Η έρευνα της αρχαιοελληνικής μελισσοκομίας βασίζεται αποκλειστικά σχεδόν στα αρχαιολογικά ευρήματα, μια που η αρχαία γραμματεία, τόσο η ελληνική όσο και η λατινική, δεν μας παρέχει ουσιαστικές πληροφορίες για τους τύπους των χρησιμοποιούμενων κυψελών στην αρχαία Ελλάδα και τον τρόπο άσκησης μελισσοκομίας με αυτές. Λατίνοι συγγραφείς βέβαια, όπως ο Βάρρων, ο Βιργίλιος, ο Κολουμέλλας, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, ο Αιλιανός, ο Ψευδο-Κοϊντιλιανός και ο Παλλάδιος, αναφέρονται στη μελισσοκομία της εποχής τους, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις (Βάρρων και κυρίως Κολουμέλλας) με λεπτομέρειες. Φαίνεται ωστόσο πως τα όσα γράφουν δεν αφορούν στη μελισσοκομία όπως αυτή ασκούνταν στην Ελλάδα (σημ. 1).

Οι πήλινες κυψέλες που η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως ανήκουν σε δύο κύριους τύπους, τον οριζόντιο και τον κάθετο. Ο τρόπος άσκησης της μελισσοκομίας με οριζόντιες πήλινες κυψέλες είναι γνωστός με λεπτομέρειες, εφόσον παρόμοιες κυψέλες ήταν έως πρόσφατα σε χρήση σε πολλά νησιά του νοτίου Αιγαίου. Μοναδικό ίσως σημείο που χρήζει διερεύνησης όσον αφορά στις οριζόντιες αυτές κυψέλες είναι ο τρόπος λειτουργίας των εξαιρετικά μικρών, σε σχέση με τα αντίστοιχα παραδοσιακά, προεκταμάτων (δακτυλίων επέκτασης) για τα οποία υπάρχει η άποψη πως χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή «άκαπνου» μέλιτος (σημ. 2).

Διαφορετικά είναι τα πράγματα όσον αφορά στις κάθετες πήλινες κυψέλες. Κυψέλες αυτού του τύπου, οι οποίες χρονολογούνται στην Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή περίοδο, έχουν έρθει στο φως στην Ισθμία (σημ. 3), τέσσερις μάλιστα έχουν αποκατασταθεί στην αρχική τους μορφή. Θραύσματα πήλινων κυψελών, πιθανότατα Ελληνιστικής περιόδου, που φαίνεται να ανήκουν στον ίδιο τύπο βρέθηκαν πρόσφατα και στο Αγαθονήσι (σημ. 4). Στον ίδιο πιθανώς τύπο κυψέλης ανήκουν και ορισμένα τμήματα αγγείων από τη Χίο (σημ. 5), την Αττική (σημ. 6), και τη Δήλο (σημ. 7), χρονολογούμενα από την Αρχαϊκή έως την Ελληνιστική περίοδο.

Στη βιβλιογραφία συνήθως δεν αναφέρεται ο τρόπος άσκησης της μελισσοκομίας με τις αρχαίες κάθετου τύπου κυψέλες (σημ. 8). Όπου αναφέρεται, είτε θεωρούνται κυψέλες «κινητής φωλιάς» (σημ. 9) είτε γίνεται λόγος για την πιθανότητα οι εν λόγω κυψέλες να είναι κινητής κηρήθρας ή ίσως κάποιου ενδιάμεσου υποθετικού σταδίου μεταξύ των κυψελών «κινητής φωλιάς» και αυτών της κινητής κηρήθρας (σημ. 10).

Η λειτουργία των κάθετων αρχαίων κυψελών ως κυψελών «κινητής φωλιάς», ως κυψελών δηλαδή που επιτρέπουν να ανασηκωθεί το καπάκι με όλη τη φωλιά (τις κηρήθρες και τον πληθυσμό του σμήνους), θα πρέπει κατά τη γνώμη μας να απορριφθεί. Παρόμοιες κυψέλες δεν έχουν καταγραφεί πουθενά στον κόσμο και πιστεύουμε πως με τις εν λόγω κυψέλες δεν είναι καν εφικτή η άσκηση μελισσοκομίας σε πραγματικές συνθήκες, λόγω των πολλών και δυσεπίλυτων προβλημάτων που θα αντιμετώπιζε ο μελισσοκόμος. Οι κυψέλες «κινητής φωλιάς» άλλωστε δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα υποθετικό ενδιάμεσο στάδιο εξέλιξης των κυψελών κινητής κηρήθρας που προτάθηκε προ τριακονταετίας (σημ. 11) και που δέχεται ως δεδομένο πως οι κάθετες κυψέλες είναι νεότερες των οριζόντιων από τις οποίες και εξελικτικά κάποια στιγμή προήλθαν.

