«Άρπαξε να φας και κλέψε να ‘χεις» [ελληνική παροιμία]

Ληστεία: ανταρσία ή εγκληματικότητα; Οι καταβολές της

Στο μεταίχμιο του 19ου προς τον 20ό αιώνα η κοινωνική ληστεία αποτελεί ενδημικό φαινόμενο στην Ελλάδα με πλατιά διάδοση σε ορεινές περιοχές, όπως η Ήπειρος, η Ακαρνανία, η Θεσσαλία, η  Ευρυτανία, η Ρούμελη, η Αττικοβιωτία κ.ά. Η ληστεία αποτελούσε καθημερινό βίωμα των χωρικών των ορεινών και ημιορεινών περιοχών και η παρουσία της αποτυπώνεται στο αρχιτεκτονικό τοπίο του χωριού. Στην ηπειρωτική Ελλάδα εμπλέκονταν με τη ληστεία κάποια μέλη ημινομαδικών ποιμενικών πληθυσμών.  Η εμπλοκή αυτή μαρτυρεί τη σύγκρουση ανάμεσα στους νομαδικούς και τους μόνιμους ορεινούς πληθυσμούς με κίνητρα κοινωνικοοικονομικά. Στις έντονες ενδοκοινοτικές αντιθέσεις των φτωχότερων κοινωνικών ομάδων των χωριών, η ληστεία χρησίμευε ως καταλύτης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Ρετζαίων που στρατολογούσαν τους υποστηρικτές και συνεργάτες τους από τις πιο φτωχές οικογένειες του κάθε χωριού. Η ληστεία αποτελούσε εκδήλωση λαϊκής ανυπακοής των αγροτοποιμενικών πληθυσμών, δηλαδή αυτό που ο Χομπσμπάουμ ονομάζει «πρωτόγονη επανάσταση». Από τον καιρό της δημιουργίας του ελληνικού κράτους και ως τις αρχές του 20ού αιώνα η ανάπτυξη της ληστείας αποτελούσε συνέχεια της παράδοσης ανταρσίας των κλεφτών και των αρματολών. Η ληστεία εξαφανίζεται κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου κυρίως λόγω της μόνιμης εγκατάστασης των ποιμενικών πληθυσμών σε οργανωμένα χωριά αλλά και εξαιτίας των δρακόντειων μέτρων που πήραν εναντίον της οι κυβερνήσεις της εποχής. Από τις δεκάδες χιλιάδες των εν ενεργεία ληστών του 19ου και του 20ού αιώνα, ένα μέρος μόνο θα απορροφηθεί από την υπερατλαντική μετανάστευση. Οι ληστές δραστηριοποιούνταν σε παρεμφερείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες με τους κλέφτες και τους αρματολούς, αλλά η συμπεριφορά τους ταλαντευόταν ανάμεσα σε μια διαρκή εξέγερση και στην παροχή υπηρεσιών στους τοπικούς άρχοντες ή στους διεφθαρμένους κομματάρχες και πολιτικούς της εποχής, που τους χρησιμοποιούσαν ως μπράβους για τον έλεγχο των αγροτικών πληθυσμών. Ο ληστής του 19ου αιώνα είναι ένας παράνομος που παραμένει έξω από κάθε νομιμότητα, είτε συνεργάζεται είτε όχι με τους τοπικούς άρχοντες και το κράτος. Το αντικοινωνικό φαινόμενο της ληστείας στην Ελλάδα έχει αγροτοποιμενικές καταβολές και σχετίζεται άμεσα με τους ημινομαδικούς πληθυσμούς.

Μια μεγάλη ληστεία και μια σημαντική κλοπή στο Ζαγόρι [σημ. 1].

«Ο παππούς μου, ο Παναγιώτης Τ. ήταν από τους πρώτους και τους πιο φρόνιμους νοικοκυραίους σ’ ολόκληρο το Ζαγόρι. Έκανε εμπόριο με τη Ρουμανία και τη Μικρά Ασία, και είχε ακόμα μεγάλα υποστατικά στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Την περιουσία του, καθώς και την κοινωνική του θέση, την κληρονόμησε ο πατέρας μου, που ήταν το μόνο του αρσενικό παιδί. Όμως την εποχή εκείνη, όλα αυτά τα πλουσιοχώρια του Ζαγορίου ήτανε μόνιμος στόχος των ληστών που λεηλατούσαν τον τόπο. Ολόκληρο το χωριό, και πιο πολύ οι μεγαλύτερες οικογένειες, ήτανε σε αδιάκοπο πόλεμο μαζί τους. Γι’ αυτόν το λόγο, άλλωστε, τα αρχοντικά της εποχής έμοιαζαν με κάστρα: Βαριές πόρτες, μικροσκοπικά παράθυρα με σιδεριές και παραθυρόφυλλα βαλμένα από μέσα, διπλές σιδερένιες αμπάρες, υπόγειες αποθήκες και, παντού, κρυψώνες, για να χώνουν εκεί μέσα σε περίπτωση ληστρικής επιδρομής ό,τι πολύτιμο είχαν. Πριν από την απελευθέρωση της Ηπείρου, το 1913, οι ληστές είχανε ορμητήριο την ελεύθερη Ελλάδα, κυρίως τη Θεσσαλία. Ήτανε σκηνίτες και γι’ αυτό μπορούσαν εύκολα να ξεφεύγουν απ’ τα τούρκικα ασκέρια που τους καταδίωκαν.

»Τ’ ασκέρια ήτανε άλλωστε πολύ δυσκίνητα στα βουνά. Ο πιο ξακουστός από τους ληστές της εποχής εκείνης ήταν ο Νταβέλης. Κάποια μέρα, μπήκε με τη συμμορία του στο χωριό και μάζεψε στην εκκλησία καμιά σαρανταριά άντρες, τους πιο πλούσιους. Τους πήρε ομήρους, μαζί και τον παππού μου, τους πήγε στα βουνά, και ζήτησε, για να τους λευτερώσει, λύτρα από τις οικογένειές τους. Έτσι και έγινε. Αργότερα, ο παππούς μου έκανε ένα ταξίδι στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας, για να παζαρέψει την αγορά ενός κτήματος από χίλια στρέμματα. Ποιον, λες, συναπάντησε εκεί κάτω; Το λήσταρχο Νταβέλη αυτοπροσώπως! Ζούσε με κάθε νομιμότητα και μάλιστα δούλευε αγρονόμος! Ο Νταβέλης μόλις τον είδε φοβήθηκε μην τον καρφώσει και του πέταξε: “Ξέρεις, τη φουστανέλα μου την έχω ακόμα λερωμένη!…”. Ήθελε να πει με τούτο ότι δε θα δίσταζε να κάνει ακόμα έναν φόνο, αν χρειαζόταν. “Όλο μου το βιός, του αποκρίθηκε ταπεινά ο παππούς μου, το διαγούμησαν οι ληστές. Κι αυτό σ’ το λέω για να ξέρεις ότι δεν ήρθα εδώ για να καρφώσω κανέναν, μα για να διακονέψω”. Τότε ο ληστής λυπήθηκε το παλιό του θύμα, έβγαλε από το σελάχι του δυο τούρκικες λίρες και του τις έδωσε γενναιόδωρα. Όταν όμως, πολύ αργότερα, έμαθε για την αγορά του κτήματος, ορκίστηκε να ξαναπεράσει από το Ζαγόρι. Ήτανε ολοφάνερο πως η περιουσία των Τ. τελειωμό δεν είχε.

»Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου είχαμε στην περιοχή τους Ρετζαίους, που ήτανε μάλλον Ηπειρώτες. Ήτανε καλά οργανωμένοι και είχανε πολλούς συνεργάτες σε όλα τα χωριά, προπάντων ανάμεσα στις φτωχές οικογένειες, που τους έδειχναν τα πλουσιόσπιτα του χωριού και τους πληροφορούσαν για τα ταξίδια που έκαναν οι αρχοντάδες. Τέτοιοι σπιούνοι στο δικό μας χωριό, ήτανε ο πατέρας του Κ. Κ., κι ο πατέρας του Δ. Κ. Με τη βοήθεια του πατέρα του Κ. Κ., οι ληστές πήραν όμηρο το Βασίλη, το μεγαλύτερο αδελφό μου, σε ηλικία 17 ετών, για να ζητήσουν λύτρα. Ώσπου όμως να μπορέσει ο πατέρας μου να μαζέψει το χρειαζούμενο ποσό, τον σκοτώσανε τον αδελφό μου, επειδή φοβήθηκαν ότι θα κάρφωνε το σπιούνο τους. Ωστόσο, εκείνος, λίγο πριν ξεψυχήσει, είπε ποιος ήτανε. Έτσι λίγο καιρό αργότερα οι χωριανοί βγήκαν να τον κυνηγήσουν και τον σκότωσαν».

Μεμονωμένοι ληστές με την απειλή όπλου λήστευαν ακόμη και βιοπαλαιστές γυρολόγους που έκαναν μικρεμπόριο στα χωριά. Συνεργάτες πλουσίων εμπόρων ασκούσαν μεγάλης κλίμακας κλοπές χωρίς βία, καταχρώμενοι την εμπιστοσύνη τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι αυτή του Αναστάση Παληού από το Σωποτσέλι, σημερινό Δίλοφο Ζαγορίου [σημ. 2]. Ο Αναστάσης Παληός ήταν μεγαλέμπορος αρτοποιός που είχε την επιχείρησή του στα Τρίκαλα και τροφοδοτούσε τον οθωμανικό στρατό. Γύρω στο 1845, ο Α. Παληός αποφάσισε να αποσυρθεί από το επάγγελμα λόγω ηλικίας, τότε ρευστοποίησε την επιχείρησή του και ανέθεσε στους έμπιστους κερατζήδες [σημ. 3] του, με τους οποίους συνεργαζόταν χρόνια, να μεταφέρουν χρήσιμα αντικείμενα, κάποια εμπορεύματα και τμήμα χρημάτων της ρευστοποιημένης επιχείρησης από τα Τρίκαλα στο Σωποτσέλι. Οι κερατζήδες του δεν έφτασαν ποτέ στο Σωποτσέλι, έκλεψαν τα χρήματα, τα εμπορεύματα και τα αντικείμενα και έγιναν άφαντοι. Ευερμήνευτον είναι ότι αυτή η εποχή είναι ταραγμένη, καθώς δρουν σχεδόν ανεξέλεγκτοι ληστές [σημ. 4] και κλέφτες που σπανίως συλλαμβάνονται και τιμωρούνται. Οι άνθρωποι αισθάνονται φόβο και ανασφάλεια. Οι ληστές κλέβουν τους πιο ευκατάστατους για προφανείς λόγους. Οι πλούσιοι της εποχής είναι συνήθως έμποροι που αποκτούσαν περιουσία με σκληρή εργασία. Από τις παραπάνω διηγήσεις είναι εμφανής η ανασφάλεια που προκαλούσε η ληστεία και η κλοπή και ιδιαιτέρως η δράση συγκεκριμένων ληστοσυμμοριών όπως του Νταβέλη ή των Ρετζαίων στη περιοχή του Ζαγορίου κ.α., τόσο στους πλούσιους που είχαν πολλά να χάσουν, όσο και στον απλό πληθυσμό που έτρεμε από το φόβο του. Οι συνεργάτες των ληστών, οι καταδότες, αποτελούσαν μειοψηφία του πληθυσμού της περιοχής και ήταν ιδιαιτέρως μισητοί. Για κάποια μέλη των ορεινών κοινωνιών και όχι μόνον, οι ληστές παρά τα εγκλήματά τους, ήταν ήρωες και σ’ αυτό συνηγορεί η ύπαρξη ληστρικών τραγουδιών και αργότερα ληστρικών λαϊκών μυθιστορημάτων.

Ο κώδικας των ληστών [σημ. 5]

Άρθρα: 1-16

1ον. Οι ληστές οφείλουν να καταδιώκουν και να εξοντώνουν όσους επιδιώκουν την καταστροφή τους.

2ον. Οφείλουν να συλλαμβάνουν όσους υποδεικνύουν στην εξουσία ληστές, να τους ακρωτηριάζουν παραδειγματικά και αν το επαναλάβουν να τους σκοτώνουν. Τα πτώματα των σκοτωμένων καταδοτών τους να τα εκθέτουν σε δημόσια θέα.

3ον. Να απαγάγουν τους πλούσιους και να ζητάνε τόσα λύτρα όσα αυτοί μπορούν να δώσουν.

4ον. Σε περίπτωση που πιάνουν αιχμάλωτο και ζητούν λύτρα που δεν δίδονται από την οικογένειά του, να τον αποκεφαλίζουν. Το κεφάλι του αιχμαλώτου να στέλνεται στους συγγενείς.

5ον. Σε περίπτωση που σταλούν λιγότερα χρήματα για την εξαγορά του αιχμαλώτου απ’ όσα ζητήθηκαν, οι ληστές αποφασίζουν με κλήρο αν θα δεχτούν την προσφορά. Σε περίπτωση που αποδέχονται την ελλιπή προσφορά, κόβουν το ένα αυτί του αιχμαλώτου και τον αφήνουν ελεύθερο.

6ον. Κάποιος που συλλαμβάνεται αιχμάλωτος από τους ληστές για πρώτη φορά, δεν αφήνεται επ’ ουδενί ελεύθερος άνευ καταβολής λύτρων.

