Σε αυτήν την ερώτηση επιχειρεί να απαντήσει η περιοδική έκθεση «Η Πύλος του Νέστορα: ένα μυκηναϊκό βασίλειο αποκαλύπτεται» που άνοιξε τις πύλες της στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (ΕΑΜ), και θα διαρκέσει μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 2026. Η έκθεση εξετάζει την πολιτική πορεία της μυκηναϊκής Μεσσηνίας, τεκμηριώνοντας τον τρόπο με τον οποίο ο έλεγχος στην περιοχή μετατοπίστηκε σταδιακά από διάφορες αυτόνομες ηγεμονίες σε μια κεντρική, εκείνη της Πύλου, με σημείο αναφοράς το ανάκτορο του Άνω Εγκλιανού. Η αφήγηση βασίζεται σε μια σειρά εντυπωσιακά αντικείμενα που βρέθηκαν σε θολωτούς, θαλαμοειδείς και λακκοειδείς τάφους γύρω από τον Άνω Εγκλιανό, αλλά και την υπόλοιπη Μεσσηνία καθώς και στο ανάκτορο του Εγκλιανού. Για τα περισσότερα εκθέματα το Μεγάλο Μουσείο είναι η τρίτη στάση: έχουν παρουσιαστεί ήδη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας, στην Καλαμάτα (υπό τον τίτλο «Οι Πρίγκιπες της Πύλου») και στο Μουσείο Γκετί («The Kingdom of Pylos: Warrior-Princes of Mycenaean Greece»). Τι διαφορετικό λοιπόν έχει να προσφέρει αυτή η έκθεση στο κοινό;
Όπως εξηγεί ο Κωνσταντίνος Νικολέντζος, αναπληρωτής γενικός διευθυντής του ΕΑΜ και επιμελητής της έκθεσης, που μας δέχτηκε ευγενικά και μας ξενάγησε λίγο πριν τα επίσημα εγκαίνια της διοργάνωσης, η παρουσίαση για τρίτη φορά των ίδιων σχεδόν αντικειμένων ήταν μια πρόκληση που έγινε ευκαιρία για την ομάδα εργασίας του ΕΑΜ. Στην Καλαμάτα η προσέγγιση ήταν περισσότερο ρομαντική, ενώ στο Γκετί τα αντικείμενα προβλήθηκαν ως έργα τέχνης. Εδώ η παρουσίαση γίνεται μέσα από την χωρική, χρονική και τεχνική τεκμηρίωση των αντικειμένων, με ανασύσταση του αρχαιολογικού «συγκειμένου» (context) τους, όσο καθιστά δυνατόν το αρχειακό υλικό από τις ανασκαφές. Ταυτόχρονα, οι επισκέπτες δεν καλούνται απλά να (παρ)ακολουθήσουν – τα βήματα των ανασκαφέων, τις απόψεις των ιστορικών τέχνης ή ακόμα και τα επιτεύγματα των μυκηναίων καλλιτεχνών. Βιώνουν. Γίνονται οι ίδιοι ερευνητές καθώς η έκθεση παραθέτει τη διαθέσιμη πληροφορία και ταυτόχρονα εκπαιδεύει τον επισκέπτη να τη διαβάσει, αφήνοντάς τον να οδηγηθεί στα δικά του συμπεράσματα. Ορισμένοι απόφοιτοι του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ μάλιστα, όπως παρατήρησε και ο κ. Νικολέντζος στην ομιλία του στα εγκαίνια, ίσως ξαναζήσουν και “μια εκδρομή”, σαν εκείνες που διοργάνωνε “οργώνοντας” τη Μεσσηνία ο αείμνηστος καθηγητής Γ. Κορρές για τους φοιτητές του στην Προϊστορική Αρχαιολογία, ξεναγώντας σε απροσπέλαστες για το κοινό θέσεις, κάποιες από τις οποίες είχε ανασκάψει ο ίδιος, και οι οποίες παρουσιάζονται εδώ για να τις γνωρίσουν όλοι. Όποια και να είναι η εμπειρία του επισκέπτη, προκύπτει μέσα από τον πρωτοποριακό σχεδιασμό με την υπογραφή του έμπειρου Παντελή Φελέρη και της Άννας Κουλουμβάκη (και με τη συμμετοχή του Ηλία Παπαγεωργίου και της ομάδας του στο γραφιστικό σχεδιασμό), που μας μετέφερε νοερά στη Μεσσηνία και αργότερα στο σκάμμα κάθε θέσης, στα ημερολόγια ανασκαφής, στα εργαστήρια των συντηρητών και το τραπέζι της μελέτης υλικού.
