Με ταχείς ρυθμούς προχωρά το έργο εκσυγχρονισμού και επέκτασης του Παλαιού Αρχαιολογικού Μουσείου Σπάρτης, μετά την ομόφωνη θετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και την ένταξή του στο Πρόγραμμα «ΔΙΑΤΗΡΩ κτιρίων Δημοσίου Τομέα» του ΕΣΠΑ 2021-2027.

Ήδη ολοκληρώνονται οι πρόδρομες εργασίες προσωρινής αντιστήριξης των εκσκαφών, οι οποίες είναι απαραίτητες για την υπόγεια επέκταση του Μουσείου. Το έργο του εκσυγχρονισμού του υφιστάμενου κτηρίου-μνημείου υλοποιείται από το Υπουργείο Πολιτισμού, με χρηματοδότηση ύψους 5.150.000 ευρώ από το ΕΣΠΑ. Οι πρόδρομες εργασίες αντιστήριξης, προϋπολογισμού 713.000 ευρώ, χρηματοδοτούνται από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΥΠΠΟ.

Το σύνολο των μελετών και το έργο της υπόγειας επέκτασης του Μουσείου, η οποία αυξάνει τους διαθέσιμους χώρους από 360 τ.μ. σε 1.081 τ.μ., υλοποιούνται στο πλαίσιο Σύμβασης Δωρεάς ύψους 4.550.000 ευρώ μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται σε 10.413.000 ευρώ, εκ των οποίων 5.863.000 ευρώ προέρχονται από πόρους του Ελληνικού Δημοσίου.

Παράλληλα με την αποκατάσταση και επέκταση του Μουσείου, προβλέπεται η αναβάθμιση του περιβάλλοντος χώρου και η ανάδειξη του ιστορικού κήπου, ο οποίος θα συνεχίσει να λειτουργεί ως υπαίθρια Γλυπτοθήκη.

Η δήλωση της Υπουργού Πολιτισμού

Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δήλωσε: «Το Παλαιό Αρχαιολογικό Μουσείο της Σπάρτης, στο κέντρο της πόλης και σε άμεση σχέση με τον ιστορικό πολεοδομικό της ιστό, αποτελεί ένα εμβληματικό μνημείο, που συνδέεται με το όραμα της νεότερης Ελλάδας για την ανάδειξη της κληρονομιάς της Αρχαίας Σπάρτης. Ήταν το πρώτο Μουσείο εκτός Αθηνών που οικοδομήθηκε το 1874, σε σχέδια του Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν, φιλοξενώντας τα σπουδαία ευρήματα της Λακεδαίμονος. Τη σπουδαιότερη θέση ανάμεσά τους κατέχουν τα ευρήματα των μεγάλων ιερών της Σπάρτης.

»Οι εργασίες της αποκατάστασης και της υπόγειας επέκτασής του προχωρούν σύμφωνα με τον σχεδιασμό, υπό την εποπτεία των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, όπως διαπιστώσαμε και στην πρόσφατη αυτοψία μας.

»Η νέα αρχιτεκτονική προσέγγιση τριπλασιάζει σχεδόν τους ωφέλιμους χώρους. Προβλέπει τη δημιουργία δύο νέων υπόγειων αιθουσών, με τεχνητό φωτισμό, τη χωροθέτηση σύγχρονων υποστηρικτικών υποδομών και τη λειτουργική αναζωογόνηση του διατηρητέου περιβάλλοντος κήπου-γλυπτοθήκης. Με αυτόν τον τρόπο, απομακρύνονται όλες οι μεταγενέστερες αυθαίρετες επεμβάσεις, αναδεικνύοντας τον αυθεντικό μνημειακό χαρακτήρα του νεοκλασικού οικοδομήματος. Η νέα μόνιμη έκθεση ενισχύεται με διαδραστικά ψηφιακά μέσα, καθιστώντας το Παλαιό Μουσείο ένα σύγχρονο μουσείο, διεθνή πόλο έλξης, ανοικτό στην κοινωνία.

»Το έργο αποτελεί βασικό πυλώνα του σχεδιασμού μας για την αναβάθμιση των πολιτιστικών υποδομών της Σπάρτης, παράλληλα με τη δημιουργία του Νέου Αρχαιολογικού Μουσείου στο πρώην εργοστάσιο ΧΥΜΟΦΙΞ, έργο με εξασφαλισμένη χρηματοδότηση ύψους 34.000.000 ευρώ από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης του Υπουργείου Πολιτισμού. Πρόκειται για δύο παρεμβάσεις στρατηγικής σημασίας που ενισχύουν ουσιαστικά την πολιτιστική ταυτότητα και την αναπτυξιακή προοπτική της Σπάρτης».

Η ιστορία και η σημασία του Μουσείου

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Σπάρτης, σε ρομαντικό νεοκλασικό ύφος, διαθέτει κεντρικό ιωνικό πρόπυλο και αρχικά περιλάμβανε δύο αίθουσες. Τα πρώτα χρόνια το προκήπιο παρέμεινε αδιαμόρφωτο, ενώ ο κήπος οργανώθηκε σε μεταγενέστερη φάση.

