Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
More
Αρχείο Ιστοτόπου
Όλες οι φωτογραφίες
Οι τεκτονικές πλάκες και η θέση του Αιγαίου (Πηγή: fr.wikipedia.org).
- +
από Archaeology Newsroom

Τα λιμάνια του Αιγαίου κατά τη ρωμαϊκή περίοδο


Catherine Bouras, Τα λιμάνια του Αιγαίου κατά τη ρωμαϊκή περίοδο: οι λιμενικοί χώροι και οι δραστηριότητες από την εποχή του Πομπήιου έως την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης

Θέμα της διδακτορικής μου διατριβής είναι τα λιμάνια του Αιγαίου κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, από την εποχή του Γναίου Πομπήιου του Μέγα έως την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης (63 π.Χ.-330 μ.Χ.). Γεωγραφικά, το Αιγαίο πέλαγος ορίζεται από τις ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας στα βόρεια και τα δυτικά, την Κρήτη και τα νησιά (που αποτελούν ένα σεισμολογικό «τόξο», το οποίο εκτείνεται από τα Επτάνησα ως τη Ρόδο), τα Κύθηρα, την Κάρπαθο και την Κάσο στα νότια, και τις μικρασιατικές ακτές στα ανατολικά. Αποτελείται από μεγάλα πελάγη στα βόρεια και τα νότια και από συμπλέγματα νησιών, τα οποία, όπως φαίνεται και στα σωζόμενα κείμενα των αρχαίων γεωγράφων, χωρίζουν αυτόν το θαλάσσιο χώρο σε μικρότερα πελάγη, τα οποία διατηρούν έως σήμερα τα αρχαία ονόματά τους (π.χ. Θρακικό, Μυρτώο πέλαγος) (εικ. 1-2).

Το Αιγαίο κατά τη ρωμαϊκή περίοδο
Μετά το θρίαμβο, το 63 π.Χ., του Γναίου Πομπήιου του Μέγα εναντίον των πειρατών που μάστιζαν τη Μεσόγειο, το Mare Nostrum έγινε ασφαλές και αναπτύχθηκαν οι θαλάσσιες επικοινωνίες, κυρίως για εμπορικούς σκοπούς. Ύστερα από τη νίκη του Οκταβιανού στο Άκτιο, το 31 π.Χ., και κυρίως στα χρόνια που ακολούθησαν, οι περιοχές γύρω από τη Μεσόγειο είχαν πλέον κατακτηθεί, ενώ όλος ο θαλάσσιος χώρος έγινε «ρωμαϊκή λίμνη», όπου οι πολεμικοί στόλοι δεν είχαν θέση παρά μόνο αν υπηρετούσαν τη Ρώμη ή σε ορισμένες άλλες ειδικές περιπτώσεις. Εκτός από τις εισβολές των Γότθων και άλλων βόρειων φύλων στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ., η κατάσταση παραμένει σχετικά ειρηνική ως την εισβολή των Σλάβων, στα τέλη του 6ου αιώνα μ.Χ.. Έτσι, στα ρωμαϊκά χρόνια, το Αιγαίο μαζί με τα νησιά του αποτελεί γέφυρα μεταξύ της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Μικράς Ασίας ενώ διευκολύνει την πρόσβαση στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας μέσω της Προποντίδας (εικ. 1).

