Νεοεξπρεσιονιστικές προτάσεις σύγχρονων Ελλήνων εικαστικών
Δρ Στέλλα Μουζακιώτου
Ιστορικός Τέχνης, Επιστημονική Συνεργάτις ΤΕΙ Αθήνας

Η συγκεκριμένη μελέτη, που αφορά την εικαστική πρόταση του ζωγράφου και γλύπτη Αριστομένη Κατσούλα, αποτελεί μέρος μιας ενδελεχούς ερευνητικής δραστηριότητας στο εικαστικό έργο σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών. Στόχος της έρευνας αυτής είναι η προσέγγιση, η ανάλυση και η παρουσίαση του έργου τους, όχι με βάση την αναγνωρισιμότητά τους αλλά με βάση τη δυναμική και την πρωτοτυπία που αποπνέει η δουλειά τους, ενταγμένη πάντα στο ευρύτερο εικαστικό πλαίσιο της σύγχρονης εποχής.

Μέσα από μια ουσιαστική προσέγγιση της δραστηριότητας του δημιουργού Α. Κατσούλα, διαπιστώνουμε ότι τα θέματά του κινούνται στο δημιουργικό πεδίο των «Νέων Αγρίων» (Neue Wilden) Γερμανών νεοεξπρεσιονιστών• ένα χώρο όπου η ζωγραφική έχει να επιδείξει έντονα χρώματα, δυναμικές αστικές σκηνές, υπαρξιακές καταστάσεις της ανθρώπινης φύσης που αναπαριστώνται σύμφωνα με μια εξπρεσιονιστική διήγηση, άγριους τόπους τους οποίους η ζωγραφική και η μνήμη καθιστούν μυθικούς. Πρόκειται για μια «ηθική» στάση που εκδηλώνεται διαμέσου της ζωγραφικής, χωρίς όμως να επιδιώκει να βρει «μέσα» στη ζωγραφική τις λύσεις της.

Γεννημένος στον Πύργο Μεσσηνίας (1955), σ’ ένα περιβάλλον όπου το απέραντο πράσινο τοπίο μοιάζει να κυριαρχεί και να καθορίζει τις δραστηριότητες των ανθρώπων, ο Κατσούλας επιλέγει να αποτυπώσει εικαστικά τη δραματική δύναμη της ανθρώπινης φύσης με τρόπο τόσο συμπαγή, διεισδυτικό και ειλικρινή, ώστε να μετουσιώνει το νόημα της ύπαρξης σε μια ενυπάρχουσα και ανησυχητική πραγματικότητα. Το διάστημα 1972-1975 μένει στην Αθήνα για να μαθητεύσει στη Σχολή Διακοσμητικών Τεχνών «Βακαλό» και στη συνέχεια ταξιδεύει στην Ιταλία για να σπουδάσει ζωγραφική στην Accademia di Belle Arti di Perugia (1975-1980). Ο νεαρός τότε καλλιτέχνης έρχεται αμέσως σε επαφή με τους καλλιτέχνες της πνευματικής πρωτοπορίας της Ευρώπης (Αλμπέρτο Μπούρι, Γιάννη Κουνέλλη) και μαγεύεται από την προσωπικότητα και τα έργα-δράσεις του Γερμανού δημιουργού Γιόζεφ Μπόις (1921-1986). Αν κάποιος άνθρωπος κατά τη διάρκεια της ζωής του ενσάρκωσε τις εμπνεύσεις της πρωτοπορίας και τις προσδοκίες του κοινού από τον καλλιτέχνη, αυτός δεν είναι άλλος από τον Μπόις, αφού ουσιαστικά υπήρξε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος μιας τέχνης που αρνιόταν να περιοριστεί στο γκέτο του κάθε γλωσσικού πεδίου, και είχε ως όραμα να υπερκεράσει τα όρια που τη χωρίζουν από τη ζωή. Είναι ο δημιουργός που περισσότερο από κάθε άλλον εκπροσώπησε με ειλικρίνεια την επιθυμία να βρίσκεται μέσα στο κοινό, μέσα από δράσεις σαμανισμού και εμπνευσμένες διαλέξεις, με την πεποίθηση ότι υπηρετεί μια τέχνη μαζικής κατανάλωσης.

