
Το λογότυπο του περιοδικού.
Αυτό που μου κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση στη σχέση του προϊστορικού ανθρώπου με τα σπήλαια είναι η χρήση τους για τη ζωή αλλά και για τον θάνατο, ταυτόχρονα. Οι άνθρωποι επιβίωναν, έβρισκαν καταφύγιο, έτρωγαν και, παράλληλα, κρατούσαν τους νεκρούς τους μέσα σ’ αυτά. Ενίοτε, έβρισκαν και οι ίδιοι τον θάνατο εκεί. Τα σπήλαια φύλαξαν ζωές, γενιές ανθρώπων, θησαυρούς και μυστικά. Τα φύλαξαν για να τα μάθουν οι μελλοντικές γενιές, κράτησαν προστατευμένο το αποτύπωμα τόσων ανθρώπων για τους οποίους δεν θα μάθαινε ποτέ κανείς και θα χανόταν ένα πολύτιμο κομμάτι της εξελικτικής πορείας μας.
Μέσα στα σπήλαια βρίσκουμε τόσες ζωές αποτυπωμένες στην ολότητά τους. Τόσες εικόνες, τόσες αφηγήσεις, αισθήσεις, αποκαλύψεις. Μεταφορά σε χρόνο πολύ μακρινό, αλλότριο αλλά και γνώριμο. Οι σκιές που ρίχνει το φως των λυχναριών να χορεύουν στα τοιχώματα του σπηλαίου. Ο ήχος των εργαλείων, όπως χρησιμοποιούνται σε πολύτιμες στιγμές ασφάλειας και θαλπωρής. Η μυρωδιά του καπνού απ’ τη φωτιά και το υγρό σκοτάδι, ήχοι μεγεθυμένοι, πολλαπλασιασμένοι. Η επιτέλεση των αναγκαίων στους πρώτους χώρους του σπηλαίου και στα ενδότερα τα τελετουργικά που δίνουν μια άλλη διάσταση στη ζωή. Μαγεία και μεταφυσική προστασία, σίτιση και ανάπαυλα. Το μοιράζεσθαι, η αμφίδρομη φροντίδα. Η σιγουριά που προσφέρει η συνύπαρξη, η υπενθύμιση ότι επιβιώνει κανείς όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για τους άλλους.
Ο Ανδρέας Ντάρλας στο εργαστήριο της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας, μελετώντας τα λίθινα εργαλεία από μια παλαιολιθική έρευνα.
Δεν είναι να απορεί κανείς που σε μια χώρα με τόσο εκθαμβωτικές αρχαιότητες οι πρωτόγονοι παραμελήθηκαν. Ο Ανδρέας Ντάρλας, στέλεχος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, είναι από το 2014 Προϊστάμενος της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Paris VI στη «Γεωλογία του Τεταρτογενούς, Παλαιοανθρωπολογία, Προϊστορία», επικεντρώθηκε στη διερεύνηση της Παλαιολιθικής εποχής στην Ελλάδα. Και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι συνέβαλε καθοριστικά στη θεμελίωση αυτoύ του ερευνητικού πεδίου στη χώρα μας.
Άποψη του Θρασυλλείου μεταξύ 1751–1753 από τους J. Stuart και N. Revett (1790, τόμ. II, κεφ. IV, πίν. Ι).
Το 1802 το ακέφαλο άγαλμα καθιστής μορφής από το χορηγικό μνημείο του Θρασύλλου στην Ακρόπολη, που ταυτίστηκε με τον θεό Διόνυσο, αποσπάστηκε για λογαριασμό του λόρδου Έλγιν και μαζί με τα υπόλοιπα γλυπτά του Ιερού Βράχου μεταφέρθηκε στην Αγγλία, όπου και εκτίθεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο.
Η Ευαγγελία Δεϊλάκη (δεύτερη από δεξιά) σε αυτοψία στο σπήλαιο Καμηλάρη Ηρακλείου Κρήτης.
Η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας (ΕΠΣ) είναι υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ισχύον οργανόγραμμα του 2018 (ΠΔ 4/2018), ανήκει στις Ειδικές Περιφερειακές Υπηρεσίες της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Aρμοδιότητά της είναι η προστασία των σπηλαίων και των παλαιοντολογικών καταλοίπων που συνδέονται με την ανθρώπινη ύπαρξη. Αντίθετα με τις υπόλοιπες εφορείες αρχαιοτήτων, που έχουν χωρική αρμοδιότητα εντός μιας περιφερειακής ενότητας, η ΕΠΣ είναι μία, με αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια. Η έδρα της είναι στην Αθήνα και διατηρεί γραφείο στη Θεσσαλονίκη.
Στιγμιότυπο ανασκαφής από το σπήλαιο Καλαμάκια Μάνης.
Η χερσόνησος της Μάνης συνιστά έναν από τους σημαντικότερους τόπους μαρτυριών για τον Άνθρωπο του Νεάντερταλ στην Ελλάδα και, γενικότερα, στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Πολύχρονες προσπάθειες έχουν φέρει στο φως μεγάλο πλούτο αρχαιολογικών τεκμηρίων, απομεινάρια της δράσης αυτού του προϊστορικού Ανθρώπου σε έναν ιδιαίτερο γεωγραφικό χώρο, επεκτείνοντας την ιστορία του τόπου, αλλά και την πολιτισμική μας κληρονομιά κατά πολλές δεκάδες χιλιετίες.
Η διπλή νεολιθική ταφή στο σπήλαιο Σκοινί 3: αποκάλυψη νεκρών και του κάτω μέρους του πιθαριού. Φωτ.: Α. Ντάρλας.
Τα σπήλαια που βρίσκονται στο δυτικό παράκτιο μέτωπο της Μάνης, από τα νότια της Καρδαμύλης μέχρι το Ταίναρο, αποκαλύπτουν την εκτεταμένη παρουσία νεολιθικών πληθυσμών στη χερσόνησο. Οι πληθυσμοί αυτοί ελάχιστα γίνονται «ορατοί» από υπαίθριες θέσεις, οι οποίες είτε δεν έχουν διασωθεί λόγω διάβρωσης είτε δεν είναι γνωστές λόγω έλλειψης ενδελεχούς έρευνας. Αντίθετα, στα σπήλαια οι νεολιθικοί πληθυσμοί εμφανίζονται μαζικά, είναι διάσπαρτοι και αφήνουν άφθονα υλικά κατάλοιπα. Στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνεται ότι οι ασχολίες τους είναι οικιακές — τουλάχιστον όσο μας επιτρέπουν να κρίνουμε τα ευρήματα από επιφανειακές ή διαβρωμένες επιχώσεις. Ωστόσο, υπάρχουν και σπήλαια με ταφική χρήση, που ερευνήθηκαν ανασκαφικά και αποκάλυψαν καλά διατηρημένα σύνολα στα οποία αποτυπώνονται έθιμα και συμβολισμοί που σχετίζονται με τη μεταθανάτια ζωή.
Μέτωπο Πετροχείλου. Στρωματογραφία Ύστερης και Τελικής Νεολιθικής.
Η μελέτη των φυτολίθων και των σφαιρουλιτών από τα ιζήματα της Αλεπότρυπας στοχεύει πρωτίστως στην αναγνώριση των ειδών των φυτών που οι Νεολιθικοί άνθρωποι έφεραν στο σπήλαιο και στον εντοπισμό της κοπριάς, προκειμένου να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως: α) τον ρόλο των φυτών ανά χώρο και στα εκάστοτε αρχαιολογικά συμφραζόμενα και τη σύνδεσή τους με τις ανάγκες αλλά και τις πρακτικές διαβίωσης, β) τη χρήση του χώρου στις διαφορετικές αίθουσες, και γ) τη διάρκεια, την ένταση αλλά και την πιθανή εποχικότητα χρήσης του σπηλαίου.
