Στα πεντακόσια χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας (1430-1912) η βυζαντινή φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης αλλοιώθηκε και η πόλη απόκτησε το ανατολίτικο χρώμα που τόσο γοήτευε τους ταξιδιώτες περιηγητές. Κύριο ρόλο στη διαμόρφωση της πόλης έπαιξε η νέα εθνολογική σύσταση του πληθυσμού της, καθώς στους Χριστιανούς κατοίκους προστέθηκαν Μουσουλμάνοι και Εβραίοι, και αργότερα μικρότερες μειονότητες από Σλάβους, Βουλγάρους, Ρουμάνους, Λεβαντίνους και άλλους Ευρωπαίους.

Οι Μουσουλμάνοι έχτισαν πολλά τζαμιά, μεντρεσέδες, πτωχοκομεία, λουτρά, τεκέδες, χάνια, κρήνες κ.ά. και ακόμη εκσυγχρόνισαν και συντήρησαν την οχύρωση. Οι Εβραίοι, αν και αποτελούσαν την πολυπληθέστερη κοινότητα και σημαντικό παράγοντα της οικονομικής και πολιτισμικής ζωής, δεν άφησαν δείγματα της δικής τους οικοδομικής δραστηριότητας. Η οικοδομική δραστηριότητα του χριστιανικού στοιχείου γίνεται αισθητή στην πόλη από τις αρχές του 19ου αιώνα και μετά, οπότε εμφανίζονται οι πρώτες μεταβυζαντινές εκκλησίες.

Τον 19ο αιώνα ο αέρας του εξευρωπαϊσμού που φυσάει στην Υψηλή Πύλη φέρνει διάθεση εκσυγχρονισμού στη Θεσσαλονίκη. Ο τριπλασιασμός του πληθυσμού, η απαρχή της εκβιομηχάνισης, η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, η εγκατάσταση δημοτικής αρχής και, τέλος, το Μακεδονικό ζήτημα οδηγούν σε έντονη οικοδομική δραστηριότητα. Το πρώτο «σχέδιο πόλεως» συντάσσεται το 1880. Τα παραθαλάσσια τείχη κατεδαφίζονται, δημιουργείται προκυμαία και η πόλη ανοίγεται στη θάλασσα. Η Θεσσαλονίκη μεταμορφώνεται σε διεθνές λιμάνι με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Στο διάστημα 1890-1912 η οθωμανική κυβέρνηση κτίζει σειρά μεγαλοπρεπών δημόσιων κτιρίων. Η ισραηλιτική κοινότητα εγκαταλείπει την τακτική της αφάνειας. Η θρησκευτική αρχιτεκτονική της ελληνικής κοινότητας ακολουθεί νεοβυζαντινά πρότυπα, η δημόσια αρχιτεκτονική της συμβαδίζει με τον Νεοκλασικισμό την ώρα που η πλειονότητα των ιδιωτικών αρχοντικών ακολουθεί τον Εκλεκτικισμό.