7ον. Σε περίπτωση που η ληστρική συμμορία έχει μαζί της αιχμάλωτο και την καταδιώκει στρατιωτικό απόσπασμα και δεν μπορεί να τον μεταφέρει ζωντανό μαζί της, να τον σκοτώνει.

8ον. Οι ληστές οφείλουν να σέβονται τους κομιστές των λύτρων και να τους δίνουν μικρά χρηματικά δώρα.

9ον. Ο αιχμάλωτος των ληστών που είναι δεμένος μόλις δοθούν τα λύτρα λύνεται, αφήνεται ελεύθερος και του δίνουν μικρά δώρα.

10ον. Εάν οι ληστές υποπτευθούν ότι κάποιος από τη συμμορία τους σχεδιάζει θάνατο συναδέλφου τους, θανατώνεται αμέσως.

11ον. Ουδείς γίνεται δεκτός στη ληστρική συμμορία, εάν δεν έχει ήδη ενοχοποιηθεί για κάποια παράνομη πράξη.

12ον. Σε περίπτωση που κάποιος αιχμάλωτος αποδράσει από τα χέρια του επιβλέποντος ληστή, ο ληστής χαρακτηρίζεται ανάξιος του επαγγέλματος και αποβάλλεται από τη συμμορία.

13ον. Να πληρώνουν οπωσδήποτε την αξία των αιγοπροβάτων που καταναλώνουν στους βοσκούς.

14ον. Να διαθέτουν σε ερημοκλήσι, ναό ή μοναστήρι χρηματικό ποσό για την κατασκευή εικόνας ή κάποιου άλλου εκκλησιαστικού σκεύους για εξιλέωση των αμαρτημάτων τους.

15ον. Να φροντίζουν τους αιχμαλώτους τους, ανάλογα με την κοινωνική τους θέση.

16ον. Να μην ενοχλούν τις γυναίκες.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και ο κώδικας τιμής των λήσταρχων που δημοσίευσε 27 χρόνια αργότερα από τον ανθυπολοχαγό Ανδρέα Μοσχονήσιο, ο ιστορικός Γεώργιος Π. Κρέμος στο Ημερολόγιον Σκόκου:

Μια απεχθής τελετουργία: «Ὁ προδούς κλέφτην κλέφτης κατακρεουργεῖται κοπτόμενος εἰς τεμάχια ἐνώπιον συμπάντων τῶν συμμοριτῶν, παρόντος καί εἰσηγουμένου ὡς εἰσαγγελέως αὐτοῦ τοῦ ἀρχιλῃστοῦ, τό δέ πτῶμα αὐτοῦ ρίπτεται ἄταφον βορά τῶν πτηνῶν καί ἀγρίων θηρίων. Ὡσαύτως θανατοῦται καί ὁ φονεύς συμμορίτου, ὁ δέ φονεύς τοῦ ἀρχηγοῦ μετά διαπόμπευσιν ὑποχρεοῦται νά διέλθῃ διά μέσου τῶν εἰς δύο στίχους παρατεταγμένων συμμοριτῶν, δι’ ὧν διά μαχαιρῶν (γιαταγανίων) κατακόπτεται (πετσοκόβεται) ὑπό τάς ἀράς αὐτῶν».

Ήθη και έθιμα των ληστών:

«Οὐδείς γίνεται δεκτός ἔν τινι συμμορία ἐάν μή διέπραξε φόνον ἢ τοὐλάχιστον ἐάν μή ἐξετέλεσε μεγάλην ποινική πρᾶξιν. Ό δέ μή ἐκτελέσας τοιαύτην πρᾶξιν μένει πάντοτε ὑπό ἐπιτήρησιν καί ὑπό δοκιμασίαν, ἔως οὗ κακουργήσῃ, παρόντων συμμοριτῶν ἀξιοπίστων».

«Ό μολύνας γυναῖκα ὓπανδρον χριστιανήν ἀποβάλλεται ἀμελητί ἐκ τῆς συμμορίας καί ἀποκηρύσσεται ὡς ἂτιμος, ὁ δέ Τούρκισσαν μισεῖται ὡς μαγαρισμένος, ὀ δέ φθείρας παρθένον αἰχμαλωτίδα αὐτῶν Χριστιανήν φονεύεται».

Ο κώδικας των ληστών έχει σκοπό τη διατήρηση της συνοχής της συμμορίας και κάθε παρέκκλιση απ’ αυτόν τιμωρείται αυστηρά. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν από την καταγραφή του Γ.Π. Κρέμου και τα ακόλουθα:

– Ο ληστής που χτίζει εκκλησία τιμάται ιδιαιτέρως από τη συμμορία η οποία του αναθέτει τη διευθέτηση διαφωνιών των μελών της. Αντιθέτως ο ληστής που κλέβει εκκλησία υποχρεώνεται σε αγγαρείες, υποχρεωτικές ελεημοσύνες και επιστροφή στο διπλάσιο των κλοπιμαίων.

– Ο ληστής που εκουσίως ελευθερώνει Τούρκο αιχμάλωτο της συμμορίας, φονεύεται, αντιθέτως αν του ξεφύγει, αποβάλλεται απ’ αυτήν. Ο ληστής που του ξεφύγει χριστιανός αιχμάλωτος, τιμωρείται από τη συμμορία. Ο ληστής που εκουσίως ελευθερώνει χριστιανό αιχμάλωτο, υποβιβάζεται σε ατιμωτικό ρόλο υπηρέτη. Αναλυτικότερα: «…εἰς τό ὑδροφορεῖν, (σκουπλατζῆς), παρασκευάζειν τάς ἐκ κλάδων στιβάδας ὡς στρωμνάς (γιατάκια) πρός κατάκλισην τῶν συμμοριτῶν,  εἰς τό οἰνοχοεῖν, καί ὑδροχοεῖν…».

– Ληστής που τον διατάξει ο λήσταρχος να διαπράξει φόνο και δεν το κατορθώσει, υποβιβάζεται σε θέση δοκίμου χλευαζόμενος. Αν παρακούσει την εντολή του αρχηγού από συμπάθεια προς το θύμα, αποβάλλεται από τη συμμορία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι θρησκευτικός και εθνικός ρατσισμός χαρακτηρίζει τα μέλη της ληστρικής συμμορίας, καθώς και μια μη αναμενόμενη ευσέβεια όπως προκύπτει από τον κώδικά τους.

«Εζωγραφίσθη στανικώς»: Η αναίρεση ενός τοπικού γοητευτικού θρύλου της Ηπείρου

Ο Διαμάντης Σπάτουλας ήταν διαβόητος λήσταρχος ή προύχοντας [σημ. 6] στο χωριό Αλποχώρι [σημ. 7] Μπότσαρη Ιωαννίνων.

