«Στο δημοτικό μουσείο του Γιάροσλαβ παρουσιάζεται μία θαυμάσια έκθεση από την ιδιωτική συλλογή του δρος Οικονομικών Επιστημών, Ρούμπινσταϊν. Η έκθεση παρουσιάζει το πρώτο τρίτο του εικοστού αιώνα. Υπάρχουν πολλές ακουαρέλες και σχέδια με μολύβι θεατρικών καλλιτεχνών, του Isaak Rabinovich, του Yakulov, του Williams και άλλων. Υπάρχουν επίσης έργα καλλιτεχνών που έμειναν στη σκιά, τα ονόματά τους δεν τα είχα ξανακούσει και γι’ αυτό δεν τα συγκράτησα. Μα το Θεό δεν υστερούν σε τίποτα από τους “μεγάλους”. Η ρωσική τέχνη των αρχών του αιώνα είναι πολύ πλουσιότερη απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε».

Έργα από τη συλλογή του πολωνο-εβραϊκής καταγωγής συλλέκτη ζωγραφικής και χαρακτικών Γιάκοβ Ρούμπινσταϊν, την οποία περιγράφει με τα παραπάνω λόγια ο Ρώσος συγγραφέας Γιούριι Ναγκίμπιν στο ημερολόγιό του, όταν επισκέφθηκε τον Αύγουστο του 1978 την πόλη Γιάροσλαβ, παρουσιάζονται στη νέα διεθνή έκθεση του MOMUS-Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης-Συλλογή Κωστάκη.

Στην έκθεση «Πίσω από τις πόρτες. Ο Κωστάκης συναντά τον Ρούμπινσταϊν» αποτυπώνεται η παράλληλη πορεία των δύο συλλεκτών που διαμόρφωσαν δύο από τις σημαντικότερες ιδιωτικές συλλογές στη Μόσχα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, γνωρίζονταν μεταξύ τους και είχαν φιλικές σχέσεις.

Ο ελληνικής καταγωγής Γιώργος Κωστάκης θα εξελιχθεί στον σημαντικότερο συλλέκτη έργων της ρωσικής πρωτοπορίας παγκοσμίως, διασώζοντας και αναδεικνύοντας ένα κεφάλαιο στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης που για δεκαετίες βρέθηκε στο περιθώριο της επίσημης σοβιετικής πολιτικής.

Την ίδια περίοδο, ο Πολωνοεβραίος Γιάκοβ Ρούμπινσταϊν συγκροτεί μια κάπως διαφορετική συλλογή. Το ενδιαφέρον του στρέφεται στον μοντερνισμό και τον συμβολισμό, στο θέατρο, στα σκηνικά και τα κοστούμια, στην εικονογράφηση παραμυθιών και λογοτεχνικών αφηγήσεων, σε έργα που διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με την εικόνα, την αφήγηση και τη φαντασία.

«Είμαι η μοναδική εγγονή του Γιάκοβ Ρούμπινσταϊν. Ο παππούς μου και ο πατέρας μου πέθαναν το 1983. Εκείνη την εποχή η Ρωσία ήταν ακόμα μέρος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Η μητέρα μου ξαναπαντρεύτηκε κάποιον από τη Λιθουανία, μετακόμισε εκεί και μετέφερε τη συλλογή που κληρονόμησα σε ένα διαμέρισμα εκεί. Μεγάλωσα με έργα τέχνης στους τοίχους των διαμερισμάτων», τόνισε κατά τη διάρκεια ξενάγησης δημοσιογράφων στην έκθεση η εγγονή του συλλέκτη Τάνια Ρούμπινσταϊν-Χόροβιτς.

Τονίζοντας ότι από μικρή ηλικία άκουγε συνεχώς το όνομα Κωστάκης από τον παππού της, η Τάνια Ρούμπινσταϊν Χόροβιτς, συλλέκτρια πλέον και η ίδια, εξήγησε ότι όταν μετακόμισε στη Γερμανία άρχισε να ασχολείται με την τέχνη και να ψάχνει τους φακέλους με τα έργα της συλλογής.

Χάρη στη σύγχρονη τεχνολογία βρήκε ποιος ήταν ο Κωστάκης, έκανε έρευνα και έτσι γεννήθηκε η ιδέα να αναζητήσει τη σύνδεση μεταξύ των δύο συλλεκτών, είπε τονίζοντας ότι στη συνέχεια ήρθε σε επαφή με τη Μαρία Τσαντσάνογλου, καλλιτεχνική διευθύντρια MOMUS-Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης-Συλλογή Κωστάκη, και τη Λιούμπα Πτσέλκινα, επιμελήτρια της έκθεσης.

