Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
More
Συνεντεύξεις: Συνέντευξη
Όλες οι φωτογραφίες
Εικ. 1. Ο Α. Δεληβορριάς στα σκαλιά του κεντρικού κτηρίου.
- +
Ακούστε
από Archaeology Newsroom

«Δεν θεωρώ κανέναν απολύτως πολιτισμό υπέρτερο κάποιου άλλου»

Άγγελος Δεληβορριάς: 40 χρόνια στο τιμόνι του Μουσείου Μπενάκη

Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, όπου από το 1992 δίδαξε Ιστορία της Τέχνης, ο Άγγελος Δεληβορριάς έχει μοιραία ταυτιστεί με το Μουσείο Μπενάκη. Υπό τη διεύθυνσή του, το Μουσείο «εξερράγη». Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο άνθρωπος αυτός άλλαξε γενικότερα τη μουσειακή τοπογραφία της Αθήνας. Μήπως ο Δήμος Αθηναίων του οφείλει κάποια διάκριση; Μας τράβηξε στην οδό Πειραιώς με τους φιλόξενους χώρους υποδοχής φίλων και νέων καλλιτεχνών, στον Κεραμεικό με το μοναδικό Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης, στην οδό Κριεζώτου στο σπίτι του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, για να συλλογιστούμε το χρέος μας προς τη γενιά του Μεσοπολέμου. Κράτησε το ανακαινισμένο κτήριο της οδού Κουμπάρη για να εικονογραφήσει τη συνέχεια και τη συνοχή του ελληνισμού. Θα μας μιλήσει για όλα αυτά.

Ο Άγγελος Δεληβορριάς άρχισε τις σπουδές του το 1956 στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Το 1964 ξεκίνησε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Freiburg/Breisgau με καθηγητή τον Walter Herwig Schuchhardt. Το 1965, μετά από επιτυχή διαγωνισμό, διορίστηκε στην Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Υπηρέτησε αρχικά στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας υπό την καθοδήγηση του Χρήστου και της Σέμνης Καρούζου, και αργότερα ως Επιμελητής στις Εφορείες Αρχαιοτήτων Αχαΐας και Αρκαδίας-Λακωνίας, με έδρες αντίστοιχα τα Μουσεία των Πατρών και της Σπάρτης. Το 1969, με την υποτροφία της Αlexander von Humboldt Stiftung, άρχισε τη μελέτη της διδακτορικής του διατριβής στο Πανεπιστήμιο του Tübingen, την οποία και ολοκλήρωσε το 1972, με καθηγητές τους Ulrich Hausmann και Werner Fuchs. Κατά το διάστημα 1972-1973 συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στην École Pratique des Hautes Études με καθηγητές τους Jean Marcadé και Roland Martin.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα δεν έπαψε να είναι διεθνής. Στο Λονδίνο το 1977 ως προσκεκλημένος του British Council, στο Μόναχο το 1979, χάρη στην υποστήριξη της Kommission für Alte Geschichte und Epigraphik. Το 1980, προσκεκλημένος της Αμερικανικής Κυβερνήσεως, επισκέπτεται τις συλλογές ελληνικών αρχαιοτήτων στα μουσειακά κέντρα των ΗΠΑ. Το 1983, υπότροφος του Ιδρύματος Fulbright, εργάζεται στο Institute for Advanced Study του Princeton. Το 1986 και το 1993 βρίσκεται στο Βερολίνο, υπότροφος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 1988 συνεχίζει την ερευνητική του εργασία και πάλι στο Princeton και, από τον Οκτώβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1989, στο J. Paul Getty Museum του Malibu ως επίσημος προσκεκλημένος μελετητής.

Διαλέξεις και ανακοινώσεις σε συνέδρια: Institute of Fine Arts της Νέας Υόρκης, στα Πανεπιστήμια του Αμβούργου, του Würzburg και του Oslo, του Princeton, της Φιλαδέλφειας, του Bryn Mawr και του Madison/Wisconsin, στο J. Paul Getty Museum του Malibu, στη National Gallery of Art της Ουάσινγκτον, στο Cleveland Museum of Art, στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου και στο Λούβρο, στην Academia dei Lincei, στο Pergamonmuseum του Βερολίνου, στα Μουσεία Μπενάκη και Γουλανδρή, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, στη Θεσσαλονίκη και αλλού.

Άρθρα και εργασίες του έχουν δημοσιευθεί σε πολλές ελληνικές και διεθνείς εκδόσεις. Ενεργή η συμμετοχή του στη συγγραφή και έκδοση συνοδευτικών καταλόγων στις πολλές εκθέσεις που έχει οργανώσει το Μουσείο Μπενάκη στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Τακτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών (Academia Europaea), μέλος του Συνδέσμου Γερμανών Αρχαιολόγων και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, της Τιμητικής Επιτροπής του American Foundation for Greek Language and Culture, της επιτροπής Τέχνης και Πολιτισμού της Βουλής των Ελλήνων, του Conseil d’Orientation de l’Institut Français d’Athènes.

