Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
More
Άρθρα: Κρήτη
+4
Όλες οι φωτογραφίες
Εικ. 1. Αδραβάστοι. Συνολική άποψη οικισμού και περιβάλλοντος χώρου. Φωτ.: Δ. Μαγγανά.
- +
Ακούστε
από Δώρα Μαγγανά

Λασιθιώτικοι οικισμοί

Πολεοδομική και αρχιτεκτονική φυσιογνωμία ‒ Πρόταση πλαισίου προστασίας

Τον Νοέμβριο του 2010 το Τμήμα Ανατολικής Κρήτης του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος συγκέντρωσε μία ομάδα μηχανικών στοχεύοντας στην έρευνα των χαρακτηριστικών των λασιθιώτικων οικισμών (σημ. 1). Οι οικισμοί που μελετήθηκαν από την ομάδα στην οποία συμμετείχε η γράφουσα ήταν το Σταυροχώρι Ιεράπετρας, το Καρύδι και οι Αδραβάστοι Σητείας. Το πρώτο στάδιο περιλάμβανε την περιγραφή και ανάλυση του ευρύτερου περιβάλλοντος – φυσικού και ανθρωπογενούς και την ιστορική, παραγωγική και οικονομική αναγνώρισή τους. Το δεύτερο στάδιο επικεντρωνόταν στα πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά ιδιώματα των συνόλων και συγκεκριμένα στην αξιολόγηση του πολεοδομικού πλούτου τους, στην οργάνωση του ιστού, στην τυπολογία των οικοδομικών νησίδων και στη φυσιογνωμία των κτισμάτων. Η μελέτη ολοκληρώθηκε με τη διατύπωση προδιαγραφών για την αναζήτηση της ιστορικής τους συνέχειας.

Αδραβάστοι (σημ. 2)

Οι Αδραβάστοι είναι ένας μικρός οικισμός του Νομού Λασιθίου στην Κρήτη (εικ. 1). Βρίσκεται σε γειτνίαση με τη Ζάκρο, η οποία αποτελεί τον βασικό πόλο έλξης για όλους τους περιφερειακούς οικισμούς της περιοχής. Συγκεκριμένα, έως το 1990 ανήκε στο ομώνυμο κοινοτικό διαμέρισμα και αναφερόταν ως ένα από τα Μετόχια της, τους συνοικισμούς δηλαδή που αποτελούσαν ενιαία κοινότητα-ενορία και είχαν κοινή ιστορική και οικονομικοπολιτική πορεία. Βρίσκεται στους ανατολικούς πρόποδες του βορινού τμήματος του υψιπέδου Χάνδρα-Mόδι, χαρακτηρίζεται ημιορεινός και αναπτύσσεται γραμμικά ακολουθώντας τις υψομετρικές καμπύλες του εδάφους. Η ευρύτερη περιοχή έχει ενταχθεί σε ζώνες προστασίας τοπίου.

Η οικονομία του τόπου βασίστηκε ανέκαθεν στην αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή, ενώ οποιαδήποτε μορφή μεταποίησης ένδυσης και διατροφής στηρίχθηκε στην οικοτεχνία, που λάμβανε χώρα σε δημόσιους κοινόχρηστους χώρους όπως η φάμπρικα και ο φούρνος. Αντίθετα, ο τριτογενής τομέας αποτελεί terra incognita, με εξαίρεση μία τουριστική επιχείρηση μικρής κλίμακας που οργανώθηκε το 2008, αλλοιώνοντας τη δομή του πολεοδομικού ιστού και την εικόνα του αρχιτεκτονικού συνόλου.

Πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά

Η επιλογή της θέσης, του προσανατολισμού, της δομής και της μορφολογίας του αρχικού πυρήνα του οικισμού είναι απόρροια καθοριστικών παραγόντων για την επιβίωση των ανθρώπων στις συγκεκριμένες συνθήκες της εποχής δημιουργίας τους. Συγκεκριμένα, το βραχώδες, υπερυψωμένο τοπίο επιτρέπει την εποπτεία, οχύρωση και προστασία από εισβολείς, η ύπαρξη νερού αποτελεί βασική παράμετρο επιβίωσης και η ύπαρξη καλλιεργούμενων εκτάσεων εκατέρωθεν συνθέτει το τελευταίο βασικό στοιχείο επιλογής του τόπου για την αρχική επιβίωση και μετέπειτα ανάπτυξη των κατοίκων. Η οργανική ανάπτυξη του οικισμού αποτελεί συνδυασμό των προαναφερόμενων παραμέτρων και επιπρόσθετα της ανάγκης για οικονομία χώρου και υλικών. Η προσαρμογή των κτηρίων στο γεωανάγλυφο είναι ικανοποιητική, καθώς τα περισσότερα κτίσματα είναι ισόγεια με κάλυψη 100%. Υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις με διώροφα κτίσματα, τα οποία, λόγω της οχυρωματικής τους φύσης, μπορούμε να πούμε ότι εντάσσονται και αυτά στο άμεσο περιβάλλον τους.

