Λίθινη τετράπλευρη σφραγίδα, με εγχάρακτα σημεία της μινωικής ιερογλυφικής γραφής, η μοναδική μέχρι τώρα παρουσία της αρχαιότερης γραφής των Μινωιτών στη δυτική Κρήτη, ήρθε στο φως κατά τη φετινή ανασκαφική περίοδο του όρους Βρύσινα. Επίσης, πλήθος κεραμικής, ομοιώματα μελών του ανθρώπινου σώματος και ειδώλια, που φωτίζουν τη Νεοανακτορική περίοδο του σημαντικού αυτού μινωικού ιερού κορυφής .

Η φετινή περίοδος της συστηματικής ανασκαφής στο μινωικό ιερό κορυφής του όρους Βρύσινα που υψώνεται νότια της πόλης του Ρεθύμνου, διήρκησε από τις 4 έως τις 15 Ιουλίου 2011. Η ανασκαφή ξεκίνησε το 2004 και διεξάγεται από την ΚΕ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων υπό την ευθύνη της αρχαιολόγου Ελένης Παπαδοπούλου, και το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης με την ευθύνη της καθηγήτριας Ίριδας Τζαχίλη. Σε αυτήν συμμετέχουν ειδικοί ερευνητές, καθώς και σημαντικός αριθμός προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών.

Η έρευνα επικεντρώθηκε και φέτος στη βόρεια και βορειοανατολική πλαγιά, με τους εξής τρεις στόχους:

α) Στο ανώτερο άνδηρο της θέσης «Άγιο Πνεύμα», σε υψόμετρο 858 μ., όπου βρίσκεται και ο ομώνυμος ιερός ναός, διερευνήθηκε ο χώρος νότια και δυτικά της εκκλησίας, περιμετρικά του σύγχρονου περιβόλου. Στις συγκεκριμένες τομές διαπιστώθηκε η ύπαρξη αρχιτεκτονικών καταλοίπων εξαιρετικά διαταραγμένων, μαζί με αξιόλογη ποσότητα από υστεροβυζαντινά εφυαλωμένα εγχάρακτα πινάκια και κούπες, που ανήκουν στις παλαιότερες οικοδομικές φάσεις του ναού. Παρά το γεγονός ότι δεν αποσαφηνίσθηκε η ύπαρξη μινωικών κτισμάτων, τα οποία θα αποτελούσαν τον πυρήνα των τελετουργικών δραστηριοτήτων, ωστόσο προέκυψαν στοιχεία για τη λατρεία στο άνδηρο αυτό. Εντοπίσθηκε θύλακας με μεσομινωικό κεραμικό υλικό και βράχος αποστρογγυλεμένος, με σαφή σημάδια της ανθρώπινης παρέμβασης κατά το μεγαλύτερο μέρος του και με έγκοιλη ανθρωπογενή διαμόρφωση στην άνω επιφάνειά του. Οι διαπιστώσεις αυτές υποδεικνύουν ότι πιθανόν το κέντρο του μινωικού ιερού να βρισκόταν στο ανώτερο πλάτωμα του όρους, κάτω και γύρω από τη σημερινή εκκλησία.

β) Στο μεσαίο άνδηρο, όπου είναι ιδιαίτερα μεγάλη η συγκέντρωση των κινητών ευρημάτων και αδιατάρακτη η στρωματογραφία, χαράχτηκαν επιπλέον τομές. Η στρωματογραφία σε όλα τα ανασκαφικά τετράγωνα του δεύτερου πλατώματος περιελάμβανε δύο κατ’ ουσίαν στρώματα και το τρίτο, το φυσικό (terra rosa). Tο στρώμα 2, το καθαρό μεσομινωικό, περιείχε τον κύριο όγκο των ειδωλίων και των αγγείων. Οι μεγάλες αυτές συγκεντρώσεις αντικειμένων αποτελούσαν αδιατάρακτες αποθέσεις και ήταν σαφές ότι η θέση τους δεν οφειλόταν στη διάβρωση του εδάφους. Σημαντικός αριθμός ευρημάτων προήλθε ακόμη, από τις κάθετες σχισμές και τις κοιλότητες του βράχου.

