Ολοκληρώθηκε η ανασκαφική περίοδος 2026 στην Υστεροκυπριακή θέση Ερήμη-Πιθάρκα, στην Επαρχία Λεμεσού, όπως ανακοίνωσε το Τμήμα Αρχαιοτήτων του Υφυπουργείου Πολιτισμού της Κύπρου. Οι φετινές έρευνες έφεραν στο φως νέα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και σημαντικές ενδείξεις για την επεξεργασία γεωργικών προϊόντων, την παραγωγή κεραμικής και πιθανές υφαντικές δραστηριότητες.

Η ανασκαφή πραγματοποιήθηκε από τις 20 Απριλίου έως τις 22 Μαΐου 2026, υπό την εποπτεία της δρος Laerke Recht, από το Moesgaard Museum της Δανίας, με τη συμμετοχή διεθνούς ομάδας φοιτητών και ειδικών. Οι έρευνες επιχορηγήθηκαν από το Ίδρυμα Α.Γ. Λεβέντη, το Ίδρυμα Curtiss T. and Mary G. Brennan και το Moesgaard Museum.

Η θέση Ερήμη-Πιθάρκα χρονολογείται κυρίως στην Υστεροκυπριακή ΙΙΓ-ΙΙΙΑ περίοδο και θεωρείται σύγχρονη με θέσεις όπως η Άλασσα και η Επισκοπή-Παμπούλα, στην κοιλάδα του Κούρη. Τα μέχρι σήμερα δεδομένα έχουν προσφέρει σημαντικές ενδείξεις για την επεξεργασία γεωργικών προϊόντων, μεταξύ των οποίων δημητριακά, ελαιόλαδο και κρασί.

Οι έρευνες του 2026 επικεντρώθηκαν στην περιοχή Ι/1Α, όπου κατά τις προηγούμενες ανασκαφικές περιόδους είχαν αποκαλυφθεί κατάλοιπα μεγάλου κτηριακού συμπλέγματος, το οποίο ενδέχεται να είχε διοικητικό χαρακτήρα ή να σχετιζόταν με τον έλεγχο της παραγωγής. Οι νέες τομές ανοίχθηκαν κυρίως προς τα βόρεια και τα ανατολικά.

Μεγαλύτερο από όσο είχε εκτιμηθεί το κτηριακό σύμπλεγμα

Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν ότι το αρχιτεκτονικό σύμπλεγμα εκτείνεται πέρα από τα όρια που ήταν μέχρι σήμερα γνωστά. Στα βόρεια και ανατολικά εντοπίστηκαν επιπλέον δωμάτια και ανοικτοί χώροι, ορισμένοι από τους οποίους ήταν κατασκευασμένοι με προσεκτικά επεξεργασμένους ογκόλιθους, ενώ άλλοι ακολουθούσαν την τυπική ξερολιθική κατασκευή με πλίθινη ανωδομή.

Αρκετά από τα νέα δωμάτια είναι μεγαλύτερα από εκείνα που είχαν αποκαλυφθεί κατά τις προηγούμενες περιόδους, ενώ οι είσοδοι και άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία υποδηλώνουν ότι επρόκειτο για χώρους ιδιαίτερης σημασίας.

Ο φυσικός σκληρός βράχος είχε λαξευτεί σε διάφορα σημεία για τη δημιουργία λεκανών ή αποθηκευτικών εγκαταστάσεων, την τοποθέτηση πιθοειδών αγγείων, τη θεμελίωση τοίχων ή τη διαμόρφωση δαπέδων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι νέες ενδείξεις παραγωγικών δραστηριοτήτων: πολυάριθμα λίθινα εργαλεία, σημαντικές ποσότητες σπόρων σταφυλιού, απόθεση πηλού που υποδεικνύει πιθανή λειτουργία εργαστηρίου κεραμικής, καθώς και υφαντικά βαρίδια σε διάφορα στάδια κατασκευής.

Τα ευρήματα και η αρχιτεκτονική εξακολουθούν να επιβεβαιώνουν τη χρονολόγηση της κύριας φάσης της θέσης στην ΥΚ ΙΙΓ-ΙΙΙΑ περίοδο, ενώ παράλληλα υπάρχουν ενδείξεις για πολύ πρωιμότερη ανθρώπινη παρουσία κατά την Κεραμική Νεολιθική.

Το Δωμάτιο 110 και οι παραγωγικές δραστηριότητες

Ανάμεσα στους σημαντικότερους χώρους που αποκαλύφθηκαν ξεχωρίζει το Δωμάτιο 110, το μεγαλύτερο που έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα, με διαστάσεις 7×4,30 μ.

