Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
Δημοσιεύσεις
«Ελληνικά Μουσικά Όργανα: Αναζητήσεις σε εικαστικές και γραμματειακές μαρτυρίες (2000 π.Χ.-2000 μ.Χ.)»
Ομιλία στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
View all

Μας δίνει πάντα ξεχωριστή χαρά το να υποδεχόμαστε στην επιστημονική κι εκπαιδευτική κοινότητα μιαν έκδοση όπως αυτή, που αποτελεί απόσταγμα συλλογικής και συστηματικής προσπάθειας, καρπό πολύχρονης έρευνας, συλλογής και τεκμηρίωσης. Σίγουρα θ’ αποτελέσει σημείο αναφοράς και σημαντικό βοήθημα για τους επιστήμονες-ερευνητές, τους καθηγητές και τους δασκάλους, τους φοιτητές και τους σπουδαστές, αλλά και –γενικότερα τους φιλόμουσους που επιθυμούν να γνωρίσουν τον πλούτο, την ποικιλία, τις χρήσεις, τις τεχνικές των ελληνικών μουσικών οργάνων στην ιστορική τους πορεία και διαχρονική εξέλιξη, καθώς και τη θέση τους, τη σχέση τους με την κοινωνία, τις ομάδες των ανθρώπων που τα κατασκεύασαν και τα χρησιμοποιούν.

Πράγματι, από τους πανάρχαιους χρόνους, ο άνθρωπος για να εκφραστεί και να επικοινωνήσει δημιουργεί ήχους, χρησιμοποιώντας το ίδιο του το σώμα, ή επιστρατεύοντας διάφορα υλικά από το περιβάλλον του, αυτούσια ή διασκευασμένα. Η «οργάνωση» αυτών των ήχων (σε άμεση σχέση με το κοινωνικό πλαίσιο της κάθε ομάδας, τα σύμβολα, τα έθιμα, τις τελετουργίες) συνιστά αυτό που αποκαλούμε «μουσική» (ήχο οργανωμένο με ανθρώπινο τρόπο, όπως ορίζει η εθνομουσικολογία). Και κάθε αντικείμενο, φυσικό ή τεχνητό, που συμβάλλει σ’ αυτή την «οργάνωση» των ήχων μπορεί να θεωρηθεί μουσικό όργανο, από ένα απλό κουκούτσι ή κόκαλο, ένα κομμάτι ξύλου ή πέτρας έως πολύ σύνθετες κατασκευές, καρπός μακρόχρονης συλλογικής και πολλές φορές συντεχνιακής γνώσης και εμπειρίας.

