Ένα σημαντικό τμήμα της ιστορικής τοπογραφίας της Αθήνας αναδεικνύεται στην οδό Βασιλίσσης Όλγας, όπου οι ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των εργασιών ανάπλασης αποκάλυψαν εκτεταμένο ρωμαϊκό οικοδομικό συγκρότημα και αρχαιολογικά κατάλοιπα που τεκμηριώνουν τη μακραίωνη ιστορία της περιοχής.
Το μνημειακό σύνολο περιλαμβάνει ημικυκλικό αίθριο, στοές, οργανωμένους χώρους και εκτεταμένο δίκτυο αποχετευτικών αγωγών. Η ανασκαφική έρευνα έδειξε ότι το συγκρότημα γνώρισε διαδοχικές οικοδομικές φάσεις από τα τέλη του 3ου έως τον 5ο αιώνα μ.Χ., καθώς και μεταγενέστερες μετασκευές και επεκτάσεις.
Η περιοχή βόρεια του Ολυμπιείου, σε άμεση γειτνίαση με τον Ιλισό, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ιστορικούς πυρήνες της Αθήνας, με ανθρώπινη παρουσία από την προϊστορική εποχή έως και τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους. Αρχικά αναπτύχθηκε ως χώρος λατρείας και κατοίκησης εκτός των τειχών της αρχαίας πόλης, φιλοξενώντας σημαντικά ιερά.
Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο και ιδιαίτερα επί Αδριανού, η περιοχή εντάχθηκε δυναμικότερα στον αστικό ιστό και εξελίχθηκε σε εύπορη συνοικία με μνημειακά δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα. Παρά τις καταστροφές των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων, γνώρισε νέα ακμή κατά τον 4ο και τον 5ο αιώνα μ.Χ., πριν από τη σταδιακή συρρίκνωση της κατοίκησης κατά τον 6ο αιώνα και τη μετάβαση στη Βυζαντινή εποχή.
Μεταξύ των σημαντικότερων ευρημάτων ξεχωρίζει η τάφρος του Θεμιστόκλειου τείχους, λαξευμένη στον φυσικό βράχο. Πρόκειται για το αρχαιότερο διατηρούμενο στοιχείο που αποκαλύφθηκε στην ανασκαφή και επιβεβαιώνει τη χάραξη της αρχαίας οχύρωσης στην περιοχή.
Το ρωμαϊκό οικοδόμημα φαίνεται ότι γνώρισε δύο κύριες οικοδομικές φάσεις: η πρώτη τοποθετείται από τα τέλη του 3ου έως τις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. και η δεύτερη στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. Μικρότερης κλίμακας μετασκευές και επεκτάσεις μαρτυρούν τη συνεχή χρήση του κατά την Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο.
Η μελέτη των καταλοίπων ανέδειξε επίσης τις διαφορετικές οικοδομικές τεχνικές που εφαρμόστηκαν διαχρονικά, από την επιμελημένη λιθοδομή παλαιότερων φάσεων έως χαρακτηριστικά συστήματα ρωμαϊκής τοιχοποιίας, υπογραμμίζοντας την ιστορική και αρχιτεκτονική αξία του συνόλου.
Η τελευταία περίοδος χρήσης του χώρου ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους και αντιπροσωπεύεται κυρίως από απλούστερες τοιχοποιίες, υπόγειους κτιστούς σιρούς και αποθηκευτικούς πίθους. Τα κατάλοιπα αυτά υποδηλώνουν μεταβολή του χαρακτήρα της περιοχής και στροφή προς παραγωγικές και αποθηκευτικές δραστηριότητες, σε συμφωνία με τα ανασκαφικά δεδομένα από την ευρύτερη ζώνη.
Όπως επισημαίνει το Υπουργείο Πολιτισμού, στόχος είναι η προστασία και η αισθητική και λειτουργική ενοποίηση των αρχαιοτήτων, ώστε το σύνολο να καταστεί περισσότερο αναγνώσιμο και να αναδειχθεί ως ενιαίο τμήμα της αρχαίας τοπογραφίας της Αθήνας.
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη σημειώνει ότι τα ευρήματα αποτελούν σημαντική μαρτυρία για τη διαχρονική εξέλιξη της περιοχής από τους κλασικούς έως τους βυζαντινούς χρόνους και εμπλουτίζουν τις γνώσεις για την ιστορία της πόλης. Παράλληλα, τονίζει ότι η ανάδειξη του συνόλου θα επιτρέψει σε κατοίκους και επισκέπτες να γνωρίσουν ακόμη μία πτυχή της μακραίωνης ιστορίας της Αθήνας.
Οι προβλεπόμενες εργασίες περιλαμβάνουν τη συντήρηση και αποκατάσταση των τοιχοποιιών, του ψηφιδωτού δαπέδου και των αρχιτεκτονικών μελών, τη διαχείριση της βλάστησης, την απομάκρυνση νεότερων ασύμβατων επεμβάσεων, την αποκατάσταση των ιστορικών επιπέδων και την ολοκληρωμένη διαχείριση των ομβρίων υδάτων.
Όπως τονίζεται στη σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού, οι προτάσεις αποκατάστασης και ανάδειξης έχουν διαμορφωθεί με στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων διατήρησης και τη βελτίωση της αναγνωσιμότητας του μνημειακού συνόλου. Οι επεμβάσεις βασίζονται στις διεθνώς αποδεκτές αρχές προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, με σεβασμό στην αυθεντικότητα του μνημείου και των δομικών του υλικών.