Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
More
Άρθρα: Αφιέρωμα
+2
Όλες οι φωτογραφίες
Εικ. 1. Άποψη των τάφρων Β, Γ/Γ1 και Δ, καθώς και κάποιων πρωιμότερων λάκκων, από βόρεια.
- +
Ακούστε
από Δρ Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη

Ο νεολιθικός οικισμός της «Τούμπας Κρεμαστής Κοιλάδας» (Μέρος E’)

Οι τάφροι

Τα ανασκαφικά δεδομένα των τάφρων της Κρεμαστής

Στο ανασκαμμένο τμήμα του νεολιθικού οικισμού της Κρεμαστής αποκαλύφθηκε ένα σύστημα επτά τάφρων (σημ. 1) (εικ. 1, 2). Με βάση το βάθος του αρχικού ορίου τους, χρονολογούνται στις τρεις παλαιότερες στρωματογραφικές-χρονικές φάσεις χρήσης του χώρου, στα στρώματα Δ, Γ και Β, υποδηλώνοντας παράλληλη λειτουργία με τους λάκκους, χωρίς ωστόσο να συνδέονται με την αρχική χρήση του συγκεκριμένου χώρου.

Πιο αναλυτικά, τα σχετικά με τις τάφρους δεδομένα είναι:

Τάφρος Α

Εντοπίζεται στο κεντρικό και νότιο τμήμα της ανασκαφής. Ανασκάφηκε το βόρειο πέρας της, σε μήκος 7μ., ενώ συνεχίζεται νότια, εκτός του ορίου της Εγνατίας Οδού και του ανασκαφικού χώρου. Είναι προσανατολισμένη βόρεια-νότια. Έχει σχήμα V σε τομή, με αρχικό πλάτος 1-1,60μ. και πλάτος πυθμένα 0,30μ. Το βάθος της είναι όμοιο σε όλο το ανασκαμμένο τμήμα και φτάνει το 1,60μ. Ο πυθμένας είναι επίπεδος και αμμώδης. Στο μέσο περίπου του ύψους της, τα τοιχώματα εμφανίζουν σκληρή και ανώμαλη μορφή, αποτέλεσμα διάβρωσης του φυσικού πηλώδους στρώματος.

Εμφανίζει ομοιόμορφη στρωματογραφία σε όλο το ερευνημένο μήκος της, με πέντε λεπτά στρώματα χρήσης, στα οποία παρεμβάλλονται δύο πηλώδη, από διάβρωση των τοιχωμάτων. Περιέχει καστανόχρωμη σκούρα επίχωση, με ελάχιστα ίχνη καύσης και σχετικά μεγάλη ποσότητα οστράκων και οστών ζώων, κυρίως στα δύο ανώτερα στρώματα, όπου κατανέμονται ομοιόμορφα. Δεν αναγνωρίστηκαν ανθρώπινα οστά που να συνδέονται σαφώς με την τάφρο, ενώ τα μικροευρήματα είναι ελάχιστα.

Με βάση το βάθος εμφάνισης του ορίου της, μπορεί να τοποθετηθεί στην τρίτη στρωματογραφική-χρονική φάση χρήσης του χώρου, στο στρώμα Β.

Τάφρος Β

Εντοπίζεται στο κεντρικό και βορειοανατολικό τμήμα του ανασκαμμένου χώρου, αμέσως βόρεια και στην ευθεία της τάφρου Α, από την οποία απέχει 2,50μ. Αποκαλύφθηκε σε όλο το μήκος της, το οποίο φτάνει τα 74μ. Έχει σχήμα Γ σε κάτοψη, με τα δύο τμήματά της ίσα (από 37μ.), προσανατολισμένα βόρεια-νότια και ανατολικά-δυτικά, και τομή σε σχήμα V. Η κατασκευή έχει ενιαίο πυθμένα, με ανομοιόμορφο πλάτος 0,15-0,60μ. και  κλίση 1. περίπου από τα άκρα προς το κέντρο, όπου και γωνιάζει. Το πλατύτερο τμήμα του πυθμένα βρίσκεται στο ανατολικό άκρο της τάφρου, το στενότερο στο κεντρικό, ενώ στη συνέχεια έως το νότιο πέρας εμφανίζει ποικίλο πλάτος, βάσει του οποίου φαίνεται να προκύπτουν τέσσερα μικρότερα τμήματα, μήκους 5-16μ. Σημαντική διαφοροποίηση εμφανίζουν επίσης τα δύο μισά της τάφρου, ως  προς το αρχικό τους πλάτος. Το τμήμα που κατευθύνεται ανατολικά-δυτικά έχει πλάτος 1,40-3μ. και στα περισσότερα σημεία του 2-2,50μ., ενώ αυτό που πηγαίνει βόρεια-νότια είναι πολύ μικρότερο, 1-1,60μ. και σε κάποια τμήματα 2μ. Το ίδιο συμβαίνει και με το βάθος. Το πρώτο, πλατύτερο τμήμα, είναι βαθύτερο, με 1,50-2,45μ. (από το σημείο εμφάνισης του ορίου) και με ομαλή κλίση από ανατολικά προς τα δυτικά και απότομη (1μ. περίπου) στο δυτικό άκρο του, ενώ το στενότερο έχει βάθος 1-1,40μ. περίπου και βαθαίνει απότομα φτάνοντας τα 2,40μ. στο τμήμα που ενώνεται με το πρώτο κομμάτι. Ο πυθμένας της τάφρου είναι πηλώδης, ενώ τα τοιχώματα στο μέσο περίπου του ύψους τους, εμφανίζουν σκληρή και ανώμαλη μορφή, αποτέλεσμα διάβρωσης του φυσικού πηλώδους στρώματος.

Με βάση τα στρωματογραφικά δεδομένα, είναι πολύ πιθανό να είχαμε αρχικά δύο διαφορετικές τάφρους (ανατολικά-δυτικά η πλατύτερη και βαθύτερη, και βόρεια-νότια η ρηχότερη και στενότερη), οι οποίες στη συνέχεια ενώθηκαν, με την ανασκαφή ενός ή δύο συνδετικών κομματιών, που κατευθύνονται λοξά, βορειοανατολικά-νοτιοδυτικά. Είναι επίσης πιθανό να πρόκειται για περισσότερα μικρά τμήματα που ενώθηκαν με ενδιάμεσα κομμάτια. Κατά τη διάνοιξή της, η τάφρος διέκοψε πολλούς πρωιμότερους λάκκους καθώς και μία τάφρο (τη Γ1).

Η τάφρος γέμισε σταδιακά με υλικά διάβρωσης αλλά και με ανθρωπογενή επίχωση ποικίλου περιεχομένου. Άλλα τμήματά της δείχνουν να γέμισαν αμέσως με τη διάνοιξή τους, ενώ άλλα με πιο αργό ρυθμό. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, διαπιστώνονται 14 κατά μήκος στρωματογραφικές ενότητες, μήκους 2,50-10μ., κάποιες από τις οποίες είναι πιθανό να αντιστοιχούν σε κατασκευαστικά τμήματα, ενώ παρατηρείται μερική αντιστοιχία με τα τμήματα που προκύπτουν από το πλάτος του πυθμένα.

Δεδομένου του μεγάλου μήκους της αλλά και λόγω της διατάραξης κατά τη διάνοιξή της πολλών και με πολλά ευρήματα πρωιμότερων λάκκων (εικ. 3), μεγάλος είναι ο αριθμός των ευρημάτων και μικροευρημάτων που προέκυψαν από την περιοχή της τάφρου. Λίγα ωστόσο από αυτά φαίνεται να συνδέονται με βεβαιότητα με αυτήν, ανάμεσά τους και κάποια από τα λιγοστά ανθρώπινα οστά που βρέθηκαν.

Χρονολογικά, το νότιο τμήμα της τάφρου φαίνεται να ανήκει στο στρώμα Β, ενώ το υπόλοιπο φαίνεται να είναι πρωιμότερο, του στρώματος Γ.

Τάφροι Γ και Γ1

Δεν είναι σαφές εάν πρόκειται για τμήματα της ίδιας τάφρου ή για δύο διαφορετικές. Έχουν όμοια τομή, σε σχήμα U και είναι παράλληλες με την υστερότερη τάφρο Β, με  προσανατολισμό ανατολικά-δυτικά. Με βάση το βάθος εμφάνισης του αρχικού ορίου τους, το ανατολικό τμήμα θα μπορούσε να τοποθετηθεί στην αρχική ή την αμέσως επόμενη στρωματογραφική-χρονική  φάση χρήσης του χώρου (στρώμα Δ ή Γ), ενώ το δυτικό στην  αρχική (στρώμα  Δ).

