Γεώργιος Θ. Τσουμής, Δάση και περιβάλλον στην αρχαία Ελλάδα, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2007, 122 σελ.
ISBN 978-960-12-1593-8. Τιμή: 9 ευρώ.

Βιβλιοκρισία
Το βιβλίο αποτελεί συλλογή άρθρων και διαλέξεων του Γεώργιου Θ. Τσουμή, ομότιμου καθηγητή της Σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Σκοπός του είναι να προσφέρει μια εικόνα των δασών και του περιβάλλοντος στην αρχαία Ελλάδα χρησιμοποιώντας διάφορες προσεγγίσεις του θέματος.

Στα επτά κεφάλαια του βιβλίου, ο συγγραφέας ασχολείται με τους θεούς και το δάσος στην αρχαία Ελλάδα (κεφ. 1), τα δάση στην Οδύσσεια του Ομήρου (κεφ. 2), την υποβάθμιση του περιβάλλοντος στην αρχαία Ελλάδα (κεφ. 3), την καταστροφή των δασών στην περιοχή της Μεσογείου (κεφ. 4), τον Θεόφραστο ως πατέρα της υλοχρηστικής (κεφ. 5), τις αλλαγές που σημειώθηκαν στο φυσικό περιβάλλον της Δυτικής Μακεδονίας, από τα προϊστορικά χρόνια ως σήμερα (κεφ. 6), και τέλος την αποδάσωση και αναδάσωση της Ελλάδας (κεφ. 7). Κάθε κεφάλαιο συμπληρώνεται από έναν επίλογο και πλούσια βιβλιογραφία. Το βιβλίο δεν έχει γραφτεί για τους ειδικούς αλλά για το ευρύ κοινό. Το ενδιαφέρον του κάθε κεφαλαίου ποικίλλει, προφανώς εξαιτίας του διαφορετικού κοινού στο οποίο τα κείμενα απευθύνονταν κάθε φορά.

Το κύριο θέμα είναι η αποδάσωση και η καταστροφή των δασών στους αρχαίους χρόνους, που προκαλούνταν από την υλοτόμηση, τη βοσκή και τις πυρκαγιές. Ελλείψει άμεσων πληροφοριών, ο συγγραφέας έχει συλλέξει βιβλιογραφικές πηγές όπου αναφέρεται πόση ξυλεία χρησιμοποιούνταν κατά την αρχαιότητα στη ναυπηγική, τη ναοδομία κ.λπ. Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιεί κυρίως τη μελέτη του Russell Meiggs, Trees and Timber in the Ancient Mediterranean World, Oxford 1985. Δεν γίνεται εκτενής αναφορά στα φυσικά φαινόμενα ως αίτιο της καταστροφής των δασών (βλ. G. Panessa, Fonti Greche e latine per la storia dell` ambiente e del clima nel mondo Greco, Pisa 1991). Ο συγγραφέας εκφράζει την άποψη ότι η παρακμή του μινωικού πολιτισμού οφείλεται στην αποδάσωση ενώ κάνει λόγο και για την εναλλακτική θεωρία της έκρηξης του ηφαιστείου στη Θήρα. Σε διάφορα σημεία, ο συγγραφέας αναφέρει (δίχως να κρύψει μια κάποια αποδοκιμασία) την ύπαρξη μεγάλων χάλκινων μινωικών πριονιών στο Μουσείο του Ηρακλείου (βλ. Meiggs, ό.π., σ. 346-349).

Το τελευταίο κεφάλαιο παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον: εδώ ο συγγραφέας βρίσκεται στο χώρο της ειδικότητάς του, μιλά με βάση την εμπειρία του και δίνει μια λεπτομερή περιγραφή των προβλημάτων της αποδάσωσης και αναδάσωσης της Ελλάδας. Αντίθετα, τα υπόλοιπα κεφάλαια περιέχουν μάλλον αόριστες και γενικές πληροφορίες. Στο πρώτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας επικεντρώνεται στις “περιβαλλοντικές” πτυχές κάποιων ελληνικών θεοτήτων (του Πάνα, της Γαίας, του Απόλλωνα και της Άρτεμης), θεωρώντας την Άρτεμη ως την πρωτοπόρο της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, είναι αναχρονιστικό να μιλά κανείς για την αγάπη προς τη φύση κατά τους αρχαίους χρόνους. Οι αρχαίοι αντιμετώπιζαν την άγρια φύση ως κάτι χαοτικό και άσχημο, και η θέαση της φύσης ουδέποτε προκαλούσε μυστικιστικά ή θρησκευτικά αισθήματα – όπως συνέβαινε την περίοδο του Ρομαντισμού -, ή ακόμη και αισθήματα ελευθερίας, ανακούφισης ή οίκτου – όπως σήμερα (βλ. J. Scheid, “Lucus, nemus. Qu’est-ce qu’un bois sacré”, στο Les bois sacrés, Actes du colloque international de Naples, “Collection du Centre J. Bérard 10”, Naples 1993, σ. 13-20).