Το εσωτερικό της Β’ Κουβελέικης.
Οι δύο Κουβελέικες σπηλιές αναπτύσσονται στις παρειές ασβεστολιθικού όγκου, στα δυτικά όρια της κοιλάδας του Ευρώτα, 5 χλμ. νοτιοδυτικά του Δημοτικού Διαμερίσματος Αλεποχωρίου, σε απόλυτο υψόμετρο 350 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας και σε απόσταση 50 μ. μεταξύ τους. Η συστηματική ανασκαφική έρευνα στα δύο σπήλαια έφερε στο φως σημαντικά ευρήματα που πιστοποιούν την παράλληλη χρήση τους κατά τη Νεότερη και την Τελική Νεολιθική εποχή.
Άποψη του εσωτερικού του σπηλαίου με ανθρώπινα οστά κάτω από σταλαγμιτική κρούστα και αγγεία στο βάθος.
Το σπηλαιοβάραθρο της Ανδρίτσας, στο νοτιοδυτικό τμήμα του νομού Αργολίδας, έγινε γνωστό στους επιστήμονες στις αρχές του 2004. Η εξερεύνηση του άγνωστου μέχρι πρόσφατα χώρου έφερε στο φως ένα σπάνιο εύρημα πρωτοβυζαντινών χρόνων που αποτυπώνει με δραματικό τρόπο τις συνθήκες ανασφάλειας της εποχής και του ταραγμένου περάσματος από την Ύστερη Αρχαιότητα στον Πρώιμο Μεσαίωνα: Στο δάπεδο του σπηλαίου υπήρχαν διάσπαρτα ανθρώπινα σκελετικά λείψανα σε μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες και σε άμεση συνάφεια με πλήθος αντικειμένων — ακέραια πήλινα αγγεία και λυχνάρια, μετάλλινα αντικείμενα προσωπικής και καθημερινής χρήσης και πολυάριθμα νομίσματα. Το σύνολο διατηρήθηκε επί δεκατέσσερις αιώνες επιφανειακά στο δάπεδο του σπηλαίου, ανέπαφο από μεταγενέστερη ανθρώπινη επέμβαση.
Σπήλαιο «Λίμνη Βουλιαγμένης». Ανθρώπινα κρανία και μακρά οστά που αποκαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή.
Το σπήλαιο «Λίμνη Βουλιαγμένης» αναπτύσσεται σε υψόμετρο 50 μ. δυτικά της λίμνης, στην Περαχώρα, σε απόσταση περί τα 300 μ. από τον γνωστό πρωτοελλαδικό οικισμό και 500 μ. από τον δίαυλο που συνδέει τη λίμνη με τον Κορινθιακό κόλπο. Κατά τη διάρκεια σωστικής ανασκαφής που διενεργήθηκε από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας το 1992, αποκαλύφθηκε αρχαιολογικός ορίζοντας που περιείχε κεραμική και ανθρώπινα κατάλοιπα. Πρόκειται για οστεοφυλάκιο της Πρωτοελλαδικής περιόδου (3η χιλιετία π.Χ.), όπως τεκμηριώνεται από την κεραμική.
Καθαρισμός των τοιχωμάτων του σπηλαίου των Ανυγρίδων Νυμφών από την επιλιθική χλωρίδα με τη μέθοδο του ψεκασμού.
Τον Απρίλιο του 1963 το σπήλαιο του Λασκώ της Γαλλίας, με τις περίφημες βραχογραφίες, έκλεισε για το κοινό. Αιτία ήταν οι μικρές πράσινες κουκκίδες που παρατηρήθηκαν πάνω στην ώχρα των βραχογραφιών με τη μοναδική φωτεινότητα. Επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων κατέφθασαν στο Λασκώ για να μελετήσουν και να θεραπεύσουν το σπήλαιο από την ασθένεια που το είχε προσβάλει. Από τότε πολλοί ειδικοί έχουν ασχοληθεί με το πρόβλημα του πράσινου φύκους (επιλιθική χλωρίδα), που εμφανίζεται κυρίως στα σπήλαια τα οποία έχουν αξιοποιηθεί τουριστικά, ενώ για την αντιμετώπισή του έχουν συνταχθεί πολλές μελέτες.
Στην Ελλάδα το φαινόμενο παρατηρήθηκε και μελετήθηκε σε μεγάλη έκταση σε διάφορα σπήλαια για τα οποία έχουν εκπονηθεί μελέτες επίλυσης του προβλήματος. Στην Πελοπόννησο έγινε καθαρισμός των πετρωμάτων στα σπήλαια των Ανυγρίδων Νυμφών στα Λουτρά Καϊάφα του νομού Ηλείας και στο σπήλαιο Βλυχάδας Διρού στον νομό Λακωνίας.
Γενική άποψη της νότιας, φωτεινής αίθουσας.
Το σπήλαιο Νυμφολήπτου βρίσκεται στον νότιο Υμηττό και εμπίπτει διοικητικά στον Δήμο Βάρης–Βούλας–Βουλιαγμένης. Πρόκειται για μοναδικό σε παγκόσμια κλίμακα σπήλαιο, λόγω του είδους, της έκτασης και της παλαιότητας των αρχαίων επεμβάσεων που φέρει στα τοιχώματά του. Επιγραφές και λαξεύματα που διατηρούνται —στην πλειονότητά τους— έως σήμερα αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία για τον χρόνο που δαπάνησε και την προσπάθεια που κατέβαλε τον 5ο αιώνα π.Χ. ο καταγόμενος από τη Θήρα Αρχέδημος, προκειμένου να το μετατρέψει σε χώρο λατρείας «υπό την καθοδήγηση των Νυμφών».
Λίμνη στο τέλος του σπηλαίου Αλεπότρυπα.
Το Σπήλαιο Αλεπότρυπα ήταν γνωστό στη σύγχρονη κοινότητα που ζούσε στην περιοχή του Διρού ως ένα μικρό άνοιγμα, μία οπή, στην πλαγιά του βράχου, στην οποία έμπαιναν μικρά ζώα, όπως αλεπούδες ή κυνηγετικά σκυλιά, και ξαναεμφανίζονταν σε άλλη χρονική στιγμή. Εξ ου και το όνομά του: «Αλεπότρυπα». Εντοπίστηκε και καταγράφηκε επίσημα το 1958 από την Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία και το ζεύγος Πετροχείλου. Λόγω της έλλειψης εποπτείας από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, ενσωματώθηκε σε ένα πλάνο εκτεταμένης τουριστικής εκμετάλλευσης, σε συνδυασμό με το κοντινό σπήλαιο της Βλυχάδας ή Γλυφάδας, που είχε ήδη αναπτυχθεί ως ένα κερδοφόρο τουριστικό αξιοθέατο από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Όσα παραμένουν στις σκιές, όσα παραμένουν κρυφά, απωθημένα στα βάθη και σφραγισμένα στα σπήλαια του νου μας ίσως ανήκουν αιώνια εκεί. Δεν είμαστε έτοιμοι κάθε στιγμή ν’ αντικρίσουμε ό,τι έχουμε απομακρύνει από τη συνείδησή μας. Για κάποια μπορεί να μην είμαστε έτοιμοι ποτέ. Και η αλήθεια γίνεται ένα όπλο ισοπέδωσης στα χέρια όποιου τη χρειάζεται.
Α-λήθεια: το αντίθετο της λήθης. Η λήθη, όμως, θάλπει, προστατεύει. Είναι το πυκνοπλεγμένο κουκούλι μέσα στο οποίο κοιμούνται οι αλήθειες. Πάνω του ακουμπούν και προφυλάσσονται οι ευαισθησίες. Η λήθη δίνει στον άνθρωπο το δώρο της αθωότητας, την ευκαιρία να χαράξει πορείες με τον αέρα πρωτοπόρου, ακόμα κι όταν επιχειρεί να κάνει το ίδιο ταξίδι.