Η περιήγηση ξεκινά ήδη πριν από την έκθεση καθώς η πρόσβαση στο χώρο των περιοδικών εκθέσεων όπου αναπτύσσεται η «Πύλος» είναι δυνατή μέσα από τη Μυκηναϊκή αίθουσα της μόνιμης έκθεσης. Ο επισκέπτης έχει έτσι την ευκαιρία να γνωρίσει την εξέλιξη και τα χαρακτηριστικά του ευρύτερου μυκηναϊκού κόσμου πριν επικεντρωθεί στην περιοχή της Πυλίας. Ταυτόχρονα, αναφορές στα εκθέματα της «Πύλου» υπάρχουν στη μόνιμη έκθεση και επισημαίνονται με αυτοκόλλητα στο σχήμα μιας κόκκινης κουκουβάγιας στις αντίστοιχες προθήκες, ως ένα είδος παραπομπής σε συγκεκριμένα σημεία της περιοδικής έκθεσης. Άλλωστε η κουκουβάγια επιλέχθηκε ως έμβλημα της συγκεκριμένης έκθεσης καθώς τμήμα φύλλου χρυσού με τη μορφή της, εύρημα από θολωτό τάφο στην Περιστεριά, παρουσιάζεται εδώ. Παράλληλα όμως το πτηνό εικονίζεται σε πολλά αντικείμενα από θέσεις της ευρύτερης περιοχής της ΝΔ Πελοποννήσου και θεωρείται σύμβολο σύνδεσης, στοιχείο μιας κοινής εικονογραφικής γλώσσας. Η επιλογή αυτή επιτρέπει και τη σύνδεση με την Αθήνα, όπου η κουκουβάγια της Αθηνάς, θεάς της σοφίας, γίνεται κύριο σύμβολο στα ιστορικά χρόνια. Ο επισκέπτης ίσως συνδέσει την κουκουβάγια της έκθεσης με τη σοφία που χαρακτηρίζει τον Νέστορα, το μυθικό βασιλιά της Πύλου. Η Μυκηναϊκή εποχή όμως τοποθετείται χρονολογικά πολύ νωρίς για κάτι τέτοιο. Για τους Μυκηναίους, η κουκουβάγια σχετιζόταν με τους νεκρούς, ως νυκτόβιο πτηνό, κάτι που συγγενεύει με τον αντίστοιχο συμβολισμό της στην αρχαία Αίγυπτο.
