Γίνε μέλος
Αποστολή με email
Το email σας *
email φίλου *
CAPTCHA *
CAPTCHA Code *
Ανανέωση CAPTCHA
Μήνυμα
* υποχρεωτικά πεδία
Αποστολή
More
Ειδήσεις: Εκδηλώσεις
Χάλκινος λύχνος που είχε βρεθεί στο Ερέχθειο και έχει τη μορφή πολεμικού πλοίου. Φέρει χαραγμένη την επιγραφή «ιερόν της Αθηνάς». Αθήνα, Μουσείο Ακρόπολης.
- +
από Archaeology Newsroom

Το αρχαίο λυχνάρι έγινε LED

Αφιερώματα στην ιστορία του φωτισμού σε Τεχνόπολη και Μουσείο Ακρόπολης

Aπό τα αρχαία λυχνάρια ώς τις σύγχρονες λάμπες εξοικονόμησης ενέργειας και από την ανακάλυψη της φωτιάς ώς τη λατρεία του θεού Ήλιου, το φως πάντοτε διαδραμάτιζε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο τόσο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων ανά την υφήλιο όσο και στην τέχνη, τη φιλοσοφία και τη θρησκεία.

Ένα μικρό, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στην ιστορία του φωτισμού με τίτλο «Μια ιστορία από φως, στο φως», που ολοκληρώθηκε πρόσφατα στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης στη Θεσσαλονίκη, φιλοξενεί ώς τον Σεπτέμβριο η «Τεχνόπολις» του Δήμου Αθηναίων.

Στο ίδιο διάστημα, το Μουσείο της Ακρόπολης αναδεικνύει με ειδική σήμανση εκθέματα από τη μόνιμη συλλογή του, που αφηγούνται μικρές «ιστορίες για το φως» — όπως τα άρματα του Ηλίου και της Σελήνης στη σκηνή της γέννησης της Αθηνάς που κοσμεί το ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνα ή ο περίτεχνος χάλκινος λύχνος από το Ερέχθειο, σε σχήμα πολεμικού πλοίου, και με τη φράση «ιερόν της Αθηνάς» χαραγμένη στη δεξιά πλευρά του.

Η μεταφορά της έκθεσης στο παλαιό εργοστάσιο φωταερίου έγινε με πρωτοβουλία της διοίκησης της «Τεχνόπολις» και αποτελεί προάγγελο του Βιομηχανικού Μουσείου Φωταερίου, που αναμένεται να είναι έτοιμο στο τέλος του χρόνου. Ο συσχετισμός είναι προφανής, καθώς η πρωταρχική χρήση του φωταερίου στην Αθήνα ήταν ο φωτισμός, «γεγονός που άλλαξε ριζικά τη ζωή της πόλης», εξηγεί η Μαρία Φλώρου, αρχαιολόγος, μουσειολόγος και υπεύθυνη του τομέα του υπό διαμόρφωση μουσείου. Πλέον, οι δημόσιοι δρόμοι φωτίζονταν το βράδυ, διευκολύνοντας την κυκλοφορία, και οι βιομηχανίες είχαν τη δυνατότητα να λειτουργούν με διπλές βάρδιες, αυξάνοντας την παραγωγή.

Βυζαντινή περίοδος

Πέρα από τις αναφορές στην «επανάσταση» που έφερε ο ηλεκτροφωτισμός και η αξιοποίηση των ορυκτών καυσίμων κατά τον 19ο αιώνα, μεγάλο μέρος των εκθεμάτων προέρχεται από τη βυζαντινή περίοδο, ενώ τα κενά στην αφήγηση αναπληρώνονται με ενημερωτικά κείμενα, φωτογραφίες και ένα βίντεο για τις μεθόδους αφής και διατήρησης της φωτιάς. Η εστίαση στο Βυζάντιο σχετίζεται αφενός με τον ρόλο του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού ως συνδιοργανωτή της έκθεσης και αφετέρου με το γεγονός ότι τα ευρήματα αυτής της εποχής σώζονται σε μεγαλύτερη αφθονία και καλύτερη κατάσταση από τα προγενέστερα. Εξάλλου, οι τεχνολογίες τεχνητού φωτισμού δεν διαφοροποιήθηκαν σημαντικά με το πέρασμα από τους αρχαίους στους βυζαντινούς χρόνους: η χρήση των λυχναριών παρέμεινε ιδιαίτερα διαδεδομένη, ενώ η σημαντικότερη καινοτομία της εποχής ήταν «οι γυάλινες καντήλες, η κατασκευή των οποίων κατέστη δυνατή με την τοποθέτηση του φιτιλιού στο κέντρο του σκεύους», υπογραμμίζει η Ελένη Μπίντση, που υπογράφει τη μουσειολογική μελέτη της έκθεσης στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο μαζί με τον Ιωάννη Μότσιανο και τον Ζήση Σκαμπάλη. Διαδεδομένη ήταν πλέον και η χρήση του κεριού, το οποίο είχε αναγνωριστεί ως καύσιμη ύλη ήδη από τη μινωική περίοδο, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε ευρέως πριν από την ύστερη αρχαιότητα.

