«ΑΡΧΑΙΟΚΟΜΙΞ. Μαθαίνοντας την Αρχαία Ελλάδα μέσα από την τέχνη της». Αυτός είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του καθηγητή Αρχαιολογίας Δημήτρη Πλάντζου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πρώτη Ύλη. Όπως «προδίδει» ο τίτλος του είναι ένα graphic novel, εικονογραφημένο από τον κομίστα Γιάννη Αντωνόπουλο (John Antono), ο οποίος ήταν και παλιός φοιτητής του συγγραφέα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στις 48 σελίδες του κόμικ, ο Δημήτρης Πλάντζος, με την πολύτιμη βοήθεια μιας ομάδας παιδιών, γίνεται οδηγός μας σε ένα συναρπαστικό ταξίδι στον ελλαδικό χώρο, από την Προϊστορία έως την Κλασική εποχή. Σε ένα ταξίδι με σταθμούς χαρακτηριστικά ευρήματα κάθε περιόδου και σημαντικές στιγμές της ιστορίας.

Για λογαριασμό του περιοδικού Αρχαιολογία και Τέχνες, αναζητήσαμε τον Δημήτρη Πλάντζο και τον φέραμε «αντιμέτωπο» με όλες τις απορίες που μας γεννήθηκαν από την ανάγνωση του βιβλίου. Οι απαντήσεις του είναι πραγματικά απολαυστικές:

Ε.: Πώς γεννήθηκε η ιδέα να παρουσιάσετε την αρχαία ελληνική ιστορία μέσα από ένα κόμικ και μάλιστα να γίνετε και ο ίδιος ένας από τους «χαρακτήρες» του βιβλίου; Τι σας έκανε να επιλέξετε αυτή τη μορφή αφήγησης;

Α.: Η ιδέα ξεκίνησε από μια απλή απορία: γιατί η αρχαιότητα να φτάνει στα παιδιά πάντα με τον ίδιο τρόπο – μακρινή, σοβαρή και σχεδόν ακίνητη, σαν κάτι κλεισμένο σε βιτρίνα; Ήθελα να τη δείξω όπως πραγματικά τη ζει κανείς όταν την πλησιάζει: ζωντανή, γεμάτη περιπέτεια, χιούμορ και ανατροπές. Το κόμικ ήταν η φυσική επιλογή, γιατί συνδυάζει εικόνα, ρυθμό και αφήγηση, και επιτρέπει να γελάσεις με κάτι χωρίς να το υποτιμήσεις. Το να μπω κι εγώ ως χαρακτήρας μέσα στις σελίδες δεν ήταν παιχνίδι ματαιοδοξίας· ήταν ένας τρόπος να πω ότι η γνώση δεν πέφτει από καθέδρας ούτε την κατέχει κάποιος «ειδικός» που τα ξέρει όλα. Είναι διάλογος και κοινή αναζήτηση – κι εγώ, μέσα στο βιβλίο, ρωτάω, μπερδεύομαι και ανακαλύπτω μαζί με τα παιδιά. Και επειδή το βιβλίο μιλάει για την αρχαία Ελλάδα μέσα από την τέχνη της, ήθελα και η ίδια η μορφή του, η εικόνα δίπλα στον λόγο, να είναι κι αυτή ένα μικρό μάθημα για το πόσα μπορεί να μας πει μια εικόνα.

Ε.: Πόσο δύσκολο ήταν να ισορροπήσετε ανάμεσα στην ιστορική ακρίβεια και στη διασκεδαστική αφήγηση;

Α.: Εκεί ακριβώς βρισκόταν όλη η δυσκολία. Έπρεπε να μην προδώσουμε την ιστορία, αλλά και να μη γράψουμε ένα σχολικό εγχειρίδιο με εικόνες από πάνω. Ήθελα το βιβλίο να είναι πραγματικά απολαυστικό, όμως κάθε αστείο, κάθε σκηνή και κάθε αντικείμενο να πατάει σε πραγματική γνώση. Το χιούμορ, όταν είναι σωστό, δεν αραιώνει την ακρίβεια – τη φωτίζει· σε κάνει να θυμάσαι κάτι ακριβώς επειδή σε έκανε να γελάσεις. Στην πράξη αυτό σήμαινε πολλή δουλειά «από κάτω»: τα αγγεία, τα ρούχα, τα κτήρια, οι χειρονομίες των μορφών βασίζονται σε πράγματα που όντως γνωρίζουμε. Η διασκέδαση είναι το όχημα· ο προορισμός παραμένει η αλήθεια των πραγμάτων.

