Η δυνατότητα της Τουρκίας να διαχειριστεί την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της ίσως βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο, προειδοποιούν οι ειδικοί. Η πρόσφατη απόφαση να μεταβιβαστούν οι ανασκαφικές άδειες τριών πολύ γνωστών θέσεων της αρχαιότητας από μη τουρκικά σε τουρκικά πανεπιστημιακά ιδρύματα –μια πρακτική ανήκουστη σχεδόν για τον κόσμο της αρχαιολογίας- είναι ένα ράπισμα στους ξένους επιστήμονες, οι οποίοι κατηγορούνται πως δεν δουλεύουν αρκετά γρήγορα ώστε να μεταμορφώσουν το εντυπωσιακό πλήθος αρχαιοτήτων της χώρας σε τουριστικές ατραξιόν.
«Το να πάρεις άδεια [για ανασκαφή] αυτή τη στιγμή είναι θέμα διαπραγματεύσεων και οι ακαδημαϊκοί προβληματισμοί δεν είναι πάντα η πρώτη προτεραιότητα» λέει ο Stephen Mitchell, του Βρετανικού Ινστιτούτου στην Άγκυρα.
Ευνοιοκρατία, απειλές και προσωπικές αντιζηλίες
Η εργασία που δημοσιεύθηκε πρόσφατα από έναν εκ των επιφανέστερων αρχαιολόγων της χώρας περιγράφει πολιτικές που δείχνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την αστυνόμευση των επιστημόνων παρά για την αντιμετώπιση της γενικής και αδιάκριτης διάβρωσης της τεράστιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Τουρκίας. Με την κριτική του, η οποία εκτείνεται σε 235 σελίδες και έχει τίτλο «Αρχαιολογική ανασκαφή: επιστημονικό έργο ή σκάψιμο;», θα συμφωνήσουν πολλοί ανάμεσα στους μη Τούρκους αρχαιολόγους, οι οποίοι έχουν βρεθεί σε έναν κυκεώνα κανονισμών και μουσειακών πολιτικών. Ο συγγραφέας, Mehmet Ozdogan, ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Προϊστορίας του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, εξηγεί ότι το σύστημα παροχής και ανανέωσης ερευνητικών αδειών έχει εκφυλιστεί σε μια αναίσχυντη διαδικασία «ευνοιοκρατίας, απειλών και προσωπικών αντιζηλιών».
Διακύβευμα η πολιτιστική κληρονομιά της χώρας
Αυτό που διακυβεύεται είναι τα υλικά κατάλοιπα ενάμιση εκατομμυρίων ετών, που είναι διασκορπισμένα σε κάθε γωνιά μιας χώρας που έχει έκταση τριπλάσια της Μεγάλης Βρετανίας. Αυτή τη στιγμή, «τρέχουν» περισσότερα από 200 προγράμματα (τα μισά από τα οποία είναι πιο πολύ μελέτες παρά καθαρόαιμες ανασκαφές). Υπάρχει, για παράδειγμα, η μικρής επισκεψιμότητας θέση Boncuklu, στην κεντρική Τουρκία, κατά 1.000 χρόνια αρχαιότερη του κοντινού Τσατάλ Χογιούκ και ο «χαμένος κρίκος» ανάμεσα στους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες και τους λαούς μόνιμης εγκατάστασης. Στον αντίποδα αυτής, ως προς την προβολή, έχουμε την Έφεσο, όπου το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο πήρε άδεια προς εκτέλεση ανασκαφών το 1898, και που σήμερα μοιάζει με σκηνικό από ταινία του Σεσίλ Ντε Μιλ. Προσελκύει πάντως περί τους δύο εκατομμύρια τουρίστες ανά έτος.
Αρχαιολογία: Ένας στυλοβάτης της τουριστικής βιομηχανίας
Η ποικιλομορφία και η γοητεία του τουρκικού παρελθόντος, όσο και οι αμμουδερές παραλίες της χώρας, αποτελεί έναν από τους στυλοβάτες της τουριστικής βιομηχανίας που, μεταφρασμένη σε χρήματα, εκτιμάται ότι απέφερε 21 δις δολάρια αυτή τη χρονιά. Και το νούμερο αυτό αναμένεται να αυξηθεί, καθώς η Τουρκία επιδιώκει να αποτελέσει τον εναλλακτικό τουριστικό προορισμό για εκείνους που θα αποφύγουν την Αίγυπτο και την Τυνησία.
