Πριν ακόμα προβληθεί στους κινηματογράφους η ταινία του βραβευμένου σκηνοθέτη Γιάννη Σμαραγδή «Καποδίστριας», μια σκηνή της προκάλεσε αρκετή συζήτηση ήδη με την εμφάνιση του trailer. Πρόκειται για τη σκηνή από το Συνέδριο της Βιέννης του 1815, όπου ο σκηνοθέτης βάζει τον τότε διπλωματικό αντιπρόσωπο της Ρωσίας Ιωάννη Καποδίστρια να απαντά στον ισχυρισμό του Αυστριακού καγκελάριου Μέτερνιχ πως δεν υπάρχει ελληνική φυλή ως εξής: «Η φυλή για την οποία μιλώ είναι απόγονος τριών πολιτισμών: του μινωικού, του κλασικού ελληνικού και του βυζαντινού. Ποιος άλλος λαός έχει τριπλό πολιτισμό;».
«Άραγε ο Καποδίστριας θα μπορούσε το 1815 ή ακόμη και μέχρι το τέλος της ζωής του να δώσει αυτήν την απάντηση; Με αφορμή, λοιπόν, αυτό το ερώτημα η διάλεξη είχε διττό σκοπό: Αφενός να παρουσιάσει το αρχαιολογικό γίγνεσθαι της εποχής κατά την οποία έζησε και έδρασε ο Ιωάννης Καποδίστριας και αφετέρου να καταδείξει τον τρόπο με τον οποίο επινοήθηκε, για την ακρίβεια κατασκευάστηκε, ο όρος “μινωικός”», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Νεκτάριος Καραδήμας, που πραγματοποίησε πρόσφατα ομιλία στο Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, στο πλαίσιο των Αιγαιακών Διαλέξεων που διοργανώνει ο «Αιγεύς – Εταιρεία Αιγαιακής Προϊστορίας» σε συνεργασία με το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Η διάλεξη είχε τίτλο: «Γνώριζε άραγε ο Ιωάννης Καποδίστριας την ύπαρξη ενός “μινωικού” πολιτισμού στην Κρήτη; Ο Καρλ Χεκ, ο Άρθουρ Έβανς και η “κατασκευή” του “μινωικού” πολιτισμού».
Ο Νεκτάριος Καραδήμας έχει διδάξει προϊστορική αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης κι έχει συμμετάσχει σε πλήθος ανασκαφών και επιφανειακών ερευνών. Το 2009 μαζί με άλλους αρχαιολόγους ίδρυσε την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία «Αιγεύς – Εταιρεία Αιγαιακής Προϊστορίας» και τα τελευταία χρόνια το Σπίτι του Αρχαιολόγου μέσω του οποίου παιδιά του νηπιαγωγείου και του δημοτικού μαθαίνουν να αγαπούν την αρχαιολογία (τα εκπαιδευτικά προγράμματα πραγματοποιούνται με εξαιρετική επιτυχία από την αρχαιολόγο Βίβιαν Φλώρου). Αφιέρωσε την ομιλία του στη Λίλα Μαραγκού, την εμβληματική αρχαιολόγο, που υπήρξε καθηγήτριά του. «Η Λίλα Μαραγκού δεν μου έμαθε μόνο ανασκαφή, αλλά κυρίως να σκέφτομαι και να παρατηρώ, να κινούμαι μέσα στους χαοτικούς διαδρόμους των βιβλιοθηκών, να μελετώ και να αφουγκράζομαι παλαιότερους αρχαιολόγους. Της χρωστώ πολλά», τόνισε.