Τιμήθηκε το 1996 από το International Biographical Centre με τον τίτλο International Man of the Year 1995-1996, το 1999 από τη γαλλική κυβέρνηση με τη διάκριση του Chevalier de l’Ordre des Arts et des Lettres, το 2000 από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος και με το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών. Το 2006 τιμήθηκε από το περιοδικό Επίλογος και το 2008 με το παράσημο Ordine della Stella della Solidarieta Italiana και τη διάκριση «Xenia 2008».

Αγγελική Ροβάτσου: «Ο Άγγελος είναι λαμπερός» μου έλεγε κάποιος και, νομίζω, το έθεσε ωραία. Και λαμπερός και χρυσός. Είμαστε κι εμείς απ’ αυτούς που σας καμαρώνουν. Αναλογιζόμουν όμως: αυτό σας το χάρισμα δεν έχει ξυπνήσει και τον φθόνο; Πώς έχετε βιώσει τη λαμπερότητά σας ως Διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη;

Άγγελος Δεληβορριάς: Κοιτάξτε, από τη στιγμή που άρχισα να υπηρετώ το Μουσείο Μπενάκη, αισθάνθηκα πως είχα ως κύρια υποχρέωση τη δημιουργία φιλικών σχέσεων με την κοινωνία και με τους ανθρώπους της. Την άνεση δηλαδή της άμεσης επαφής με τους άλλους, τις ανοιχτές πόρτες, έτσι ώστε οι πάντες να κυκλοφορούν ελεύθερα στο Ίδρυμα, να ζητούν, να σχολιάζουν, να κρίνουν και να στοχάζονται. Αισθάνθηκα επιπλέον ως επιτακτική την ανάγκη των ίσων αποστάσεων από τους διάφορους πολιτικούς σχηματισμούς και όσους τους εκπροσωπούν εκάστοτε στην εξουσία. Η φιλικότητα αυτή, αν θέλετε, είναι μια απαραίτητη κοινωνικής φύσεως αρετή, που καλλιεργήθηκε στο σπίτι μου.

Α.Ρ.: Έχετε πει ότι η κοινωνικότητα είναι συστατικό του πολιτισμού.

Α.Δ.: Βεβαίως.

Α.Ρ.: Θέλετε να μου πείτε κάτι περισσότερο;

Α.Δ.: Θα επανέλθω και πάλι στα ίδια, σε πράγματα χιλιοειπωμένα. Στον διάλογο και στη δημοκρατία, στην ικανότητα που πρέπει να διαθέτουμε για να συνομιλούμε, να επιλύουμε θέματα, να απαντάμε σε ερωτήματα, να πηγαίνουμε πιο πέρα, να προχωράμε. Γιατί οι τρέχουσες αθλιότητες δεν αντιμετωπίζονται με λυμένο το ζωνάρι. Θέλω να πω ότι, στον καθημερινό του αγώνα, είναι υποχρεωμένος κανείς να εξαντλεί όλα τα αποθέματα της ανεκτικότητας, της ευπρέπειας και της καλής συμπεριφοράς, με την ελπίδα ότι ο άλλος τελικά θα καταλάβει. Απώτερος στόχος είναι η συνεννόηση για την επίτευξη ενός σκοπού. Και όταν αναφέρομαι στον άλλον, εννοώ τη συνεννόηση με την οιασδήποτε μορφής εξουσία, η οποία αν και πότε καταλαβαίνει ή όχι, είναι ζήτημα που απαιτεί διεξοδικότερη ανάπτυξη.

Α.Ρ.: Να σας ρωτήσω από πού κατάγεστε;

Α.Δ.: Μια από τις δασκάλες μου, γνωστή για την ανθρωπογεωγραφία της, η Σέμνη Καρούζου, έλεγε πως κατάγομαι από τα Άγια Χώματα. Εννοούσε βεβαίως τη Γορτυνία της ορεινής Αρκαδίας, τα Λαγκάδια συγκεκριμένα. Τα Άγια Χώματα της Πελοποννήσου, από τα οποία εξαιρούσε όλες τις άλλες περιοχές! Εγώ όμως ως Άγια Χώματα, εκτός από τα Πελοποννησιακά, εννοώ και τα εκείθεν του Αιγαίου, της Μικράς Ασίας. Στα Μικρασιάτικα ειδικότερα νομίζω, πάντως, ότι οφείλονται οι καλύτερες πτυχές του εαυτού μου, οι πεποιθήσεις και η ιδιοσυγκρασία μου. Στον ξεριζωμένο ελληνισμό, στον οποίο δεν ξέρω καθόλου πόσο έχει συνειδητοποιήσει ο τόπος μας το τι χρωστάει.