Η πρόσβαση στο χωριό πραγματοποιείται μέσω ενός ασφαλτοστρωμένου δρόμου που τέμνει το χωριό, απομονώνοντας το οικιστικό τμήμα από τις νότιες αγροτικές εκτάσεις. Το εσωτερικό οδικό δίκτυο του παλιού τμήματος του οικισμού διαμορφώνεται με κλιμακωτούς ή επίπεδους πεζοδρόμους κυμαινόμενου πλάτους, λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους. Τα αρχικά οδοστρώματα παραμένουν υποθετικά, διότι όλα τσιμεντοστρώθηκαν από τη δεκαετία του ’60 και έπειτα, εκτός ελάχιστων σημείων σε εγκαταλελειμμένες περιοχές του οικισμού, όπου βράχος και χώμα συνθέτουν το βασικό υλικό των χαράξεων. Αυτές οι τσιμεντοστρώσεις χρονολογούνται παράλληλα με την κατασκευή του υδραγωγείου (1968) στη θέση της παλιάς κρήνης και πηγής. Σοβαρότερη επέμβαση στο οδικό δίκτυο θεωρείται η εξομάλυνση των αναβαθμίδων και η κατασκευή γέφυρας στον βασικό δρόμο εισόδου από την επαρχιακή οδό στο χωριό έως το πλάτωμα πάνω από το υδραγωγείο με στόχο την εξασφάλιση πρόσβασης μικρού τροχοφόρου (εικ. 2). Τότε κατασκευάστηκε και η διαμόρφωση της άνω πλατείας που συνδέθηκε με το υδραγωγείο μέσω τσιμεντένιας απότομης κλίμακας. Ο βόρειος και νότιος αμαξωτός δρόμος που οδηγεί στα αντίστοιχα νεότερα τμήματα του οικισμού, παρουσιάζει εικόνες τσιμεντόστρωσης και χώματος.

Η οργάνωση και εικόνα των Αδραβάστων συνθέτουν χαρακτηριστικό παράδειγμα ημιορεινού κρητικού χωριού. Ο πυρήνας του οικισμού βρίσκεται στη θέση της παλιάς πηγής, γύρω από την οποία αναπτύσσεται ημικυκλικά προς τα πάνω, διαδοχικά στα επίπεδα του βράχου και εκατέρωθεν σε γραμμικούς βραχίονες που ακολουθούν τις υψομετρικές καμπύλες. Είναι άρρηκτα δεμένος με το βραχώδες περιβάλλον και η πλειονότητα των κατοικιών είναι προσανατολισμένη προς την κοιλάδα και τις γαίες των κατοίκων. Η ένδεια και μετανάστευση των κατοίκων την τελευταία πεντηκονταετία οδήγησε στην ερήμωσή του, με αποτέλεσμα το οικιστικό σύνολο να διατηρείται σχεδόν αναλλοίωτο, γεγονός που επιτρέπει στους μελετητές να παρακολουθήσουν τη χαρακτηριστική εικόνα της κατοικίας των αρχών του 20ού αιώνα (σημ. 3). Εξαιρέσεις αποτελούν κάποιες ιδιωτικές πρωτοβουλίες επιδιορθώσεων και νέων επεμβάσεων με σκυρόδεμα, οι οποίες έχουν αλλοιώσει το χαρακτήρα του, κυρίως στο μέτωπο της επαρχιακής οδού.

Βασικό χαρακτηριστικό αποτελεί η απουσία δημόσιων χώρων συνάθροισης κοινού, καθώς και δημόσιων κτηρίων εκπαίδευσης και περίθαλψης. Αντίθετα, εντύπωση προκαλούν τα δύο κοινόχρηστα οικήματα, η Φάμπρικα-Ελαιοτριβείο και ο Φούρνος, τα οποία δημιουργήθηκαν από συλλογική προσπάθεια των κατοίκων. Το πρώτο βρίσκεται σε κατάσταση ερειπιώνα, ενώ το δεύτερο, αν και λειτουργεί έως τις μέρες μας, χρήζει συντήρησης. Στο ανώτερο σημείο του χωριού βρίσκεται η δίκλιτη εκκλησία  ‒ το ένα κλίτος είναι αφιερωμένο στον Άγιο Δημήτριο και το άλλο στην Παναγιά Ζωοδόχο Πηγή.

