Η ανάγνωση ξεκινά από τα μάτια, έγραφε στο έργο του Ιστορία της ανάγνωσης ο Αλβέρτο Μανγουέλ, κάνοντας την επιτομή της πορείας της βασικής δραστηριότητας που είναι συνδεδεμένη με ένα από τα μεγάλα επιτεύγματα του ανθρώπινου γένους, το οποίο συνέβαλε όσο ο,τιδήποτε άλλο στην εξέλιξη του παγκόσμιου πολιτισμού: την τέχνη της γραφής. Γιατί, πέρα από τα υλικά μνημεία που αφήνει πίσω του ο κάθε πολιτισμός, είναι κυρίως μέσω του κατάλληλου αυτού οργάνου που είναι η γραφή και πολύ περισσότερο μέσα από τον «ελκυστικό» οπτικά και νοηματικά τρόπο αποτύπωσης της φωνητικής επικοινωνίας, των λέξεων δηλ., που κατέστη δυνατόν να αναπτυχθεί και να λάμψει, τόσο στους καιρούς του, αλλά και κατοπινά.
Ακόμη και στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή η εικόνα ενός κειμένου κι η ευκρίνειά της, η σαγήνη της γραμματοσειράς ή άλλων συνοδευτικών απεικονίσεων παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάγνωση και πρόσληψή του. Και πολλές από τις πρακτικές και τις συνήθειες στην ανάγνωση και τους τρόπους γραφής ουσιαστικά οφείλονται στους μακραίωνους κανόνες που έχει παγιώσει η τέχνη της καλλιγραφίας. Η στυλιζαρισμένη μορφή των χειρογράφων και σε επίπεδο καλλιγραφίας και εικονογραφίας καθόρισε και πολλές κατοπινές μορφές και τύπους γραμματοσειρών και εκδόσεων στα χρόνια της τυπογραφίας.
Αυτή την τέχνη και τις επιβιώσεις της, όπως και τα υλικά που ιστορικά και τεχνικά τη στήριξαν, τις πένες και το χαρτί, επιχειρεί να φέρει στο προσκήνιο το ΑΠΕ-ΜΠΕ. Στην προσπάθεια τούτη αρωγός υπήρξε η εικαστική καλλιγράφος Μαρία Γενιτσαρίου, που από το 1993 ασχολείται «με την αναβίωση του τρόπου γραφής, τα εργαλεία και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν από τον 14ο-15ο αιώνα για να δημιουργηθούν και να εξελιχθούν αυτές οι γραφές και ταυτοχρόνως τις διασκευάζει και εξελίσσει, ώστε να μπορούν να έρθουν στο σήμερα και να χρησιμοποιηθούν είτε απο σύγχρονους καλλιγράφους, είτε από εικαστικούς που χρησιμοποιούν το γράμμα ως σχέδιο, ως εικόνα, ως εικαστικό αντικείμενο».
Σε αυτό το ταξίδι πολύτιμη ήταν και η συμβολή του Ανδρέα Φατούρου, συνιδρυτή του Triton & Shell, ενός πρότυπου εργαστηρίου για την παραγωγή χειροποίητου χαρτιού και πολυχώρου σχετικών σεμιναρίων και εκθέσεων, όπου διαπιστώνεται πώς μία τέχνη που κάποιος θεωρεί ξεπερασμένη βρίσκει σήμερα ένα καινούργιο νόημα και νέα πεδία δραστηριότητας.
Αυτό εξηγεί εύγλωττα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο και η Μαρία Γενιτσαρίου: «Επειδή το ακούω τώρα τελευταία συχνά ότι η ελληνική καλλιγραφία έχει πεθάνει και όλα αυτά: όχι δεν έχει πεθάνει. Έρχονται πάρα πολλοί νέοι άνθρωποι που βρίσκουν πάρα πολύ ωραίους τρόπους έκφρασης μέσα από τη χρήση των γραμμάτων. Υπ’ αυτήν την έννοια έχουμε ξεφύγει πάρα πολύ από την καλλιγραφία που είχαμε παλιά: Τη γραφή για μενού για εστιατόρια ή προσκλήσεις. Δεν μιλάμε για αυτό, μιλάμε για την καλλιγραφία καθαρά ως έκφραση, ως απεικόνιση του νοήματος του κειμένου που βλέπουμε».
