Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκτεινόταν από τη Βρετανία μέχρι τον Ευφράτη ποταμό και από τον Δούναβη μέχρι τη Σαχάρα. Σε αυτή την τεράστια έκταση γης, με αμέτρητους φυσικούς και ανθρώπινους πόρους, το κράτος είχε μία ομοιογένεια, όπου επικρατούσε ειρήνη και ασφάλεια στη διακίνηση των ανθρώπων και των προϊόντων. Η ρωμαϊκή οικονομία ήταν συνάρτηση του θεσμικού πλαισίου και της κοινωνικής δομής της αυτοκρατορίας, καθώς και των πολέμων και ήταν κατά βάση αγροτική, ενώ το εμπόριο και η βιοτεχνία συντελούσαν στην ευημερία της.

Κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους η ρωμαϊκή οικονομία είχε υπέρογκα έξοδα λόγω του στρατού (τουλάχιστον 400.000 άνδρες), που μετατράπηκε από κατακτητικός σε προστάτη των συνόρων και επιστάτη της ασφάλειας στο εσωτερικό και υπολογίζεται ότι απορροφούσε τα 2/3 των συνολικών εξόδων του κράτους. Στα έξοδα καταλογίζονται επίσης πληρωμές μισθών του τεράστιου δημόσιου τομέα, δωρεών στο στρατό (donativa) μετά την ανάρρηση στο θρόνο κάθε αυτοκράτορα, δημόσια έργα, πολυδάπανη πολιτιστική ζωή (κτίσιμο και διατήρηση δημοσίων κτηρίων, διοργάνωση αγώνων, λατρειών κ.ά.), διανομή τροφής στους πληβείους (alimenta), καταστροφικά φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, πλημμύρες, πυρκαγιές και επιδημίες) καθώς και ο συχνά έκλυτος βίος του κάθε αυτοκράτορα. Το ρωμαϊκό κράτος έχανε μάλιστα ανεπιστρεπτί πολύτιμο μέταλλο από τις εισαγωγές ειδών πολυτελείας από την Ανατολή (τις Ινδίες, την Κίνα, κ.λπ.), που κατανάλωναν οι ανώτερες τάξεις, διότι η αγορά των προϊόντων γινόταν με νομίσματα από ευγενή μέταλλα που δεν εξισώνονταν με εξαγωγές, αφού οι ανατολικοί λαοί δεν ενδιαφέρονταν για τα ρωμαϊκά προϊόντα.

Η εξισορρόπηση εσόδων-εξόδων γινόταν με την επιβολή άμεσων και έμμεσων φόρων. Πηγή εσόδων αποτελούσαν και τα ενοίκια γης, οι φόροι κληρονομίας και οι κλήσεις για παραπτώματα. Σε περίπτωση ανεπάρκειας επινοούνταν νέοι φόροι, όπως το aerarium militare, φόρος για τη συντήρηση του στρατού.

Η νομισματική πολιτική της Αυτοκρατορίας συνέχισε αυτήν της Δημοκρατίας. Έτσι το ασημένιο δηνάριο, που εισήχθη επί Δημοκρατίας στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. παρέμεινε η βάση του νομισματικού συστήματος μέχρι και τον 3ο αι. μ.Χ. με μόνη διαφορά την αποτύπωση των προσωπογραφιών των αυτοκρατόρων ή/και των μελών των οικογενειών τους στην εμπρόσθια όψη. Οι ονομαστικές αξίες και ισοτιμίες μεταξύ των νομισμάτων του ρωμαϊκού νομισματικού συστήματος παρατίθενται στον Πίνακα 1.