Τα επιμέρους χαρακτηριστικά των αρχαίων κυψελών της Ισθμίας (σχήμα, διαστάσεις, θέση εισόδου των μελισσών) καθώς και τα εθνογραφικά τους παράλληλα (σημ. 12) συνηγορούν, κατά την άποψή μας, στο ότι οι κάθετες αυτές κυψέλες ήταν κινητής κηρήθρας, χρησιμοποιούσαν δηλαδή πήχεις-κηρηθροφορείς στο άνω μέρος, έτσι ώστε οι μέλισσες να προσκολλούν τις κηρήθρες τους, ανά μία, σε κάθε πήχη, επιτρέποντας με αυτό τον τρόπο μια σειρά χειρισμών που σε διαφορετική περίπτωση είναι εξαιρετικά δύσκολοι ή και αδύνατοι. Πιστεύουμε μάλιστα πως δεν απομένει να ανακαλυφθεί τίποτε άλλο προς επιβεβαίωση της εν λόγω άποψης, εκτός κι αν αναμένουμε να βρεθούν οι ξύλινοι κηρηθροφορείς των κυψελών, πράγμα φυσικά αδύνατον εφόσον δεν διατηρούνται στο πέρασμα του χρόνου.

Για να διαπιστώσουμε στην πράξη εάν οι αρχαίες αυτές κάθετες κυψέλες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με επιτυχία ως κυψέλες κινητής κηρήθρας κατασκευάσαμε αντίγραφα τριών εκ των τεσσάρων αποκατεστημένων κυψελών της Ισθμίας με σκοπό την πειραματική άσκηση μελισσοκομίας με αυτές. Συγκεκριμένα, κατασκευάστηκαν αντίγραφα της κυψέλης που φέρει πλησίον του στομίου της την επιγραφή «ΟΡΕΣΤΑΔΑ» (ΙΡ 586), και δύο άλλων, οι οποίες δεν φέρουν λαβές και έχουν την είσοδο των μελισσών η μία στη βάση (ΙΡ 2215) και η άλλη στο κάτω μέρος του πλαϊνού τοιχώματος (ΙΡ 2512). Στην πειραματική αυτή άσκηση μελισσοκομίας συμμετείχαν, πέραν του γράφοντος, η Μαρία Γκουτζαμάνη, αρχαιολόγος και μελισσοκόμος, καθώς και ο επαγγελματίας μελισσοκόμος από τον Βαρνάβα Αττικής Ισίδωρος Τσιμίνης, με πολύτιμη για εμάς εμπειρία στις κυψέλες κινητής κηρήθρας, τόσο στην παραδοσιακή τους μορφή όσο και σε μία «βελτιωμένη» από τον ίδιο.

Η κατασκευή των αντιγράφων ανατέθηκε στον έμπειρο αγγειοπλάστη Παναγιώτη Φουτούγιο από το Καπανδρίτι. Τον Ιούνιο του 2007, υπό την επίβλεψη των αρχαιολόγων και με τη βοήθεια της κεραμίστριας Μαρίας Στέφα, τα αντίγραφα ήταν έτοιμα (εικ. 1). Την επόμενη άνοιξη οι κυψέλες μεταφέρθηκαν στο χώρο του μελισσοκομείου. Με εξαίρεση την κυψέλη με την επιγραφή, στις άλλες επιλέξαμε πήλινα καπάκια, χωρίς να μας απασχολούν ιδιαίτερα τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους – αρχαία καπάκια κάθετων πήλινων κυψελών δεν έχουν έως τώρα βρεθεί. Ειδικά για την κυψέλη «Ορεστάδα» (εικ. 2) όμως χρησιμοποιήσαμε ένα επίπεδο ξύλινο καπάκι, ώστε να μην θεωρηθεί πως αυξήθηκε ο εσωτερικός της όγκος (αν και αυτό θα τοποθετούνταν πάνω από τους κηρηθροφορείς, που στην ουσία δεν παίζει κανένα ρόλο). Κι αυτό διότι η σχετικά μικρή χωρητικότητα του αγγείου υπήρξε επιχείρημα για ορισμένους να θεωρήσουν πως δεν πρόκειται για κυψέλη (σημ. 13), συγκρίνοντάς τη με ορισμένες μεγαλύτερες σε όγκο παραδοσιακές κυψέλες κινητής κηρήθρας που είχαν υπ’ όψιν τους (σημ. 14) και αγνοώντας την ύπαρξη άλλων, παρόμοιων, παραδοσιακών κυψελών με χωρητικότητα σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και μικρότερη αυτής του αρχαίου αγγείου.

