Το εντυπωσιακό ιερό της Παρθένου, της πολιούχου θεάς της αρχαίας Νεάπολης, που ιδρύθηκε από Θάσιους άποικους τον 7ο αιώνα π.Χ στη βραχώδη χερσόνησο της Παναγίας (σημερινή παλιά πόλη της Καβάλας), συνεχίζει αιώνες μετά να αποκαλύπτει πολλά από τα μυστικά του. Αφορμή για τη γνωστοποίηση των μυστικών αυτών στάθηκε η επίσημη παρουσίαση των δύο τόμων («Το ιερό της Παρθένου στην αρχαία Νεάπολη. Εγχάρακτες και γραπτές κεραμικές επιγραφές από το ιερό και την Αιγαιακή Θράκη» και ο συλλογικός τόμος για την «Κεραμική, τις λίθινες επιγραφές και τα μικροευρήματα») που επιμελήθηκε η αναπληρώτρια καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης (ΔΠΘ) Αμαλία Αβραμίδου.

Οι δυο καλαίσθητοι τόμοι, γραμμένοι στα αγγλικά, εκδόθηκαν από τον εκδοτικό οίκο Brepols και πραγματεύονται τα χαρακτηριστικά της θεάς Παρθένου, τις λατρευτικές πρακτικές που λάμβαναν χώρα στο ιερό, τη σημασία του ως πολιτικού κέντρου της αρχαίας Νεάπολης και τον ρόλο του στα εμπορικά δίκτυα του Αιγαίου, αναδεικνύοντας τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του επιβλητικού ιερού.

Οι εντυπωσιακοί ιωνικού ρυθμού κίονες και κιονόκρανα του περίπτερου ιωνικού ναού που κοσμούσε το ιερό τον 5ο αιώνα π.Χ. που δεσπόζουν σήμερα στη νέα πτέρυγα του Αρχαιολογικού Μουσείου Καβάλας μαρτυρούν τη μοναδικότητα και τη σπουδαιότητα αυτού του ιερού στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας. Παράλληλα, οι δυο τόμοι παρουσιάζουν και ερμηνεύουν ένα πολύ μεγάλο πλήθος κινητών αρχαιολογικών ευρημάτων από τις ανασκαφικές έρευνες που όλα αυτά τα χρόνια παρέμειναν στην πλειονότητά τους αδημοσίευτα.

Η προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καβάλας Σταυρούλα Δαδάκη, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, αναφέρθηκε στη σπουδαιότητα του ιερού, υπογραμμίζοντας ότι «το ιερό της Παρθένου αναφέρεται συχνά στην βιβλιογραφία, καθώς τα ευρήματά του (κεραμική Αττική, Κορινθιακή, Ανατολίζουσα) είναι σημαντικά στη μελέτη της κεραμικής της Αρχαϊκής περιόδου και γιατί περιλαμβάνει στοιχεία για την ύπαρξη ενός πρώιμου λίθινου περίπτερου ιωνικού ρυθμού ναού στην Ελλάδα, όπου κυριαρχούσε ο δωρικός ρυθμός».

Η σημασία του ιερού της Παρθένου στην Αιγαιακή Θράκη

«Δεν έχουμε πολλά σωζόμενα παραδείγματα αρχαϊκών ιωνικών ναών στην Ελλάδα», επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κα Δαδάκη και συνεχίζει: «Ο πιο σημαντικός είναι το Ηραίο της Σάμου. Υπάρχει ένας ναός της Αρτέμιδος στη Δήλο, ο ναός του Διονύσου στη Νάξο που αναστηλώθηκε με τη συμμετοχή του Μανώλη Κορρέ. Τα κιονόκρανα και οι κίονες από το ιερό της Παρθένου υπολογίζεται ότι είχαν ύψος πέντε μέτρα και μαρτυρούν για την ύπαρξη ενός σημαντικού αρχιτεκτονήματος. Για τον λόγο αυτό το Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας περιλαμβάνεται στα εκπαιδευτικά προγράμματα των φοιτητών καθώς μελετούν τα κιονόκρανα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την εξέλιξη της μορφής των ιωνικών κιονοκράνων. Είναι ιδιαίτερα σημαντική λοιπόν η δημοσίευση του υλικού που επιμελήθηκε η κα Αβραμίδου, καθώς με τους δύο αυτούς τόμους το ιερό περιλαμβάνεται πλέον στα εγχειρίδια για τα αρχαία ιερά».

Στην εναρκτήρια ομιλία της στην εκδήλωση της παρουσίασης των τόμων η κα Δαδάκη τόνισε πως «η άφιξη το 1933 στην Καβάλα του πρώτου επιμελητή αρχαιοτήτων Γεώργιου Μπακαλάκη κινητοποίησε την πόλη να συγκεντρώσει το διάσπαρτο αρχαίο υλικό που είχε διασωθεί σε τοίχους, αυλές και χάνια», υπογραμμίζοντας τη σημασία της πρώτης χρηματοδότησης από τον δήμο Καβάλας, ύψους 2.000 δρχ., και της συνεργασίας μεταξύ τοπικών αρχών και επιστημόνων.

Η κα Δαδάκη περιέγραψε με γλαφυρότητα την εξέλιξη των σωστικών ανασκαφών, σημειώνοντας ότι «το ιερό της Παρθένου προσφέρει μια εξαιρετική πύλη προς τον αρχαίο κόσμο, με διάρκεια ζωής τουλάχιστον από τα τέλη του 6ου έως τον 4ο αιώνα π.Χ., ενώ η συλλογή των κινητών ευρημάτων που συγκεντρώθηκε όλα αυτά τα χρόνια στις αποθήκες του μουσείου είναι μεγάλη και σημαντικότατη».