Τέλος, τα σχήματα, η πληρότητα και η ογκομετρία των οικοδομικών τετραγώνων προέκυψαν από τη δυνατότητα δόμησης και τη δυνατότητα πρόσβασης στον ελάχιστο χώρο πάνω στο βραχώδες του εδάφους. Είναι ασύμμετρα και ακανόνιστα, ακολουθώντας τη λογική των φυσικών σχηματισμών. Οι όγκοι προσαρτώνται τέλεια στις φυσικές ανωμαλίες. Τα κυρίως ισόγεια κτίσματα πολλές φορές προβάλλουν σαν διώροφα, χωρίς να είναι πάντοτε. Διώροφα κτίσματα υπάρχουν ελάχιστα και η εκμετάλλευση του ισογείου δεν είναι πλήρης σε αυτές τις περιπτώσεις. Στις εκατέρωθεν επεκτάσεις του αρχικού πυρήνα, τα οικοδομικά τετράγωνα παίρνουν γραμμική μορφή εκατέρωθεν δρόμων που ακολουθούν τις υψομετρικές καμπύλες. Η απότομη κλίση δημιουργεί κλιμακωτά μέτωπα με ισόγεια κτίσματα πλήρως ενταγμένα στο έδαφος, εκτός των οικοδομικών επεμβάσεων της τελευταίας 15ετίας στη βορινή επέκταση του οικισμού. Τέλος, τα δίκτυα υποδομών είναι απαρχαιωμένα και εμφανή. Ο δημόσιος και ιδιωτικός χώρος συγχέονται, καθώς ο ιδιωτικός χώρος-κατοικία περιορίζεται στο εσωτερικό κτήριο που βρίσκεται σε άμεση σχέση με τον δημόσιο χώρο-δρόμο. Ελάχιστα κτήρια διαθέτουν ιδιωτική αυλή στην είσοδό τους, η οποία οριοθετείται από πέτρινο τοίχο διαμόρφωσης εδάφους. Υψομετρικές διαφορές εισόδων και δρόμων επιλύονται με σκαλοπάτια παράλληλα στην πορεία του δρόμου που οδηγούν σε πλατύσκαλα και σπανιότερα σε κοινόχρηστο δώμα που παρέχει πρόσβαση στον υπερκείμενο ιδιοκτήτη.

Η κυριαρχούσα τυπολογία κτηριακής μονάδας περιλαμβάνει ισόγειους κυβόσχημους όγκους (μονάδες κατοικίας), οι οποίοι συνθέτουν γραμμικά ή ακανόνιστα οικοδομικά τετράγωνα. Δεύτερη τυπολογική μονάδα είναι οι διώροφοι όγκοι που συνδυάζονται με ισόγειες κατασκευές, δημιουργώντας επίπεδα κατακόρυφης κίνησης και στάσεων (δώματα ισογείου) (εικ. 3).

Τα υλικά είναι παραδοσιακά και τοπικά, με την ακανόνιστη πέτρα –λαξευμένη μόνο στα ανοίγματα– να κυριαρχεί στη δόμηση, συμπληρωμένη από ξύλο, καλάμια και χώμα. Σοβάς υπάρχει παντού με κοκκινωπό, αργιλικής σύστασης χώμα, άμμο και ασβέστη, ώστε να προστατεύεται η λιθοδομή. Τα δώματα είναι κλασικά χωμάτινα, εκτός των επισκευασμένων που έχουν αντικατασταθεί από σκυρόδεμα ή μεταλλική λαμαρίνα. Τα διακοσμητικά στοιχεία εκλείπουν παντελώς, πέραν των κλασικών προτύπων διαμόρφωσης των ανοιγμάτων, τοξοτών ή ορθογωνίων.

Σταυροχώρι (σημ. 4)

Το Σταυροχώρι είναι ένας ημιορεινός οικισμός νοτιοδυτικά της Σητείας και απέχει από το Λιβυκό πέλαγος επτά χιλιόμετρα. Περιβάλλεται από ελαιώνες και δάση με πεύκα, ενώ η περιοχή είναι γνωστή για την καλλιέργεια πρώιμων κηπευτικών στα θερμοκήπια του παραθαλάσσιου οικισμού Κουτσουρά (εικ. 4).

Η ιστορική του συνέχεια είναι αδιάλειπτη, καθώς το συναντάμε σε όλες τις απογραφές έως τον 20ό αιώνα με καταγεγραμμένο πληθυσμιακό αποκορύφωμα το 1928, έτος που καταμετρώνται περίπου 800 κάτοικοι. Στη δεκαετία του ’50 έφτασε στο ζενίθ της εξέλιξής του, ακολουθώντας μία ομαλή πορεία προόδου, αλλά με το ξεκίνημα καλλιεργειών πρώιμων κηπευτικών σε θερμοκήπια, νοτιότερα προς Κουτσουρά, η σκυτάλη πέρασε στον νέο οικισμό που προσέφερε ταυτόχρονα και τουριστική εκμετάλλευση. Οι ανάγκες και οι ποιότητες άλλαξαν μέσα σε μία δεκαετία και το ’60 το σχολείο, το ταχυδρομείο, το ιατρείο και η αστυνομία παύουν να λειτουργούν. Σταδιακά κλείνουν τα μαγαζιά και εγκαταλείπονται οι κατοικίες. Αυτή η εικόνα εγκατάλειψης είναι εμφανής, ενώ σήμερα οι μόνιμοι κάτοικοι ανέρχονται στα 200 άτομα.

