Στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, στο πλαίσιο της 16ης Ετήσιας Συνάντησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης των Αρχαιολόγων (European Association of Archaeologists), η οποία πραγματοποιήθηκε στη Χάγη της Ολλανδίας, έλαβε χώρα συνεδρία με τίτλο: “The study of ceramic ‘standardization’ and ‘variability’ as a search for human choices in the Mediterranean of the late 2nd to late 1st millennium BC” / «Η μελέτη της κεραμικής τυποποίησης και διαφοροποίησης ως διερεύνηση ανθρώπινων επιλογών στη Μεσόγειο της ύστερης 2ης ως ύστερης 1ης χιλιετίας π.Χ.».

Η συνεδρία οργανώθηκε από τους Αντώνη Κοτσώνα και Ελισάβετ Χίτσιου (Πανεπιστήμιο Άμστερνταμ, Ερευνητικό Πρόγραμμα Νέες Προοπτικές στη Μελέτη της Αρχαίας Κεραμικής – New Perspectives on Ancient Pottery: NPAP, www.npap.nl) και προσήλκυσε ομιλητές από πανεπιστήμια και ερευνητικά ινστιτούτα της Ευρώπης (Ολλανδία, Γαλλία, Ισπανία, Βουλγαρία) και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Η συνεδρία περιλάμβανε δύο ανακοινώσεις με εισαγωγικό χαρακτήρα, οι οποίες ανέλυαν μεθοδολογικά ζητήματα και αναφέρονταν στη σημασία και τη χρησιμότητα του ζητήματος της τυποποίησης και της διαφοροποίησης. Τη συνεδρία συμπλήρωναν οκτώ ακόμη ανακοινώσεις που εξέταζαν συγκεκριμένα σύνολα υλικού ή/και συγκεκριμένες αρχαιολογικές θέσεις. Οι περιπτώσεις που εξετάσθηκαν εκτείνονται από τον Λίβανο στην Ανατολική Μεσόγειο ως την Ισπανία στη Δυτική. Επίσης, καλύπτουν το διάστημα από τον 14ο ως τον 3ο αιώνα π.Χ. Οι περισσότερες από τις ανακοινώσεις πάντως επικεντρώνονταν σε υλικό από την Ελλάδα και την Ιταλία της ύστερης 2ης και πρώιμης 1ης προχριστιανικής χιλιετίας. Πέρα από το εισαγωγικό τμήμα, οι επιμέρους ανακοινώσεις είχαν οργανωθεί θεματικά σε τρεις ενότητες που κάλυπταν τη σχέση της κεραμικής τυποποίησης και διαφοροποίησης με: α) τα μυκηναϊκά ανακτορικά κέντρα, β) τις πολιτισμικές ανταλλαγές, γ) πτυχές της παραγωγής και κατανάλωσης της κεραμικής στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης θέσης.

Ο Vladimir Stissi (Welcome and Introduction) εξέτασε τη σχετικότητα των εννοιών τυποποίηση και διαφοροποίηση. Χρησιμοποιώντας παραδείγματα από σύνολα ελληνικής κεραμικής των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων ανέλυσε το πως η χρήση των δύο εννοιών σχετίζεται με τα ερωτήματα του ερευνητή και τη φύση του προς μελέτη υλικού. Επιπλέον, επιχειρηματολόγησε υπέρ της χρήσης των δύο εννοιών για την προσέγγιση μιας σειράς ζητημάτων που έχουν ως αφετηρία τη νοητή αλυσίδα παραγωγής, διακίνησης και χρήσης των αγγείων αλλά δεν περιορίζονται σε αυτή.

Ο Αντώνης Κοτσώνας (Standardization, variation, variability and the study of Greek pottery) παρουσίασε μια ιστορία της έρευνας πάνω στις έννοιες τυποποίηση και διαφοροποίηση και ανέλυσε προβλήματα ορολογίας και κατανόησης. Όπως υποστήριξε, στην περίπτωση αρχαιολογικού υλικού οι δύο όροι έχουν νόημα μόνο στο πλαίσιο συγκρίσεων μεταξύ δύο ή περισσοτέρων συνόλων∙ το νόημα αυτό διακρίνει τον όρο τυποποίηση στα αρχαιολογικά του συμφραζόμενα από εκείνον που χρησιμοποιούμε στην σύγχρονη ζωή των τυποποιημένων προϊόντων και των ISO. Για να αναδείξει την κεντρική σημασία των εννοιών, ο Κοτσώνας παρουσίασε μια σειρά τρόπων με τους οποίους η θεωρία και η μεθοδολογία της τυποποίησης/διαφοροποίησης μπορούν να συνδράμουν στη διερεύνηση καθιερωμένων αλλά και νέων ζητημάτων της έρευνας πάνω στην παραγωγή, διακίνηση και χρήση των αγγείων. Ταυτόχρονα ανέδειξε τις στατιστικές μεθόδους που μπορούν να συμβάλλουν στην καλύτερη προσέγγιση των ζητημάτων αυτών και στην κατανόηση των ανθρώπινων επιλογών.

