Η έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς (σημ. 1) είναι μάλλον μια ζωντανή και ενεργή διαδικασία σχέσης με το παρελθόν παρά μια κατάσταση, «ένα μέσο επικοινωνίας και μετάδοσης ιδεών, αξιών και γνώσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν το υλικό, το άυλο και το εικονικό» (σημ. 2).

Τη νοηματοδότηση της ψηφιακής κληρονομιάς έδωσε η Χάρτα της UNESCO για την Προστασία της Ψηφιακής Κληρονομιάς (σημ. 3), η οποία αναφέρεται σε μοναδικές πηγές της ανθρώπινης γνώσης και έκφρασης, που δημιουργήθηκαν ψηφιακά ή μετατράπηκαν σε ψηφιακή μορφή από υπάρχουσες αναλογικές πηγές. Η έννοια της ψηφιακής κληρονομιάς χρησιμοποιείται συνήθως για προγράμματα εικονικής πραγματικότητας και τεκμηρίωσης της πολιτιστικής κληρονομιάς (σημ. 4) και συνίσταται από τρεις βασικούς τομείς (σημ. 5): την τεκμηρίωση του εν θέματι μνημείου, την αναπαράστασή του ψηφιακά-εικονικά, και τη διάδοση του ψηφιακού πολιτισμικού αποθέματος. Η αξία και η σημασία που αποδίδεται στην ψηφιακή κληρονομιά (σημ. 6) αναγνωρίζεται από την UNESCO, καθώς όπως αναφέρει ο Janis Karklins (σημ. 7) στα Πρακτικά του συνεδρίου για τη «Μνήμη του Κόσμου την Ψηφιακή Εποχή», «είτε είναι καταγεγραμμένα σε έναν πήλινο είτε σ’ έναν  ηλεκτρονικό δίσκο, οι μέθοδοι με τις οποίες μοιραζόμαστε το περιεχόμενο και τη γνώση πρέπει να προστατεύονται».

Η διάδοση της ψηφιακής κληρονομιάς αφορά στον επισκέπτη ενός μνημείου και χρήστη της ψηφιακής κληρονομιάς και ενέχει το στοιχείο της ερμηνείας (Heritage Interpretation), υπό την έννοια που εισήχθη τα τελευταία χρόνια στην πολιτιστική βιομηχανία (σημ. 8).

Η νέα ψηφιακή εποχή που εγκαινιάστηκε τον 21ο αιώνα έδωσε τη δυνατότητα σε μια άνευ προηγουμένου ανοιχτή πρόσβαση σε πληροφορίες, σε γνώση και σε «κληρονομιά», εγείροντας ταυτόχρονα ερωτήματα ως προς τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να πλοηγηθούμε σε τόσο μεγάλη ποσότητα πληροφορίας, αλλά και την αποτελεσματικότητα της ερμηνείας της. H UNESCO, το 2008, αναγνωρίζοντας την πολυπλοκότητα των νέων δεδομένων με την εξάπλωση διαδραστικών εφαρμογών ψηφιακής κληρονομιάς εξέδωσε τη «Χάρτα για την ερμηνεία και παρουσίαση των Μνημείων της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς» (σημ. 9), με σκοπό να προσδιορίσει «μια καθαρή, ορθολογική και τυποποιημένη ορολογία, αλλά και επαγγελματικά αποδεκτές αρχές για την ερμηνεία και την παρουσίαση της κληρονομιάς».

Ένα από τα βασικά πλέον εργαλεία ερμηνείας είναι η χρήση εφαρμογών σε κινητά τηλέφωνα. Σε αυτό συνέβαλε η ραγδαία αύξηση χρήσης των έξυπνων κινητών, η σύνδεσή τους με το διαδίκτυο, η ευρεία χρήση τους από ένα μεγάλο ηλικιακό φάσμα (με μεγάλη επιδραστικότητα στο νεανικό κοινό), το εύρος των εφαρμογών πολιτιστικού ή άλλου περιεχομένου που μπορούν να υποστηρίξουν και η διεισδυτικότητα του μέσου στις καθημερινές συνήθειες των ανθρώπων. Αν η πολιτιστική κληρονομιά είναι μια ενεργή διαδικασία σχέσης, στην ψηφιακή εποχή η σχέση αυτή απαιτεί να είναι κανείς συνδεδεμένος στο διαδίκτυο.

