Όχι, δεν έχει σχέση με αντίποινα της Ελλάδας για τη σκληρή στάση της Γερμανίας στο δανειακό πρόβλημα της χώρας μας. Άλλωστε, δεν λέμε εμείς στους Γερμανούς ότι οφείλουν να μας επιστρέψουν δύο σημαντικές αρχαιότητες που εκτίθενται σε μουσείο της Καρλσρούης, αλλά ο σερ Κόλιν Ρένφριου, ο καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και ανασκαφέας της Κέρου, που υπήρξε «θύμα» μιας από τις μεγαλύτερες λαθρανασκαφές και καταστροφές αρχαιολογικού χώρου τού 20ού αιώνα.

Τα αρχαία που ο κ. Ρένφριου προτρέπει τη χώρα μας να διεκδικήσει είναι ένα κυκλαδικό ειδώλιο, που παρόμοιό του εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, και ένα τηγανόσχημο σκεύος.

Τη σαφή αυτή προτροπή έκανε στη διάρκεια ομιλίας του (11/5) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, την οποία παρακολούθησαν, εκτός των εκπροσώπων της ακαδημαϊκής κοινότητας, πολλά στελέχη του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού. Μιλώντας με θέμα: «Προστατεύοντας την Πολιτιστική Κληρονομιά: Η Πρόκληση του Διεθνούς Εμπορίου Αρχαιοτήτων», εξέφρασε αρχικά την απογοήτευσή του γιατί το πρόβλημα της αρχαιοκαπηλίας παραμένει άλυτο ακόμη και σήμερα, όχι μόνο στην περίπτωση της Ελλάδας αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο, κάτι που ο ίδιος αποδίδει στις πολύ υψηλές τιμές που πωλούνται αρχαιότητες αγνώστου προέλευσης.

Η παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων δεν συνδέεται μόνο με ιδιώτες συλλέκτες, αλλά και με μεγάλα μουσεία, είπε ο σερ Κόλιν Ρένφριου. Και αναφέρθηκε σε τρία, που έχουν αναμειχθεί σε τέτοια σκάνδαλα: το Metropolitan Museum of New York με τον κρατήρα του Ευφρονίου, το Getty Museum με το χρυσό στεφάνι από τη Μακεδονία που επιστράφηκε πρόσφατα στην Ελλάδα, και το Badischen Landesmuseum Karlsruhe, με τα κυκλαδικά του αποκτήματα.

Οι λόγοι τους οποίους προέβαλε για την επιστροφή των δύο παραπάνω αρχαίων είναι δύο. Πρώτον, γιατί αποκτήθηκαν μετά το 1975, όταν ήταν ήδη (από το 1970) σε ισχύ η συνθήκη της UNESCO, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η διακίνηση αρχαιοτήτων άγνωστης προέλευσης. Και δεύτερον, γιατί το ίδιο το μουσείο δηλώνει πως τα αρχαία είναι από τις Κυκλάδες.

Αδιαφορία

Η Ελλάδα στο παρελθόν έχει επιδείξει μεγάλη αδιαφορία για τη διεκδίκηση προϊόντων αρχαιοκαπηλίας. Το 1975 έχασε μια μεγάλη ευκαιρία να πάρει πίσω τη συλλογή κυκλαδικών αρχαιοτήτων από το ίδιο γερμανικό μουσείο. Τότε, είχε εκθέσει εκατοντάδες αντικείμενα που ανήκαν σε ιδιώτη συλλέκτη, τα οποία είχαν κριθεί «γκρίζας προέλευσης», και στη συνέχεια τα αγόρασε. Η εμφάνιση των αρχαίων σε εκείνη την έκθεση λειτούργησε ως «πλυντήριο». Εφόσον η χώρα μας δεν τα διεκδίκησε, έχασε αυτό το δικαίωμά της και για το μέλλον.

Αλλά μήπως το μουσείο της Καρλσρούης είναι το μοναδικό που αγοράζει αρχαία χωρίς καθαρή ταυτότητα; «Υπάρχουν μεγάλα μουσεία που αγοράζουν αρχαία με προέλευση «τη σοφίτα της γιαγιάς», ανέφερε ο κ. Ρένφριου. «Ωραία. Όλοι είχαμε γιαγιάδες και στις σοφίτες τους καμιά φορά υπήρχαν αρχαία. Αλλά όχι και τόσα!», είπε χαμογελώντας. Και πρόσθεσε: «Όταν αγοράζουν αντικείμενα χωρίς λεπτομερή έρευνα για την προέλευσή τους, δημιουργούν τεράστια προβλήματα στην αρχαιολογία. Το θέμα δεν είναι η ομορφιά ενός αρχαίου, αλλά και οι πληροφορίες που δίνει για την εποχή του». Αλλά «όσο στα διοικητικά συμβούλια μουσείων συμμετέχουν άνθρωποι χωρίς ηθικούς φραγμούς και σεβασμό στην πολιτιστική κληρονομιά, η απειλή της αρχαιοκαπηλίας δεν θα εξαλειφθεί».

Αντιδράσεις για Κούνο

Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στη διεθνή επιστημονική κοινότητα η επιλογή του Τζέιμς Κούνο για τη θέση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του Μουσείου Γκετί.

Ο Κούνο, όταν ήταν διευθυντής του Ινστιτούτου Τεχνών στο Σικάγο και υπήρχαν αιτήματα επιστροφών αντικειμένων που είχε αγοράσει, είχε χαρακτηρίσει «εθνικισμό», «λάθος» και «επικίνδυνες» τις προσπάθειες ξένων κυβερνήσεων να περισώσουν τον εθνικό τους πλούτο. Αποτελούσε γι’ αυτόν «κοσμοπολιτισμό» να έχεις ξένα έργα τέχνης στις συλλογές σου. Τελευταία, δήλωσε πως διαφωνεί με διάφορους νόμους που απαγορεύουν την (ανεξέλεγκτη) διακίνηση αρχαιοτήτων, αλλά υπόσχεται να μην τους παραβεί. Πάντως, στο παρελθόν, όταν ήταν στο Χάρβαρντ, αγόρασε μεταξύ άλλων και 180 όστρακα ελληνικών αγγείων. Τα προμηθεύτηκε από τον Ρόμπερτ Χεχτ και τη Φρίντα Τσάκος, με την απλή διαβεβαίωση ότι ήταν «καθαρά», κάτι που ουδέποτε αποδείχθηκε.

Τέλος, οι γείτονές μας οι Τούρκοι κατάφεραν πρόσφατα να λάβουν επίσημη διαβεβαίωση από τον υπουργό Πολιτισμού της Γερμανίας ότι τον προσεχή Νοέμβριο θα τους επιστραφεί η Σφίγγα του Μπογιάζκιοϊ ή Σφίγγα της Χατούσας. Το γλυπτό αυτό των Χετταίων, ηλικίας 3.300 ετών, είχε βρεθεί μαζί με ένα δίδυμό του στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, κατά τη διάρκεια ανασκαφής στην ενδοχώρα της Τουρκίας. Ταξίδεψαν για να συντηρηθούν στη Γερμανία και επέστρεψε μόνο το ένα. Το άλλο φυλάσσεται στο Μουσείο της Περγάμου, στο Βερολίνο. Οι Τούρκοι πέτυχαν τον σκοπό τους, όταν προ ολίγων εβδομάδων προειδοποίησαν τη Γερμανία πως, αν δεν τους το επιστρέψει, θα ανακαλέσουν όλες τις άδειες ανασκαφής του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στο έδαφός τους.