Η σημασία των εννοιών της τυποποίησης και διαφοροποίησης για τη μελέτη της κεραμικής από το στρώμα καταστροφής του ανακτόρου της Πύλου αποτέλεσε αντικείμενο της Julie Hruby (Moving from Ancient Typology to an Understanding of the Causes of Variability: A Mycenaean Case Study). Η Hruby έδωσε έμφαση στην ορθή μεθοδολογία υπολογισμού του βαθμού τυποποίησης ενός κεραμικού συνόλου. Επέμεινε στη σημασία της κατανόησης της τυπολογίας των αρχαίων χρηστών (η οποία δεν συμπίπτει απαραίτητα με εκείνη των σημερινών μελετητών) και στη διενέργεια υπολογισμών που βασίζονται στις σωζόμενες και όχι στις αποκαθιστάμενες διαστάσεις των αγγείων. Βασιζόμενη στην ευρέως χρησιμοποιούμενη στατιστική μέθοδο coefficient of variation, η Hruby κατέδειξε ότι η κεραμική του ανακτόρου δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα υψηλή τυποποίηση, παρότι κατασκευασμένη κατά βάση από έναν μόνο κεραμέα. Το φαινόμενο αυτό εξηγείται από τις μάλλον περιορισμένες ικανότητες του κεραμέα, οι οποίες αποτυπώνονται σαφώς στα τεχνικά προβλήματα των έργων του.

Ο Johannes Verstraete (Standardization and variation: the study of a deposit of undecorated Mycenaean pottery from Mycenae) επικεντρώθηκε στη μελέτη ενός συνόλου αδιακόσμητης κεραμικής από την Οικία των Σφιγγών στις Μυκήνες του 13ου αιώνα π.Χ. Ο Verstraete υποστήριξε πως παρά τη γενική εντύπωση περί τυποποίησης του υλικού, αυτό παρουσιάζει ένα διόλου ευκαταφρόνητο βαθμό διαφοροποίησης. Τη θέση του αυτή τεκμηρίωσε με εκτενή αναφορά στην ποικιλία τεχνικών παραγωγής ενός τύπου κύλικας, ο οποίος ήταν και ο πιο διαδεδομένος τύπος αγγείου στο εξεταζόμενο κεραμικό σύνολο.

Η σημασία της μελέτης της τυποποίησης σε ανασκαφικά περιβάλλοντα παραγωγής και χρήσης δύο ή περισσοτέρων διαφορετικών κεραμικών ρυθμών εξετάστηκε από τους Arianna Esposito και Julien Zurbach (Technological standardization, cultural standardization and cultural contact). Έμφαση δόθηκε στις περιπτώσεις της Μιλήτου της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και της Οινωτρίας (στο νοτιο-ανατολικό τμήμα της ιταλικής χερσονήσου) της Εποχής του Σιδήρου. Στην περίπτωση της Μιλήτου, οι συνθήκες παραγωγής θεωρήθηκαν καθοριστικές για την αρκετά υψηλή τυποποίηση που παρουσιάζει το τοπικό υλικό, είτε αυτό είναι μυκηναϊκού ρυθμού είτε μικρασιατικού. Αντίθετα, στην ιταλική περίπτωση, η τυποποίηση διαφορετικών τοπικών ρυθμών αποδόθηκε στην πρόθεση συγκεκριμένων κοινοτήτων να διαφοροποιηθούν σε επίπεδο υλικού πολιτισμού από άλλες, γειτονικές τους κοινότητες.

H Petya Ilieva (North aegean sub-protogeometric ceramics: regional standardization or variation of aegean standard) εξέτασε τη σημασία της τυποποίησης και της διαφοροποίησης για τον προσδιορισμό και την κατανόηση ενός κεραμικού ρυθμού, συγκεκριμένα του ρυθμού G2-3, ο οποίος εμφανίζεται στο Βόρειο Αιγαίο κατά το 700-650 π.Χ.. Από τη μια πλευρά, αρκετά τυποποιημένα χαρακτηριστικά διαφοροποιούν τον εν λόγω ρυθμό από άλλους κεραμικούς ρυθμούς της εποχής. Από την άλλη, ο ίδιος ο ρυθμός παρουσιάζει αξιόλογη εσωτερική διαφοροποίηση. Επιπλέον, έντονη διαφοροποίηση στις χρήσεις του ρυθμού G2-3 παρατηρείται ανάμεσα σε θέσεις όπου αυτός παραγόταν και σε θέσεις όπου αυτός εισαγόταν.

