Παρά την αποσπασματικότητά τους, τα αρχεία Κνωσού και Πύλου πιστοποιούν ρητά την ημερολογιακή ρυθμολόγηση του μυκηναϊκού έτους, τον μερισμό του σε μήνες, με τα ονόματά τους αναγραφόμενα κάθε φορά σε πτώση γενική στην κορυφή των καταστίχων ως επικεφαλίδες, σύμφωνα με την αρχειακή δεοντολογία, και συνοδευόμενα κατά κανόνα στην περίπτωση της Κνωσού με το προσδιοριστικό me-no (μηνός).

Ο θρησκευτικός χαρακτήρας και οι λατρευτικές συνδηλώσεις των μηνολογίων Κνωσού και Πύλου είναι το δεύτερο εμφανές στοιχείο σύγκλισής τους με τα ημερολόγια της ιστορικής εποχής. Μέσα από τον ίδιο ονοματοθετικό μηχανισμό, κάποιοι μήνες ονοματίζονται από θεότητες, σημαίνοντα ιερά ή γιορτές που, όλα μαζί, στην ημερολογιακή τους συνάρτηση, συνέτειναν στην ιερή σηματοδότηση του έτους, εμφαίνοντας συνάμα τους κύριους σταθμούς του θρησκευτικού εορτολογίου, σημαντικές πτυχές του οποίου διασώζει η επίσημη αφηγηματική τέχνη της εποχής, προπάντων δε οι ανακτορικές τοιχογραφίες και τα χρυσά σφραγιστικά δαχτυλίδια.

Την ισχυρότερη, ωστόσο, ένδειξη για τη μυκηναϊκή καταγωγή του ελληνικού ημερολογίου μας δίνει η επιβίωση του ονόματος δύο ή ίσως τριών κνωσιακών μηνών στα ημερολόγια της ιστορικής εποχής: τον Λάπατο τον ξαναβρίσκουμε, πολλούς αιώνες αργότερα, ως μήνα αρκαδικό, σε μια επιγραφή του Ορχομενού, ενώ ο ΔίFιος εμφανίζεται σε περισσότερα τοπικά ημερολόγια, όπως της Μακεδονίας, της Αιτωλίας, της Λέσβου κ.ά. Ο Κλάριος, αν ευσταθεί αυτή η μεταγραφή του, θα έβρισκε το πάρισό του στον μήνα Κλαριών της Εφέσου.

Δύσκολα θα αμφισβητούσε κανείς τη χρήση ημερολογίου στη μινωική Κρήτη από την αυγή της 2ης χιλιετίας, όταν δηλαδή τα πρώτα ανάκτορα επιδιώκουν να επεμβαίνουν ρυθμιστικά και να ελέγχουν τις πιο ποικίλες εκφάνσεις του κοινωνικού, οικονομικού και θρησκευτικού βίου. Με τη σειρά τους οι Μυκηναίοι, όταν πλέον περνούν βαθμιαία στο ανακτορικό στάδιο του έκδηλου συγκεντρωτισμού, θα αναζητήσουν ημερολογιακό πρότυπο στη γειτονική, ακμάζουσα Κρήτη.

Για το μινωικό ημερολόγιο δεν γνωρίζουμε, στην ουσία, τίποτα άμεσο και ρητό. Η εικονογραφία της εποχής, ωστόσο, μαζί με τη γενετικά συναφή των Μυκηναίων, μας δίνει μερικές πολύτιμες ενδείξεις για τη ρυθμιστική σημασία ήλιου και σελήνης στο τελετουργικό, τουλάχιστον, ημερολόγιο. Ένας τέτοιος συνδυασμός των δύο αυτών ουρανίων σωμάτων υποδηλώνει ίσως σεληνο-ηλιακό ημερολόγιο, για τη θέσπιση του οποίου συνηγορεί η μαρτυρία της Οδύσσειας (τ 178-179). Ένα τέτοιο ημερολόγιο απαιτούσε βέβαια μακροχρόνιες και συνεχείς παρατηρήσεις των φάσεων της σελήνης όσο και του ήλιου. Το πλούσιο ανάγλυφο της κρητικής γης πρόσφερε ως ιδεώδη παρατηρητήρια τα επιβλητικά βουνά της με τα πολυάριθμα Ιερά Κορυφής. Κρίνοντας από την αιτιώδη συνάφεια του τρίπτυχου «αστρονομία – θρησκεία – ημερολόγιο» και συνυπολογίζοντας τον έκδηλα θρησκειοκρατικό χαρακτήρα του μινωικού κόσμου, βάσιμα υποθέτουμε ότι οι μήνες του μινωικού ημερολογίου θα έφεραν και αυτοί ονόματα ιερά – μια ονοματοθετική πρακτική που υιοθέτησαν και οι Μυκηναίοι, για να την κληροδοτήσουν στη συνέχεια στους Έλληνες της ιστορικής εποχής.