Το ταξίδι στον χρόνο ξεκινά
«Τον Ιανουάριο του 1828, σε ηλικία πλέον 51 χρόνων, ο Καποδίστριας έφτασε ως Κυβερνήτης της Ελλάδας στο Ναύπλιο. Ο Νικόλαος Κασομούλης, αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης, περιέγραψε γλαφυρά τη σκηνή άφιξης του: “Μόλις επάτησεν το έδαφος … όλων αι καρδίαι εσκίρτησαν… Πολλούς είδα να κλαίγουν από την χαρά τους ευχαριστούντες τον Θεόν δια τον Άνδρα τον οποίον μας εξαπέστειλε… τι να ενθυμηθή κανένας και να γράψει… Πώς να ζωγραφίση αυτό το ηθικόν της ώρας εκείνης. Άλλος εδώ έτρεχεν, άλλος εκεί, άλλος πηδούσεν, άλλος χόρευεν”». Το ταξίδι πίσω στον χρόνο ξεκίνησε με αναφορές στη συμβολή του κυβερνήτη στην οργάνωση της χώρας που βρισκόταν τότε σε πλήρη ένδεια, αλλά και στην περίοδο μεταξύ 1780 και 1820, περίπου τα χρόνια που έζησε ο Καποδίστριας, όταν η επιστήμη της αρχαιολογίας βρισκόταν ακόμη στα σπάργανά της.
«Οι ανασκαφές, το κύριο εργαλείο της αρχαιολογίας, πραγματοποιούνταν με σκοπό όχι τη γνώση και τη μελέτη του ανθρώπινου παρελθόντος, όπως γίνεται σήμερα, αλλά την εύρεση αρχαιοτήτων για τον εμπλουτισμό ιδιωτικών συλλογών και νεοσύστατων μουσείων. Όροι όπως προϊστορία, προϊστορικός και προϊστορική αρχαιολογία ήταν παντελώς άγνωστοι. Οι δε λέξεις prehistory στα αγγλικά, préhistoire στα γαλλικά άρχισαν να εμφανίζονται δειλά μετά το 1840, ενώ η ελληνική λέξη προϊστορία πρωτοεμφανίστηκε ως αντιδάνειο το 1866 από τον λόγιο Σαντορινιό Ιωσήφ Δεκιγάλλα σε μια σειρά άρθρων για τις πρόσφατες ανασκαφές του στη Θηρασία. Οι Τρεις Εποχές, Εποχή του Λίθου, Εποχή του Χαλκού και Εποχή του Σιδήρου, είχαν ήδη προταθεί από τον Δανό αρχαιολόγο Christian Thomsen κατά τη δεκαετία του 1810, όταν αναδιοργάνωσε την προϊστορική συλλογή του Μουσείου Κοπεγχάγης. Ωστόσο αυτές διαδόθηκαν μετά τη δημοσίευση του αγγλικού καταλόγου του μουσείου το 1847. Στην Ελλάδα, οι Τρεις Εποχές εισήχθησαν το 1869 από τον φιλέλληνα ιστορικό και αγωνιστή της Ελληνικής Επανάστασης George Finlay, όταν δημοσίευσε την πραγματεία του “Παρατηρήσεις επί της εν Ελβετία και Ελλάδι προϊστορικής αρχαιολογίας”. Ο όρος “μυκηναϊκός” υιοθετήθηκε μετά τις ανακαλύψεις του Ερρίκου Σλήμαν στις Μυκήνες», πληροφόρησε στην ομιλία του ο αρχαιολόγος, που στη συνέχεια μίλησε και για τα χρονολογικά συστήματα τα οποία είχαν επικρατήσει έως την εποχή του Καποδίστρια, τη συμβολή των περιηγητών του Μεγάλου Ταξιδιού, αλλά και για τους τρεις πανεπιστημιακούς του Göttingen που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μελέτη του κρητικού πολιτισμού.
Εμφάνιση του όρου «μινωικός»
«Τη δεκαετία του 1820, δηλαδή τα χρόνια κατά τα οποία οι Έλληνες αγωνίζονταν για την ελευθερία τους και ο Καποδίστριας πάσχιζε να δημιουργήσει ένα ευνομούμενο κράτος, επηρεασμένοι από τις ιδέες και τις μεθόδους της Altertumswissenschaft (της “επιστήμης της αρχαιότητας”, που εισήγαγε ο διαπρεπής Γερμανός κλασικιστής Friedrich August Wolf), τρεις πανεπιστημιακοί διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη μελέτη του κρητικού πολιτισμού: ο Karl Friedrich Neumann, ο Karl Otfried Müller, και ιδιαίτερα ο Karl Hoeck. Και οι τρεις ήταν καθηγητές στο γνωστό Πανεπιστήμιο του Göttingen και γι’ αυτόν τον λόγο θα μπορούσαμε να τολμήσουμε να μιλήσουμε για μια “Σχολή του Göttingen”», τόνισε ο συνομιλητής του ΑΠΕ-ΜΠΕ, που στην ομιλία του επικεντρώθηκε κυρίως στα έργα του Müller και του Hoeck, εξαιρετικά δείγματα, όπως είπε, των μεθόδων της Altertumswissenschaft, της προσέγγισης που υποστήριζε ότι ο αρχαίος κόσμος έπρεπε να μελετηθεί στο σύνολό του, με την ενσωμάτωση όλων των πτυχών του πολιτισμού.