Κατά την Ιουλιοκλαυδιανή περίοδο η ετήσια πληρωμή ενός μισθοφόρου ήταν περίπου 9 aurei. Το δηνάριο αντιπροσώπευε περίπου ένα ημερομίσθιο. Με ένα ασάριο μπορούσε κάποιος να αγοράσει το ψωμί της ημέρας ή ένα ποτήρι κρασί σε ταβέρνα, ενώ η είσοδος σε ένα δημόσιο λουτρό στοίχιζε ένα quadrans (η μικρότερη χάλκινη υποδιαίρεση).

Στην ερμηνεία των οικονομικών κρίσεων της αρχαιότητας συνεισφέρουν και τα νομίσματα. Η αξία του αρχαίου νομίσματος από ευγενή μέταλλα ήταν εγγενής (το βάρος του νομίσματος αντιπροσώπευε την αξία του προϊόντος). Συχνά η αντιμετώπιση των οικονομικών κρίσεων συντελείτο με την απλή μέθοδο της υποτίμησης του νομίσματος από ευγενή μέταλλα, δηλαδή με την κοπή λιποβαρών νομισμάτων ή/και με την πρόσμιξη των ευγενών μετάλλων με ευτελέστερα. Με τον τρόπο αυτό η εκάστοτε εκδίδουσα αρχή έκοβε και έθετε σε κυκλοφορία περισσότερα νομίσματα σε αριθμό για να αντεπεξέλθει σε μια οικονομική κρίση, τα οποία όμως ήταν υποτιμημένα. Έτσι και το ρωμαϊκό κράτος όποτε βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, με κυριότερο λόγο το τέλος των κατακτήσεων και την έλλειψη μετάλλου προς νομισματοκοπία, ως λύση αύξαινε τη φορολογία και/ή υποτιμούσε το νόμισμά του.

Από την εποχή του Αυγούστου μέχρι το 64 μ.Χ. το βάρος των χρυσών και αργυρών νομισμάτων ελαττώθηκε ελάχιστα. Ο Νέρων (54-68 μ.Χ.) προέβη σε μια δραστική νομισματική μεταρρύθμιση για να αντεπεξέλθει, σύμφωνα με τους περισσότερους ιστορικούς, στα τεράστια έξοδα για την ανοικοδόμηση της Ρώμης μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 64 και το κτίσιμο του νέου παλατιού, την περίφημη «Χρυσή Οικία», Domus Aurea. Η ανοικοδόμηση της Ρώμης ήταν αναμφισβήτητα μία από τις αιτίες της οικονομικής κρίσης, παράλληλα με την κατάπνιξη εξεγέρσεων, τον έκλυτο βίο του αυτοκράτορα, τη διανομή χρημάτων στους πληβείους και την ελάφρυνση της φορολογίας τους, την απαλλαγή φόρου στα εμπορικά πλοία που μετέφεραν σίτο στη Ρώμη, τις διανομές χρήματος στο στρατό, τα δημόσια έργα, και τους αθλητικούς και καλλιτεχνικούς αγώνες.

Η εξοικονόμηση χρημάτων προήλθε από την αύξηση φόρων στις επαρχίες και τα υπόδουλα βασίλεια, την επιβολή νέων φόρων σε λιμάνια, δρόμους, γέφυρες κ.λπ., την επιβολή φόρου 25% στα πολυτελή προϊόντα εισαγωγής, που υπολογίζεται ότι στοίχιζαν 600.000 aurei, μέταλλο που χανόταν από τη νομισματοκοπία.

Λόγω ανεπάρκειας των μέτρων και έλλειψης νομίσματος, ο Νέρων το 64 υποτίμησε τα χρυσά και αργυρά νομίσματα. Αντί για 40 aurei από κάθε ρωμαϊκή λίβρα (ουγκιά) έκοβαν πλέον 45, και αντί για 84 δηνάρια 96. Ο Νέρων κατέβασε επίσης την καθαρότητα αργύρου στο δηνάριο από 99,5% σε 93,5%, κόβοντας έτσι με την ίδια ποσότητα μετάλλου περί τα 15% περισσότερα νομίσματα. Η νόθευση του δηναρίου ήταν η πιο δραματική που έγινε κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας μέχρι τον 3ο αιώνα (Πίνακας 2).