Όπως εξηγεί η κα Γενιτσαρίου «έχουμε να κάνουμε με μία διαδικασία που δεν αφορά απλώς να μάθουμε να γράφουμε ωραία. Μέσα σε αυτήν υπάρχει και η εικονογράφηση». Αυτή η εικονογράφηση δεν απευθύνεται μόνον σε κάποιους νοσταλγούς των παλαιών πραγμάτων, ούτε και σε κάποιους που απλώς ενδιαφέρονται να “κάνουν ωραία γράμματα”». Όπως μας εξηγεί η ίδια «το γράμμα είναι πλέον ένα αυθύπαρκτο εικαστικό αντικείμενο» και «αυτό που παλαιότερα ήταν ανάγκη τώρα γίνεται πεδίο έκφρασης και βρίσκει πάρα πολλούς ενδιαφερόμενους, από κομίστες οι οποίοι ασχολούνται με αυτό το είδος, γραφίστες, γκραφιτάδες» κι εν γένει «ανθρώπους που πλέον χρησιμοποιούν τη γραφή και το κείμενο ως κομμάτι της ίδιας τους της δημιουργίας».
Η καλλιγραφία ως θεματοφύλακας του ανθρώπινου πολιτισμού
Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η γραφή είναι εκείνη που περιβάλλει με μεγαλύτερο κλέος τα επιτεύγματα του κάθε πολιτισμού και είναι τα έργα της εκείνα που θεμελιώνουν την αξία του. Και η καλλιγραφία, ως έκφραση του ιδιαίτερου ταλέντου της κάθε γλώσσας να απεικονίζει δεξιοτεχνικά τους φθόγγους και την ομιλία, τη σκέψη και την ικανότητα της προσωπικής και κοινωνικής έκφρασης, είναι η κατεξοχήν τέχνη του γράφειν και του απεικονίζειν που για αιώνες συντρόφευε την εξέλιξη της ανθρώπινης Ιστορίας και του πολιτισμού. Είναι εκεί όπου η καλλιγραφία, μας τονίζει η κα Γενιτσαρίου «μετατρέπεται σε εικονοποίηση ενός κειμένου για καλύτερη πρόσληψη και για διεύρυνση των εννοιών του».
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα ορατό και κατανοητό στα δείγματα καλλιγραφίας που παρουσιάζει η κα Γενιτσαρίου: δύο προσχέδια για τη δημιουργία ενός ολόκληρου χειρόγραφου βιβλίου με τα ποιήματα του «Ερωτικού Λόγου» του Γ. Σεφέρη και μία δίγλωσση (ελληνικά κι αγγλικά) καλλιγραφική απόδοση των «Κούφιων Ανθρώπων» του Τ.Σ. Έλιοτ (πάλι στην κλασική μετάφραση Σεφέρη). «Τα μελάνια σε αυτά τα δείγματα είναι χειροποίητα: δηλαδή είναι ακριβώς όπως τα κατασκεύαζαν περίπου τον 12ο-15ο αιώνα. Είναι σκόνες, οι οποίες έχουν φτιαχτεί από φυσικά υλικά, έχουνε τριφτεί, έχει μπει μέσα τους ινδική κόμμι κι έχει τηρηθεί ακριβώς η διαδικασία που γινόταν τότε. Ένα χρώμα εκείνης της εποχής δεν είναι αυτή η ομογενοποιημένη και τυποποιημένη απόχρωση που εμείς εννοούμε σήμερα, γιατί κάθε εποχή και κάθε περιοχή», ανάλογα με την ποιότητα των πετρωμάτων ή των φυσικών υλικών της, «είχε τη δική της γη και τις δικές της χρωματικές παλέτες», μας εξηγεί.