Φτάνοντας στο σημείο της περιοδικής έκθεσης, μας υποδέχεται μια τεράστια σκηνική παρουσίαση ενός μεσσηνιακού ελαιώνα, σαν τους πολλούς των ανασκαφικών θέσεων που θα γνωρίσουμε, και ταυτόχρονα την πηγή της ζωής και του πλούτου για την περιοχή. Και κάπως έτσι, καλούμαστε κι εμείς να συμμετάσχουμε νοερά σε μια έρευνα στη Μεσσηνία, που ξεκινάει με την ανασκαφή. Καλούμαστε στη συνέχεια να γνωρίσουμε και τους προκατόχους-«συνεργάτες» μας, όλους όσοι ηγήθηκαν της έρευνας μέχρι σήμερα. Σε έναν δεύτερο χώρο, ένας παρόμοιος ελαιώνας φιλοξενεί αντικείμενα από ιστορικές ανασκαφές σε μια εγκατάσταση η οποία δίνει την εικόνα μιας ανασκαφικής τομής σε εξέλιξη, και συνδυάζεται με μια πραγματική φωτογραφία αρχαιολόγων που εργάζονται στον τάφο του Γρύπα-Πολεμιστή. Περιβάλλεται από έναν τοίχο με χρονογραμμή της μυκηναϊκής Μεσσηνίας και έναν δεύτερο όπου αναφέρονται οι κύριοι ανασκαφείς των θέσεων που θα γνωρίσουμε. Όπως διευκρινίζει και ο κ. Νικολέντζος, έχουμε την τάση να συνδέουμε την Πύλο, και ειδικά τη θέση του Άνω Εγκλιανού, με τον Carl Blegen και πιο πρόσφατα τους J. Davies και Sh. Stocker, ακριβώς λόγω της αποκάλυψης του τάφου του «Γρύπα Πολεμιστή». Η έρευνα όμως της ανακτορικής θέσης του Άνω Εγκλιανού αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Πυλίας είναι έργο πάρα πολλών αρχαιολόγων, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι Έλληνες. Εξίσου λοιπόν με τους ανασκαφείς από ξένα πανεπιστήμια και αρχαιολογικές σχολές, τιμώνται οι ακούραστοι σκαπανείς της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, των ελληνικών πανεπιστημίων και της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, όπως ο Κ. Κουρουνιώτης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Χρ. Τσούντας, ο Γ. Κορρές (ανασκαφέας του μοναδικού μυκηναϊκού στέμματος της θέσης Ρούτσι, κοντά στο χωριό Μυρσινοχώρι Μεσσηνίας), και άλλοι. Ο Jack Davies πάντως παρουσιάζεται σε βιντεοπροβολή στο τέλος της έκθεσης. «Είναι μια έκθεση με μοντέρνο ύφος που σέβεται και αποτίνει φόρο τιμής στις προγενέστερες γενιές που έχουν εργαστεί για τη Μεσσηνία και ταυτόχρονα παρουσιάζει το παρόν και το μέλλον της αρχαιολογίας μέσα από τη συνταρακτική ανακάλυψη του Γρύπα Πολεμιστή», εξηγεί ο κ. Νικολέντζος.
Το ημίφως της εισαγωγικής αυτής ενότητας διαδέχεται ένας ορθογώνιος χώρος λουσμένος στο φως, όπου αναπτύσσεται το κύριο μέρος της έκθεσης. Χωροταξικά, κατά μήκος του δεξιού τοίχου μετά την είσοδο, και σε μια σειρά προθηκών που αντιστοιχούν σε αυτόν, παρουσιάζονται ευρήματα από δώδεκα περιοχές της Μεσσηνίας (την «επικράτεια των Θολωτών τάφων στη ΝΔ Πελοπόννησο» και έντεκα θέσεις εκτός αυτής), σε χρονική ακολουθία που καλύπτει το διάστημα από τον 17ο στον 14ο αι. π.Χ. Στον απέναντι τοίχο παρουσιάζονται με αντίστοιχη λογική τα ευρήματα από την περιοχή του Άνω Εγκλιανού, σχηματίζοντας ένα ιστορικό της εξέλιξης των ηγεμονιών εκεί πριν από την ίδρυση του Ανακτόρου, με μια διάταξη όσο το δυνατόν αντίστοιχη των χρονολογικών φάσεων της λοιπής Μεσσηνίας που παρουσιάζονται ακριβώς απέναντι. Στο τέλος της ενότητας αυτής η αφήγηση καταλήγει στην εμφάνιση του Ανακτόρου στον Άνω Εγκλιανό, που συμπίπτει τόσο με τη συγκέντρωση του πλούτου των αρχόντων της περιοχής εκεί, όσο και με την αποδυνάμωση των άλλων μεσσηνιακών θέσεων. Έτσι, το τελευταίο μέρος του τοίχου αλλά και ο στενός τοίχος απέναντι ακριβώς από την είσοδο είναι αφιερωμένος στον «πολιτισμό του “ανακτόρου”»: τη διάταξή του, την τέχνη του, τις δραστηριότητες σε αυτό αλλά και το πολύτιμο αρχείο του με πινακίδες Γραμμικής Β, όπου αποτυπώνεται μια γραφειοκρατία όχι λιγότερο πολύπλοκη από τη σημερινή, η οποία αντιμετωπίζει αντίστοιχα με τα δικά μας διοικητικά προβλήματα με μεθόδους που, επίσης, λίγο διαφέρουν από τις δικές μας.