Η μεταρρύθμιση είχε και πολιτικό χαρακτήρα καθώς ο Νέρων, με διατάγματα, νόμους, ευεργεσίες και «δωρεές», θώπευε τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις, ενώ προσπαθούσε να μειώσει την επιρροή της Συγκλήτου. Οι μεσαίες τάξεις με τη μεταρρύθμιση αύξησαν την περιουσία τους διότι αποθησαύριζαν κυρίως αργυρά νομίσματα των οποίων η αξία, λόγω του νέου κράματος, υπολογίζεται πως ήταν κατά 1/3 μεγαλύτερη από την πραγματική, αφού η καθαρότητα του αργύρου ελαττώθηκε κατά 6%. Αντίθετα οι αριστοκρατικές τάξεις είδαν την περιουσία τους να ελαττώνεται διότι κατείχαν κυρίως χρυσά νομίσματα, που είχαν περί τα 0,7 γραμμ. λιγότερο βάρος και η ανταλλαξιμότητα χρυσού/αργύρου ήταν εις βάρος των χρυσών (πριν τη μεταρρύθμιση 12 γραμμ. αργύρου αντιστοιχούσαν σε 1 γραμμάριο χρυσού, ενώ μετά σε 11 γραμμ. χρυσού). Με τον τρόπο αυτό εισήλθαν στη Σύγκλητο και σε άλλα αξιώματα άνθρωποι μεσαίων τάξεων και μεταβλήθηκε η κοινωνική σύνθεση της διοίκησης.

Η οικονομική κρίση την περίοδο των Σεβήρων είναι διαφορετική. Ως τις αρχές του 3ου αιώνα το δηνάριο ήταν τόσο ισχυρό νόμισμα –αναγνωρίσιμο και με μεγάλη κυκλοφορία– ώστε πολλές περιοχές της Βόρειας Ευρώπης έκοψαν απομιμήσεις των ρωμαϊκών νομισμάτων.

Από τα τέλη του 2ου αιώνα η Αυτοκρατορία κλονιζόταν από απειλές των συνόρων, εισβολές βαρβάρων και πολέμους διαδοχής. Όταν τελικά κατέλαβε την εξουσία ο Σεπτίμιος Σεβήρος το 193, το δημόσιο ταμείο είχε μόνον 1.000.000 σηστέρτιους από 2.700.000.000 επί Αντωνίνου Ευσεβούς (138-161). Οι συνεχείς επιχειρήσεις που αντιμετώπισαν οι Σεβήροι –εκστρατείες στη Βρετανία, διαφύλαξη των συνόρων από γερμανικά φύλα, Πάρθους και Πέρσες– συνέβαλαν στον τερματισμό της οικονομικής ευημερίας των αριστοκρατικών και μεσαίων τάξεων και στην υποβάθμιση της ποιότητας ζωής τους. Ανέκοψαν την οικονομική ανάπτυξη και το εμπόριο, ενώ συγχρόνως υπήρξαν απώλειες μετάλλου, απαραίτητου για τη νομισματοκοπία, από λαφυραγωγία. Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσει κανείς και τα μόνιμα έξοδα, μισθούς του δημόσιου τομέα, συντάξεις στρατιωτικών, δημόσια έργα κ.λπ.

Όλοι αυτοί οι λόγοι ανάγκασαν τον Σεπτίμιο Σεβήρο να αυξήσει τη φορολογία των πλουσίων και της μεσαίας τάξεως, με αποτέλεσμα τα προνομιούχα στρώματα να κλονιστούν οικονομικά τόσο ώστε να μην γίνονται πλέον ευεργεσίες, γεγονός που είχε με τη σειρά του αντίκτυπο στα κατώτερα στρώματα, τα οποία εξαθλιώθηκαν. Ωστόσο η αύξηση της φορολογίας δεν απέδωσε, αντιθέτως παρατηρείται μείωση της παραγωγικότητας με εγκατάλειψη της γης, ελάττωση του αριθμού των δούλων (με αποτέλεσμα αύξηση του κόστους εργασίας), μείωση της καλλιεργούμενης γης και της παραγωγής αγροτικών προϊόντων και ως εκ τούτου ελάττωση των εσόδων.