Τα τελευταία χρόνια, έρευνες των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας αλλά και μουσείων ή άλλων πολιτιστικών οργανισμών αναγνωρίζουν τη διείσδυση του μέσου αυτού στον τομέα του πολιτισμού και την επίδρασή του στην τουριστική βιομηχανία. Σε έρευνα (σημ. 10) της Ένωσης Μουσείων της Μεγάλης Βρετανίας αναγνωρίστηκε ότι η ερμηνεία μέσω κινητών τηλεφώνων δεν είναι μια πρόσκαιρη μόδα, καθώς έχει σημαντική θέση στην εμπειρία του επισκέπτη και στις προσδοκίες του από τη χρήση του μέσου αυτού όσον αφορά στην ερμηνευτική διαδικασία.

Η «Χάρτα για την ερμηνεία και παρουσίαση της κληρονομιάς εστιάζει» (σημ. 11) στον τρόπο με τον οποίο «η δραματική επέκταση διαδραστικών δραστηριοτήτων σε πολλά μνημεία, η εισαγωγή περίπλοκων διαδραστικών τεχνολογιών, η διαμόρφωση νέων οικονομικών στρατηγικών για την προώθηση και διαχείριση των πολιτιστικών πόρων δημιούργησαν νέα πολυσύνθετα δεδομένα και έθεσαν βασικά ερωτήματα ως προς τα προσδοκώμενα αποτελέσματα της προστασίας και της αποδοχής της [προστασίας] από το κοινό με τα νέα μέσα».

Οι πολυμεσικές εφαρμογές, οι ιστοσελίδες και οι νέες δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες πρέπει να αξιοποιούνται τόσο στην ερμηνευτική υποδομή, όσο και στη διατήρηση των αναλογικών ή ψηφιακών δεδομένων στο μέλλον. Ωστόσο οφείλουν να σέβονται την αυθεντικότητα των μνημείων, προβάλλοντας τη σημασία τους και τις πολιτισμικές αξίες της υλικής και άυλης κληρονομιάς. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δίνεται ώστε να αποφεύγεται η όχληση από τις ερμηνευτικές υποδομές. Οι υποδομές που υποστηρίζουν πολυμεσικές εφαρμογές (κιόσκια, οθόνες κ.ά.) πρέπει να είναι ενταγμένες στο φυσικό περιβάλλον, να ταιριάζουν στο χαρακτήρα και το περιεχόμενο του μνημείου, και η χρήση τους να μην προκαλεί βλάβες στο μνημείο ή όχληση στην εμπειρία των επισκεπτών. Έμφαση δίνεται στο περιεχόμενο, ώστε να αποφεύγεται η ανακριβής και ακατάλληλη ερμηνεία του μνημείου με στόχο τη διασκέδαση και όχι την αναγνώριση της σημασίας του. Κατά την παραγωγή του ψηφιακού πολιτισμικού αποθέματος, όπως εικονικές αναπαραστάσεις, εφαρμογές επαυξημένης πραγματικότητας κ.ά. από καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, προγραμματιστές, πρέπει να γίνεται λεπτομερής και συστηματική ανάλυση των δεδομένων (αρχιτεκτονικών, ιστορικών, περιβαλλοντικών κ.ά.), συμπεριλαμβάνοντας ανάλυση των υπαρχουσών ερευνών, καταγραφών, προφορικών μαρτυριών ή άλλων. Με τον τρόπο αυτό η ψηφιακή κληρονομιά αποτελεί εμπλουτισμένο ανάπτυγμα της υπάρχουσας και όχι μια μονοσήμαντη ερμηνευτική εφαρμογή. Σε ό,τι αφορά στα πνευματικά δικαιώματα για τη χρήση του υλικού με το οποίο δημιουργούνται οι πολυμεσικές εφαρμογές, αλλά και στα μεταδεδομένα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο.