Το πρωιμότερο τμήμα Γ1, είναι ευθύγραμμο και έχει μήκος 12,50μ. Το αρχικό πλάτος του κυμαίνεται από 0,80μ. στα άκρα, έως 1,50μ. στο κεντρικό τμήμα, ενώ ο πυθμένας έχει πλάτος 0,20μ. έως 0,40μ. αντίστοιχα. Το βάθος του είναι 0,40μ. στο ανατολικό άκρο και 1-1,30μ. στο δυτικό, εμφανίζοντας κλίση 0,70μ. περίπου, ανατολικά-δυτικά. Τα τοιχώματα είναι κάθετα και πηλώδη.

Η τάφρος Γ1 διακόπτει πρωιμότερους λάκκους, ενώ σε ένα τμήμα της επικαλύπτεται από τις επιχώσεις της τάφρου Β. Η επίχωση που συνδέεται με αυτήν εντοπίζεται κυρίως στον πυθμένα και αποτελείται από καστανόχρωμο χώμα. Τα ευρήματα είναι αρκετά (όστρακα, οστά ζώων, λίγα ανθρώπινα οστά και αρκετά μικροευρήματα), η προέλευσή τους όμως είναι αβέβαιη, λόγω της διαταραχής που υπάρχει.

Το τμήμα Γ είναι καμπύλο, με την κυρτή πλευρά του προς τα νότια. Έχει μήκος 19,50μ. Το αρχικό πλάτος του είναι 0,40-1μ. και το πλάτος του πυθμένα 0,20-0,50μ. Το βάθος είναι 0,60μ. στο δυτικό άκρο και 1,10μ. στο ανατολικό, χωρίς να εμφανίζει  κλίση προς κάποια κατεύθυνση. Ο πυθμένας της τάφρου είναι επίπεδος και πηλώδης στο δυτικό τμήμα, και με ανώμαλη επιφάνεια σκληρού πηλού στο ανατολικό. Τα τοιχώματα είναι κάθετα.

Η τάφρος Γ διακόπτει έναν πρωιμότερο λάκκο, ενώ σε μία τομή η στρωματογραφία της διαταράσσεται από την τάφρο Β. Περιέχει σχετικά ομοιόμορφη επίχωση σε όλο το μήκος της, με λίγα υλικά διάβρωσης στο βαθύτερο τμήμα, ενώ δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε σε όλο το ύψος της. Τα ευρήματα είναι αρκετά, ανάμεσά τους λίγα μικροευρήματα και ανθρώπινα οστά, ωστόσο αβέβαιης προέλευσης.

Τάφρος Δ

Είναι σχετικά ευθύγραμμη, με κατεύθυνση ανατολικά-δυτικά και αποτελεί την άμεση και προς τα δυτικά συνέχεια της τάφρου Γ1. Δεν είναι σαφές εάν αρχικά ήταν ενωμένες και διακόπηκαν από την τάφρο Β, ή εάν πρόκειται για δύο διαφορετικές τάφρους, όπως υποδηλώνεται από τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά τους.

Η τάφρος Δ ερευνήθηκε σε μήκος 28μ., ενώ συνεχίζεται εκτός του άξονα της Εγνατίας Οδού και του ανασκαφικού χώρου, προς τα δυτικά/βορειοδυτικά. Δεν είναι ομοιόμορφη σε όλο το μήκος της, αλλά εμφανίζει διαφορετικές τομές στα διάφορα σημεία, σε σχήμα U, V ή συνδυασμό τους. Σύμφωνα με το βάθος εμφάνισης του αρχικού ορίου, η τάφρος τοποθετείται στη δεύτερη στρωματογραφική-χρονική φάση χρήσης του χώρου, στο στρώμα Γ. Με βάση τον  σαφή  χρονολογικό συσχετισμό των τάφρων Γ1/Γ και Β, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τομή σε σχήμα U προηγείται της V, ενώ μεσολαβεί ένα μεταβατικό στάδιο, το οποίο στηρίζει την υπόθεση η τάφρος Δ να προηγείται χρονολογικά της σύγχρονής της τάφρου Β (ως προς το τμήμα της που πάει ανατολικά-δυτικά).

Το αρχικό πλάτος της τάφρου Δ είναι 0,80-2,20μ., με συνηθέστερο το 1,80μ., ενώ το πλάτος του πυθμένα κυμαίνεται από 0,30/0,60 μ. στο ανατολικό τμήμα έως 0,90/1 μ. στο δυτικό. Το βάθος της είναι 1,20-1,50 μ., με κλίση 0,70 μ. ανατολικά-δυτικά. Ο πυθμένας  είναι πηλώδης, στις περισσότερες τομές, ή με σκληρή ανώμαλη επιφάνεια, ενώ τα τοιχώματα είναι κάθετα ή λοξά, πηλώδη ή με ανώμαλη επιφάνεια στο μέσο περίπου του ύψους τους.

Η τάφρος γέμισε σε βάθος χρόνου, με υλικά διάβρωσης αλλά και ανθρωπογενή επίχωση. Προκύπτουν τρεις στρωματογραφικές κατά μήκος ενότητες, οι οποίες είναι πιθανό να αντιστοιχούν σε ισάριθμα κατασκευαστικά τμήματα, ή σε δύο, εάν λάβουμε υπόψη το πλάτος του πυθμένα της. Διακόπτει κι αυτή πρωιμότερους λάκκους, το περιεχόμενο των οποίων παραμένει στο εσωτερικό της. Μεγάλος, ως εκ τούτου, είναι ο αριθμός των ευρημάτων που προέκυψαν από την περιοχή της, με τα περισσότερα, συμπεριλαμβανομένου και του λιγοστού ανθρωπολογικού υλικού, να μην συνδέονται με βεβαιότητα με αυτήν.

Τάφρος Ε

Η τάφρος είναι σχεδόν παράλληλη με την τάφρο Δ. Είναι καμπυλόγραμμη, με την κυρτή πλευρά της προς τα βόρεια και έχει μήκος 12μ. περίπου. Η τομή της είναι σε σχήμα U, στοιχείο που υποδηλώνει πρώιμη χρονολόγηση (στο στρώμα Γ ίσως), με βάση όμως το γεγονός ότι δύο από τους τρεις λάκκους που διακόπτει εντάσσονται στο στρώμα Β, θα πρέπει να τοποθετηθεί χρονολογικά στο ίδιο στρώμα, στην τρίτη στρωματογραφική-χρονική φάση χρήσης του χώρου. Το αρχικό πλάτος της είναι 0,40μ., το πλάτος του πυθμένα 0,20μ. και το βάθος 0,50-0,80μ. Ο πυθμένας έχει επιφάνεια ανώμαλη, από σκληρό πηλό, ενώ τα τοιχώματα είναι πηλώδη στο ανώτερο τμήμα τους και από σκληρό πηλό προς τον πυθμένα. Περιέχει καστανόχρωμη επίχωση, με ελάχιστα ευρήματα.

Τάφρος Ζ

Πρόκειται για ένα επίμηκες πολύ ρηχό σκάμμα, που εντοπίζεται σε μία τομή λίγα μέτρα ανατολικά του νοτίου άκρου της τάφρου Β. Έχει κατεύθυνση ανατολικά-δυτικά και πιθανότατα αποτελεί τμήμα τάφρου. Η επίχωσή του είναι καστανόχρωμη, ενώ στο ανατολικό τμήμα περιέχει  λίγους άνθρακες. Θα μπορούσε να ενταχθεί στο στρώμα Β.

Σύνοψη των δεδομένων των τάφρων της Κρεμαστής

Η πρωιμότερη από τις τάφρους φαίνεται να είναι η  Γ1 (στρώμα Δ). Ακολουθεί η Γ (στρώμα Δ ή Γ) και στη συνέχεια η Δ (στρώμα Γ). Η τάφρος Β είναι νεότερη, διακόπτει και επικαλύπτει την τάφρο Γ1, και εντάσσεται στα στρώματα Γ και Β: Το τμήμα της με διεύθυνση ανατολικά-δυτικά φαίνεται να κατασκευάστηκε πρώτο, ενώ εκείνο με διεύθυνση βόρεια-νότια είναι νεότερο, με το νότιο άκρο του να εντάσσεται στο στρώμα Β. Στο ίδιο στρώμα ανήκει επίσης η τάφρος Α, πιθανόν η Ε (υστερότερη μάλλον της Δ) και η Ζ. Με βάση αυτή την ακολουθία, φαίνεται ότι σε γενικές γραμμές, οι τάφροι που εντοπίζονται στο βόρειο τμήμα του ανασκαμμένου χώρου, είναι πρωιμότερες από αυτές που εντοπίζονται στο νότιο.