Ο Σεπτίμιος Σεβήρος για να αντεπεξέλθει στα έξοδα και να εκδώσει περισσότερα δηνάρια για τις πληρωμές, κυρίως των στρατιωτών που τους είχε αυξήσει το μισθό κατά 50%, αναγκάστηκε το 195, αφού δεν είχε ικανή ποσότητα μετάλλου προς νομισματοκοπία λόγω της εξάντλησης των αποθεμάτων αργύρου (δεν υπήρχαν νέες κατακτήσεις και έχαναν πάντα πολύτιμο μέταλλο από τις εισαγωγές πολυτελών ειδών), να υποτιμήσει το δηνάριο και να εκδώσει αργυρά νομίσματα με 50-60% καθαρότητα σε άργυρο.

Ο διάδοχός του Καρακάλλας συνέχισε τις υπέρογκες δαπάνες με νέες αυξήσεις μισθών, το 212, των διπλάσιων σε αριθμό στρατιωτών σε σχέση με το 197, που ανέβασαν το ετήσιο κόστος στα 70 εκατομμύρια δηνάρια. Οι συνεχείς πόλεμοι, η αύξηση των δημοσίων υπαλλήλων και οι δωρεές χρημάτων σε παρακείμενα βασίλεια για να διατηρούν την ειρήνη με τα σύνορα κόστιζαν.

Η έλλειψη νομισμάτων για πληρωμές οδήγησε σε άνοδο του πληθωρισμού και ο Καρακάλλας αναγκάστηκε να αυξήσει τη φορολογία των υπηκόων και να επιβάλει στις επαρχίες έκτακτους φόρους, aurum coronarium, ενώ με διάταγμα έδωσε το 212 τη ρωμαϊκή υπηκοότητα σε όλους τους ελεύθερους πολίτες ώστε να πληρώνουν κεφαλικό φόρο. Ωστόσο, το 215 αναγκάστηκε να προβεί σε μια πολύ πιο δραστική νομισματική μεταρρύθμιση.

Εισήγαγε ένα νέο ασημένιο νόμισμα, τον αντωνινιανό (η ονομασία του προέρχεται από το όνομά του διότι δεν γνωρίζουμε την αρχαία του ονομασία). Το νέο νόμισμα ζύγιζε λιγότερο, είχε ακόμη χαμηλότερη περιεκτικότητα σε άργυρο (κατά 1/6) και είχε την αξία 2 δηναρίων, εξ ου και η ακτινοστεφής απεικόνιση του αυτοκράτορα, όπως στα asses ο αυτοκράτορας απεικονιζόταν δαφνοστεφής, ενώ στο διπλάσιό του dupondius ακτινοστεφής. Στην πραγματικότητα όμως ο αντωνινιανός στοίχιζε 1,5 δηνάριο. Παρότι οι πολίτες δεν δέχθηκαν με ενθουσιασμό το καινούργιο υποτιμημένο νόμισμα, το κράτος πλήρωνε με αυτό τις υποχρεώσεις του –στρατό, δημόσιους υπαλλήλους, δημόσια έργα κ.λπ.– και ο αντωνινιανός έγινε το κύριο νόμισμα. Ο διάδοχος του Καρακάλλα Μακρίνος (217-218) προσπάθησε να εξισορροπήσει τα οικονομικά της Αυτοκρατορίας και σταμάτησε την έκδοσή του, αλλά ο διάδοχός του Ηλιογάβαλος (218-222) το επανέφερε αναγκαστικά ενώ ο Αλέξανδρος Σεβήρος (222-235) προσπάθησε ανεπιτυχώς να επαναφέρει το δηνάριο. Έτσι επί Γαλλιηνού, γύρω στο 260, ο αντωνιανιανός έφτασε να περιέχει μόνον 5% άργυρο.