Στις πραγματικά εικαστικές τούτες δημιουργίες, η κα Γενιτσαρίου μας εξηγεί «πως η γραφή εδώ, είναι μία μικρογράμματη βυζαντινή. Εγώ πλέον δεν χρησιμοποιώ τόσο πολύ τον όρο βυζαντινό, το λέω μεσαιωνικό αναγεννησιακό, γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε μονάχα στον ελλαδικό χώρο, δεν περιορίστηκε ποτέ στον χώρο και τα βυζαντινά κείμενα. Μεταφέρθηκε στην Ιταλία, όπου αναπτύχθηκαν οι περισσότερες από αυτές τις γραφές». Άλλωστε ιστορικά, η καλλιγραφία άνθησε πολύ περισσότερο στα χρόνια που ακολούθησαν την ίδρυση του Βυζαντίου και στον Μεσαίωνα και είναι αποτέλεσμα της ραγδαίας μεταβολής των αναγνωστικών αναγκών της εποχής. Η ανάγκη για τη δημιουργία αντιγράφων είτε για τη διάδοση θεολογικών πραγματειών, είτε για τη διάσωση έργων της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας, είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί –κυρίως στα μοναστήρια, αλλά και σε λαϊκά εργαστήρια– μία πληθώρα αντιγραφέων-καλλιγράφων και μία ποικιλία καλλιγραφικών μορφών, που έφθασαν σε μεγάλα επίπεδα ειδίκευσης, αγγίζοντας και με την εισαγωγή μικρογραφικών εικονογραφήσεων, την ένθεση πολύχρωμων και πολύτιμων υλικών στα υλικά της γραφής ακόμη και τα όρια της τέχνης. Άλλωστε ιστορικοί της εποχής και της τέχνης ειδικότερα ασμένως συμπεριλαμβάνουν την καλλιγραφία, τα χειρόγραφα και τις εικονογραφήσεις τους στα είδη και τα έργα τέχνης που κατέλειπε η εποχή εκείνη.
Καλλιγραφία και σκέψη: δύο αλληλένδετοι παράγοντες για τη γραφή και κατανόηση
Η τέχνη της καλλιγραφίας, όπως μας εξηγεί περιεκτικά η κα Γενιτσαρίου, μας διδάσκει κι έναν άλλο τρόπο προσέγγισης στην ίδια τη διαδικασία της γραφής, αλλά και της σκέψης – μιας κι οι δύο τούτες έννοιες είναι ταυτόσημες. «Ένα σύγχρονο εργαλείο μας οδηγεί σε μία ταχύτητα στη γραφή. Εδώ όμως, αν δεν μειώσεις την ταχύτητα δεν βγαίνει το γράμμα έτσι όπως πρέπει. Αυτό λοιπόν είναι το κύριο πράγμα, το οποίο συνεπώς κάνει η καλλιγραφία, να προσαρμόσουμε την ταχύτητα, γιατί έχει να κάνει εκτός από όλα τα άλλα με την ταχύτητα της σκέψης σου. Δηλαδή, είναι ένας σύνδεσμος μεταξύ του μυαλού σου, τού από πού πηγάζει το κείμενο –εαν πηγάζει από το μυαλό σου ή από την καρδιά σου– και του χεριού σου. Αυτό το πράγμα έχει έναν ρυθμό. Θα πρέπει να βρεις το ρυθμό του, δεν μπορείς να το βιάσεις σε έναν άλλο ρυθμό. Εάν προσπαθείς να το πιέσεις σε έναν ρυθμό, τότε πρώτον γίνεται μια άλλη γραμματοσειρά, δεύτερον χάνεται η προσωπικότητά της. Άρα λοιπόν, θα πρέπει αντίθετα σε αυτό που έχουμε συνηθίσει, να προσαρμόζεται το εργαλείο στο χέρι μας, εδώ πρέπει να προσαρμοστούμε εμείς στο εργαλείο αυτό».
Τούτο ακριβώς πασχίζει να δείξει στους ενδιαφερόμενους στα σεμινάριά της η κα Γενιτσαρίου: «Είναι απαραίτητο να μπεις στον ρυθμό του γιατί αλλιώς δεν μπορείς να το γράψεις καλά, δεν θα έχει αρμονία, δεν θα βγάζει την προσωπικότητα του ποιητή ή του συγγραφέα ή ο,τιδήποτε άλλο θες να γράψεις. Άρα λοιπόν, πρέπει να βρεις τα εργαλεία, τη γραμματοσειρά και το τι ακριβώς θέλεις να δείξεις από όλη αυτή την ιστορία και να προσαρμόσεις τον ρυθμό σου στο ρυθμό του κειμένου, στην ουσία να προσαρμόσεις την αναπνοή σου, τον ρυθμό της σκέψης σου κι αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον». Είναι μία διαδικασία ολοκληρωτικής εμπλοκής στο γράφειν, ανάλογη με εκείνη την επίπονη διαδικασία της αντιγραφής που σύμφωνα με τον W. Wattenbach στο Η Καλλιγραφία στον Μεσαίωνα μετέφεραν οι αντιγραφείς μοναχοί: «τρία δάκτυλα γράφουν, δύο μάτια βλέπουν, μία γλώσσα μιλά, το σώμα ολάκερο πονά».