Η άμμος στην κλεψύδρα κυλάει κι οι ευκαιρίες είναι πολύτιμες. Να νιώσει κανείς καινούριος ξανά, ελαφρύς, ελεύθερος. Την πνοή των καινούριων ζητάνε πολλοί και την καταναλώνουν με δίψα όπου τη βρίσκουν. Ίσως να σχεδιάζουν τη δική τους αναγέννηση, στο μεταξύ, ίσως απλά να την ονειρεύονται. Τους αναγνωρίζω ενώ κινούμαι μέσα στο πλήθος. Είναι παντού γύρω μου. Κοιτάζω μπροστά και προσπαθώ να μαντέψω τι έπεται, με την ευχή να μείνουν οι ονειρευτές ανενόχλητοι.
Ο Γιάννης Μπασιάκος στο γραφείο του. Εργαστήριο Αρχαιομετρίας, ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», Ιούνιος 2024.
Πώς γίνεται να βρίσκεσαι στην αχλή του πολύ μακρινού παρελθόντος, δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν, και ταυτόχρονα να αξιοποιείς τις πιο σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους για να φωτίσεις ένα παρελθόν που τελικά δεν είναι τελείως φευγάτο; Ο Γιάννης Μπασιάκος, από τους σκαπανείς στα πεδία της Αρχαιομετρίας και της Γεωαρχαιολογίας, έχει αφιερώσει τις μελέτες του στις δραστηριότητες του προϊστορικού ανθρώπου αλλά και στο φυσικό περιβάλλον και το κλίμα, που συνεχίζουν να μεταβάλλονται μέχρι σήμερα.
Η ανασκαφική τομή Reisch στο σπήλαιο Κεφαλάρι το 1975 (Συλλογή L. Reisch).
Το 2016 τρία κιβώτια με τη Συλλογή παλαιολιθικής πανίδας από το σπήλαιο Κεφαλάρι του Άργους, που ήταν το αντικείμενο μελέτης του Ludwig Reisch, έφτασαν από το Πανεπιστήμιο του Έρλανγκεν στην Αθήνα. Το πρωτογενές αυτό ανασκαφικό υλικό ήρθε να συμπληρώσει τα δεδομένα για τη σημαντική παλαιολιθική εγκατάσταση της Πελοποννήσου.
Ανασκαφή στο βαθύτερο σημείο του σπηλαίου Καταφυγάδι. Εικονίζονται οι αρχαιολόγοι Κ. Τρίμμης και E. Κωνσταντινίδη. Φωτ.: Φ. Έλληνας (2011).
Το Καταφυγάδι, ο «προστατευμένος» τόπος, βρίσκεται σε απόσταση 400 μέτρων νότια της κορυφής Λέσκα, επί της οποίας ανασκαφικές τομές έφεραν στο φως κεραμική της Εποχής του Χαλκού. Το σπήλαιο Καταφυγάδι, σαν χρονοκάψουλα, περιέχει το σύνολο των πολιτισμικών στοιχείων που συνθέτουν τη φυσιογνωμία των Κυθήρων, η οποία διαχρονικά έχει δεχθεί επιρροές (και μετοικούντες) από τη Λακωνία, την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους ή τις ακτές της Αδριατικής.
Άποψη τμήματος της Αίθουσας 5 κατά την ανασκαφή του 1958, από ΝΑ. Αρχείο της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Την ύπαρξη σπηλαίου αφιερωμένου στον Πάνα γνώριζαν και οι περιηγητές του 19ου αιώνα Hobhouse, Dodwell, Chandler και Leake, οι οποίοι είχαν μάταια επιχειρήσει να το εντοπίσουν. Παρόμοιες προσπάθειες είχαν καταβάλει και μεταγενέστεροι ερευνητές του 20ού αιώνα. Το Σπήλαιο Πανός υπέδειξε τελικά, τον Φεβρουάριο του 1958, ο παλαιός αρχαιοκάπηλος Μιλτιάδης Γκίκας στον Καραβασίλη, εργατοτεχνίτη τού αρχαιολόγου της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Ιωάννη Παπαδημητρίου. Σχεδόν έξι δεκαετίες αργότερα, η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας αποφάσισε να διενεργήσει σωστική ανασκαφική διερεύνηση στις επιχώσεις του σπηλαίου προκειμένου να τις προστατεύσει από τις διαρκείς επεμβάσεις αρχαιοκαπήλων.
Η είσοδος του σπηλαίου Σχιστού Κερατσινίου.
Έρευνες σε σπήλαια έχουν αποκαλύψει σημαντικά νέα δεδομένα για τη δραστηριότητα κυνηγών–τροφοσυλλεκτών στα τέλη της Ανώτερης Παλαιολιθικής και τη Μεσολιθική περίοδο σε διαφορετικές περιοχές της Αττικής. Ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας φαίνεται ότι υπάρχουν ήδη από τη Μέση Παλαιολιθική περίοδο. Οι πληροφορίες σχετικά με την πρώιμη προϊστορική κατοίκηση της Αττικής προέρχονται κυρίως από τα σπήλαια Κίτσου στο Λαύριο, Ζαΐμη στην περιοχή μεταξύ Μεγάρων και Κινέτας, Οινόη IV στον Μαραθώνα, Σχιστού Κερατσινίου στη νότια–νοτιοδυτική Αττική και Κουβαρά στην ανατολική Αττική.
Η θέα από το σπήλαιο προς τη θάλασσα (http://www.drakainacave.gr).
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ξεκίνησε υπό την εποπτεία της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας και της αρχαιολόγου Ευαγγελίας–Μιράντας Χατζιώτου μια ανασκαφή στο σπήλαιο που βρίσκεται στη νότια πλευρά του φαραγγιού του Βόχυνα, στον Πόρο της Κεφαλονιάς. Η μελέτη των αρχαιολογικών καταλοίπων που ήρθαν στο φως με τη συστηματική ανασκαφή στο σπήλαιο της Δράκαινας, όπως έγινε ευρύτερα γνωστή η θέση, αποκάλυψαν πολλές πτυχές της ιστορίας της 1ης χιλιετίας π.Χ. για την ευρύτερη περιοχή της κεντρικής Μεσογείου.
Πομπηία. Οικία Μελέαγρου. Πάνας και Έρως με την εποπτεία Παποσειληνού, ντυμένου αρχαιοπρεπώς (1ος αι. μ.Χ.).
Μελετώντας την εξέλιξη της μορφής του Πάνα στη διαδρομή των ιστορικών χρόνων, στο σπήλαιο του Ελικώνα και σε άλλα σπήλαια όπου τα αφιερώματά του είναι συχνά, παρακολουθούμε ταυτόχρονα και την πορεία του από τη θηριομορφία στον εξανθρωπισμό. Από έναν «μαύρο» Πάνα σε έναν «λευκό», που εικονοποιεί ταυτόχρονα και τις δύο πτυχές της Φύσης και της φύσης μας, τη σκοτεινή και τη φωτεινή της πλευρά.
Σπήλαιο Ευριπίδη. Άποψη του φυσικού ανδήρου του σπηλαίου από τα δυτικά, με τις δύο βραχονησίδες στον Όρμο Περιστέρια και τμήμα της Αίγινας στον ορίζοντα (φωτ.: Χρ. Μαραμπέα).
Οι επιφανειακές και ανασκαφικές έρευνες του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων εξελίσσονται συστηματικά σε περιοχές της νότιας και δυτικής Σαλαμίνας από το 1994/1995 μέχρι σήμερα. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται τα αρχαιολογικά χαρακτηριστικά του Σπηλαίου του Ευριπίδη στη νότια Σαλαμίνα, το οποίο ανασκάφηκε συστηματικά κατά τα έτη 1994/1995–2000, και σκιαγραφούνται τα διαθέσιμα αρχαιολογικά δεδομένα της ευρύτερης περιοχής του. Στόχος είναι η ανάδειξη της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας και σημασίας του Σπηλαίου του Ευριπίδη, μοναδικού, από αρχαιολογική άποψη, σε σχέση με τα άλλα σπήλαια της νήσου καθώς συνδέεται με τη μορφή του μεγάλου τραγικού ποιητή.
