Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
Χάρτης
Αρχαιολογικοί χώροι

Κάστρο Ιωαννίνων

Ήπειρος

Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου (αρχαιολόγος)

Κεντρική Πύλη

Η κεντρική πύλη του Κάστρου ανοίγεται στο μέσον περίπου του δυτικού σκέλους της οχύρωσης, κοντά στην οποία πιθανολογείται και η ύπαρξη της αντίστοιχης βυζαντινής. Η πύλη βρίσκεται στον άξονα της κεντρικής αρτηρίας της πόλης, ο οποίος, απ’ ό,τι φαίνεται, παρέμεινε ο ίδιος από τη Βυζαντινή εποχή. Προστατευόταν από τον δυτικό προμαχώνα, το βόρειο άκρο του οποίου υπερυψώθηκε πιθανότατα το 1314 (1896) και αποτέλεσε τον πύργο του ρολογιού.

Εξωτερικά η πύλη φέρει μεγάλο διπλό τόξο που σχηματίζεται με καλολαξευμένους λίθους. Δεξιά και αριστερά του τόξου είναι εντοιχισμένα δύο λιθανάγλυφα με μορφές ζώων. Στο κέντρο του μετώπου του μεγάλου αψιδώματος που επιστέφει το τόξο, εντοιχισμένη επιγραφή με αραβικούς χαρακτήρες αναφέρει τη χρονολογία 1259 (1843) και το όνομα του Οσμάν Νουρή πασά, ο οποίος πιθανόν φρόντισε για την επισκευή της.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, η κεντρική πύλη είχε αρχικά τη μορφή κινητής γέφυρας πάνω από την ένυδρη τάφρο. Αποτελείται από δύο περίπου τετράγωνους χώρους, παράλληλα τοποθετημένους, που διαμορφώνονται στο πάχος της οχύρωσης. Οι οπές δοκοθηκών, που διατηρούνται κοντά στη γένεση των θόλων, καθιστούν πολύ πιθανή την ύπαρξη ενός ξύλινου δαπέδου που έκανε την πύλη διώροφη.

Μπαίνοντας στο Κάστρο, ο επισκέπτης έχει στα αριστερά του την είσοδο της στοάς, που σήμερα λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος. Η μόνιμη φωτογραφική έκθεση με τίτλο «Ιωάννινα: από τη βυζαντινή καστροπολιτεία στην οθωμανική μεγαλούπολη», αναφέρεται στην ιστορία της πόλης και στα σημαντικότερα γεγονότα που τη σηματοδοτούν. Σε μερικές από τις αίθουσες των στοών ο επισκέπτης μπορεί να παρατηρήσει τις φάσεις της αρχαίας και της βυζαντινής οχύρωσης.

2
«Πύργος» του Θωμά

Από τους πλέον γνωστούς και αναγνωρίσιμους πύργους του Κάστρου είναι ο «πύργος» του Θωμά, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση δεξιά της σημερινής κεντρικής πύλης. Ο «πύργος» προβάλλει εσωτερικά του τείχους, του οποίου και αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη. Στην όψη του διαμορφώνεται ένα μεγάλο τοξωτό άνοιγμα με πλίνθινο τόξο. Στα αριστερά του σώζονται τα κατάλοιπα πλίνθινης επιγραφής με το όνομα ΘΩMΑC.

Η ανέγερσή του αποδίδεται στον Σέρβο ηγεμόνα της πόλης, Θωμά Πρελιούμποβιτς, δεσπότη (ηγεμόνα) των Ιωαννίνων κατά το χρονικό διάστημα 1367–1384. Ο Πρελιούμποβιτς προσπάθησε να ενισχύσει και να επιδιορθώσει το Κάστρο για να προστατεύσει την πόλη από τις επεκτατικές βλέψεις των Αλβανών που την εποχή εκείνη είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Κατά την άποψή μας το κτίσμα δεν πρέπει να ήταν πύργος. Αποτελούσε μάλλον τμήμα της κεντρικής πύλης της βυζαντινής οχύρωσης της πόλης, για την οποία όμως δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία ώστε να τεκμηριωθεί η μορφή της.

3
Πύλη της οδού Εθνικής Αντιστάσεως

Βρίσκεται στο νότιο άκρο του δυτικού προμαχώνα και σε σχετικά μικρή απόσταση από την κεντρική πύλη με την οποία παρουσιάζει ομοιότητες. Είναι και αυτή τοξωτή, με λιθανάγλυφα δεξιά και αριστερά του τόξου, και αψίδωμα που την επιστέφει. Αποτελείται από τρεις χώρους, που κι εδώ διαμορφώνονται στο πάχος του τείχους και διατάσσονται σε σχήμα Γ. Η πύλη ήταν και αυτή διώροφη. Διατηρούνται ίχνη ξυλοκατασκευής και δοκοθήκες που υποδηλώνουν την ύπαρξη ξύλινου δαπέδου. Η πρόσβαση στο επίπεδο αυτό από την πύλη γινόταν από τον περίδρομο μέσω μικρής κλίμακας.

4
Συναγωγή

Βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την κεντρική πύλη του κάστρου. Είναι γνωστή ως Καχάλ Καντόσς Γιασσάν ή Παλιό ή Μέσα Συναγώι. Πρόκειται για κτίριο μεγάλων διαστάσεων, μια υπόστυλη αίθουσα, με το Εχάλ, δηλαδή τη μαρμάρινη εσοχή στον ανατολικό τοίχο, όπου φυλάσσονται τα ιερά βιβλία της Τορά. Στο Εχάλ, μια κεντημένη κουρτίνα, το Παρόχετ, καλύπτει την ιερά κιβωτό.

Η σημερινή μορφή της συναγωγής χρονολογείται στο 1829. Αναμφίβολα συναγωγή υπήρχε ήδη από τη Βυζαντινή εποχή, αφού η εβραϊκή κοινότητα των Ιωαννίνων αναφέρεται και στο χρυσόβουλλο του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου.