Για τις ανάγκες της έκθεσης ο δεύτερος όροφος του Μουσείου μετατράπηκε στο διαμέρισμα του Γιάκοβ Ρούμπινσταϊν στη Μόσχα, στους τοίχους του οποίου υπάρχουν έργα μοντερνιστών καλλιτεχνών του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, πειραματιστών της μη αντικειμενικής τέχνης, καθώς και εκπροσώπων της «ήσυχης τέχνης» της σοβιετικής περιόδου (μη επίσημης τέχνης, η οποία παρέμενε ελάχιστα γνωστή), μεταξύ άλλων των Konstantin Rudakov, Ksenia Ender, Alexander Drevin, Alexander Yakovlev.

«Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πάθος μου να προσπαθώ να κάνω αυτό που αγαπούσε ο παππούς μου. Του άρεσε να δείχνει στους ανθρώπους το διαμέρισμα στη Μόσχα. Ήταν πάντα γεμάτο με κόσμο. Υπήρχαν πάντα άνθρωποι που έρχονταν και συζητούσαν για την τέχνη και την ανταλλαγή έργων τέχνης» υπογράμμισε η Τάνια Ρούμπινσταϊν-Χόροβιτς.

«Ο παππούς μου έλεγε πάντα ότι άρχισε να συλλέγει το 1953 για να γιορτάσει “τον υπέροχο, καταπληκτικό θάνατο του Στάλιν”» είπε η κα Ρούμπινσταϊν-Χόροβιτς υπογραμμίζοντας ότι ο Γιάκοβ Ρούμπινσταϊν δεν φοβόταν να συλλέγει έργα περιθωριοποιημένα από την επίσημη ιδεολογία.

Παρά το περιβάλλον έντονων περιορισμών ο Γιάκοβ Ρούμπινσταϊν έθεσε ως στόχο την ανακάλυψη και διάσωση έργων ελάχιστα γνωστών ή άγνωστων καλλιτεχνών.

Η έκθεση είναι αφιερωμένη σε δύο συλλέκτες, οι οποίοι είχαν κάνει τα διαμερίσματά τους σαν μικρά μουσεία της απαγορευμένης τέχνης, είπε η κα Τσαντσάνογλου. Και οι δύο συλλέκτες λειτούργησαν ως θεματοφύλακες της πολιτισμικής μνήμης μιας τέχνης που για πολλά χρόνια παρέμενε στην αφάνεια.

«Γελοιοποιώντας τον Μοντερνισμό. Σοβιετικές γελοιογραφίες για την τέχνη από τη συλλογή του Γιούρι Αλμπέρτ»

Έργα απαγορευμένης τέχνης συνθέτουν και μία ακόμη νέα έκθεση στο MOMUS-Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης-Συλλογή Κωστάκη με σοβιετικές γελοιογραφίες οι οποίες σατιρίζουν το μοντερνισμό, την πρωτοπορία, την αφηρημένη τέχνη από τη συλλογή του εννοιολογικού καλλιτέχνη Γιούρι Αλμπέρτ.

Στην έκθεση «Γελοιοποιώντας τον Μοντερνισμό. Σοβιετικές γελοιογραφίες για την τέχνη από τη συλλογή του Γιούρι Αλμπέρτ» ο επισκέπτης ανακαλύπτει την πολυεπίπεδη, καθημερινή ζωή της σοβιετικής κοινωνίας και μέσα σε αυτή, τις σχέσεις καλλιτεχνών και εξουσίας, καλλιτεχνών και κοινού, τις ίντριγκες των εκθεσιακών επιτροπών, τα προνόμια και τους φόβους των δημιουργών, την ιδεολογική «μάχη» του σοσιαλιστικού ρεαλισμού εναντίον της «παρακμιακής» τέχνης της Δύσης.

Οι 24 γελοιογραφίες που παρουσιάζονται στην έκθεση δημιουργήθηκαν την περίοδο 1930-1970, όταν ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός ήταν η μόνη αισθητική η οποία ήταν παρούσα και αποδεκτή και φιλοξενήθηκαν στο περιοδικό Κροκοντίλ και σε άλλα έντυπα.

