Νέα στοιχεία για την οχύρωση της αρχαίας Παλαιπάφου έφερε στο φως η ανασκαφική έρευνα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στη θέση Μάρτσελλο στα Κούκλια. Τα ευρήματα παρέχουν, για πρώτη φορά, τεκμηρίωση για την ύπαρξη μνημειώδους οχυρωματικού περιβόλου κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, αποκαλύπτοντας παράλληλα διαδοχικές επεμβάσεις ενίσχυσής του.
Όπως ανακοίνωσε το Τμήμα Αρχαιοτήτων του Υφυπουργείου Πολιτισμού της Κύπρου, η ανασκαφική περίοδος Αυγούστου–Σεπτεμβρίου 2026 πραγματοποιήθηκε από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Κωνσταντίνου Κοπανιά.
Η θέση βρίσκεται λίγο λιγότερο από ένα χιλιόμετρο βορειοανατολικά του ιερού της Αφροδίτης. Παλαιότερες έρευνες βρετανικής και γερμανοελβετικής αποστολής, καθώς και του Πανεπιστημίου Κύπρου, είχαν αποκαλύψει ένα επίμηκες τείχος, μια μνημειακή πύλη και άλλα κατάλοιπα, αφήνοντας ωστόσο ανοιχτά ερωτήματα για τη χρονολόγηση και την ερμηνεία τους. Το ΕΚΠΑ ερευνά συστηματικά τη θέση από το 2021.
Από τον προμαχώνα στον πύργο
Το σημαντικότερο αρχιτεκτονικό εύρημα της φετινής περιόδου είναι ένας ορθογώνιος προμαχώνας της Υστεροκυπριακής ΙΙΙΑ περιόδου. Σε μεταγενέστερη φάση προστέθηκε σε αυτόν μια κατασκευή σχήματος Π, σχηματίζοντας ένα σχεδόν τετράγωνο κτίσμα, διαστάσεων περίπου 7,4×7,3 μέτρων, με εσωτερικό θάλαμο επιφάνειας περίπου 9 τ.μ.
Η κάτοψη, το μεγάλο πάχος των τοίχων και ο εσωτερικός θάλαμος συνηγορούν υπέρ της ερμηνείας του κτίσματος ως οχυρωματικού πύργου. Σήμερα διατηρούνται μόνο τα θεμέλιά του και το αρχικό ύψος του παραμένει άγνωστο.
Ο πύργος φαίνεται ότι ενισχύθηκε εκ νέου ήδη κατά την Υστεροκυπριακή ΙΙΙΑ περίοδο, με την προσθήκη τοίχου πάχους περίπου 2,7 μέτρων στη βορειοδυτική πλευρά του.
Η χρονολόγηση και οι μεταγενέστερες επεμβάσεις
Τα φετινά ευρήματα ενισχύουν τη χρονολόγηση της αρχικής φάσης του τείχους στην Υστεροκυπριακή ΙΙΓ–ΙΙΙΑ περίοδο, δηλαδή στο τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Με το τείχος συνδέεται αδιατάρακτο αρχαιολογικό στρώμα με κεραμική της ίδιας περιόδου. Στην επιφάνειά του εντοπίστηκε συγκέντρωση μάργας, η οποία πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε για τη διαμόρφωση επίπεδης βάσης επάνω στα λίθινα θεμέλια, ώστε να κατασκευαστεί η ωμοπλίνθινη ανωδομή.
Πολύ αργότερα, τον 4ο αιώνα π.Χ., κατά την ύστερη Κυπροκλασική περίοδο, προστέθηκε ακόμη ένας τοίχος για την ενίσχυση της βορειοανατολικής και της νοτιοανατολικής πλευράς του πύργου. Η χρονολόγηση βασίζεται στην κεραμική της τάφρου θεμελίωσής του. Πιθανότατα την ίδια περίοδο πραγματοποιήθηκε και σημαντική διαπλάτυνση του τείχους.
Στην περιοχή που έχει ερευνήσει το ΕΚΠΑ δεν έχουν εντοπιστεί μέχρι στιγμής οικοδομικές φάσεις της Κυπρογεωμετρικής ή της Κυπροαρχαϊκής περιόδου. Επομένως, παραμένει ανοιχτό αν η οχύρωση χρησιμοποιούνταν αδιάλειπτα από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού έως την Κυπροκλασική περίοδο.
Η συνέχιση της έρευνας και η μελέτη των ευρημάτων αναμένεται να φωτίσουν την εξέλιξη του οχυρωματικού έργου και τη θέση του στην ιστορία της Παλαιπάφου. Με την ολοκλήρωση της ανασκαφής, τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα καλύφθηκαν με ύφασμα εδαφοκάλυψης για την προστασία τους.