Υπάρχουν, ωστόσο, και άλλοι λόγοι που καθιστούν το Βυζάντιο σημείο-σταθμό για όσους ασχολούνται σε βάθος με την ιστορία του φωτισμού, υποστηρίζει ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής Ιάκωβος Ποταμιάνος. Μολονότι «λάτρευαν το φως», οι καλλιτέχνες και οι αρχιτέκτονες στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων γνώριζαν ότι το «σκληρό» μεσογειακό φως «κατέστρεφε τις μορφές των κτιρίων κάνοντάς τις να φαίνονται επίπεδες». Έτσι, «ανακάλυψαν τρόπους να φέρνουν το φως στη σκιά» — χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ραβδώσεις στους δωρικούς κίονες. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, η ενασχόληση με το φως πέρασε σε άλλο επίπεδο εξέλιξης, καθώς ο «ενθουσιασμός με τη μορφή» έδωσε σταδιακά τη θέση του «στον ενθουσιασμό για τον χώρο ως κάτι εφάμιλλο με την έννοια του Θείου». Σε αντίθεση με τους αρχαίους ναούς, οι βυζαντινές εκκλησίες δίνουν έμφαση στην άυλη διάσταση του χώρου και του φωτός.

Το φως των ναών

Με πλήθος επιστημονικών δημοσιεύσεων και ανακοινώσεων σχετικά με το φως και τις χρήσεις του στο βιογραφικό του, ο κ. Ποταμιάνος σήμερα είναι διευθυντής ενός νέου μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών για τον φωτισμό στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Έχοντας ενδιαφερθεί για το φως και τις χρήσεις του από τα φοιτητικά του χρόνια στις ΗΠΑ, άρχισε να μελετά κείμενα αρχαίων συγγραφέων, όπως του μεγάλου Αλεξανδρινού μηχανικού Ήρωνα και του νεοπλατωνιστή φιλόσοφου Πλωτίνου, όπου υπάρχουν αναφορές τόσο για την κατασκευή συστημάτων φωτισμού —συχνά εξαιρετικά προηγμένων, με τη χρήση κατόπτρων— όσο και για τη συμβολική αξία του φωτός στη φιλοσοφία. Μεταξύ άλλων, διδάσκει φωτισμό ιστορικών κτιρίων στο ΑΠΘ, όπου κατέχει τον τίτλο του αναπληρωτή καθηγητή της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής και της Ψυχολογίας της Αντίληψης, ενώ το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει ένα βιβλίο για το φως στη βυζαντινή εκκλησία. Πεπεισμένος ότι, ακόμα και στις μέρες μας, η αρχιτεκτονική δεν έχει φτάσει στο επίπεδο των βυζαντινών μαστόρων, διερευνά πώς οι τεχνικές για τη δημιουργία της κατανυκτικής ατμόσφαιρας στους βυζαντινούς ναούς θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε σύγχρονα κτίρια. «Με ένα πνευματικό άλμα, ο άνθρωπος συλλαμβάνει κάτι το ασύλληπτο, την άυλη διάσταση του χώρου. Αυτό για μένα είναι μια εξαιρετική κατάσταση του ανθρώπινου νου», υπογραμμίζει. Αργότερα, καθώς η δύναμη του Βυζαντίου εξασθενεί, η αισθητική αλλάζει και οι υποφωτισμένες μεσοβυζαντινές εκκλησίες δεν διαφέρουν πολύ από τις σύγχρονες. Πλέον, «το φως σταλάζει, δεν πλημμυρίζει τον ναό», καταλήγει.

Θρησκευτικές παραδόσεις

Η έκθεση «Μια ιστορία από φως, στο φως», που διοργανώθηκε σε συνεργασία με μουσεία, εφορείες αρχαιοτήτων, ερευνητικά κέντρα και ιδιώτες από όλη την Ελλάδα, περιλαμβάνει μία ενότητα αφιερωμένη στις διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις της Θεσσαλονίκης —το Ισλάμ, τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό—, αναδεικνύοντας τόσο τη συμβολική διάσταση του φωτός στις τρεις θρησκείες, όσο και τα χαρακτηριστικά φωτιστικά σκεύη των τόπων λατρείας. Η επόμενη ενότητα εστιάζει στην «επανάσταση» που έφερε η χρήση των ορυκτών καυσίμων στον φωτισμό, με αναφορές στον δημόσιο φωτισμό της Αθήνας, με την ίδρυση του εργοστασίου φωταερίου το 1857, καθώς και την επινόηση του ηλεκτρικού λαμπτήρα στα τέλη του 19ου αιώνα. Τέλος, η εξέλιξη της τεχνολογίας του φωτισμού στον 21ο αιώνα μετουσιώνεται σε μία πρωτότυπη διαδραστική εγκατάσταση με την υπογραφή της εικαστικής ομάδας φωτισμού «BEFORELIGHT», που ενθαρρύνει τους επισκέπτες να πειραματιστούν με τις δυνατότητες του φωτός, δημιουργώντας τη δική τους φωτιστική σύνθεση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Καθημερινή, Χριστίνα Σανούδου, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_15/07/2012_488879 (15/07/2012)