Τα όργανα προσδίδουν «υλική» υπόσταση σε μια τέχνη «άυλη». Σε μια τέχνη που λειτουργεί κυρίως στο χρόνο, δίνουν διάσταση και στον χώρο. Διατρέχουν τους αιώνες και τις γεωγραφικές περιοχές, πέρα από τοπικούς πολιτισμούς, γλώσσες και θρησκείες, συνδέονται με μύθους και τελετές, χρήσεις και τεχνικές, και αποκαλύπτουν τα σύμβολα, την αισθητική και την εφευρετικότητα των λαϊκών κατασκευαστών και μουσικών. Μέσα από τα μουσικά όργανα όχι μόνον ακούμε αλλά και «βλέπουμε», βλέπουμε τη μουσική και τους ανθρώπους της! Κι επιβεβαιώνουμε το πόσο η μουσική, ο πολιτισμός, η ανθρώπινη έκφραση και επικοινωνία στηρίζονται σε παγκόσμια, σε κοινά πρότυπα και αξίες, τα οποία σε κάθε εποχή και τόπο αναπλάθονται δημιουργικά, προσαρμόζονται κι εκφράζουν το ιδιαίτερο τοπικό ύφος και ήθος, τη συλλογική μνήμη, εμπειρία και γνώση της κάθε εθνοπολιτισμικής ομάδας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κινητικότητας και προσαρμοστικότητας αποτελεί το ελληνικό λαϊκό κλαρίνο. Ένα όργανο «ξένο» (δυτικό, που όμως το έφεραν οι Τσιγγάνοι, οι Γύφτοι από την Τουρκία, μόλις στα μέσα του 19ου αιώνα), μπόρεσε ν’ αναδειχτεί μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα σε όργανο «εθνικό», σύμβολο της στεριανής μουσικής παράδοσης, επειδή ακριβώς μεταφυτεύτηκαν σ’ αυτό οι τεχνικές του ζουρνά και της φλογέρας και προσαρμόστηκε έτσι μ’ επιτυχία στο ύφος και το ήθος της ντόπιας μουσικής παράδοσης. Στις λεγόμενες «κομπανίες» οι λαϊκοί οργανοπαίκτες έδωσαν εξαίρετα δείγματα της επεξεργασίας του παραδοσιακού μέλους, μέσα από τη δεξιοτεχνία που ανέπτυξαν, χάρη στις πολύ μεγαλύτερες τεχνικές δυνατότητες που τους προσφέρουν όργανα όπως το κλαρίνο και το βιολί. Όργανα τα ίδια αλλά και συνάμα τόσο διαφορετικά, από τις συμφωνικές ορχήστρες της Δύσης, στις παραδοσιακές κομπανίες της Ελλάδας, των Βαλκανίων και της Ανατολής ή ακόμη και στα σχήματα της τζαζ. Από το γενικό στο ειδικό. Πράγματι ισχύει ο αφορισμός ότι «η μουσική είναι μία», μία παγκόσμια, πανανθρώπινη γλώσσα, υπάρχουν τα λεγόμενα μουσικά universals (σε κλίμακες, ρυθμούς, οργανολογικούς τύπους κ.ο.κ.), αλλά εντοπίζονται και διαμορφώνονται ανθρωπογεωγραφικά σε πλήθος από επιμέρους, ειδικότερες μουσικές γλώσσες, διαλέκτους, ιδιώματα, ιδιόλεκτα (όπως αυτές εκφράζονται και στις οικογένειες των μουσικών οργάνων).

Γι’ αυτό και η μελέτη των οργάνων είναι πάντοτε πολύτιμη και αποκαλυπτική, γιατί φέρνει στην επιφάνεια συχνά απρόσμενες σχέσεις, ανταλλαγές κι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε πολιτισμούς, ξεκαθαρίζει τα λεγόμενα «δίκτυα» πολιτισμικής επικοινωνίας, όπου μαζί με τα όργανα, τους ήχους και τις μουσικές κυκλοφορούν ιδέες, φιλοσοφίες, γλώσσες, χρήσεις και τεχνικές, υλικός και άυλος πολιτισμός.

Προς αυτή την κατεύθυνση, σε σχέση με το ελληνικό instrumentarium, να θυμίσω τις μελέτες του κου Μαλλιάρα για τα βυζαντινά μουσικά όργανα, με έμφαση στην πορεία, τη μεταφύτευση που γνώρισε η ύδραυλις, το όργανο, από την Ελληνιστική Αλεξάνδρεια και το Βυζάντιο στη Δύση. Καθώς και τη δική μου διδακτορική διατριβή και μελέτη για την εξέλιξη του δοξαριού και το ταξίδι της λύρας ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση μέσα από τους δρόμους του μεταξιού, σε συνδυασμό με τη θεωρία για τη βυζαντινή καταγωγή των οργάνων της οικογένειας του βιολιού, την οποία δεν θεωρώ αστήρικτη.

Παράλληλα, βλέποντας τις παραστάσεις που έχει συμπεριλάβει στο βιβλίο η κα Βουτυρά, δεν μπορώ να μη σχολιάσω τις τοιχογραφίες όπου ο Βασιλιάς Δαβίδ με τους μουσικούς του (μπροστά από την Κιβωτό της Διαθήκης) εμφανίζεται να παίζει το κανονάκι. Πρόκειται για τον αρχαιοελληνικό κανόνα, που πήρε το όνομά του από το μονόχορδο του Πυθαγόρα, το πειραματικό όργανο πάνω στο οποίο ο αρχαίος φιλόσοφος και μαθηματικός όρισε για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας! τις μαθηματικές σχέσεις που καθορίζουν την οκτάβα. Το όργανο αυτό που πέρασε στο Βυζάντιο ως ψαλτήριο για να φτάσει στη νεότερη Ελλάδα ως κανονάκι, ονομασία που επιβιώνει και στο αραβικό qanoun, το κατεξοχήν όργανο εποπτείας για τις παραδοσιακές κλίμακες στην αραβοπερσική και τουρκική μουσική παράδοση έως τις μέρες μας!