«Θεωρώ πάρα πολύ σημαντικό για μένα που η έκθεση αυτή φιλοξενείται εδώ, σε αυτό το μουσείο, παράλληλα με τη συλλογή Κωστάκη και την έκθεση με έργα από τη συλλογή Ρούμπινσταϊν», τόνισε ο Γιούρι Άλμπερτ.

«Στη Σοβιετική Ένωση τα έργα του μοντερνισμού και της πρωτοπορίας ήταν απαγορευμένα και δεν μπορούσε κανείς να τα δει πουθενά πρακτικά. Πολύ γρήγορα, το κομμουνιστικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης, όπως εξάλλου και στη Γερμανία του Χίτλερ, άρχισε να απαγορεύει αυτά τα έργα, τα οποία πλέον είχαν πειραματικό χαρακτήρα. Τον κύριο έλεγχο για το ποια έργα εμφανίζονταν στο κοινό τον είχαν κάποιοι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι, οι οποίοι έβαζαν και τους κανόνες της επιλογής», εξήγησε ο Γιούρι Άλμπερτ στο πλαίσιο της ξενάγησης στην έκθεση με τα έργα της συλλογής του.

Τόνισε ότι όταν ήταν έφηβος και είχε αποφασίσει ότι θέλει να γίνει καλλιτέχνης, αυτές οι γελοιογραφίες ήταν για εκείνον, κατά κάποιον παράδοξο τρόπο, μια πηγή γνωριμίας με τον μοντερνισμό.

«Δεν μπορούσε κανείς να δει έργα πρωτοπορίας σε ένα μουσείο, μπορούσε όμως να δει μια γελοιογραφία που τα σατίριζε. Το ενδιαφέρον είναι ότι καλλιτέχνες που έκαναν αυτές τις γελοιογραφίες ούτε και οι ίδιοι δεν είχαν δει τα πρωτότυπα έργα του μοντερνισμού τα οποία σατίριζαν» σημείωσε ο Γιούρι Άλμπερτ. Επίσης το κοινό διαμόρφωνε την αντίληψή του για τον μοντερνισμό μέσα από αυτές τις παραμορφωμένες αναπαραστάσεις. Έτσι, η σάτιρα κατέληξε να παράγει μια «φανταστική» εκδοχή της μοντέρνας τέχνης.

Αυτές οι γελοιογραφίες δεν ήταν απλώς χιουμοριστικές προτάσεις, ήταν εργαλεία «πολέμου» υπέρ της αισθητικής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, αναφέρει ο συλλέκτης και καλλιτέχνης στο κείμενό του στον κατάλογο της έκθεσης σημειώνοντας ότι «μέσα από αυτά τα σκίτσα δεν βλέπουμε μόνο την ιστορία της πρωτοπορίας, αλλά και ένα μέρος της ιστορίας της παρερμηνείας της».

Στον κατάλογο περιλαμβάνεται κείμενο της ιστορικού τέχνης Σάντρα Φρίμελ για τις σοβιετικές γελοιογραφίες με αντικείμενο τη δυτική αφηρημένη τέχνη ως παραδείγματα δυσλειτουργικής προπαγάνδας.

«Στο Μουσείο έχουμε τη μόνιμη έκθεση της συλλογής Κωστάκη με έργα πρωτοπορίας. Στην έκθεση “Πίσω από τις πόρτες. Ο Κωστάκης συναντά τον Ρούμπινσταϊν” έχουμε έργα απαγορευμένα του μοντερνισμού, κινήματα όπως ο συμβολισμός, και στην έκθεση “Γελοιοποιώντας τον Μοντερνισμό. Σοβιετικές γελοιογραφίες για την τέχνη από τη συλλογή του Γιούρι Αλμπέρτ” έχουμε γελοιογραφίες που ειρωνεύονται την τέχνη της πρωτοπορίας και του μοντερνισμού, που προσπαθούν να δείξουν ότι είναι μία αρνητική δυτική επιρροή και ότι οι καλλιτέχνες πρέπει να ζωγραφίζουν σύμφωνα με την αισθητική του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ο οποίος ήταν η επίσημη τέχνη που μπορούσε εκείνα τα χρόνια να δει κανείς στα μουσεία», τόνισε η καλλιτεχνική διευθύντρια του MOMUS-Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης-Συλλογή Κωστάκη.

Οι δύο νέες, διεθνείς εκθέσεις είναι επισκέψιμες από το Σάββατο 20 Ιουνίου 2026, στο MOMUS-Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης-Συλλογή Κωστάκη, στη Μονή Λαζαριστών, στη Θεσσαλονίκη.