Οι τοίχοι είναι λευκοί, παραπέμποντας σε εργαστήριο – θυμίζουν κάπως το περιβάλλον της έκθεσης «Ίαση», για την αρχαία ιατρική, που είχε πραγματοποιηθεί στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Αντίθετα όμως με εκείνη την έκθεση, το λευκό φόντο «σπάει» με αντίγραφα φωτογραφιών από ανασκαφές, σελίδες ανασκαφικών ημερολογίων και κυρίως χάρτες, με σημειωμένα τα νούμερα συντεταγμένων της κάθε θέσης. Γιατί σε κάθε θέση αντιστοιχεί ένα ιδιαίτερο τμήμα σε κάθε τοίχο, δίπλα στο οποίο παρουσιάζεται και η προθήκη με τα αντίστοιχα ευρήματα. Έτσι, όπου είναι δυνατόν, τα αντικείμενα είναι ορατά σε άμεση γειτνίαση με το χάρτη της περιοχής όπου βρέθηκαν και τις συντεταγμένες της θέσης, αρχειακές φωτογραφίες από τη στιγμή της εύρεσής τους και σε κάποιες περιπτώσεις και σελίδες του ημερολογίου όπου καταγράφηκαν. Και τα στοιχεία δεν σταματούν εκεί. Μεγεθυντικοί φακοί που μετακινούνται σε συρόμενες μπάρες μας βοηθούν να δούμε τις λεπτομέρειες μικρών αντικειμένων. Αρχαιομετρικές πληροφορίες παρατίθενται αναφορικά με τα κράματα σε συγκεκριμένα μεταλλικά αντικείμενα. Συζητώντας με την ομάδα εργασίας για την έκθεση των αρχαιολόγων του μουσείου, σκεφτόμαστε το ενδεχόμενο η πληροφορία να είναι «πάρα πολλή». Ίσως. Πολύμορφο, όμως, είναι και το κοινό. Και η πληροφορία είναι εκεί, ώστε ο καθένας να πάρει αυτό που αντιλαμβάνεται ως πιο χρήσιμο. Άλλωστε, η εποπτεία του υλικού, και η σαφήνεια στην παρουσίαση συναντώνται εδώ στον μέγιστο βαθμό· το νόημα δεν χάνεται λόγω της πληροφορίας.
Μέσα από αυτήν την προσέγγιση, κανένα αντικείμενο δεν προβάλλεται περισσότερο από ένα άλλο χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Όποτε αυτό συμβαίνει, είναι για να «εκπαιδεύσει»: σε μια αρχαία τεχνική, ένα τεκμήριο αλληλεπίδρασης, ή απλά στο πώς αντιμετωπίζεται από την έρευνα ένα εύρημα χωρίς γνωστά παράλληλα.
Ο κ. Νικολέντζος εφιστά την προσοχή μας σε μια χρυσή ψήφο (χάνδρα) από την Περιστεριά με διάμετρο μόλις 11 εκ., η οποία καλύπτεται με αναρίθμητα σφαιρικά στοιχεία, διακοσμημένη καθώς είναι με κοκκίδωση, μια τεχνική δημοφιλή στην Εγγύς Ανατολή αλλά και την Κρήτη.