Επίσης, δεν μπορώ να μη σχολιάσω και τις πολλές απεικονίσεις των οργάνων της οικογένειας του ταμπουρά, όπου επιβεβαιώνουμε και την αδιάσπαστη συνέχεια των ορισμένων ελληνικών οργανολογικών τύπων από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας: το αρχαίο τρίχορδο ή πανδούρα γίνεται θαμπούρα στο Βυζάντιο (το αγαπημένο όργανο του Διγενή Ακρίτα), για να φτάσουμε στον νεοελληνικό ταμπουρά (αγαπημένο όργανο του Στρατηγού Μακρυγιάννη που διατηρείται στο Ιστορικό Εθνολογικό Μουσείο)!…

Τα όργανα, λοιπόν, διατρέχουν τον χρόνο και τον χώρο και δεν είναι τυχαίο ότι η οργανολογία αποτελεί έναν από τους πιο ανεπτυγμένους κλάδους της μουσικολογίας και ειδικότερα της εθνομουσικολογίας, η οποία συχνά ορίζεται και ως «συγκριτική μουσικολογία». Και σίγουρα προς την κατεύθυνση αυτή αποτελεί πολύτιμο εργαλείο η μουσική εικονογραφία, σε συνδυασμό με τις γραμματειακές μαρτυρίες. Ένας τομέας στον οποίο η κα Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά έχει μια μακρόχρονη ερευνητική και ακαδημαϊκή παρουσία, με συστηματική γνώση και εμπειρία, που έχει δώσει πολλά για γόνιμα αποτελέσματα. Τελευταίος πολύτιμος καρπός είναι αυτό το βιβλίο, μέσα από το πολυετές ερευνητικό πρόγραμμα που στήριξε γενναιόδωρα η Τράπεζα Πειραιώς, όπου η Αλεξάνδρα συντονίζει αποτελεσματικά τους συνεργάτες της, εμπνέει τους φοιτητές της, παρέχει πλούσιο υλικό αναφοράς, τεκμήρια και ιδέες στους συναδέλφους της, και αναμφισβήτητα πλουτίζει και διευρύνει την περιορισμένη ελληνική βιβλιογραφία. Επιτρέψτε μου λοιπόν να απευθύνω κι εγώ όπως και οι προλαλήσαντες τις ευχαριστίες μου στη συντονίστρια, στα μέλη της ομάδας, στους χορηγούς, στους εκδότες και σε όλους όσοι συνετέλεσαν στην εξαιρετική αυτή έκδοση. Εύχομαι υγεία, δύναμη και έμπνευση για τα επόμενα βήματα…