«Προσπαθώ να τους κάνω να μάθουν να φτιάξουν τις δικές τους γραμματοσειρές, να προσαρμόσουν τις γραμματοσειρές στον δικό τους τρόπο σκέψης ώστε αυτό το οποίο θα βγει να είναι κομμάτι του δικού τους αισθήματος και του δικού τους σχεδίου. Οι γραμματοσειρές που έχουμε στο μυαλό μας και η δυτική καλλιγραφία είναι καθορισμένες – λέμε copper plate και είναι ένα πράγμα κι αν δεν το κάνουμε ακριβώς έτσι, μας λένε δεν είναι copper plate. Στα ελληνικά, εδώ εγώ γράφω με 50 γραμματοσειρές, είναι πάρα πολύ λογικό ο γραφέας να γράφει με το δικό του χαρακτήρα. Ναι μεν κάποιοι χαρακτήρες έχουν τυποποιηθεί, αλλά όμως μπορώ να βάλω το δικό μου χαρακτήρα και να φανεί παράλληλα ότι έχει και το χαρακτήρα της γραμματοσειράς». Έτσι άλλωστε ξεκίνησαν κι οι γνωστές γραμματοσειρές, που θαυμάζουμε στα χειρόγραφα, ως ιδιαιτερότητα του κάθε γραφέα.
Η ιδιαιτερότητα κι η σπουδαιότητα της ελληνικής καλλιγραφίας
Κι αυτή η προσαρμογή, μας υπογραμμίζει η κα Γενιτσαρίου, αναφέροντάς μας το παράδειγμα της δίγλωσσης χειρόγραφης απόδοσης των «Κούφιων Ανθρώπων», είναι ιδιαίτερα δύσκολη στα ελληνικά. «Ενώ φαίνεται ότι έχουμε τα ίδια γράμματα, δεν είναι έτσι. Αυτό είναι και το πρόβλημα, να δημιουργήσουμε και να διαβάσουμε ελληνοποιημένα fonds, γιατί προέρχονται από τα λατινικά, δεν έχουν τη ροή των ελληνικών γραμμάτων. Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα και υπάρχουν ελάχιστες ελληνικές γραμματοσειρές που μπορούν να προσαρμοστούν στα λατινικά ή θα πρέπει να εφεύρεις μία κατάσταση ενδιάμεσα –όπως έχει γίνει εδώ αυτή τη στιγμή– ώστε να μπορέσεις να έχεις μία ομοιότητα, αλλά ταυτοχρόνως να υπάρχει και ο χαρακτήρας και του λατινικού κειμένου και του ελληνικού».
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; «Η άλλη μεγάλη διαφορά», μας εξηγεί η ίδια, «που υπάρχει μεταξύ του ελληνικού και του λατινικού είναι η εξής απλή: τα ελληνικά στις λέξεις περιλαμβάνουν το νοημά τους, δεν έχουν απλά έναν ήχο. Ο ήχος εξαρτάται από το μέγεθος του γράμματος, δηλαδή το όμικρον είναι μικρότερο από το ωμέγα, αν τα γράψω στο ίδιο κουτάκι όπως τα λατινικά, ο ήχος χάθηκε. Είναι εντυπωσιακό πόσο εύκολα μπορείς να γράψεις μία ελληνική λέξη σωστά ορθογραφικά εάν την ακούσεις σωστά και αυτό το διαπίστωσα όταν έκανα καλλιγραφία στα παιδιά. Επίσης, κάτι άλλο το οποίο είναι πολύ έντονο σε κάποιες ελληνικές γραμματοσειρές, οι θετικές λέξεις είναι πολύ πιο μεγάλες από τις αρνητικές, δηλαδή αν γράψω στις συγκεκριμένες ελληνικές γραμματοσειρές τη λέξη “φως” είναι πολύ πιο μεγάλη λέξη απ’ τη λέξη “έρεβος”. Αυτά είναι ορισμένα χαρακτηριστικά των ελληνικών γραμματοσειρών κι αυτό είναι και το πρόβλημα των ξένων μας κάθε φορά που καλούνται να κάνουν ελληνικές».
