Από την προϊστορική ήδη εποχή, το ελαιόλαδο, στην απλή μορφή του ή αρωματικό, συνδέεται άμεσα με την υγιεινή και τη φροντίδα του σώματος, αλλά και με τον καλλωπισμό. Κατά την αρχαιότητα μάλιστα, κατέχει εξέχουσα θέση σε εκφάνσεις της ιδιωτικής και της κοινωνικής ζωής που συνδέονται με αυτές τις χρήσεις, ενώ δευτερεύουσα είναι η σημασία του για τη διατροφή.

Κατά τη Μυκηναϊκή εποχή, το λάδι αρωματισμένο με βότανα ή με αρωματικά φυτά, φέρεται να παρασκευάζεται αποκλειστικά από άνδρες μυρεψούς σε ανακτορικά εργαστήρια, απ’ όπου μεγάλες ποσότητες διοχετεύονται και σε αγορές εκτός του Αιγαίου (κυρίως της Ανατολικής Μεσογείου). Η παρασκευή και η διαχείριση του αρωματικού λαδιού αποτελεί, πιθανότατα, μονοπώλιο των ανακτορικών κέντρων, δεδομένου ότι μόνο αυτά μπορούσαν να εξασφαλίσουν την οργανωμένη διακίνησή του.

Το λάδι θεωρείται το κατεξοχήν μέσο καθαριότητας του σώματος κατά την αρχαιότητα. Οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά και οι Βυζαντινοί, αλείφουν με λάδι το σώμα τους μετά το λουτρό, πριν από το δείπνο ή από την ερωτική συνεύρεση, πριν από την άσκηση στις παλαίστρες και τα γυμναστήρια, ακόμα και πριν από τη μάχη. Ωστόσο, καθώς αναπτύσσεται η σαπωνοποιία, τα αρωματικά έλαια χρησιμοποιούνται περισσότερο για τον καλλωπισμό παρά για την καθαριότητα του σώματος. Στην αρχαία γραμματεία μαρτυρείται η χρήση του ελαιόλαδου ακόμη και για τη στίλβωση, τη συντήρηση και τον αρωματισμό των ενδυμάτων, ανδρών και γυναικών.

Αξιοσημείωτη είναι και η θεραπευτική χρήση του λαδιού, καθώς αυτό αποτελεί τη βάση για φαρμακευτικά ή αφροδισιακά σκευάσματα. Η σημασία του αυτή αναγνωρίζεται τόσο από τους αρχαίους Έλληνες, όσο και από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι ουσιαστικά εφαρμόζουν μεθόδους της αρχαιότητας, και συχνά τις εξελίσσουν. Ο Ιπποκράτης και ο Διοσκουρίδης επισημαίνουν την ευεργετική του δράση, ενώ ο Ιπποκράτειος Κώδικας αναφέρει περισσότερες από εξήντα φαρμακευτικές ιδιότητες της ελιάς. Άλλα ιατρικά εγχειρίδια περιγράφουν συνταγές για καταπλάσματα και αλοιφές λαδιού, που θεραπεύουν πυρετούς, φλεγμονές, στοματικά και δερματικά προβλήματα, κεφαλαλγίες, ασθένειες των ματιών και πόνους στην κοιλιά ή τα αφτιά. Φαρμακευτική χρήση έχουν, επίσης, τα φύλλα της ελιάς, είτε αυτούσια, είτε η στάχτη τους.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το ελαιόλαδο, στη φυσική του μορφή ή αναμεμειγμένο με βότανα, καταγράφεται σε συνταγολόγια της παραδοσιακής ιατρικής, όπως τα γιατροσόφια, τα οποία αναπαράγουν παλαιότερες πρακτικές και γνωρίζουν ευρύτατη διάδοση, κυρίως από τον 17ο αιώνα και μετά, χάρη και στην ανάπτυξη της τυπογραφίας. Ακόμα και σήμερα, οι κάτοικοι περιοχών της Πελοποννήσου χρησιμοποιούν το βαλσαμόλαδο για την επούλωση εγκαυμάτων και πληγών, καθώς και για τη θεραπεία δερματικών παθήσεων.

Εξέχουσα θέση κατέχουν επίσης η ελιά και το λάδι στον αθλητισμό. Οι αθλητές μάλιστα, λόγω της συνήθειάς τους να αλείφονται με λάδι πριν από την καθημερινή άσκηση στα γυμναστήρια, την προπόνηση και τους αγώνες, καλούνται και αλειφόμενοι. Η πρακτική αυτή βοηθάει στην τόνωση των μυών, στην προστασία από το κρύο και στην αποφυγή της αφυδάτωσης. Ο αρύβαλλος ή το αλάβαστρο, γεμάτα λάδι ή μύρο, αποτελούν το απαραίτητο συνοδευτικό των αθλητών, με το δεύτερο να θεωρείται αναγκαίο εξάρτημα. Τα αγγεία αυτά έχουν μικρό μέγεθος και δένονται με κορδέλα στο στενό λαιμό τους, ώστε να διευκολύνεται η μεταφορά και η ανάρτησή τους. Μετά το τέλος των αγώνων ή των ασκήσεων, ο αθλητής θα χρησιμοποιήσει τη στλεγγίδα για να αφαιρέσει την άμμο και τη σκόνη που έχουν κολλήσει στο λαδωμένο σώμα του.

Η επάλειψη του σώματος των παλαιστών με λάδι συνηθίζεται και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι περίφημοι πεχλιβάνηδες συνήθως παλεύουν ντυμένοι με μαύρα δερμάτινα παντελόνια, έχοντας αλείψει όλο τους το σώμα με λάδι ώστε να γίνονται οι λαβές πιο δύσκολες. Το παραδοσιακό αυτό άθλημα, με καταγωγή από την Περσία, αναβιώνει κάθε χρόνο στη σύγχρονη Αδριανούπολη της δυτικής Θράκης.

 

*Το κείμενο περιλαμβάνεται στην έκδοση: Μουσείο ελιάς και ελληνικού λαδιού. Οδηγός, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα 2007, σ. 27-29.