5
Σουφαρί Σεράι

Σημαντικό κτίριο της Ύστερης Τουρκοκρατίας, το Σουφαρί  στέγαζε, κατά μία άποψη, τη «σχολή» ιππικού του Αλή πασά. Πρόκειται για ένα επιβλητικό λιθόκτιστο κτίριο, με καμαροσκέπαστο ισόγειο. Σήμερα, μετά την αναστήλωσή του από το Υπουργείο Παιδείας, στεγάζει τα Γενικά Ιστορικά Αρχεία των Ιωαννίνων.

6
Τουρκική Βιβλιοθήκη

Βρίσκεται στους πρόποδες της βορειοανατολικής ακρόπολης και πιθανότατα συνδεόταν με τη λειτουργία του μεντρεσέ που είναι κτισμένος κοντά στο τζαμί του Ασλάν πασά. Αποτελείται από μία θολοσκεπή μεγάλη αίθουσα και δύο μικρότερες εκατέρωθεν. Στην όψη της φέρει κιονοστήρικτο προστώο στο οποίο οδηγεί λίθινη κλίμακα. Η βιβλιοθήκη βρισκόταν σε κακή κατάσταση διατήρησης και ήταν από τα πρώτα κτίρια στο Κάστρο που αναστηλώθηκαν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία.

7
Βυζαντινό Λουτρό

Βρίσκεται στην αυλή του 9ου Δημοτικού Σχολείου και ήρθε στο φως κατά τις ανασκαφές της δεκαετίας του ’80. Πρόκειται για σημαντικό κτίριο της Βυζαντινής περιόδου, από τα λιγοστά που έχουν διασωθεί στο Κάστρο των Ιωαννίνων. Είναι κτισμένο στα οικοδομικά λείψανα αρχαίου κτιρίου, από το οποίο έχει διασωθεί τμήμα των υποκαύστων.

8
Χαμάμ

Βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το βυζαντινό λουτρό. Πρόκειται για εντυπωσιακό κτίριο που χρονολογείται στις αρχές του 17ου αι. Ατυχώς δεν έχει αναστηλωθεί και αντιμετωπίζει πολλά στατικά προβλήματα που επικεντρώνονται κυρίως στους θόλους του. Αποτελείται από μια μεγάλη αίθουσα, έναν ενδιάμεσο καμαροσκεπή χώρο, την κυρίως αίθουσα του λουτρού, την καμαροσκέπαστη δεξαμενή και τα υπόκαυστα για το ζέσταμα του νερού.

9
Βορειοανατολική Ακρόπολη

Χρονολογείται στη Μεσοβυζαντινή περίοδο και στο περιμετρικό τείχος της διασώζει μέρος της οχύρωσης της ίδιας εποχής. Ταυτίζεται με τον Επάνω Γουλά των μεσαιωνικών πηγών και πιστεύεται ότι εδώ υπήρχαν τα παλάτια των κατά καιρούς ηγεμόνων της πόλης. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της καταλαμβάνει το συγκρότημα του τζαμιού του Ασλάν πασά που κτίστηκε το 1618 και περιλαμβάνει τον μεγάλο μεντρεσέ.

Το τζαμί αποτελεί εξαιρετικό δείγμα αρχιτεκτονικής του 17ου αι. με ανάγλυφη και γραπτή διακόσμηση της ίδιας εποχής, που εντοπίζεται κυρίως στον μεγάλο τρούλο. Φέρει στις τρεις πλευρές του μεγάλη στοά η οποία περιβάλλει μια μικρότερη, υπόστυλη, που ήταν η αρχική του.

Το τζαμί αποτελούσε ένα μεγάλο κιουλιέ, δηλαδή θρησκευτικό συγκρότημα, που εξυπηρετούσε τόσο τις θρησκευτικές όσο και τις πνευματικές ανάγκες των μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης, καθώς στο μεντρεσέ λειτουργούσε ιερατικό σχολείο. Σημαντική ήταν και η παράλληλη φιλανθρωπική δράση του συγκροτήματος.

Πολύ κοντά στο τζαμί υπάρχει ο τουρμπές, δηλαδή ο τάφος του Ασλάν πασά, ένα οκτάπλευρο θολοσκεπές μνημείο, οι τοίχοι του οποίου εσωτερικά κοσμούνται με ποικίλο φυτικό διάκοσμο.

10
Νοτιοανατολική Ακρόπολη (Ιτς Καλέ)

Το Ιτς Καλέ πήρε τη σημερινή του μορφή κατά την περίοδο του Αλή πασά. Πρόκειται για εσωτερικό ισχυρό φρούριο που περιέβαλλε την κατοικία του πασά καθώς και αρκετά άλλα κτίρια, πολλά από τα οποία έχουν διασωθεί και στα οποία έχουν αποδοθεί ποικίλες χρήσεις. Η νοτιοδυτική ακρόπολη είχε οχυρωθεί ήδη από τη Μεσοβυζαντινή περίοδο σε μικρότερη έκταση, μέρος της οποίας είναι ο περίφημος πύργος του Βοημούνδου. Εδώ υπήρχαν οι ναοί των Ταξιαρχών και του Παντοκράτορα που αναφέρονται σε πηγές του 14ου αι.

Σήμερα το Ιτς Καλέ λειτουργεί ως αρχαιολογικός χώρος με μεγάλη επισκεψιμότητα και πλήθος δραστηριοτήτων λαμβάνουν χώρα σε πολλά από τα αναστηλωμένα κτίριά του.

11
Πύργος του Βοημούνδου

Ο πύργος του Βοημούνδου υψώνεται στο κέντρο περίπου της νοτιοανατολικής ακρόπολης, πολύ κοντά στη νεότερη εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Είναι κτισμένος με ισοϋψείς τετράγωνους ή ορθογώνιους καλολαξευμένους ασβεστόλιθους —που δεν αποκλείεται να προέρχονται από την προϋπάρχουσα ελληνιστική οχύρωση— και λιγοστούς πλίνθους δομημένους με ελάχιστο κονίαμα.