Ο Περίπλους του Ψευδο-Σκύλακος (μέσα 4ου αι. π.Χ.) και ο ανώνυμος Σταδιασμός της Μεγάλης Θαλάσσης (3ος αι. μ.Χ.), που συγκρίνονται με τους μεσαιωνικούς πορτολάνους, καθώς και τα κείμενα των αρχαίων γεωγράφων, προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες για τα λιμάνια της Μεσογείου, όπου το Αιγαίο καταλαμβάνει σημαντική θέση. Οι πηγές αυτές προσφέρουν πλούσια ορολογία όσον αφορά την τυπολογία των λιμανιών και κάποιων εγκαταστάσεών τους, που σχετίζονται με την προστασία από τους ανέμους, τις αποβάθρες, την πρόσβαση σε πόσιμο νερό κ.ά. Υπάρχουν, λοιπόν, ανάλογα με τη μορφολογία των ακτών, λιμάνια φυσικά, η λεκάνη των οποίων είναι προστατευμένη από λόφους που λειτουργούν ως φυσικοί μόλοι και κυματοθραύστες, και λιμάνια τεχνητά, των οποίων η θέση ορίστηκε παρά την αφιλόξενη ακτή και όπου οι μόλοι ή κυματοθραύστες για την προστασία της λεκάνης είναι χτιστοί. Στο Αιγαίο, σε αντίθεση με την ακτή της Παλαιστίνης όπου βρίσκεται το τεχνητό λιμάνι ρωμαϊκής εποχής της Καισάρειας της Παράλου (Caesarea Maritima), τα λιμάνια είναι στην πλειονότητά τους φυσικά. Πρόκειται για ασφαλείς όρμους, υφόρμους, κ.λπ.

Μία από τις δυσκολίες που συναντά κανείς μελετώντας τους αρχαίους λιμένες είναι η εξέλιξη του τοπίου, φαινόμενο που παρατηρείται ιδιαίτερα στις ακτές. Τα λιμάνια έχουν χτιστεί ανάλογα με τη διαμόρφωση της ακτής της εποχής κατασκευής τους. Έτσι, ο μελετητής σε ορισμένες περιπτώσεις τα βρίσκει βυθισμένα, καταχωμένα ή ανυψωμένα. Τα γεωλογικά φαινόμενα διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή αλλά και σε σχέση με τη θέση των λιμένων στον σεισμολογικό χάρτη. Για παράδειγμα, αν η τεκτονική πλάκα στην οποία βρίσκεται το λιμάνι υποστεί κατακόρυφη κίνηση, τότε ο αιγιαλός θα ανυψωθεί ή θα βυθιστεί. Σημαντικό ρόλο παίζει και η θέση του λιμένα σε σχέση με το υδρολογικό δίκτυο της περιοχής, στο οποίο μπορεί να οφείλονται επιχώσεις τόσο σημαντικές ώστε να προχωρήσει η ακτή προς τη θάλασσα (côte progradante). Επίσης, οι γεωμορφολόγοι υπολογίζουν ότι η γενική στάθμη της θάλασσας (ευστατική στάθμη) έχει υψωθεί κατά 2,5 μέτρα περίπου από την αρχαιότητα. Η εικόνα που έχουμε σήμερα για πολλούς παράκτιους χώρους διαφέρει λοιπόν αρκετά από την πραγματικότητα κατά την αρχαιότητα. Για παράδειγμα, η Έφεσος, με το σημαντικότατο ιερό της Αρτέμιδος της αρχαϊκής εποχής, βρίσκεται σήμερα σε απόσταση 14 χιλιομέτρων από την ακτή. Κατά την αρχαιότητα το λιμάνι της πόλης βρισκόταν σε συνεχή κίνδυνο και η λεκάνη καθώς και το κανάλι που οδηγούσε από την ακτή στο λιμάνι καθαριζόταν τακτικά από τις επιχωματώσεις του ποταμού Καύστρου (εικ. 3). Αρκετά αρχαία λιμάνια είναι σήμερα βυθισμένα, όπως εκείνα της Δήλου, της Θάσου, της Λέσβου, κ.ά.