Η χρονολογική ένταξή τους σε όλες σχεδόν τις στρωματογραφικές-χρονικές φάσεις χρήσης του χώρου, υποδηλώνει ότι στον οικισμό της Κρεμαστής, τάφροι και λάκκοι ανασκάπτονταν συγχρόνως, ενώ το γεγονός ότι η πρωιμότερη διακόπτει παλιότερους λάκκους, υποδηλώνει ότι δεν συνδέονται με την αρχική χρήση του συγκεκριμένου χώρου.

Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας δείχνουν σταδιακή διάνοιξη των τάφρων ή των τμημάτων τους καθώς και σταδιακό γέμισμα, με διαφορετικό περιεχόμενο.

Προσπάθειες συντήρησης (ξανασκαψίματα) για να διατηρηθούν ανοιχτές, δεν διαπιστώνονται σε κανένα σημείο.

Δεν περιβάλλουν τον οικισμό (ως ενιαία ή τμηματική κατασκευή) ούτε κάποια ομάδα κτισμάτων (σύμφωνα με τα διαθέσιμα ανασκαφικά δεδομένα), ανεξαρτήτως της χρήσης τους ή της χωροθέτησής τους εντός ή εκτός του κατοικημένου χώρου. Σε σχέση με το τμήμα του οικισμού που έχει μορφή χαμηλής τούμπας, και όπου εκτιμούμε ότι αναπτύσσονται τα οικήματα, εντοπίζονται στο όριό του και διατάσσονται κάθετα ή παράλληλα σε σχέση με αυτό, εμφανίζοντας εικόνα ορυγμάτων στο όριο ή εκτός του οικιστικού χώρου, χωρίς εμφανή λειτουργική σύνδεση με αυτόν.

Από την τάφρο Β, η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη και ολοκληρωτικά ανασκαμμένη τάφρο της Κρεμαστής, προκύπτουν επιπλέον τα παρακάτω στοιχεία:

Η τάφρος κατασκευάστηκε τμηματικά και σε βάθος χρόνου. Η σημερινή, τελική μορφή της προέκυψε σταδιακά.

Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις διαταράσσει πρωιμότερους λάκκους καθώς και μία τάφρο, το περιεχόμενο των οποίων φαίνεται πως εναποτίθεται κάπου εκεί κοντά και πάντα στο εσωτερικό της. Για το λόγο αυτό, οι μεγαλύτερες ποσότητες ευρημάτων εντοπίζονται στα τμήματα που βρίσκονται κοντά σε λάκκους. Τα ίδια ισχύουν και για την τάφρο Δ (εικ. 4-8).

Μεγάλα τμήματα της τάφρου γέμισαν με στρώματα διάβρωσης, χωρίς να χρησιμοποιηθούν ποτέ για κάποια συγκεκριμένη εναπόθεση, ενώ κάποια άλλα φαίνεται να μπαζώθηκαν σκόπιμα αμέσως μετά τη διάνοιξή τους. Η διάβρωση που παρατηρείται σε όλο το μήκος των τοιχωμάτων της, κυρίως στο τμήμα  που κατευθύνεται ανατολικά-δυτικά, βεβαιώνει ότι παρέμεινε κενή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Προς την κατεύθυνση αυτή βοηθούσε ίσως και η διατομή της σε σχήμα V.

Τα διαθέσιμα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόθεση των κατασκευαστών ήταν η κατασκευή ενός μικρού, επιμήκους σκάμματος (2,5-10μ. περίπου με βάση τη στρωματογραφία της τάφρου Β και 5-22μ. με βάση τον πυθμένα της, ενώ 12,5μ. διαπιστώνονται στρωματογραφικά στις τάφρους Γ1, Δ, Ε και 20 μ. στην τάφρο Γ, αλλά και 11 και 16μ., με βάση τον πυθμένα της Δ), που θα μπορούσε (ίσως) να διατηρηθεί ανοιχτό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν πλέον έπαυε, λόγω της διάβρωσης, να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο ανοίχτηκε (εάν υπήρχε κάποιος σκοπός), το εγκατέλειπαν ή το μπάζωναν (με ποικίλα απορρίμματα του οικισμού) και άνοιγαν άλλο στην άμεση συνέχειά του. Πιθανότερο ωστόσο φαίνεται τα εκάστοτε ανασκαμμένα τμήματα τάφρων να μην αποσκοπούσαν σε τίποτε άλλο, πέραν της απόληψης υλικού. Στη συνέχεια, το σκάμμα αφηνόταν στην τύχη του, μπαζωνόταν ή γέμιζε με υλικά διάβρωσης.

Σε καμία περίπτωση δεν επιβεβαιώνεται από τα στρωματογραφικά δεδομένα η ταφική χρήση της τάφρου Β (ούτε και των υπολοίπων), όσο αυτή ήταν ανοιχτή. Τα ταφικά ευρήματα (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) συνδέονται με τα ανώτερα τμήματα της επίχωσής της, όταν αυτή δεν λειτουργούσε πλέον, ως ανοιχτό τουλάχιστον σκάμμα και με περιοχές όπου διαταράσσονται πρωιμότεροι λάκκοι.

Σε σχέση με την ερμηνεία, η αρχική λειτουργία των τάφρων για εναπόθεση δεν στηρίζεται από τα ευρήματα. Σε λίγες περιπτώσεις διαπιστώνεται πάνω στον πυθμένα τους υλικό που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ανάλογα, η σχετική λειτουργία τους θα πρέπει να θεωρηθεί δευτερογενής και περιστασιακή. Σε καμία επίσης περίπτωση δεν διαπιστώθηκαν υπολείμματα τελετουργιών, με τα χαρακτηριστικά που διαπιστώνονται στους λάκκους.

Για μια σειρά λόγων, δεν θα μπορούσαν επίσης οι τάφροι της Κρεμαστής να συνδέονται με μεταφορά νερού ή άντληση από το υπέδαφος. Θα ήταν δυνατόν ωστόσο, τα κενά τμήματά τους να λειτουργούν ως συλλέκτες βρόχινου νερού, το οποίο όμως δύσκολα θα  αντλούσε κανείς λόγω του μεγάλου πλάτους τους, ενώ η πιθανή χρήση για πότισμα των ζώων δυσχεραίνεται και από το μεγάλο βάθος.

Κατά συνέπεια, η βασική αρχική χρήση που θα μπορούσαμε να υποθέσουμε είναι η απόληψη πηλού και γενικότερα υλικού για τις κατασκευές. Στην περίπτωση αυτή, το μήκος των διάφορων τμημάτων της τάφρου Β, όπως και των υπολοίπων (η μικρότερη μονάδα με βάση το πλάτος του πυθμένα της τάφρου Β είναι τα 5μ., ενώ τα υπόλοιπα τμήματά της εμφανίζονται 1-4 φορές πολλαπλάσιά του, μέχρι τα 22μ.) θα μπορούσε ίσως να αντανακλά και να προκαθορίζεται από το μέγεθος και τον αριθμό των κατασκευών για τις οποίες προοριζόταν το εξορυγμένο υλικό, δικαιολογώντας εν μέρει και την τμηματική και διαδοχική διάνοιξή τους. Παράλληλα, μια ανάλογη χρήση θα συνέδεε τις τάφρους με την ιδεολογία γύρω από το σπίτι. Η  λειτουργία τους άλλωστε στο ιδεολογικό πεδίο φαίνεται να στηρίζεται και από άλλα στοιχεία, όπως ο προσανατολισμός με βάση τα σημεία του ορίζοντα, η γραμμική μορφή τους (που όταν περιείχε νερό θύμιζε ίσως ρυάκια ή ποτάμια) και ο εντοπισμός τους σε χώρο με έντονη ταφική και τελετουργική δραστηριότητα.

Θεωρητική προσέγγιση – Συγκρίσεις – Ερμηνεία των τάφρων της Κρεμαστής

Το σκάψιμο τάφρων κατά τη Νεολιθική περίοδο αποτελεί μια πρακτική ιδιαίτερα διαδεδομένη σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο.