Μέσα από μια τόσο πλούσια πνευματική και εικαστική παιδεία, ο Αριστομένης Κατσούλας γρήγορα συνειδητοποιεί ότι η ζωγραφική δεν αποτελεί πεδίο μίμησης της πραγματικότητας, αλλά αυτόνομη πράξη που απορρέει από τις πιο κρυφές και ενστικτώδεις ανάγκες του ανθρώπου που κυριαρχείται αποκλειστικά από τη βαθιά και αδάμαστη δύναμη της έκφρασης. Αντιδρώντας στις ψυχρές, άσπιλες και κομψά ασκητικές εικαστικές προτάσεις συγχρόνων του, ο ζωγράφος στρέφεται προς ένα έντονα χειρονομιακό, ακατάστατο, βίαιο νεοεξπρεσιονιστικό ιδίωμα. Αμφισβητεί με τον πιο σαρκαστικό τρόπο την ακεραιότητα της ζωγραφικής επιφάνειας, αφού καταφέρνει να μεταδώσει μια αίσθηση ωμότητας και εμφανούς προκλητικότητας.

Το έργο του Κραυγές (εικ. 1) χαρακτηρίζεται από μια τρομακτική όσο και εκφραστική βία χωρίς να αναπαριστά ρεαλιστικά κάποια βάναυση πράξη, αλλά μια ακαθόριστη απειλή σ’ έναν αφανή χωρόχρονο, πέρα από τα όρια του πίνακα, η οποία απεικονίζεται στις τρεις μορφές και τη χρωματική επιφάνεια των αστικών οικοδομημάτων που τις περιβάλλει. Η αγριότητα των χρωμάτων κεραυνοβολεί κυριολεκτικά το θεατή, κατακλύζει τις αισθήσεις, παρεμποδίζοντας την προσπάθεια ερμηνείας του θέματος σύμφωνα με τις κοινότυπες συμβάσεις ή την κοινή λογική. Ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα ενώνει τα εικονιζόμενα πρόσωπα, μια εξαγριωμένη, βασανισμένη και τρομοκρατημένη έκφραση που προκαλεί μια αίσθηση τραγωδίας. Πρόκειται για μια κραυγή γεμάτη από αχαλίνωτη δύναμη, σπαραχτική, περισσότερο ζωώδη παρά ανθρώπινη, χωρίς όμως να αποκαλύπτεται η προέλευση ή η αιτία της. Η απελπισία και ο τρόμος που νιώθει η κεντρική μορφή στο πρώτο πλάνο του πίνακα αντανακλάται και στο τοπίο, όπου οι γραμμές και τα χρώματα των οικοδομημάτων μοιάζουν να έχουν κλονιστεί από τα διαδοχικά κύματα του παράλογου φόβου. Οι δύο άλλες φιγούρες λειτουργούν συμπληρωματικά μέσα από τη συνοπτική περιγραφή τους, όμως καταφέρνουν να επιταχύνουν τη διείσδυση στο πιο διαισθητικό μέρος του μυαλού, εκεί όπου οι αισθήσεις και η αντίληψη προηγούνται της λογικής ερμηνείας. Οι χρωματικές επιλογές του δημιουργού, σαν μάγμα ηφαιστείου, αποδεσμεύουν μια εκτυφλωτική λάμψη, σε βαθμό που ο χώρος να γίνεται αντιληπτός περισσότερο στο ψυχικό και λιγότερο στο λογικό επίπεδο. Η χειρονομιακή εκτόνωση μιας εκρηκτικής δημιουργικής στιγμής αποκαλύπτεται από τις επιθετικές γραμμές και τις γεωμετρικές φόρμες των αστικών κτιρίων που διακόπτονται απότομα, ενισχύοντας το συμβολικό ειρμό της σύνθεσης και αναδεικνύοντας ως πραγματικό θέμα του πίνακα την ίδια την έκφραση του τρόμου, ανώτερη από κάθε συγκεκριμένο ή πρόσκαιρο αίτιο.

