Η εργασία στο μουσείο γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη· το ίδιο συμβαίνει και με την αντίληψη της μουσειακής θεωρίας και πρακτικής.
Η ιδέα του μουσειακού επαγγέλματος καθορίζει τα περισσότερα προγράμματα μεταπτυχιακής εκπαίδευσης που προσφέρονται σήμερα στη Βρετανία. Μέσα στο ίδιο πνεύμα η Ένωση Μουσείων Αγγλίας (Museums Association) διεύρυνε τις κατηγορίες των μελών της, ώστε να συμπεριλάβει όλους τους ανθρώπους που εργάζονται σε μουσεία. Η απόφαση αυτή σήμανε ότι η ιδέα του πανίσχυρου επιμελητή ως κεντρικού συντελεστή του μουσειακού έργου είχε αντικατασταθεί από μια πιο ισορροπημένη θεώρηση του επαγγελματία του μουσείου.
Ως αποτέλεσμα της διεύρυνσης των ρόλων και των αυξημένων ευκαιριών μέσα στα μουσεία, ο όρος «μουσειακό επάγγελμα» χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για να δηλώσει ένα ευρύ φάσμα ασχολιών, που όλες μαζί είναι αφιερωμένες στη δημιουργία μουσείων υψηλοτάτου επιπέδου. Ειδικοί επιστήμονες και σχεδιαστές εκθέσεων , επιμελητές συλλογών και ειδικοί υπολογιστών, συγγραφείς και υπεύθυνοι μάρκετινγκ, υπεύθυνοι ασφάλειας και εκπαιδευτικοί, καταγραφείς και συντηρητές, υπεύθυνοι αποθηκών και εμπορικοί διευθυντές, υπεύθυνοι ανάπτυξης και προσωπικό υποδοχής, αναλυτές συστημάτων και συζητητές με το κοινό, είναι κάποιες από τις θέσεις εργασίας που μπορούμε σήμερα, χωρίς δισταγμό, να θεωρήσουμε ότι ανήκουν στο μουσειακό επάγγελμα.
O B. Barber υποστήριξε ότι υπάρχουν τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά του επαγγέλματος. Το πρώτο είναι ο υψηλός βαθμός γενικής και συστηματικής γνώσης. Το δεύτερο είναι ο προσανατολισμός προς το συμφέρον της κοινότητας, και όχι προς το ατομικό συμφέρον. Το τρίτο είναι η πρόβλεψη ενός συστήματος ανταμοιβών και συμβόλων επιτυχημένου έργου μέσα στο επάγγελμα. Τέλος, ένα επάγγελμα ασκεί έναν υψηλό βαθμό αυτοελέγχου της συμπεριφοράς μέσα από εσωτερικευμένους ηθικούς κώδικες. Η συγγραφέας ελέγχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά με μέτρο τα μουσειακά επαγγέλματα.