Στον ελλαδικό χώρο, τα μέχρι πρόσφατα γνωστά παραδείγματα ήταν λιγοστά και εντοπίζονταν σχεδόν αποκλειστικά, με εξαίρεση τον οικισμό των Σερβίων (τάφροι μέσης νεολιθικής και πρώιμης εποχής χαλκού, σημ. 2), στην περιοχή της Θεσσαλίας, σε οικισμούς της Νεολιθικής ή της Εποχής του Χαλκού, όπως το Αχίλλειο (Μέσης Νεολιθικής), η Σουφλί Μαγούλα (Αρχαιότερης και Μέσης Νεολιθικής), η Αγία Σοφία (Νεότερης/Τελικής Νεολιθικής), η Οτζάκι Μαγούλα (Τελικής Νεολιθικής), η Άργισσα Μαγούλα (Νεότερης Νεολιθικής, Πρώιμης Εποχής του Χαλκού), η Αράπη Μαγούλα (Νεότερης Νεολιθικής), και το Διμήνι (Τελικής Νεολιθικής, Εποχής του Χαλκού) (σημ. 3).

Η έντονη όμως ανασκαφική δραστηριότητα των τελευταίων ετών στον βορειοελλαδικό  χώρο έφερε στο φως μια μεγάλη σειρά τάφρων, που χρονολογούνται από την Αρχαιότερη Νεολιθική μέχρι και την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού.

Στη Δυτική Μακεδονία, και συγκεκριμένα στην περιοχή της Κοζάνης, μία ακόμη τάφρος (Αρχαιότερης ή Μέσης Νεολιθικής) μας είναι γνωστή από τον οικισμό της Κρυόβρυσης Κρανιδίων (σημ. 4), κοντά στα Σέρβια, ενώ ένα σημαντικό σύστημα τάφρων έφερε στο φως η εκτεταμένη ανασκαφή στον όμορο με την Κρεμαστή οικισμό του Κλείτου (σημ. 5) (Νεότερης/Τελικής Νεολιθικής και Μέσης Εποχής του Χαλκού). Σε όλες τις περιπτώσεις εντοπίζονται στα όρια των οικισμών, ενώ στον Κλείτο είναι σαφές ότι οριοθετούν τον πρώιμο οικισμό. Παρόμοια είναι και η χωροθέτηση και λειτουργία των τάφρων της Αυγής Καστοριάς (σημ. 6) (Νεότερης/Τελικής Νεολιθικής), ενώ ανάλογα ευρήματα ήρθαν στο φως και σε οικισμό της περιοχής των τεσσάρων λιμνών Φλώρινας (σημ. 7).

Στην Κεντρική Μακεδονία, σημαντικά συστήματα νεολιθικών τάφρων, αναγόμενα στην Αρχαιότερη Νεολιθική, έχουν ανασκαφεί σε οικισμούς της Νεολιθικής και Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Εντοπίζονται στους οικισμούς Γιαννιτσά Β, Άψαλος, Νέα Νικομήδεια και Τρίλοφος Ημαθίας (σημ. 8), και Παλιά Χοάνη, Άγιος Νικόλαος Ρητίνης και Παλιάμπελα Πιερίας (σημ. 9). Σημαντική θέση ανάμεσά τους κατέχουν οι τάφροι της Νεότερης και Τελικής Νεολιθικής του Μακρύγιαλου (σημ. 10), οι οποίες περιέβαλλαν τον πρώιμο οικισμό, ενώ στον νεότερο βρίσκονται στο εσωτερικό του. Αξιοσημείωτες και οι τάφροι του σύγχρονου οικισμού της Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης (σημ. 11), οι οποίες περιέβαλλαν τον οικισμό και στις δύο φάσεις του.

Στην Aνατολική Μακεδονία, η  μοναδική εντοπισμένη  τάφρος βρίσκεται στον Άγιο Νικόλαο Θάσου (σημ. 12) (Τελικής Νεολιθικής ή Πρώιμης Εποχής του Χαλκού).

Χαρακτηριστικά των τάφρων του ελλαδικού χώρου και ένταξή τους στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο

Χρονολόγηση

Στον ελλαδικό χώρο, τάφροι ανασκάπτονται σε όλη τη Νεολιθική και Τελική Νεολιθική περίοδο καθώς και κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Οι τάφροι της Αρχαιότερης Νεολιθικής αποτελούν τις πρωιμότερες του ευρωπαϊκού χώρου, ενώ σύγχρονες με αυτές της μέσης είναι οι τάφροι της Ιταλίας (σημ. 13). Αμέσως βόρεια του ελλαδικού χώρου, οι πρωιμότερες ανάγονται στο β΄ μισό της 6ης χιλιετίας π.Χ. (Νεότερη Νεολιθική) και εντοπίζονται στον οικισμό Vinca (σημ. 14) καθώς και σε οικισμούς του πολιτισμού Pre-Cucuteni (σημ. 15). Τα υπόλοιπα μνημεία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ανάγονται στην 5η χιλιετία π.Χ., στην Τελική Νεολιθική Περίοδο και εντοπίζονται στο βορειοδυτικό άκρο του πολιτισμού Vinca, στην Ουγγαρία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία (σημ. 16), καθώς και στον πολιτισμό L.B.K., του πρώτου νεολιθικού πολιτισμού της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης (σημ. 17). Οι τάφροι της βορειοδυτικής/δυτικής Ευρώπης (Δανία, Αγγλία, Γαλλία) των οποίων ο αριθμός είναι ιδιαίτερα αυξημένος, ιδιαίτερα κατά την Αρχαιότερη και Μέση Νεολιθική, είναι κατά  πολύ υστερότερες, καθώς η Νεολιθική εποχή στις περιοχές αυτές τοποθετείται στην 4η χιλιετία π.Χ. (σημ. 18).

Σύνδεση με οικιστικούς τύπους και χωροθέτηση

Τάφροι εντοπίζονται σε τούμπες αλλά και σε επίπεδους εκτεταμένους οικισμούς,  υποδηλώνοντας ύπαρξη και προσπάθεια κάλυψης με ίδιο τρόπο, παρόμοιων ή διαφορετικών πρακτικών ή/και συμβολικών αναγκών. Χωροθετούνται στα όρια ή εντός των οικισμών.

Κατά τη Νεότερη Νεολιθική εντοπίζονται στα όρια των οικισμών, τους οποίους συχνά περιβάλλουν ολόκληρους ή σε ένα μεγάλο τμήμα τους (Κλείτος, Αυγή, Μακρύγιαλος, Σταυρούπολη). Πρόκειται για μια περίοδο που ολόκληρη η Νοτιοανατολική Ευρώπη  χαρακτηρίζεται από μια τάση οριοθέτησης των οικισμών. Στις περισσότερες  περιπτώσεις, οι τάφροι συνδέονται με θέσεις κατοίκησης, είτε περιβάλλοντας μικρούς ή μεγαλύτερους σε έκταση οικισμούς και ομάδες κατοικιών, είτε ορίζοντας περιοχές στο εσωτερικό τους. Παράλληλα, δεν λείπουν και  περιπτώσεις που θα μπορούσαν να συνδεθούν με πιο ειδική χρήση του περικλειόμενου χώρου (σημ. 19).

Τρόπος κατασκευής

Κατασκευαστικά, διακρίνονται σε τάφρους με μορφή ενιαίου επιμήκους ορύγματος, που στις μεγαλύτερες έχει κατασκευαστεί τμηματικά και τάφρους που προέκυψαν από χωριστούς λάκκους ενωμένους, σε αλυσιδωτή διάταξη, που αντανακλούν και πάλι μια μεγάλη σειρά επεισοδίων εργασίας.

Με τον ίδιο τρόπο διαπιστώνεται ότι είναι κατασκευασμένες οι περισσότερες τάφροι του ευρωπαϊκού χώρου. Ο τμηματικός αυτός τρόπος κατασκευής θεωρείται από τη νεότερη έρευνα καθοριστικός για την ερμηνευτική τους προσέγγιση, δεδομένου ότι όχι μόνο δεν στηρίζει την εικόνα μεγάλων έργων με προκαθορισμένο σχέδιο και λειτουργία, αλλά θα μπορούσε να έχει και κοινωνικές προεκτάσεις (σημ. 20). Γενικά, οι τάφροι του ευρωπαϊκού χώρου είναι κατασκευασμένες τμηματικά, χωρίς να επιβεβαιώνεται σε όλες τις περιπτώσεις η σύγχρονη χρήση των τμημάτων τους, ενώ σχηματίζουν ένα ή περισσότερα ανοίγματα, τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις σύνθετων κατασκευών είναι συμμετρικά τοποθετημένα, με σαφή αναφορά στα σημεία του ορίζοντα (σημ. 21).