«Η αρχή έγινε με τον Karl Neumann ο οποίος το 1820 δημοσίευσε το βιβλίο Rerum Creticarum. Ωστόσο, το βιβλίο αυτό γραμμένο στα λατινικά ελάχιστη ανταπόκριση είχε. Ίσως, όμως, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης του Karl Hoeck. Από το 1823 έως το 1829, o Hoeck δημοσίευσε το πολυσήμαντο τρίτομο έργο του Kreta. Κάθε τόμος αναφερόταν σε μια περίοδο. Ο πρώτος τόμος δημοσιεύτηκε το 1823 και αναφερόταν στην περίοδο πριν από το 1400 π.Χ. Ο δεύτερος τόμος εκδόθηκε το 1828 και είναι ο σημαντικότερος από όλους, καθώς εστιάζει στη λεγόμενη “μινωική” περίοδο. Ο τρίτος τόμος αναφέρεται στους ιστορικούς χρόνους, για την ακρίβεια στην περίοδο μετά την Κάθοδο των Δωριέων στην Κρήτη», ανέφερε ο ίδιος.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο επίμαχος όρος, «μινωικός», με τη χρονολογική σημασία που γνωρίζουμε σήμερα. «Ο Hoeck εφάρμοσε μια πρωτότυπη ιστορική μεθοδολογία. Επηρεασμένος προφανώς από τη θεωρία του Wolf, σύμφωνα με την οποία το όνομα Όμηρος απηχούσε μια ολόκληρη εποχή και δεν ταυτιζόταν με ένα πρόσωπο, ο Hoeck υποστήριξε κατ’ αναλογία με τη σειρά του ότι το όνομα Μίνως υποδήλωνε μια ολόκληρη περίοδο στην Κρήτη. Την περίοδο αυτή ονόμασε “μινωική” από το επίθετο minoisch, που χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε οι Γερμανοί φιλόλογοι για να αποδώσουν το αρχαίο ελληνικό επίθετο μινώιος. Έτσι, το επίθετο minoisch απέκτησε επιπλέον και χρονολογική σημασία. Ο όρος “μινωικός” είχε καθαρά χρονολογική σημασία και σε καμία περίπτωση δεν παρέπεμπε σε εθνικά ή φυλετικά στοιχεία των αρχαίων κατοίκων της Κρήτης. Κατά μια έννοια, είχε χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο παρόμοιο με την αιγυπτιακή λέξη “φαραώ”», διευκρίνισε.