Θετικά αξιολογείται η δυνατότητα που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες στην ενίσχυση της προσωπικής εμπειρίας, τη διάδραση στην εκπαιδευτική διαδικασία, τη δυνατότητα συνέργειας για την παραγωγή του ψηφιακού πολιτιστικού αποθέματος, την επικοινωνιακή δύναμη των κοινωνικών δικτύων. Σε μια εποχή που ένα μεγάλο ποσοστό του κοινού είναι εξοικειωμένο με τη χρήση των κινητών στους υπόλοιπους τομείς της ζωής του, η διείσδυση του μέσου αυτού στην ανάδειξη και την ερμηνεία της κληρονομιάς δεν αποτελεί μόνο ζητούμενο αλλά είναι και αναγκαία (σημ. 12). Στόχοι της χρήσης του μέσου εδώ είναι ο ενεργητικός ρόλος του επισκέπτη, η εξατομίκευση της μουσειακής εμπειρίας, η διάδραση με το υπό ερμηνεία μνημείο ή τη μουσειακή συλλογή (σημ. 13). Στην ψηφιακή ερμηνεία έμφαση δίνεται στα στάδια της επίσκεψης σε έναν πολιτιστικό πόρο σε συνάρτηση με την ψηφιακή κληρονομιά του. Έτσι διακρίνονται το στάδιο πριν από την επίσκεψη (επίσκεψη ιστοσελίδας στο διαδίκτυο), η ερμηνεία στο χώρο (χρήση ψηφιακών εφαρμογών σε κινητά) και το στάδιο μετά την επίσκεψη (ανατροφοδότηση της εμπειρίας με επίσκεψη της ιστοσελίδας ή άλλων ιστοσελίδων στο διαδίκτυο).

Η διείσδυση των εφαρμογών των κινητών τηλεφώνων πέρα από τους τομείς της ψυχαγωγίας, του εμπορίου και της τουριστικής βιομηχανίας στον πολιτισμό απαιτεί μια ορθολογική και επιστημονικά τεκμηριωμένη χρήση τους για την ερμηνεία της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος η ερμηνεία να καταλήξει ψυχαγωγία και η μνημειακή κληρονομιά θεματικό πάρκο. Η πολιτιστική βιομηχανία άλλωστε, στο πλαίσιο της μεταμοντέρνας ιδεολογίας, ανακύκλωσε το παρελθόν,  ιστορικοποίησε το παρόν, διεύρυνε την έννοια της κληρονομιάς και του πολιτιστικού πόρου εννοιολογικά και θεσμικά, παρουσιάζοντας καινοφανή πολιτιστικά προϊόντα σε μια προσπάθεια προσέλκυσης του κοινού.

Η κριτική που αναπτύσσεται σχετικά με τη διαδεδομένη χρήση των κινητών και των εικονικών εφαρμογών τους, κυρίως στους αρχαιολογικούς χώρους, τα μνημεία και τα μουσεία, είναι ότι η ψηφιακή ερμηνεία αφαιρεί άυλες αξίες του μνημείου όπως η αυθεντικότητα, η μοναδικότητα και η πνευματικότητά του. Οδηγεί τον χρήστη σε μια καταναλωτική διαδικασία καθ’ έξιν των αντίστοιχων εφαρμογών που χρησιμοποιεί με το κινητό και συνακόλουθα μια «Ντισνεϋοποίηση» (σημ. 14) της κληρονομιάς.