Κλείνοντας, θεωρώ χρέος να μνημονεύσουμε και τον άνθρωπο που υπήρξε από τους κορυφαίους ερευνητές στον τομέα των ελληνικών μουσικών οργάνων, πρωτοπόρος στη συλλογή και τη μελέτη τους: τον Φοίβο Ανωγειανάκη που φέτος συμπληρώνονται δέκα χρόνια από το θάνατό του. Ο Φοίβος, κάτω από δύσκολες ιστορικά και πολιτικά συνθήκες, συγκέντρωσε σ’ ένα διάστημα 50 χρόνων τα 1.200 περίπου όργανα από τον 18ο αιώνα ως τις μέρες μας που αποτελούν τη συλλογή του, την πλουσιότερη στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες στην Ευρώπη. Έργο ζωής κυριολεκτικά φτιαγμένο με αίμα και στερήσεις. Καθώς ο Ανωγειανάκης δεν υπήρξε ο πλούσιος συλλέκτης που η συλλογή θα ενίσχυε το κοινωνικό του γόητρο, ούτε ο ερασιτέχνης που συλλέγει αντικείμενα και φετιχίζεται με τη συσσώρευσή τους. Ο «τρελός με τα μπουζούκια», όπως τον έλεγαν ορισμένοι, οργάνωσε τη συλλογή του με μια θαυμαστή για την εποχή εκείνη μέθοδο κι επιστημονική ευρύτητα. Αν και κανείς επίσημος κρατικός φορέας δεν είχε ενδιαφερθεί για τη συγκέντρωση, διάσωση και διάδοση των οργάνων, η ιδιωτική πρωτοβουλία, ο «πατριωτισμός των Ελλήνων» όπου πολλά επαφίενται, έκανε πάλι το θαύμα του! Στη συλλογή Ανωγειανάκη έχουν διασωθεί όργανα που θα είχαν εξαφανιστεί όχι μόνον ως αντικείμενα αλλά και ως οργανολογικοί τύποι, που προωθούν το ελληνικό instrumentarium σε μιαν από τις πρώτες θέσεις στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο. Κι επιπλέον –και σημαντικότερο ο Ανωγειανάκης όχι μόνο συνέλεξε αλλά πάνω απ’ όλα σπούδασε τα ελληνικά όργανα κι έθεσε τις βάσεις για την επιστημονική τους μελέτη, με το κλασικό πλέον βιβλίο του που παραμένει έργο αναφοράς για όποιον θέλει να προσεγγίσει τα λαϊκά όργανα και γενικότερα την ελληνική παραδοσιακή μουσική. Και βεβαίως με το κρατικό Μουσείο Λαϊκών Οργάνων που από το 1991 φέρει το όνομά του και στεγάζει τη συλλογή, τη βιβλιοθήκη, το αρχείο του και το όραμά του για ένα ζωντανό κύτταρο με ερευνητικές, εκπαιδευτικές και πολιτισμικές δράσεις.

[Θέλουμε να ελπίζουμε ότι η σχεδιασμένη συγχώνευση του Μουσείου με το ΜΕΛΤ δεν θα θίξει αυτό το όραμα, ούτε θα περιορίσει τους στόχους και τις δραστηριότητές του και θα διατηρήσει –ως οφείλει το όνομα και τη μνήμη του ιδρυτή του.]

Είμαι βέβαιος ότι, αν ζούσε σήμερα, ο Ανωγειανάκης θα ήταν πολύ ικανοποιημένος παίρνοντας στα χέρια του αυτή την έκδοση, καθώς έρχεται να προστεθεί σαν ένας ακόμη ζωντανός κρίκος στην αλυσίδα της έρευνας και της γνώσης για τα ελληνικά μουσικά όργανα, συμβάλλοντας στη διάδοσή τους κι επιβεβαιώνοντας το βαθύτερο νόημα του όρου «παράδοση». Γιατί, όπως λέει το λαϊκό δίστιχο: «Τούτο τον κόσμο που ’μαστε άλλοι τον είχαν πρώτα, τώρα τον έχουμε εμείς κι άλλοι τον καρτεράνε!»

Πολλές ευχαριστίες λοιπόν στην Αλεξάνδρα και τους εξαιρετικούς συνεργάτες της, ευχές για υγεία και δύναμη και… καλοτάξιδο το νέο βιβλίο!

Λάμπρος Λιάβας,

Καθηγητής του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών


* Η ομιλία έγινε στο πλαίσιο της παρουσίασης του συλλογικού τόμου «Ελληνικά Μουσικά Όργανα: Αναζητήσεις σε εικαστικές και γραμματειακές μαρτυρίες (2000 π.Χ.-2000 μ.Χ.)» που επιμελήθηκε η Καθηγήτρια του Τμήματος Μουσικών Σπουδών ΑΠΘ, Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά, την Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013 στην Αίθουσα Διδασκαλίας της Μουσικής Βιβλιοθήκης του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Τοιχογραφία από την Πύλο, Ανάκτορο του Νέστορος, Αίθουσα Θρόνου, ΒΑ τοίχος, υστεροελλαδική ΙΙΙΒ2-C (1300-1200 π.Χ.), Χώρα Μεσσηνίας.
1 / 5