Ο πύργος σώζεται σε ύψος περίπου 13 μ. και το πάχος της τοιχοποιίας του είναι 2,10 μ., ενώ η εσωτερική του διάμετρος φτάνει τα 6,97 μ. Διαρθρώνεται σε δύο ορόφους. Ο ισόγειος χώρος σήμερα είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος του επιχωμένος. Ο μεσαίος και μεγαλύτερος όροφος καλύπτεται με μεγάλο θόλο και είναι προσβάσιμος μέσω τοξωτής εισόδου που ανοίγεται νότια. Πρόκειται όμως για μεταγενέστερο άνοιγμα, αφού μεγάλο μέρος του πύργου στην πλευρά αυτή έχει επισκευαστεί. Φωτίζεται από παράθυρα τοξωτά, εσωτερικά, και ορθογώνια, εξωτερικά. Αρχικά έφερε περισσότερα παράθυρα, αρκετά από τα οποία τοιχίστηκαν σε μεταγενέστερη φάση. Τοξωτό άνοιγμα οδηγεί σε μικρό καμαροσκέπαστο χώρο, ο οποίος ένωνε τον πύργο με το κτίριο που προσκολλήθηκε σε αυτόν μεταγενέστερα και το οποίο αποτελούσε τμήμα του Σεραγιού του Αλή πασά.

Βορειοανατολικά υπήρχε επίσης ένας δεύτερος κυκλικός πύργος. Οι δύο πύργοι και τα λείψανα τείχους συγκροτούσαν μια τετράπλευρη σε σχήμα οχύρωση, η οποία ταυτίζεται με την ακρόπολη που διαμόρφωσε στο Κάστρο ο Νορμανδός Βοημούνδος που κατέλαβε την πόλη το 1082.

12
Βυζαντινό Μουσείο

Πρόκειται για κτίριο της δεκαετίας του ’50, που φιλοξενεί ευρήματα, κειμήλια και εικόνες από την Παλαιοχριστιανική περίοδο έως και τους νεότερους χρόνους (19ος αι.), τα οποία προέρχονται από πολλές θέσεις, ναούς και μοναστήρια της Ηπείρου. Κτίστηκε από τον ελληνικό στρατό στη θέση του Σεραγιού του Αλή πασά ως βασιλικό περίπτερο. Ανάμεσα στα σημαντικότερα εκθέματα συγκαταλέγονται οι δύο πήλινες ανάγλυφες εικόνες από τον βυζαντινό ναό του Αγίου Βασιλείου στην Άρτα, οι νομισματικοί «θησαυροί» μεσαιωνικών χρόνων που βρέθηκαν σε διάφορες θέσεις της Ηπείρου, τα μαρμάρινα κιονόκρανα από τον ερειπωμένο ναό στη Γλυκή Θεσπρωτίας, καθώς και αρκετές μεταβυζαντινές εικόνες.

13
«Θησαυροφυλάκιο»

Αποτελεί τμήμα του Βυζαντινού Μουσείου. Ονομάζεται «θησαυροφυλάκιο», όνομα που διατηρήθηκε από την προφορική παράδοση. Πρόκειται για κτίριο της Ύστερης Τουρκοκρατίας, μέρος ενός μεγαλύτερου, πιθανότατα τμήμα του Σεραγιού του Αλή πασά. Σήμερα, μετά την αναστήλωσή του, στεγάζει συλλογή έργων αργυροχοΐας, τέχνης που γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη στην πόλη και την ευρύτερη περιοχή της.

14
Φετιχιέ Τζαμί

Το Φετιχιέ τζαμί υπήρξε μέρος του συγκροτήματος του Σεραγιού του Αλή πασά. Σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε στη θέση βυζαντινού ναού. Μετά την ολοκλήρωση των αναστηλωτικών εργασιών και τη συντήρηση των τοιχογραφιών του θόλου, λειτουργεί ως ένας ακόμη εκθεσιακός χώρος. Η έκθεση περιορίζεται στο χώρο της μικρής στοάς δεξιά και αριστερά της εισόδου και έχει ως θέμα της τα Ιωάννινα κατά την Ύστερη Οθωμανική περίοδο. Εκτίθενται επίσης γκραβούρες, κείμενα και πληροφοριακό υλικό σχετικά με τον διαβόητο Αλή πασά, τις ημέρες και τα έργα του στην Ήπειρο.

15
Τάφος του Αλή πασά

Βρίσκεται κοντά στην είσοδο του Φετιχιέ τζαμιού και καλύπτεται από εντυπωσιακό κιγκλίδωμα που αντιγράφει το αρχικό. Κάτω από αυτό διακρίνονται δύο τάφοι, στον έναν εκ των οποίων ενταφιάστηκε το ακέφαλο σώμα του Αλή πασά μετά τη δολοφονία του στο Νησί.

16
Κτίριο των παλιών Οθωμανικών Μαγειρείων

Το κτίριο των παλιών οθωμανικών μαγειρείων έχει αξιοποιηθεί από το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων του Υπουργείου Πολιτισμού ως αναψυκτήριο του αρχαιολογικού χώρου. Αποτελεί δημοφιλή προορισμό κατοίκων και επισκεπτών τις ηλιόλουστες ημέρες και τα ήσυχα ρομαντικά βράδια.

17
Ερείπια του Σεραγιού του Αλή πασά

Κοντά στο «Θησαυροφυλάκιο» η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως τα ερείπια του Σεραγιού του Αλή πασά. Από αυτά, λιγοστά στοιχεία μπορούμε να αντλήσουμε για το παλάτι του διαβόητου ηγεμόνα, το οποίο οι περιηγητές στα βιβλία τους περιγράφουν με θαυμασμό. Στη δυτική του πλευρά, το Σεράι είχε ενσωματώσει και τον πύργο του Βοημούνδου, ενώ στη θέση της νότιας πτέρυγας κτίστηκε στα μέσα του 20ού αι. το Βυζαντινό Μουσείο.