Α.Ρ.: Τι νομίζετε ότι καθόρισε τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς σας: οικογενειακό περιβάλλον, δάσκαλοι, συναναστροφές…

Α.Δ.: Όλα αυτά μαζί, καθώς και άλλα συναποτελούν ένα πράγμα. Πρώτα είναι το σπίτι. Εγώ μεγάλωσα σε ένα σπίτι με ξεκάθαρο τον ιδεολογικό του προσανατολισμό και υψηλό το πνευματικό του επίπεδο, απ’ όπου κέρδισα την άμεση έκτοτε σχέση μου με τα βιβλία. Μετά είναι το γεγονός ότι από νωρίς αναζήτησα τους ανθρώπους εκείνους στους οποίους η Ελλάδα οφείλει πολλά. Αυτή την έννοια άλλωστε είχε και η μουσειακή ανάδειξη της γενιάς του Μεσοπολέμου στο σπίτι που μας κληροδότησε ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας. Κάτι σαν επιβεβλημένη εξόφληση ενός χρέους, όχι μόνο προσωπικού. Από τις τελευταίες κιόλας τάξεις του γυμνασίου, πριν μπω ακόμη στο Πανεπιστήμιο, είχα συνδεθεί με αρκετούς από τους εκπροσώπους της γενιάς του ’30. Με τον Μαρίνο Καλλιγά, λόγου χάρη, και τον Γιάννη Μηλιάδη, την Κούλα Πράτσικα και την Πολυξένη Ματέυ-Ρουσσοπούλου, την Κατερίνα Κακούρη, τον Σπύρο Βασιλείου και την Αγνή Ρουσσοπούλου, τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Μάνο Χατζιδάκι και την Άννα Σικελιανού. Είχα προλάβει μάλιστα να γνωρίσω τον Κώστα Βάρναλη και τον Χαράλαμπο Θεοδωρίδη, όταν ο Χρήστος και η Σέμνη Καρούζου μού άνοιξαν τον δρόμο που οδηγούσε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, στον Γιάννη Κακριδή και τον Λίνο Πολίτη, τον Μανόλη Κριαρά και τον Γιώργο Μπακαλάκη. Αυτός ήταν ο κόσμος μου.

Α.Ρ.: Πρόσεξα ότι αναφέρετε το όνομα του Γιώργου Μπακαλάκη στο βιογραφικό σας. Τι σήμαινε για σας αυτός ο άνθρωπος;

Α.Δ.: Έχοντας ήδη επιλέξει ως βασική κατεύθυνση των σπουδών μου την Κλασική Αρχαιολογία, ο Μπακαλάκης ήταν εκείνος που με «μύησε» συστηματικότερα στα μυστήρια της ανασκαφής και στις μεθόδους της αρχαιολογικής έρευνας. Ήταν ένας δάσκαλος που θα τον χαρακτήριζα ανεπιφύλακτα σαν ζωντανή εγκυκλοπαίδεια, η οποία προσφερόταν όμως γενναιόδωρα μόνο σε όσους είχαν διάθεση να την ξεφυλλίσουν! Αρκούσε να ερεθιστεί με κάποια ερωτήματα για να ξεχειλίσει ένας χείμαρρος από τις πραγματικά απίστευτες γνώσεις που είχε αποθησαυρίσει. Σαν καθοδηγητής ήταν εξαίρετος και για την αγάπη με την οποία αγκάλιαζε τους μαθητές του. Εκείνα τα χρόνια συνδέθηκα με τον Μανόλη Ανδρόνικο, τον Πέτρο Θέμελη και την Κατερίνα Ρωμιοπούλου, τον Βασίλη Βασιλικό, τον Παύλο και τη Μίνα Ζάννα, τον πνευματικό κύκλο της Θεσσαλονίκης. Αξίζει να προσθέσω ότι οι φίλοι συμφοιτητές μου, πολλούς από τους οποίους συναντώ ακόμα, δεν με είπαν ποτέ «χαμουτζή». Όπως αποκαλούσαν τους εξ Αθηνών προερχόμενους σπουδαστές, που έφθαναν στη Θεσσαλονίκη μόνο για τις εξετάσεις και εξαφανιζόντουσαν κατόπιν. Εγώ έμενα και ζούσα εκεί.

Α.Ρ.: Ποιο ήταν το θέμα της διατριβής σας στη Γερμανία; Και ποια υπήρξαν τα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα μετά τις σπουδές σας εκεί;

Α.Δ.: Όταν άρχισα να επεξεργάζομαι το υλικό της διατριβής, είχα ήδη δημοσιεύσει μια σειρά από εργασίες σε ξένα κυρίως επιστημονικά περιοδικά. Σε μια τέτοια μελέτη, για τη ζωοφόρο που κοσμούσε τον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, στηρίχτηκε η διατριβή μου με τίτλο: «Τα εναέτια και οι συνθέσεις των ακρωτηρίων στους ναούς της κλασικής εποχής». Στηρίχτηκε ακόμα στη συγκόλληση τριών μεγάλων θραυσμάτων και στην αποκατάσταση ενός αγάλματος εξαίσιας τέχνης, που εικονίζει κάποια γυναικεία θεότητα, ίσως την Αφροδίτη, και εκτίθεται στο Μουσείο της Ακρόπολης. Από κει και πέρα η διερεύνηση του θέματος επεκτάθηκε, καλύπτοντας τα έως τότε λίγο μελετημένα αρχιτεκτονικά γλυπτά από την πρώτη τους εμφάνιση, από το τέλος, ας πούμε, της αρχαϊκής εποχής, μέχρι και τον 4ο αιώνα π.Χ. Ένα θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος, η επεξεργασία του οποίου επέβαλε μια συνολική ανίχνευση των σχετικών ζητημάτων. Σκοπεύω, ωστόσο, να επανεξετάσω το περιεχόμενό του, επανορθώνοντας κάποιες από τις εσφαλμένες νεανικές μου εκτιμήσεις, με ένα κείμενο που θα τιτλοφορηθεί Mea culpa. Πιστεύω πάντως ακλόνητα ό,τι έχει ήδη υποστηρίξει ο Karl Popper για την εσωτερική σχέση που διέπει την πρόοδο της έρευνας και τη διαψευσιμότητα των κατά καιρούς πορισμάτων της.