Παραδοσιακά, οι επαγγελματικές δραστηριότητες περιελάμβαναν τη γεωργία, την επεξεργασία δερμάτων, την οικοτεχνία και το εμπόριο, πραγματικότητα που σήμερα έχει αρθεί. Το γεγονός οφείλεται στη σταδιακή ανάπτυξη –τουριστική και παραγωγική– της παράκτιας ζώνης του Κουτσουρά, με άμεσο αποτέλεσμα τη μετακίνηση των κατοίκων σε περιοχές οικονομικού ενδιαφέροντος εντός και εκτός του νησιού.

Πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά

Το Σταυροχώρι αναπτύσσεται σε 3 συνοικίες, τη Φακίστρα στα ανατολικά, τη Μεσοχωριά και την Καλλιθέα στα δυτικά. Η Μεσοχωριά αποτελεί τον πρωταρχικό πυρήνα του οικιστικού συνόλου, έχοντας τη χαρακτηριστική δομή ενός μεσαιωνικού, οχυρωματικού οικισμού του 15ου-16ου αι., όπου οι κατοικίες οργανώνονται σε συμπαγή οικοδομικά σύνολα με μικρούς, στενούς και ελικοειδείς δρομίσκους ανάμεσά τους. Τα κτήρια είναι ισόγεια και κυρίως διώροφα, ενώ οι αυλές είναι σπάνιες με τα δώματα να τις αντικαθιστούν. Η Φακίστρα αποτελεί νεότερο τμήμα του οικισμού (19ος αιώνας), όταν πλέον δεν είναι απαραίτητη η αμυντική οργάνωση. Σε αυτή την οικιστική φάση, οι δρόμοι-πορείες χαράσσονται παράλληλα με τη δόμηση, χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες του εδάφους και βασικούς προσανατολισμούς. Τέλος, η Καλλιθέα αποτελεί το σύγχρονο χωριό των μέσων του 20ού αιώνα και οργανώνεται ακολουθώντας τις τάσεις του οπλισμένου σκυροδέματος και της πίσσας.

Η πρόσβαση στον οικισμό επιτυγχάνεται μέσω οδικών αξόνων που κινούνται περιφερειακά των τριών συνοικιών. Το εσωτερικό δίκτυο κίνησης είναι αντίστοιχο του προαναφερόμενου οικισμού και σε αντίθεση με αυτόν, η σχεδόν κυκλική πλατεία αποτελεί τη βασική έκφραση του δημόσιου βίου και τον κοινωνικό πυρήνα του.

Στο σύνολο του οικισμού συναντώνται κτήρια αντίστοιχης λογικής με εκείνη των Αδραβάστων. Εξαίρεση αποτελούν κάποια ιδιαίτερα και σημαίνοντα, λόγω μεγέθους και ύψους, κτίσματα, τα οποία παραπέμπουν σε οχυρωματικούς πύργους (εικ. 5). Αποτελούν αυστηρούς, λιτούς και ψηλούς όγκους που αναπτύσσονται σε ύψος και επιφάνεια, δημιουργώντας αντίθεση με την ανθρώπινη κλίμακα της κατοικίας. Οι συγκεκριμένες οχυρωματικές κατασκευές φαίνεται να αποτελούν τμήμα δικτύου άμυνας, καθώς συναντώνται αντίστοιχες στη γειτονική περιοχή εκτός οικισμού. Επί παραδείγματι, στον πυρήνα της Μεσοχωριάς υπάρχει μια τέτοια κατασκευή όπου διακρίνουμε πολεμίστρα και έως τη δεκαετία του ’50 στέγαζε μία μικρή βιοτεχνία-τσαγκαράδικο. Ο πύργος έχει δεχτεί επεμβάσεις που αλλοιώνουν τον αρχικό του χαρακτήρα και σήμερα έχει καταρρεύσει το παλιό δώμα.  Επιπρόσθετα, ενδιαφέροντα στοιχεία διαμόρφωσης της αστικής μορφολογίας αποτελούν οι όροφοι κατοικιών που εδράζονται σε καμάρα, στεγάζοντας στοές διέλευσης πεζών στο επίπεδο των διαδρομών κίνησης. Συμπληρωματικά και σε ρήξη με τα δομικά χαρακτηριστικά του ιστορικού συνόλου, παρατηρήθηκαν στις παρυφές του οικισμού «μοντέρνα» κτήρια δεκαετίας του ’70, τα οποία αλλοιώνουν και προσβάλλουν την υπάρχουσα μορφή του. Τέλος, σε αρκετά από τα εν χρήσει ιστορικά κτήρια παρατηρήθηκαν προσθήκες με ασύμβατα υλικά και νέες σύγχρονες κατασκευές.