Το εξωτερικό περιβάλλον μπροστά από την είσοδο του σπηλαίου της Σελινίτσας (φωτ.: Ι. Καμπόλης).
Στο τοπίο της Μάνης, ο τεκτονισμός αποτελεί τον πρώτης τάξης παράγοντα διαμόρφωσης του ανάγλυφου με αποτέλεσμα το επιφανειακό γεωλογικό αρχείο της σχετικής θαλάσσιας στάθμης να εντοπίζεται αποσπασματικό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, σπήλαια με θέση κοντά στη σημερινή ακτογραμμή μπορούν να διατηρήσουν πολύτιμες πληροφορίες για τις παρελθοντικές θαλάσσιες στάθμες και να μας διαφωτίσουν για περιόδους που απέχουν δεκάδες έως εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια από τη σημερινή εποχή.
Πηγές Κορομηλιάς Καστοριάς. Άποψη του σπηλαίου. Φωτ.: Γ. Τράσιας.
Το μεγαλύτερο τμήμα της Βαλκανικής χερσονήσου καλύπτεται από οροσειρές. Η επικοινωνία των πεδινών εκτάσεων μεταξύ τους διασφαλίζεται μέσω των κοιλάδων, των στενωπών και των ατραπών που έχουν δημιουργηθεί στα ορεινά συστήματα και οι οποίες διευκολύνουν την καταφυγή και τη διαφυγή ατόμων, ομάδων ή στρατιωτικών τμημάτων. Επιπλέον, τα βουνά φιλοξενούν εκατοντάδες σπήλαια και μάλιστα επάλληλα, όποτε τα τελευταία έχουν διανοιχθεί σε ρήγματα, σε φαράγγια, στον δρόμο των νερών. Κάποια από τα σπηλιαράκια (φυσικά ή τεχνητά) είναι ικανά να φιλοξενήσουν μικρές σε αριθμό ομάδες ανθρώπων ή λίγα οικόσιτα ζώα. Δίοδοι και σπήλαια καταγράφηκαν στην ατομική και συλλογική μνήμη των οδιτών ώστε να χρησιμοποιούνται όταν παρίσταται ανάγκη.
Λίμνη σε ψηλότερο και μη επισκέψιμο τμήμα του σπηλαίου. Φωτ.: Β. Γιαννόπουλος.
Το σπήλαιο των Λιμνών συνδέθηκε με τη μυθική αρχαιότητα καθώς θεωρήθηκε πως ταυτίζεται με σπήλαιο για το οποίο κάνει λόγο ο περιηγητής Παυσανίας τον 2ο αιώνα μ.Χ. στα Αρκαδικά του. Συγκεκριμένα, ο Παυσανίας αναφέρει τα Αροάνια όρη και ειδικά ένα σπήλαιο σε αυτά, το οποίο συνδέεται με τον μύθο των Προιτίδων, των θυγατέρων του βασιλιά του Άργους Προίτου, που τιμωρημένες από την Ήρα καταλήφθηκαν από τρέλα και κατέφυγαν στα βουνά. Ο μάντης και θεραπευτής Μελάμπους καταδίωξε τις κοπέλες μέχρι το σπήλαιο και από εκεί τις οδήγησε στους Λουσούς, τη φημισμένη ελληνιστική πόλη, όπου με θυσίες και καθαρμούς τις θεράπευσε στο ιερό της Αρτέμιδος, γνωστό ελληνιστικό ιερό της θεάς. Ο Παυσανίας δεν μας δίνει καμία άλλη πληροφορία για το σπήλαιο των Αροανίων, επομένως θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι δεν το επισκέφθηκε ο ίδιος αλλά είχε ακούσει γι’ αυτό και για τον μύθο του.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Στους φυσικούς κύκλους δεν υπάρχει λάθος. Όλη η σοφία βρίσκεται εκεί. Στον τρόπο που αναπτύσσεται και συντηρείται η ζωή, πώς χάνεται, πώς χρησιμεύει, πώς τίποτα δεν είναι περιττό, πώς όλα συμβαίνουν εδώ και τώρα. Η απώλεια και η καταστροφή έχουν ίση αξία με τη γέννηση και την ανάπτυξη. Αρχή και τέλος δεν υπάρχουν στ’ αλήθεια, παρά μόνο μεταβολή.
Η επαφή με ό,τι είναι φυσικό είναι θεραπευτική. Δεν απαιτεί προσπάθεια, υπακούει σε αδρανείς ενυπάρχουσες λειτουργίες, οι οποίες παραμένουν αναλλοίωτες ακόμα κι αν δεν ενεργοποιηθούν ποτέ. Είναι ενθύμηση της αληθινής ταυτότητας, ευθυγράμμιση του βέλους της πυξίδας με τον βορρά. Ό,τι περιέχεται στο φυσικό περιβάλλον είναι επίσης διδακτικό αν παρατηρηθεί. Κάθε μικρό ή μεγάλο κομμάτι της φύσης είναι δάσκαλος. Μεταφέρει ολόκληρη την αλήθεια της. Για τον άνθρωπο αυτά τα μαθήματα είναι η υπενθύμιση όσων έχει χάσει με την αποκοπή του από το φυσικό περιβάλλον. Είναι το τέλος της αντίστασης στους φυσικούς κύκλους, το τέλος της άγνοιας.
Στη φύση μπορεί, πάντως, να στραφεί κανείς έστω για την ομορφιά της. Γι’ αυτό το ιδανικό. Αν όχι για θεραπεία, αν όχι για εξισορρόπηση, αν όχι για τη σοφία και την αλήθεια της, αν όχι για τίποτα άλλο, έστω γι’ αυτό. Για την ομορφιά που συντηρεί την επιθυμία για ζωή.
Ο Φώτης Γεωργιάδης ενώ καταγράφει ευρήματα στην Αποθήκη 8 του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο του 1994.
Κλασικός αρχαιολόγος, φοιτητής του Μιχάλη Τιβέριου, πώς βρέθηκε χωμένος μέσα στις σπηλιές και την Προϊστορία; Και, επιπλέον, όταν βρέθηκε, αυτές του φάνηκαν ελκυστικές και δεν θέλησε πια να τις εγκαταλείψει. Ξύπνησε η αγάπη του για τα βουνά και την ορειβασία που του είχε εμφυσήσει ο πατέρας του; Με επιμέλεια, σχολαστικότητα, ευρύνοια και ευαισθησία καταγράφει, αναλογίζεται, χωρίς να περιορίζεται από το «ειδικό». Και καλλιεργεί μια βαθιά κατανόηση για τις πολιτισμικές μαρτυρίες που συναντά.
Δυαδική ανθρώπινη παράσταση στη βραχοσκεπή «Έγκοιλο Α». Φωτ.: Αρχείο ΥΠΠΟ/ΕΠΣ.
Οι δύο συγγραφείς παρουσιάζουν τις γραμμικές, σχηματικές παραστάσεις που συναντάμε στις βραχοσκεπές της Αριδαίας. Οι παραστάσεις αυτές εμφανίζουν ομοιότητες με βραχογραφίες που έχουν εντοπιστεί στη δυτική Μεσόγειο (Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία), μεταξύ άλλων. Όπως διευκρινίζουν, αυτές «οι σχηματικές απεικονίσεις δεν είναι απαραίτητα προγενέστερες της γραφής. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς τρόπους έκφρασης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά από τους ίδιους δημιουργούς».
Εμπρόσθια όψη του κρανίου του Ανθρώπου των Πετραλώνων (παραχώρηση του εργαστηρίου Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας του ΑΠΘ).