Ωστόσο η Χάρτα της UNESCO (σημ. 15) έχει θέσει ένα πλαίσιο αρχών, αξιών και κατευθύνσεων για την ερμηνεία και την παρουσίαση της κληρονομιάς, οι οποίες παρουσιάστηκαν συνοπτικά παραπάνω και με την αρωγή επιστημονικού προσωπικού της πληροφορικής και των νέων τεχνολογιών θα θέτουν κάθε φορά τους τεχνικούς και ερμηνευτικούς στόχους.

Εφαρμογές κινητών τηλεφώνων για την ψηφιακή ερμηνεία της πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ελλάδα

Οι εφαρμογές κινητών τηλεφώνων που χρησιμοποιούνται τα τελευταία χρόνια σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα αξιοποιούν την εξέλιξη της τεχνολογίας των κινητών τελευταίας γενιάς.

Στην Ελλάδα ιδιαίτερα διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια είναι η χρήση της Ετικέτας Γρήγορης Ανταπόκρισης (Κώδικας QR – Quick Response Code), ενός γραμμωτού κώδικα δύο διαστάσεων, του οποίου η σάρωση είναι δυνατή με τη βοήθεια ενός έξυπνου κινητού. Μέσα σε έναν Κώδικα QR μπορεί να αποθηκευτεί π.χ. ένας σύνδεσμος προς μια ιστοσελίδα, ώστε ο χρήστης σαρώνοντάς τον να έχει τη δυνατότητα να πλοηγηθεί αυτόματα σε αυτήν. Η χρήση του Κώδικα QR σε μουσεία, ιστορικές πόλεις και αρχαιολογικούς χώρους (σημ. 16) επιτρέπει την πρόσβαση σε μεγαλύτερο εύρος συλλογών και πληροφοριών μέσω προσδιορισμένων ιστοσελίδων, διευρύνει την εμπειρία της επίσκεψης με τη σύνδεση με άλλα εποπτικά μέσα όπως βίντεο, ήχος, εκπαιδευτικά παιχνίδια κ.ά. και διαμορφώνει μια ενεργή και διαλεκτική σχέση του επισκέπτη με την κληρονομιά, με έμφαση στο νεανικό κοινό που είναι εξοικειωμένο με τη χρήση του. Ο επισκέπτης σαρώνοντας την Ετικέτα Γρήγορης Ανταπόκρισης μπορεί να συλλέξει περισσότερες πληροφορίες για ένα αντικείμενο, να συνδεθεί με κάποια ιστοσελίδα του μουσείου, να συνδέσει το αντικείμενο με ήχους ή βίντεο, να παίξει διαδραστικά παιχνίδια, όπως να λύσει ένα παζλ ή ένα γρίφο, να συμμετάσχει σε ηχοδιαδρομές ή σε κάποια διαδραστική ιστορία.

Η τοποθέτηση του Κώδικα QR δεν προκαλεί όχληση στο μνημείο ή το έκθεμα. Επίσης ο Κώδικας QR είναι ευδιάκριτος και μπορεί να αντιγραφεί σε περίπτωση καταστροφής του. Ωστόσο για τη χρήση του είναι απαραίτητη η φόρτωση από τον χρήστη της αντίστοιχης εφαρμογής και η ύπαρξη υπερσύνδεσης. Η ευρύτητα της χρήσης του μέσου αυτού για εμπορικούς σκοπούς μάλλον μειώνει τον ερμηνευτικό του χαρακτήρα.

Τις Ετικέτες Γρήγορης Ανταπόκρισης έχουν αρχίσει να εισάγουν αρκετά μουσεία, αλλά και Δήμοι (σημ. 17) για την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και την ερμηνεία της από τους επισκέπτες (σημ. 18). Ενδεικτικά αναφέρονται τα παρακάτω μουσεία για να φανεί η γεωγραφική διασπορά αλλά και η ποικιλία των πολιτιστικών πόρων που έχουν ενσωματώσει την ψηφιακή ερμηνεία μέσω QR codes: το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το Λαογραφικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης, το Ψηφιακό Μουσείο Άνδρου, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Μετεώρων και Μουσείο Μανιταριών, το Μουσείο Ακαδημίας Πλάτωνος, το Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου, το Εκκλησιαστικό Μουσείο Παναγιάς Τσαμπίκας Ρόδου, το Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας, το Μουσείο του γαλλικού νεκροταφείου του Ζέιτενλικ Θεσσαλονίκης κ.ά.