Στον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, γνωστό στους ντόπιους και ως μονή Στόγερη, που βρίσκεται στο χωριό Αλποχώρι Μπότσαρη Ιωαννίνων, παρίσταται σε απροσδόκητη θέση στον νοτιοδυτικό κίονα απέναντι από την είσοδο, μια παράξενη προσωπογραφία. Πρόκειται για ολόσωμη παράσταση αρματωμένου φουστανελοφόρου άνδρα. Φοράει κόκκινο σκουφί, το πρόσωπό του είναι ξυρισμένο και έχει λίγο μουστάκι. Φοράει κόκκινο μακρυμάνικο ντουλαμά, φουστανέλα, άσπρες κάλτσες και στο ζωνάρι του έχει περασμένο μεγάλο χατζάρι. Με το δεξί του χέρι κρατάει ειλητάριο όπου γράφεται η φράση «ηγάπησα, Κύριε, ευπρέπειαν του οίκου σου», ενώ με το αριστερό βαστά μακρύκανο τυφέκιον. Η παράσταση εικονίζει τον χορηγό Διαμάντη Σπάτουλα. Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, κατά την παράδοση Καθολικόν της παλιάς μονής Στόγερη, μια τρίκλιτη καμαροσκεπής βασιλική, χτίστηκε σύμφωνα με επιγραφή το έτος 1764 και εικονογραφήθηκε το 1784 από τον ιερέα αγιογράφο Κωνσταντίνο [σημ. 8], που καταγόταν από το χωριό Φορτόσι Κατσανοχωρίων Ιωαννίνων. Οι ληστές, βασιλείς των ορέων, πλάνητες, κάτοικοι των σπηλαίων ή σκηνίτες, αγριωποί και αδίστακτοι, θεωρούνται από μερίδα του λαού, ήρωες. Ο καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Θανάσης Κούγκουλος [σημ. 9]  σε ανακοίνωσή του με θέμα: «“Εζωγραφίσθη στανικώς”, ο θρύλος της προσωπογραφίας του ληστή στη πεζογραφία του Χριστόφορου Μηλιώνη» [σημ. 10], έδωσε μια νέα ερμηνεία. Ο εικονιζόμενος Διαμάντης Σπάτουλας δεν είναι λήσταρχος, όπως είχε θεωρήσει ο Κίτσος Μακρής, αλλά επίτροπος του ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου, προύχοντας του χωριού και πιθανόν αρχηγός της σουλιώτικης φάρας των Σπατουλαίων. Η ορθή ανάγνωση της επιγραφής έχει ως εξής: «μη θέλοντος στανικώς» και όχι «εζωγραφίσθη στανικώς», που σημαίνει ότι ζωγραφίστηκε άνευ ουδενός καταναγκασμού, οικειοθελώς, δηλαδή όπως συμφώνησε ο ζωγράφος με τον χορηγό του έργου.

Ανάλογη περίπτωση παράστασης αρματολού σε εκκλησία έχουμε από το Πήλιο. Πρόκειται για τον καπετάν Στέργιο Μπασδέκη που εικονίζεται σε λιθανάγλυφο του 1796, στο ναό της Παναγίας Λαμπρινού Πηλίου. Σημειωτέον ότι στην οικογένεια Μπασδέκη είχε δοθεί από τους Οθωμανούς, το αρματολίκι [σημ. 11] του Πηλίου.

Ο γοητευτικός θρύλος για τον λήσταρχο Διαμάντη Σπάτουλα, χορηγό της αγιογράφησης του ναού, δημιουργήθηκε από την πρώτη ανάγνωση της επιγραφής «εζωγραφίσθη στανικώς», δηλαδή ότι ο αγιογράφος Κωνσταντίνος εξαναγκάστηκε να ζωγραφίσει τον υποτιθέμενο λήσταρχο Διαμάντη Σπάτουλα, που ήταν και χορηγός του έργου. Η  πρώτη δημοσίευση του θρύλου αυτού γίνεται από τον Χριστόφορο Μηλιώνη στο οδοιπορικό αφήγημα του «Δωδώνη – Λάκκα Σουλίου», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΝΔΟΧΩΡΑ Ιωαννίνων το έτος 1962 (τεύχη 17-18 / Μάιος – Αύγουστος).

Την πληροφορία για την ύπαρξη της τοιχογραφίας του ολόσωμου αρματωμένου άνδρα στον συγκεκριμένο ναό, ούτως ή άλλως ασυνήθιστη, έδωσε ο ποιητής Φρίξος Τζιόβας, συνεργάτης του Χριστόφορου Μηλιώνη στο λαογράφο Κίτσο Μακρή [σημ. 12]. Ο λαογράφος Κίτσος Μακρής, γνωστός για τις λαογραφικές του έρευνες στην περιοχή του Πηλίου, γράφει άρθρο το 1966 στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», με τίτλο «Εζωγραφίσθη στανικώς», που ξαναδημοσιεύεται με τον ίδιο τίτλο στο βιβλίο του Βήματα (εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1979). Ο θρύλος της προσωπογραφίας ενός ληστή, του Διαμάντη Σπάτουλα, στην πεζογραφία του Χριστόφορου Μηλιώνη κατέγραψε μια προφορική τοπική παράδοση. Το 1975, πριν από 50 χρόνια, ο νεαρός τότε αρχαιολόγος  Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος [σημ. 13], σημερινός ομότιμος καθηγητής βυζαντινής αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Κύπρου, που υπηρετούσε στην 8η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, επισκέφτηκε τον ναό Κοίμησης της Θεοτόκου στο χωριό Αλποχώρι Μπότσαρη Ιωαννίνων και περιγράφει στα Χρονικά του Αρχαιολογικού Δελτίου το εικονογραφικό του πρόγραμμα και την κατάσταση των τοιχογραφιών του, χωρίς όμως να υποκύπτει στη γοητεία του τοπικού θρύλου. Ο τοπικός θρύλος του φιλόκαλου ληστή Διαμάντη Σπάτουλα δημιουργήθηκε από παράγοντες της περιοχής και διογκώθηκε από την πεζογραφία του Χριστόφορου Μηλιώνη.