Ο Ανδρέας Ι. Ντάρλας παρουσιάζει ένα από τα σημαντικότερα σπήλαια του ελλαδικού χώρου. Το σπήλαιο Πετραλώνων βρίσκεται περίπου 800 μέτρα βορειοανατολικά του ομώνυμου χωριού της Χαλκιδικής, στους δυτικούς πρόποδες του όρους Κατσίκα. Ανακαλύφθηκε το 1959 από κατοίκους του χωριού που αναζητούσαν νερό για την ύδρευσή του. Το 1960 σε αυτό εντοπίστηκε ένα απολιθωμένο ανθρώπινο κρανίο σε άριστη κατάσταση διατήρησης. Εκείνη την εποχή ήταν το καλύτερα σωζόμενο κρανίο της ηλικίας του στην Ευρώπη και ένα από τα πληρέστερα παγκοσμίως, γι’ αυτό και εύλογα προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον των ανθρωπολόγων όλου του κόσμου.
Η κύρια αίθουσα του σπηλαίου (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Το σπήλαιο των Νυμφών στη Νέα Ηρακλείτσα ερευνήθηκε για πρώτη φορά το 1938 από τον Γεώργιο Μπακαλάκη. Το 1967 η Χάιδω Κουκούλη–Χρυσανθάκη, στο πλαίσιο υπηρεσιακής αυτοψίας, διενήργησε περισυλλογή επιφανειακών ευρημάτων από το εσωτερικό του σπηλαίου. Σχεδόν σαράντα χρόνια αργότερα, το 2006, η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας προχώρησε σε ολιγοήμερη ανασκαφική έρευνα, από την οποία αντλήθηκαν σημαντικές νέες πληροφορίες για την ιστορία του σπηλαίου.
Βόρειο τμήμα. Εστία Πρώιμης Εποχής Χαλκού (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Το σπήλαιο «Δρακότρυπα» βρίσκεται στη Θάσο, 200 μόλις μέτρα βορειοανατολικά του οικισμού της Παναγίας, σε μια κατάφυτη πλαγιά προσανατολισμένη προς την παραλία της Χρυσής Αμμουδιάς.
Το 1972, η Χάιδω Κουκούλη–Χρυσανθάκη, έπειτα από ολιγοήμερη ανασκαφική έρευνα, εντόπισε επιχώσεις της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, καθώς και μικρή ποσότητα αρχαϊκής και κλασικής κεραμικής σε διαταραγμένες επιχώσεις.
Αρκετές δεκαετίες αργότερα, το 2015, η έρευνα του σπηλαίου συνεχίστηκε από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας.
Περιοχή Πετρωτού: Άποψη του φαραγγιού του ποταμού Αγγίτη από ανατολικά (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Η περιοχή «Πετρωτό» τοποθετείται στους νοτιο-ανατολικούς πρόποδες του Μενοικίου όρους, λίγα χιλιόμετρα ανατολικότερα του οικισμού της Αλιστράτης Σερρών. Ήδη από τη δεκαετία του 1970, οι πρώτες ερευνητικές αποστολές, στις οποίες μετείχαν κατά καιρούς η Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Βιέννης και πιο πρόσφατα η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας, προχώρησαν στη χαρτογράφηση της περιοχής και των σπηλαίων της. Αργότερα, η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας–Σπηλαιολογίας επιχείρησε τον εμπλουτισμό των διαθέσιμων πληροφοριών, στοχεύοντας στην αρχαιολογική, κυρίως, τεκμηρίωση των σπηλαίων. Ο συνολικός αριθμός τους ανέρχεται πλέον στα 27. Ωστόσο, στα ήδη γνωστά σπήλαια είναι βέβαιο ότι θα προστεθούν και άλλα, ενώ δεν αποκλείεται η μελλοντική έρευνα να αποδείξει ότι ορισμένα συνδέονται μεταξύ τους.
Άποψη της βραχοσκεπής από βόρεια (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Το σπήλαιο Καταρρακτών αναπτύσσεται στη νότια όχθη του ποταμού Κρουσσοβίτη (ή Αχλαδίτη), παραπόταμου του Στρυμόνα, περίπου δύο χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Σιδηροκάστρου Σερρών. Πρόκειται για ευμεγέθη σχηματισμό, οριζόντιας ανάπτυξης, διανοιγμένο σε λατυποπαγή μαρμάρων. Αποτελείται από μία βραχοσκεπή μεγάλων διαστάσεων και δύο κλειστές παράπλευρες επιμήκεις αίθουσες. Τα ευρήματα από τις έρευνες της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας πιστοποιούν τη μακροχρόνια χρήση του σπηλαίου από την προϊστορία μέχρι και σήμερα.
Σπήλαιο «Ατσπάς». Άποψη της μεγαλύτερης αίθουσας (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Στο δυτικό άκρο της Θάσου, πολύ κοντά στον οικισμό της Σκάλας Μαριών, βρίσκεται το μεγαλύτερο γνωστό σήμερα σπήλαιο του νησιού. Η πρώτη αναφορά του ανάγεται στο 1969 και οφείλεται σε αυτοψία που διενήργησε η Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Καβάλας (τώρα Εφορεία Αρχαιοτήτων Καβάλας–Θάσου). Τότε, μεταξύ άλλων, διαπιστώθηκε για πρώτη φορά και η αρχαιολογική σημασία του σπηλαίου.
Νεότερες έρευνες από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας οδήγησαν στο να θεωρείται πλέον το σπήλαιο μια κιβωτός πολύτιμων πληροφοριών για τη σχέση των προϊστορικών ανθρώπων με τα σπήλαια και τη λειτουργία τους μέσα στο «αφιλόξενο» σπηλαιοπεριβάλλον.
Αίθουσα στο δεύτερο επίπεδο του Σπηλαίου Αγίου Μηνά με αφιερώματα και διαμορφωμένο δάπεδο. Τοπική Κοινότητα Δραγασιάς, Δημοτική Ενότητα Τσοτυλίου, Δήμος Βοΐου (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Στους ορεινούς όγκους της περιφέρειας της Κοζάνης αναπτύσσεται πληθώρα σπηλαίων. Πολλά από αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί κατά το παρελθόν από τον άνθρωπο, άλλα φαίνεται να χρησιμοποιούνται μόνο σήμερα και άλλα πάλι φέρουν ίχνη διαχρονικής χρήσης. Η συστηματική κατοίκηση της περιοχής από την αρχαιότητα έχει παίξει καθοριστικό ρόλο για την παρουσία του ανθρώπου σε αυτά τα μνημεία της φύσης, τα οποία εναρμονίζονται απόλυτα με το ιδιαίτερο φυσικό κάλλος της περιοχής. Το βέβαιο είναι ότι υπάρχουν και άλλες ανεξερεύνητες σπηλαιομορφές που η μελλοντική έρευνα μένει να εντοπίσει και να ερευνήσει.
Χώρος αγιάσματος με αφιερώματα στο Σπήλαιο «Αρκουδοσπηλιά» (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Το «σπηλαιοπάρκο» των Λουτρών Λουτρακίου (Πόζαρ) είναι το πρώτο και από τα σημαντικότερα στην Ελλάδα. Η ιστορία της εξερεύνησης των σπηλαίων ξεκινάει το 1990 από ερασιτεχνικές σπηλαιολογικές ομάδες, οι επισκέψεις των οποίων αποτέλεσαν την αφορμή για την έναρξη μιας συστηματικής και επιστημονικής ανασκαφικής έρευνας (1992–2007).
Νοσοκομείο των Ανταρτών στο Βροντερό («Σπηλιά Κόκκαλη»). Το εσωτερικό του σπηλαίου μετά τις εργασίες αποκατάστασης του Δήμου Πρεσπών (Φωτογραφικό Αρχείο ΕΠΣ).