18
Μουσείο Αργυροτεχνίας

Το Μουσείο εγκαινιάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2016. Στεγάζεται στον δυτικό προμαχώνα του Ιτς Καλέ, που αναστηλώθηκε και διαμορφώθηκε κατάλληλα. Στις εντυπωσιακές υπόστυλες αίθουσες του προμαχώνα εκτυλίσσεται η ιστορία της αργυροχοΐας στην Ήπειρο, τοπικής τέχνης με βαθιές ρίζες που φτάνουν έως και τη Βυζαντινή εποχή. Σπουδαίοι μάστορες του ασημιού έχουν αφήσει δείγματα της δουλειάς τους σε αριστουργήματα, πολλά από τα οποία φυλάσσονται στα σκευοφυλάκια μονών και ναών της Ηπείρου αλλά και μεγάλων μοναστικών κέντρων, όπως το Άγιο Όρος, η μονή του Σινά κ.ά. Το Μουσείο δημιουργήθηκε από το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, το οποίο και το διαχειρίζεται.

19
Νότια Πύλη

Η νότια πύλη οδηγούσε στο Ιτς Καλέ και αποτελεί μέρος της διαμόρφωσης της νοτιοανατολικής ακρόπολης. Βρίσκεται στο σημείο όπου ο προμαχώνας εφάπτεται του νότιου σκέλους του περιμετρικού τείχους. Την πύλη συνθέτουν ένας μακρόστενος λιθόστρωτος διάδρομος, μήκους 45 μ. με έντονη υψομετρική διαφορά. Στη νότια πλευρά του διαδρόμου και στο πάχος του προμαχώνα ανοίγονται πέντε δωμάτια, για την παραμονή της φρουράς. Μικρά τοξωτά ανοίγματα αποτελούν τις εισόδους των δωματίων, τα οποία φέρουν επίσης τοξωτά παράθυρα και τυφεκιοθυρίδες σε πυκνή διάταξη.

Η πύλη εξωτερικά είναι τοξωτή και επιστέφεται από μεγάλο αψίδωμα. Παλαιότερα έφερε εντοιχισμένη λίθινη επιγραφή με τη χρονολογία 1815.

Το Κάστρο Ιωαννίνων με τη διαχρονική ιστορία του αποτελεί ένα εμβληματικό μνημείο της ομώνυμης πόλης. Είναι κτισμένο σε μια μικρή χερσόνησο που προβάλλει στη λίμνη Παμβώτιδα και περιέβαλλε τον οικιστικό πυρήνα της πόλης. Το Κάστρο διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση. Η χάραξή του ακολουθεί σχήμα ακανόνιστου τραπεζίου. Ο οχυρωματικός περίβολος, προσαρμοσμένος στις υψομετρικές καμπύλες του εδάφους, έχει ύψος που κυμαίνεται σήμερα από τα 8,85 μ. έως και τα 13,69 μ. Στο εσωτερικό του διαμορφώνονται δύο οχυρές ακροπόλεις: η βορειοανατολική, όπου σήμερα δεσπόζει το τζαμί του Ασλάν πασά, και η νοτιοανατολική, που είναι περισσότερο γνωστή ως Ιτς Καλέ.

Γιάννενα πρώτα στ’ άρματα/ στα γρόσια και στα γράμματα. Με το δίστιχο αυτό η λαϊκή μούσα τραγούδησε την πόλη των Ιωαννίνων, παραπέμποντας συνειρμικά στη νεότερη ιστορία της και συγκεκριμένα στην εποχή του διαβόητου Αλή πασά, όταν η πόλη γνώρισε ιδιαίτερη οικονομική και πνευματική ανάπτυξη. Ωστόσο, τα Ιωάννινα είναι γνωστά ήδη από τη Βυζαντινή περίοδο, ενώ τα πορίσματα των πρόσφατων ανασκαφών ανάγουν την ίδρυση και τις απαρχές της πόλης στην αρχαιότητα.

Αν και τα στοιχεία που διαθέτουμε μέχρι σήμερα είναι λιγοστά, αναμφίβολα ο πρώτος οικιστικός πυρήνας της πόλης εντοπίζεται στην περιοχή του Κάστρου, κτισμένου στη μικρή βραχώδη χερσόνησο που εισχωρεί στη λίμνη και ενωνόταν με την υπόλοιπη ξηρά με μια στενή λωρίδα γης. Σε παλαιότερες εποχές η λωρίδα αυτή κατακλυζόταν από τα νερά της λίμνης, δυσκολεύοντας μεν την πρόσβαση στον οικισμό, παρέχοντας όμως ταυτόχρονα ασφάλεια στους κατοίκους του.

Η αρχαία οχύρωση

Οικοδομικά λείψανα και τυχαία ευρήματα που βρέθηκαν στο Κάστρο πιστοποιούν την ύπαρξη ενός αρχαίου οικισμού, το όνομα του οποίου δεν είναι για την ώρα γνωστό. Η σημαντική θέση, από άποψη γεωμορφολογίας και στρατηγικής, που κατείχε η αρχαία πόλη στο κέντρο του λεκανοπεδίου, μας οδηγεί στην άποψη ότι θα πρέπει να αναζητηθεί εδώ μια σημαντική πόλη του φύλου των Μολοσσών, που δεν αποκλείεται να είναι και η ίδια η πρωτεύουσά τους, η Πασσαρώνα.

Ανασκαφικές έρευνες που έγιναν στο νοτιοδυτικό σκέλος του Κάστρου, κοντά στην κεντρική πύλη, έφεραν στο φως τμήμα ισχυρού αρχαίου τείχους και πύργου, κατασκευασμένου με μεγάλους δόμους, τοποθετημένους κατά το ακανόνιστο ισόδομο διάτονο σύστημα, στοιχεία που συνηγορούν στη χρονολόγηση της οχύρωσης στους ύστερους κλασικούς–ελληνιστικούς χρόνους. Η χρονολόγηση αυτή ενισχύεται και από νομίσματα της ίδιας εποχής που βρέθηκαν στις επιχώσεις του τείχους. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα εξαιρετικά σημαντικό εύρημα που μεταθέτει την ιστορία της πόλης των Ιωαννίνων πολλούς αιώνες πίσω στην αρχαιότητα, ανατρέποντας τις αποδεκτές απόψεις και τις μέχρι πρόσφατα γνωστές μελέτες.

Αν και τα στοιχεία είναι ακόμη λιγοστά, φαίνεται ότι η αρχαία οχύρωση αναπτυσσόταν κυρίως στο δυτικό, και πιο ευάλωτο, τμήμα της μικρής χερσονήσου. Το ανατολικό τμήμα της ήταν φυσικά προστατευμένο από το έντονο γεωφυσικό του ανάγλυφο που το καθιστούσε δυσπρόσιτο από την πλευρά της λίμνης.