Ενδιαφέροντα κτήρια ήταν οι κρήνες του οικισμού που διασώζονται από μαρτυρίες και βιβλιογραφία, καθώς σήμερα έχουν καταστραφεί ή απομακρυνθεί. Η κεντρική κρήνη του οικισμού στην πλατεία ήταν ένα περίοπτο δωμάτιο-δεξαμενή με πρόσοψη από πελέκια, με το γνωστό οθωμανικό τόξο και πλαϊνό παράθυρο-θυρίδα ελέγχου και υπήρχε εντοιχισμένος πωρόλιθος με τούρκικη επιγραφή. Ένα ακόμα αξιόλογο κτίσμα αποτελεί η φάμπρικα στη ρεματιά μεταξύ Φακίστρας και Μεσοχωριάς. Ο εξοπλισμός με χειροκίνητες μυλόπετρες τοποθετεί το κτήριο στα τέλη του 19ου αιώνα. Στο χωριό βρίσκονται δύο ναοί, η δίκλιτη βασιλική της Αγίας Τριάδος και Αγίων Πάντων και ο δίκλιτος ναός της Παναγίας Ζωοδόχου και Αγίου Γεωργίου. Η βασιλική αποτελεί τον κυρίως ναό του οικισμού, βρίσκεται στη συνοικία Φακίστρα και κατασκευάστηκε το 1950 στη θέση παλαιότερου ναού.

Οι τυπολογίες κτηριακών μονάδων, η οργάνωση του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου και τα υλικά δόμησης είναι αντίστοιχα με τον προαναφερθέντα οικισμό. Η διαφοροποίηση έγκειται στην έκταση του δεύτερου οικισμού, στον αριθμό διώροφων, μεγαλύτερων και πλουσιότερων κτισμάτων και στην πληθώρα των μορφολογικών στοιχείων.

Καρύδι (σημ. 5)

Το Καρύδι βρίσκεται 24 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Σητείας, σε ένα υψίπεδο 600 μέτρων. Η ευρύτερη περιοχή χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη πολλών σπηλαίων. Χαρακτηριστικό της γεωγραφίας του οικιστικού συνόλου αποτελεί η χωροθέτησή του στο σημείο συνάντησης δύο γειτονικών οριζόντιων επιπέδων που τέμνονται από μία χαράδρα, οριοθετώντας τους δύο πόλους ανάπτυξής του. Τέλος, ιδιαίτερο σημείο αναφοράς αποτελεί η οπτική και χωρική του γειτνίαση με αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα. Παραδοσιακά, οι κάτοικοι ασχολούνται με την αμπελουργία, την καλλιέργεια πρώιμων κηπευτικών και τη σαγματοποιία.

Πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά

Το Καρύδι παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον σύνολο από μικρές μονόχωρες ιδιοκτησίες σε πυκνή δόμηση και αποτελεί έναν πολεοδομικό ιστό αναλλοίωτο κατά τους τελευταίους αιώνες. Οι δρόμοι ακολουθούν τις καμπύλες του εδάφους, έχοντας πλάτος 0,80-2,50μ. και τα κτίσματα ελίσσονται κατά μήκος αυτών. Οι κάθετοι στις καμπύλες δρόμοι έχουν μεγάλες κλίσεις και διαμορφώνονται με σκαλοπάτια που ακολουθούν το βήμα των ζώων. Είναι λιθόστρωτοι, με κλίση προς το εσωτερικό για την απορροή των υδάτων. Το σχήμα του οικισμού ακολουθεί το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους και είναι κυκλικό με κέντρο την πλατεία με την εκκλησία, το καφενείο και τα εμπορικά καταστήματα (σαγματοποιείο, ραφείο, μπακάλικο). Τα αναπτύγματα των δρόμων διαμορφώνονται από 3-4 κατοικίες σε σειρά και σε διαφορετικά υψόμετρα, με την πλειονότητα των κτισμάτων να αναπτύσσεται σε ένα επίπεδο. Τα διώροφα κτήρια είναι ελάχιστα (εικ. 6-7).

Υπάρχουν στοιχεία που φανερώνουν πως ο αρχικός πυρήνας είχε φρουριακή οργάνωση. Τα στοιχεία αυτά είναι κατ’ αρχήν ο πυκνός ιστός του οικισμού και η επικοινωνία των σπιτιών μεταξύ τους (σημ. 6), όπως αναφέρεται από τους κατοίκους. Σε σπίτια της εξωτερικής πλευράς του οικισμού, σώζονται ακόμα τμήματα τειχών με «σκαρπωτή» μορφή. Χαρακτηριστικό τέτοιο στοιχείο είναι η ενίσχυση της κάτω γωνίας των κτηρίων, με διαπλάτυνση της βάσης και διαμόρφωση των πλευρών με μια λοξή (σκαρπωτή) λιθοδομή από λαξευτή πέτρα. Είναι η καντονάδα, στοιχείο που συνεχίζει να υπάρχει στη λαϊκή αρχιτεκτονική της Κρήτης μέχρι τις αρχές του αιώνα μας. Η χρησιμοποίηση της καντονάδας γίνεται για λόγους μορφολογικούς, για καλύτερη θεμελίωση και εξασφάλιση μεγαλύτερης αντισεισμικότητας στο κτίριο.