Ο Hoeck διαχώρισε την κρητική αρχαιότητα σε τέσσερις μεγάλες περιόδους. «Σύμφωνα με τον Γερμανό ιστορικό, η περίοδος πριν από το 1400 π.Χ. ονομάστηκε “προμινωική”. Κατά την περίοδο αυτή Φρύγες και Φοίνικες άποικοι εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη. Από την ανάμιξη των αποίκων αυτών με τους γηγενείς γεννήθηκαν οι λεγόμενοι Ετεόκρητες, όπως τους ονόμαζε ο Όμηρος. Η δεύτερη περίοδος ονομάστηκε “μινωική” και κάλυψε τους δύο περίπου αιώνες πριν από τον Τρωικό πόλεμο (1400-1200 π.Χ.). Κατά την περίοδο αυτή, οι Ετεόκρητες δημιούργησαν έναν περίλαμπρο πολιτισμό, τον πιο σημαντικό που γνώρισε ποτέ το νησί. Κατέκτησαν μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας και ίδρυσαν αποικίες σε όλο το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Στην εν λόγω περίοδο επικράτησε η “μινωική” θαλασσοκρατία, η οποία σύμφωνα με τον Hoeck ήταν το άθροισμα έργων πολλών γενεών καθ’ όλη τη διάρκεια της “μινωικής” περιόδου και όχι το επίτευγμα ενός και μοναδικού βασιλέα, του Μίνωα, όπως μέχρι τότε πίστευαν οι υπόλοιποι ιστορικοί. Η “μινωική” θαλασσοκρατία και μαζί ο περίφημος πολιτισμός έληξαν γύρω στο 1250 π.Χ. Μια “μινωική” δυναστεία συνέχισε να κυβερνά το νησί αλλά, όπως υποδήλωναν λίγοι μύθοι, αυτή είχε πια εξελληνιστεί. Έτσι, π.χ. ο Αγαμέμνων και ο Μενέλαος ήταν, σύμφωνα με έναν μύθο, γιοι του Πλεισθένη και της εγγονής του Μίνωα Αερόπης, ενώ σύμφωνα με έναν άλλο μύθο η εγγονή του Μίνωα, Κλυμένη, είχε παντρευτεί τον Ναύπλιο. Όταν τέλειωσε ο Τρωικός πόλεμος, γύρω στο 1200 π.Χ., άρχισε μια περίοδος παρακμής, ένα είδος “υστερομινωικής” περιόδου δηλαδή, ενώ με την άφιξη των Δωριέων, γύρω στο 1040 π.Χ., ο “μινωικός” πολιτισμός είχε πια πλήρως χαθεί και εντελώς ξεχαστεί».
«Οι Δωριείς» του Müller
Ο Ν. Καραδήμας αναφέρθηκε στη συνέχεια στον Karl Müller, ο οποίος το 1824 δημοσίευσε το δίτομο έργο του Οι Δωριείς (Die Dorier). «Αν και συμφωνούσε με τον Hoeck ότι το όνομα Μίνως αντιστοιχούσε σε μια ολόκληρη εποχή, ωστόσο, κατά τη γνώμη του, ο Μίνως και ο λαός του ήταν Έλληνες και συγκεκριμένα Δωριείς. Διέκρινε κι αυτός με τη σειρά του τέσσερις μεγάλες περιόδους. Ακολουθώντας τον μύθο που ήθελε τον Μίνωα να είναι εγγονός του Δωριέα Τευκτάμου, ο οποίος ήρθε στην Κρήτη από τη Θεσσαλία, ο Müller υποστήριξε ότι η πρώτη περίοδος περιλάμβανε μια πρώτη Δωρική μετανάστευση που πραγματοποιήθηκε από τον Τεύκταμο, καθώς και την ίδρυση των ναών του Απόλλωνα στους Δελφούς, στη Δήλο και στην Κρήτη. Κατά τη δεύτερη περίοδο, τη “μινωική”, οι Κρήτες ανέπτυξαν ένα σημαντικό πολιτισμό, πήραν τον έλεγχο όλου του Αιγαίου και διέδωσαν τη λατρεία του Απόλλωνα. Λίγο πριν από τον Τρωικό πόλεμο ξεκίνησε, ωστόσο, μία περίοδος παρακμής. Σύντομα η Κρήτη βυθίστηκε στην αναρχία και λίγο αργότερα πραγματοποιήθηκε η κύρια κάθοδος των Δωριέων».
Το έργο του Müller μεταφράστηκε στα αγγλικά, γνώρισε μάλιστα δύο εκδόσεις, ενώ το γερμανικό επίθετο minoisch μεταφράστηκε ως Minoan. Ωστόσο το έργο του δεν είχε την αντίστοιχη ανταπόκριση με αυτήν του Hoeck. «Ο κύριος λόγος ήταν ότι οι περισσότεροι σύγχρονοί του θεώρησαν ότι ο μύθος του Τευκτάμου ήταν ένας αναχρονισμός και ότι οι Δωριείς απλώς προσπάθησαν να οικειοποιηθούν τη δόξα του Μίνωα. Λίγα χρόνια μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του, ο μεγάλος αυτός φιλέλληνας, λάτρης του ελληνικού πολιτισμού, διέκοψε την πανεπιστημιακή του διδασκαλία για να πραγματοποιήσει το μεγάλο του ταξίδι στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε. Απεβίωσε στην Αθήνα σε ηλικία μόλις 43 ετών. Ο τάφος του βρίσκεται σήμερα στον Κολωνό».