Ε.: Η συνεργασία σας με τον εικονογράφο Γιάννη Αντωνόπουλο πώς εξελίχθηκε; Υπήρχαν στιγμές που οι εικόνες άλλαξαν τον τρόπο που αφηγηθήκατε μια σκηνή;

Α.: Η συνεργασία με τον Γιάννη Αντωνόπουλο ήταν δημιουργική από την πρώτη στιγμή. Δεν «εικονογράφησε» απλώς ένα έτοιμο κείμενο· έδωσε ρυθμό, χαρακτήρες, εκφράσεις, πολύ συχνά και λύσεις αφήγησης. Υπήρξαν στιγμές που μια δική του εικόνα έκανε μια σκηνή πιο καθαρή ή πιο αστεία απ’ όσο την είχα φανταστεί, και τότε άλλαζα εγώ το κείμενο για να τη συναντήσω – όχι το αντίστροφο. Σε ένα κόμικ, το κείμενο και το σχέδιο συνομιλούν, δεν βαδίζουν απλώς το ένα δίπλα στο άλλο. Ένα βλέμμα, μια στάση του σώματος, ένα καρέ που «αναπνέει» μπορούν να πουν όσα δεν χρειάζεται πια να γραφτούν. Έτσι το βιβλίο έγινε στην κυριολεξία κοινό μας δημιούργημα.

Ε.: Στο βιβλίο οι μαθητές δεν είναι απλοί θεατές αλλά συμμετέχουν ενεργά στην ανακάλυψη της γνώσης. Γιατί επιλέξατε αυτή την προσέγγιση;

Α.: Γιατί έτσι ακριβώς λειτουργεί και η ίδια η αρχαιολογία. Δεν είναι έτοιμες απαντήσεις που τις παραλαμβάνεις· είναι ερωτήσεις, ίχνη, υποθέσεις και διορθώσεις. Ήθελα τα παιδιά να νιώσουν ότι η γνώση δεν είναι κάτι που απλώς αποστηθίζουμε, αλλά κάτι που ανακαλύπτουμε – και ενίοτε κάτι για το οποίο αλλάζουμε γνώμη όταν βρεθεί ένα νέο στοιχείο. Όταν μαθαίνεις την αρχαία Ελλάδα μέσα από την τέχνη της, ένα αγγείο ή ένα άγαλμα παύει να είναι εικόνα σε βιβλίο και γίνεται στοιχείο προς ανάγνωση: ποιος το έφτιαξε, για ποιους, τι σήμαινε γι’ αυτούς που το είχαν, για όσους και όσες το έβλεπαν στην καθημερινότητά τους. Αυτή η στάση –να κοιτάς και να ρωτάς– είναι πολύ πιο πολύτιμη από οποιαδήποτε λεπτομέρεια, οποιαδήποτε χρονολογία, γιατί μένει μαζί σου και έξω από το μάθημα της ιστορίας.

Ε.: Ποια είναι η μεγαλύτερη παρανόηση που πιστεύετε ότι έχουν σήμερα τα παιδιά για την αρχαία Ελλάδα ή την αρχαιολογία;

Α.: Ίσως η εικόνα ενός τέλειου, λευκού, μαρμάρινου κόσμου χωρίς αντιφάσεις. Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη: πολύχρωμη, θορυβώδης, ανθρώπινη. Τα αγάλματα και οι ναοί που σήμερα τα φανταζόμαστε κάτασπρα ήταν βαμμένα με ζωηρά χρώματα – κι αυτό από μόνο του ανατρέπει όσα νομίζουμε ότι ξέρουμε. Η δεύτερη παρανόηση αφορά την ίδια την αρχαιολογία: δεν ψάχνει «θησαυρούς» ούτε είναι κυνήγι χρυσού. Ψάχνει ιστορίες ανθρώπων – τι έτρωγαν, τι φοβόνταν, τι ονειρεύονταν, πώς έφτιαχναν τα πράγματά τους. Ο πραγματικός θησαυρός δεν είναι το υλικό· είναι η ζωή που κρύβεται πίσω από αυτό.