Το βιβλίο βρίθει αξιοσημείωτων πληροφοριών. Στη σελίδα 77 παρατίθεται ένα ενδιαφέρον απόσπασμα του Θεόφραστου (η ακριβής παραπομπή, που δεν σημειώνεται στο βιβλίο, είναι HP V.2.4): στο εσωτερικό ενός αιωνόβιου κότινου (αγριελιάς) που κόπηκε στην αγορά των Μεγάρων, βρέθηκαν “κνημίδες καὶ ἄλλ` ἄττα τῆς ἀττικῆς ἐργασίας κρεμαστὰ”. Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι κάτι παρόμοιο αναφέρεται και σε μια επιγραφή από τη Μαγνησία στον Μαίανδρο: “πλατάνου κατὰ τὴν πόλιν πόλιν κλασθείσης ὑπὸ ἀνέμου εὐρέθη ἐν αὐτῇ ἀφείδρυμα Διονύσου” (O. Kern, Die Inschriften von Magnesia am Maeander, Berlin 1900, αρ. 215). Με το συναρπαστικό θέμα των ιερών αλσών ο συγγραφέας δεν ασχολείται παρά ακροθιγώς. Θα είχε ενδιαφέρον να σημειώσει ότι ιερά άλση εξακολουθούν να υπάρχουν σε άλλες περιοχές του μεσογειακού χώρου, όπως στη Βόρεια Αφρική. Στις αποδασωμένες εκτάσεις αυτών των περιοχών, υπάρχουν σημεία πρασίνου γύρω από τάφους ιερών ανδρών. Όλα τα είδη φυτών, ακόμη και το απολιθωμένο ξύλο, προστατεύονται από τον ιερό άνδρα. Στα άλση αυτά, φυτά που μας είναι γνωστά ως θάμνοι αναπτύχθηκαν σε δένδρα. Τα ιερά άλση αποτελούν τη μοναδική μορφή δασών που βρίσκονται σε σχεδόν παρθένα κατάσταση. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην αρχαία Ελλάδα, τα ιερά άλση βρίσκονταν υπό διαρκή απειλή, όπως συμπεραίνεται από τον μεγάλο αριθμό ιερών νόμων για την προστασία τους (για το θέμα αυτό, βλ. E. Lupu, Greek Sacred Law, Leiden-Boston 2005, σ. 26-27). Σωστά ο συγγραφέας τονίζει τη ζημιά που προκαλείται από τις κατσίκες στην περιοχή της Μεσογείου. Ωστόσο, δεν προκαλούν όλα τα ζώα την ίδια ζημιά. Κάποιοι βοτανολόγοι παρομοίασαν τις συνέπειες που έχει η βοσκή των αγελάδων στη βλάστηση με το ψαλίδι, εκείνη των προβάτων με την κουρευτική μηχανή, των αιγών με ξυριστικές μηχανές, ενώ των καμηλών με αποτριχωτικές μηχανές.

Εύλογα θα μπορούσε να γίνει μια σύνδεση της έκδοσης αυτού του βιβλίου με τις καταστροφικές πυρκαγιές δασών που ξέσπασαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας καθ΄ όλη τη διάρκεια του θέρους του 2007, και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να μην είναι κανείς θετικά προδιατεθειμένος απέναντι στο βιβλίο. Δεν πρόκειται για τη μελέτη ενός αρχαιολόγου ή ενός φιλολόγου, ωστόσο περιέχει χρήσιμες πληροφορίες. Εκείνοι που ενδιαφέρονται για τα θέματα που θίγει ο συγγραφέας θα εκτιμήσουν την πλούσια και εξειδικευμένη βιβλιογραφία στο τέλος κάθε κεφαλαίου.

Jaime Curbera
[email protected]

(μετάφραση από τα αγγλικά: Πελαγία Τσινάρη)