Απολιθωμένο κρανίο ρινόκερου που ανήκει στο είδος Dihoplus pikermiensis, ηλικίας 8-8,5 εκατ. ετών, βρέθηκε στο Γεωπάρκο της Σητείας, αναδεικνύοντας για μία ακόμη φορά τον παλαιοντολογικό πλούτο του Παγκόσμιου Γεωπάρκου UNESCO. Την επιστημονική έρευνα πραγματοποίησε ο καθηγητής Παλαιοντολογίας και Στρωματογραφίας Γιώργος Ηλιόπουλος και η ομάδα του εργαστήριου Παλαιοντολογίας και Στρωματογραφίας του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο κ. Ηλιόπουλος τόνισε πως τον Μάρτιο του 2026, στο πλαίσιο της συνεργασίας (και χρηματοδότησης) του Εργαστηρίου Παλαιοντολογίας και Στρωματογραφίας με το Παγκόσμιο Γεωπάρκο UNESCO Σητείας και τον Δήμο Σητείας, για την ανάδειξη του παλαιοντολογικού πλούτου του γεωπάρκου, στη διάρκεια παλαιοντολογικής επισκόπησης που πραγματοποιήθηκε στις περιοχές Μαγαντζέ και Τραπεζά του γεωπάρκου, εντόπισαν μία νέα θέση με απολιθωμένα οστά. Ανάμεσά τους ξεχώρισε το κρανίο ενός μεγάλου θηλαστικού. «Το υλικό μεταφέρθηκε στο εργαστήριο Παλαιοντολογίας και Στρωματογραφίας του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών όπου καθαρίστηκε και συντηρήθηκε, ενώ κατά τη μελέτη του έγινε προφανές ότι πρόκειται για κρανίο ρινόκερου».

Σε ό,τι αφορά το είδος αυτού του ρινόκερου, ο κ. Ηλιόπουλος εξήγησε ότι με βάση τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του κρανίου προσδιορίστηκε ότι αυτό ανήκει στο είδος Dihoplus pikermiensis. Πρόκειται για έναν ρινόκερο με δύο κέρατα που έζησε κατά το ανώτερο Μειόκαινο και αποτελεί χαρακτηριστικό εκπρόσωπο της λεγόμενης Πικερμικής Πανίδας της Δυτικής Ευρασίας. Απολιθώματα του ίδιου είδους έχουν βρεθεί και σε άλλες θέσεις στην Ελλάδα, όπως στο Πικέρμι Αττικής. «Μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει την ίδια ηλικία με το γιγάντιο δεινοθήριο της Αγίας Φωτιάς Σητείας (Deinotherium proavum) και συνεπώς η ηλικία του είναι 8-8,5 εκατ. ετών» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Για την περιοχή του Παγκόσμιου Γεωπάρκου UNESCO Σητείας, ο κ. Ηλιόπουλος τόνισε ότι είναι σημαντική, καθώς καλύπτει μια παλαιοντολογική ιστορία σχεδόν 300 εκατ. ετών και πιο συγκεκριμένα από τα φυτικά υπολείμματα του Λιθανθρακοφόρου και τους Ρουδιστές του Κρητιδικού έως το γιγάντιο Δεινοθήριο του Μειοκαίνου και τα νάνα ενδημικά θηλαστικά του Πλειστοκαίνου.

«Εδώ και αρκετό καιρό υπήρχε η ελπίδα ότι θα εντοπιστούν κι άλλα μειοκαινικά θηλαστικά στην περιοχή του Γεωπάρκου Σητείας, όμως η θέση στην οποία βρέθηκε ήταν μια έκπληξη για τους ερευνητές, καθώς ήταν παράκτια» τόνισε ο κ. Ηλιόπουλος και, επισημαίνοντας τη σπουδαιότητα της περιοχής, εξήγησε ότι αυτή η ανακάλυψη μπορεί να αποδειχθεί η αρχή μιας σειράς νέων σημαντικών ευρημάτων.

«Η ανακάλυψη του κρανίου του Dihoplus pikermiensis ήρθε να επιβεβαιώσει τις προσδοκίες των παλαιοντολόγων, ότι η περιοχή του Γεωπάρκου Σητείας είναι μια περιοχή σημαντική και για τα ανωμειοκαινικά ευρήματα και με τις σχετικές επιστημονικές δημοσιεύσεις θα μπει στον παγκόσμιο επιστημονικό χάρτη ως μια περιοχή με μεγάλο παλαιοντολογικό ενδιαφέρον για το Ανώτερο Μειόκαινο. Με τη στήριξη του γεωπάρκου και του δήμου Σητείας, η έρευνα θα συνεχιστεί στο επόμενο διάστημα και ευχόμαστε να δώσει σύντομα νέα, εξίσου μεγάλα και σημαντικά παλαιοντολογικά ευρήματα, τα οποία θα αποτελέσουν το υλικό για ένα τοπικό παλαιοντολογικό μουσείο» ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Εκτός από τον κ. Ηλιόπουλο που ήταν επικεφαλής, η ομάδα που συμμετείχε στις ανασκαφές και στη συντήρηση του απολιθωμένου κρανίου αποτελείται από τη δρα Πηνελόπη Παπαδοπούλου, τη δρα Ιρένα Παππά, την υποψήφια διδάκτορα Δήμητρα Βαλαβάνη, τον Benoit Ficart και τον Thomas Beard.