Η Δούκισσα της Πλακεντίας και η σπηλιά του Νταβέλη

Για να δημιουργηθεί ένας τοπικός θρύλος απαιτείται ένα πραγματικό γεγονός το οποίο η λαϊκή φαντασία διογκώνει και εμπλουτίζει με τον δικό της τρόπο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση αθηναϊκού θρύλου για την δήθεν ερωτική σχέση της Δουκίσσης της Πλακεντίας [σημ. 14] με τον λήσταρχο Νταβέλη [σημ. 15]. Αφορμή για τη δημιουργία αυτού του μύθου υπήρξε το γεγονός της απαγωγής της Δούκισσας της Πλακεντίας ενώ πραγματοποιούσε εκδρομή στην Πεντέλη με την συνοδεία της, από τον ληστή Σπύρο Μπίμπιση. Η αιχμαλωσία της Δούκισσας από τον Μπίμπιση έληξε άδοξα για αυτόν καθώς την απελευθέρωσαν οι κάτοικοι Αμαρουσίου και Χαλανδρίου. Η λαϊκή φαντασία δημιούργησε τον θρύλο για τον δήθεν έρωτα της Δούκισσας για τον λήσταρχο Νταβέλη, που βεβαίως δεν υπήρξε καθώς αυτή ήταν τότε 61 ετών και ο Νταβέλης 14. Κάθε τοπικός θρύλος έχει και κάποια στοιχεία πραγματικότητας γύρω από τα οποία η λαϊκή φαντασία πλέκει τον μύθο της. Η Δούκισσα της Πλακεντίας κυκλοφορούσε στην περιοχή της Πεντέλης, όπου ήδη από το 1840 είχε αγοράσει από την ομώνυμη μονή 1.738 στρέμματα γης. Αργότερα ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Κλεάνθη να κάνει τα σχέδια για το Καστέλο της Ροδοδάφνης, γνωστό ως Πύργο της Δούκισσας της Πλακεντίας, καθώς και τρεις οικίες για την κατασκευή των οποίων συνεργάστηκαν ο αρχιτέκτων Χριστιανός Χάνσεν και ο μηχανικός Αλέξανδρος Γεωργαντάς. Ο Νταβέλης χρησιμοποιούσε ως ορμητήριό του τη σπηλιά που πήρε το όνομά του. Η σπηλιά του Νταβέλη στην Πεντέλη βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του ομώνυμου όρους και σε υψόμετρο 700 μ. Στα βυζαντινά χρόνια υπήρχε εκεί δίδυμο σπηλαιώδες ναΰδριο [σημ. 16] αφιερωμένο στους Αγίους Σπυρίδωνα και Νικόλαο, κοσμούμενο με εξαιρετικής τέχνης τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο 1233-34.

Ο ποιητής, ο ληστής και ένα πεπόνι

Πρόκειται για ένα περιστατικό από τη ζωή του ποιητή Άγγελου Σικελιανού, που πρωτοδημοσίευσε ο καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ευάγγελος Σκουβαράς [σημ. 17]. Δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του ο ποιητής διηγήθηκε το περιστατικό στον Ευάγγελο Σκουβαρά, που τότε ήταν γραμματεύς του.

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας των Δελφικών Εορτών, όπως διηγείται ο ποιητής, έμενε σε ένα σπίτι κάπου στην Αράχωβα. Ένα βράδυ ένας γιδοβοσκός έφερε στον ποιητή ένα κακογραμμένο σημείωμα από τον ληστή Μοναστηριώτη που τριγυρνούσε επικηρυγμένος στην περιοχή και τρομοκρατούσε τον κόσμο. Με το σημείωμά του ο Μοναστηριώτης παραγγέλνει στον ποιητή να κατέβει τα μεσάνυχτα στη ρεματιά κοντά στη βρύση, φέρνοντάς του μυστικά 10.000 δραχμές. Ο ποιητής πήγε στο νυχτερινό ραντεβού και συνάντησε τον ληστή χωρίς να έχει μαζί του τα χρήματα που του ζήτησε. Φτάνοντας στη ρεματιά ο Σικελιανός ένοιωσε δύο γερά χέρια να τον αρπάζουν και να τον κρατούν ακίνητο. Ο Μοναστηριώτης τον ρωτάει με άγριο τρόπο αν έχει αποκαλύψει σε κάποιον τη συνάντησή τους, ο ποιητής τον καθησυχάζει. Ο ληστής χαλάρωσε το σφίξιμο και σημαδεύοντας τον με το όπλο τον ρώτησε αν έφερε τα χρήματα.

– Όχι, αδελφέ, δεν τα ‘φερα, του αποκρίθηκε με ηρεμία ο ποιητής.

Ο ληστής έγινε θηρίο:

– Και τότε τι μου κόπιασες εδώ πέρα;

– Ήρθα να σε γνωρίσω. Είχα ακουστά πως είσαι κακούργος, μα δεν το πίστεψα. Εγώ σε φανταζόμουνα λεβέντη…

Ο ληστής σιγά σιγά κατέβασε το όπλο και ο ποιητής του ‘κανε θέση στον κορμό ενός ξεραμένου πλατάνου λέγοντάς του:

– Κάτσε, αδελφέ, να τα πούμε.

Ο ληστής κάθισε και ρώτησε τον ποιητή: – Γιατί κυρ Άγγελε δεν έφερες τα λεφτά, ο κόσμος ξέρει πως έχεις πολλά.

– Έχω, αδελφέ, όσα μου ζήτησες και άλλα τόσα, μα δε με φτάνουν!

Ο ληστής απόρησε και ο ποιητής συνέχισε:

– Έχω μπροστά μου ένα μεγάλο έργο και για να πετύχει όσα λεφτά και να βάλω, είναι λίγα.

– Τι δουλειά είναι αυτή κυρ Άγγελε; Και τι γυρεύεις εσύ σε τούτες τις ερημιές μαζί μ’ εμάς τους παράνομους;

– Μπορούσα κι εγώ να μένω στην Αθήνα μέσα στα καλά μου, όμως ένιωσα να με καλούν ετούτα τα ερείπια στους Δελφούς κι εσύ!

– Εγώ; απόρησε ο ληστής. Πρώτη φορά σε κάλεσα.

– Εσύ, αδελφέ, με κάλεσες κι ας μην το ξέρεις. Εσύ κι όλη η Ρωμιοσύνη. Κι ο ποιητής με απλά λόγια, άρχισε να μιλάει στον ληστή για τη Δελφική Ιδέα. Του είπε για την ανάγκη μιας λύτρωσης που θα προέλθει από τον λαό, τα μνημεία της αρχαιότητας και τη μόρφωση.

Ο Άγγελος Σικελιανός εξιστορούσε στον ληστή λεπτομερώς τη Δελφική Ιδέα. Ο ληστής δεν καταλάβαινε και πολλά πράγματα, όμως τα λόγια του ποιητή του άγγιξαν τη καρδιά. Ο ποιητής βλέποντας πια τον ληστή να κρέμεται από τα χείλη του, συνέχισε τη μύηση. Σ’ όλο τον κόσμο χιλιάδες άνθρωποι σκέφτονται μ’ αυτό τον τρόπο αλλά μεμονωμένοι όπως είναι μένουν μια ασήμαντη μειοψηφία αντί να ενωθούν σε ‘να κίνημα παναθρώπινο, που θα μετέδιδε σε όλους και  στις νέες γενιές το Δελφικό μήνυμα, που θα θεμελίωνε παντού την ανθρωπιά και την αδελφοσύνη.

