Στο πλαίσιο του εκθεσιακού θεσμού «Νέα αποκτήματα / Νέες προσεγγίσεις», μία περίοπτη προθήκη στον χώρο υποδοχής του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης καλωσορίζει τους επισκέπτες, συστήνοντάς τους μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες, νέες και παλιές, αρχαιότητές του. Αντικείμενα που είτε αποκτήθηκαν πρόσφατα και για πρώτη φορά παρουσιάζονται στο επιστημονικό και ευρύ κοινό είτε ανασύρθηκαν από τα ράφια των αποθηκών για να εκτεθούν υπό το πρίσμα μιας νέας προσέγγισης, όπως μετά από μία διαδικασία αποκατάστασης, μία νέα ερμηνεία ή νέα επιστημονικά δεδομένα.

Από την 1η Σεπτεμβρίου 2024 έως τις 28 Φεβρουαρίου 2025 στο κοινό παρουσιάζεται ένα ενεπίγραφο αναθηματικό ανάγλυφο που βρέθηκε το 1954 στη Θεσσαλονίκη. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ευρετήριο του μουσείου και την πρώτη δημοσιευμένη αναφορά, βρέθηκε στην οδό Γύζη η οποία εκτείνεται στα ανωφερή τμήματα της εντός των τειχών Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οδών Κασσάνδρου και Βλαχάβα. Χρονολογείται στα τέλη του 2ου-αρχές 3ου αι. μ.Χ. και φέρει τον αριθμό ευρετηρίου ΜΘ 2205.

Στο θραύσμα του μαρμάρινου αναγλύφου εικονίζονται τα πόδια, από τα γόνατα και κάτω, τριών γυναικείων μορφών. Φορούν μακριούς χιτώνες και τα πόδια τους, σε έντονο διασκελισμό, πατούν σε κυματοειδείς γραμμές που υποδηλώνουν το νερό. Πρόκειται πιθανόν για τρεις Νύμφες, θεότητες των υδάτινων πηγών και των τρεχούμενων νερών, που στις παραστάσεις αποδίδονται να χορεύουν.

Πάνω από τις μορφές θα ξεκινούσε το επίγραμμα που τη συνέχειά του μπορούμε να διαβάσουμε κάτω από τις κυματοειδείς γραμμές. Σύμφωνα με το επίγραμμα, γραμμένο σε δακτυλικό εξάμετρο, το ανάγλυφο αφιερώθηκε, προφανώς προς τις Νύμφες, από τον Άταλο ως έκφραση της ευγνωμοσύνης του επειδή γιατρεύτηκε από ασθένεια πίνοντας «γλυκό» νερό.

Το επίγραμμα, με μία προτεινόμενη συμπλήρωσή του μέσα σε αγκύλες, είναι το εξής: [Ἀντιχαριζόµενος Νύµφας ἐστήσατο] / τάσδε Ἄταλος ἐκπροφυγὼν νοῦσον πόµασι / γλυκεροῖσιν (Ως ανταπόδοση στις Νύμφες το έστησε ο Άταλος που γλίτωσε από αρρώστια πίνοντας γλυκό νερό)

Η εικονογραφία του αναγλύφου καθιστά πολύ πιθανή την εικασία η πηγή του ιαματικού νερού να ήταν τόπος λατρείας των Νυμφών στις οποίες αποδίδονταν και θεραπευτικές ιδιότητες. Η θέση του ιερού δεν είναι γνωστή. Σε μικρή απόσταση από τη θέση εύρεσης του αναγλύφου, ανασκαφή στην οδό Μουσών αποκάλυψε ιερό που κατά μία ερμηνεία συνδέεται με τη λατρεία των Νυμφών. Στη γύρω περιοχή φυσικές υδάτινες ροές που συνδέθηκαν αργότερα με τη χριστιανική λατρεία, όπως το Αγίασμα της Τιμίας Ζώνης ή του Αποστόλου Παύλου, δεν είναι βέβαιο αν απηχούν λατρεία των Νυμφών κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο.

Όπως πληροφορούμαστε από την ανακοίνωση του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, ο επιγραφολόγος Charles Edson κατά τη δημοσίευση της επιγραφής του αναγλύφου υπαινίχθηκε τον συσχετισμό του ιαματικού νερού του ιερού των Νυμφών με το αγίασμα στη μονή του Αγίου Δημητρίου της Πηγής που σύμφωνα με βυζαντινές γραμματειακές πηγές υπήρχε σε έναν τόπο με φυσική ομορφιά σε μικρή απόσταση από τη Θεσσαλονίκη. Στις Διηγήσεις των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου, κείμενο ανώνυμου συγγραφέα του 10ου αιώνα (βιβλίο Γ’- 4ο Θαύμα, S. Demetrii Martyris Acta, Migne J.P., Ελληνική Πατρολογία (PG), 116, 1393-1396), αναφέρεται ότι ένας αξιωματούχος θεραπεύτηκε από έντονους πόνους στους αρμούς, δηλαδή τις αρθρώσεις, όταν με την καθοδήγηση του Αγίου που εμφανίστηκε στον ύπνο του, ένιψε το σώμα του με το καθαρό, γλυκό και λίγο ψυχρό νερό της πηγής που ανάβλυζε από σχισμή βράχου δίπλα στο χριστιανικό ιερό, που έκτοτε μετονομάστηκε σε μονή του Αγίου Δημητρίου του Αρμογένη. Η θέση της δεν είναι γνωστή. Ενδέχεται να βρισκόταν στο περιαστικό δάσος Σέιχ-Σου, που η τουρκική ονομασία του (στην ελληνική, το νερό του Σεΐχη), αναφέρεται σε βρύση που υπήρχε εκεί.