Α.Ρ.: Θρυλείται ότι «με το μάτι» μπορείτε να διακρίνετε ένα γνήσιο, αυθεντικό, από ένα κίβδηλο έργο.

Α.Δ.: Έχετε κι εσείς διαβάσει το Blink;

Α.Ρ.: Τι είναι αυτό; Δεν το ξέρω.

Α.Δ.: Δεν ξέρετε το μπεστ-σέλερ του Malcolm Gladwell; Το βιβλίο αυτό γράφηκε μετά το Συμπόσιο που οργανώθηκε στην Αθήνα για να διερευνηθεί η αυθεντικότητα ενός αρχαϊκού δήθεν Κούρου από τις συλλογές του πασίγνωστου Μουσείου J.P. Getty. Οι αναφορές του Gladwell σε μένα είχαν κυρίως να κάνουν με την παρατήρησή σας για «το μάτι μου», για την αίσθηση που προκαλεί ή δεν προκαλεί η σχέση με τις καλλιτεχνικές δημιουργίες. Στα περί της αυθεντικότητας ζητήματα πολλών έργων τέχνης επανέρχομαι συχνά και, εντελώς πρόσφατα, με ένα κείμενο για τον τιμητικό τόμο του Χαράλαμπου Μπούρα. Εκεί εξετάζω την περίπτωση ενός αμφισβητημένου βυζαντινού ψηφιδωτού, το πρόβλημα μ’ άλλα λόγια της αλήθειας και του ψεύδους γενικότερα.

Α.Ρ.: Περάσατε τις εξετάσεις της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας ενώ σπουδάζατε;

Α.Δ.: Όχι. Αυτό έγινε το 1965, έχοντας ολοκληρώσει πλέον τις σπουδές μου. Η επεξεργασία αντίθετα της διδακτορικής μου διατριβής έγινε επί χούντας, μετά την παραίτησή μου από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Δυσκολεύομαι όμως να θυμηθώ αν έφυγα για τη Γερμανία το ’68 ή το ’69, όχι μόνος αλλά με τη γυναίκα μου και δυο παιδιά. Δύσκολες εποχές, δύσκολες καταστάσεις.

Α.Ρ.: Αλλά όταν επιστρέψατε…

Α.Δ.: Δεν διανοήθηκα βεβαίως να διεκδικήσω αντιστασιακές περγαμηνές.

Α.Ρ.: Ποια περίοδο υπηρετήσατε ως επιμελητής αρχαιοτήτων στην Αχαΐα και τη Λακωνία;

Α.Δ.: Πριν από τη χούντα, αμέσως μετά τις εξετάσεις που δίναμε τότε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, το 1965 τοποθετήθηκα αρχικά στην Πάτρα, γρήγορα όμως μετατέθηκα στη Σπάρτη. Εκεί παρέμεινα μέχρι και τον δεύτερο χρόνο της δικτατορίας.

Α.Ρ.: Παραιτηθήκατε για καθαρά πολιτικούς λόγους ή έγινε κάτι άλλο που σας ώθησε;

Α.Δ.: Δεν είναι ποτέ ένας και μοναδικός ο λόγος που σε ωθεί σε τόσο ριζικές για τη ζωή σου αποφάσεις, αλλά μια σύνθεση περισσότερων λόγων και ποικίλων άλλων αιτιών. Στην ελληνική επαρχία το στρατιωτικό καθεστώς ήταν πολύ πιο επώδυνο απ’ ό,τι στην Αθήνα, στη Σπάρτη μάλιστα τον πρώτο λόγο τον είχαν οι στρατιωτικοί. Όταν όμως εκδιώχθηκε ο τότε νομάρχης, ένας λαμπρός άνθρωπος ο οποίος ανήκε στη συντηρητική παράταξη, και στον οποίο προσέκρουαν οι διαβολές και οι καταγγελίες σαν σε τοίχο, είπα της γυναίκας μου πως είχε έρθει ο καιρός να τα μαζεύουμε κι εμείς. Τη Λακωνία την αγάπησα και την περπάτησα με την παράδοξη αίσθηση πως ήμουν ο πρώτος, μετά τον εκ της Αγκώνος Κυριάκο, που εξερεύνησε τις δυσπρόσιτες περιοχές της. Οι δεσμοί μου με πολλούς από τους τότε Σπαρτιάτες φίλους μου παραμένουν και σήμερα ακατάλυτοι. Γι’ αυτό θα χαρακτήριζα άλλωστε την έρευνα του Αμυκλαίου ως εξόφληση παλαιού χρέους. Η Σπάρτη, μια εντελώς παραμελημένη από το κράτος πολιτεία, ψήφιζε κατά παράδοση τη Δεξιά, όσο κι αν η Δεξιά την είχε διαγράψει από τα ρηξικέλευθα ενδιαφέροντα των πολιτικών της προγραμμάτων. Ένας παλιός φίλος μου έλεγε τις προάλλες ότι ο τωρινός δήμαρχος είναι της Αριστεράς, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα φορά τις απροσδόκητες πολιτικές αντιδράσεις του τόπου μας.