Τα τελευταία χρόνια, η τουρκική κυβέρνηση έθεσε την ανάπτυξη της τουριστικής βιομηχανίας στις πρώτες θέσεις προτεραιοτήτων της, και ο τουρισμός έγινε ένας από τους σημαντικότερους τομείς της τουρκικής οικονομίας. Σύμφωνα με μια έκθεση που συντάχθηκε τον περασμένο Μάρτιο από την εταιρεία έρευνας αγοράς RNCOS, η Τουρκία ξεπέρασε την Κίνα και τη Ρωσία και έγινε ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος τουριστικός προορισμός. Το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού έβαλε ως στόχο για το 2011 τους 30 εκατομμύρια επισκέπτες. Η χώρα επενδύει επίσης στον λεγόμενο θρησκευτικό τουρισμό. Το υπουργείο έχει προχωρήσει στην αποκατάσταση ισλαμικών, εβραϊκών και χριστιανικών θέσεων, με σκοπό να προσελκύσει περισσότερους από τρία εκατομμύρια «θρησκευτικούς» τουρίστες ως το 2012 – που σημαίνει 1,7 εκατομμύρια περισσότερους από το 2010.
Ο πολιτισμός και ο τουρισμός μοιράζονται το ίδιο υπουργείο στην Τουρκία και δεν είναι πάντοτε σαφές ποιος είναι ο… αφέντης και ποιος ο δούλος. Από τους επικεφαλής των ανασκαφών ζητήθηκε να παρατείνουν τις εργασίες τους πέρα από τη δίμηνη πανεπιστημιακή διακοπή και να δώσουν μεγαλύτερο βάρος στην αναστύλωση – ιδιαίτερα τώρα που τα έσοδα πολλών αρχαιολογικών χώρων έχουν περάσει στα χέρια της Ένωσης Τουρκικών Τουριστικών Πρακτορείων (Tursab).
Ξένες αρχαιολογικές σχολές και η νέα γενιά Τούρκων επιστημόνων
Ενώ οι περισσότεροι αρχαιολόγοι κατανοούν, θεωρητικά τουλάχιστον, την ανάγκη για δημοσιότητα και προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς, «η διαχείριση των πολιτιστικών αγαθών είναι ένα πεδίο ανεξάρτητο και όχι πάντοτε το δυνατότερο σημείο των ακαδημαϊκών» λέει η Nora Seni, διευθύντρια του Γαλλικού Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Η Γαλλική Ακαδημία έχει υποστεί ήδη το πλήγμα ακύρωσης των αδειών δύο πολύ σημαντικών θέσεων, Λητώου και Ξάνθου.
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν περίπου 30 αρχαιολογικές σχολές στα τουρκικά πανεπιστήμια – πολλές από τις οποίες συστήθηκαν σχετικά πρόσφατα. Αυτό σημαίνει πως έχει προκύψει μια πιο καλά καταρτισμένη γενιά Τούρκων επιστημόνων, όπως και ένας νέος ακαδημαϊκός πυρήνας ανθρώπων που επιθυμούν να προωθήσουν τις σταδιοδρομίες τους.
Το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο
Το πάλαι ποτέ πανίσχυρο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, υπεύθυνο για ορισμένες από τις σπουδαιότερες αρχαιολογικές θέσεις στην Τουρκία, βλέπει τώρα να του ψαλιδίζουν τα φτερά. Το 2010, η Άγκυρα αρνήθηκε να ανανεώσει τις ανασκαφικές του άδειες, προκειμένου να εκβιάσει την επιστροφή της Σφίγγας που κάποτε κοσμούσε την Πύλη της Χαττούσα και είχε μεταφερθεί στο Βερολίνο το 1930. Η Σφίγγα επιστράφηκε. Όμως, το Ινστιτούτο δεν έλαβε άδεια συνέχισης των ανασκαφών του στους Αιζανούς, θέση γνωστή για το Ναό του Διός, κι έτσι οι εργασίες εκεί διακόπηκαν.