Το υλικό που αφαιρέθηκε από τις τάφρους, στις περισσότερες περιπτώσεις, φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από αυτές, υποδηλώνοντας χρησιμοποίησή του (ιδιαίτερα του πηλού) για την οικοδομική δραστηριότητα των κατοίκων. Σε ορισμένους ωστόσο οικισμούς, εκτός του ελλαδικού χώρου, έχουν εντοπιστεί χωμάτινα αναχώματα κατά μήκος των τάφρων (σημ. 22).

Τύπος τοιχωμάτων

Τα τοιχώματα των τάφρων είναι κάθετα, με διατομή U, ή λοξά, με διατομή V, ενώ παρατηρείται και συνδυασμός τους. Οι δύο τύποι συνυπάρχουν στους οικισμούς και στις  διάφορες χρονικές περιόδους, χωρίς να διαφαίνεται κάποια  χρονολογική εξέλιξη,  ούτε  και σύνδεση με τις διαστάσεις των τάφρων. Η διατομή σε σχήμα V διαπιστώνεται στις περισσότερες τάφρους του ευρωπαϊκού χώρου.

Ξανασκαψίματα που υποδηλώνουν προσπάθειες συντήρησης των τάφρων, διαπιστώνονται μόνο στον Μακρύγιαλο. Εκτός του ελλαδικού χώρου, παρατηρούνται κυρίως στις τάφρους του πολιτισμού L.B.K. (σημ. 23).

Διαστάσεις

Οι διαστάσεις των τάφρων ποικίλλουν. Με βάση το πλάτος τους, θα μπορούσε να διακρίνει κανείς σε  γενικές γραμμές τρεις κατηγορίες, με πιθανή διαφορετική λειτουργία: α) στενές τάφρους 0,30-1,50μ., β) πλατιές 2-4,5μ. και γ) πολύ πλατιές 8-14μ. Σημαντική ποικιλία εμφανίζουν και τα βάθη, τα οποία είναι 1-5,50μ., με συνηθέστερα τα 2-3,5μ.

Εκτός του ελλαδικού χώρου, το πλάτος των τάφρων της Νοτιοανατολικής Ευρώπης κυμαίνεται μεταξύ 1-8μ., ενώ το βάθος τους στο 0,70-4μ. Ανάλογες είναι και οι διαστάσεις των μνημείων της υπόλοιπης Ευρώπης.

Με βάση τα παραπάνω (σημ. 24), οι πλατύτερες και βαθύτερες τάφροι φαίνεται να εντοπίζονται στον ελλαδικό χώρο, σε οικισμούς της Νεότερης και Μέσης Νεολιθικής, αντίστοιχα.

Στρωματογραφία

Σε όλες τις τάφρους διαπιστώνεται σταδιακό γέμισμα, με το βαθύτερο τμήμα τους να καλύπτεται συνήθως από υλικά διάβρωσης. Σε πολλές από αυτές υπάρχουν ενδείξεις διάβρωσης και συγκράτησης νερού στο εσωτερικό τους, στοιχείο που οδηγεί πολλούς ανασκαφείς στη σύνδεση της ερμηνείας τους με το νερό. Η μεγαλύτερη ποσότητα αρχαιολογικού υλικού συγκεντρώνεται συνήθως στα ανώτερα στρώματα των τάφρων, όπου εμφανίζονται και συγκεντρώσεις αντικειμένων κατά τόπους ή αποθέσεις που παραπέμπουν σε δευτερογενείς χρήσεις, που αποσκοπούσαν ή οδηγούσαν στο γέμισμα  του ορύγματος.

Ανάλογη είναι η κατάσταση και για τις τάφρους εκτός του ελλαδικού χώρου. Παρατηρείται διαφοροποίηση όχι μόνο μεταξύ θέσεων αλλά και τμημάτων της ίδιας τάφρου. Σε κάποιες περιπτώσεις υποδηλώνεται γρήγορο γέμισμα με υλικά διάβρωσης, ενώ σε άλλες σκόπιμο μπάζωμα ή/και εναποθέσεις ειδικού χαρακτήρα.

Περιεχόμενο

Το περιεχόμενο των τάφρων του ελλαδικού χώρου είναι ποικίλο: Κατάλοιπα κατεστραμμένων κτισμάτων, λιθοσωροί, όστρακα, οστά ζώων και διάφορα άλλα μικροευρήματα αλλά και  καμένοι σπόροι, διαλυμένα οργανικά υλικά και ποικίλης μορφής ανθρωπολογικό υλικό. Τα ευρήματα εμφανίζονται διάσπαρτα στα διάφορα στρώματα των τάφρων, σε διαφορετικές ποσότητες και συνδυασμούς ή σχηματίζουν συγκεντρώσεις, αντιστοιχώντας σε μεμονωμένα επεισόδια χρήσης.

Οι πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο των λάκκων της Νοτιοανατολικής Ευρώπης δεν είναι πάντα ιδιαίτερα διαφωτιστικές. Το περιεχόμενο ερμηνεύεται συνήθως ως μπάζωμα και οικιστικά απορρίμματα, υλικά διάβρωσης και σε λίγες περιπτώσεις ως σκόπιμες εναποθέσεις. Σημαντική διαφοροποίηση εμφανίζουν οι τάφροι της 4ης χιλιετίας π.Χ. στη Δυτική Ευρώπη, όπου πολλά από τα ευρήματα ερμηνεύονται ως ειδικές εναποθέσεις με σημαντική παρουσία των ανθρώπινων οστών (σημ. 25).

Ερμηνευτικές προσεγγίσεις των τάφρων του ελλαδικού χώρου

Οι ερμηνευτικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί μέχρι τώρα συνδέουν τις τάφρους με μια ποικιλία  λειτουργιών. Η παλιότερη έρευνα (σημ. 26) τις αντιμετώπισε ως οχυρωματικά έργα, για την άμυνα εναντίον πιθανών εισβολέων (ερμηνεία που τείνει να επανέλθει για κάποιες περιπτώσεις), ενώ η νεότερη στηρίζει την πολλαπλή και πιθανόν διαφοροποιημένη κατά οικισμό λειτουργία τους (σημ. 27).

Χρήσεις όπως η απόληψη πηλού, απόρριψη απορριμμάτων, συγκέντρωση νερού και εναπόθεση των νεκρών έχουν προταθεί τα τελευταία χρόνια, στηριζόμενες από τα ευρήματα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ιδεολογική διάσταση των έργων αυτών, δεδομένης της δυνατότητάς τους να λειτουργούν ως όρια χώρου, ορίζοντας ή διαιρώντας την οικιστική περιοχή  με κριτήρια χωροταξικά, κοινωνικά ή συμβολικά (σημ. 28).

Χωροταξικά, σε κάποιες περιπτώσεις επίπεδων οικισμών ή με μορφή χαμηλής τούμπας, διαπιστώνεται ότι βρίσκονται στα όρια του χώρου κατοίκησης, τον οποίο και περιβάλλουν. Δηλώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο το εξωτερικό όριο οικισμών αυτού του τύπου, ανάγκη που δεν φαίνεται να υπάρχει σε οικισμούς με μορφή τούμπας και εμφανή εξωτερικά όρια (σημ. 29). Σε κάθε περίπτωση, διαφαίνεται μακρόχρονη παρουσία τους στο τοπίο, στοιχείο που τις καθιστούσε σταθερά σημάδια χώρου, με αναφορές στην προσωπική και συλλογική μνήμη των κατοίκων της κοινότητας. Ακόμα κι αν ο αρχικός στόχος δεν ήταν η οριοθέτηση του οικισμού, κάποιες κατέληγαν να περιβάλλουν τελικά τον οικιστικό χώρο σε κάποια φάση της ζωής του και να παραμένουν ορατές για μακρό χρονικό διάστημα, αποκτώντας συμβολικές διαστάσεις για τους κατοίκους της κοινότητας, ίσως και της ευρύτερης περιοχής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την οπτικοποίηση όχι μόνο των ορίων τους αλλά, ίσως, και της μακροβιότητάς τους.