Μπορούμε να πούμε ότι η τυπολογία των σπιτιών ορίζει το «κρητικό λαϊκό αγροτικό σπίτι», πλατυμέτωπο ή στενομέτωπο μονόσπιτο. Είναι κατά κανόνα λιτό, με απλή κυβική μορφή και με ελάχιστα ανοίγματα. Μία παραλλαγή του απλού μονόσπιτου περιλαμβάνει ένα στεγασμένο «οξωστάρι» που συνήθως περιλαμβάνει και το φούρνο. Το οξωστάρι αυτό στεγάζεται, όπως και το σπίτι, με δώμα που στηρίζεται σε ξύλινους στύλους. Στις αυλές ορισμένων κτισμάτων συναντάμε πατητήρια.

Επιπρόσθετα, η λαϊκή αρχιτεκτονική χρησιμοποιεί απλουστευμένα βασικά βενετσιάνικα χαρακτηριστικά, όπως η τοξωτή διαμόρφωση της εισόδου, η διαμόρφωση των θυρωμάτων και των παραθύρων με παραστάδες και τοξωτό ή ευθύγραμμο ανώφλι. Τα κλειδιά των τόξων τονίζονται με απλή προεξοχή του κεντρικού αψιδόλιθου ή με γλυπτό φυτικό διάκοσμο. Ο τονισμός του κεντρικού θυρώματος, της πορτέλλας, έχει διατηρηθεί στη λαϊκή αρχιτεκτονική με γλυπτό διάκοσμο και με επιγραφές. Τα ανοίγματα είναι ελάχιστα, με την αναλογία της φωτιστικής επιφάνειας προς την επιφάνεια της κάτοψης να ανέρχεται στο 4%.

Οι διαστάσεις των κατοικιών προκύπτουν από τις κατασκευαστικές δυνατότητες των υλικών και τον διαθέσιμο χώρο για το κτίσιμο του σπιτιού. Έτσι στον στενομέτωπο τύπο, το πλάτος δεν ξεπερνά τα 3,50 μ. και το μήκος βρίσκεται σε αναλογία 1:2 ή 1:3. Οι επιφάνειες των σπιτιών κυμαίνονται από 25 έως 35 τ.μ.

Τα υλικά κατασκευής είναι η πέτρα, το ξύλο και το χώμα. Η κατασκευή των σπιτιών γίνεται με αργολιθοδομή πάχους 0,50-0,70 μ. Στις λιθοδομές χρησιμοποιείται ακανόνιστος ή ορθογωνισμένος πωρόλιθος και ισχυρό κονίαμα. Χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η χρήση σφηνών από μικρές πέτρες. Οι λιθοδομές καλύπτονται με επιχρίσματα, ξεχωρίζουν μόνο τα πέτρινα πλαίσια των ανοιγμάτων. Οι λαξευτές τοιχοποιίες είναι σπανιότερες και τις συναντάμε κυρίως στις γωνίες των κτιρίων, στους λαμπάδες των ανοιγμάτων και στα στηθαία των κλιμακοστασίων. Αλλά το πιο χαρακτηριστικό απ’ όλα τα στοιχεία του σπιτιού και ενδιαφέρον στην κατασκευή είναι το δώμα. Η απορροή του νερού γινόταν όπως και σήμερα με πέτρινες σκαλιστές μουτσουνάρες και αναγλυφάδες. Οι περιηγητές (σημ. 7) όλων των εποχών σημειώνουν με ιδιαίτερη προσοχή και έκπληξη την ύπαρξη επίπεδων ταρατσών επάνω στις οποίες μπορούσε κανείς να περπατά όπως στο δρόμο. Χαρακτηριστικό τους είναι η τρύπα της καπνοδόχου, η οποία σκεπάζεται με μισό, σπασμένο πιθάρι (σπασοπίθαρο) που χτίζεται μέσα στο υπερυψωμένο σε εκείνο το σημείο τμήμα του δώματος.

Πρόταση κανονιστικού πλαισίου προστασίας και ειδικών όρων δόμησης οικισμού

Το αποτέλεσμα αυτής της καταγραφής ήταν η σύνταξη ορισμένων παραμέτρων και όρων με σκοπό τη μελλοντική προστασία και ανάδειξή τους. Αρχικά, προτάθηκε η οργάνωση ενός ειδικού τμήματος προστασίας παραδοσιακών οικισμών, όπου ο φορέας διαχείρισης και ανάπτυξης θα ήταν τοπικός και ενιαίος για το σύνολο του νομού, με σκοπό την οργάνωση ειδικών συνεργείων καθαρισμού ερειπίων και συλλογής υλικών για επανάχρηση καθώς και μερικής αποκατάστασης όψεων εγκαταλελειμμένων και ερειπίων, την αποκατάσταση δικτύων υποδομών (ύδρευση, αποχέτευση, διαχείριση λυμάτων) με παράλληλη συνεργασία ΔΕΗ και ΟΤΕ για υπόγεια δίκτυα και την αποκατάσταση οδοστρωμάτων, τη φροντίδα και αποκατάσταση-επανένταξη κτισμάτων και χώρων δημόσιας χρήσης στη λειτουργία του οικισμού με ιδιαίτερη προσοχή στη διατήρηση φυσικών στοιχείων και βλάστησης, την ανάπλαση-βελτίωση δημοσίων χώρων και πλατειών και την αποκατάσταση δημοσίων κτηρίων. Σε δεύτερο επίπεδο, προτάθηκε η συνεργασία των κρατικών φορέων με αυτόν των μηχανικών, ώστε να ανατεθούν μελέτες αποτυπώσεων των παραδοσιακών συνόλων και κτηρίων που προτείνονται για μερική ή ολική διατήρηση.