Hoeck, «ο πολυμαθέστερος και σοφώτερος κρητικολόγος»
Αντίθετα, σύμφωνα με τον συνομιλητή του ΑΠΕ-ΜΠΕ, το τρίτομο έργο του Hoeck, αν και ουδέποτε μεταφράστηκε στα αγγλικά ή σε άλλη γλώσσα ούτε γνώρισε άλλη έκδοση, είχε στις επόμενες δεκαετίες τεράστια επίδραση στις κρητικές σπουδές και δη στην αρχαιολογία. «Δεν είχαν άδικο ο Έλληνας ιστορικός Βασίλειος Ψυλλάκης, ο οποίος τον αποκάλεσε “ο πολυμαθέστερος και σοφώτερος κρητικολόγος”, και ο Άγγλος ιστορικός Evelyn Abbott, ο οποίος έγραψε προς το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα “Το βιβλίο Kreta του Hoeck εξακολουθεί να είναι το καλύτερο βιβλίο για το νησί”», σημείωσε στην ομιλία του ο Ν. Καραδήμας, που πληροφόρησε και για το βιβλίο του Γερμανού αρχαιολόγου Arthur Milchhoefer Οι απαρχές της τέχνης στην Ελλάδα (Die Anfänge der Kunst in Griechenland), το οποίο δημοσιεύτηκε το 1883, εφτά μόλις χρόνια μετά τις ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν στις Μυκήνες και την εύρεση των πολύχρυσων τάφων. «Ο Milchhoefer, ο ίδιος καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Göttingen, μελετώντας τον νεοευρεθέντα πολιτισμό που πήρε την ονομασία “μυκηναϊκός”, αναβίωσε τη θεωρία του προκατόχου του Karl Hoeck και δη τη θεωρία περί της ύπαρξης μιας “μινωικής” περιόδου. Σύμφωνα με τον ίδιο οι ρίζες του “μυκηναϊκού” πολιτισμού θα έπρεπε να αναζητηθούν στο νησί της Κρήτης, αν και μέχρι τότε ελάχιστα αρχαία είχαν έρθει στο φως. Το βιβλίο του Milchhoefer επέδρασε καταλυτικά στην εδραίωση της θεωρίας του Hoeck και επηρέασε πολλούς άλλους αρχαιολόγους, πρωτίστως τον Arthur Evans, ο οποίος υιοθέτησε πλήρως τις ιδέες του Karl Hoeck».
Έβανς, Χεκ και «μινωικός»
Ο Evans όχι μόνο αποδέχτηκε την ύπαρξη μιας «μινωικής» και «προμινωικής» περιόδου, αλλά και μετέφρασε τον γερμανικό όρο minoisch ως Minoan. «Το 1896, σε μια άλλη δημοσίευσή του πρότεινε να δοθεί ο όρος “μινωικός” στον προϊστορικό κρητικό πολιτισμό, διαχωρίζοντας έτσι μια “μινωική” Κρήτη από μια “μυκηναϊκή” Ελλάδα. Ο Evans ενστερνίστηκε και άλλες θεωρίες του Hoeck. Έτσι, υποστήριξε ότι ο λαός που δημιούργησε τον “μινωικό” πολιτισμό, οι “Μινωίτες” όπως τους αποκάλεσε αργότερα, ήταν οι λεγόμενοι Ετεοκρήτες, ένα μη ελληνικό φύλο. Ο δε “μινωικός” πολιτισμός είχε παρακμάσει και χαθεί δεκαετίες πριν από την Κάθοδο των Δωριέων, όπως είχε υποστηρίξει ο Hoeck», εξήγησε ο Ν. Καραδήμας.