Λόγω της σπουδαιότητας της θέσης και της προϋπάρχουσας οχύρωσης, μολονότι δεν υπάρχουν στοιχεία, θεωρούμε πολύ πιθανό η πόλη να εξακολούθησε να υπάρχει συρρικνωμένη, ως προς το μέγεθος και τον πληθυσμό της, και κατά την Παλαιοχριστιανική περίοδο. Παλαιότερα είχε διατυπωθεί η άποψη ότι πρώτος ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, τον 6ο αιώνα, οχύρωσε τη μικρή χερσόνησο του Κάστρου και εγκατέστησε εδώ τους κατοίκους της Παλαιάς Εύροιας, μιας πόλης που κινδύνευε από βαρβαρικές επιδρομές. Η άποψη αυτή βασίστηκε στο βιβλίο Περί Κτισμάτων του ιστορικού Προκόπιου, ο οποίος, αναφερόμενος στο οικοδομικό έργο του Ιουστινιανού (527–565), περιγράφει μια τοποθεσία που μοιάζει αρκετά με τη θέση του Κάστρου των Ιωαννίνων.

Η θεωρία αυτή, μολονότι βρήκε παλαιότερα αρκετούς υποστηρικτές, θα πρέπει πλέον να αμφισβητηθεί, ιδιαίτερα μετά τα πρόσφατα ανασκαφικά ευρήματα. Παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αρχαιολογικά δεδομένα της εποχής του Ιουστινιανού δεν έχουν μέχρι σήμερα εντοπιστεί.

Η βυζαντινή οχύρωση

Το όνομα της πόλης και του επισκόπου της Ζαχαρία αναφέρονται σε βυζαντινές πηγές για πρώτη φορά τον 9ο αιώνα. Η ύπαρξη επισκόπου στην πόλη των Ιωαννίνων μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή διέθετε αρκετό πληθυσμό και, σύμφωνα με το οικιστικό μοντέλο της εποχής, είχε ισχυρό τείχος που της εξασφάλιζε τις προϋποθέσεις επιβίωσης την ταραγμένη εκείνη περίοδο. Πράγματι, πάνω στο αρχαίο τείχος εδράζεται το τείχος της βυζαντινής οχύρωσης, το οποίο ακολουθεί την ίδια πορεία.

Για τη βυζαντινή οχύρωση της πόλης οι παλαιότερες γραπτές μαρτυρίες απαντούν στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής, στην οποία περιγράφονται τα πολεμικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην πόλη των Ιωαννίνων την άνοιξη του 1082. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της Άννας Κομνηνής, ο Νορμανδός Βοημούνδος, γιος του Ρομπέρτο Γυισκάρδο, κατέλαβε την πόλη των Ιωαννίνων και, κατά την ολιγόμηνη παραμονή του, επισκεύασε τα τείχη, περιέζωσε την πόλη με μεγάλη τάφρο και, κρίνοντας την υπάρχουσα ακρόπολη ανεπαρκή, ανήγειρε και δεύτερη.

Η έκταση της μεσοβυζαντινής οχύρωσης δεν μας είναι γνωστή και είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε τις επισκευές του Βοημούνδου. Ωστόσο, στη νοτιοανατολική πλευρά του Κάστρου, όπου αναπτύσσεται ένα βραχώδες ύψωμα, σώζονται τα λείψανα τείχους και ένας εντυπωσιακός, κυκλικός σε κάτοψη πύργος, γνωστός ως πύργος του Βοημούνδου. Ο πύργος αυτός, κατά την άποψη πολλών ερευνητών, ανήκε αρχικά στην οχύρωση του Νορμανδού ηγεμόνα, όπως και ένας δεύτερος που βρέθηκε σε σχετικά μικρή απόσταση  βορειοανατολικά. Οι δύο πύργοι συγκροτούσαν μια τετράπλευρη σε σχήμα οχύρωση, συνολικού εμβαδού 11 στρεμμάτων. Πρόκειται πιθανότατα για την «ερυμνοτάτη ακρόπολη» που έκτισε ο Νορμανδός Βοημούνδος και η οποία ήταν πιο επιβλητική από ό,τι είναι σήμερα.

Αν δεχθούμε την άποψη ότι τα λείψανα της οχύρωσης στο νοτιοανατολικό βραχώδες έξαρμα ανήκουν στην ακρόπολη του Βοημούνδου, τότε στη βορειοανατολική βραχώδη προεξοχή —όπου σήμερα υψώνεται το τζαμί του Ασλάν πασά— θα πρέπει να τοποθετηθεί η αρχική ακρόπολη της μεσοβυζαντινής οχύρωσης των Ιωαννίνων, που επίσης αναφέρεται στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής.

Στις αρχές του 13ου αιώνα τα Γιάννενα βρίσκονται στη δικαιοδοσία των Κομνηνοδουκάδων ηγεμόνων του Κράτους της Ηπείρου, πιο γνωστού ως Δεσποτάτου της Ηπείρου, από τον τίτλο του «δεσπότη», δηλαδή του ηγεμόνα, που έφεραν οι περισσότεροι Βυζαντινοί άρχοντες. Στο «Σημείωμα περί οικίσεως τόπου» των αρχών του 13ου αιώνα, ο Μιχαήλ Α’ Κομνηνός Δούκας, πρώτος ηγεμόνας του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1205–1215), αναφέρεται «ως τεκτηνάμενος το των Ιωαννίνων πολίδιον και εις μόρφωσιν κάστρου αυτό ανεγείρας». Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές παλαιότεροι ερευνητές, μη έχοντας βέβαια στη διάθεσή τους τα πρόσφατα ευρήματα, απέδωσαν την οχύρωση των Ιωαννίνων στον Μιχαήλ Α’ Κομνηνοδούκα. Ο ίδιος, σύμφωνα πάντα με ιστορικές πηγές, εγκατέστησε εδώ αρκετούς πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, όπως τις οικογένειες των Φιλανθρωπινών και των Στρατηγόπουλων, περισσότερο γνωστές σε εμάς από τις ομώνυμες μονές που ανεγέρθηκαν με δική τους φροντίδα στο Νησί της λίμνης Παμβώτιδας.