Η σπουδαιότερη παράμετρος είναι να δοθεί έμφαση στο διαχωρισμό του αυθεντικού παραδοσιακού μέρους στο συνεκτικό τμήμα του οικισμού (ή μεμονωμένων κτηρίων) και στη θέσπιση προστασίας κελύφους για όλα τα κτήρια. Η αποκατάσταση εστιάζει στη σπουδαιότητα και θέση του κτηρίου, ανασυντάσσοντας τους όρους δόμησης του συνόλου του οικισμού, δίνοντας έμφαση στους συντελεστές δόμησης και κάλυψης, στη σχέση δομημένου-αδόμητου, στις χρήσεις κτηρίων, δωμάτων και δημόσιων χώρων και στην προσπάθεια αναβίωσής τους (εικ. 8-10).

Εν κατακλείδι, η προσπάθεια που έλαβε χώρα ήταν ένα πρώτος «διάλογος» ανάμεσα σε κατοίκους, μελετητές και φορείς για ένα ζήτημα με ποικίλες εκφάνσεις. Τα οικιστικά σύνολα που βρίσκονται στην περιφέρεια πλήττονται από την απομάκρυνση του πληθυσμού, τη μετατροπή τους σε τουριστικά καταλύματα συνταξιούχων, την ερήμωση και την αλλοίωση του χαρακτήρα τους. Συχνά στεκόμαστε απέναντί τους, τα περπατάμε και τα αντιμετωπίζουμε ρομαντικά, ως σκηνικά μιας αλλοτινής εποχής – επιτρέποντας τη σταδιακή μετατροπή τους σε ερειπιώνες και τη μετάβασή τους στη λήθη. Ως άνθρωπος που προέρχεται από ένα αντίστοιχο περιβάλλον, θεωρώ ότι είναι καθήκον μας η μελέτη τους με σκοπό τη βιωσιμότητά τους – γιατί μόνο σε τέτοια «λησμονημένα μέρη», θα βρεθεί μια γιαγιά στο κέντρο της πλατείας με το πλατάνι, να προσφέρει ένα πιάτο πατάτες γιαχνί από το τσικάλι και μια ρακή, σε πέντε ταλαίπωρους ξενομπάτες (σημ. 8).

 