Οι λιμενικοί χώροι στο Αιγαίο
Για τη μελέτη των λιμένων, επελέξα να χωρίσω το γεωγραφικό χώρο σε μικρότερες ενότητες, οι οποίες αντιστοιχούν στις ρωμαϊκές επαρχίες. Έτσι, στα ανατολικά, τα νησιά των Δωδεκανήσων και η μικρασιατική ακτή αποτελούν το πρώτο σύνολο. Η πόλη της Ρόδου διαθέτει πέντε λιμάνια, ενώ ίσως λειτουργούσε στην ελληνιστική περίοδο και ένα δίκτυο λιμανιών ανάμεσα στην πόλη της Ρόδου, την Περαία, και άλλες διακριτικές θέσεις όπως τα Αλιμνιά, για πολεμικούς λόγους (εικ. 5-6). Στη ρωμαϊκή περίοδο όμως η πόλη λειτουργούσε ως ανεξάρτητο λιμάνι και, παρότι οι νεώσοικοι του μικρού κλειστού λιμένος του Μανδρακίου αχρηστεύτηκαν, χτίστηκε μνημειακό τετράπυλο, το οποίο ήταν σίγουρα ορατό στους ναυτικούς που πλησίαζαν την πόλη. Το λιμάνι της Κω γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη από την ίδρυση της πόλης τον 4ο αιώνα π.Χ. ύστερα από συνοικισμό, ενώ η πρόσοψη προς τη θάλασσα (façade maritime), με τις στοές, το ιερό της Αφροδίτης Πανδήμου και Ποντίας και τα νεώρια, εξελίσσεται σ’ έναν μνημειακό επιφανέστατο τόπο της πόλης (εικ. 4). Στα λιμάνια της Εφέσου και της Μιλήτου παρατηρείται σημαντική αρχιτεκτονική ανάπτυξη: ο χώρος του λιμανιού διαχωρίζεται από αυτόν της πόλης με μνημειώδεις πύλες (εικ. 3). Βόρεια, στην περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, μεγάλη δραστηριότητα παρουσιάζει το λιμάνι της Θάσου καθώς και απλούστερες εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν το εμπόριο του μαρμάρου. Για παράδειγμα, το μάρμαρο της Αλυκής στη νότια Θάσο και το μάρμαρο της Προκονήσου είναι ιδιαίτερα δημοφιλή τόσο στη Θεσσαλονίκη (π.χ. για την κατασκευή σαρκοφάγων) που αναπτύσσεται σημαντικά στα ρωμαϊκά χρόνια όσο και στη δυτική Μεσόγειο, κυρίως στη Ρώμη, όπου χρησιμοποιούνται πολλές ποικιλίες μαρμάρων στην αρχιτεκτονική, τις ορθομαρμαρώσεις και τα ψηφιδωτά. Στα δυτικά, το σημαντικότερο λιμάνι είναι αναμφισβήτητα οι Κεγχρεές, το ανατολικό επίνειο της Κορίνθου, πρωτεύουσας της ρωμαϊκής επαρχίας της Αχαΐας. Το λιμάνι αυτό ξαναχτίζεται κατά τη ρωμαϊκή περίοδο με κτιριακές υποδομές αντάξιες της εμπορικής του σημασίας. Το λιμάνι του Πειραιά συνεχίζει την περίοδο αυτή να λειτουργεί ως εμπορικό λιμάνι, ενώ και ορισμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις του εξακολουθούν να λειτουργούν όπως μνημονεύει ο Παυσανίας, περιηγητής του 2ου αιώνα μ.Χ. Στα νησιά του Κεντρικού Αιγαίου, Κυκλάδες και Σποράδες, όπως τις αποκαλεί ο γεωγράφος Στράβων, η οικονομική και οικιστική δραστηριότητα δεν εξαφανίζεται με το τέλος της ακμής της Δήλου. Αντίθετα, οι επιγραφές μαρτυρούν πολυτελή κτίρια, όπως τα βαλανεία στα επίνεια της Θήρας, ενώ οι σωστικές ανασκαφές των τελευταίων δεκαετιών αποκαλύπτουν σημαντικές και πολυτελείς επαύλεις σε παραθαλάσσιους οικισμούς, όπως στα Κατάπολα Αμοργού, το επίνειο της Μινώας.