Ο επισκέπτης επίσης δεν είναι δυνατόν να μην προσέξει το εντυπωσιακό σε μέγεθος χάλκινο στέμμα από το Ρούτσι. Το στέμμα αυτό, είναι σημαντικό καθώς δεν έχει γνωστό παράλληλο, είχε ιδιαίτερα συνευρήματα (μεταξύ τους ξίφος που βρέθηκε λυγισμένο σύμφωνα με τελετουργική πρακτική της εποχής και παρουσιάζεται επίσης στην έκθεση) και μια ιδιαίτερη ιστορία συντήρησης, η οποία αναλύεται σε σχετικό βίντεο σε οθόνη στην προθήκη του. Όπως μας κοινοποιείται στα εγκαίνια της έκθεσης, το μοναδικό σχήμα του διευρύνει τη γνώση μας για το τι θα μπορούσε να υπάρχει ανάμεσα σε αντικείμενα που βρίσκονται σήμερα στις αποθήκες αταύτιστα, και στέκεται αφορμή για επανεξέταση και συνέχεια της έρευνας.
Αντίστοιχα, από τα ευρήματα σε έναν θολωτό τάφο του Άνω Εγκλιανού, με χρήση από το 1630 μέχρι το 1450 π.Χ. ξεχωρίζουμε δυο περίαπτα σε σχήμα αιγυπτιάζουσας Aθωρικής κεφαλής με χαρακτηριστικά αποδοσμένα εγχάρακτα στη μία όψη τους και με περίκλειστη ένθεση (cloisonné) στην άλλη. Επίσης μοναδικά, με αιγυπτιακές θεματικές καταβολές αλλά με πιθανή προέλευση τη Συροπαλαιστίνη, χωρίς ακριβές παράλληλο στην Αίγυπτο ή αλλού, και ιδιαίτερα λόγω της τεχνικής κατασκευής τους που εμπλέκει τη μεταλλοτεχνία και τη γεμολογία με τη χημεία της υαλόμαζας που χρησιμοποιήθηκε στην ένθεση -εξηγείται άλλωστε στον τοίχο δίπλα στην προθήκη-, φέρνουν στο νου όλα αυτά που χρειάστηκαν γι’ αυτό το αποτέλεσμα: το εμπόριο, η σημασία της πολυτέλειας, το άνοιγμα σε νέες ιδέες, η δυνατότητα εξασφάλισης πολύτιμων υλικών, η δυνατότητα για εξειδίκευση και για πείραμα, η μεταφορά της τεχνογνωσίας. Άλλωστε στην έκθεση υπάρχουν και άλλα εισηγμένα αντικείμενα με πολύ σαφή προέλευση: δισκοειδή κοσμήματα από το Nuzi του Ιράκ σε έντονο μπλε χρώμα απαντούν τόσο σε ταφικό σύνολο από τον ίδιο τον Εγκλιανό του 15ου αι. π.Χ. όσο και σε σύγχρονό του από τη μεσσηνιακή θέση Δάρας.