Ο ληστής άκουγε με συγκίνηση. Ο ποιητής συνέχισε, τα όμορφα τούτα λόγια πρέπει να γίνουνε πράξη! Και άρχισε να του αναλύει με πολύ απλά λόγια την πρακτική οργάνωση της Δελφικής Ιδέας. Ο ληστής ακούγοντας τον Σικελιανό ένιωθε να ταυτίζεται με το όραμά του. Έβλεπε τον εαυτό του να χορεύει λεβέντικα τον τσάμικο, θυμόταν τις κεντητές μαξιλάρες της μάνας του με τα λαϊκά σχέδια και αγωνιζόταν ως νέος στα αλώνια του χωριού του.

Η Δελφική Ιδέα, συνέχισε ο ποιητής δεν είναι υπόθεση μόνον δική μου ή του κράτους, αλλά όλων των Ελλήνων και δική σου. Ο ληστής απόμεινε άναυδος. Ποτέ του δεν είχε σκεφτεί ότι αυτός, ένα κυνηγημένο αγρίμι είχε μια τέτοια αποστολή. Πρέπει όλοι μας να συμβάλουμε συνέχισε ο ποιητής.

Ο ληστής είπε στον ποιητή: – Και πού να βρω, ο δόλιος εγώ, παράδες; Δεν έχω πάνω μου δεκάρα τσακιστή. Μετά από λίγο ο ληστής είπε στον ποιητή:

– Ξέρεις κυρ Άγγελε; Μέσα στο ντορβά μου έχω ένα πεπόνι. Το έκλεψα το δειλινό από ένα μποστάνι. Θες να το πάρεις; Έβγαλε από το ταγάρι του το πεπόνι και το πρόσφερε στον ποιητή. Ο ποιητής γέλασε, σηκώθηκε, αγκάλιασε το ληστή και τον χτύπησε στη πλάτη λέγοντάς του:

– Μετά χαράς! Τι νομίζεις; Δεν τρώνε πεπόνια όσοι δουλεύουν για τη Δελφική Ιδέα; Ο ποιητής μοίρασε το πεπόνι στα δύο. Το ‘φαγαν αμίλητοι. Κάποια στιγμή, ο ληστής έκοψε τη σιγή:

– Συμπάθα με κυρ Άγγελε, ξέρεις τι σκέφτηκα; Αυτή τη Δελφική Ιδέα μου φαίνεται καλύτερα να την πούμε Αδελφική Ιδέα! Ο ποιητής χαμογέλασε χωρίς να μιλήσει. Κόντευε να ξημερώσει. Κάποια στιγμή ο ληστής πετάχτηκε απάνω, πήρε τον τορβά του και το τουφέκι, και έκανε να φύγει. Οι δύο άνδρες έδωσαν τα χέρια και φιλήθηκαν σταυρωτά. Κι ο ληστής είπε με τρυφερότητα:

– Έχε γεια κυρ Άγγελε. Μπορεί να ξανασμίξουμε, μπορεί και όχι. Ένα μονάχα σου λέω: δεν ήμουν κακός άνθρωπος. Να με θυμάσαι, θα σε θυμάμαι κι εγώ. Και θα είμαι μπεσαλής στην Ιδέα!

Πέρασαν δύο μήνες. Μια μέρα, χαράματα, χτύπησε η πόρτα του ποιητή. Εκείνος ξύπνησε και πήγε ν’ ανοίξει. Ένας άγνωστος τσοπάνης στεκόταν στο κατώφλι. Τον έμπασε μέσα, τον έβαλε να καθίσει.

– Δεν θα καθίσω, κυρ Άγγελε. Ζωή σε λόγου σου! Ο κουμπάρος μου ο Μοναστηριώτης μας άφησε χρόνους…

Και του διηγήθηκε πως, λίγες ημέρες πρωτύτερα, ένα απόσπασμα κυνήγησε τον ληστή. Απάνω στο τουφεκίδι, μια σφαίρα τον βρήκε στο πόδι. Πυροβολώντας και κουτσαίνοντας, κατόρθωσε να ξεφύγει. Έφτασε στη στάνη του κουμπάρου του. Εκείνος τον φρόντισε, πρότεινε να του φέρει γιατρό από το Λιδωρίκι, αλλά ο ληστής αρνήθηκε. Η πληγή δυστυχώς κακοφόρμισε και το πόδι του πρήστηκε. Ο ληστής πέθανε μέσα στη βδομάδα.

– Βασανίστηκε ο καημένος. Τον έκαιγε η θέρμη. Και όλο για σένα μιλούσε, κυρ Άγγελε. Μου είπε να  ‘ρθω να σε βρω, να σου δώσω τα στερνά του χαιρετίσματα. Όλο για κάτι αδελφούς μιλούσε, και παρακαλούσε το Θεό, να πετύχουν τα σχέδια. Θα ‘χε, ως φαίνεται, χάσει τα συλλοϊκά του! Θεός σχωρέσ’ τον, δεν ήταν κακός άνθρωπος.

Έκανε να φύγει, στην πόρτα σταμάτησε:

– Μην πεις τίποτα, κυρ Άγγελε, και βρω κανέναν μπελά, φαμελιάρης άνθρωπος…

Και έκλεισε αθόρυβα την πόρτα.

Άνδρες χρηστοί ἐγένοντο λησταί…

Ο τίτλος οφείλεται σε κείμενο του ιστορικού Γεωργίου Π. Κρέμου [σημ. 18] που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ημερολόγιον Σκόκου  (τ. 11, 1896), απόσπασμα του οποίου παραθέτουμε αυτούσιο παρακάτω:

«Τούτων οὓτως ἐχόντων, ἐν τοῖς κόλποις τῶν πολυπληθῶν ληστρικῶν συμμοριῶν τῆς ἐλευθέρας Ὲλλάδος πλεῖστoι ὄσοι ὑπῆρξαν ἄνδρες χρηστοί, οἵτινες οὐχί οἰκεία βουλήσει, ἀλλ’ ἀκουσίως ἐγένοντο λησταί. Ὄπως ἐπί τῆς ρωμαϊκῆς καί τουρκικῆς δεσποτείας οἱ ἂρχοντες, οἱ στρατιωτικοί καί πολιτικοί λειτουργοί τοῦ κράτους ἀδικούντες ἠνάγκαζον χρηστοτάτους ἂνδρας ἐξ ἀπελπισμοῦ νά τρέπωνται εἰς τόν ληστρικόν βίον, οὕτω καί ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς χρόνοις. Πολλοί δήμαρχοι, ἀστυνόμοι, χωροφύλακες σκαιοί καί βίαιοι, ἂδικοι καί αἰσχροί καί ἐν γένει λειτουργοί παράνομοι δημόσιοι, μάλιστα δέ δικαστικαί ἀποφάσεις ἀδικώταται, ἠνάγκασαν ἀνθρώπους, ἀπροστατεύτους ἐν τῆ πολιτικῇ διαφθορᾷ, μή ἀπολαύοντας τῶν εὐεργετημάτων τῶν μή ἐφαρμοζομένων τοῖς πᾶσιν ἀδεκάστως νόμων τῆς πολιτείας, νά καταφεύγωσιν ὑπό τήν προστασίαν τῶν ἀγράφων νόμων τῶν ὀρέων, τῶν μέχρι κεραίας ἐφαρμοζομένων τοῖς πᾶσιν ἀδιακρίτως. Ὲντεῦθεν δέ οἱ ἐκ χρηστῶν γεννηθέντες και χρηστῶς ζῶντες ὑπό αἰσχρῶν καί παρανόμων σκληρά παθόντες ἐν τῇ παρανόμῳ πολιτείᾳ χρηστοί ἂνθρωποι, ἐξ ἀνάγκης λῃσταί γενόμενοι, ἀπέθανον οἰκτρόν θάνατον φονευθέντες ἤ ἐπί τοῦ ἰκριώματος ὡς θηριώδη τέκνα τῶν ὀρέων καρατομηθέντες ὑπό τάς ἀράς τῶν αὐτούς ἀδικησάντων παρανόμων κατοίκων τῶν πόλεων· καί οὓτω συμβαίνει τό παράδοξον ἐν τῇ ἰστορία τῶν ἐθνῶν ὁ μέν πρῶτος  ἁδικήσας ἁπολαύει τῆς προστασίας τῶν νόμων ἐν  τῇ πολιτείᾳ καί τιμώμενος ἐξακολουθεῖ ἀδικῶν, ὁ δέ ἀδικηθείς καρατομεῖται!»

Ο ιστορικός Γεώργιος Π. Κρέμος, όπως προκύπτει από το ανωτέρω κείμενό του, πιστεύει ότι κάποιοι ληστές κατέφυγαν στην παρανομία μετά από κάποια αδικία. Η άποψη αυτή του Κρέμου έχει κάποια αλήθεια δεδομένου ότι στις ταραγμένες απαρχές του ελληνικού κράτους για κάποιους αδύναμους ανθρώπους, χωρίς πολιτικά στηρίγματα, η αδικία μετατρέπεται σε ανυπακοή και ανταρσία. Αναμφισβήτητα όμως η κάπως ρομαντική αυτή άποψη του Γεωργίου Κρέμου συντηρεί τον μύθο του καλού ληστή. Καλός ληστής και κρυφό σχολειό δεν υπήρξαν. Η ληστεία είναι διαχρονική, κακουργηματική πράξη που αποσκοπεί στην απόσπαση και οικειοποίηση ξένων αγαθών από τον κάτοχό τους με χρήση βίας που φτάνει ως τον φόνο. Ο ληστής τρομοκρατεί, λεηλατεί, λαφυραγωγεί και φονεύει.

Η γοητεία του τρόμου ή όταν το φόβητρον γίνεται θέλγητρον

Η ληστεία και οι συνέπειές της ταλαιπώρησαν τον πληθυσμό του νεότερου Ελληνικού κράτους για περίπου ενάμιση αιώνα. Η δραστηριότητα των ληστών οι οποίοι έκλεβαν, τρομοκρατούσαν, βασάνιζαν και σκότωναν τα θύματά τους ασφαλώς δεν ήταν θεάρεστη πράξη. Αναμφιβόλως οι ληστές ήταν τα κακά παιδιά της κοινωνίας, βίαια, αδίστακτα και ανυπότακτα που ωστόσο η δραστηριότητα τους σαγήνευε ένα τμήμα της κοινωνίας που τους θεωρούσε ήρωες. Έτσι έχουμε απεικονίσεις ληστών, πραγματικές ή φανταστικές, φωτογραφίες, δημοτικά τραγούδια, ληστρικά μυθιστορήματα [σημ. 19], βιογραφίες ληστών, θεατρικά έργα, τηλεοπτικές εκπομπές, όπως «Η μηχανή του χρόνου» του Βασιλόπουλου αλλά και σύγχρονα τραγούδια με ήρωες ληστές.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πίνακες του Θεόφιλου (1873-1934): Ο Λήσταρχος Χρήστος Νάτσιος Νταβέλης το 1855,  Ο Λήσταρχος Μανώλης, ένας Λήσταρχος, Κιρκάσιος λήσταρχος, Τσακιτζής [σημ. 20] κ.ά. Ο φωτογράφος Αθανάσιος Μάνθος έκανε τα πορτρέτα των λήσταρχων Φώτη Γιαγκούλα και Θωμά Γκαντάρα. Η καρατομημένη κεφαλή του λήσταρχου Νταβέλη, δημόσιο θέαμα στη πλατεία Συντάγματος το 1856, σχεδιάστηκε από τον νεαρό τότε Νικόλαο Γύζη. Λίγα χρόνια αργότερα ο Γύζης, πηγαίνοντας για σπουδές ζωγραφικής στο Μόναχο, έδειξε στον δάσκαλό του το σχεδίασμα του αποκεφαλισμένου Νταβέλη. Ο δάσκαλος του Γύζη εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της μορφής του Νταβέλη και κράτησε το σχεδίασμα του νεαρού μαθητή του το οποίο αργότερα του χρησίμευσε ως πρότυπο για τον πίνακά του «Το Άγιο Μανδήλιο» [σημ. 21].

Ο Γάλλος αρχαιολόγος και συγγραφέας Edmond About (1828-1885) [σημ. 22] στο βιβλίο του Le roi des montagnes  (Ο Βασιλεύς των ορέων) περιγράφει και σατιρίζει χωρίς πάθος και κακία μια κωμικοτραγική πραγματικότητα. Στο μυθιστόρημα αυτό ζωντανεύει έναν κόσμο λήσταρχων, οργάνων της τάξεως, ξένων περιηγητών, αγροτών και πρωτευουσιάνων που κινείται γύρω από τον κεντρικό ήρωα, τον λήσταρχο Χατζησταύρο. Ο Χατζησταύρος, ως μυθιστορηματικός ήρωας, αποτελεί ένα κράμα λεβέντη και πλιατσικολόγου, ευαισθησίας και βαρβαρότητας, κυριάρχου και δούλου. Οι σύγχρονοί του Έλληνες, αλλά και πολλοί μεταγενέστεροι, μίσησαν τον Edmond About για αυτό του το βιβλίο θεωρώντας τον μισέλληνα και φιλότουρκο. Γεγονός όμως είναι ότι ο Edmond About αγάπησε την Ελλάδα όπως ήταν, όχι μόνο για το ένδοξο της παρελθόν, αλλά με τις πληγές, τα πάθη και τα προβλήματά της.