Η ευρύτερη περιοχή των Πρεσπών παρουσιάζει σημαντικό οικολογικό ενδιαφέρον, καθώς αποτελεί ενδιαίτημα για πολλά σπάνια είδη. Εκτός, όμως, από τον μοναδικό φυσικό της πλούτο, έχει να επιδείξει και ένα ιδιαιτέρως σημαντικό μνημειακό απόθεμα. Τα αρχαιολογικά ευρήματα από το σπήλαιο Tren, στο νότιο άκρο της Μικρής Πρέσπας, από τη νησίδα Maligrad στο νοτιοδυτικό τμήμα της Μεγάλης Πρέσπας και από τον παραλίμνιο οικισμό του Kallamas βορειότερα, αποδεικνύουν την κατοίκηση της περιοχής ήδη από τη Νεολιθική περίοδο.
Άποψη του ασβεστολιθικού εξάρματος της Θεόπετρας (φωτ.: Γ. Φωτιάδης, 28.7.2013. Αρχείο ΕΠΣ).
Το σπήλαιο της Θεόπετρας βρίσκεται στη βορειοδυτική Θεσσαλία, 5,5 περίπου χλμ. νοτιοανατολικά της Καλαμπάκας και των Μετεώρων, σε υψόμετρο 280 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας και 100 μ. από την πεδιάδα. Διανοίγεται στη βορειοδυτική πλευρά ενός χαρακτηριστικού ασβεστολιθικού εξάρματος, το οποίο δεσπόζει στη γύρω περιοχή.
Τα αποτελέσματα των ανασκαφών στο σπήλαιο υπήρξαν καθοριστικά για την καλύτερη κατανόηση των πρώιμων περιόδων της θεσσαλικής και ευρύτερα της ελληνικής προϊστορίας. Τα ευρήματα αποδεικνύουν τη συνεχή ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή για 130.000 περίπου χρόνια κυρίως, μέσω της τεκμηριωμένης ανασκαφικά παρουσίας της Μεσολιθικής για πρώτη φορά σε προϊστορική θέση της Θεσσαλίας, και τη χωρίς κενά σύνδεση της Παλαιολιθικής με τη Νεολιθική περίοδο, η οποία μέχρι τότε γενικά αμφισβητούνταν.

Το λογότυπο του περιοδικού.
Η νεκρόπολη της Αγίας Φωτιάς κοιτάζει τη θάλασσα. Αυτή του Κεραμεικού χάσκει στο κέντρο της πόλης. Ένα κενό που προξενεί αμηχανία. Ένα αρχαίο κενό στην κοιλιά της πολύβουης πόλης. Μια αιώρηση ανάμεσα σε βαριά βήματα, όπως στον χορό. Ένα τόσο εκτεταμένο και περίτεχνο κενό. Σαν κρατήρας πρόσκρουσης, σαν περίτεχνη ουλή στο σώμα της πόλης. Δεν είναι προδιαγεγραμμένα να είναι έτσι τα κενά.
Η νεκρόπολη του Πετρά ανήκει περισσότερο στο τοπίο της. Πέτρα στη γη, πέτρα και στα οικοδομήματα των ανθρώπων. Είναι λες και τα γέννησε το τοπίο. Πέτρινο καταφύγιο για την ενθύμηση των ανθρώπων. Ό,τι ήταν πολύτιμο τοποθέτησαν στον τάφο όσοι έμειναν πίσω, αντικείμενα που ανήκαν στον νεκρό, αλλά δεν ανήκουν σε κανέναν πια. Το λυγισμένο σπαθί μόνο λέει την αλήθεια, ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ξανά από τον κάτοχό του, γι’ αυτό ας μην είναι κανενός άλλου. Όλα έγιναν σύμβολα της ζωής. Τα κοσμήματα και τα σκεύη μιλούν γι’ απολαύσεις. Οι θησαυροί από μακρινούς τόπους μιλούν για ταξίδια και κατακτήσεις. Οι τροφές μιλούν για την αφθονία που προερχόταν από τη γη και τη θάλασσα. Οι καμένοι καρποί που προσφέρθηκαν θα μείνουν αναλλοίωτοι όπως το πνεύμα που ταξιδεύει.
Ο David Rupp στην ανασκαφή της νεκρόπολης του Πετρά, το 2020.
Δραστήριος αρχαιολόγος και εκπαιδευτής αρχαιολόγων. Κατά την πολυετή θητεία του στο Πανεπιστήμιο Brock του Καναδά, μεταξύ άλλων δημιούργησε για τους προπτυχιακούς φοιτητές την ειδικότητα στην Αρχαία Τέχνη και Αρχαιολογία, ανέπτυξε την αρχαιολογική πρακτική εξάσκηση στην Κύπρο, το Ισραήλ και την Ελλάδα, ίδρυσε την Αρχαιολογική Εταιρεία του Πανεπιστημίου Brock. Στα χρόνια της ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας του, όταν επικρατούσε η υπερειδίκευση στη Μεσογειακή Αρχαιολογία, σαν ασφαλιστικές δικλείδες λειτούργησαν τα πολύπλευρα, «αναγεννησιακά», επιστημονικά ενδιαφέροντά του.
Λάρνακα από τον Χώρο Τελετουργιών 1 της Νεκρόπολης του Πετρά.
Η αναζήτηση δύο ΥΜ ΙΙΙΒ κιβωτιόσχημων λαρνάκων με χαρακτηριστική διακόσμηση χταποδιών στις μακρές πλευρές τους και διπλών κεράτων σε συνδυασμό με διπλό πέλεκυ στις στενές πλευρές, που συγκαταλέγονταν στα ευρήματα από τις ανασκαφές του Ν. Πλάτωνα στα Αχλάδια Σητείας, είχε μια απρόσμενη εξέλιξη: Οδήγησε στην ταύτιση ενός εργαστηρίου παραγωγής λαρνάκων, ενεργού για δύο περίπου αιώνες, του οποίου η έδρα βρισκόταν στη Σητεία, στον Πετρά πιθανότατα.
Ανασκαφή R.C. Bosanquet 1900 (Αρχείο Βρετανικής Σχολής Αθηνών).
Η Μεταξία Τσιποπούλου παρουσιάζει την ιστορία της έρευνας στον Πετρά ξεκινώντας από τον Έβανς ο οποίος υπήρξε ο πρώτος αρχαιολόγος που επισκέφθηκε την περιοχή της Σητείας και συγκεκριμένα τον Πετρά, στα τέλη του 19ου αιώνα. Το 1900 ο Βρετανός αρχαιολόγος Richard Carr Bosanquet, πραγματοποίησε στον Πετρά μια μικρή έρευνα δύο ημερών, κατανοώντας τη σημασία του ως εξαιρετικού λιμανιού για τις επαφές της Κρήτης με την ανατολική Μεσόγειο. Σχεδόν 50 χρόνια αργότερα, ο Νικόλαος Πλάτων έγραψε ότι στον Πετρά θα έπρεπε να αναζητηθεί ένα μεγάλο κέντρο, βασίζοντας την πρότασή του αυτή στην τοπογραφία και στο πολύ βαθύ και ασφαλές αγκυροβόλιό του.
«Σαράντα δύο χρόνια μετά την πρώτη μου επαφή με τον Πετρά έχουν ανασκαφεί εκεί ένα μινωικό ανάκτορο, τμήμα του εκτεταμένου αστικού οικισμού που το περιέβαλλε, άλλοι δύο οικισμοί, καθώς και ένα βυζαντινό νεκροταφείο, ενώ πλησιάζει την ολοκλήρωσή της η ανασκαφή της μεγάλης ελίτ μινωικής νεκρόπολης που είχε διάρκεια χρήσης τουλάχιστον 1.100 έτη. Είναι πολύ πιθανό ότι τα έργα στον Πετρά θα συνεχίζονται ακόμα για πολλές δεκαετίες, από τις επόμενες γενιές αρχαιολόγων, όπως συμβαίνει με όλους τους εκτεταμένους, μείζονος σημασίας αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημειακά σύνολα» γράφει η Μεταξία Τσιποπούλου.