Όσο για τα πολυαναμενόμενα για το κοινό ευρήματα από τον τάφο του Γρύπα Πολεμιστή, τα συναντάμε λίγο πριν η ενότητα αφιερωμένη στους τάφους του Άνω Εγκλιανού τελειώσει αφηγηματικά με την είσοδο στην ανακτορική φάση. Σίγουρα δίνεται μια κάποια έμφαση, χωρίς όμως τα ευρήματα αυτά να αποτελούν το κέντρο της έκθεσης. Στόχος άλλωστε ήταν να παρουσιαστεί ο τάφος του Γρύπα Πολεμιστή ως δείγμα μιας συνέχειας. Πάνω στον τοίχο εμφανίζονται ο εντυπωσιακός χρυσόδετος «Aχάτης της Mονομαχίας» που αντιπαρατίθεται με άλλες περίτεχνες σφραγίδες σε λίθο, στις προθήκες μπροστά του. Το ξίφος του πολεμιστή αποτελεί αφορμή για προβολή της τεχνικής κατασκευής του, με την προβολή και άλλων ξιφών, προγενέστερων από αυτό στην αμέσως προηγούμενη προθήκη. Του γρύπα που κοσμεί το ελεφαντοστέινο πώμα πυξίδας το οποίο έδωσε το όνομά του στον ένοικο του τάφου, προηγείται χωροταξικά (και άρα χρονικά) η κοσμημένη με γρύπα χρυσή σφραγίδα από θολωτό τάφο της ίδιας θέσης. Κάθε σύνολο, κάθε αντικείμενο εδώ αποτελεί μια ψηφίδα σε μια εξέλιξη, συγκείμενα που αφηγούνται μια ιστορία όλα μαζί. Μια ιστορία εξουσίας μιας κατακερματισμένης περιφέρειας που σιγά σιγά ενοποιείται με (και ελέγχεται από) τον Άνω Εγκλιανό. Εκεί απ’ όπου αυτή η περιφέρεια διοικείται με κέντρο το Ανάκτορο, σχηματίζοντας ένα μυκηναϊκό βασίλειο με δομή παρόμοια με των σύγχρονων κρατών.
Το σύστημα διοίκησης του βασιλείου αυτού με κέντρο την Πύλο αποτυπώνεται στο τελευταίο τμήμα της έκθεσης όπου καλούμαστε να γίνουμε και λίγο επιγραφολόγοι! Αντιπροσωπευτικές πινακίδες σε Γραμμική Β εκτίθενται δίπλα στην επιγραφική τους αποτύπωση, τη μεταγραφή τους στο συλλαβικό σύστημα που αντιπροσωπεύουν, και τη μετάφρασή τους. Στον τοίχο δίπλα τους εξηγείται το σύστημα της αποκρυπτογράφησης από τον Μ. Βέντρις και ο τρόπος ανάγνωσης. Τα αντικείμενα που παρουσιάζονται επιλέχτηκαν με προσοχή για να αφηγηθούν πραγματικές ιστορίες, με ονόματα, χρονολογίες, τοπωνύμια και συμβάντα. Διακρίνω το τοπωνύμιο μια περιοχής που τότε την έλεγαν Αιγάλεω (καμία σχέση με αυτό της Αθήνας), προσδιορισμούς χώρου τύπου “πέρα” και “δώθε”, το όνομα μιας ιέρειας που την έλεγαν Ερίθα, ενός αρωματοποιού που τον έλεγαν Θυέστη, αλλά και το όνομα της ίδιας της Πύλου – ΠΥΛΟΣ. Το τελευταίο τεκμηριώνεται και αναλυτικά με την παράθεση της αντίστοιχης καταγραφής στο ημερολογίου του ανασκαφέα W.A. McDonald, του 1939.
Και αφού βρήκαμε την Πύλο, ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε πού είναι ο Νέστορας που αναφέρεται στον τίτλο της έκθεσης. Πράγματι, μέχρι στιγμής ο μυθικός βασιλιάς είναι άφαντος, τόσο από πλευράς ονόματος όσο και έργων. Πέρα από τον Ομηρικό στίχο σχετικά με τη γενεαλογία του που σημειώνεται στον κατάλογο (…λένε πως τρεις ολόκληρες γενιές στην Πύλο βασιλεύει. Ομήρου Οδύσσεια, γ, 245), κανένα αντικείμενο δεν τεκμηριώνει την παρουσία ενός ανθρώπου, ή ενός ηγεμόνα, με αυτό το όνομα, στη θέση. Τμήματα τοιχογραφιών από το ανάκτορο του Άνω Εγκλιανού που εμφανίζονται στις προθήκες πριν από την εισαγωγή στο αρχείο των επιγραφών ίσως κρύβουν μηνύματα σχετικά με την «ιστορία» της εξουσίας στο ανάκτορο. Η εικόνα ενός γρύπα κι ενός λιονταριού να κοιτούν προς την ίδια κατεύθυνση ερμηνεύεται ως ειρηνική συμπόρευση παλαιότερα συγκρουόμενων ομάδων: μήπως αυτή θα μπορούσε να είναι μια νύξη στον σοφό ειρηνοποιό της Ιλιάδας; Μια παράσταση με ταυροκαθάψια όμως παραπέμπει στην Κρήτη. Σπαράγματα που ερμηνεύονται ως τμήμα μοναδικής σωζόμενης μορφής γυναίκας τοξότριας στη μυκηναϊκή τέχνη εκπλήσσει. Στην Ομηρική Πύλο οι γυναίκες δεν διακρίνονται κι έχουν καθαρά φροντιστικούς ρόλους. Αν η μεταγενέστερη παράδοση λοιπόν διέσωσε στον μύθο την ανάμνηση ενός ειρηνοποιού ηγεμόνα της Πύλου, αγνόησε τη δυναμικότητα των γυναικών της, που θάφτηκε στη λήθη, αφήνοντας εμάς να την ερευνήσουμε και να την αναδείξουμε.