Α.Ρ.: Ήρθε, νομίζω, η ώρα να μου μιλήσετε για το ερευνητικό πρόγραμμα του Αμυκλαίου που υλοποιείται από το Μουσείο Μπενάκη και την Ε’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Α.Δ.: Όταν πρωτοπήγα στη Σπάρτη, εντυπωσιασμένος από τη μαγεία του αφημένου στη μοίρα του ιερού, για λόγους προστασίας, άρχισα να συγκεντρώνω στο Μουσείο πολλά από τα αριστουργηματικά αρχιτεκτονικά του κατάλοιπα. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Γερμανός αρχιτέκτονας Ε. Fiechter είχε οπωσδήποτε μελετήσει εξαντλητικά τα σωζόμενα τότε δομικά στοιχεία του περίφημου θρόνου που περιέβαλλε το κολοσσικό ξόανο του Αμυκλαίου Απόλλωνα, προσδιορίζοντας και τα μεγέθη των γείσων του. Εξασκημένος ωστόσο σε συσχετισμούς μαρμάρων, βρήκα και συγκόλλησα το ελλείπον τμήμα του γείσου που φέρει την επιγραφή ΔΑΜΟΚΑΜΟΣ, με αποτέλεσμα να προκύψουν άλλα στοιχεία για την αποκατάσταση της κιονοστοιχίας του μνημείου. Χωρίς να εμπλακώ σε ειδικά ζητήματα γύρω από τα μετακιόνια διαστήματα και τη σημασία τους, θα ήθελα να τονίσω ότι από τότε ένιωσα ως επιτακτική την ανάγκη της αύξησης του υπάρχοντος υλικού. Όχι βεβαίως για να επιχειρηθεί ποτέ η θεαματική αναστήλωση ενός μνημείου μοναδικού στην ιστορία της αρχιτεκτονικής, αλλά για να κερδηθεί κάτι από τη μορφή του, έστω και στα χαρτιά. Και επειδή όταν αγαπάς κάποιο πράγμα πολύ σε αγαπάει και κείνο, το έως τότε γνωστό υλικό από τον θρόνο του Απόλλωνα πολλαπλασιάστηκε, είτε με συγκολλήσεις θραυσμάτων, είτε με εντελώς καινούργια σπαράγματα συγκεντρωμένα από διάφορες περιοχές. Γιατί τα μάρμαρα του Αμυκλαίου είχαν διασπαρεί σε μια μεγάλη έκταση, από τον Μυστρά έως το Γύθειο περίπου, καθώς το λεηλατημένο ιερό, σαν ελεύθερο νταμάρι, προσέφερε δωρεάν το υλικό του σε οικοδομές πάσης φύσεως, σε βυζαντινά, μεταβυζαντινά και νεότερα κτίρια. Η τρίτη κονσόλα του θρόνου, ένα σπάνιου τύπου μεικτό δωρικό και ιωνικό κιονόκρανο τεραστίου μεγέθους, βρέθηκε ακριβώς επί των ημερών μου, επιβεβαιώνοντας ό,τι υποστηρίζω για την ανταπόκριση της αγάπης του υλικού. Θα θυμάμαι πάντα τον άνθρωπο που την έφερε πανηγυρικά στο Μουσείο, με μια συνοδεία από αλαλάζοντα πίσω του παιδιά. Θυμάμαι ακόμα ότι είχα ζητήσει την πρέπουσα αποζημίωση, έναντι της οποίας όμως οι επί χούντας αρμόδιοι του Υπουργείου ενέκριναν ένα ασήμαντο ποσόν. Και δεν θα ξεχάσω την αντίδραση αυτού του ανθρώπου: «Μη στεναχωριέσαι», μου λέει, «τα λεφτά του Υπουργείου αρκούν για να τα πιούμε το βράδυ παρέα στην ταβέρνα». Οι σχέσεις μου με τη σπαρτιατική κοινωνία ήταν παραπάνω από εξαιρετικές.

Μετά από τόσα χρόνια, θεωρώντας χρέος μου τη συνέχιση και την ολοκλήρωση των ερευνών του Αμυκλαίου, πρότεινα και έγινε δεκτό από την Αρχαιολογική Υπηρεσία ένα πενταετές πρόγραμμα, με βασικούς συνεργάτες τον Μανόλη Κορρέ, τον Θέμη Μπιλή και τον Σταύρο Βλίζο. Την τελευταία όμως μέρα της πέμπτης χρονιάς άρχισε να αποκαλύπτεται το αναζητούμενο πρόπυλο του ιερού. Κατόπιν αυτού, δρομολογείται ένα δεύτερο πενταετές πρόγραμμα. Τα απαιτούμενα χρήματα για τη συνέχιση των εργασιών και των απαλλοτριώσεων τα βρίσκω βεβαίως από χορηγίες και ιδιωτικές πηγές. Το ίδιο έκανα εξάλλου σαράντα ολόκληρα χρόνια και για το Μουσείο Μπενάκη. Μολονότι η Alpha Bank σταμάτησε τελευταία την επιδότηση του προγράμματος, το Ίδρυμα Ωνάση ευτυχώς εξακολουθεί σταθερά να το ενισχύει οικονομικά κάθε χρόνο, όπως και ο Κωνσταντίνος Μένεγας, ένας λαμπρός Λάκωνας κάτοικος του Λονδίνου, ενθουσιασμένος με την ποιότητα των ευρημάτων και της δουλειάς.

