτελεί τη σημαντικότερη καινοτομία στον τομέα της κεραμικής παραγωγής γιατί επηρέαζε τη δομή των σχέσεων των ιδιοτήτων των αγγείων. Με βάση την αλληλεπίδραση πορτοκαλέρυθρης – αμαυρόχρωμης, τη δημιουργία του υβριδικού τύπου της κύλικας και τη χρήση τοπικών πρώτων υλών είναι δυνατό να υποστηριχτεί ότι μέλη των τοπικών κοινωνιών είχαν εκπαιδευτεί στην αμαυρόχρωμη τεχνική. Η οργάνωση της παραγωγής διαφοροποιείται πλέον, καθώς απαιτείται ασφαλώς περισσότερος χρόνος αλλά προστίθενται και νέα στάδια (επιλογή και εύρεση πρώτης ύλης για βαφή, σχεδίαση του μοτίβου στο αγγείο). Πιθανότατα, σηματοδοτεί το πέρασμα από τη μη εντατικοποιημένη στην εντατικοποιημένη παραγωγή. Παρατηρείται, επομένως, κατά τον 10ο αι. π.Χ., ένας εμπλουτισμός του υλικού πολιτισμού. Οι επιλογές των ατόμων πληθαίνουν, η ζήτηση και οι ανάγκες των ανθρώπων διευρύνονται. Δεν πρόκειται για μια εποχή παρακμής και απομόνωσης αλλά για μια εποχή ακμής, προόδου και εξέλιξης.

 

Ελένη Βασιλείου

Αρχαιολόγος Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων

 