Στο σημαντικότερο τμήμα της μελέτης, που είναι αφιερωμένο σε επιλεγμένους λιμενικούς χώρους, περιγράφεται κάθε λιμάνι: η εξέλιξη του, η σχέση του με την πόλη και η διάταξή του. Οι κτιριακές υποδομές, οι οποίες γίνονται μνημειακές κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, αποτελούν ένα σημαντικό μέρος της μελέτης, μαζί με τον τρόπο λειτουργίας του λιμανιού. Η αυτοκρατορική ρωμαϊκή περίοδος χαρακτηρίζεται από ειρηνικές συνθήκες, τη λεγόμενη pax romana, που εξασφάλιζε ελεύθερες θαλάσσιες μετακινήσεις, ανάπτυξη του εμπορίου και της επικοινωνίας σε όλο τον θαλάσσιο χώρο. Οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις λειτουργούν πιο διακριτικά από ό,τι στην προηγούμενη περίοδο, και όταν δεν έχουν καταστραφεί από σεισμούς ή δεν έχουν αχρηστευθεί, περιορίζονται σε ένα μικρό χώρο του λιμανιού (όπως, για παράδειγμα, στον Πειραιά).
Στις περιπτώσεις που η πόλη διαθέτει μόνο ένα λιμάνι, αυτό συγκεντρώνει τόσο τις εμπορικές και τις λατρευτικές δραστηριότητες όσο και τις πολεμικές. Πολλές φορές πρόκειται και για «κλειστό λιμένα», ο οποίος διαχωρίζεται από το χώρο της πόλης με το διατείχισμα, που στην περίπτωση της Θάσου περνά νότια από το χώρο του λιμανιού και βόρεια από την πολιτική αγορά της πόλης. Αυτό το τμήμα του τείχους όμως κατεδαφίζεται τον 4ο αιώνα π.Χ. προκειμένου να χτιστεί η βορειοδυτική στοά που κλείνει την αγορά. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η κυκλοφορία προς το πολεμικό λιμάνι δεν επιτρεπόταν από τους πίσω τοίχους των νεωσοίκων, που αποτελούν απωθητικό φράγμα. Όμως, επειδή οι αλλεπάλληλες φάσεις κατοίκησης της πόλης της Θάσου δεν επιτρέπουν την πλήρη αποκατάσταση του λιμενικού χώρου, βασιζόμαστε σε στοιχεία διαφόρων εποχών για να συνθέσουμε μια υποθετική εικόνα: εκτός από τη λεκάνη, στην οποία η έρευνα έχει αποκαταστήσει σειρές νεωσοίκων κατά μήκος όλης της ακτής, το τείχος διαθέτει ένα σημαντικό άνοιγμα σε επαφή με το θαλάσσιο τείχος, τη θαλάσσια πύλη. Η πύλη αυτή, που σώζεται σε αρκετά μεγάλο ύψος, έλεγχε την κυκλοφορία από την παραλία δυτικά του λιμανιού προς την πόλη και προς τον άξονα που οδηγεί στις εμπορικές εγκαταστάσεις, νοτιοδυτικά της αγοράς. Η θαλάσσια αυτή πύλη προδίδει πιθανά την ύπαρξη δεύτερου (ή τρίτου, εφόσον υπάρχει ο μεγάλος αρχαϊκός μόλος στα βόρεια) λιμενικού χώρου, δυτικά του πολεμικού, ο οποίος θα λειτουργούσε ως εμπορικός. Από τον λιμενικό αυτό χώρο που θα ελεγχόταν από τη θαλάσσια πύλη, τα αγαθά θα μεταφέρονταν στην πόλη. Εξάλλου, υπάρχει ήδη από τον 4ο αι. π.Χ. η επιγραφική μαρτυρία για οργανωμένο λιμενικό χώρο στην περιοχή αυτή, δηλαδή έξω από τον κλειστό λιμένα.