Μια υποτίμηση θεωρητικώς αυξάνει τις εξαγωγές μιας χώρας (αυτό δεν ίσχυε για τη Ρώμη αφού κυρίως εισήγαγε προϊόντα) αλλά δημιουργεί πληθωρισμό και ανεβάζει τις τιμές στο εσωτερικό. Από τη στιγμή που το νόμισμα ήταν λιποβαρές ή/και η καθαρότητα του μετάλλου δεν ήταν σωστή, δεν είχε τη σωστή ονομαστική αξία. Έτσι εάν ένας έμπορος πουλούσε κάτι με 10 δηνάρια σωστού βάρους και περιεκτικότητας, θα μπορούσε να απαιτεί 15 υποτιμημένα. Συγχρόνως όταν το κράτος έβρισκε μέταλλο και προσπαθούσε την επαναφορά γνησιότερων νομισμάτων, αυτά εξαφανίζονταν από την αγορά λόγω αποθησαύρισης. Έτσι δημιουργήθηκε ένα φαύλος κύκλος, όπου τα πολύτιμα μέταλλα δεν επιστρέφονταν ποτέ στο κράτος μέσω των φόρων και η διοίκηση, με τα υποτιμημένα νομίσματα που συνέλλεγε από τη φορολογία, αδυνατούσε να καλύψει τις συνεχώς αυξανόμενες δαπάνες. Γι’ αυτό το λόγο από τις αρχές του 3ου αιώνα οι πολίτες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν ένα ποσό της φορολογίας σε είδος ή σε παροχή υπηρεσιών, λόγω ελλείψεως νομισμάτων.

Η έλλειψη χρήματος και η αύξηση της φορολογίας έπληξε τον αστικό πληθυσμό και τη μεσαία τάξη. Πολλοί Συγκλητικοί και έμποροι πτώχευσαν διότι τα χρήματά τους δεν είχαν αξία ενώ ξανάρχισε το ανταλλακτικό εμπόριο. Από τον 3ο αιώνα η ελάττωση του πληθυσμού των πόλεων επέφερε ελάττωση συλλογής φόρων και πολλοί επέστρεψαν αναγκαστικά στην ύπαιθρο ως μικρογαιοκτήμονες, ενώ άλλοι προσπαθούσαν να μπουν στο στρατό.

Η πολιτική και στρατιωτική κρίση του 3ου αιώνα έστρεψε τους αυτοκράτορες προς μία ισορροπημένη δημοσιονομική πολιτική μέσω νομισματικών μεταρρυθμίσεων με κυριότερες εκείνες του Αυρηλιανού (274) και του Διοκλητιανού (το 293 και το 301), με αποτέλεσμα την οριστική μεταβολή του νομισματικού συστήματος κατά τη βασιλεία του Διοκλητιανού. Παρ’ όλες τις μεταρρυθμίσεις, το ρωμαϊκό κράτος δεν κατάφερε να αναχαιτίσει τη δύσκολη οικονομική κατάσταση αλλά η Αυτοκρατορία διατηρήθηκε αλλάζοντας τη δομή της χάρη στον Κωνσταντίνο Α΄, ο οποίος τη διαίρεσε σε δύο τμήματα, τη δυτική με έδρα τη Ρώμη και την ανατολική με έδρα το Βυζάντιο, τη σημερινή Κωνσταντινούπολη.

 

Δρ Ελένη Παπαευθυμίου

Ιστορικός-νομισματολόγος, Πρόεδρος της Νομισματικής Εταιρείας