Α.Ρ.: Η Ε’ ΕΠΚΑ συμβάλλει οικονομικά;

Α.Δ.: Οικονομικά βεβαίως δεν θα μπορούσε να συμβάλλει, η βοήθειά της όμως σε ένα πλήθος από πρακτικά ζητήματα, στη συντήρηση και την τακτοποίηση των ευρημάτων, λόγου χάρη, είναι πολύτιμη. Τα δυο τελευταία χρόνια, όπως τόνισα προηγουμένως, είχαμε εξασφαλισμένη μόνο τη συνδρομή του Ιδρύματος Ωνάση και του Κωνσταντίνου Μένεγα. Τα χρήματα που απαιτούνται ωστόσο για τις απαλλοτριώσεις, τη μισθοδοσία των εργατών, τα μηχανήματα, τις φωτογραφίσεις, τις συγκολλήσεις και τις συμπληρώσεις μαρμάρων και κεραμικών, είναι πολλά. Στοχεύοντας τη διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου, με ορισμένες τμηματικές αποκαταστάσεις του μνημειακού περιβόλου, του θρόνου και του βωμού, καθώς και με την αισθητική βελτίωση του εξωκλησιού της Αγίας Κυριακής, ζητήσαμε την ένταξη του έργου στο ΕΣΠΑ. Για να αποφευχθεί μάλιστα η μελλοντική βεβήλωση του περιβάλλοντος, επιδιώκουμε την απελευθέρωση μεγάλης εκτάσεως γύρω από τον λόφο του ιερού. Έτσι ώστε να παραμείνει ανεμπόδιστα ορατός νοτίως ο τάφος του Βαφειού και δυτικά ο Άγιος Βασίλειος του Ξηροκαμπίου, όπου αποκαλύφθηκαν πρόσφατα σπουδαία μυκηναϊκά ευρήματα μαζί με πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής. Δεν είναι καθόλου λίγα όμως και τα μυκηναϊκά ευρήματα του Αμυκλαίου που μας παραπέμπουν επίσης στην Ομηρική Σπάρτη.

Α.Ρ.: Ενώ έχετε μια στέρεη αρχαιολογική παιδεία, δεν διδάξατε σε κάποιο Ιστορικό-Αρχαιολογικό Τμήμα, αλλά διδάξατε Ιστορία της Τέχνης σε Τμήμα Θεατρικών Σπουδών. Πώς έτσι;

Α.Δ.: Στο βιογραφικό μου είναι σημειωμένο ότι έχω σπουδάσει και Ιστορία της Τέχνης. Τα ενδιαφέροντά μου στράφηκαν άλλωστε από νωρίς προς την Ιστορία της Τέχνης και του Πολιτισμού, γι’ αυτό και από τους επιμέρους κλάδους της Αρχαιολογίας, επέλεξα την Τέχνη και τον Πολιτισμό. Με την ανασκαφική έρευνα δεν ήμουν ποτέ παθιασμένος. Το εντυπωσιακό δίτομο έργο που βλέπετε στο γραφείο μου και που πραγματοποιήθηκε χάρη στον Γιώργο Δεσπίνη και τον Νίκο Καλτσά, είναι ο Κατάλογος των αρχαϊκών γλυπτών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, όπου υπάρχουν και καμιά δεκαριά λήμματα δικά μου. Είναι ο πρώτος catalogue raisonné με το σύνολο των εκτεθειμένων και των αποθηκευμένων αρχαϊκών έργων. Ο Γιώργος Δεσπίνης, ένας από τους σημαντικότερους κλασικούς αρχαιολόγους της εποχής μας, όπως ίσως γνωρίζετε, χάθηκε τελευταία. Δική του ιδέα ήταν η σταδιακή έκδοση όλων των γλυπτών του Μουσείου, την οποία εύχομαι να πραγματώσει ο Νίκος Καλτσάς. Οι δύο αμέσως επόμενοι τόμοι, αφιερωμένοι στα αναθηματικά ανάγλυφα, έχουν πάντως προγραμματιστεί.

