Ένα μοναδικό αγγείο σε μορφή πετεινού που έχει εντοπιστεί στο νεκροταφείο της Σίνδου αποτελεί το έκθεμα του μήνα Ιουνίου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Το σπάνιο αντικείμενο συνόδευε ένα νεαρό αγόρι στο τελευταίο του ταξίδι, γύρω στο 545-535 π.Χ.
Πρόκειται για ένα «πλαστικό» αγγείο, δηλαδή ένα αγγείο που συνδυάζει την τέχνη της ειδωλοπλαστικής με την αγγειοπλαστική. Τα αγγεία αυτού του τύπου ξεχωρίζουν για το ιδιόμορφο σχήμα, την περίτεχνη κατασκευή και τον πολυτελή χαρακτήρα τους. Ήταν ιδιαίτερα περιζήτητα στον αρχαίο κόσμο και συχνά περιείχαν αρωματικά έλαια ή χρησιμοποιούνταν ως συμποσιακά σκεύη, ανάλογα με το σχήμα και το άνοιγμα του στομίου τους.
Στη Μακεδονία, πλαστικά αγγεία με τη μορφή ανθρώπων, ζώων, πτηνών, Σειρήνων και άλλων δαιμονικών μορφών απαντούν από τον 6ο αιώνα π.Χ. και εξής. Τα περισσότερα ήταν εισαγμένα από το ανατολικό Αιγαίο, την Ιωνία και την Κόρινθο, μαζί με το πολύτιμο περιεχόμενό τους, ενώ είναι γνωστά και λίγα παραδείγματα τοπικής παραγωγής.
Το πλαστικό αγγείο σε σχήμα πετεινού του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό ευρετηρίου ΜΘ 8215, βρέθηκε στον τάφο 25 του νεκροταφείου της Σίνδου, στον οποίο είχε ενταφιαστεί ένα νεαρό αγόρι, που πέθανε πρόωρα γύρω στο 545-535 π.Χ.
Παρά τις μικρές του διαστάσεις, ο κιβωτιόσχημος τάφος ήταν κατασκευασμένος με ιδιαίτερη φροντίδα από έξι πώρινες μονολιθικές πλάκες. Στο εσωτερικό του βρέθηκε ένα εντυπωσιακό και μοναδικό σύνολο κτερισμάτων, που συνόδευαν τον νεαρό νεκρό στη μεταθανάτια ζωή.
Ανάμεσα στα κτερίσματα περιλαμβάνονται αγγεία από πηλό, φαγεντιανή και χαλκό, ειδώλια και πλαστικά αγγεία, χρυσά κοσμήματα και διακοσμητικά ελάσματα, όπλα, καθώς και ομοιώματα άμαξας και επίπλων. Σήμερα, το πλούσιο αυτό σύνολο παρουσιάζεται στις προθήκες 60 έως 64 της μόνιμης έκθεσης «Ο Χρυσός των Μακεδόνων».
Το αγγείο σε σχήμα πετεινού είναι μοναδικό στο νεκροταφείο της Σίνδου. Το πτηνό αποδίδεται καθιστό, με τα πόδια μαζεμένα κάτω από το σώμα του. Η σπάνια ομορφιά του αναδεικνύεται μέσα από τα ζωηρά χρώματα που διατηρούνται στην επιφάνειά του: το λοφίο και το λειρί είναι βαμμένα κόκκινα, ενώ η ουρά και το μεσαίο τμήμα των φτερών κοσμούνται με εναλλασσόμενες παράλληλες ταινίες κόκκινου και μαύρου.
Το στόμιο του αγγείου, επίσης βαμμένο κόκκινο, βρίσκεται στη ράχη του πτηνού. Η ποιότητα του πηλού και η χρήση των χρωμάτων συνδέουν το έκθεμα με το ίδιο ανατολικοϊωνικό εργαστήριο στο οποίο αποδίδονται τα περισσότερα ειδώλια της Σίνδου του 6ου αιώνα π.Χ.
Στην αρχαιότητα, ο πετεινός συνδεόταν με τις κοκορομαχίες, προσφερόταν ως δώρο ανάμεσα σε εραστές και σχετιζόταν με τη μετάβαση των εφήβων στην ενηλικίωση. Πετεινοί θυσιάζονταν επίσης σε νεκρικές τελετές για τον εξευμενισμό των χθόνιων θεοτήτων, ενώ για τον ίδιο λόγο τα ειδώλιά τους τοποθετούνταν μέσα σε τάφους.
Ως σύμβολο αρρενωπότητας, θάρρους και μαχητικότητας, ο πετεινός υπογραμμίζει τη νεαρή ηλικία του αγοριού που έφυγε πρόωρα από τη ζωή. Παράλληλα, η επικράτησή του στις κοκορομαχίες τον καθιστά διαχρονικό σύμβολο δύναμης και αιωνιότητας.
Το αγγείο έχει ύψος 15,5 εκ. και μήκος 18,5 εκ. Οι επισκέπτες μπορούν να το δουν στη μόνιμη έκθεση «Ο Χρυσός των Μακεδόνων», στην προθήκη 64 του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.