Ερμηνευτικές προσεγγίσεις των τάφρων του ευρωπαϊκού χώρου

Η ερμηνεία των τάφρων του ευρωπαϊκού χώρου συνδέεται με τη μορφή τους (ως τελειωμένα έργα, προσχεδιασμένης και συχνά τυποποιημένης μορφής και λειτουργίας ή ως τμηματικά κατασκευασμένα, με μη σύγχρονη και διαφορετική χρήση των τμημάτων τους), τη χωροθέτησή τους σε σχέση με τους σύγχρονους οικισμούς και τη σύνδεσή τους ή όχι με λείψανα κατοίκησης, καθώς και με το περιεχόμενό τους (είδος επίχωσης και κινητά ευρήματα – οι κατασκευές εντός των τάφρων είναι σπάνιες).

Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, οι ερμηνείες κινούνται ανάμεσα στην οχύρωση, την οικονομική τους σημασία και την πιο συμβολική λειτουργία (σημ. 30). Στις θέσεις της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, συνδέονται με την άμυνα, την κοινωνική οργάνωση, την οικονομία και τη συμβολική λειτουργία (σημ. 31), ενώ για τα μνημεία της 4ης χιλιετίας π.Χ. στη Δυτική/Βορειοδυτική Ευρώπη έχει διατυπωθεί μια σειρά ερμηνευτικών προσεγγίσεων, οι οποίες κινούνται πάνω σε δύο βασικούς άξονες: Στην παραδοσιακή αντίληψη που αντιμετωπίζει τις τάφρους ως τελειωμένα έργα, με προκαθορισμένη μορφή και λειτουργία, και στη νεότερη άποψη, η οποία βασιζόμενη στον τμηματικό τρόπο κατασκευής τους και στις ποικίλες διαφοροποιήσεις των τμημάτων τους, υποστηρίζει την έλλειψη προκαθορισμένου σχεδίου και την ενεργό λειτουργία των τάφρων στην κοινωνική δομή. Προτείνεται η αντιμετώπιση των κατασκευών αυτών όχι ως τελειωμένα μνημεία, ως ένα «αντικείμενο» δηλαδή, αλλά ως μια «διαδικασία» (σημ. 32), οπτική που φαίνεται να ανοίγει νέους δρόμους στην ερμηνευτική προσέγγιση των τάφρων. Στη Δανία, οι νεότερες μελέτες βλέπουν στα μνημεία αυτά την αντανάκλαση του οικιστικού τύπου της γύρω περιοχής, συνδέοντας (πραγματικά ή συμβολικά) τα τμήματα των τάφρων με οικογένειες, οικισμούς, ομάδες ή μονάδες γης, ενώ θεωρείται πιθανό ότι τα μεγαλύτερα αποτελούσαν το σύμβολο της ενότητας και της κοινωνικής σταθερότητας των οικισμών της περιοχής, με περιστασιακή χρησιμοποίησή τους για  ταφή των νεκρών,  τελετουργίες και συναθροίσεις (σημ. 33). Στην Αγγλία, οι τάφροι θεωρούνται περιφραγμένοι οικισμοί, μαντριά βοοειδών, χώροι τοπικών πανηγυριών, κέντρα ανταλλαγών, νεκροπόλεις και λατρευτικά κέντρα, αλλά και ως μνημεία που αντανακλούν μια αποτυπώνουν την κοινωνική δομή (σημ. 34).

Συμπερασματικά, το σκάψιμο τάφρων κατά τη Νεολιθική περίοδο αποτελεί μια πρακτική ιδιαίτερα διαδεδομένη σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο. Η ευρεία εξάπλωσή τους αλλά και η αναβίωσή τους σε άλλες περιοχές είναι δύσκολο να ερμηνευτεί. Ίσως κάποια συμβολική σημασία να προσάπτονταν στην οριοθέτηση χώρων με τάφρους, ίσως όμως οι τάφροι να σήμαιναν διαφορετικά πράγματα σε κάθε τοπικό ή πολιτισμικό σύνολο.

Σύγκριση των δεδομένων των τάφρων της Κρεμαστής με τα δεδομένα του ελλαδικού και ευρύτερου χώρου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης

Σύγχρονα, συγκρίσιμα παράλληλα των τάφρων της Κρεμαστής εντοπίζονται μόνο στον βορειοελλαδικό χώρο (συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλίας). Τα αντίστοιχα μνημεία των εκτός του ελλαδικού χώρου πολιτισμών εντοπίζονται πολύ βορειότερα και πολλά από αυτά φαίνεται να διέπονται από διαφορετική λογική.

Οι τάφροι της Κρεμαστής είναι σύγχρονοι με αυτές των οικισμών Σταυρούπολης I-II, Μακρύγιαλου I, Αγ. Νικολάου Ρητίνης Πιερίας, Νέας Νικομήδειας, Αυγής, Αράπη, Άργισσας και Κλείτου.

Η σύγκριση των δεδομένων αποκαλύπτει ομοιότητες ως προς τη χωροθέτηση στα όρια του οικισμού, τον οποίο ωστόσο στην Κρεμαστή δεν οριοθετούν, τον τμηματικό τρόπο κατασκευής, τη στρωματογραφία, και εν μέρει το περιεχόμενο. Η σημαντικότερη διαφοροποίηση παρατηρείται με τις τάφρους του Μακρύγιαλου και αφορά στο περιεχόμενο, καθώς από την Κρεμαστή λείπει σχεδόν το ανθρωπολογικό υλικό, και έτσι δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για έναν ανάλογο ταφικό χώρο. Η σχέση ωστόσο λάκκων και τάφρων στην Κρεμαστή ίσως δεν βρίσκεται πολύ μακριά από τη λογική που διέπει τις τάφρους Α και Β του  πρώιμου οικισμού του Μακρύγιαλου, παρά τις σαφείς μορφολογικές διαφορές που εμφανίζουν: Στον Μακρύγιαλο, η τάφρος Α είναι κατασκευασμένη από σειρά λάκκων, οι οποίοι ξανασκάφτηκαν με μορφή ενιαίου αυλακιού (τάφρος Β). Στην Κρεμαστή εμφανίζονται πρωιμότεροι λάκκοι, διάσπαρτοι, οι οποίοι διακόπτονται από τις  υστερότερες τάφρους. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι όμοια μορφολογικά στοιχεία, που υπαγορεύονται από όμοιες ή διαφορετικές ανάγκες, μπορούν να χρησιμοποιούνται από τις νεολιθικές κοινωνίες σε διαφορετικούς συνδυασμούς και σχέσεις με τον οικιστικό χώρο.

Ερμηνεία των τάφρων της Κρεμαστής

Η ερμηνεία των τάφρων της Κρεμαστής δεν θα πρέπει να εστιαστεί στην μορφή που εμφανίζουν σήμερα και ούτε πρέπει αυτές να αντιμετωπιστούν ως ένα μεγάλο κοινοτικό έργο, που κατασκευάστηκε σε δεδομένη χρονική στιγμή, για την κάλυψη συγκεκριμένης ανάγκης. Δεν αποτελούν δηλαδή προϊόν ενιαίας «σχεδιαστικής» σύλληψης, αλλά προέκυψαν σε βάθος χρόνου. Αυτό που θεωρούμε ότι έχει περισσότερη σημασία είναι το ανοιχτό, γραμμικό τους σχήμα, που δίνει τη δυνατότητα επέκτασής τους, ο προσανατολισμός τους σύμφωνα με τα σημεία του ορίζοντα, που ίσως αποτελεί την ιδεολογική βάση στον τρόπο που αναπτύσσονται στο χώρο και η αντίθεση που εμφανίζουν με  το κυκλικό και κλειστό σχήμα των λάκκων.

Οι λόγοι της υιοθέτησης του ενός ή του άλλου σχήματος ή τύπου κατασκευής, εκτιμούμε  ότι θα πρέπει να συνδεθούν με το είδος των πρακτικών αναγκών που θα έπρεπε να  εξυπηρετούν (και οι οποίες φαίνεται πως ήταν διαφορετικές) αλλά και με την ιδεολογική σημασία και προσέγγιση της καθεμιάς από αυτές. Οι δύο τύποι εμφανίζουν διαφορετικά κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Δεν αποκλείεται οι τάφροι να αποτελούσαν κοινόχρηστα έργα, μικρής έκτασης, που εξυπηρετούσαν παράλληλες, διαφορετικές  από τους λάκκους λειτουργίες, πρακτικής ή/και ιδεολογικής φύσεως.