Στο έργο Διχασμός (εικ. 2), ο Κατσούλας συνεχίζει να προκαλεί το θεατή διαμερίζοντας τη μορφή σε δύο δυναμικά εκφραστικά τμήματα που αποδεσμεύουν μια ακαθόριστη αίσθηση, ένα αρρωστημένο και ασθματικό αποτέλεσμα που προκύπτει από την έντονη καταπίεση του σύγχρονου ανθρώπου. Η γυναικεία φιγούρα, διχοτομημένη και διχασμένη, μοιάζει να βιώνει τη δική της τραγωδία, το δικό της αδιέξοδο. Η αιχμηρή λωρίδα στο πρόσωπό της υποδαυλίζει την ταραχή μας μέσω της έντονης αντίθεσης των χρωμάτων και της διαφορετικής απόδοσης των χαρακτηριστικών. Το κεφάλι της διασπάται σε δύο ασύνδετες χρωματικές μάζες, όπου στη μία το μάτι αποδίδεται μουτζουρωμένο ύστερα από την έντονη εκτόνωση μιας συναισθηματικής έξαρσης, ενώ στην άλλη, σε αποχρώσεις του κίτρινου, μοιάζει κενό, σχεδόν νεκρό. Η πυρετώδης εικονογραφική εκτέλεση του ζωγράφου σε συνδυασμό με τα νεφελώδη σημεία σύγχυσης της μορφής αποτεφρώνουν τα οργανικά χαρακτηριστικά του φυσικού μοντέλου, χάνοντας την πραγματική του ιδιότητα και περνώντας στη σφαίρα του παραλόγου. Τη σύγχυση της σκηνής επιτείνουν οι αγωνιώδεις λωρίδες αφύσικου χρώματος που στροβιλίζονται στο γύρω τοπίο και ο καταιγισμός αντικειμένων ή ψαριών, που σαν φανταστικά ιδεογράμματα δυσκολεύουν την αποκρυπτογράφηση του έργου μέσω της λογικής.

Οι Φιγούρες του δημιουργού, είτε κινούνται (εικ. 3), είτε είναι στατικές (εικ. 4), είτε χορεύουν (εικ. 5), είτε αγκαλιάζονται –μέσα από μια ηθελημένη απόκρυψη της ταυτότητάς τους–, οδεύουν προς μια υπόγεια και αποσταθεροποιητική διάσταση. Η σύνθεση εδώ αποκαλύπτει μια αινιγματική περιπέτεια συνεχών τροποποιήσεων. Οι σχεδόν μονοχρωματικές ανθρώπινες μορφές χάνουν την ισορροπία τους μέσα σε ένα διαρκές παιχνίδι χρωμάτων και όγκων. Μέσα σ’ αυτό το τόσο έντονο περιβάλλον, με τη ρυθμική ακολουθία των αντιθέσεων, οι βασικές μορφές μεγεθύνονται και απομονώνονται από την εξωτερική πραγματικότητα του πίνακα (εικ. 5), ενώ η ύπαρξη ενός αυτοκινήτου που μοιάζει να κινείται σε σκοτεινό δρόμο με αναμμένα φώτα, λειτουργεί αντιθετικά στο φωτισμένο τοπίο της σύγχρονης μεγαλούπολης. Ενταγμένες σ’ ένα ακαθόριστο χωρόχρονο, οι φιγούρες του ζωγράφου προβάλλουν αινιγματικές και μνημειακές ταυτόχρονα• φαίνονται να εγκλιματίζονται στο περιβάλλον και να διαγράφονται πάνω στο φόντο του αστικού τοπίου με αξιοπρόσεκτη εναρμόνιση.