Από τη βυζαντινή οχύρωση των Ιωαννίνων, με τη μορφή που ενδεχομένως της έδωσαν οι ριζικές εργασίες του 13ου αλλά και οι προσθήκες ή βελτιώσεις του 14ου αιώνα, στο σημερινό Κάστρο διατηρείται ένα μεγάλο μέρος, λιγότερο ή περισσότερο αναγνωρίσιμο. Η οχύρωση του 13ου–14ου αιώνα χωρίς αμφιβολία ακολουθούσε τη μορφολογία του εδάφους, όπως και οι προγενέστερες φάσεις της. Αποτελείτο από έναν ισχυρό περίβολο —ο οποίος προϋπήρχε ήδη από τη Μεσοβυζαντινή περίοδο—, τμήματα του οποίου εντοπίζονται σε αρκετά σημεία του σημερινού Κάστρου, σχηματίζοντας την εσωτερική παρειά του. Η αρχικά εξωτερική πλευρά του είναι σήμερα εμφανής στο τμήμα των στοών που διαμορφώνονται στο πάχος του τείχους της Ύστερης Οθωμανικής περιόδου.

Στα ευπρόσβλητα πεδινά τμήματα η βυζαντινή οχύρωση των Ιωαννίνων ενισχυόταν με πύργους διαφόρων τύπων, αρκετοί από τους οποίους σώζονται μέχρι σήμερα, ενώ άλλοι ήρθαν στο φως κατά τις πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες. Ένυδρη τάφρος, που αναφέρεται στο Χρονικό του Μορέως, περιέβαλλε το τείχος από τη δυτική πλευρά και η είσοδος σε αυτό γινόταν με θύρα που είχε τη μορφή γέφυρας. Η τάφρος απέκοπτε το Κάστρο από την υπόλοιπη ξηρά, δίνοντάς του τη μορφή νησίδας. Ιδιαίτερα όταν, λόγω των συχνών βροχοπτώσεων, η στάθμη των νερών της λίμνης ανέβαινε και κατέκλυζε τις παραλίμνιες περιοχές και συνοικίες, το Κάστρο γινόταν απόρθητο.

Οι ακροπόλεις

Τα δύο βραχώδη εξάρματα, τα οποία υπάρχουν στο εσωτερικό της οχύρωσης και ορίζονται ανατολικά από κρημνώδες πρανές, όπως έχουμε προαναφέρει, είχαν ήδη από τη Μεσοβυζαντινή εποχή διαμορφωθεί σε ισάριθμες ακροπόλεις. Σε παλαιότερες εποχές τα υψώματα αυτά ήταν περισσότερο ευδιάκριτα και επιβλητικά απ’ ό,τι σήμερα που περιβάλλονται από κτίρια, ενώ οι διάφορες επιχωματώσεις έχουν διαμορφώσει ομαλότερες προσβάσεις.

Το βορειοανατολικό ύψωμα καταλαμβάνει μια έκταση μόλις 6 στρεμμάτων και έχει υψόμετρο 23 μ. από την επιφάνεια της λίμνης του Μεγάλου Οζερού, όνομα με το οποίο η λίμνη μνημονεύεται στις βυζαντινές πηγές. Πηγές του 14ου αιώνα, όπως το Χρονικό των Ιωαννίνων, αναφέρουν τον Επάνω Γουλά, τόπο διαμονής των τοπικών ηγεμόνων. Η αμυντική αυτονομία της ακρόπολης εξασφάλιζε στους ηγεμόνες και διοικητές της πόλης–κάστρου προστασία όχι μόνο από τους εξωτερικούς εχθρούς αλλά και από ενδεχόμενη εσωτερική κοινωνική αναταραχή.

Στις κλιτύς του λόφου της νοτιοανατολικής ακρόπολης του Κάστρου, όπου υπήρχε μεγαλύτερη έκταση και ομαλότερες προσβάσεις, πιστεύεται ότι τον 13ο αιώνα ήταν κτισμένα τα σπίτια των Γιαννιωτών αρχόντων. Στο χώρο όπου υψώνεται σήμερα το Φετιχιέ τζαμί βρισκόταν πιθανότατα ο μητροπολιτικός ναός του αρχαγγέλου Μιχαήλ και ο ναός του Παντοκράτορα.

Στις αρχές του 14ου αιώνα οι καστρινοί Γιαννιώτες καταφέρνουν να αποδεσμευτούν από τις τύχες του Δεσποτάτου της Ηπείρου και την κηδεμονία της Άρτας. Ένα χρόνο αργότερα παραδίδουν την πόλη τους στον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο και διεκδικούν μια σειρά προνομίων που κατοχυρώνονται με δύο χρυσόβουλλα του αυτοκράτορα, τα οποία χρονολογούνται στα 1319 και 1321. Τα προνόμια αυτά αφορούσαν όλους τους κατοίκους της πόλης, άρχοντες και «κοινόν», όπως ονομάζεται χαρακτηριστικά ο απλός λαός στο Χρονικό των Τόκκων, μια έμμετρη αφήγηση του 14ου αι. Οι Γιαννιώτες ήταν απαλλαγμένοι από το κομμέρκιον —φόρο που επιβαλλόταν γενικότερα στο εμπόριο—, από το μιτάτον —δικαίωμα του διοικητή να αγοράζει με ευνοϊκούς όρους προϊόντα για το στρατό—, την αποβίγλιση και το βιγλάτικο, το λιμναίον πάκτον, το μελισσορεννόμιον και το οψώνιον της λίμνης. Αντίθετα όφειλαν να προσφέρουν εργασία για την «επιμέλειαν και περιποίησιν και ανάκτισιν» του δικού τους κάστρου.