Το 1982 ο Ηπειρώτης Γιώργος Αρμένης έγραψε το θεατρικό έργο «Ο τρομερός λήσταρχος Χρήστος Νταβέλης» [σημ. 23], που ανέβηκε από τον θίασο του Καρόλου Κουν την ίδια χρονιά, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη.

Τραγούδια με ήρωες ληστάρχους γράφονται και στις μέρες μας. Χαρακτηριστικά δείγματα αποτελούν ο Λιόντας, των Λευτέρη Παπαδόπουλου – Μάνου Λοΐζου (1972):

«Στο Πήλιο στην Αργαλαστή / πιάσαν το Λιόντα το ληστή / που ΄χε τα χέρια τέσσερα / τα πόδια δεκατέσσερα / κι έβλεπε κι απ’ την πλάτη / μ’ ένα μεγάλο μάτι»…

αλλά και ο λήσταρχος Νταβέλης των Κραουνάκη – Τσακνή:

«Μια φορά που ζούσα πέρα στην Ανθούσα, στο Πεντελικό / με μια φουστανέλα βάραγα φουρνέλα, τρόμαζα το ιππικό. / Σ’ όλα τα μπουρδέλα τ’ όνομά μου πρώτο, λήσταρχος Νταβέλης λήσταρχος μπουρλότο»…

Τοπικό ενδιαφέρον τέλος, παρουσιάζει το βιβλίο του δημοσιογράφου και πολιτικού Αντωνίου Σβώκου (1903-1956) [σημ. 24] που το 1955 χρημάτισε Νομάρχης Πρέβεζας Οι λήσταρχοι Ρετζαίοι και η ληστεία της Πέτρας, ολόκληρη η αιματηρά δράσις των (Αθήνα 1928) και το νεότερο του Νίκου Ι. Πάνου [σημ. 25] Ρετζαίοι, βασιλείς της Ηπείρου, που εκδόθηκε το 2006.

Στον καιρό μας ανάλογη περίπτωση είναι αυτή της μαφίας, η οποία με τη δράση της σκορπίζει θάνατο, εκμετάλλευση και δυστυχία, αλλά για χάρη της γράφονται τραγούδια, βιβλία και γυρίζονται τηλεοπτικές εκπομπές και κινηματογραφικές ταινίες, μερικές από τις οποίες εξαίρετες, όπως Ο νονός (The godfather, 1972), του Φράνσις Φόρντ Κόπολα, με τον Μάρλον Μπράντο στον ρόλο του Don Corleone.

Αποτρόπαια θεάματα

Πρόδηλον είναι ότι η ληστεία υπήρξε μάστιγα για το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία της εποχής, γι’ αυτό και επικήρυσσαν τους ληστές που τους καταδίωκαν αποσπάσματα της χωροφυλακής ή του στρατού. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής υπήρχαν θύματα και από τις δύο πλευρές. Οι διώκτες καρατομούσαν τις κεφαλές των επικηρυγμένων ληστών, που τις τοποθετούσαν σε τενεκέδες με πετρέλαιο ή χοντρό αλάτι και τις έστελναν στο εργαστήριο της Ιατροδικαστικής για να αποδείξουν ότι όντως φονεύτηκαν και να εισπράξουν τα χρήματα της επικήρυξης. Τις καρατομημένες κεφαλές διάσημων λήσταρχων, όπως για παράδειγμα των Γιαγκούλα και Νταβέλη, τις κάρφωναν σε πασσάλους και τις τοποθετούσαν σε κοινή θέα, σε δημόσιους χώρους για παραδειγματισμό. Στο Εγκληματικό Μουσείο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Γουδί [σημ. 26] διατηρούνται μέσα σε φορμόλη οι καρατομημένες κεφαλές των Γιαγκούλα και Νταβέλη που συντήρησε ο ιατροδικαστής Κωνσταντέλος.

Τελειώνοντας σημειώνουμε ότι από κείμενα ξένων περιηγητών [σημ. 27], Ελλήνων λογίων [σημ. 28] της εποχής, εφημερίδων, περιοδικών και δημοσίων εγγράφων προκύπτει ότι οι φυλακές του νεοελληνικού κράτους, που οι περισσότερες βρίσκονταν μέσα σε μεσαιωνικά κάστρα, ήταν γεμάτες, κυρίως, με ληστές. Η ληστεία είναι έγκλημα διαχρονικό. Οι ληστές, πέρα και πάνω από την προσωπική τους μυθολογία και μυθοπλασία, ήταν εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου, που στο πέρασμά τους σκόρπιζαν τρόμο και δυστυχία.

Εν κατακλείδι, επισημαίνουμε τα ακόλουθα: τα μέλη των ληστοσυμμοριών τηρούν με αυστηρότητα τον κώδικά τους, η εφαρμογή του οποίου εξασφαλίζει τη συνοχή και τη δύναμη της ομάδας.

Οι αιμοσταγείς αυτοί άνθρωποι είναι με τον τρόπο τους θεοφοβούμενοι, γι’ αυτό και κάνουν κάποιες δωρεές σε ναούς και μονές ελπίζοντας σε ευνοϊκή μεταχείριση από το Θείον.

Οι ληστές, όπως προκύπτει από τον κώδικά τους, οφείλουν να είναι σεξουαλικά εγκρατείς ως προς τις γυναίκες αιχμαλώτους τους. Αναλυτικότερα: ο ληστής που θα βιάσει παντρεμένη, χριστιανή γυναίκα αποβάλλεται από τη συμμορία και χαρακτηρίζεται άτιμος. Σε περίπτωση που κάποιος ληστής βιάσει αιχμάλωτον, της συμμορίας κόρην (παρθένον), που ενδεχομένως κρατείται για καταβολή λύτρων, θανατώνεται. Ο ληστής που θα βιάσει αλλόθρησκο και αλλοεθνή γυναίκα, «Τούρκισσα» θεωρείται μιαρός, μαγαρισμένος και τον σιχαίνονται. Ο ρατσισμός στην περίπτωση αυτή είναι σαφέστατος. Πολλοί λήσταρχοι οικοδόμησαν και συντήρησαν τον προσωπικό τους μύθο, προικίζοντας απόρους κορασίδας και ευεργετώντας ενδεείς χωρικούς. Οι ληστές, τέλος  συντηρούσαν ένα ευρύτατο δίκτυο πληροφοριών με σπιούνους και διεφθαρμένους πολιτικούς και κρατικούς υπαλλήλους που τους ενημέρωναν για την μελλοντική τους λεία.

Αφέντρα Γ. Μουτζάλη

Επίτιμη Έφορος Αρχαιοτήτων

* Θα ήθελα από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω τη γραμματέα μου Αλεξάνδρα Λ. Αθανασοπούλου για την πολύτιμη βοήθειά της.