Ο Νέστορας όμως θα πρέπει κάπως να είναι παρών. Και αυτό γίνεται με το τελευταίο έκθεμα στην παρουσίαση, που αν και δεν προέρχεται από τη Μεσσηνία και δεν είναι μυκηναϊκό αλλά χίλια χρόνια νεότερο, δικαιολογεί το όνομα που επιλέχθηκε για την έκθεση αυτή. Πρόκειται για ένα ελληνιστικό πήλινο ειδώλιο γυναικείας μορφής από την Τανάγρα της Βοιωτίας. Η γυναίκα σκύβει για να παρατηρήσει, κοντά στα πόδια της, ένα πλαίσιο όπου αποδίδονται οι μορφές δύο βρεφών. Ίχνη χρώματος δηλώνουν ότι τα βρέφη βρίσκονται κοντά σε νερό. Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο του ΕΑΜ Ευάγγελο Βιβλιοδέτη, που μας μίλησε καθώς επιμελήθηκε την προσθήκη αυτού του εκθέματος, η γυναίκα ταυτίζεται με τη μυθική Τυρώ, η οποία ερωτεύτηκε τον ποταμό Ενιπέα και απέθεσε στην όχθη του τα δίδυμα παιδιά της που προέκυψαν από τη βίαιη ένωσή της με τον Ποσειδώνα. Το ένα από τα μωρά ήταν ο Πελίας (ο «κακός θείος» του Ιάσωνα και βασιλιάς της Ιωλκού) και το άλλο ο Νηλέας, πατέρας του Νέστορα και ιδρυτής της Πύλου. Όπως συζητάμε με τον κ. Βιβλιοδέτη, το αγαλμάτιο αυτό θα μπορούσε και να εισάγει την έκθεση. Τελικά όμως μπήκε στο τέλος της, μη διαταράσσοντας την αρχαιολογική αφήγηση και αφήνοντας τον επισκέπτη να δει τον μύθο ως άυλο απόηχο ενός πολύ απτού παρελθόντος. Ενός παρελθόντος που μας καλεί να το ανακαλύψουμε και να το επανεξετάζουμε καθώς η επιστήμη και τα εργαλεία της προχωρούν, και οι ιδέες για το τι είναι σημαντικό αλλάζουν, αλλά, πάντα, αυτό που βιώνουμε θα καθορίζει αυτό που θυμόμαστε.
Ζέτα Ξεκαλάκη
* Θερμές ευχαριστίες στον κ. Κωνσταντίνο Νικολέντζο αλλά και -αλφαβητικά- στους κκ. Ευάγγελο Βιβλιοδέτη, Κατερίνα Βουτσά, Κατερίνα Κωστάντη και Βασιλική Πλιάτσικα και για την υποδοχή, την ξενάγηση, και τις πολύτιμες διευκρινίσεις που μας παρείχαν σχετικά με την έκθεση.