Αναστασία Δοξανάκη, Δρ Μουσειολογίας, Κέντρο Μουσειακών Ερευνών, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Οι μουσειακές σπουδές πρόσφατα άρχισαν να πραγματεύονται κριτικά την επικοινωνιακή σχέση τους με τους επισκέπτες. Επιπλέον, η αρχαιολογία έστρεψε το ενδιαφέρον στην πρόσληψή της από το ευρύ κοινό. Ωστόσο, ενώ στην Ελλάδα υπάρχει πλήθος μουσείων, κυρίως αρχαιολογικών, σπάνια είναι τα μελετήματα που εξετάζουν λεπτομερώς την αλληλεπίδραση του κοινού με αυτά, καθώς και τις ευρύτερες οικειοποιήσεις της εικόνας τόσο των μουσείων όσο και της αρχαιολογίας. Η παρούσα διδακτορική διατριβή αποτελεί προσπάθεια διερεύνησης της πολύμορφης σχέσης των αρχαιολογικών μουσείων, και ειδικότερα των αρχαιολογικών μουσείων της Αθήνας, με το κοινό τους.

Η συνειδητοποίηση της σημασίας του μουσείου για την εκπαίδευση και την εξέλιξη της κοινωνίας, η απαίτηση για μεγαλύτερη υπευθυνότητα στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, ειδικότερα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, και, τέλος, ο αυξημένος ανταγωνισμός από τους άλλους τομείς της «βιομηχανίας της πολιτιστικής κληρονομιάς», οδήγησαν τα μουσεία στη διερεύνηση των αναγκών των επισκεπτών τους σε μεγαλύτερο βάθος, καθώς και στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης τους με αυτούς. Ειδικότερα η σημερινή παγκόσμια οικονομική ύφεση, που ενέσκηψε και στη χώρα μας, έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο την μείωση των ιδιωτικών χορηγιών αλλά και τη διάθεση λιγότερων κρατικών πόρων σε πολιτιστικούς οργανισμούς, πλήττοντας άμεσα τα μουσεία. Προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις αντίξοες αυτές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες τα μουσεία καλούνται να προσαρμόσουν τις υπηρεσίες τους στις ανάγκες ενός κοινού περισσότερο συνειδητοποιημένου κοινωνικά και οικονομικά, επιδιώκοντας αύξηση των εσόδων τους με αντίτιμο πολιτιστικές υπηρεσίες υψηλού επίπεδου.

Φιλοδοξώντας να αποτυπώσει και να καταγράψει τη στάση και την αντίληψη του ελληνικού κοινωνικού σώματος απέναντι στην αρχαιολογία και τα αρχαιολογικά μουσεία, καθώς και να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα ώστε να χτισθούν οι κατάλληλες μέθοδοι επικοινωνίας του ελληνικού αρχαιολογικού μουσείου με το κοινό, η παρούσα διατριβή αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος επιχειρείται η θεωρητική αποτύπωση της επικοινωνίας των αρχαιολογικών μουσείων με το κοινό μέσω βιβλιογραφικής έρευνας και διερεύνησης των πηγών.

Ειδικότερα, το πρώτο κεφάλαιο θίγει τις βασικές θεωρητικές έννοιες που αποτέλεσαν τις κατευθυντήριες γραμμές για την προσέγγιση του συγκεκριμένου θέματος. Εξετάζει κατ’ αρχάς τη σύγχρονη συζήτηση και προβληματική γύρω από την οποία αναπτύχθηκε ο αρχαιολογικός και μουσειολογικός λόγος ώστε να αναδειχθούν οι άξονες που τους συνδέουν. Τέλος, αποσαφηνίζονται και εξετάζονται τα σύγχρονα μοντέλα επικοινωνίας.