Η επικοινωνία κοντινού πεδίου (NFC – Near Field Communication) είναι μια μικρής εμβέλειας ασύρματη τεχνολογία που μεταφέρει δεδομένα μέσω της χρήσης κινητών τελευταίας γενιάς. Η λειτουργία της βασίζεται στην επαφή ή στην προσέγγιση μερικών εκατοστών της συσκευής που περιέχει το τσιπ NFC σε κάποια άλλη συσκευή με τον κατάλληλο αισθητήρα. Το NFC έχει πολύ μεγάλη χρησιμότητα στην καθημερινότητα και εφαρμόζεται σε διάφορους τομείς, όπως στον έλεγχο πρόσβασης, στις ηλεκτρονικές συναλλαγές, στην ανταλλαγή πληροφοριών, στις μεταφορές στις πληρωμές κ.α. Η τεχνολογία NFC διαδίδεται με γρήγορους ρυθμούς λόγω της αξιοποίησής της από τα έξυπνα κινητά, οι οποίες την ενσωματώνουν. Η εύκολη αλληλεπίδραση, η άμεση ανάγνωση και εγγραφή δεδομένων, το εύρος των καθημερινών εφαρμογών που μπορεί να έχει και η μεταξύ τους σύνδεση συνέβαλαν στη διάδοσή της και σε πολιτιστικούς φορείς, κυρίως στο εξωτερικό. Η επικοινωνία κοντινού πεδίου επιτρέπει τη σύνδεση με διαδραστικές, ακουστικές ή εικονικές εφαρμογές, αλλά και την αλληλεπίδραση των επισκεπτών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο θα πρέπει να αναφερθεί ότι η τεχνολογία δεν διατίθεται σε iOS, απαιτεί Wi-Fi 3G ή 4G, δεν είναι ασφαλής, καθώς εύκολα μπορεί να υποκλαπούν δεδομένα, και επειδή πραγματοποιείται εξ αποστάσεως υπάρχει ο κίνδυνος απώλειας δεδομένων.

Η επιτυχημένη εφαρμογή της τεχνολογίας κοντινού πεδίου στον Υπόγειο Σιδηρόδρομο του Λονδίνου  (Oyster cards) έδωσε ώθηση σε Εταιρείες Επικοινωνίας και Πανεπιστήμια να χρησιμοποιήσουν εφαρμογές και προγράμματα σε μνημεία ή κέντρα πόλεων.

Το πρόγραμμα NETUR-Caceres από την Εταιρεία Gamma Solutions στην πόλη Caceres της Ισπανίας επέτρεψε στους επισκέπτες του ιστορικού κέντρου της πόλης, μέσω κινητών τηλεφώνων και της τεχνολογίας επικοινωνίας κοντινού πεδίου, να λαμβάνουν πληροφορίες για τα μουσεία, τα μνημεία και τα αξιοθέατα της πόλης, εμπλουτισμένες με βίντεο και με επιλογή γλώσσας.

Ο τουριστικός οργανισμός της Ινδίας εισήγαγε και τις δύο προαναφερθείσες εφαρμογές στους ναούς Khajuraho, μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Η χρήση των εφαρμογών αυτών επιτρέπει στους διαχειριστές της κληρονομιάς μέσα από την ανάλυση των μεταδεδομένων της ψηφιακής ξενάγησης να αναλύσουν καλύτερα το προφίλ των επισκεπτών, να αναγνωρίσουν τα ενδιαφέροντα, τις συμπεριφορές και τις προσδοκίες του, αλλά και να ενσωματώσουν στη συνέχεια τις πληροφορίες αυτές στην ψηφιακή ερμηνεία.