Το παλαιοανακτορικό τμήμα του ανακτόρου του Πετρά.
Η Μεταξία Τσιποπούλου παρουσιάζει το ιστορικό των ανασκαφών στον Πετρά, που ξεκίνησαν το 1985, και τα αποτελέσματά τους. Όπως επισημαίνει η συγγραφέας, «οι ανασκαφές του Πετρά προσφέρουν την εξαιρετικά σπάνια για την Κρήτη δυνατότητα της παράλληλης μελέτης των χώρων των ζώντων και αυτών των νεκρών».
Η Ματίνα Παπαδάκη κατά τη διαδικασία της επίπλευσης.
Η Μεταξία Τσιποπούλου παρουσιάζει τα πρωτόκολλα που χρησιμοποιούνται στις εργασίες πεδίου στον Πετρά (ανασκαφή, τεκμηρίωση, στερεώσεις αρχιτεκτονικής) και στην ψηφιακή οργάνωση των αρχείων, τη συντήρηση των κινητών ευρημάτων, την επεξεργασία του υλικού και τη μελέτη. Τέλος αναφέρεται σε δράσεις εξωστρέφειας που έχουν λάβει χώρα από το ξεκίνημα ήδη των ανασκαφών, στις εργασίες ανάδειξης του χώρου και στο «όραμά» της για το μέλλον του Πετρά.
Αεροφωτογραφία του Λόφου Ι από νότια.
«Η Κρήτη γνώρισε μια σειρά από αλλαγές κατά το μέσον της 2ης χιλιετίας π.Χ., που διαμόρφωσαν σταδιακά νέα κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Οι αλλαγές αυτές συνδέονται κυρίως με την καταστροφή των ανακτόρων κατά την ΥΜ ΙΒ περίοδο και οδήγησαν στη σταδιακή παύση των λειτουργιών και των δραστηριοτήτων τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί το ανάκτορο της Κνωσού, του οποίου η καταστροφή και η αρχιτεκτονική υποβάθμιση επηρέασε άρδην όλη την Κρήτη και δη την ανατολική πλευρά του νησιού. Σε αυτή την πλευρά, η οποία έδινε διαχρονικά μια αίσθηση απομόνωσης, και ιδιαίτερα στις βορειοανατολικές ακτές της, εντοπίζονται μια σειρά από παράκτιες θέσεις, όπως π.χ. ο Πετράς, που εξελίχθηκαν σε κομβικούς σταθμούς κατά την ΥΜ ΙΙΙ περίοδο».
ΜΜ ΙΑ ανδρική ταφή στην Ταφική Δομή 28.
«Η μελέτη των περιόδων ενός νεκροταφείου ερμηνεύει τις αλλαγές των ταφικών πρακτικών, οι οποίες συνδέονται με κοινωνικούς, οικονομικούς και ιδεολογικούς παράγοντες. Η έρευνά μας επιδιώκει την τεκμηρίωση των αλλαγών των ταφικών πρακτικών και της έκφρασης των προσωπικών και συλλογικών ταυτοτήτων, με οδηγό τη μελέτη των αρχαιολογικών δεδομένων (αρχιτεκτονικά στοιχεία, ενδείξεις εγκατάλειψης ορισμένων ταφικών συνόλων και μεταβολές στη μεταχείριση των νεκρών και στις τελετουργίες)» επισημαίνουν οι συγγραφείς.
MM II σφραγιστικό δακτυλίδι από κράμα αργύρου από το Ταφικό Κτίριο 9 στη νεκρόπολη του Πετρά (φωτ.: Χ. Παπανικολόπουλος, Αρχείο Ανασκαφών Πετρά).
Η ανασκαφή της πρωτομινωικής-μεσομινωικής νεκρόπολης του Πετρά στη βορειοανατολική Κρήτη έχει φέρει στο φως σημαντικές πληροφορίες για τις μεταλλουργικές ικανότητες των ανθρώπων που έζησαν στην περιοχή κατά το α΄ μισό της Εποχής του Χαλκού. Στο άρθρο παρουσιάζονται δύο ιδιαίτερα κοσμήματα από μέταλλο που ξεχωρίζουν για την εικονογραφία και τη μεταλλουργική τεχνική τους.
Ορθογώνιου σχήματος σφραγίδα από αχάτη, πρόσθιες όψεις και αποτυπώματα. Φωτ.:O. Krzyszkowska.
Οι ανασκαφές στη νεκρόπολη του Πετρά έχουν φέρει στο φως περίπου 70 σφραγίδες. Δεδομένου ότι πολλές από αυτές είναι πολυεδρικές, προσφέρουν περισσότερες από 100 σφραγιστικές επιφάνειες προς μελέτη. Στο μικρό δείγμα αυτών που αναλύονται και περιγράφονται στο κείμενο είναι εύγλωττη η αξιοσημείωτη τέχνη που κατείχαν οι Μινωίτες χαράκτες σφραγίδων, οι οποίοι παρήγαγαν μικρογραφικά αριστουργήματα στο τέλος της Παλαιοανακτορικής περιόδου (περ. 1700 π.Χ.).
Σφράγισμα ΥΜ ΙΙΙΑ1 φακοειδούς σφραγιδόλιθου από ίασπη (Αρχείο Ανασκαφών Πετρά, Corpus der Minoischen und Mykenischen Siegel, VS1B-330-1).
Η ανακάλυψη σφραγιδόλιθων από γνωστά, χρονολογημένα ανασκαφικά περιβάλλοντα σε οικισμούς ή σε χώρους τελετουργιών της υστερομινωικής Κρήτης είναι σχετικά σπάνια. Στο κείμενό του ο David W. Rupp παρουσιάζεται τέσσερις σφραγιδόλιθους από τον Πετρά, χρονολογημένους από την ΥΜ Ι ως την ΥΜ ΙΙΙΑ–Β σε αντίστοιχα ανασκαφικά περιβάλλοντα. Δύο από αυτούς προέρχονται από τον ΥΜ ΙΑ οικισμό του Πετρά (Λόφος Ι) και οι άλλοι δύο από τον ΥΜ ΙΙΙΑ–ΙΙΙΓ οικισμό στην Κεφάλα Πετρά (Λόφος ΙΙ).
Πολωτικό μικροσκόπιο με κάμερα στο Ινστιτούτο Μελέτης Προϊστορικού Αιγαίου Ανατολικής Κρήτης.
Η Ελένη Νοδάρου γράφει για τη μακροχρόνια και συστηματική εφαρμογή αναλυτικών μεθόδων στη μελέτη της κεραμικής από τον Πετρά. Όπως επισημαίνει: «Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν η εφαρμογή αναλυτικών τεχνικών σε σύνολα της μινωικής Κρήτης ήταν πολύ περιορισμένη, εφαρμόστηκε η πετρογραφία κεραμικής με τη χρήση πολωτικού μικροσκοπίου στη μελέτη επιλεγμένων δειγμάτων από το ανάκτορο του Πετρά. Έκτοτε και για τα επόμενα 30 χρόνια ακολούθησαν πολλά προγράμματα πετρογραφικών αναλύσεων από τα ανασκαφικά σύνολα του Πετρά: το ανάκτορο, το Σπίτι Ι, την ταφική βραχοσκεπή, τον οικισμό της Κεφάλας και τη νεκρόπολη».
Ανδρικά ειδώλια Πετρά: πιθανή χρήση (Simandiraki–Grimshaw 2020, εικ. 9, σχ.: D. Faulmann, σύνθεση: Α. Σημανδηράκη–Grimshaw).