* Το παρόν άρθρο αποτελεί περίληψη της ομότιτλης διδακτορικής διατριβής, που υποστηρίχτηκε και εγκρίθηκε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στις 13 Μαΐου 2015, υπό την επίβλεψη του Καθηγητή Προϊστορικής Αρχαιολογίας Στυλιανού Ανδρέου, τον οποίο η συγγραφέας επιθυμεί να ευχαριστήσει θερμότατα από αυτή τη θέση. Επίσης, θερμές ευχαριστίες οφείλονται στους δάσκαλους μου, Δρα Κωνσταντίνο Ζάχο και Δρα Αγγέλικα Ντούζουγλη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Οι θέσεις Βίτσα, Δωδώνη, Επισκοπή Σερβιανών, Καστρίτσα, Κάστρο Ιωαννίνων, Κρύα, Λιατοβούνι, Παλαμπούτι έχουν οικιστικό χαρακτήρα, ενώ οι θέσεις Ελαφότοπος, Καλπάκι, Κάτω Κόνιτσα, Κάτω Πεδινά, Μαζαράκι, Νεοχωρόπουλο, ταφικό. Σε δύο από τις θέσεις, την Καστρίτσα και τον Ελαφότοπο, το υλικό προέρχεται και από τα δύο πλαίσια εύρεσης (contexts).
2. H τυπολογία, βασίστηκε στην επιλογή και καταγραφή σε βάση δεδομένων 837 διαγνωστικών οστράκων. Πρόκειται για μεμονωμένα όστρακα ή όστρακα που προέρχονται από το ίδιο αγγείο, καθώς και για ολόκληρα αγγεία. Συγκεκριμένα στη βάση καταγράφηκαν 344 όστρακα από την Κρύα, 448 όστρακα από το Λιατοβούνι και 45 όστρακα από άλλες θέσεις της κεντρικής Ηπείρου (τη Δωδώνη, τον Ελαφότοπο, την Επισκοπή, την Καστρίτσα, το Κουτσελιό, τη Λαψίστα, το Μαζαράκι, την Οξυά Κόνιτσας και την Πεδινή, βλ. εικ. 1). Οι μεταβλητές που χρησιμοποιούνται για την κατάταξη σε τύπους είναι η μορφή του στομίου, το περίγραμμα του σώματος και η διάταξη των λαβών. Στη συνέχεια, βάσει των παραπάνω μεταβλητών, σκιαγραφούνται οι περαιτέρω ιδιότητες εκάστου τύπου σε συνδυασμό με το μέγεθος, την επεξεργασία της επιφάνειας, την κεραμική ύλη, την όπτηση και γενικότερα τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες.
3. Βλ. αναλυτικά Γιούνη, Π. 2015 «Petrographic analysis of the hand-made Late Bronze Age-Early Iron Age pottery from the settlements of Liatovouni and Krya, in Epirus», Παράρτημα Ι της Διατριβής.
4. Οι θέσεις Κρύα (Ανδρέου 1988, 604· Ανδρέου 1994, 239-240· Ντούζουγλη και Ζάχος 1994, 12-14· Ζάχος 1995, 252-253· 1997, 153-166· Βασιλείου 2011, 267-277) και Λιατοβούνι (Ντούζουγλη 1994· Ντούζουγλη 1996· Douzougli και Papadopoulos 2011) αποτελούν τις θέσεις με τη λιγότερο προβληματική στρωματογραφική ακολουθία.
5. Ταυτίζεται με την καλούμενη από τους παλαιότερους μελετητές χειροποίητη στιλβωμένη κεραμική. Η χειροποίητη στιλβωμένη κεραμική εντοπίστηκε σε μία γεωγραφικά ιδιαίτερα εκτεταμένη περιοχή (από την Ιταλία έως την Ανατολική Μεσόγειο), αλλά η χρονική διάρκεια παρουσίας της ήταν σύντομη (ΥΕ/ΥΜΙΙΙΒ2-ΥΕΙΙΙΓ Ύστερη). Η ιδιαίτερη τεχνολογία της (χειροποίητη κατασκευή, καστανομέλανο χρώμα και στίλβωση επιφανειών) σε συνδυασμό με την παρουσία της σε στρώματα της Υστεροελλαδικής ΙΙΙΒ2-ΙΙΙΓ οδήγησε στην ανάπτυξη μίας ολόκληρης φιλολογίας γύρω από την προέλευσή της, τους φορείς της και για το εάν επρόκειτο για μία ενιαία κατηγορία με ομοιόμορφα χαρακτηριστικά σε όλες τις περιοχές στις οποίες εμφανίστηκε.
6. O Ανδρέου (1994, 235) αναφέρει την ανακάλυψη των καταλοίπων ενός κεραμικού κλιβάνου της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην περιοχή Γκλάβα της Κάτω Μερόπης στο Πωγώνι.
7. Η κοινή παρουσία των δύο κεραμικών κατηγοριών στις περισσότερες γνωστές θέσεις (εκτός από τους τάφους στο Νεοχωρόπουλο, Ελαφότοπο, Μαζαράκι) σε συνδυασμό με το ότι οι δύο κατηγορίες δεν παρουσιάζουν, μακροσκοπικά, έντονες διαφορές στη σύσταση του πηλού, οδήγησε μερίδα μελετητών να τις αντιμετωπίσει ως μία ενιαία κατηγορία (Wardle 1977, 181· Tartaron 2004, 79-81· Papaioannou 2004, 97-98). Ο Wardle, ειδικότερα, υποστήριξε ότι δεν υπήρχε πραγματική χρονολογική διαφορά μεταξύ τους. Θεώρησε ότι η κεραμική τους ύλη, με γυμνό τουλάχιστον μάτι, δεν παρουσίαζε καμία διαφορά. Οι δυο κατηγορίες διαφοροποιούνταν κυρίως ως προς το σχηματολόγιό τους, καθώς στη μεν κεραμική με πλαστική διακόσμηση επικρατούσαν τα αγγεία παρασκευής και κατανάλωσης τροφής, στη δε μονόχρωμη τα αγγεία πόσης. Από την άποψη αυτή το ένα σύνολο συμπλήρωνε το άλλο, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο «σερβίτσιο» οικιακής κεραμικής. Ο Δάκαρης (1951, 1952) και οι ασπαζόμενοι την κατηγοριοποίησή του μελετητές (Hammond 1967· Βοκοτοπούλου 1986), ωστόσο, στήριξαν την άποψή τους περί δύο διαφορετικών κατηγοριών στη χρονολογική διαφορά της εμφάνισής τους.