Έτσι, σύμφωνα και με το σύνολο των δεδομένων, θεωρούμε ότι η απόληψη υλικού για την οικοδομική δραστηριότητα των κατοίκων του οικισμού, θα μπορούσε να αποτελεί και τον αρχικό λόγο της διάνοιξης των τάφρων της Κρεμαστής, χρήση που θα τις συνέδεε με την ιδεολογία γύρω από το σπίτι. Δευτερογενείς περιστασιακές χρήσεις, ως συλλεκτών βρόχινου νερού, ως χώρων απόρριψης οικιστικών απορριμμάτων και ως πιθανών ταφικών χώρων, είναι επίσης πιθανές.

 

Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη

Δρ Αρχαιολόγος

Προϊσταμένη Εφορείας Αρχαιοτήτων Κοζάνης

Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πιο αναλυτικά για τις τάφρους και για αναλυτική βιβλιογραφία όλων των επιμέρους θεμάτων που αναπτύσσονται στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, βλ. Χονδρογιάννη-Μετόκη 2009, σ. 277-305, 511-537, 624-627.
2. Mould και Warlde 2000, σ. 97, 104-105.
3. Andreou κ.ά. 1996, σ. 543 (σημ. 36), 545, 551-553, 555, σημ. 120, όπου και η προηγούμενη σχετική βιβλιογραφία, Kotsakis 1999, σ. 72.
4. Χονδρογιάννη-Μετόκη 1995, σ. 37.
5. Ζιώτα κ.ά. 2013, σ. 45, 49-51, Χονδρογιάννη-Μετόκη 2011, σ. 235-238, 243.
6. Στρατούλη 2007, σ. 596-598.
7. Χρυσοστόμου 2006.
8. Γραικός 2008, σ. 800, Χρυσοστόμου 2003, σ. 492, Χρυσοστόμου κ.ά. 2003, σ. 513-515, Warlde κ.ά. 1996, σ. 34, 52, 198.
9. Κωτσάκης και Halstead 2004, σ. 410, Μπέσιος κ.ά. 2005, σ. 452-454.
10. Μπέσιος και Παππά 1998, σ. 17-21.
11. Γραμμένος και Κώτσος 2002, σ. 239, 241, 319, των ίδιων 2004, σ. 16-17, 20-21, 145-146.
12. Παπαδόπουλος και Μπεχτσή 2005, σ. 63.
13. Skeates 2000, σ. 157 κ.ε., Whittle 1996, σ. 290-291, 295-296.
14. Milojcic 1949, σ. 267, 273.
15. Ellis 1984, σ. 20, 49, Whittle 1996, σ. 85.
16. Bailey 2000, σ. 160-161, 168, Bailey κ.ά. 1998, σ. 373-376, Chapman 1981, σ. 45, 101, Ellis 1984, σ. 20, Horvath 1987, σ. 35-37, Kalicz και Raczky 1987β, σ. 106-108, Marcovic και Minichreiter 2003, σ. 153-155, Raczky 2000, σ. 405, Skakun 1996, σ. 147, Todorova 1978, σ. 48-50, 56, Whittle 1996, σ. 77, 83, 85, 90-96, 107-109.
17. Whittle 1996, σ. 146, 174-176.
18. Whittle 1996, σ. 230, 269, Burnez και Louboutin 2002, σ. 11, 21, Andersen 2002, σ. 1.
19. Bailey 2000, σ. 153-160, 168, Markovic και Minichreiter 2003, σ. 153-155, Meyer 2002, σ. 59 κ.ε., Raczky 2000, σ. 405-407, Todorova 1978, σ. 48-50, Whittle 1996, σ. 77, 83, 90-96, 107-109, 174, 178, 185, 188-190, 290-291, 295-298, 312.
20. Andreou κ.ά. 1996, σ. 573, Hodder 1992, σ. 232.
21. Barfield 2002, Bournez και Louboutin 2002, σ. 15-19, Raczky 2000, σ. 405, Whittle 1996, σ. 174, 188, 290-291.
22. Bailey 2000, 160, Bailey κ.ά. 1998, σ. 387, Chapman 1981, σ. 45, Ellis 1984, σ. 49, Todorova 1978, σ. 49, Whittle 1996, σ. 90.
23. Andersen 2002, σ. 2-6, Bournez και Louboutin 2002, σ. 15-19, Pavuk 1991, Thomas 1991, σ. 65-66, Whittle 1996, σ. 188-190.
24. Βλ. αναλυτικά, Χονδρογιάννη-Μετόκη 2009, σ. 523-524.
25. Andersen 2002, σ. 206, Ellis 1984, σ. 49, Jones 1987, σ. 118, 121, 124-125, Markovic και Minichreiter 2003, σ. 153-155, Meyer 2002, σ. 59 κ.ε., Midgley κ.ά. 1993, 92, Raczky 2000, σ. 405, Thomas 1991, σ. 65-66, Whittle 1996, σ. 174, 269-270.
26. Θεοχάρης 1973, σ. 66, 321, σημ. 69.
27. Μπέσιος και Παππά 1998, σ. 20, Andreou κ.ά. 1996, σ. 573, Kotsakis 1999, σ. 72.
28. Kotsakis 1999, σ. 71-72.
29. Kotsakis 1999, σ. 72.
30. Bailey κ.ά. 1998, 387-388, Chapman 1981, σ. 45, 101, Ellis 1984, σ. 49, Kalicz και Raczky 1987α, σ. 17, Markovic και Minichreiter 2003, σ. 154, Raczky 2000, σ. 405-407, Todorova 1978, σ. 48-49, Tringham 1972, σ. 466, Whittle 1996, σ. 93.
31. Bradley 1998, σ. 48-49, 68, 74, 79-80, Midgley κ.ά. 1993, σ. 95, Pavuk 1991, σ. 353, 356, Starling 1985, σ. 53, Whittle 1996, σ. 175-176, 190, 212.
32. Hodder 1992, σ. 232.
33. Andersen 2002, σ. 8-9.
34. Για σχετική αναλυτική βιβλιογραφία βλ. Χονδρογιάννη-Μετόκη 2009, σ. 528-537.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Andersen H.N. (2002), «Neolithic Enclosures of Scandinavia», στο G. Varndell και P. Topping (επιμ.), Enclosures in Neolithic Europe, Oxbow Books, Great Britain, σ. 1-10.
  • Andreou S., Fotiadis M. και Kotsakis K. (1996), «Review of Aegean Prehistory V: The Neolithic and Bronze Age of Northern Greece», AJA 100, σ. 537-597.
  • Bailey D.W. (2000), Balkan Prehistory. Exclusion, incorporation and identity, Λονδίνο και Νέα Υόρκη.
  • Bailey D.W., Tringham R., Bass J., Stevanovic M., Hamilton M., Neumann H., Angelova I. και Raduncheva A. (1998), «Expanding the dimensions of early agricultural tells: The Podgoritsa archaeological project, Bulgaria», Journal of Field Archaeology 25 (4), σ. 373-396.
  • Barfield L. (2002), «An interrupted ditch alignment at Rivoli, Italy, in the context of Neolithic interrupted ditch/pit systems», στο G. Varndell και P. Topping (επιμ.), Enclosures in Neolithic Europe, Oxbow Books, Great Britain, σ. 59-62.
  • Bradley R. (1998), The Significance of Monuments. On the shaping of human experience in Neolithic and Bronge Age Europe, Λονδίνο και Νέα Υόρκη.
  • Burnez C. και Louboutin C. (2002), «The Causewayed Enclosures of Western- Central France from the beginning of the fourth to the end of the third millennium», στο G. Varndell και P. Topping, Enclosures in Neolithic Europe, Oxbow Books, Great Britain, σ. 11-27.
  • Γραικός Ι. (2008), «Μια νέα θέση της νεότερης νεολιθικής στον Τρίλοφο Ημαθίας», ΑΕΜΘ 20 (2006), σ. 795-804.
  • Γραμμένος Δ. και Κώτσος Σ. (2002), Σωστικές ανασκαφές στο νεολιθικό οικισμό Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης, Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Βόρειας Ελλάδας αρ. 2, Θεσσαλονίκη.
  • Γραμμένος Δ. και Κώτσος Σ. (2004), Σωστικές ανασκαφές στο Νεολιθικό οικισμό Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης, Μέρος ΙΙ (1998-2003), Δημοσιεύματα Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Βόρειας Ελλάδας, αρ. 6, Θεσσαλονίκη.