Στο τρίτο μέρος της μελέτης προσεγγίζω τους λόγους ύπαρξης των λιμένων ως προς τη θαλάσσια κυκλοφορία και τις μετακινήσεις. Πολύτιμες πληροφορίες παρέχουν ορισμένα επιγραφικά κείμενα, όπως ένα σύνολο 100 περίπου επιγραφών που βρέθηκαν σκαλισμένες σε βράχους από ναυτικούς που σώθηκαν ή έκαναν στάση σε δύσκολες καιρικές συνθήκες στον όρμο των Γραμμάτων, βορειοδυτικά της Σύρου. Τμήμα των επιγραφών αυτών χρονολογούνται στη ρωμαϊκή εποχή, ενώ το μεγαλύτερο μέρος τους ανήκει στους βυζαντινούς χρόνους. Οι ναυτικοί ευχαριστούν τους θεούς, και ύστερα τον Θεό, που έφτασαν μέχρι εκεί και εύχονται η συνέχεια του ταξιδιού τους να είναι καλή. Ένα μέρος αυτών των επιγραφών είναι τα λεγόμενα «Εύπλοια», γνωστά και από την Αλυκή της Θάσου. Συνήθως προσφέρουν πληροφορίες για την καταγωγή του πλοίου και του πληρώματος και ορισμένες φορές για την κατεύθυνσή του. Έτσι μαθαίνουμε ότι οι ναύτες είναι από τις κοντινές Κυκλάδες ή την πιο μακρινή Μικρά Ασία, ενώ κάποιοι είχαν φύγει από ακόμα πιο απομακρυσμένα μέρη. Σε συνδυασμό με τις γεωγραφικές πηγές και τα κείμενα που αναφέραμε ως πλοηγούς ή «πορτολάνους», μπορούμε να αναπαραστήσουμε ορισμένους θαλάσσιους δρόμους στο Αιγαίο.
Την προσπάθεια αυτή θα βοηθούσε σημαντικά η μελέτη του φορτίου των ναυαγίων, λαμβάνοντας υπόψη βέβαια ότι το φορτίο ενός πλοίου, όπως για παράδειγμα το «Κυρήνεια», θα οργανωνόταν από το τελευταίο λιμάνι αναχώρησης, με προϊόντα από πολλά μέρη, και όχι ανάλογα με τις στάσεις που θα έκανε μεταξύ ενός σημείου Α και ενός σημείου Β.

Επιλεγμένη βιβλιογραφία
Ahrweiler H., Byzance et la mer, La marine de guerre, la politique et les institutions maritimes de Byzance aux VIIIe-XVe siècles, Παρίσι 1966.
Alcock S.E., Graecia Capta. The Landscapes of Roman Greece, Cambridge 1993.
Blackman D.J., «Ancient harbours in the Mediterranean. Part 1», International Journal of Nautical Archaeology, 11/2 (1982), σ. 79-104.
Blackman D.J., «Ancient harbours in the Mediterranean. Part 2», International Journal of Nautical Archaeology, 11/3 (1982), σ. 185-211.
Duchêne H. / Ph. Fraisse, Le paysage portuaire de la Délos antique. Recherches sur les installations maritimes, commerciales et urbaines du littoral délien, «Exploration archéologique de Délos 39», Παρίσι 2001.
Fouache E. / K. Pavlopoulos (επιμ.), Sea-Level Change in Eastern Maditerranean, Ιndicators and Human Ιmpacts, «Zeitschrift für Geomorphologie Suppl. 137», Βερολίνο / Στουτγκάρδη 2005.
Hohlfelder R. (επιμ.), The Maritime World of Ancient Rome, Πρακτικά του συνεδρίου «The Maritime World of Ancient Rome», American Academy in Rome, Ρώμη, 27–29 Μαρτίου 2003, Ann Arbor 2008.
Pomey P., L’archéologie navale, Παρίσι 2005.
Rostovtzeff M., The Social and Economic History of the Hellenistic World, Οξφόρδη 1941.

Catherine Bouras
[email protected]

Για τη διατριβή
Τύπος: Διαπανεπιστημιακή διατριβή (Γαλλία και Ελλάδα)
Πρωτότυπος τίτλος: L’espace maritime égéen à l’époque impériale: les espaces portuaires et leurs activités de Pompée à la fondation de Constantinople.
Επόπτες καθηγητές: Jean-Yves Marc (Université Marc Bloch, Στρασβούργο), Λίλα Μαραγκού (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)
Διάρκεια: 2002-2007
Υποστήριξη: 26 Ιανουαρίου 2008, στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου.
Μέλη της επιτροπής: καθηγητές David Blackman (Centre for the Study of Ancient Documents, Οξφόρδη), Anne Jacquemin (Université Marc Bloch, Στρασβούργο), Λίλα Μαραγκού (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), Jean-Yves Marc (Université Marc Bloch, Στρασβούργο), Βασιλική Παππά (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), Michel Sève (Université Paul Verlaine, Metz).
Περιγραφή: 2 τόμοι – 350 σελίδες κείμενο, 90 σελίδες επιγραφικό υλικό, 91 σελίδες σχέδια και φωτογραφίες
Γλώσσα: γαλλικά