Ο καλλιτέχνης στην προσπάθειά του να διαχωριστεί ριζικά από τη φαινομενική αλήθεια των πραγμάτων εξοστρακίζει τις φόρμες, για να αποτρέψει την παρεξήγηση που θέλει τον πίνακα μίμηση της πραγματικότητας. Η Σύνθεσή του (εικ. 6), αποκαλύπτει ένα επαναλαμβανόμενο εκφραστικό μοτίβο στο έργο του, έναν έντονο σαρκασμό, μια βίαιη αίσθηση του χιούμορ, που συχνά είναι γκροτέσκο, κυνικό, εξωφρενικό. Το ανοικτό στόμα της υβριδικής μορφής που πρωταγωνιστεί, προκαλεί μια ακαθόριστη αίσθηση• το χαμόγελό της μοιάζει με κομμάτι από παζλ που έχει τοποθετηθεί σε λανθασμένη θέση ανατρέποντας την αρμονία του συνόλου. Πρόκειται για μια εικόνα ικανή να εξάψει τη φαντασία του θεατή, αφού τα θέματά της έχουν παραμορφωθεί σχεδόν ασύνειδα στην αόριστη οπτική εμπειρία του δημιουργού. Οι αισθήσεις εκφράζονται μόνο με νοηματικές ομοιότητες, υπαινιγμούς αναπαραστάσεων και συμβολικά στοιχεία που προέρχονται –μέσω της τεχνικής επεξεργασίας– από την αρχική μορφή της ρεαλιστικής εικόνας, η οποία ανατράπηκε ριζικά λόγω της καλλιτεχνικής της τροποποίησης. Ο πίνακας αυτός αποτελεί μια σουρεαλιστική απεικόνιση ενός αστικού «πολεμικού» τοπίο, όπου το σώμα της μορφής αποτυπώνεται σε μια στάση μέγιστης ανατομικής έντασης, που ήδη εμπεριέχει την ανάφλεξη και την απογύμνωση της σάρκας. Μέσα όμως σ’ αυτό το έντονο χρωματικό και σχεδιαστικό παραλήρημα (εικ. 9), ο καλλιτέχνης συνεχίζει να ζει το δικό του όνειρο αποκαλύπτοντας σπαράγματα εικόνων της παιδικής του ηλικίας. Αεροπλάνα, ποδήλατα, αυτοκίνητα, βάρκες και μυθικά ζώα συμπληρώνουν το αινιγματικό τοπίο προσφέροντας μια όαση αισιοδοξίας στο θεατή, που ήδη έχει «βομβαρδιστεί» από τα αδιέξοδα της ζωής σε μια μεγαλούπολη. Για τον Κατσούλα, η ζωγραφική είναι ο τρόπος να αναδημιουργήσει το προφανές, να ξορκίσει την αληθοφάνειά του, να απελευθερωθεί από την απειλή του. Δημιουργεί μια πρωτότυπη σύνθεση, με τη δική της διάσταση συμμετρίας και ισορροπίας. Τα σαφή, διακριτά χρωματικά πεδία καθορίζουν μια αφηρημένη και βίαιη «ψυχική αρχιτεκτονική», που δεν αντικατοπτρίζει το πραγματικό περιβάλλον, αλλά μάλλον μια φανταστική σκηνή, στην οποία η ανθρώπινη μορφή και τα αντικείμενα κινούνται παράδοξα, ανάλογα με την ιδιαίτερη ταυτότητά τους και τη μοναχικότητά τους.