  • Chapman J. (1981), The Vinca culture of South-East Europe. Studies in chronology, economy and society, Great Britain, BAR International Series 117/1.
  • Ellis L. (1984), The Cucuteni - Tripolye Culture, A study in technology and the origins of Complex Society, BAR International Series 217, Great Britain.
  • Ζιώτα Χ., Χονδρογιάννη-Μετόκη Α. και Μαγγουρέτσιου Ε. (2013), «Η Αρχαιολογική έρευνα στον Κλείτο Κοζάνης το 2009», ΑΕΜΘ 23 (2009), σ. 37-52.
  • Jones G.D.B. (1987), Apulia. Volume I: Neolithic settlement in the Tavoliere, Society of Antiquaries, Λονδίνο.
  • Hodder I. (1992), «The Haddenham Causewayed enclosure - A Hermeneutic circle», στο I. Hodder, Theory and Practice in Archaeology, Λονδίνο, σ. 213-240.
  • Horvath F. (1987), «Hodmezovasarhely - Gorzsa. A settlement of the Tisza culture», στο L. Talas (επιμ.), The Late Neolithic of the Tisza region, Budapest - Szolnok, σ. 31-46.
  • Κωτσάκης Κ. και Halstead P. (2004), «Ανασκαφή στα Νεολιθικά Παλιάμπελα Κολινδρού», ΑΕΜΘ 16 (2002), σ. 407-415.
  • Kalicz N. και Raczky P. (1987α), «The Late Neolithic of the Tisza region», στο P. Raczky και L. Talas (επιμ.), The Late Neolithic of the Tisza region, Budapest - Szolnok, σ. 11-30.
  • Kalicz N. και Raczky P. (1987β), «Berettyoujfalu - Herpaly. A settlement of the Herpaly culture», στο P. Raczky και L. Talas (επιμ.), The Late Neolithic of the Tisza region, Budapest - Szolnok, σ. 105-125.
  • Kotsakis K. (1999), «What Tells Can Tell: Social Space and Settlement in the Greek Neolithic», στο P. Halstead (επιμ.), Neolithic Society in Greece, Sheffield Studies in Aegean Archaeology 2, σ. 66-76.
  • Μπέσιος Μ. και Παππά Μ. (1998), «Ο Νεολιθικός οικισμός στον Μακρύγιαλο Πιερίας», ΑΑΑ XXIII-XXVIII (1990-1995), σ. 13-30.
  • Μπέσιος Μ., Αθανασιάδου Α., Νούλας Κ., Χριστάκου και Τόλια Μ. (2005), «Ανασκαφές στον αγωγό ύδρευσης βόρειας Πιερίας», ΑΕΜΘ 17 (2003), σ. 451-458.
  • Marcovic Z. και Minichreiter K. (2003), «Investigation of Prehistoric sites in Croatia from 1990 to 2002», στο D.V. Grammenos (επιμ.), Recent research in the Prehistory of the Balkans, Publications of the Archaeological Institute of Northern Greece, Nr 3, Θεσσαλονίκη, σ. 129-175.
  • Meyer M. (2002), «Palisaded Enclosures in the German Neolithic», στο Alex Gibson (επιμ.), Behind Wooden Walls: Neolithic Palisaded Enclosures in Europe, BAR, International Serries 1013, England, Basingstone Press, σ. 59-92.
  • Midgley S.M., Pavlu I., Rulf J. και Zapotocka M. (1993), «Fortified settlements or ceremonial sites: new evidence from Bylany, Czechoslovakia», Antiquity 67, σ. 91-96.
  • Milojcic V. (1949), «South-Eastern elements in the prehistoric civilisation of Sebia», BSA 44, σ. 258-306.
  • Mould A. και Wardle A.K. (2000), «The Architectural Remains», στο C. Ridley, K.A. Wardle και C.A. Mould (επιμ.), Servia I, Anglo - Hellenic rescue excavations 1971-73, dir. by K. Rhomiopoulou και C. Ridley, BSA Supplementary τόμ. 32, σ. 71-105.
  • Παπαδόπουλος Σ. και Μπεχτσή Α. (2005), «Ανασκαφικές και επιφανειακές έρευνες σε προϊστορικές θέσεις της Θάσου», ΑΕΜΘ 17 (2003), σ. 61-69.
  • Pavuk J. J. (1991), «Lengyel - culture fortified settlements in Slovakia», Antiquity 65, σ. 348-357.
  • Raczky P. (2000), «Cultural Context of the Late Neolithic Site at Polgar - Csoszhalom (Hungary)», στο St. Hiller και V. Nikolov, Karanovo, Beitrage zum Neolithikum in Sudosteuropa, Band III, Phoibos Verlag, Βιέννη, σ. 405-414.
  • Στρατούλη Γ. (2007), «Μεταξύ πηλών, πλίνθων και πασσάλων, μαγνητικών σημάτων και αρχαιολογικών ερωτημάτων: τάφροι οριοθέτησης και θεμελίωσης στον νεολιθικό οικισμό της Αυγής Καστοριάς», ΑΕΜΘ 19 (2005), σ. 595-606.
  • Skakun N. (1996), «New excavations of a Eneolithic settlement in the Danube region», στο G. Dumitroaia και D. Monah, Cucuteni, 110 Ans depuis la decouverte en 1884 Du site eponyme, Piatra Neamt, σ. 141-158.
  • Skeates R. (2000), «The social dynamics of enclosure in the Neolithic of the Tavoliere, South-east Italy», JMA 13/2, σ. 155-183.
  • Starling J.N. (1985), «Colonization and succession: the Earlier Neolithic of Central Europe», PPS 51, σ. 41-57.
  • Thomas J. (1991), Rethinking the Neolithic, Cambridge University Press.
  • Todorova H. (1978), The Eneolithic Period in Bulgaria in the Fifth Millenium B.C., BAR International Series Supplementary τόμ. 49.
  • Tringham R. (1972), «Territorial demarcation of prehistoric settlements», στο P. j. Ucko, R. Tringham και G.W. Dimbleby, Man, Settlement and Urbanism, Duckworth, σ. 463-475.
  • Wardle K.A., Pyke G. και Youni P. (1996), NEA NIKOMEDEIA I: The excavation of the Early Neolithic village in Northern Greece 1961-1964, directed by R.J. Rodden. The excavation and the ceramic assemblage, BSA Supplementary τόμ. 25, Αθήνα.
  • Whittle A. (1996), Europe in the Neolithic. The creation of new worlds, Cambridge World Archaeology, Cambridge University Press.
  • Χονδρογιάννη-Μετόκη Α. (1995), «Αλιάκμων 1992, Προϊστορική ανασκαφή στα Κρανίδια», ΑΕΜΘ 6 (1992), σ. 35-43.
  • Χονδρογιάννη-Μετόκη Α. (2009), Μη οικιστικές χρήσεις χώρου στους νεολιθικούς οικισμούς. Το παράδειγμα της Τούμπας Κρεμαστής Κοιλάδας, διδ. διατρ., που υποβλήθηκε στο Α.Π.Θ., Τομέας Αρχαιολογίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Θεσσαλονίκη.
  • Χονδρογιάννη-Μετόκη Α. (2011), «Κλείτος 2009. Η ανασκαφή στα ανατολικά όρια του νεολιθικού οικισμού «Κλείτος 1» και στον οικισμό «Κλείτος 2», Το Αρχαιολογικό Έργο στην Άνω Μακεδονία 1, Αιανή, 2009, σ. 231-244.
  • Χρυσοστόμου Παν. (2003), «Νέα στοιχεία από τη νεολιθική έρευνα στην επαρχία Γιαννιτσών. Μια άγνωστη μορφή προϊστορικής γραφής», ΑΕΜΘ 15 (2001), σ. 489-500.
  • Χρυσοστόμου Παν. (2006), «Βόρεια Εορδαία. Ο πολιτισμός των τεσσάρων λιμνών», ΑΕΜΘ 20, 2006 (προφορική ανακοίνωση).
  • Χρυσοστόμου Α., Πολουκίδου Χ. και Προκοπίδου Α. (2003), «Επαρχιακή οδός Αψάλου - Αριδαίας. Η ανασκαφή του νεολιθικού οικισμού στη θέση Γραμμή», ΑΕΜΘ 15 (2001), σ. 513-524.