Τον 13ο και 14ο αιώνα, μολονότι βρίσκεται στην ηπειρωτική ενδοχώρα και μακριά από λιμάνια και μεγάλα οικονομικά κέντρα, η πόλη των Ιωαννίνων διέρχεται μια περίοδο ακμής, καθώς διατηρεί επαφές με τη Βενετία, οι οποίες αναφέρονται σε γραπτές πηγές αλλά τεκμηριώνονται και από τους «θησαυρούς» ενετικών δουκάτων που βρέθηκαν στην περιοχή. Η πόλη εξήγε κτηνοτροφικά προϊόντα και εισήγε υφάσματα και άλλα είδη πολυτελείας. Νομίσματα και «θησαυροί» βυζαντινών νομισμάτων τεκμηριώνουν επίσης την εμπορική δύναμη της πόλης και τις επαφές που διατηρούσε με άλλα σημαντικά εμπορικά κέντρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Την ίδια εποχή το Νησί της λίμνης Παμβώτιδας γίνεται σπουδαίο μοναστικό κέντρο. Από μέλη των γνωστών βυζαντινών οικογενειών των Φιλανθρωπινών και των Στρατηγόπουλων ιδρύονται στο Νησί οι περιώνυμες μονές, οι περισσότερες αφιερωμένες στον Άγιο Νικόλαο. Την ίδια περίοδο το Κάστρο χαρακτηρίζεται στις ιστορικές πηγές ως απόρθητο.

Σύμφωνα με το χρυσόβουλλο του 1319 η οχυρωμένη πόλη των Ιωαννίνων υπερείχε ως προς το μέγεθος σε σχέση με άλλες «μεγέθει μεν … των πολλών διαφέρον· θέσεως δε ευκαιρία και κράτει μάλιστα και ερυμνότητι πολλώ δη πλειόνων διαφέρον», ενώ στο Χρονικό των Τόκκων η πόλη «των Γιαννίνων ήταν η ομορφότερη και δυνατή εξ όλες», η «σώτειρα κιβωτός» που «μεμέστωται οικητόρων». Οι πηγές αναφέρουν επίσης ότι στο Κάστρο των Ιωαννίνων υπήρχαν 21 ναοί και 7 μοναστήρια, από τα οποία σήμερα δυστυχώς σώζονται μόνο τα οικοδομικά λείψανα ενός βυζαντινού λουτρού.

Στα μέσα του 14ου αι. οι καστρινοί Γιαννιώτες παραδίδουν την πόλη τους στους Σέρβους, τη νέα κυρίαρχη δύναμη στη Βαλκανική, και καταφέρνουν να διατηρήσουν όλα τα προνόμια που τους είχαν παραχωρηθεί από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Παλαιολόγο. Οι Σέρβοι στέλνουν ως διοικητή στα Γιάννενα τον Θωμά Πρελιούμποβιτς, μια αμφιλεγόμενη, κατά τις πηγές, προσωπικότητα, που κατάφερε να διατηρήσει το Κάστρο των Ιωαννίνων και την ευρύτερη περιοχή μακριά από τις επεκτατικές βλέψεις των Αλβανών, οι οποίοι την ίδια εποχή κατείχαν την Άρτα. Ο Θωμάς Πρελιούμποβιτς, γνωστός ως Αλβανιτοκτόνος, αλλά κυρίως η σύζυγός του Αγγελίνα Παλαιολογίνα, διαδραμάτισαν στην Ήπειρο σημαντικό ρόλο που δεν περιορίστηκε στα πολιτικά δρώμενα της περιόδου.

Το 1430 η πόλη των Ιωαννίνων παραδίνεται, μετά από συμφωνία, στους Οθωμανούς, οι οποίοι είχαν ήδη καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και μεγάλο μέρος της Μακεδονίας και της Θράκης. Με τον Ορισμό του Σινάν πασά —που πήρε το όνομά του από τον Σινάν πασά, στρατηγό του σουλτάνου Μουράτ—, οι Γιαννιώτες καταφέρνουν να διατηρήσουν τα προνόμια που τους είχαν αιώνες πριν εκχωρηθεί από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα και τον Σέρβο κράλη. Μεταξύ των άλλων, στον Ορισμό του Σινάν αναφέρεται ότι οι Οθωμανοί δεν είχαν το δικαίωμα ούτε μασγίδι, δηλαδή μικρό τζαμί, να κτίσουν μέσα στο Κάστρο.

Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε έως και το 1611. Τότε, μετά το επαναστατικό κίνημα του Διονυσίου Φιλοσόφου ή Σκυλοσόφου, επισκόπου Τρίκκης και Σταγών, οι Οθωμανοί εκδίωξαν όλους τους χριστιανούς κατοίκους από το Κάστρο. Πολλοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν σε συνοικίες έξω από την πόλη, ενώ άλλοι κατέφυγαν σε πόλεις της Δυτικής Ευρώπης, εγκαινιάζοντας παροικίες που θα γίνουν περισσότερο γνωστές τους επόμενους αιώνες.

Στο εξής το Κάστρο θα κατοικούσαν μόνο Μουσουλμάνοι και Εβραίοι. Κτίστηκαν τζαμιά και χαμάμ, ενώ οι εκκλησίες και τα βυζαντινά μοναστήρια με την πάροδο του χρόνου εξαφανίστηκαν.

Το Κάστρο κατά την Οθωμανική περίοδο

Η σημερινή μορφή του Κάστρου των Ιωαννίνων είναι αποτέλεσμα των εκτεταμένων εργασιών ανακαίνισης των τειχών που έγιναν στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Αλή πασά. Πρόκειται για εργασίες που ολοκληρώθηκαν το 1815.  Η οθωμανική οχύρωση, η περίμετρος της οποίας συμπίπτει σε γενικές γραμμές με τη χάραξη του βυζαντινού τείχους, διατήρησε και ενσωμάτωσε σε πολλά σημεία τα ιστάμενα βυζαντινά τείχη.