Α.Ρ.: Έχετε πει ότι το 1973 δεχθήκατε ένα τηλεφώνημα και βρεθήκατε στο Μουσείο Μπενάκη. Πώς σας ανακάλυψε το Μουσείο Μπενάκη;

Α.Δ.: Η πρόταση μου έγινε εκ μέρους του Ιδρύματος από τον Μαρίνο Καλλιγά, που με γνώριζε καλά και από παλιά, από τα χρόνια των εφηβικών μου αναζητήσεων. Σε μια περίοδο μάλιστα της ζωής μου, απογοητευμένος από πολλά και διάφορα, είχα στραφεί αποκλειστικά προς την Ιστορία της Τέχνης. Τότε μου προσφέρθηκε η ευκαιρία να δουλέψω μαζί του στην Εθνική Πινακοθήκη και να παρακολουθήσω τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που κατέβαλλε καθημερινά για να τη στεγάσει. Θέλοντας να τιμήσω τη μνήμη του ως διευθυντής πλέον του Μουσείου Μπενάκη, εξέδωσα αργότερα τα Μικρά του Μελετήματα, κάτι που έπρεπε να είχαν ήδη σκεφτεί άλλοι. Οπωσδήποτε, μετά την αποχώρηση του Μανόλη Χατζηδάκη από τη διεύθυνση του Μουσείου, η Διοικητική Επιτροπή εξέτασε για τη διαδοχή του κάποιες πιθανές υποψηφιότητες, οι οποίες σε άλλους άρεσαν, σε άλλους δεν άρεσαν. Τότε με πρότεινε ο Καλλιγάς και μου τηλεφώνησε στο Παρίσι. Εκεί είχαμε βρεθεί, μετά τη Γερμανία, οι τέσσερις άνθρωποι. Εγώ προσπαθούσα χωρίς επιτυχία να εξασφαλίσω κάποια δουλειά, γιατί μόνο η γυναίκα μου εργαζόταν part-time στη Σορβόννη. Στο Παρίσι είχαν τότε καταφύγει πολλοί Έλληνες. Απέναντί μας έμενε ο Γιάννης Τσαρούχης, παμπάλαιος φίλος από την Αθήνα, και όχι μακριά ένας άλλος, επίσης παμπάλαιος, φίλος, ο Νίκος Κούνδουρος. Αυτός, όταν τον Αύγουστο του ’73 αποφασίσαμε τελικά να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, μας έδωσε όσα φράγκα θα μας επέτρεπαν να πάρουμε το τραίνο, αν το σαραβαλιασμένο μου αυτοκίνητο μας άφηνε στη μέση.

Α.Ρ.: Διαφωνείτε με την κατάτμηση του ελληνικού πολιτισμού σε οριοθετημένες περιόδους, το ’χετε πει πολλές φορές.

Α.Δ.: Στο Μουσείο Μπενάκη προσπάθησα να υπερασπιστώ κάποιες απόψεις, με πρώτη την ιδέα της ιστορικής συνέχειας και της συνοχής του ελληνισμού. Μπορεί ορισμένοι να θεώρησαν τις απόψεις μου γεννήματα μιας εθνοκαπηλικής νοοτροπίας, εξακολουθώ εντούτοις να πιστεύω ότι η ιστορική συνέχεια και η συνοχή του ελληνισμού επέτρεψε στον τόπο μας να επιβιώσει μέχρι σήμερα, παρά τα όσα του έχουν συμβεί. Η συνύφανση της αρχαιότητας με τις ύστερες εποχές, με το Βυζάντιο και τη μεταβυζαντινή περίοδο της ξενοκρατίας κυρίως, τη Φραγκοκρατία αρχικά, την Τουρκοκρατία μετέπειτα, δείχνει ότι ο ελληνισμός επιβιώνει και δημιουργεί χάρη στη γλώσσα του. Την υπέροχη ελληνική γλώσσα, την αρχαία και τη μεσαιωνική, την έτι υπεροχότερη νέα ελληνική γλώσσα. Τούτο αρκεί για τη δική μου λογική, και δεν με ενδιαφέρει καθόλου το τι υποστηρίζουν άλλοι.

Α.Ρ.: Το υλικό όμως που είχατε στο Μουσείο Μπενάκη σας πρόσφερε τη δυνατότητα να εικονογραφήσετε τη συνέχεια αυτή. Άλλα μουσεία πώς θα μπορούσαν να…

Α.Δ.: Εγώ δεν θεωρώ τον ελληνικό πολιτισμό, για την ακρίβεια δεν θεωρώ κανέναν απολύτως πολιτισμό υπέρτερο κάποιου άλλου. Πιστεύω αντίθετα πως η ανθρωπότητα οφείλει πολλά στο σύνολο των επιμέρους πολιτισμών της, οι οποίοι απαρτίζουν εν τέλει τον συμπαγή και ενιαίο πολιτισμό του ανθρώπου. Ήθελα λοιπόν να προσφερθεί η δυνατότητα στον μέσο Έλληνα, στον νεότερο πρωτίστως, να δει μαζί με τον δικό του πολιτισμό και τον πολιτισμό των άλλων. Για μεν τον ισλαμικό πολιτισμό υπήρχαν βεβαίως οι προϋποθέσεις. Επειδή ο Αντώνης Μπενάκης, σε ανύποπτο χρόνο, είχε αισθανθεί την ανάγκη και, όσο ακόμα ζούσε στην Αλεξάνδρεια, σχημάτισε μια από τις σημαντικότερες στον κόσμο συλλογές με έργα ισλαμικής τέχνης. Τον κινέζικο πολιτισμό εκπροσωπεί μια συλλογή κεραμικής από τις καλύτερες διεθνώς, η επιστημονική έκδοση της οποίας ελπίζω να μην καθυστερήσει. Θα ευχόμουν μάλιστα η μόνιμη παρουσίαση αυτής της συλλογής να ακολουθήσει το παράδειγμα της εκθέσεως του ισλαμικού πολιτισμού. Ήθελα όμως να προσφερθούν στο ελληνικό κοινό και κάποια δείγματα από τους προ-κολομβιανούς πολιτισμούς της Αμερικής, κάτι που επετεύχθη χάρη σε δύο μεγάλες δωρεές, οι οποίες πρέπει επίσης να εκτεθούν κάποτε μόνιμα. Ένα άλλο μου όνειρο ήταν να συγκεντρωθεί αντιπροσωπευτικό υλικό και από τους παντελώς άγνωστους στον τόπο μας πολιτισμούς της Αφρικής. Έτσι ώστε η ιστορία, η τέχνη και ο δικός μας πολιτισμός να συνοδεύονται και να συμπληρώνονται, αντανακλώντας κάτι από τη γενικότερη συμβολή της ανθρωπότητας στην εξελικτική προαγωγή του ανθρώπου.