γ) Στο τρίτο και ευρύτερο άνδηρο, στο οποίο κατά τις προηγούμενες περιόδους του 2008 και του 2010 επιβεβαιώθηκε η θέση της ανασκαφής του 1972-73 που πραγματοποιήθηκε από τον καθηγητή Κωστή Δαβάρα, διανοίχτηκαν εκτενείς τομές, με σκοπό να οριοθετηθεί επακριβώς η παλαιά αυτή έρευνα. Οι τομές αυτές παρότι αναμοχλευμένες απέδωσαν πλήθος από ανθρωπόμορφα ειδώλια, γυναικεία και ανδρικά, ομοιώματα μελών του ανθρώπινου σώματος, αρκετά ζωόμορφα –ορισμένα από τα οποία μικρογραφικά–, καθώς και σημαντική ποσότητα κεραμικής. Παράλληλα, ήρθαν στο φως τμήματα πήλινων πλακιδίων με επίθετα ειδώλια πτηνών και διπλών κεράτων, ενώ αφθονούν τα πήλινα σφαιρίδια. Από το ίδιο άνδηρο προήλθαν, το 2010, μετάλλινοι λατρευτές, χάλκινοι μικρογραφικοί πελέκεις, χάλκινα ομοιώματα εγχειριδίων, καθώς και λίθινα σκεύη, μεταξύ των οποίων αναγνωρίζονται ένα πιθανότατα αιγυπτιακό, δύο τράπεζες προσφορών από στεατίτη και δύο μικρές λοπάδες.

Το εξαιρετικό ωστόσο, εύρημα της φετινής περιόδου είναι μία λίθινη τετράπλευρη σφραγίδα από βαθυκόκκινο ίασπη, η οποία φέρει εγχάρακτα σημεία της μινωικής ιερογλυφικής γραφής και στις τέσσερις επιφάνειές της. Πρόκειται για τη μοναδική μέχρι τώρα παρουσία της αρχαιότερης γραφής των Μινωιτών στη δυτική Κρήτη.

Με βάση την προκαταρκτική μελέτη και της φετινής κεραμικής συνάγεται ότι η διάρκεια λειτουργίας του ιερού εκτείνεται σε όλη την Παλαιοανακτορική περίοδο (περ. 1900-1700 π.Χ.), και συνεχίζεται τουλάχιστον μέχρι την αρχή των νεοανακτορικών χρόνων. Εκτός από το πλήθος των πήλινων ειδωλίων της συστηματικής ανασκαφής που αγγίζει πλέον τον αριθμό των οκτακοσίων και το σημαντικό αριθμό των αγγείων, είναι προφανές ότι τα ευρήματα από τις ανασκαφές του 2010 και του 2011 διευρύνουν τις γνώσεις μας για τη νεοανακτορική περίοδο του μινωικού ιερού, αλλά και την αρχική διαμόρφωση της κορυφής του όρους πριν τη μετακίνηση μεγάλου μέρους των τελετουργικών δραστηριοτήτων προς το χαμηλότερο τρίτο πλάτωμα, κατά την τελευταία φάση λειτουργίας του.

Εύλογα λοιπόν, ο Βρύσινας, θεωρείται το σημαντικότερο ιερό κορυφής για τη δυτική Κρήτη, το οποίο παρουσιάζει σαφείς αναλογίες ως προς το τελετουργικό πλαίσιο, τη μορφή της λατρείας, αλλά και τον τρόπο άσκησής της με τα ανακτορικά ιερά κορυφής –Γιούχτα, Κόφινα, Πετσοφά και Τραόσταλο– της κεντρικής και της ανατολικής Κρήτης.