Ο χώρος ορίζεται από προσεκτικά κατασκευασμένους τοίχους και περιλαμβάνει πάγκους εργασίας, κατώφλια στις εισόδους, αποθηκευτικό χώρο επενδυμένο με λίθους και ένα μεγάλο λίθινο βαρίδιο.

Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η απόθεση άψητου πηλού που βρέθηκε στο δωμάτιο, μαζί με υφαντικά βαρίδια σε διαφορετικά στάδια κατασκευής. Τα δεδομένα ενισχύουν την υπόθεση της τοπικής παραγωγής κεραμικών αντικειμένων και πιθανότατα της ύπαρξης δραστηριοτήτων που σχετίζονταν με την υφαντική.

Η ανασκαφή αποκάλυψε επίσης το Δωμάτιο 115, έναν ακόμη μεγάλο χώρο, καθώς και μικρότερους ενδιάμεσους χώρους, τα Δωμάτια 116, 117 και 118. Εντοπίστηκαν ακόμη δάπεδα κατασκευασμένα με ασβεστοκονίαμα και αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως κλιμακωτά επίπεδα και βάση πεσσού.

Ενδείξεις παραγωγής κρασιού

Στο νότιο τμήμα της περιοχής, νότια της Αυλής 113, αποκαλύφθηκαν στρώματα πλούσια σε κεραμική, μικρή ποσότητα ζωικών οστών και μεγάλος αριθμός σπόρων σταφυλιού, καθώς και λεκάνες που περιείχαν απορρίμματα.

Τα ευρήματα ενισχύουν την υπόθεση ότι στον χώρο πραγματοποιούνταν επεξεργασία γεωργικών προϊόντων και ιδιαίτερα σταφυλιών, πιθανότατα στο πλαίσιο παραγωγής κρασιού.

Σχεδόν ακέραια αγγεία και ειδώλιο ταύρου

Στα ανατολικά ολοκληρώθηκε η ανασκαφή του Δωματίου 101, όπου αποκαλύφθηκε λείο και πολύ καλά διατηρημένο δάπεδο από ασβεστοκονίαμα.

Στη νοτιοανατολική γωνία του δωματίου εντοπίστηκε βαθιά λεκάνη, μέσα στην οποία βρέθηκε ομάδα σχεδόν ακέραιων αγγείων. Σε αυτά περιλαμβάνονται διακοσμημένη κεραμική Αιγαιακού τύπου και αγγεία που είχαν επαναχρησιμοποιηθεί, όπως κύπελλο με διάτρητη βάση και βάση αγγείου Λευκής Ακόσμητης κεραμικής που χρησιμοποιήθηκε ως πώμα.

Νότια του δωματίου, μια ακόμη απόθεση περιείχε σχεδόν ακέραιο πήλινο ειδώλιο ταύρου, χάλκινη πόρπη και τεμαχισμένο αγγείο. Τα αντικείμενα πιθανότατα συνδέονται με δραστηριότητες που πραγματοποιήθηκαν κατά την τελευταία φάση χρήσης του χώρου.

Στα υπόλοιπα σημαντικά ευρήματα συγκαταλέγονται χάλκινες πόρπες, υφαντικά βαρίδια και θραύσματα ειδωλίων ζώων, μεταξύ των οποίων η κεφαλή ειδωλίου αγριόχοιρου της Δακτυλιόποδης κεραμικής.

Ενδείξεις κατοίκησης από τη Νεολιθική περίοδο

Η ανασκαφή των κατώτερων στρωμάτων απέδωσε επίσης μικρό αριθμό κεραμικών οστράκων της Κεραμικής Νεολιθικής, ιδιαίτερα στην περιοχή μεταξύ της Αυλής 113 και του Δωματίου 115.

Τα ευρήματα υποδηλώνουν μια πολύ πρωιμότερη φάση χρήσης της περιοχής, αν και όλα τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που έχουν μέχρι σήμερα αποκαλυφθεί χρονολογούνται στην Υστεροκυπριακή περίοδο.

Σύμφωνα με τους ανασκαφείς, τα αποτελέσματα της περιόδου 2026 ενισχύουν την ερμηνεία της θέσης ως σημαντικού κέντρου παραγωγής και επεξεργασίας στην ευρύτερη κοιλάδα του ποταμού Κούρη κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού.

Η έρευνα πρόκειται να συνεχιστεί, με στόχο να αποσαφηνιστούν περαιτέρω τα όρια του κτηριακού συμπλέγματος, οι σχέσεις μεταξύ των χώρων παραγωγής και αποθήκευσης και οι υπόλοιπες δραστηριότητες που αναπτύσσονταν στη θέση.