Εντυπωσιακές είναι επίσης κι οι ειδικές πένες που χρησιμοποιούνται για την καλλιγραφική αποτύπωση των γραμματοσειρών, που η χρήση τους βαστά από την καταγωγή της ίδιας της διαδικασίας της γραφής. Η κα Γενιτσαρίου μας εξηγεί για τις πένες από καλάμι, από φτερό, από φυσητό γυαλί ακόμη – όλα τα υλικά που χρησιμοποίησαν οι ιεροφάντες της γραφής, αλλά κι οι απλοί άνθρωποι, για να αποτυπώσουν τις ιδέες, τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους στο χαρτί. Όλα προσαρμοσμένα ανάλογα με το πάχος, το μέγεθος και το είδος της γραφής που θέλει κάποιος να χρησιμοποιήσει σε ένα χειρόγραφο. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι μια πένα από ένα τεράστιο φτερό, από κρητικό σκάρο: «αυτό είναι για να γράφεις πολύ μεγάλα γράμματα. Απλά όσο πιο μεγάλο το φτερό, τόσο και μεγαλύτερο το πλάτος. Είναι ακριβώς για εκείνα τα τεράστια χειρόγραφα που βλέπουμε στη Δυτική Ευρώπη. Εμείς στην Ελλάδα δεν συνηθίζαμε να έχουμε τόσο μεγάλα χειρόγραφα, αλλά μπορούμε να τα αναπαράγουμε. Επίσης, θα πρέπει να υπολογίσουμε και την εντοπιότητα των υλικών: δηλαδή εμείς δεν γράφαμε ποτέ με φτερό χήνας, γιατί απλά δεν είχαμε και χρησιμοποιούσαμε περισσότερο από γλάρους και γαλοπούλες».
Η συμβολή του χαρτιού στην εξέλιξη της γραφής και της καλλιγραφίας
Αλλά η γραφή και ιδιαίτερα η καλλιγραφία στην ανάπτυξή της ανά τους αιώνες εξαρτάται και από το υλικό πάνω στο οποίο γράφεται. Άλλωστε και η διαμόρφωση των γραμματοσειρών σχετίστηκε με τη μορφή και το υλικό της γραφής. Διαφορετικός ήταν ο τρόπος γραφής στις κέρινες πινακίδες, τις μαρμάρινες στήλες, στους κυλίνδρους από πάπυρο ή περγαμηνή ή στις δέλτους και, τελικά, στο κλασικό δέσιμο των σελίδων. Αυτό το τελευταίο, που ευνοούσε την κατά μόνας ανάγνωση, διαμόρφωσε τη μικρογράμματη γραφή και τα διαστήματα. Όμως, είναι το χαρτί η γραφική εκείνη ύλη που έφερε επανάσταση και στον τρόπο γραφής και στην τυπογραφία.
Στον χώρο του Triton & Shell φιλοξενείται ένα μικρό μουσείο χαρτιού, αλλά ταυτόχρονα ένα εργαστήριο για τη χειροποίητη παραγωγή του. Στον χώρο του, ο επισκέπτης όχι μόνο ενημερώνεται, αλλά κι ο ίδιος έχει τη δυνατότητα να κατασκευάσει με τα χέρια του το χαρτί της αρεσκείας του. Χάρη στα μηχανήματα για την πολτοποίηση των υφασμάτων, τη συλλογή της πούλπας του χαρτιού και τα πλαίσια της μορφοποίησής του, ο επισκέπτης ενημερώνεται για όλα τα στάδια παραγωγής τού υλικού υπόβαθρου της γραφής και για την ιστορία του. «Είμαστε ένας πολυχώρος για την τέχνη του χειροποίητου χαρτιού και του βιβλίου. Βρισκόμαστε στον χώρο αυτό εδώ και 9 μήνες. Οι δραστηριότητές μας αφορούν διάφορα σεμινάρια και εργαστήρια γύρω από την τέχνη του χαρτιού και του βιβλίου και κάνουμε και διάφορες περιοδικές εκθέσεις», μας εξηγεί ο Ανδρέας Φατούρος.