Το δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο επικεντρώνονται στην εξέλιξη της επικοινωνίας των ελληνικών προπολεμικών και μεταπολεμικών αρχαιολογικών μουσείων αντίστοιχα με το κοινό τους, καθώς και στη σύγκριση της σχέσης αυτής με την αντίστοιχη πορεία των μουσείων στον δυτικό κόσμο. Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζεται μέσα από βιβλιογραφική έρευνα σχετική με την ιστορία της προσβασιμότητας των ξένων και ελληνικών μουσείων. Ειδικότερα, η μεθοδολογική προσέγγιση για την εξέταση της επικοινωνιακής πρακτικής των ελληνικών αρχαιολογικών μουσείων με τους επισκέπτες τους πραγματοποιήθηκε α) μέσω της διερεύνησης του νομοθετικού πλαισίου των μουσείων της εποχής (δηλαδή την αντίληψη των ιθυνόντων), β) μέσω των εκθεσιακών πρακτικών που αυτά χρησιμοποιούσαν και γ) μέσω του ημερησίου τύπου της εποχής, όπου παρουσιάζεται έμμεσα η αντίληψη της κοινής γνώμης για τα μουσεία. Μέσα από την επεξεργασία των παραπάνω στοιχείων επιχειρείται η ανασυγκρότηση της κυρίαρχης αντίληψης και της σχέσης Ελλήνων και αρχαιολογικών μουσείων, όπως αυτή σκιαγραφείται από τις διαθέσιμες πηγές, τις εφημερίδες, τους νόμους και τις εκθεσιακές πρακτικές.

Στο δεύτερο μέρος, που αποτελεί το κατεξοχήν ερευνητικό τμήμα της διατριβής, επιχειρείται η διερεύνηση των στάσεων και αντιλήψεων του ελληνικού κοινού αναφορικά με την αρχαιολογία και τα αρχαιολογικά μουσεία, όπως αυτή αποτυπώθηκε μέσω της πραγματοποίησης ποσοτικής έρευνας σε δείγμα 437 ατόμων. Η έρευνα επικέντρωσε τις προσπάθειες ώστε να συγκεράσει τον διάλογο αρχαιολογίας και μουσείων, διερευνώντας τη σχέση των αρχαιολογικών μουσείων –του κατεξοχήν μέσου επικοινωνίας των αποτελεσμάτων της αρχαιολογίας στο ευρύ κοινό– με το κοινωνικό σώμα. Παράλληλα, επιχειρεί το άνοιγμα μιας συζήτησης περί της επιστήμης της αρχαιολογίας, σε συνδυασμό με τον προβληματισμό που έχει αναπτυχθεί γύρω από τον κοινωνικό ρόλο των μουσείων, συζήτηση που ίσως οδηγήσει στην αναζήτηση νέων κατευθύνσεων όσον αφορά τα αρχαιολογικά μουσεία.

Αναλυτικότερα, το τέταρτο κεφάλαιο τοποθετεί την παρούσα διδακτορική διατριβή στο ερευνητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται. Ειδικότερα, γίνεται αναδρομή στην ιστορική εξέλιξη των ερευνών κοινού στο πεδίο της αρχαιολογίας και της μουσειολογίας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Στη συνέχεια συζητούνται θέματα σχετικά με την ορολογία και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιούν τα μουσεία σήμερα προκειμένου να αποτυπώσουν και να καταγράψουν τις αντιλήψεις του κοινού τους. Τέλος, σκιαγραφούνται οι τρέχουσες εξελίξεις στον χώρο της μελέτης επισκεπτών.

Το πέμπτο κεφάλαιο χαρτογραφεί διεξοδικά τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να εξετασθούν οι σύγχρονες αντιλήψεις και η στάση του ελληνικού κοινωνικού σώματος απέναντι στην αρχαιολογία, στα αρχαιολογικά μουσεία και, ειδικότερα, απέναντι στα αρχαιολογικά μουσεία της Αθήνας. Η μεθοδολογία που επιλέχθηκε για την εξέταση των προαναφερθέντων ζητημάτων ήταν η ποσοτική έρευνα κοινού, σε δείγμα του πληθυσμού της Αττικής. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη διενέργεια συνεντεύξεων σε διάφορες περιοχές της Αττικής, μέσω ενός δομημένου ερωτηματολογίου. Σε πρώτο επίπεδο συζητούνται αναλυτικά η σημασία της παρούσας έρευνας και τα συγκεκριμένα ερευνητικά ερωτήματα, ενώ στη συνέχεια καταγράφονται η μεθοδολογία συλλογής και επεξεργασίας των δεδομένων, ο τρόπος επιλογής και το μέγεθος του δείγματος και, τέλος, η πορεία της έρευνας.

Στο έκτο κεφάλαιο διατυπώνεται η περιγραφική αποτύπωση των πορισμάτων της έρευνας, ενώ συζητούνται αναλυτικά οι στόχοι και τα αποτελέσματα των επιμέρους ερωτήσεων του ερωτηματολογίου που χρησιμοποιήθηκε για τη συγκέντρωση των δεδομένων.

