Μια διεπιστημονική έρευνα για 161 αδημοσίευτα μπρούντζινα αρχαία αντικείμενα φιλοδοξεί να φωτίσει μια ιδιαίτερη κατηγορία κοσμημάτων της Εποχής του Σιδήρου, με εντυπωσιακή γεωγραφική εξάπλωση στον ελλαδικό και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο.

Το 2026 το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης (ΑΜΘ) εγκαινίασε συνεργασία με το Μουσείο Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου (CAMU) και το ερευνητικό πρόγραμμα αρχαίας μεταλλουργίας HeMEN (Habitat et Métallurgie en Égée du Nord) του Πανεπιστημίου της Lille (Hartis UMR 9028) και της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής.

Στο επίκεντρο της συνεργασίας βρίσκεται η αρχαιολογική, αρχαιομετρική και τεχνολογική μελέτη, τεκμηρίωση και δημοσίευση 161 αδημοσίευτων μπρούντζινων αντικειμένων από τη συλλογή του Μουσείου Κανελλοπούλου.

Τα αντικείμενα ανήκουν στην κατηγορία των λεγόμενων «Μακεδονικών Χαλκών», μιας ιδιαίτερης ομάδας κοσμημάτων που συνδέονται κυρίως με τον στολισμό του σώματος και των ενδυμάτων. Τα «Μακεδονικά Χαλκά» παράγονταν στη Μακεδονία, στο βορειοδυτικό Αιγαίο και στα νοτιοκεντρικά Βαλκάνια κατά την Εποχή του Σιδήρου και παρουσιάζουν αξιοσημείωτη γεωγραφική διασπορά: από τον μεσογειακό Νότο έως τον βαλκανικό Βορρά και από την Ιταλία έως τον Καύκασο.

Η έρευνα περιλαμβάνει βιβλιογραφική τεκμηρίωση, τυπολογική ταξινόμηση και χρονολόγηση των 161 αντικειμένων, καθώς και διερεύνηση των τεχνικών κατασκευής και διακόσμησής τους. Παράλληλα, προβλέπεται η πειραματική ανακατασκευή επιλεγμένων αντιπροσωπευτικών παραδειγμάτων και η αρχαιομετρική ανάλυση περίπου 50 κοσμημάτων, προκειμένου να εξεταστεί η χημική τους σύσταση.

Ιδιαίτερη σημασία για την έρευνα έχει το συγκριτικό υλικό που διαθέτει το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Ο μεγάλος αριθμός «Μακεδονικών Χαλκών» από ανασκαφικά συμφραζόμενα στις συλλογές του προσφέρει ένα ασφαλές πλαίσιο σύγκρισης για τη μελέτη των αντικειμένων του Μουσείου Κανελλοπούλου.

Η συνεργασία των τριών φορέων συνδυάζει αρχαιολογικές, τεχνολογικές και αρχαιομετρικές προσεγγίσεις, με στόχο την πληρέστερη κατανόηση αυτής της χαρακτηριστικής κατηγορίας αρχαίων κοσμημάτων.

Τα αποτελέσματα της έρευνας πρόκειται να παρουσιαστούν σε έκδοση του CAMU, η οποία φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη μελέτη των «Μακεδονικών Χαλκών». Η σύνθεση των δεδομένων αναμένεται να εμπλουτίσει τις γνώσεις μας σχετικά με την τυπολογία και τη χρονολόγησή τους, τις πρώτες ύλες, τις τεχνικές κατασκευής και διακόσμησης, τις τεχνολογικές επιλογές των δημιουργών τους, αλλά και τη χρήση και τη σημασία τους στον ελλαδικό και τον ευρύτερο βαλκανικό χώρο.