Για πήχεις-κηρηθροφορείς τοποθετήθηκαν σανίδες πλάτους 3,5 περίπου εκατοστών. Τόσο ήταν περίπου το πλάτος των κηρηθροφορέων στις παραδοσιακές κυψέλες κινητής κηρήθρας, το οποίο οι μελισσοκόμοι υπολόγιζαν πρόχειρα χρησιμοποιώντας ως μέτρο είτε το μήκος της δεύτερης φάλαγγας του αντίχειρα (όπως συνέβαινε στην Κρήτη, σημ. 15) είτε, συνηθέστερα, το άθροισμα του πλάτους του δείκτη και του μέσου δακτύλου (σημ. 16). Το σύνολο των κηρηθροφορέων ανά κυψέλη προέκυψε να είναι εννέα για την «Ορεστάδα» (ΙΡ 586), δέκα για την ΙΡ 2215 και έντεκα για την ΙΡ 2512, που αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές με αυτό των παραδοσιακών κυψελών του τύπου αυτού. Οι παραδοσιακές πήλινες κυψέλες κινητής κηρήθρας της Κρήτης επί παραδείγματι, τα λεγόμενα «βρασκιά» ή «φρασκιά», διέθεταν κατά βάση δέκα πήχεις-κηρηθροφορείς (σημ. 17).

Την άνοιξη του 2008 τοποθετήθηκαν σμήνη στις κυψέλες (εικ. 3, 4 και 5), έργο στο οποίο συνέδραμαν, κυνηγώντας μαζί μας αφεσμούς από την ευρύτερη περιοχή, οι μελισσοκόμοι Χαράλαμπος Κουρκούλης και Mazia Waris. Δεν χρειάστηκε να περιμένουμε παρά λίγες ημέρες για να διαπιστώσουμε πως οι μέλισσες ξεκίνησαν να χτίζουν τις κηρήθρες τους προσκολλώντας τες ανά μία στον εκάστοτε πήχη-κηρηθροφορέα, δημιουργώντας κινητές κηρήθρες (εικ. 6).

Την άνοιξη του μεθεπόμενου έτους (2010) το πείραμα επαναλήφθηκε σε άλλη περιοχή του Καπανδριτίου, όχι γιατί έμενε κάτι να αποδειχθεί, αλλά πλέον για λόγους περαιτέρω παρατήρησης, απόκτησης εμπειρίας στη μελισσοκομία με κινητές κηρήθρες των συμμετεχόντων και, τρόπον τινά, ευχάριστης ενασχόλησης. Φυσικά, οι μέλισσες δημιούργησαν και πάλι κινητές κηρήθρες (εικ. 7 και 8).

Συμπερασματικά, από την πειραματική άσκηση μελισσοκομίας με τα αντίγραφα των κάθετων κυψελών της Ισθμίας συνάγεται πως οι κυψέλες αυτές θα μπορούσαν εύκολα και με απόλυτη επιτυχία να χρησιμοποιηθούν ως κυψέλες κινητής κηρήθρας, όπως ακριβώς πιστεύουμε πως συνέβαινε και κατά την αρχαιότητα.

 

Γιώργος Μαυροφρύδης

Αρχαιολόγος

 

*Η χρήση κυψελών κινητής κηρήθρας στην αρχαία Ελλάδα αποτέλεσε για εμάς αντικείμενο έρευνας, τη δημοσίευση της οποίας αναμένουμε. Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής εντάσσεται και η πειραματική άσκηση μελισσοκομίας με αντίγραφα των αρχαίων κυψελών της Ισθμίας που παρουσιάζεται εδώ.