Η τυποποίηση και η διαφοροποίηση της φοινικικής κεραμικής της Εποχής του Σιδήρου αποτέλεσε το θέμα του Francisco Núñez (Tyrian potters and their products: a combination of technical standardization and ceramic variability). Δίδοντας έμφαση στο υλικό από ένα νεκροταφείο της Τύρου, ο Núñez κατέδειξε ότι συγκεκριμένοι τύποι σχημάτων και διακόσμησης επιβίωσαν στη Φοινίκη για πολλούς αιώνες εξαιτίας του συντηρητισμού που χαρακτηρίζει γενικά τη φοινικική κεραμική. Όταν προέκυπτε μια πρόσθετη ανάγκη, οι κεραμείς τροποποιούσαν ελαφρώς τον καθιερωμένο τύπο. Η συντηρητική αυτή στάση παραμένει δυσερμήνευτη καθότι αγνοούμε βασικά στοιχεία για την κοινωνική θέση των Φοινίκων κεραμέων της εποχής.

Στην παρουσίασή της, η Jeltsje Stobbe (Changing frameworks: from self-explanatory observation to social interpretation in Latial pottery studies) άσκησε κριτική σε κυρίαρχα ερμηνευτικά σχήματα που αφορούν την κεραμική παραγωγή στην Ιταλία του πρώτου μισού της πρώτης χιλιετίας π.Χ.. Σύμφωνα με τα σχήματα αυτά, η κεραμική διαφοροποίηση χαρακτηρίζει τη χειροποίητη παραγωγή και, με την πάροδο του χρόνου, αντικαθίσταται από την τυποποίηση, η οποία αποτελεί έργο εξειδικευμένων τεχνιτών. Εξετάζοντας παραδείγματα συγκεκριμένων κεραμικών ρυθμών που απαντώνται στο Satricum της Κεντρικής Ιταλίας, η Stobbe υποστήριξε ότι η εικόνα του αρχαιολογικού υλικού είναι πολύ πιο σύνθετη από εκείνη που παρουσιάζεται στα προαναφερθέντα ερμηνευτικά σχήματα και μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με τη συνδυαστική μελέτη των διαφορετικών ρυθμών που απαρτίζουν ένα κεραμικό σύνολο (και όχι με την ανάλυση μεμονωμένων ρυθμών).

Η ανακοίνωση των Fernando Pérez Lambán, Javier Fanlo Loras και Jesús Picazo Millán (Ceramic variability, family and social organization in a First Iron Age settlement: el Cabezo de la Cruz, Zaragoza, NE Spain) επικεντρώθηκε στην ισπανική θέση της Εποχής του Σιδήρου el Cabezo de la Cruz. Μολονότι χειροποίητη, κατασκευασμένη από μη ειδικευμένους τεχνίτες και χαρακτηριζόμενη από απλή τεχνοτροπία, η κεραμική από την εν λόγω θέση παρουσιάζει αξιόλογη τυποποίηση, Μάλιστα, μια κατηγορία φιαλών παρουσιάζει και τυποποιημένη χωρητικότητα. Ταυτόχρονα, η κεραμική αυτή παρουσιάζει μια ορισμένη διαφοροποίηση, η οποία, όταν εξεταστεί συνδυαστικά με τα σημάδια του κεραμέα που απαντώνται σε αρκετά αγγεία αλλά και με την εικόνα της διασποράς του υλικού στις διάφορες οικιστικές μονάδες, διαφωτίζει με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο τις επιλογές συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.

Η Colette Beestman-Kruijshaar (New Halos – the Hellenistic Wine-drinking cups) εξέτασε ένα σύνολο κεραμικών σχημάτων του 3ου αιώνα π.Χ. που προέρχονται από την Άλω της Θεσσαλίας και σχετίζονται με την κατανάλωση κρασιού. Η ανακοίνωσή της ανέδειξε αξιόλογες διαφορές σε σχέση με το ρεπερτόριο που απαντάται στην Αθήνα της ίδιας περιόδου, ειδικά ως προς την αντιπροσώπευση του κρατήρα. Επιπλέον, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του κανθάρου, η Beestman-Kruijshaar ισχυρίστηκε πως η έντονη διαφοροποίηση στο σχήμα και τη χωρητικότητα που εντοπίζεται σε αγγεία πόσης που προέρχονται από το ίδιο κεραμικό σύνολο οφείλεται στη διαφορετική τους χρήση.

Σε συνέχεια της συζήτησης που ακολούθησε την τελευταία ομιλία, ο Gert Jan Van Wijngaarden συντόνισε μια γενική συζήτηση. Συνόψιζε τα βασικά επιχειρήματα των διαφόρων ανακοινώσεων και τα οργάνωσε θεματικά σε μορφή συμπερασμάτων. Στη διαδικασία αυτή συμμετείχαν όχι μόνο οι ομιλητές αλλά και το κοινό, το οποίο υπήρξε αρκετά μεγάλο και δραστήριο καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεδρίας.

Εκ μέρους της οργανωτικής επιτροπής,
Δρ. Αντώνης Κοτσώνας
[email protected]