Δώρα Μαγγανά

Αρχιτέκτων Μηχανικός ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Το σύνολο των μελετητών διασπάστηκε σε αρκετές υποομάδες και κάθε μία ανέλαβε τη μελέτη τριών οικιστικών συνόλων. Η προσπάθεια αυτή φέρει τον τίτλο «Καταγραφή της Πολεοδομικής και Αρχιτεκτονικής Φυσιογνωμίας των Αξιόλογων Οικισμών του Νομού Λασιθίου με σκοπό τη μελλοντική ένταξή τους σε πλαίσιο προστασίας» και ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των τελικών πορισμάτων των ομάδων εργασίας το 2011.
2. Η ετυμολογία του ονόματός του δεν μας είναι γνωστή, αλλά σύμφωνα με τοπικές μαρτυρίες και παραδόσεις έχει προκύψει είτε από κάποιο οικογενειακό όνομα της περιοχής, είτε από το Βυζαντινό επώνυμο «Αρδάβαστος» ή «Αρτάβασδος» των στρατιωτών του Νικηφόρου Φωκά είτε τέλος, από τις λέξεις «αδρά» και «βαστώ» που μεταφράζεται ως «γερά βαστώ». Ο οικισμός δεν αναφέρεται στις απογραφές του 1583 και 1671, γεγονός που οφείλεται στη καταστροφή του από τις επιδρομές των Τούρκων πειρατών το 1471, οπότε και ερημώθηκε. Επανακατοικήθηκε το 16ο αι. μ.Χ. Αναφέρεται στις απογραφές του 1832-33 και 1881, με τον πληθυσμό να ανέρχεται σε 75 χριστιανούς κατοίκους, καθώς οι Οθωμανοί αποφεύγουν την περιοχή. Στην απογραφή του 1928 ο πληθυσμός έχει αυξηθεί, ενώ σήμερα έχουν απομείνει 32 μόνιμοι κάτοικοι.
3. Χτιστά κρεβάτια, αργαλειοί, τζάκια.
4. Η πρώτη γνωστή ιστορική αναφορά του χωριού είναι η ενετική απογραφή του 1583, όπου αναφέρεται ως «Στραβοδοξάρι», όνομα που σύμφωνα με διηγήσεις ντόπιων και βιβλιογραφικές πηγές, οφείλεται στον ξεροκέφαλο χαρακτήρα των κατοίκων του (στραβόξυλο), σε όνομα στρατιωτικού βυζαντινής προέλευσης ή, τέλος, στην ερμηνεία της λέξης δοξάρι (τόξο, δοξάρι λύρας ή βιολιού, εργαλείο σαν τόξο για να ξαίνουν το βαμβάκι).
5. Η ονομασία του οφείλεται σε πλάκα με ανάγλυφη παράσταση κλαδιού καρυδιάς με καρπούς, η οποία βρέθηκε στη θέση Κουτσουνάρα. Το χωριό δεν αναφέρεται στην απογραφή του «Καστροφύλακα» το 1583, ωστόσο σημειώνεται σε γεωγραφικούς χάρτες της ίδιας εποχής, καθώς επίσης και σε συμβολαιογραφικές πράξεις. Αναφέρεται στις απογραφές του 1671, 1832 και 1881, όπου ο πληθυσμός είναι χριστιανικός, με εξαίρεση ελάχιστες μουσουλμανικές οικογένειες. Τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας αποτελούσε έδρα του ομώνυμου δήμου με 14 χωριά στην περιοχή του. Ο συνολικός πληθυσμός ανερχόταν σε 1.831 κατοίκους. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο πληθυσμός φτάνει στο ζενίθ (620 κάτοικοι), ακολουθώντας φθίνουσα πορεία. Σήμερα ανέρχεται στα 30 άτομα.
6. 6. Γ.Ν. Αικατερινιδης, «Τα Καμαρόσπιτα του Καρυδίου Σητείας», Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας, τόμος ΚΒ΄ (1969-1972): «Τινές τούτων επεκοινώνουν παλαιότερον μεταξύ των διά μικρών θυρών, διά να καθίσταται δυνατή η διαφυγή δι’ αυτών, καταδιωκόμενων υπό των Τούρκων χριστιανών».
7. 7. George Lengherand (1486), Domenico Trevisau (1512), Felix Faber (1480-1483), Daniel Ecklin (1552), Jaques le Saige (1518). O Charles Thomson (1730) σημειώνει: «Τα σπίτια, δίπατα το πολύ, είναι χτισμένα με πλιθιά και έχουν αγκωνάρια στις γωνιές. Η στέγη πατημένο χώμα, είναι επίπεδη με μικρή κλίση για να φεύγουν τα νερά. Εκεί σεργιανίζουν οι ένοικοι, όταν έχει καλό καιρό, και κοιμούνται τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού».
8. 8. Η ομάδα εργασίας περιλαμβάνει τη γράφουσα και τους Μ. Πολίτου, Τ. Γκουντέλια, L. Jacovlevic και Μ. Νικολαΐδη.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Αικατερινίδης Γ.Ν., 1973-74. Τα Καμαρόσπιτα του Καρυδίου Σητείας, Αθήνα.
  • Βασιλειάδης Δ., 1976. Το κρητικό σπίτι, Αθήνα.
  • Δημακόπουλος Ιορδ., 1977. Τα σπίτια του Ρεθέμνου. Συμβολή στη μελέτη της αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής της Κρήτης του 16ου και 17ου αιώνα, Αθήνα.
  • Embricios Alex., 1960. La Renaissance Cretoise, Paris.
  • Gerola Giuseppe, 1905-1932. Τopografia delle chiese della citta di Candia.
  • Ηλιάδου Δ., 1967. La Crete sous la domination venitienne et turque, Studi Veneziani IX.
  • Κolodny Emile Y., 1968. La Crete: mutation et evolution d’ une population insulaire grecque, τεύχ.3.
  • Λασσιθιωτάκης Κων., 1964. Πόλεις της Κρήτης, Ηώς.
  • Νουχάκης Ι. 1903. Κρητική χωρογραφία., Αθήνα
  • Παπαδάκη Ν.Π., 1992. Οι κρήνες της Σητείας, Έκδοση περιηγητικής λέσχης, τμήμα Σητείας, Σητεία.
  • Παπαδάκης Ι.Ν., Σητεία, η χώρα του Μύσωνα και του Κορνάρου.
  • Pashley Robert, 1837. Travels in Crete, London.
  • Perrot G., 1867. L’ile de Crete, Paris.
  • Sieber F.W., Ταξιδεύοντας στη νήσο Κρήτη το 1817, Νεοελληνική Ιστορική Βιβλιοθήκη, σ. 231, 232.
  • Σπανάκης Στεφ., 1940-1958. Η Κρήτη. Τουρισμός, Ιστορία, Αρχαιολογία, Ηράκλειο.
  • Σταυράκης Ν., 1890. Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης, Αθήνα.
  • Τριποδάκης Δ., 1966. Ιστορική θεώρηση της εξελίξεως των οικισμών και κατοικίας στην Κρήτη, Αρχιτεκτονική.
  • Τωμαδάκης Νικ., 1960-61. Προβλήματα της εν Κρήτη Αραβοκρατίας 826-961 μ.Χ.