Το εργαστήριο αυτό πραγματικά μας βοηθά να αντιληφθούμε πόσες πολλές είναι οι εφαρμογές του χαρτιού στην καθημερινότητα της ζωής μας, οι μορφές κι οι χρήσεις του που συνιστούν αυτή την «κρυφή οντολογία» κατά τον John Searle, των πραγμάτων που ενώ είναι παρόντα εμείς δεν τα αξιολογούμε εάν δεν έχουν κάποια αισθητική αξία. Στο Triton & Shell μπορεί κάποιος να βρει χαρτιά που έχουν κατασκευαστεί χειροποίητα σε πολλά χρώματα και ποιότητες, βάρος και πάχος, ανάλογα με τις προσωπικές ανάγκες και τις ιδιαίτερες χρήσεις που επιθυμεί ο κάθε χρήστης.
«Τώρα έχουμε την έκθεση με χαρταετούς. Η παραγωγή χειροποίητού χαρτιού, μία εφεύρεση από την αρχαία Κίνα, μεταδόθηκε στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα και προκάλεσε μία αληθινή επανάσταση στην οργάνωση της παιδείας, αλλά και στην εξέλιξη της γραφής και της ανάγνωσης, καθώς –σε αντίθεση με τις δαπανηρές και περιορισμένες σε διαθέσιμο αριθμό, ποσότητα και ποιότητα, περγαμηνές ή λινά και μεταξωτά υποστρώματα– παρείχε φθηνή και εύκολή στην επεξεργασία, παραγωγή και χρήση, γραφική ύλη». Στο εργαστήριο του Α. Φατούρου ο επισκέπτης, συμμετέχοντας στη διαδικασία παραγωγής του, μπορεί εύκολα να κατανοήσει και να αναπροσδιορίσει την αντίληψη και τη σημασία του χαρτιού στην ανάπτυξη της γραφής και του πολιτισμού στην ήπειρό μας και στην παγκόσμια Ιστορία.
Υπάρχει όμως, ενδιαφέρον για τη γνώση της ιστορίας και της παραγωγής του χαρτιού; «Περισσότερο από καλλιτέχνες», μας πληροφορεί ο Ανδρέας Φατούρος. «Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αλλά κι οι επισκέπτες, προέρχεται από τους καλλιτέχνες, από φοιτητές στη Σχολή Καλών Τεχνών ή από άλλους καλλιτέχνες που το κύριο υλικό τους είναι το χαρτί. Έχουν έρθει και κάποια νηπιαγωγεία μέχρι τώρα, ιδίως για να δούν την έκθεση με τους χειροποίητους χαρταετούς, κατασκεύασαν και κάποια χαρτιά. Σχολεία δεν έχουμε ακόμα, μάλλον δεν έχουμε γίνει ακόμη γνωστοί, αλλά ελπίζουμε να γίνουμε στο μέλλον».
Η καλλιγραφία συμπίπτει με τη μετάδοση της γνώσης, με την αποθέωση της μεγάλης τούτης πολιτισμικής εξέλιξης του είδους μας, που είναι η γραφή. Εάν δεν είχε εξελιχθεί η γραφή και εάν δεν είχε εφευρεθεί η καλλιγραφία ως τυποποίηση της απεικόνισης και αποτύπωσης των λέξεων ώστε να διευκολύνεται η ανάγνωση και να διασώζεται η σκέψη και τα επιτεύγματά της σε όλους τους τομείς, τότε η λογοτεχνία, η θρησκεία, η επιστήμη, η ανθρωπότητα ολάκερη ουδέποτε θα είχε φτάσει στα σημεία εξέλιξης που σήμερα γνωρίζουμε. Γιατί σε αντίθεση με τον μύθο του Θευθ, που αναφέρει στον Φαίδρο του ο Πλάτωνας, τα γράμματα και εν προκειμένω τα καλλιγραφημένα, σχεδόν ως έργα τέχνης, γράμματα, είναι εκείνα που διέσωσαν το ανθρώπινο πνεύμα, παρόλο που διήλθε από συνθήκες και χρόνους χαλεπούς και δεν έριξαν στη λησμονιά μεγάλους πολιτισμούς ακόμη κι όταν η ακμή τους παρήλθε.