Παρά τον οδυνηρό δημόσιο κόλαφο, οι περισσότεροι πιστεύουν πως οι Γερμανοί αρχαιολόγοι ένιωσαν κρυφή ευγνωμοσύνη για το γεγονός, καθώς επρόκειτο για μια θέση οι επιστημονικές ανακαλύψεις της οποίας δεν ήταν πλέον τόσο θεαματικές. «Η σύγχρονη αρχαιολογία έχει να κάνει με τα συμφραζόμενα και την ανακάλυψη των μεταβάσεων, όχι την αποκάλυψη όμορφων αντικειμένων» λέει ο Elif Denel, διευθυντής του Αμερικανικού Ινστιτούτου Έρευνας στην Τουρκία. «Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί κανείς να απαντήσει μεγάλα ερωτήματα σε μία και μόνο ερευνητική περίοδο και χωρίς να πιάσει ούτε μία φορά τη σκαπάνη» λέει ο Felix Pirson, διευθυντής του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Κωνσταντινούπολη.
Αρχαιολογικές θέσεις τύπου Ντίσνεϋλαντ και… μπουλντόζες
Ο κίνδυνος που ελλοχεύει, ωστόσο, είναι ότι οι προσπάθειες και η ενέργεια των αρχαιολογικών δυνάμεων του τόπου θα αναλωθούν στην παραγωγή τουριστικών ατραξιόν τύπου Ντίσνεϋλαντ. Κι όμως, ο τουρισμός ίσως να είναι ο πιο αθώος κίνδυνος που αντιμετωπίζει η τουρκική αρχαιολογία.
Υπάρχει πάντα η ορατή απειλή της αστικοποίησης και της οικονομικής ανάπτυξης. Οι Αλλιανοί, ρωμαϊκή λουτρική εγκατάσταση στη Δυτική Τουρκία, όπως και η πόλη Ζεύγμα στα ανατολικά, έχουν ήδη θυσιαστεί στο βωμό των φραγμάτων ποταμών. Η μεσαιωνική αραβική πόλη Χασανκέιφ κινδυνεύει επίσης να μετατραπεί σε έναν υδάτινο τάφο.
Πολλά από τα σημαντικότερα ερευνητικά προγράμματα στην Τουρκία βρίσκονται σε αγώνα δρόμου, προκειμένου να διασώσουν αρχαιολογικές θέσεις, ενώ στρατιές από μπουλντόζες περιμένουν με τις μηχανές τους αναμμένες. Κατά τη διάρκεια εργασιών στο μετρό της Κωνσταντινούπολης, ήρθε στο φως ένα αρχαίο βυζαντινό λιμάνι και 32 πλοία: το επιβατικό κοινό ακόμη περιμένει, καθώς η σωστική ανασκαφή διανύει το έβδομο έτος της. Υπάρχουν ξεκάθαρα σημάδια ότι η κυβερνητική υπομονή φτάνει στα όριά της. Νέες διατάξεις αφαιρούν αρμοδιότητες από το τουρκικό ΥΠΠΟΤ. Αντ’ αυτού, η προστασία τίθεται τώρα στα χέρια του Υπουργείου Περιβάλλοντος, το οποίο δεν φημίζεται για την αντίστασή του ενάντια στην ανελέητη οικονομική ανάπτυξη.
Ο Ταγίπ Ερντογάν εξέφρασε τον περασμένο Φεβρουάριο σε ομιλία του τη δυσαρέσκειά του για τα θραύσματα κεραμικής που εμποδίζουν την ολοκλήρωση τεράστιας σημασίας έργων υποδομής. Ο Ερντογάν είπε ότι οι άνθρωποι πρέπει να αποτελούν το κύριο μέλημα, και ανήγγειλε τη δημιουργία μιας νέας πόλης στην απομείνασα πράσινη ζώνη της Κωνσταντινούπολης κατά μήκος του Εύξεινου Πόντου, την κατασκευή μιας νέας γέφυρας στο Βόσπορο, και ενός καναλιού σε στυλ εκείνου του Παναμά που θα έκοβε τη θρακική χερσόνησο στα δύο.
Παρότι ο χρόνος είναι το αντικείμενο της αρχαιολογίας, στην Τουρκία δεν φαίνεται να είναι με το μέρος της.