«Το δημοσίευμα του Μπακαλάκη το 1936, με τον τίτλο Νεάπολη-Χριστούπολη-Καβάλα, συνέδεσε με αδιάψευστες μαρτυρίες για πρώτη φορά την Καβάλα με την αρχαία Νεάπολη, τεκμηριώνοντας την αδιάσπαστη συνέχεια της πόλης», υπογράμισε με έμφαση η προσταγμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καβάλας.

B.Wescoat: «Το μουσείο της Καβάλας είναι γεμάτο από το απροσδόκητο»

Η διευθύντρια της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα Μπόνα Γουέσκοουτ (Bonna Wescoat) στην καθόλα ενδιαφέρουσα ομιλία της, προσέφερε μια διεθνή και διεπιστημονική διάσταση στην εκδήλωση της παρουσίασης των δυο τόμων.

Με τον χαρακτηριστικό της τόνο, η κα Γουέσκοουτ επισήμανε: «Δώσαμε στις σύντομες παρατηρήσεις μας τον τίτλο “Νέο Φως σε Παλαιούς Φίλους”, γιατί εδώ και αρκετά χρόνια απολαμβάνουμε την παρουσίαση των σημαντικών ευρημάτων που αποκαλύφθηκαν κατά τις σωστικές ανασκαφές στο ιερό της Παρθένου».

Η ίδια εξήγησε τη μεγάλη σημασία του Αρχαιολογικού Μουσείου Καβάλας ως εκπαιδευτικού χώρου, προσθέτοντας ότι «ο χώρος αυτός είναι γεμάτος από το απροσδόκητο», αναφερόμενη στην έκπληξη που προκαλούν τα ευρήματα σε φοιτητές, με αναφορά σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και στην ευκαιρία να εντάξουν για πρώτη φορά τα δεδομένα αυτά στο πλαίσιο των γνώσεών τους.

Η Μπόνα Γουέσκοουτ στην διάρκεια της ομιλίας της συνέδεσε τα ευρήματα με την ευρύτερη περιοχή, εξηγώντας ότι «το ιερό της Παρθένου στην Αιγαιακή Θράκη προσφέρει τη δυνατότητα να επανατοποθετήσουμε την έρευνα της ελληνικής αρχαιολογίας γύρω από πολλαπλά αλληλένδετα αφηγήματα, συνδέοντας τη Θάσο, τη Σαμοθράκη και τον Έβρο».

Η διευθύντρια της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών αναφέρθηκε και στη σημασία της επιγραφικής κεραμικής, επισημαίνοντας ότι «τα γκράφιτι που έχουν χαραχθεί στα αγγεία αποκαλύπτουν πολλά για τη ζωή των ανθρώπων που τα χρησιμοποίησαν, αποτελώντας ιερή ιδιοκτησία που φέρει αριθμούς και αρχικά της Παρθένου».

Η πολιτιστική και ιστορική συνέχεια της Καβάλας

Οι τόμοι που παρουσιάστηκαν αποτυπώνουν με εξαιρετική ακρίβεια τη σημασία των κινητών ευρημάτων. Ο πρώτος τόμος, υπό την επιμέλεια της Αμαλίας Αβραμίδου, περιγράφει τις ανασκαφές, την ταυτότητα της θεάς και τα ιερά αντικείμενα, ενώ ο δεύτερος τόμος αναλύει την κεραμική, τα μικροευρήματα και τις λίθινες επιγραφές, αποκαλύπτοντας τις κοινωνικές και θρησκευτικές πρακτικές της εποχής.

Αξίζει να τονιστεί πως οι δύο τόμοι αποτελούν καρπό της ομάδας δημοσίευσης που συγκροτήθηκε το 2016 με προτροπή του καθηγητή και ακαδημαϊκού Μιχάλη Τιβέριου και της τότε προϊσταμένης της ΙΗ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Μαρίας Νικολαϊδου-Πατέρα. Στη διάρκεια της παρουσίασης των δύο τόμων μίλησαν επίσης η Επίτιμη Έφορος Αρχαιοτήτων Χάιδω Κουκούλη-Χρυσανθάκη, ενώ χαιρετισμό απηύθυνε και η καθηγήτρια του ΔΠΘ Μαρία Δημάση.

Η εκδήλωση, την οποία παρακολούθησε πλήθος κόσμου, ανέδειξε όχι μόνο τα αποτελέσματα των ανασκαφών και τη σημασία της δημοσίευσης των τόμων, αλλά και τη σπουδαιότητα της συνεργασίας μεταξύ αρχαιολόγων, ερευνητών και φοιτητών. Κοινός στόχος όλων να τεκμηριωθεί και να διασωθεί η ιστορία ενός τόπου που υπήρξε στρατηγικό και πολιτισμικό κέντρο από τον 7ο αιώνα π.Χ. έως σήμερα.

Οι δύο τόμοι προσφέρουν, ίσως για πρώτη φορά, ένα ολοκληρωμένο εργαλείο για τη συνολική μελέτη της αρχαίας Νεάπολης και του ιερού της Παρθένου. Την ίδια στιγμή, η εκδήλωση λειτούργησε σαν μια γέφυρα μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, αποκαλύπτοντας με εντυπωσιακό τρόπο την πολιτιστική συνέχεια της Καβάλας και τη σημασία της Αιγαιακής Θράκης στην ελληνική αρχαιολογία.

Η μελέτη του υλικού συνεχίζεται και αναμένεται με ενδιαφέρον ο τόμος που αφορά την αρχιτεκτονική και τοπογραφία του ιερού, υπό την επίβλεψη του ακαδημαϊκού και ομότιμου καθηγητή Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ Μανώλη Κορρέ.