Ανάμεσα στα ευρήματα του Πετρά ξεχωρίζει μια πολύ ενδιαφέρουσα υποκατηγορία, οι τρισδιάστατες απεικονίσεις, κατασκευές ή συνθέσεις. Από τη συνολική θεώρηση του μέχρι τώρα ανεσκαμμένου υλικού, προκύπτει ότι τα εικονιστικά τέχνεργα του Πετρά περιλαμβάνουν αντικείμενα ποικίλα και μοναδικά στη σύλληψη και την κατασκευή τους — και επομένως πρέπει να θεωρηθούν στο πλαίσιο του πολιτισμικού χωνευτηρίου από το οποίο προήλθαν. Στο άρθρο της η Άννα Σημανδηράκη-Grimshaw ασχολείται με κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα από το σύνολο των τεχνέργων, των οποίων η μελέτη, αν και δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, έχει ήδη αποδώσει σημαντικά στοιχεία.
Αμφορέας από το Ταφικό Κτήριο 5. Μικρογραφικό λίθινο αγγείο.
Η νεκρόπολη του Πετρά έχει αποδώσει πάνω από 200 λίθινα αγγεία στις μέχρι σήμερα ανασκαφές, τόσο στο εσωτερικό των ταφικών κτιρίων, όσο και έξω από αυτά, στους ανοικτούς χώρους τελετουργιών. Τα αγγεία βρέθηκαν είτε ακέραια είτε σε αποσπασματική κατάσταση και σε μεγάλη ποικιλία σχημάτων. Αντικατοπτρίζουν το ρεπερτόριο που απαντά σε όλο το νησί, αλλά παράλληλα μαρτυρούν μια σαφή προτίμηση σε ορισμένα σχήματα και τύπους υλικού.
Heidi M.C. Dierckx
H Heidi M.C. Dierckx γράφει για τα λίθινα αντικείμενα που συνόδευαν τους νεκρούς του Πετρά. Περίαπτα και φυλαχτά που είχαν ως κύριο υλικό τους τον λίθο, με λίγα μόνο παραδείγματα από όστρεο και φαγεντιανή. Μεγάλη ποσότητα οψιανών, στους οποίους περιλαμβάνονται λεπίδες, εργαλεία και άπεργα (απορρίματα της λάξευσης του οψιανού). Τέχνεργα από λειασμένο λίθο τα οποία πιθανόν σχετίζονταν με τους νεκρούς, μεταξύ αυτών θραυσμένα τριβεία, «τελετουργικά» γουδοχέρια, καθώς και πελέκεις, ακονόπετρες και στιλβωτήρες.
Κεφαλή βοοειδούς από τον Χώρο 8 του Ταφικού Κτιρίου 9 (Αρχείο Ανασκαφών Πετρά).
Τη μελέτη του ζωοαρχαιολογικού υλικού από τον Πετρά, η οποία βρίσκεται στο πρώτο στάδιο, αυτό της μακροσκοπικής ανάλυσης, αλλά ήδη προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για τον ρόλο των ζώων στην οικονομία, την κοινωνία και τις αντιλήψεις των κατοίκων του, παρουσιάζει η δρ Βαλασία Ισαακίδου.
Όπως εξηγεί στο άρθρο της, οι ανασκαφές στον Πετρά έχουν φέρει στο φως ένα ευρύ φάσμα από ανθρώπινες δραστηριότητες σε σχέση με τα ζώα, που καλύπτουν όλη την προϊστορική περίοδο στην Κρήτη. Χιλιάδες οστά και δόντια ζώων έχουν συλλεχθεί κατά τη διάρκεια των ανασκαφών υπό τη διεύθυνση της δρος Μ. Τσιποπούλου, τα οποία μελετώνται και δημοσιεύονται σταδιακά, ακολουθώντας τη μελέτη των ανασκαφικών δεδομένων και τη χρονολόγηση των επιχώσεων.
Πεταλίδες από τα ταφικά κτίρια. Φωτ.: Τ. Θεοδωροπούλου.
Οι μακροχρόνιες ανασκαφές στο μινωικό ανάκτορο και στη νεκρόπολη του Πετρά παρέχουν ένα πολύ ενδιαφέρον αρχαιολογικό πλαίσιο για τη μελέτη της εκμετάλλευσης των θαλασσινών από τους Μινωίτες, καθώς προσφέρουν μια μοναδική ευκαιρία για να δούμε λεπτομερώς τη χρήση των θαλάσσιων ζώων σε δύο διαφορετικά κοινωνικά αλλά και χρονικά πλαίσια εντός της ίδιας παράκτιας κοινότητας.
Αρχαιοβοτανικά κατάλοιπα από τα ταφικά κτίρια του Πετρά: α) κουκούτσι ελιάς, β) τσόφλι αμυγδάλου, γ) κουκούτσι σταφυλιού, δ) καρπός σύκου, ε) μπιζέλι, στ) φακή, ζ) πικρός βίκος, η) λινάρι, θ) σπόρος αποφλοιωμένου κριθαριού, ι) σταχίδιο μονόκοκκου σταριού, ια) σταχίδιο δίκοκκου σταριού, ιβ) θυμελαία η τριχωτή, ιγ) σπόρος μολόχας.
Στην ανασκαφή της νεκρόπολης του Πετρά εφαρμόστηκε ένα μεγάλης κλίμακας πρόγραμμα για τη συλλογή, την επεξεργασία και την ανάλυση του συνόλου των αρχαιολογικών ιζημάτων της, γεγονός που επέτρεψε μια εκτεταμένη έρευνα για τυχόν παρουσία φυτικών καταλοίπων στη θέση και για τον ρόλο τους στις ταφικές πρακτικές που ακολουθούνταν εκεί.
Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς του άρθρου: «Η μελέτη των φυτικών καταλοίπων στη νεκρόπολη του Πετρά όχι μόνο πρόσθεσε στοιχεία στις περιορισμένες αρχαιοβοτανολογικές μαρτυρίες από τις μινωικές ταφικές θέσεις, αλλά και διεύρυνε σημαντικά τις γνώσεις μας σχετικά με τα είδη των φυτών που χρησιμοποιούνταν σε αυτές τις δραστηριότητες».
Η ανασκαφέας Μεταξία Τσιποπούλου (στιγμιότυπο από το ντοκιμαντέρ).
Ο Μιχάλης Γιαννακάκης περιγράφει το πώς εμπνεύστηκε αλλά και υλοποίησε το ντοκιμαντέρ του «Πετράς. Η προϊστορική Σητεία».
Σε πρώτο πλάνο το ανάκτορο. Στο βάθος ο λόφος της νεκρόπολης.
Το μνημειακό σύνολο του Πετρά βρίσκεται περίπου 2 χλμ. ανατολικά της πόλης της Σητείας και περιλαμβάνει δύο γειτονικούς παράλιους λόφους ύψους 65 και 80 μ. αντίστοιχα.
Μέχρι σήμερα έχουν ανασκαφεί: Στον δυτικό Λόφο Ι ένα μινωικό ανάκτορο (1900–1450 π.Χ.), τμήμα του αστικού οικισμού που το περιέβαλλε (2800–1300 π.Χ.) και πάνω από τα λείψανα του ανακτόρου νεκροταφείο 33 τάφων της Μέσης Βυζαντινής περιόδου (12ος–13ος αι. μ.Χ). Στον ανατολικό Λόφο ΙΙ μία ασύλητη μινωική ελίτ νεκρόπολη (2900–1750 π.Χ.), που αποτελείται από ταφικά κτίρια με πολύπλοκες κατόψεις και ταφικές δομές (κυρίως λάκκους με λίθινη επένδυση). Στα νότια της νεκρόπολης εντοπίστηκε η αρχαιότερη κατοίκηση της περιοχής με την ανασκαφή ενός οικισμού της Τελικής Νεολιθικής και ΠΜ Ι (3500–2900 π.Χ.). Στα ανατολικά της νεκρόπολης ερευνήθηκε άλλος οικισμός της ΥΜ ΙΙΙΑ–Γ (1400–1100 π.Χ.).