Ε.: Πόσο δύσκολο είναι σήμερα, στην εποχή του TikTok και της διάσπασης προσοχής, να πείσουμε ένα παιδί ότι η αρχαιολογία είναι μια συναρπαστική περιπέτεια;

Α.: Δεν είναι εύκολο, αλλά ούτε αδύνατο – και σίγουρα δεν είναι δουλειά του παιδιού να «διορθωθεί». Τα παιδιά δεν έχουν χάσει την ανάγκη τους για δυνατές ιστορίες· απλώς οι ιστορίες γύρω τους έχουν γίνει γρήγορες και πολλές. Η αρχαιολογία, όμως, έχει όλα όσα κρατούν το ενδιαφέρον: μυστήριο, ταξίδι, σύγκρουση, ανακάλυψη, χιούμορ. Το ζήτημα δεν είναι να ανταγωνιστούμε την οθόνη στην ταχύτητα, αλλά να προσφέρουμε κάτι που εκείνη σπάνια δίνει – βάθος. Χρειάζεται να μιλήσουμε στη γλώσσα των παιδιών χωρίς ποτέ να υποτιμήσουμε τη νοημοσύνη τους. Αν τους δώσεις μια καλή ιστορία και τα εμπιστευτείς, θα σε ακολουθήσουν παντού – ακόμη και δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω.

Ε.: Όταν ένα παιδί τελειώσει το βιβλίο, ποιο είναι το ένα πράγμα που θα θέλατε οπωσδήποτε να έχει κρατήσει;

Α.: Θα ήθελα να κρατήσει ότι το παρελθόν δεν είναι νεκρό. Δεν είναι ένα κλειστό κεφάλαιο που το διαβάζουμε από υποχρέωση, αλλά κάτι που μας βοηθά να καταλάβουμε ποιοι είμαστε, πώς σκεφτόμαστε, τι αλλάζει και τι επιμένει μέσα στον χρόνο. Αν ένα παιδί κλείσει το βιβλίο και την επόμενη φορά που δει ένα αρχαίο αγγείο ή ένα άγαλμα σταθεί για λίγο και αναρωτηθεί «ποιος το έφτιαξε και γιατί;», τότε έχουμε πετύχει τον σκοπό μας. Αυτή η μικρή απορία είναι η αρχή κάθε γνώσης.

Ε.: Σκέφτεστε να συνεχίσετε αυτή τη σειρά με νέες περιπέτειες ή με άλλες ιστορικές περιόδους;

Α.: Νομίζω πως υπάρχουν πολλές ακόμη ιστορίες που μπορούν να ειπωθούν μ’ αυτόν τον τρόπο. Η αρχαιότητα είναι ανεξάντλητη –και δεν έχουμε καν αγγίξει όλα όσα θα άξιζε να δείξουμε– αλλά και άλλες εποχές προσφέρονται εξίσου για τέτοιες περιπέτειες. Το σημαντικό δεν είναι η περίοδος καθαυτή· είναι να υπάρχει πάντα μια καλή ιστορία και ένας ουσιαστικός λόγος να ειπωθεί. Αν βρεθούν αυτά τα δύο, με χαρά θα ξαναμπώ στο ταξίδι.

Ε.: Θα ήθελα να κλείσουμε με μια πιο προσωπική ερώτηση. Αν μπορούσατε να ταξιδέψετε για μία μόνο ημέρα στην αρχαία Ελλάδα, ποια εποχή ή ποιον τόπο θα επιλέγατε και γιατί;

Α.: Θα διάλεγα την Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. – όχι επειδή ήταν ιδανική, κάθε άλλο, αλλά επειδή ήταν ένα εργαστήριο ιδεών, συγκρούσεων, τέχνης και πολιτικής. Θα ήθελα να δω την πόλη όχι όπως την αναπλάθουμε σήμερα, εξιδανικευμένη και κατάλευκη, αλλά όπως ήταν πραγματικά: ζωντανή, αντιφατική, γεμάτη φωνές, χρώματα και θόρυβο. Θα περπατούσα στην Αγορά, θα στεκόμουν μπροστά σε ένα εργαστήριο αγγειοπλάστη την ώρα που δουλεύει, θα άκουγα τους ανθρώπους να μαλώνουν και να γελούν. Γιατί αυτό είναι, στο τέλος, που ψάχνει η αρχαιολογία – και που ήθελα να δείξω σ’ αυτό το βιβλίο: όχι το μάρμαρο, αλλά τη ζωή που κάποτε το κατοικούσε.

Δείτε περισσότερα για το βιβλίο εδώ.