Στη δυτική και περισσότερο ευάλωτη πλευρά κατασκευάστηκε ισχυρό εξωτερικό τείχος, παράλληλο με το βυζαντινό, ενώ το κενό που προέκυψε ανάμεσά τους γεφυρώθηκε με σειρά επάλληλων καμαροσκέπαστων χώρων, οι οποίοι εξυπηρετούσαν ανάγκες στρατωνισμού. Το δυτικό σκέλος της οχύρωσης ενισχύθηκε επίσης με την προσθήκη τριών μεγάλων προμαχώνων, τοποθετημένων ο πρώτος στην περιοχή της Σκάλας, ο δεύτερος κοντά στην κεντρική πύλη και ο τρίτος στην περιοχή του Μώλου. Στο ανώτερο μέρος των τειχών διαμορφώθηκε επίσης ευρύς περίδρομος, που εξυπηρετούσε τις μετακινήσεις των στρατιωτών και συνεπώς την καλύτερη υπεράσπιση του Κάστρου.

Βόρεια της κεντρικής πύλης έως και τον προμαχώνα του Μώλου, το τείχος ακολουθούσε ευθεία πορεία. Την εσωτερική παρειά του σχηματίζει το βυζαντινό τείχος, το οποίο διατηρείται σε όλο το μήκος με αρκετές επισκευές αλλά και καθ’ ύψος οθωμανικές προσθήκες. Στο πάχος της οχύρωσης, διαμορφώνεται επιμήκης καμαροσκέπαστος χώρος, που διαιρείται σε 34 τμήματα με ορθογώνια κάτοψη και διαφορετικές μεταξύ τους διαστάσεις, τα οποία σήμερα επικοινωνούν μεταξύ τους με τοξωτά ανοίγματα.

Η νότια πλευρά της οχύρωσης ενισχύθηκε με νέο τείχος κατά την περίοδο του Αλή πασά, εκτός από ένα τμήμα κοντά στον νότιο προμαχώνα του Ιτς Καλέ, όπου διατηρήθηκε μέρος της προϋπάρχουσας βυζαντινής οχύρωσης. Συγκεκριμένα, κατασκευάστηκαν δύο ισχυρές λίθινες παρειές, που δέχθηκαν στο εσωτερικό επιχώσεις, ενώ στο πάνω μέρος τους διαμορφώθηκε ευρύς περίδρομος. Κατά μήκος της εσωτερικής πλευράς του νότιου τείχους και σε επαφή με αυτόν κατασκευάστηκε σειρά 40 μονόχωρων δωματίων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ήταν επιχωμένο και ήρθε στο φως κατά τις πρόσφατες εργασίες.

Οι ακροπόλεις

Εσωτερικά του Κάστρου διατηρήθηκαν και κατά την Οθωμανική περίοδο οι δύο ακροπόλεις, από τις οποίες η βορειοανατολική μετατράπηκε σε θρησκευτικό κέντρο, μετά την ανέγερση εκεί του τζαμιού του Ασλάν από τον ομώνυμο διοικητή των Ιωαννίνων, το 1618.

Η νοτιοανατολική ακρόπολη, γνωστή ως Ιτς Καλέ, οχυρώθηκε εκ νέου και επεκτάθηκε, προκειμένου να προστατεύσει το συγκρότημα του Σεραγιού του Αλή πασά, έδρα της διοίκησης του Πασαλικιού των Ιωαννίνων.

Το Ιτς Καλέ κατασκευάστηκε από τον Αλή πασά μετά την ολοκλήρωση του εξωτερικού τείχους και αποτελεί αυτοτελές φρούριο, με εμβαδόν 36,4 στρέμματα, έσχατο καταφύγιο των υπερασπιστών της πόλης σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης. Ενισχύεται από τέσσερις διαφορετικού σχήματος προμαχώνες, από τους οποίους δύο βρίσκονται στη βόρεια πλευρά, ένας στη βορειοδυτική γωνία, ενώ ένας τέταρτος πολυγωνικός προμαχώνας κτίστηκε στη δυτική απόληξη της νότιας πλευράς και στο σημείο όπου το Ιτς Καλέ εφάπτεται με το νότιο σκέλος του περιμετρικού τείχους. Από αυτούς τους προμαχώνες σημαντικότερος είναι ο δυτικός, που αποτελείται από δύο επίπεδα με σειρά θολοσκέπαστων χώρων, οι οποίοι πιθανότατα χρησίμευαν στην αποθήκευση στρατιωτικού υλικού.

Σε περίοπτο σημείο του χώρου υψωνόταν το συγκρότημα του Σεραγιού του Αλή, για το οποίο περιηγητές μάς άφησαν πολλές περιγραφές και γκραβούρες. Κοντά σε αυτό επισκευάστηκε, επίσης από τον Αλή, το Φετιχιέ τζαμί καθώς και ένας αριθμός κτιρίων στρατωνισμού, αρκετά από τα οποία διατηρούνται ακόμη και σήμερα.

Το Κάστρο τη νεότερη εποχή

Τον 19ο αιώνα το Κάστρο εξακολουθούσε να αποτελεί τον πυρήνα της πόλης των Ιωαννίνων, αν και η πόλη είχε αρχίσει να αναπτύσσεται εκτός των τειχών αρκετούς αιώνες πριν. Μολονότι υπέστη αρκετές επισκευές και «ανακαινίσεις», προκειμένου να συμβαδίζει με τις εξελίξεις της οχυρωματικής και των πυροβόλων όπλων, εντούτοις είχε αρχίσει να χάνει την αίγλη του.

Το 1913 τα Ιωάννινα και το Κάστρο παραδίδονται στον ελληνικό στρατό, ο οποίος εγκαθίσταται σε διάφορα τμήματά του έως και το 1978, όταν το Ιτς Καλέ και διάφοροι χώροι του παραχωρούνται στο Υπουργείο Πολιτισμού. Από τότε αρχίζουν οι εργασίες στερέωσης, αποχωματώσεων καθώς και οι καθαιρέσεις νεωτερικών κατασκευών. Μεγαλύτερης έκτασης εργασίες έγιναν κατά τη διάρκεια των ετών 2006–2014, όταν στερεώθηκαν οι περιμετρικοί τοίχοι του και οι στοές, έγιναν μεγάλες αποχωματώσεις στον περίδρομο και πολλές ανασκαφικές έρευνες. Σήμερα το Κάστρο, και ιδιαίτερα το Ιτς Καλέ, αποτελεί έναν οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο με μεγάλη επισκεψιμότητα.