Τώρα. Η διαχρονική και διαχωρική ανάδειξη του ελληνικού πολιτισμού στο Μουσείο Μπενάκη για να σκιαγραφηθεί έστω και λακωνικά, θα απαιτούσε πολύ περισσότερο χρόνο. Ας πούμε ότι στο κεντρικό κτήριο παρουσιάζεται περιληπτικά ο χρόνος της Αρχαιότητας και του Βυζαντίου, με αναλυτικότερο τον χρόνο της ξενοκρατίας, του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, της εποχής του Όθωνα, του Γεωργίου Α’, του Κωνσταντίνου και του Βενιζέλου, της Μικρασιατικής Καταστροφής και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το εκτεθειμένο υλικό, συγκεντρωμένο κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τον Αντώνη Μπενάκη, αλλά αναταξινομημένο και εμπλουτισμένο με πολλές νέες δωρεές ή αγορές, το συμπληρώνουν σημαντικά τεκμήρια από τα εγκατεστημένα στο σπίτι της Πηνελόπης Δέλτα Ιστορικά Αρχεία, που, πολλαπλασιασμένα επί των ημερών μου, τροφοδοτούν κανονικά παλιούς και νέους ερευνητές. Το συμπληρώνουν ακόμα μαρτυρίες από τα μοναδικά στην Ελλάδα Αρχεία της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής και από τα Φωτογραφικά Αρχεία, από το Μουσείο της γενιάς του Μεσοπολέμου στο κτήριο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, από το εργαστήρι της γλυπτικής του Γιάννη Παππά, από το κτήριο των πολλαπλών χρήσεων της οδού Πειραιώς και, σύντομα ελπίζω, από το παιδικό μουσείο στο Μέγαρο Κουλούρα του Φαλήρου.

Το οργανωτικό σχήμα του Μουσείου Μπενάκη είναι πολυκεντρικό, αποκεντρωτικό και βαθύτατα δημοκρατικό, παραβάλλεται μάλιστα με δορυφορικά συστήματα. Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά ούτε και στο εξωτερικό εντοπίζεται κάποια μουσειακή δομή με ανάλογη σύλληψη. Απουσιάζει όμως, επιδεικτικά θα έλεγα, η οφειλόμενη στήριξη από την πλευρά του κράτους. Όταν εκδηλώθηκαν τα πρώτα συμπτώματα της οικονομικής κρίσεως, το Μουσείο υποχρεώθηκε να απολύσει ογδόντα συνεργάτες του, να μειώσει τη μισθοδοσία κατά 38%, να αφαιρέσει μία μέρα από την εβδομαδιαία λειτουργία του. Διαθέτει ωστόσο μια διοίκηση και ένα έμψυχο δυναμικό που είμαι βέβαιος πως θα του επιτρέψουν να επιβιώσει. Εγώ φεύγω φέτος από το τιμόνι του, αλλά τα μάτια μου θα είναι στραμμένα σ’ αυτό για οτιδήποτε χρειαστεί.

Το Μουσείο θεωρεί πλέον ότι, με τα σημερινά δεδομένα, δεν μπορεί να στηρίζει το μέλλον του στις όποιες υποχρεώσεις της πολιτείας. Αυτό είναι ένα πικρό συμπέρασμα μετά από τα σαράντα τελευταία χρόνια της υποδειγματικής του λειτουργίας. Μολονότι ουσιαστικά ανήκει στο κράτος, διοικείται ευτυχώς σύμφωνα με τους κανόνες των οργανισμών ιδιωτικού δικαίου. Και τούτο χάρη στην προφητική πρόνοια του ιδρυτού και δωρητή του. Το κράτος δηλαδή έχει μηδενικές δυνατότητες παρέμβασης στη λογική της μουσειακής του λειτουργίας. Κανείς από τους συνεργάτες του Μουσείου Μπενάκη δεν είναι επομένως δημόσιος υπάλληλος, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Ούτε διέπεται το Μουσείο από τη νομολογία των υβριδικών κατασκευών που έχουν συλλάβει δημοσιοϋπαλληλικοί εγκέφαλοι των οργανισμών δημοσίου δικαίου.

* Η Αγγελική Ροβάτσου είναι ανθρωπολόγος-ιστορικός και συνεργάτιδα του “Archaeology & Arts”.