Κινούμενος μέσα σ’ αυτό το αισθητικό και ψυχολογικό πλαίσιο, ο καλλιτέχνης δημιουργεί Προσωπογραφίες (εικ. 7) με σκοπό να αγγίξει ένα βαθύτερο, πιο σκοτεινό επίπεδο του υποκειμένου. Δουλεύοντας ενάντια στη συμβατική απεικόνιση, επιτείνει την πιο βίαιη τριβή με την έκφραση της εσωτερικής κίνησης και απελευθερώνει την πιο παράτολμη ελευθερία της εκτέλεσης. Μέσα απ’ αυτή την τριβή, η μορφή εξαρθρώνεται. Οι φόρμες που αποκαλύπτονται από τη σύνθεση και το χειρισμό των χρωμάτων και του μετάλλου εκφράζουν τη δύναμη, τον αντικομφορμισμό, την προκλητικότητα, τη γενναιόδωρη όσο και υπέρμετρη ειλικρίνεια. Ένα πλήθος από πινελιές λειτουργούν επιθετικά αποκαθιστώντας τη φυσιογνωμία του μοντέλου με ψυχολογικά κριτήρια. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου αποδίδονται με μακάβρια ζωντάνια, τη στιγμή που καμιά πιστή μίμηση των εξωτερικών του στοιχείων και καμιά φωτογραφία δεν θα μπορούσαν να το αποδώσουν με τόσο βάθος και τόση εσωτερικότητα. Η απομόνωση της μορφής φτάνει εδώ στο μέγιστο βαθμό απλότητας, αναδεικνύοντας τη βίαιη διαπάλη ανάμεσα στην επιθυμία για ζωή (αιωρούμενα οικιακά σκεύη, αυτοκίνητο σε κίνηση, ντουζιέρα) και το αίσθημα του επερχόμενου θανάτου, όπως υποδηλώνεται από το πυρωμένο μέταλλο στο λαιμό και το στήθος που μοιάζει να αναρροφά και τα τελευταία ζωτικά στοιχεία της ήδη αφυδατωμένης και αποστεωμένης ανθρώπινης ύπαρξης. Μέσα από αυτή την προσωπογραφία ο καλλιτέχνης απελευθερώνει την αγωνιώδη προσπάθειά του να βρει εκείνη την τεχνική με την οποία θα καταφέρει να αποδώσει όλους τους σφυγμούς ενός ατόμου της αστικής πόλης. Διαπιστώνει ότι εκτός από το πορτρέτο, πρέπει να προσπαθήσει να παγιδεύσει και την ενέργεια που απορρέει από αυτό. Η εικαστική δημιουργία του έγινε ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον πραγματικό και τον υποκειμενικό του κόσμο. Ενώ καμιά εξουσία ή επιστήμη δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει την πραγματικότητα, το έργο τέχνης για το δημιουργό εκφράζει την υπαρξιακή ανησυχία του ατόμου και επιτρέπει τη μεταμόρφωση του υποκειμενικού κόσμου σε πραγματικότητα.

Τα αστικά τοπία του Αριστομένη Κατσούλα (εικ. 8, 9) γίνονται λιγότερα άγρια και επιθετικά όταν η ανθρώπινη παρουσία χάνει τον πρωταγωνιστικό της ρόλο. Μας αποκαλύπτει τα άπειρα ερεθίσματα των νεανικών του χρόνων, έστω και αν αυτά σε μεγάλο βαθμό μεταμορφώθηκαν ή χάθηκαν στα βάθη του υποσυνείδητου εξαιτίας του σύγχρονου πυρετώδους τρόπου ζωής. Για να ανακαλέσει αυτές τις εικόνες στη μνήμη του και να αγγίξει κάτι από την αλήθεια τους που χάθηκε στο πέρασμα του χρόνου, ο καλλιτέχνης πρέπει να τις ανασύρει από τα βάθη του νου του. Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο μέσω της ριζικής αναδημιουργίας τους. Οι εικόνες αυτές συνιστούν ένα χαώδες σύμπαν ερεθισμάτων που δεν επιτρέπουν καμιά λογική ανασύνθεση, περιγραφή ή αφήγηση. Μοτοσικλέτες, τρενάκια και αυτοκίνητα που παραπέμπουν στον κόσμο των παιχνιδιών και όχι στη θορυβώδη πραγματικότητα μιας αστικής πόλης, μοιάζουν να προσπαθούν να ξορκίσουν τα ψυχρά και ρεαλιστικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού μας. Έχοντας πρώτα αναπτύξει τις εκφραστικές δυνατότητες του τοπίου, το οποίο πλάθει μέσα από μίξεις χρωμάτων και ελεύθερες πινελιές, ο ζωγράφος προβάλλει στο έργο του το οπτικό αποτέλεσμα της χρωματικής μάζας, η οποία δομείται στέρεα μέσα από τη γραμμή και την επιφάνεια. Το κύριο ενδιαφέρον του καλλιτέχνη δεν είναι η ανατομική ορθότητα, αλλά η συνολική μορφική πληρότητα των έργων του.

Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση μέρους της ερευνητικής μου μελέτης στην εικαστική πρόταση του Αριστομένη Κατσούλα, θα ήθελα να αποκαλύψω στα μάτια του θεατή την εικόνα ενός δημιουργού που καταφέρνει να συνδυάσει την «κραυγή αγωνίας» του απομονωμένου ανθρώπου μιας σύγχρονης μεγαλούπολης με την απόλυτη ομορφιά της ζωγραφικής. Με πρωταγωνιστή τον άνθρωπο, ή μάλλον την ευπάθειά του στο περιβάλλον που ζει, φιλοτεχνεί συνθέσεις στις οποίες υπερισχύει η ερμηνεία με βάση μια εξπρεσιονιστική και οραματική μέθοδο, που αποτυπώνει ξεκάθαρα τη δραματική δύναμη της ανθρώπινης κατάστασης και το εσωτερικό και απόκρυφο νόημα της ενδόμυχης ύπαρξής του. Αυτή η ερμηνεία του νοήματος της ζωής του σύγχρονου ανθρώπου, που αναμειγνύεται με εκρηκτική ενέργεια και άφατη απόγνωση, είναι πολύ πιο αληθινή από κάθε άλλη ρεαλιστική απεικόνιση.

Βιβλιογραφία
ΒΑΚΑΛΟ Ε., Δώδεκα μαθήματα για την Σύγχρονη Τέχνη, Αθήνα 1970.
ΒΑΚΑΛΟ Ε., Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα. Ο μύθος της ελληνικότητας, τόμ. Γ΄, Αθήνα 1983.
ΜΟΥΖΑΚΙΩΤΟΥ Σ., Τέχνης Δημιουργήματα, η Ιστορία της Τέχνης από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, εκδόσεις Photo Imaging Group, Αθήνα 2005.
ΜΟΥΖΑΚΙΩΤΟΥ Σ., Μελέτες για τη Σύγχρονη Τέχνη, εκδόσεις Photo Imaging Group, Αθήνα 2009.
ΜΟΥΖΑΚΙΩΤΟΥ Σ., Νίκος Κεσσανλής και Ζαχαρίας Στέλλας. Σημεία επαφής στο εικαστικό τους έργο, εκδόσεις Ελληνική Φωτογραφική Εταιρία, Αθήνα 2009.
ΜΟΥΖΑΚΙΩΤΟΥ Σ., Η εικαστική πρόταση του Ανατόλη Λαζαρίδη (1916-1989), εκδόσεις Ελληνική Φωτογραφική Εταιρία, Αθήνα 2009.
ΜΟΥΖΑΚΙΩΤΟΥ Σ., Οι «αστικοί διάλογοι» του εικαστικού Αριστομένη Κατσούλα, εκδόσεις Photo Imaging Group, Αθήνα 2009.
ΜΟΥΖΑΚΙΩΤΟΥ Σ., Ο Ζωγράφος, Κώστας Γλιάτας, εκδόσεις Photo Imaging Group, Αθήνα 2010.
ΠΕΓΕ Ζ., Η ζωγραφική στο 19ο αιώνα, μετάφραση: Άλκης Χαραλαμπίδης, Αθήνα 1984.
ΡΗΝΤ Χ., Ιστορία της Μοντέρνας Ζωγραφικής, Αθήνα 1978.
ΡΗΝΤ Χ., Λεξικό Εικαστικών Τεχνών, Αθήνα 1986.
ΧΟΝΟΡ Χ.-ΦΛΕΜΙΝΓΚ ΤΖ., Ιστορία της Τέχνης, τόμ. 4, Αθήνα 1993.