Η αναζήτηση σφραγίδων και άλλων αρχαιοτήτων στην Κρήτη, έφερε τον Evans, σε μια άλλη σημαντική ανακάλυψη. «Στις 19 Μαρτίου 1894, ακολουθώντας το παράδειγμα των προηγούμενων περιηγητών, επισκέφτηκε την Κνωσό. Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα ο Ηρακλειώτης Μίνως Καλοκαιρινός είχε ανασκάψει στον λόφο της Κεφάλας, όπου έφερε στο φως τμήμα των δυτικών αποθηκών ενός προϊστορικού ανακτόρου, μαζί με αυτό αποθηκευτικούς πίθους, αγγεία και τουλάχιστον μια πινακίδα Γραμμικής Β γραφής, όπως έχει καταδείξει η ομότιμη καθηγήτρια Κατερίνα Κόπακα. Ο Evans κατάλαβε αμέσως την αξία του λόφου. Έχοντας τη βοήθεια του γιατρού, αρχαιολόγου και προέδρου του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ιωσήφ Χατζιδάκη, κατόρθωσε να αγοράσει όλα τα χωράφια. Με την ίδρυση της Κρητικής Πολιτείας το 1898, ο Evans ήταν πανέτοιμος. Στις 16 Μαρτίου 1900 άρχισε τις ανασκαφές στην Κνωσό και έφερε στο φως όχι μόνο ένα ολόκληρο ανάκτορο, το ανάκτορο του Μίνωα όπως ο ίδιος το αποκάλεσε, αλλά και έναν ολόκληρο χαμένο και άγνωστο πολιτισμό. Στα επόμενα χρόνια από το 1900 έως το 1905, αν και στην αρχή είχε διστάσει να εναντιωθεί απέναντι στην ακαδημαϊκή κοινότητα που μιλούσε για “μυκηναϊκό” ανάκτορο, μέσα από πλήθος επιστημονικών και εκλαϊκευμένων άρθρων, καθώς και μέσα από πολλές διαλέξεις, εδραίωσε τους όρους “μινωικός πολιτισμός” και “μινωική περίοδος” για την Κρήτη», επισήμανε ο Ν. Καραδήμας.
Και πρόσθεσε: «Το 1905, στο Διεθνές Συνέδριο Προϊστορικής Αρχαιολογίας που έλαβε χώρα στην Αθήνα, ο Έβανς πρότεινε να διαχωριστεί η “μινωική περίοδος” σε τρεις μεγάλες εποχές κάθε μία εκ των οποίων θα χωριζόταν σε τρεις μικρότερες. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε ο μαγικός αριθμός εννέα, θυμίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον εννέωρο Μίνωα του Ομήρου. Μεγαλώνοντας ο Evans θα ξεχάσει πλήρως τη συμβολή προγενέστερων ερευνητών και το 1931 σε ηλικία πλέον 80 ετών θα υποστηρίξει ότι ο όρος “μινωικός” ήταν δική του επινόηση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα στα μεταγενέστερα χρόνια πολλοί αρχαιολόγοι να πιστεύουν ότι ο Evans ήταν αυτός που δημιούργησε τον όρο “μινωικός”».
Και το αρχικό ερώτημα για τον Καποδίστρια; «Από τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν, γίνεται κατανοητό ότι το 1815 δεν υπήρχε η ιδέα ενός “μινωικού πολιτισμού”. Μόνο λιγοστά επίθετα, όπως το minoisch και το Minoan χρησιμοποιούνταν για να αποδώσουν τα αντίστοιχα ελληνικά μινωίς και μινώιος. Η ιδέα μιας “μινωικής εποχής” οφείλεται αποκλειστικά στο τρίτομο έργο του Karl Hoeck, Kreta, που δημοσιεύτηκε μεταξύ των ετών 1823 και 1829, δηλαδή λίγα χρόνια πριν δολοφονηθεί ο Καποδίστριας. Οι προτάσεις του, όμως, παρέμεναν σε θεωρητικό και μόνο πλαίσιο μέχρι και τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Ο όρος “μινωικός” έγινε ευρέως γνωστός χάρη στο έργο του Arthur Evans. Ο Evans στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει τα ευρήματα που προέκυψαν από τις επιφανειακές του έρευνες στην Κρήτη κατά τα έτη 1894-1899 και ιδίως από τις ανασκαφές του στην Κνωσό από το 1900 και εξής ανέτρεξε στα έργα του Hoeck και ενστερνίστηκε πλήρως τις ιδέες του», κατέληξε ο Ν. Καραδήμας στην ομιλία του.