Ακολουθεί το έβδομο κεφάλαιο όπου αναλύονται οι σύγχρονες προσλήψεις της επιστήμης της αρχαιολογίας από το ελληνικό κοινωνικό σώμα. Η αρχαιολογία μελετήθηκε υπό το πρίσμα της επιστήμης, η οποία εκτός από έναν ικανό αριθμό εξειδικευμένων ατόμων, τα οποία αφορά άμεσα, συνδιαλέγεται και με ένα σημαντικό ποσοστό του ευρύτερου κοινού που σχετίζεται έμμεσα με την αρχαιολογική δραστηριότητα, που έχει, ή εν δυνάμει μπορεί να έχει, μία σχέση με αυτήν, σε θέματα ιδιοκτησίας, απαλλοτριώσεων ή ακόμα και εμπορικής και τουριστικής κίνησης. Με βάση αυτούς τους προβληματισμούς, η διερεύνηση του ενδιαφέροντος της στάσης και των τρόπων πρόσληψης της αρχαιολογικής πληροφορίας, η γνωριμία με βασικές έννοιες της αρχαιολογικής επιστήμης και η εκ μέρους του κοινού εκτίμηση της αξίας των αρχαιολογικών δεδομένων σε σχέση με τη σημερινή εποχή τέθηκαν ως γενικοί στόχοι της έρευνας. Κατόπιν συνεκτίμησης των παραπάνω, ως κύριος στόχος προβάλλει η αξιολόγηση των εικόνων αυτών ως πιθανών παραγόντων προσέγγισης σε μουσειακές δράσεις των αρχαιολογικών μουσείων.

Το όγδοο κεφάλαιο προσεγγίζει την επικοινωνία του ελληνικού κοινωνικού σώματος με τα αρχαιολογικά μουσεία, όπως αυτή προκύπτει μέσα από την έρευνα. Εξετάζεται και αναλύεται το δημογραφικό προφίλ των διαφόρων κατηγοριών επισκεπτών και μη επισκεπτών των αρχαιολογικών μουσείων ενώ, παράλληλα, διαγιγνώσκονται οι ανασταλτικοί παράγοντες και τα κίνητρα που αποτρέπουν ή παρακινούν αντίστοιχα την επίσκεψη σε αυτά. Διερευνάται η αντίληψη για την εικόνα των αρχαιολογικών μουσείων (κατά πόσον αντικατοπτρίζουν κοινωνικούς διαχωρισμούς και εάν αποτελούν χώρους με γλώσσα κατανοητή από συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων, με συγκεκριμένο μορφωτικό επίπεδο) και εξετάζεται η φυσική, κοινωνική, συναισθηματική και πνευματική διάσταση της επίσκεψης (ώρες λειτουργίας, εισιτήριο εισόδου, φυσική προσβασιμότητα, εάν ο επισκέπτης αισθάνεται άνετα στους χώρους του μουσείου κ.ά.).

Ειδικό κεφάλαιο (ένατο κεφάλαιο) αφιερώθηκε στα έντεκα αρχαιολογικά μουσεία της Αθήνας με την εξέταση του προφίλ των επισκεπτών τους, ενώ παράλληλα χαρτογραφήθηκαν οι διαφορές και οι ομοιότητες των υπό εξέταση μουσείων. Τέλος, αναλύθηκε η λειτουργία τους ως σημείων αναφοράς σε σχέση με την πόλη της Αθήνας.

Ακολουθεί το δέκατο κεφάλαιο όπου συνοψίζονται οι προβληματισμοί που προέκυψαν μέσα από την παρούσα διατριβή, ενώ, παράλληλα, μέσα από τη συνεκτίμηση των προαναφερθέντων επιχειρείται η αναγωγή των αποτελεσμάτων της έρευνας σε πρακτικό επίπεδο, καθώς και η συζήτηση σχετικά με τους τρόπους δημιουργίας αρχαιολογικών μουσείων περισσότερο ανοιχτών σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.

 

Πληροφορίες για τη διατριβή

Τίτλος: Τα Αρχαιολογικά Μουσεία της Αθήνας και η Επικοινωνία τους με το Κοινό

Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (2011 – ημ. υποστήριξης 23.6.2011).

Καθηγητές τριμελούς επιτροπής: Ομ. Καθ. Β. Λαμπρινουδάκης, Ομ. Καθ. Ν. Ζίας, Καθ. Ε. Ρετσίλα.

Περιγραφή: 597 σελ., 130 πίνακες, 72 γραφήματα

Γλώσσα: Ελληνικά