8. Το γεγονός ότι στο ανατολικό τμήμα του Ιερού της Δωδώνης δεν ήρθαν στο φως αρχιτεκτονικά λείψανα της Εποχής του Χαλκού ενισχύει την άποψη ότι στην περιοχή ίσως λειτουργούσε κάποιο υπαίθριο ιερό. Με την άσκηση λατρείας στο χώρο συνδέθηκε, επίσης, η παρουσία λίθινων αξίνων με οπή και μεγάλου αριθμού απιόσχημων «ψήφων» ανάλογης μορφής με αυτές από τον Βοιωτικό Ορχομενό (Φάππας 2010, 713-719). Παράλληλα, από την περιοχή προέρχεται ένα σύνολο μικρογραφικών χάλκινων αντικειμένων (μαχαιρίδια, μικρογραφικοί πελέκεις ενίοτε με εγχάρακτη και στικτή διακόσμηση και αιχμές δοράτων), τα οποία φαίνεται ότι μιμούνται τα αντίστοιχα, σύγχρονα, πραγματικού μεγέθους όπλα. Ειδικότερα, όσον αφορά στο σύνολο των χάλκινων σταυροπελέκεων (Κλείτσας 2013, 116), το μικρό πάχος τους σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήταν διακοσμημένοι, ενισχύει τον αφιερωματικό τους χαρακτήρα. Παρόμοιου τύπου αντικείμενα (μικρογραφικά αγγεία και χάλκινα όπλα) δεν εντοπίστηκαν στο δυτικό τμήμα του ιερού.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Ανδρέου Η., 1988. Ανασκαφικές εργασίες. Νομός Ιωαννίνων. Κρύα. Αρχαιολογικόν Δελτίον 43 (1988), Β΄2 Χρονικά. 304.
  • Ανδρέου Η., 1994. Νέες Προϊστορικές θέσεις στην Ήπειρο. Στο Τζουβάρα-Σούλη, Χρ., Γραβάνη Κ. και Βλαχοπούλου, Α. (επιμ.). Φηγός. Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Σωτήρη Δάκαρη. Ιωάννινα: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. 233-265.
  • Βασιλείου Ε., 2011. Η μετάβαση από την Χαλκοκρατία στην Εποχή του Σιδήρου στην Ήπειρο: Τα δεδομένα από τον οικισμό της Κρύας στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων. Στο Mazarakis Ainian, A. (επιμ.). The ‘Dark Ages’ revisited. Acts of an International Conference in Memory of William D.E. Coulson. University of Thessaly, Volos 14-17 June 2007. Volos: University of Thessaly Press. 267-277.
  • Βοκοτοπούλου Ι., 1986. Βίτσα: τα νεκροταφεία μιας μολοσσικής κώμης. Αθήνα: Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία.
  • Δάκαρης Σ.Ι., 1951. Ανασκαφή εις Καστρίτσαν Ιωαννίνων. Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1951. 173-183.
  • Δάκαρης Σ.Ι., 1952. Ανασκαφή εις Καστρίτσαν Ιωαννίνων. Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1952. 362-386.
  • Douzougli Α. και Zachos K., 2002. L'Archéologie des Zones Montagneuses: Modèles et Interconnexiones dans le Néolithique de l'Épire et de l'Albanie méridionale. Στο Touchais, G. et Renard, J. (επιμ.). L'Albanie dans l'Europe préhistorique. Actes du colloque de Lorient organisé par l'Ecole française d'Athènes et L'Université de Bretagne-Sud, Lorient 8-10 Juin 2000. Athènes, Paris: Ecole française d'Athènes, De Boccard. 111-143.
  • Douzougli Α. και Papadopoulos J., 2011. Liatovouni: A molossian cemetery and settlement in Epirus. Στο Jahrbuch des Deutschen Archäologischen Instituts 125 (2010). 1-87.
  • Ζάχος Κ., 1995. Νομός Ιωαννίνων. Γήπεδο κοινότητας Κρύας. Αρχαιολογικόν Δελτίον 44 (1989). Β΄2 Χρονικά. 252-253.
  • Ζάχος Κ., 1997. Τοπογραφικά Ελλοπίας: Το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων κατά την ύστερη Χαλκοκρατία και την πρώιμη εποχή του Σιδήρου. Στο Αφιέρωμα στον N.G.L. Hammond. Παράρτημα Μακεδονικών, αρ. 7. Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. 153- 167.
  • Hammond N.G.L., 1967. Epirus: The Geography, the Ancient Remains, the History and the Topography of Epirus and Adjacent areas. Oxford: Clarendon Press.
  • Κλείτσας Χ., 2013. Η Μεταλλοτεχνία της ΥΕΧ στην Ήπειρο: οι Θησαυροί και τα Εργαλεία. Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Ιωάννινα.
  • Ντούζουγλη A., 1994. Ανασκαφικές εργασίες. Νομός Ιωαννίνων. Κόνιτσα. Θέση Λιατοβούνι. Αρχαιολογικόν Δελτίον 49 (1994) Β΄2 Χρονικά. 367-370.
  • Ντούζουγλη Α., 1996. Η κοιλάδα του Αώου: Αρχαιολογικές μαρτυρίες για την ανθρώπινη δραστηριότητα από την Προϊστορική εποχή ως την Ύστερη αρχαιότητα. Στο Η επαρχία Κόνιτσας στο χώρο και το χρόνο, Eισηγήσεις στο Α΄ Επιστημονικό Συμπόσιο. Κόνιτσα: Δήμος Κόνιτσας-Πνευματικό Κέντρο. 11-61.
  • Papaioannou G., 2004. The Late Prehistory of the nomos of Ioannina, Greece: New approaches to the analysis of ceramic typology and site distribution. Unpublished doctoral thesis. King’s College London.
  • Τartaron T.F., 2004. Bronze Age Settlement and subsistence in southwestern Epirus, Greece. Dissertation submitted in partial fulfillment of the requirements for the degree of Doctor of Philosophy. Boston.
  • Φάππας Ι., 2010. Από τη Μέση στην Ύστερη Εποχή Χαλκού: μια οικοτεχνική δραστηριότητα στον Βοιωτικό Ορχομενό. Στο Μεσοελλαδικά. Η ηπειρωτική Ελλάδα στη Μέση εποχή του Χαλκού. Actes du colloque international organisé par l’École française d’Athènes, en collaboration avec l’American School of Classical Studies at Athens et le Netherlands Institute in Athens, Athènes, 8-12 Mars 2006. 713-719.
  • Wardle K., 1977. Cultural Groups of the Late Bronze Age and Early Iron Age in North-West Greece. Godisnjak 15 (1977). 153-199.