Η Επαυξημένη Πραγματικότητα (Augmented Reality) είναι η τεχνολογία με την οποία τα γραφικά εξάγονται από τον υπολογιστή και εισάγονται σε περιβάλλοντα του πραγματικού κόσμου (σημ. 19). Η τεχνολογία AR Vision επιτρέπει τη ζωντανή και σε πραγματικό χρόνο προβολή του περιβάλλοντος, εμπλουτισμένου (επαυξημένου) με εικόνες και πληροφορίες δύο ή τριών διαστάσεων μέσω του κινητού τηλεφώνου, ενός υπολογιστή ή ενός info-kiosk (σημ. 20). Mέσω της κάμερας και του συστήματος GPS ενός έξυπνου κινητού παρέχονται πληροφορίες (κείμενα, εικόνες, βίντεο, ήχοι, τρισδιάστατα περιβάλλοντα κ.ά.) για σημεία ενδιαφέροντος κοντά στη θέση που βρίσκεται ο χρήστης και την οποία στοχεύει με την κάμερά του. Με τον τρόπο αυτό η ερμηνεία εμπλουτίζει μια ζωντανή όψη του πραγματικού κόσμου με αισθητηριακά ερεθίσματα και γραφικά.

Μια από τις πρώτες διεθνώς εφαρμογές επαυξημένης πραγματικότητας σε αρχαιολογικό χώρο ήταν το Archeoguide στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Ολυμπίας και υποστήριζε τρία ήδη κινητών συσκευών, φορητό υπολογιστή, ταμπλέτα και φορητό ψηφιακό δίσκο. Στόχος της εφαρμογής ήταν να δώσει στον επισκέπτη μια επαυξημένη εικόνα της αρχαίας Ολυμπίας και να ερμηνεύσει την πολιτιστική κληρονομιά των Ολυμπιακών Αγώνων.

Στο Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας Λέσβου λειτουργεί η εφαρμογή AR Museum για κινητά ειδικά για εκπαιδευτικούς σκοπούς για μαθητές (σημ. 21).

Ολοκληρώνοντας θα αναφερθούν συνοπτικά μελέτες περίπτωσης που αναδεικνύουν αξιοσημείωτες πτυχές της ψηφιακής ερμηνείας. Ο ψηφιακός οδηγός του Μουσείου Ακρόπολης ενσωματώνει μέσα από τις νέες τεχνολογίες την αρχαιολογική έρευνα και τεκμηρίωση, αναδεικνύοντας τη μοναδικότητα του μνημείου, την αναγκαιότητα επιστροφής των μαρμάρων και την αξία της προστασίας τους. Το έργο «“Ηράκλειο, κάθε βήμα … ένα ταξίδι στην ιστορία” – Ηλεκτρονική Περιήγηση στην Παλιά Πόλη Ηρακλείου» αποτυπώνει μια ποικιλία ψηφιακών εφαρμογών για την ερμηνεία των μνημείων του ιστορικού κέντρου της πόλης, ενώ το iGuide με κοινωνική ευαισθησία παρέχει μια διαδικτυακή πλατφόρμα για αρχαιολογικούς χώρους και φυσικά αξιοθέατα στη Θράκη που δεν διαθέτουν μουσείο ή υπηρεσίες ξενάγησης. Τέλος τo Τhesswiki είναι μια πρότυπη δράση πληθοπορισμού (crowdsourcing), στην οποία ο πολίτης συμμετέχει ενεργά στην παραγωγή πολιτιστικών προϊόντων, προάγοντας τη δυναμική της αλληλεπίδρασης των νέων τεχνολογιών και των κοινωνικών δικτύων.

Οι εφαρμογές αυτές αναδεικνύουν τη δυναμική αλλά και τις δυνατότητες της ψηφιακής ερμηνείας στον 21ο αιώνα, για έναν πολιτισμό στον οποίο θα είμαστε διαρκώς «συνδεδεμένοι».

 

Μάνος Μικελάκης

Αρχαιολόγος ΥΠΠΟΑ