Στην ιστορία της ελληνικής πόλης του 19ου αιώνα διακρίνονται δυο κύριες φάσεις. Η πρώτη καλύπτει την περίοδο της διοίκησης Καποδίστρια (1828-1832) και τα πρώτα χρόνια της Αντιβασιλείας και της βασιλείας του Όθωνα (1833-1843), ενώ η δεύτερη την περίοδο 1856-1912. Στο ενδιάμεσο (1843-1856), η αποχώρηση των ξένων μηχανικών και αρχιτεκτόνων από τις δημόσιες υπηρεσίες και η πολιτική και οικονομική αστάθεια προκαλούν αδράνεια τόσο στο θεσμικό όσο και στο σχεδιαστικό επίπεδο.
Στην περίοδο του Καποδίστρια σχεδιάζονται κυρίως τα κατεστραμμένα από τον πόλεμο κέντρα της Πελοποννήσου, ενώ στην πρώτη οθωνική περίοδο δίνεται βάρος σε εμπορικά κέντρα της Πελοποννήσου και της Στερεάς και στις παράλιες πόλεις, όπου είναι εντονότερες οι τάσεις αστικοποίησης.
Στα χρόνια της Αντιβασιλείας, στο νεοσυσταθέν «Γραφείο Δημοσίου Οικονομίας» εκχωρούνται ευρείες αρμοδιότητες πάνω στον έλεγχο και την οργάνωση του χώρου. Επιχειρείται η αστικοποίηση μέσω της δημιουργίας νέων πόλεων – αποικιών, ενώ νέο πλέγμα νόμων αποβλέπει στην ενθάρρυνση της βιομηχανίας, στην επέκταση του οδικού δικτύου και στον έλεγχο της κατασκευής και της υγιεινής των πόλεων. Γάλλοι αξιωματικοί του Μηχανικού και στρατιωτικοί γεωγράφοι, Βαυαροί αρχιτέκτονες και γεωμέτρες, ετερόχθονες Έλληνες γίνονται το μέσο μεταφοράς στο νέο κράτος της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκέψης και πρακτικής για την οργάνωση του χώρου. Ωστόσο, στη μετεπαναστατική Ελλάδα, ο σχεδιασμός των πόλεων δεν ήταν πρόβλημα καθαρά τεχνικό. Ήταν και μέσο ρήξης με το παρελθόν σε επίπεδο ιδεολογικό και μορφολογικό. Ο σχεδιασμός της νέας πόλης των Αθηνών από τους αρχιτέκτονες Schaubert και Κλεάνθη συνδυάζει άξονες και εστιακά σημεία σε μια γεωμετρική σύνθεση με έντονο συμβολικό χαρακτήρα και ένα συνεχή διάλογο της αρχαίας τοπογραφίας με τους σημαίνοντες χώρους της νέας πόλης. Το σχέδιο της Αθήνας θα επηρεάσει ευθέως τη σύνθεση του γεωμέτρη Stauffert για τη νέα πόλη της Σπάρτης.
Αμέσως μετά τα μέσα του 19ου αιώνα αρχίζει μια περίοδος εσωτερικής ανασυγκρότησης. Μοχλός εκσυγχρονισμού και οικονομικής ανάπτυξης αποτελεί η εντατικοποίηση των δημοσίων έργων, εγγειοβελτιωτικών, οδικών και λιμενικών. Το 1878 συστήνεται η Διεύθυνσις Δημοσίων Έργων ως ανεξάρτητη υπηρεσία του Υπουργείου των Εσωτερικών. Σημαντική είναι η πρόοδος που συντελείται κατά την περίοδο του Τρικούπη (1881-1892).
Ο αστικός πληθυσμός αυξάνεται σημαντικά μετά το 1870, με αιχμή τα παράλια κέντρα της βόρειας και της δυτικής Πελοποννήσου. Μετά το 1856 σχεδιάζονται μια σειρά πόλεις και κωμοπόλεις που θα λειτουργήσουν ως κέντρα συγκέντρωσης και εξαγωγής της σταφίδας στην Πελοπόννησο, ως λιμάνια τοπικής σημασίας στη Στερεά και ως βασικοί οικισμοί στις Κυκλάδες.
Το νέο στοιχείο του πολεοδομικού σχεδιασμού στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα είναι η συστηματική πλέον πρόβλεψη ενός συγκεκριμένου οικιστικού εξοπλισμού για την πόλη ή το λιμάνι της και δικτύων υποδομής. Παράλληλα συστηματοποιείται το θεσμικό πλαίσιο για την ενίσχυση της αστικοποίησης και τον έλεγχο της ανάπτυξης των πόλεων. Η δεύτερη περίοδος της ελληνικής πολεοδομίας σηματοδοτείται με το σχέδιο της Νέας Κορίνθου που συντάσσεται το 1858. Ακολουθείται ένα νέο μοντέλο που βασίζεται σε απλό ορθογωνικό πλέγμα, χωρίς ιδιαίτερη σήμανση κύριων αξόνων και μνημειακότητα.
Η νεοελληνική πόλη, που αναπτύσσει δυναμικά τα αστικά χαρακτηριστικά της στις αρχές του 20ού αιώνα και που αφομοιώνει την οικιστική ανάπτυξη του μεσοπολέμου, θα διατηρήσει την αυτοτέλεια και την κλίμακά της έως την πλήρη πολεοδομική της παραμόρφωση στις πρόσφατες μεταπολεμικές δεκαετίες.