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, το κτήριο γνώρισε διαδοχικές επεκτάσεις. Το 1995 χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο, μαζί με τον περιβάλλοντα δημοτικό κήπο.

Το έργο της αποκατάστασης και του εκσυγχρονισμού του υφιστάμενου κτηρίου στοχεύει στην αντιμετώπιση των εκτεταμένων φθορών και των λειτουργικών προβλημάτων που παρουσιάζει σήμερα, καθώς και στην αναβάθμιση των υποδομών του και στη βελτίωση της συνολικής εμπειρίας των επισκεπτών.

Οι βασικοί στόχοι της παρέμβασης

Η επέκταση οργανώνεται σε διακριτές κατηγορίες παρεμβάσεων, οι οποίες αφορούν τον περιβάλλοντα χώρο, τη λειτουργική οργάνωση, τις εκθεσιακές υποδομές και τις τεχνικές εγκαταστάσεις.

Βασικοί στόχοι του έργου είναι η ανάδειξη του ιστορικού χαρακτήρα του κτηρίου, η αποκατάσταση της αρχικής μορφής και της λειτουργικής του διάταξης, η εξασφάλιση πλήρους προσβασιμότητας, η βελτίωση των συνθηκών φύλαξης και παρουσίασης των εκθεμάτων, η ενεργειακή αναβάθμιση του κελύφους και ο εκσυγχρονισμός των υποδομών του.

Κεντρική σχεδιαστική αρχή αποτελεί η επέκταση του Μουσείου με τον μικρότερο δυνατό αντίκτυπο στο ιστορικό κτήριο. Για τον λόγο αυτό, οι νέοι χώροι αναπτύσσονται υπόγεια, περιμετρικά του υφιστάμενου κελύφους.

Η επέκταση οργανώνεται μέσω ορθογώνιων αιθουσών, αντίστοιχων με εκείνες του υφιστάμενου κτηρίου, εξασφαλίζοντας μορφολογική και λειτουργική συνέχεια. Η σύνδεση παλαιού και νέου τμήματος επιτυγχάνεται μέσω διακριτικής γυάλινης εισόδου στην ανατολική όψη, η οποία λειτουργεί ως κόμβος υποδοχής και κυκλοφορίας, χωρίς να επηρεάζει την ανάγνωση του μνημείου.

Παράλληλα, η απομάκρυνση μεταγενέστερων προσθηκών και αποθηκών συμβάλλει στην ανάδειξη της αρχικής μορφής του κτηρίου.

Νέοι εκθεσιακοί χώροι και αναβάθμιση του κήπου

Η διαμόρφωση και ανάδειξη της οδού Αγίου Νίκωνος θα ενισχύσει τη σύνδεση του Μουσείου με τον δημόσιο χώρο και την πόλη. Η οροφή της επέκτασης θα διαμορφωθεί σε «κήπο γλυπτών», προσφέροντας τη δυνατότητα οργάνωσης υπαίθριας έκθεσης. Οι νέοι εκθεσιακοί χώροι θα είναι αρχιτεκτονικά λιτοί, με αξιοποίηση σύγχρονων υλικών. Παράλληλα, θα εξοπλιστούν με προηγμένα συστήματα φωτισμού, κλιματισμού και διαχείρισης περιβαλλοντικών συνθηκών, με στόχο την προστασία και την ανάδειξη των εκθεμάτων. Η λειτουργική οργάνωση περιλαμβάνει νέες εισόδους, πωλητήριο, χώρους προσωπικού και γραφείων, διαμορφώνοντας ένα σύγχρονο, προσβάσιμο και λειτουργικά αναβαθμισμένο μουσειακό συγκρότημα.

Στον ημιώροφο αναπτύσσονται χώροι υγιεινής και εξυπηρέτησης κοινού, καθώς και σημείο θέασης προς την αίθουσα των μόνιμων εκθέσεων. Στο υπόγειο οργανώνονται δύο κύριες αίθουσες: μία για τις μόνιμες εκθέσεις και μία για τις περιοδικές εκθέσεις και τα εκπαιδευτικά προγράμματα. Στα άκρα του κτηρίου χωροθετούνται αποθήκες, χώροι ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων και έξοδοι διαφυγής, εξασφαλίζοντας την εύρυθμη λειτουργία και την ασφαλή εξυπηρέτηση του Μουσείου.

Η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου προβλέπει την αποκατάσταση και ενίσχυση του ιστορικού κήπου, τη διατήρηση και συμπλήρωση του πρασίνου, καθώς και την αναβάθμιση του αστικού εξοπλισμού. Προβλέπεται επίσης η δημιουργία προσβάσιμης εισόδου για άτομα με αναπηρία, καθώς και η εγκατάσταση μικρής κλίμακας ανεξάρτητου περιπτέρου-καφέ εντός του κήπου, για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών.